109 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
17.08.2018
Ορφέας | Main Feed
Κώστας Λαδόπουλος

Αν βλέπαμε στο δρόμο τον άνθρωπο της πρώτης φωτογραφίας, δε θα του δίναμε την παραμικρή σημασία. Αν σκεφτόμασταν κάτι θα ήταν του τύπου, ”ένα φουκαριάρικο, εγκαταλειμένο γεροντάκι. Συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος, πρώην λογιστής, κάτι τέτοιο... Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος ήταν ο Γρηγόρης Ασίκης! Κωνσταντινουπολίτης, γενημμένος το 1890 από την Πολίτισσα Μαριάνθη και τον Μυτιληνιό Βίκτωρα. Ένας ικανότατος (με κεφαλαίο Ιώτα), αρκετά παραγνωρισμένος μουσικοσυνθέτης και στιχουργός που ”στραγγαλίστηκε” απ΄το Νόμο Λογοκρισίας όπως και πολλοί άλλοι. Ας τον αφήσουμε λίγο στην άκρη, προς το παρόν.

 

Στη φωτο 2., ο Αμερικανός μαύρος τραγουδιστής του rock n´roll Little Richard και στη φωτο 3. ο παμπάλαιος Γιώργος Θεολογίτης – Κατσαρός.
Ας πω απ΄την αρχή ότι η χρησιμοποίηση του ”κράχτη” Little Richard ανάμεσα στους δυό Έλληνες, μοιάζει σα φτηνιάρικο και κλούβιο δημοσιογραφικό πυροτέχνημα. Το ξέρω. Ακόμα, το κείμενο που ξεδιπλώνεται παρακάτω μπορεί να σας φανεί παραληρηματικό αλλά, ”αφού ο κόσμος παίρνει ένα παραληρηματικό δρόμο, εμείς πρέπει να υιοθετήσουμε μιά παραληρηματική οπτική” (JEAN BAUDRILLARD – Η διαφάνεια του κακού).
Όταν ήμουνα στην πρώιμη εφηβεία υπήρχε ένας θερινός κινηματογράφος στην πλ. Κυψέλης της Αθήνας, το ”Αττικόν”. Πηγαίναμε εκεί όλη η τσακαλοπαρέα αναφανδόν, άσχετα με το τι έργο έπαιζε και καταπίναμε ευχαρίστως την πλύση εγκεφάλου που μας έκανε το νέο μοντέλο που είχε αγκαλιάσει την πληγωμένη χώρα, ο αμερικάνικος κινηματογράφος.
Είχαμε και κάτι ζεστό μαζί μας γιατί έκανε ψυχρούλα τα βράδια, άσχετα αν ήταν καλοκαίρι. Όχι η τωρινή κόλαση. Ωραία ήτανε...
Ένα βράδυ, σε κάποιο ασπρόμαυρο έργο της εποχής, βλέπω ένα μαύρο τραγουδιστή που χοροπηδούσε και έλεγε, με μιά φωνή που την έκανε ότι ήθελε και με ξεσήκωνε, ένα τραγούδι που το λέγαν ”Lucille”. Τον λέγανε Little Richard (Richard Wayne Penniman). Ήταν αδύνατος, κομψός και είχε ένα μακρουλό κοκκοράκι στο μαλλί που πήγαινε πάνω κάτω. Ήταν τότε, τί νά΄τανε; Θαρρώ, αρχές δεκαετίας του ΄60.
Ε, άκουσα τα τραγούδια του γιά ένα διάστημα, τον ξέχασα.

Μ΄ένα τίναγμα της μνήμης πάμε στον Ιούλιο του 1990. Βρίσκομαι σ΄ένα νησί της Σουηδίας, την Öland. Η γυναίκα μου είναι έγκυος στον 7ο μήνα και ο αδερφός της μας λέει, ”πάμε ν΄ακούσουμε τον Little Richard που έχει έρθει και τραγουδάει το βράδυ; Κόντεψα να πέσω κάτω! Ο Little Richard; Καλά, υπάρχει ακόμα αυτός; Άρχισα να κάνω αμήχανες προσθαφαιρέσεις, να βρω πόσων χρονών μπορεί να ήταν όταν τον πρωτοείδα στον κινηματογράφο. Βρήκα πως ήταν 28 τότε. Απίστευτο!
Και να, που βρισκόμαστε λίγα μέτρα από τη σκηνή και βγαίνει ένας ακμαίος, κουστουμαρισμένος με λαμέ, που χορεύει και τραγουδάει, μεταξύ άλλων την ”Lucille”. Ομοφυλόφιλος, με τεντωμένο πετσί στο πρόσωπο (lifting γαρ), με το αιώνιο κοκκοράκι του, τραγούδησε μιά ολόκληρη ώρα. Ο γιός, μέσα απ΄την κοιλιά, διαμαρτυρόταν (;) γιά το δυνατό ήχο, ρίχνοντας κάτι ξεγυρισμένες κλωτσιές...
Θ΄αναρωτιέστε που το πάω και τι σχέση έχει ο Little Richard με το Γρηγοράκη τον Ασίκη. Παραπλήσια σχέση μ΄αυτή που μπορεί να έχει ένας ιπποπόταμος με μία πεταλούδα. Έχουν κάποια σχέση; Ναι, έχουν! Δε διάλεξα τον Little Richard γιά λόγους προσωπικής νοσταλγίας. Θα μπορούσα κάλλιστα να πάρω ένα σύγχρονο όνομα, τον 50cent ή τον Kenye West. Τον διάλεξα γιατί είναι ένα ”ιερό τέρας” του παρελθόντος, γεννήθηκε το 1932 και είναι ένα καλό παράδειγμα ”διατήρησης και ”κατάψυξης” προσώπων της αμερικάνικης υπερβιομηχανίας θεάματος.

 

Ας ξαναγυρίσουμε στον Κωνσταντινουπολίτη Ασίκη.
Πρώτα, ας δώσω ένα στίγμα γιά το λόγο που γράφω αυτά τα πράγματα. Ξέρω πως το να μιλάει κανείς γιά ξεχασμένους και μακαρίτες μουσικούς, σα την περίπτωση του Γρηγοράκη Ασίκη, είναι – πώς να το πω; - εκτός τόπου και χρόνου. Παρόλο που έτσι είναι τα πράγματα, αποτείνομαι σ΄αυτούς/ές που έχουν από κακή έως αδιάφορη σχέση με αυτό που, συλλήβδην, ονομάζουμε ”ρεμπέτικο”. Προσπαθώ, έχοντας σα θέα μπροστά μου ένα σκοτεινό δάσος, σ΄ένα προάστειο που κατοικείται από ”τρύπιους” ανθρώπους ενός άλλου πλανήτη και εν έτει 2009, να πω κάποια πράγματα γιά έναν άνθρωπο που δεν ενδιαφερόμαστε γι αυτόν και δεν αντέχουμε, στην ουσία, ν΄ακούσουμε τα πραγματικά υπέροχα και ιδιότυπα τραγούδια του. Αυτός λοιπόν ο γλυκός, ερωτικός και προοδευτικός Πολίτης γεννήθηκε, μάλλον, το 1890, πέντε δηλαδή χρόνια νωρίτερα από τον Γιώργο Θεολογίτη – Κατσαρό που κάποιες πληροφορίες γι αυτόν μπορείτε να βρείτε πληκτρολογώντας το όνομά του στο Διαδίκτυο. Λένε πως σύνθεσε περίπου 100 τραγούδια και αρκετά απ΄αυτά τα τραγούδησε ο ίδιος. Ήταν ερωτικός όσο λίγοι άλλοι στους στίχους του. Με τον απλό, λαϊκό τρόπο του ανακατέματος τρυφερών λέξεων μαζί με άλλες ”σκληρότερες” και την πραγματικά ιδιότυπη φωνή του, τους ασυνήθιστους ρυθμούς και κάποιες μπερμπάντικες παρεμβολές, διαφοροποιείται απ΄τους άλλους συνθέτες.
Σήμερα που διάγουμε την εποχή της δήθεν μετα-σεξουαλικής ”απελευθέρωσης”, μας θυμίζει πως ηχεί η καρδιά του λαϊκού άνδρα όταν ποθεί μιά γυναίκα. Δυνατά, ξεκάθαρα, σα γιγάντιο ξυπνητήρι. Αν σκύψετε πάνω στα τραγούδια του, μη βιαστείτε να βγάλετε συμπεράσματα. Λένε πως έγραψε τραγούδια μελαγχολικά για τη φτώχεια, την ορφάνεια, τη δυστυχία. Και βέβαια τό΄κανε. Έγραψε ΚΑΙ γι αυτά που έβλεπε γύρω του. Όμως είχε μέσα του ένα χιούμορ, αισιοδοξία και χαρά. Αυτά τα υπέροχα χαρίσματα που κουβαλούσαν οι πρώην λαϊκές τάξεις (κύρια οι πρόσφυγες), ενώ όλα γύρω ήταν μαύρα και καμιά έξοδος δε φαινόταν απ΄το σκοτεινό τούνελ.
Η διαφορά, σ΄αυτό το σημείο, με το σήμερα είναι ότι, σαν αντίδοτο στην αηδία και την αδιαφορία δίνεται η χαζοχαρούμενη ”αισιοδοξία” των ΜΜΕ και η δήθεν ”καψούρα” (αυτή η φρικτή λέξη...).

 

Γιά δικό μου λογαριασμό, προτιμώ τη φτώχεια ενός αγρότη σε μιά απομακρυσμένη περιοχή στην Ινδία, μακριά απ΄το ”οικονομικό θαύμα” που πάει να χτιστεί εκεί, από την ψυχική κατάθλιψη ενός καλοστεκούμενου Αμερικανού που ζει στο Manhattan, ή κάποιου Έλληνα ”αστού” που πηγαινοέρχεται με το αυτοκίνητό του από τα νεκρά και θλιβερά προάστεια στα βόρεια της Αθήνας. Ο Ινδός είναι πολύ πιό ευχαριστημένος και ισορροπημένος. Ακόμα περισσότερο αν δεν έχει πρόσβαση σε τηλεόραση...

Ξαναγυρίζοντας στα τραγούδια του Ασίκη, μελαγχολικά τραγούδια έγραψε ο Σταύρος Τζουανάκος και στη συνέχεια, πολλοί άλλοι μετά τον εμφύλιο. Γιά να μην πούμε γιά τη ”γκρίνια” του Μάρκου Βαμβακάρη και τα ”παθήματά” του που δεν ήταν δα και ιδιαίτερα, σε σύγκριση μ΄αυτά που τράβηξαν οι πρόσφυγες. Εκείνοι όμως, παρόλα τα σκαμπίλια που φάγαν απ΄όλες τις μεριές, στάθηκαν πάντα λεβέντικα όρθιοι, περήφανοι, κεφάτοι, μεστοί, ερωτικοί, πλημμυρισμένοι απ΄τους δαιμονικούς χυμούς της Ανατολής. Η γκρίνια είναι ελλαδικό φαινόμενο...

Ο Γρηγοράκης Ασίκης έγραψε ότι μπόρεσε, ώσπου ο Μεταξάς με το νόμο του τον στραγγάλισε. Προσπάθησε να συνεχίσει και ανήκει σ΄αυτούς που συνεργάστηκαν, όσο μπόρεσαν, με τους μπουζουκανθρώπους. Οι αντιπρόσωποι του πειραιώτικου ρεμπέτικου έδειξαν τη γνωστή ελλαδίτικη αχαριστία και, πιστεύω, χάρηκαν κατά βάθος γιά την περικοπή της υπερπαραγωγής των μικρασιάτικων τραγουδιών. Δε νομίζω να τους καθόταν καλά όλος αυτός ο κατακλυσμός, άσε που αυτοί που λύναν και δέναν μέσα στις εταιρίες δίσκων ήταν Μικρασιάτες. Λογικά, μετά τη λογοκρισία, άνοιξε ο δρόμος γι αυτούς.

Αν ψάξει κανείς σ΄αυτά που είπαν ή υπαγόρευσαν θα δει ότι οι μπουζουκάνθρωποι αναφέρονται, οι λίγοι που το κάνουν, παρεπιπτόντως μόνο, σ΄όλη την τεράστια κληρονομιά των Μικρασιατών που πάνω της έχτισαν. Ελάχιστα ψήγματα αναφοράς... Ο Βαμβακάρης λέει δυό λόγια λύπησης γιά την κατάσταση των προσφύγων, δυό τρεις γραμμές θαυμασμού γιά τη μουσική τους και ξεμπερδεύει. Γιά τη Σοφίτσα Καρίβαλη, ή καλίτερα Σοφίτσα Αμπατζή που τραγουδούσε μαζί του και σε μαγαζιά και σε δίσκους, την αναφέρει, αλλά δείχνει να μη θυμάται το όνομά της. Την αναφέρει σαν αδερφή της Ρίτας Αμπατζή...
Ο πανέξυπνος Βασίλης Τσιτσάνης ξεμπερδεύει μ’ όλους τους Μικρασιάτες λέγοντας πως δε τον ενδιάφερε αυτή η μουσική και δε τον επηρρέασε. Αποκρύπτει ότι πολύ συχνά πήγαινε σε Μικρασιάτες μουσικούς που του ”διόρθωναν” συνθέσεις του και τις περνούσαν σε νότες.

Ο Γρηγοράκης λοιπόν ο Ασίκης, με τα έξη παιδιά που είχε να θρέψει, άφησε την προσωπική του κατάθεση σ΄έναν αχάριστο κόσμο που τον ξέχασε εντελώς. Ήταν μες τα πόδια μας, ως το 1966, παίζοντας εδώ κι εκεί, συνθέτοντας κάτι υπόλοιπα, μέσα στο αρνητικό κλίμα γύρω του. Ποιός τον πλησίασε, ποιός τον ρώτησε πως περνάει, ποιός τον παρουσίασε, έστω και σα γραφική φιγούρα; Οι προβολείς ήταν αλλού στραμένοι. Έχοντας πάντα, όπως οι περισσότεροι λαοί, μιά διαχασμένη στάση μίσους – δέους – κρυφού θαυμασμού γιά τις ΗΠΑ, στραφήκαμε να βρούμε το Γιώργο Θεολογίτη – Κατσαρό, αφήνοντας να γλυστρήσουν μες απ΄τα χέρια μας οι πολύτιμοι, έμπειροι και υπερταλαντούχοι μουσικοσυνθέτες της Μικρασίας. Δε λέω, ο Κατσαρός ήταν ένα πολύτιμο μνημείο. Μαθουσάλας, διαυγής, έξυπνος, με μπρίο, ψιλοσυνθέτης. Όλ΄αυτά βέβαια που γράφονται κι εμείς ακκιζόμαστε, γιά τον Αντρέ Σεγκόβια που ”θαύμασε” το παίξιμο στην κιθάρα του Κατσαρού (βλ. παραξενεύτηκε και τού΄κανε εντύπωση ο απλός τρόπος παιξίματός του), είναι οι γνωστές ελληνικές υπερβολές. Αν ο Αντρέ Σεγκόβια θαύμασε το δικό μας κιθαρίστα, τί θα ένιωθε όταν άκουγε τον Django Reinhardt (1910-1953) που έχοντας καεί ο μισός από ατύχημα και με αχρηστευμένα τρία από τα δάχτυλά του, έκανε διαβολεμένα σόλα στην κιθάρα, μόνο με δύο δάχτυλα;

Όσο γιά τον Little Richard, αν ζει ακόμα και του το εύχομαι, θα περνάει ζωή και κόττα στην πολυτελή βίλα του, ενώ ο δικός μας, ο Γρηγοράκης Ασίκης, πέθανε στην ψάθα και, κυρίως, ολότελα ξεχασμένος. Δε βαρυέσαι...
Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Θα ’ρθει η μέρα που η νέα φτώχεια θα εκδικηθεί πολύ σκληρά τους άθλιους τραπεζίτες. Για τη μέρα αυτή τραγουδώ πάντα.
Μανώλης Μητσιάς

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.

ΤΥΧΑΙΑ TAGS