237 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
16.10.2018
Ορφέας | Main Feed
Κώστας Λαδόπουλος

(Το κόκκινο είναι ένα ζεστό χρώμα και η λέξη φλεγόμενο ζεσταίνει ακόμα πιό πολύ. Μάλλον ακατάλληλος τίτλος μέσα στις ζέστες. Όμως η φωνή που γι αυτή θα σας πω, είναι γεμάτη δροσιά…)
Ψάχνω, ψαύω, ψαχουλεύω πολύ προσεκτικά / γιά να βρω το κατάλληλο κείμενο να σας
ακουμπήσω, μ΄αυτό το ευαίσθητο θεμα του ρεμπέτικου / που του είμαι ταγμένος.
Γιατί το ρεμπέτικο έχει δυό πρόσωπα. / Το ένα είναι σα κολλητικός βάκιλλος που, αν καθίσει σωστά,
δε σ΄εγκαταλείπει ποτέ και δίνει στο νου αέρα / και στην καρδιά παρηγοριά.
Το άλλο είναι ένα ”κόλλημα” που στενεύει τους ορίζοντες και σε κάνει / ένα είδος φανατικού και μίζερου γενίτσαρου.
Αγαπώντας τους ανανεωτικούς ανέμους / και τους νέους τρόπους πλησιάσματος των πραγμάτων,
θα προσπαθήσω σήμερα να σας φέρω κοντύτερα / σε μιά ιδιότυπη περίπτωση ενός παλιού (αλλά και πολύ σύγχρονου) ανθρώπου.

προ-ειδοποιήσεις, επεξηγήσεις
1. Ξέρω πως γιά τις/τους περισσότερες/ους το όνομα ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΣΣΕΛΟΣ (Νούρος) είναι άγνωστο.
Συνηθίζονται τα βιογραφικά. Δε θα το κάνω. Σε όσες/ους κινηθεί η περιέργεια μπορούν να δουν τη
διαδρομή της ζωής αυτού του ανθρώπου στο : http://elkibra-nouros.blogspot.com/2008/07/blog-
post_31.html. Στο blog elkibra-Nouros.blogspot.com, έχετε την ευκαιρία να μπείτε σ΄ένα ήσυχο κήπο
που έφτιαξα γι αυτόν τον άνθρωπο.
2. duende Μιά ισπανική λέξη που επαναλαμβάνεται στο παρακάτω κείμενο και σημαίνει :

New Oxford Dictionary: 1. φάντασμα, κακό πνεύμα/ 2. έμπνευση, μαγεία, φωτιά
Random House Dictionary: 1.δαιμόνιο, πνεύμα/ 2. γοητεία, μαγνητισμός
3. Αναφέρεται η λέξη μανές (αμανές). Ελάχιστοι άνθρωποι σήμερα αντέχουν ν΄ακούσουν μανέδες.
Χρειάζεται ωριμότητα και ψυχική εκγύμναση. Ο Νούρος είπε διάφορα τραγούδια αλλά άγγιξε
το τέλειο με μιά σειρά από μανέδες που τους λέει όμως τελείως διαφορετικά απ΄ότι παραπλήσιο
έχετε ακούσει. Μην αφήσετε θολές προκαταλήψεις να σας καπακώσουν...
4. CD’s γιά τον Νούρο : βλ. http://elkibra-nouros.blogspot.com/2008/08/cd.html

Νούρος. Ο υγρός ήχος από το παρατσούκλι του τριγύριζε στο μυαλό μου. Προσπαθούσα να βρω από ποιά γλώσσα προέρχεται. Στα τούρκικα λεξικά δε την έβρισκα, ούτε στα ισπανικά. Ρώτησα μιά Αργεντίνα, τίποτα. Έλεγα, μήπως είχε σχέση με το γαλλικό noir. Δε μπορούσα να βρω άκρη. Τελείως τυχαία, βρέθηκε μπροστά μου μιά Σύρια που ερχόταν απ΄την Τουρκία. Διάνα! Nuro στα συριακά σημαίνει φωτιά.
Σαν από ένστικτο, περίμενα κάτι τέτοιο γιατί απ΄τη «μαύρη», τη βελούδινη φωνή αυτού του ανθρώπου, βγαίνει μιά καφτερή πνοή που δε σε τσουρουφλίζει αλλά σε χαϊδεύει με φλόγες που δε καίνε.
Είχε μιά φωνή «εσωτερική» ο Νούρος, όχι «εξωτερική» σαν, ας πούμε, του Βαγγελάκη Σωφρονίου. Σε εκστασιάζει, χωρίς να σε τραβάει στον ουρανό όπως ο Νταλκάς, ή ο Στράτος ο Παγιουμτζής. Δε σου κομματιάζει την καρδιά, όπως ο Δημήτρης Ατραϊδης, σε τραβάει όμως σε χώρους μισοσκότεινους, μελαγχολικούς, μυστηριακούς, μοναστικούς. Σε μαλακώνει, σε ρίχνει σε πουπουλένιες μαξιλάρες, σηκώνει γύρω σου καπνούς ευωδιαστούς, σε φωσφορικά χρώματα
Η φωνή του Νούρου είχε duende*. Το duende του δεν ήταν γοτθικός δαίμονας, ήταν ένα μικρασιάτικο δαιμόνιο που είχε χρώμα μαβί, σα το εσωτερικό του κέλυφους μιάς ιδιαίτερης κατηγορίας κοχυλιών. Ώρες ώρες όμως άλλαζε και έπαιρνε μιά ανθρακιά, στιλπνή και μεταλλική επιφάνεια, σαν αυτή των στρειδιών, με φολίδες που σύριζαν, λες κι η καθεμιά τους είχε τη δική της ζωή. Παθιασμένο δαιμόνιο, αλλά τυλιγμένο μ΄ένα πέπλο ήρεμης, γρανιτένιας, παλιάς ελληνικής αξιοπρέπειας.
Ήταν αγκιστρωμένος πάνω του, απ΄τη μέσα μεριά του παλτού του, αυτός ο μακρουλός σα χέλι δαίμονας, και τον έσπρωχνε σε αντρικές αγκαλιές.
Τον τύλιγε με κείνη την ακαθόριστη μελαγχολία, αυτή που δε φανερώνει ποτέ αν και πόσο πραγματικά σ΄αγάπησαν, όλοι αυτοί οι άνθρωποι που περπάτησαν στο πλάι σου, που φωτογραφήθηκαν μαζί σου, ή αν το έκαναν γιά άλλους, σκοτεινούς λόγους. Αυτή η μελαγχολία που σε περνάει απ΄το τοπίο της ζωής και σε φτάνει ως τα γεράματα, κρατώντας σε μισοβυθισμένο σε θάλασσες ερωτηματικών και αβέβαιων αναμνήσεων.
Τον πέρασε αυτή η μελαγχολία μέσα από τα φώτα των νυχτών που πάνω τους είχαν γαντζωθεί ανθρώπινες ψυχές που μεράκλωναν από τους μαύρους και κυματιστούς ήχους που βγαίναν απ΄το στόμα του. Γιατί ανέβαινε και κατέβαινε η φωνή του, σα να τη φυσούσε άνεμος, με δίπλες και τρεμουλιάσματα, από τις συσπάσεις του λάρυγγά του και τ΄ανοιγοκλεισίματα της κάτω του σιαγόνας.

Όλοι είχαν κάτι καλό να πουν γιά το Νούρο. Και στις φωτογραφίες του τις λιγοστές, σοβαρός, μυστηριακός και αποτραβηγμένος φαντάζει.
Στο τελείωμα του «Ταμπαχανιώτικου μανέ» (1931) στριφογυρίζει τη φωνή του, σκοτεινιάζοντας με σωρείτες ζήλειας την καρδιά του μαγικού, αλλά εγωϊστή, Στελλάκη Περπινιάδη που ήταν παρών στην ηχοληψία. Άνοιξε το στόμα αυτός ο μεγάλος τραγουδιστής κι αμόλησε ένα άκαμπτο, παγωμένο και κενό από αισθήματα, «να πεθάνεις, πούστη!»
Το duende και το καθοδηγούμενό του δεν ενώνονται σε μιά αλλά παραμένουν, σε συμβιωτική σχέση, δυό οντότητες. Το duende διαλέγει σε ποιόν/ά θα πάει και πόσο θα μείνει εκεί, φωτίζοντας και βασανίζοντας. Το καθοδηγούμενο είναι άνθρωπος, παναπεί, φτερό στον άνεμο που παρασύρεται, μπερδεύεται, πελαγοδρομεί. Το duende έχει μιά παγωμένη υπόσταση. Μέσα του είναι παγιωμένες, ζυγισμένες και ισορροπημένες οι έννοιες του καλού και του κακού, του δίκαιου και του άδικου. Το duende δε χαϊδεύει ποτέ, μόνο θυμώνει.
Ο Νούρος μπορεί να το πήρε ελαφριά το σχόλιο του Στελλάκη (η καρδούλα του μόνο τό΄ξερε...). Μα ο δαίμονας του duende δε χαρίζει κάστανα. Μελάνιασε, σήκωσε μανιασμένο τις φολίδες του αλλά, μεμιάς, η οργή του εξαερώθηκε. Πήρε πάλι το μαβί του κοχυλιού, έκανε το Νούρο να χαμογελάσει και ν΄απαντήσει μ΄ένα ανέμελλο «γειά σου Πιπί μου...ου» (ή πιπί μου...ου).

Ο Στελλάκης δεν είχε duende, κατά τη γνώμη μου. Ήταν μερακλής, έξυπνος, είχε σπουδαία φωνή, ήξερε να παιχνιδίζει μαζί της, είχε άψογη τεχνική και κουβαλούσε μακριά παράδοση στο θώρακά του. Το δαίμονα του duende, πάλι κατά τη γνώμη μου, τον είχαν ο Δημήτρης Ατραϊδης, οι δυό έξοχοι Παντελίδης και Χρυσαφάκης, ο Απόστολος Χατζηχρήστος, ο Βαγγέλης Παπάζογλου, ο Μάρκος, ο Τσιτσάνης και αρκετοί άλλοι.
Το σχόλιο του Στελλάκη είναι μοναδικό στη δισκογραφία του ρεμπέτικου.
Το ρήμα πεθαίνω έχει, τουλάχιστο, δυό έννοιες. Εκτός από τη γνωστή, σημαίνει και αναστατώνω ερωτικά («με πέθανες, με τρέλανες με τα καμώματά σου»).
Έχει χρησιμοποιηθεί ξανά σε στίχους («να πεθάνεις με τα νάζια που μου κάνεις», «δεν πεθαίνω και στο μάτι σου, γυαλί-καρφί, θα μπαίνω»), αλλά και σαν ερωτικό παιχνίδισμα. Το ξανασυναντάμε ακόμα στο τραγούδι του Π. Τούντα «Μόρτισσα κακιά», πάλι με το Νούρο, όπου ο συνθέτης ακούγεται να λέει, «να πεθάνεις, μόρτικο που μ΄έκανες...» (η λέξη δεν ακούεται καθαρά). Το να «πεθάνεις, πούστη!» όμως, περιέχει ένα ζευγάρι λέξεων που βραχυκυκλώνονται μεταξύ τους και πρέπει να το δούμε με δυό διαφορετικές ματιές. Τη «ματιά του τότε» και τη «ματιά του σήμερα».

Μέσα απ΄την οπτική γωνία της πρώτης, παίρνουμε υπόψη ότι η έννοια του θανάτου, τη δεκαετία του ΄30, ήταν διαφορετική από τη σημερινή. Ο Α΄παγκόσμιος πόλεμος και η ήττα στη Μικρασία ήταν φρέσκιες μνήμες. Η γενικότερη αντρική πλάκα και οι κώδικες της ρεμπέτικης πιάτσας παίζαν με τέτοιες λέξεις και δε τις παίρναν στα σοβαρά. Ένα άλλο τέτοιο παράδειγμα είναι το «να σε θάψω» που υπήρχε παλιότερα κι εξακολουθεί ν΄αναπνέει ως τις μέρες μας.Λέγεται, με κάποια «χιουμοριστική» διάθεση, όταν θέλουμε να πείσουμε ότι πράγματι εννοούμε κάτι, ότι λέμε την αλήθεια (…)

Μέσα απ΄την οπτική γωνία του σήμερα, όσο κι αν πολλές παλιότερες φράσεις εξακολουθούν να επιζούν, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Ένας μέσος δυτικός άνθρωπος διαφέρει ολοκληρωτικά από έναν αντίστοιχο που ζει σε καθεστώς πολέμων, φτώχειας, καθημερινών κοντινών θανάτων. Ο πρώτος αδυνατεί να καταλάβει. Έχει ξεχάσει. Στην καλύτερη περίπτωση λυπάται. Οι εγκεφαλικές διεργασίες όμως μπορούν να επηρρεάσουν και να μειώσουν τις αντιστάσεις στο θάνατο. Ο νέος μουσουλμάνος που ζώνεται με εκρηκτικές ύλες, οι Ιρακινοί που δε ξέρουν αν θα επιστρέψουν τα παιδιά τους ζωντανά απ΄το σχολείο, αλλά κι εμείς στην Ελλάδα που αγνοούμε αν θα επιστρέψουμε ακέραιοι από μιά εκδρομή με αυτοκίνητο, έχουμε ”κοντινότερη” σχέση με το θάνατο. Τον νιώθουμε να φτερουγίζει πάνω απ΄το κεφάλι μας, αλλά δεν αγχωνόμαστε απ΄αυτό.

Όταν ο Στελλάκης Περπινιάδης αμολάει αυτό το ”να πεθάνεις, πούστη!”, με τη ματιά του σήμερα ακούγεται αιχμηρό, ιδιαίτερα στους αμύητους.
Αγνοώ αν η λέξη ”πούστης” χρησιμοποιούνταν πλατιά τη δεκαετία του ’30 όπως και σήμερα, γιά να χαρακτηρίσει ΚΑΙ τον άνθρωπο τον ικανό. Το ουσιαστικό πούστης κινείται σήμερα με άνεση ανάμεσα σε δυό, διαμετρικά αντίθετα άκρα. Από βρισιά έως θαυμασμό γιά καπατσωσύνη και εξυπνάδα. Ωστόσο, η λέξη είναι φοβική, κουβαλάει ένα στίγμα γιά το αντρικό φύλο και ο στιγματισμός δεν αρέσει σε κανέναν.

Ξαναγυρίζοντας στο Νούρο και το duende, έχει τραγουδήσει τον «Χουζάμ μανέ» με τους παρακάτω στίχους:
Ποιός έχει μαύρη την καρδιά να γίνουμε συντρόφοι,
να περπατάμε σ΄ερημιές, να μη θωρούμ΄ανθρώποι.

Γι αυτές/ούς που τους κάθεται ο δαίμονας, δεν υπάρχει διασκέδαση. Διασκέδαση και πραγματική δημιουργία δε παν μαζί. Το duende φροντίζει «να γεννήσει τον πόνο μες το δράμα κι ετοιμάζει τη σκάλα της φυγής απ΄την πραγματικότητα», είχε πει ο F.G. Lorca το 1930.
Μάταια θα ψάξουν γιά διασκέδαση οι «κουρντισμένοι», οι «smilies», οι «καλλωδιωμένοι» άνθρωποι, αυτοί που θέλουν να «περάσουν την ώρα» τους. Ο δικός μας, ο Βασίλης Τσιτσάνης, λέει σ΄ένα στίχο του τραγουδιού «Τσιγγάνε, σπάσε το βιολί» (1949)
Δεν ήρθ΄απόψε εδώ εγώ γιά να γλεντήσω,
ήρθα μονάχα γιά να παρηγορηθώ...

Όταν ο Τσιτσάνης, τα τελευταία του χρόνια, με το duende του να μετράει τις χάντρες του θανάτου του, αμολούσε από το πάλκο το «άλα, αλάνια», ο ίδιος ήταν κάπου αλλού. Οι πελάτες μπριοστά του χόρευαν άδειους ζεϊμπέκικους κι εκείνος έπαιζε, αλλά ήταν κάπου αλλού. Γιατί οι γέφυρες είχαν πλέον κοπεί και τα φύλλα είχαν αναχωρήσει από τα δέντρα...

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες.
Κώστας Καρυωτάκης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

16/10/1956 Γεννήθηκε η τραγουδίστρια Ελευθερία Αρβανιτάκη
16/10/1958 Πέθανε ο συνθέτης Μιχάλης Σουγιούλ
16/10/2003 Κυκλοφορεί από την Apple το iTunes με δυνατότητα λειτουργίας σε περιβάλλον Windows 2000 και Windows xp
17/10/1948 Γεννήθηκε ο συγγραφέας και ποιητής Γιώργος Χρονάς
17/10/1995 Ο συνθέτης Σταύρος Ξαρχάκος υποβάλλει την παραίτησή του από τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Οργανισμού "Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσα 1997"