109 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
14.12.2017
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Τάσος Π. Καραντής

Κουβέντα με το Χάρο

Εύφωνα και παράφωνα

Τάσος Π. Καραντής

Η επιτομή των ερμηνειών του Γιώργου Νταλάρα στα ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια

Γιώργος Νταλάρας - Κουβέντα με το ΧάροΟ Γιώργος Νταλάρας είναι ο τραγουδιστής με τα περισσότερα ερμηνευτικά πρόσωπα. Κι αυτό δεν είναι ένα, υπερβολικό, “σχήμα λόγου”. Μια ματιά μόνο να ρίξει κανείς στη δισκογραφία του, στο ρεπερτόριό του και στις καλλιτεχνικές προτάσεις του, το καταλαβαίνει αμέσως. Μπορεί όμως ο Νταλάρας να είναι “ο δεκαθλητής του ελληνικού τραγουδιού”, αλλά το κυρίαρχο, το πρωταγωνιστικό, ερμηνευτικό του πρόσωπο είναι, αναμφισβήτητα, αυτό του λαϊκού τραγουδιστή.

«Γιος της Κοκκινιάς», όπως τραγουδάει κι ο ίδιος σ’ ένα, σχεδόν, “βιογραφικό τραγούδι” του(«Εγώ είμαι γιος της Κοκκινιάς» των Στέλιου Βαμβακάρη – Λευτέρη Χαψιάδη), από μικρό τον « … νανούρισαν … ταξίμια κι αμανέδες / του Μάρκου τα ρεμπέτικα / μέσα απ’ τους καφενέδες». Και, φυσικά, ο γιος του ρεμπέτη Λουκά Νταράλα, από τα πρώτα του δισκογραφικά βήματα τραγούδησε Γιώργο Μητσάκη, Θόδωρο Δερβενιώτη και Απόστολο Καλδάρα, ενώ, η σχέση του με το ρεμπέτικο, δίνει, συνεχώς, το στίγμα της, σε όλη την τραγουδιστική του καριέρα, από τα «50 ΧΡΟΝΙΑ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ» του 1975, ως και τις μέρες μας.

Όμως, ο Γιώργος Νταλάρας είναι κι ένας τολμηρός καλλιτέχνης, γι’ αυτό κι έχει ρισκάρει πολλούς δίσκους, που, οι περισσότεροι, αποδείχτηκαν τομή στη δισκογραφία μας. Έτσι, μετά το τόλμημα, για την Ελλάδα του 1980 – όπου ακόμα δεν είχε αναγνωριστεί η Εθνική Αντίσταση – να εκδώσει το δίσκο «Τα ρεμπέτικα της Κατοχής», επανέρχεται σήμερα, με τα «Τραγούδια με ουσίες»(UNIVERSAL,2008), τα οποία κι όταν παρουσιάστηκαν στο Ηρώδειο(Ιούλης 2007) προκάλεσαν διαμαρτυρίες από μερίδα του συντηρητικού κοινού, με αντίστοιχα, μάλιστα, δημοσιεύματα στον Τύπο. Βέβαια, “τα χασικλίδικα”, είναι μια “παλιά ιστορία” για το Νταλάρα, αφού όσοι είχαμε την τύχη να παρακολουθήσαμε τις θρυλικές εκείνες συναυλίες του «Ορφέα», το 1983, πήραμε μια “πρώτη γεύση” με τα : «0 Ξεμάγκας» & «Η φωνή του αργιλέ», αλλά, γίναμε και μάρτυρες μιας προαναγγελίας για την έκδοση ενός δίσκου με ρεμπέτικα τραγούδια αυτής της θεματολογίας. Κι επειδή είμαι και παιδί αυτής της εποχής, θα τολμούσα να πω, πως ίσως, τότε, ήταν πιο κατάλληλη η στιγμή να κυκλοφορήσουν. Θυμάμαι, 15χρονος εγώ τότε, πόσο, μαζί με άλλους συμμαθητές μου, τραγουδούσαμε τους στίχους : «πέντε χρόνια δικασμένος, μέσα στο Γεντί – Κουλέ / από το πολύ σεκλέτι το ’ριξα στον αργιλέ / φύσα, ρούφα, τράβα τονε / πάτα τονε κι άναφ’ τονε …», κι είμαστε παιδιά – που μπορεί να είχαμε βγει από νωρίς στην πιάτσα και στο μεϊντάνι – αλλά, ουδέποτε, είχαμε σχέση με ουσίες και ναργιλέδες! Κι όμως τα τραγούδια αυτά, μέσα από τη φωνή του Νταλάρα, μας άρεσαν πολύ κι είχαν μεγάλη πέραση! Έπρεπε λοιπόν, απ’ αυτή τη σκοπιά, τα χασικλίδικα, να ήταν ο δίσκος που θα ακολουθούσε τα «Τραγούδια μου»(τη ζωντανή ηχογράφηση των συναυλιών από τον «Ορφέα»), τα οποία πούλησαν, για να μιλάμε και με αριθμούς, 700.000 αντίτυπα! Αν όμως το 1983 τα τραγούδια αυτά θα απευθύνονταν, προφανώς, σε μεγαλύτερο κοινό, είναι σίγουρο, πως με την έκδοσή τους το 2008, κέρδισαν σε ερμηνευτική μεστότητα κι, άρα έθεσαν γερές βάσεις για να κερδίσουν και το, τελικό, στοίχημα της διαχρονικότητας. Γιατί, σήμερα - «που βρίσκεται στο αποκορύφωμα της καριέρας του»(σύμφωνα με την επισήμανση του Παναγιώτη Κουνάδη στο ένθετο του δίσκου) – «επί της ουσίας» , όπως, πολύ σωστά γράφει ο Κώστας Μπαλαχούτης (ΔΙΦΩΝΟ, τεύχος 151, Μάιος 2008, σελ. 127)) και το προσυπογράφω, «ο Γιώργος Νταλάρας … μας προσφέρει … αποκαλυπτικές καταθέσεις, βγάζοντας … μια αλήθεια, μια εσωτερικότητα, μια μαγκιά και φλόγα στην ερμηνεία του … είναι και πάλι εδώ, στις χαμηλές νότες, στο εντυπωσιακό φινάλε κάποιων τραγουδιών, στις απρόσμενες τσαλκάντζες, στη μαστοριά και στη γλύκα που ντύνει τις λεπτομέρειες, στη βιωματική αγάπη και γνώση που έχει για το λαϊκό τραγούδι».

Το τραγούδι «Κουβέντα με το Χάρο» - γραμμένο (μουσική & στίχοι), το 1936, από τον Παναγιώτη Τούντα – που εμπεριέχεται στο διπλό αυτό δίσκο («Τραγούδια με ουσίες»), δίνει μια μοναδική ευκαιρία στο Νταλάρα να συγκεντρώσει και να συγκεφαλαιώσει όλη την τέχνη του και την τεχνική του, ως ερμηνευτή, πάνω στο ρεμπέτικο και το λαϊκό. Συναντάμε, δηλαδή, όλα τα παραπάνω που αναφέρει ο Μπαλαχούτης, σ’ ένα μόνο τραγούδι! Γι’ αυτό και, κατά τη γνώμη μου, το συγκεκριμένο κομμάτι, λειτουργεί ως η επιτομή των ερμηνειών του Νταλάρα στα ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια. Δεν είναι, εξάλλου, τυχαίο, που το τραγούδι αυτό – όπως έχει δηλώσει ο ίδιος ο Νταλάρας σε παλιότερη συνέντευξή του(περ. «Εικόνες», 7-8-1991) – το ήξερε και το τραγουδούσε από πολλή νεαρή ηλικία. Κι αν για κάποιους το θέμα του τραγουδιού δείχνει παλιό – επιφανειακά τουλάχιστον, γιατί στον πυρήνα του είναι διαχρονικό – αφενός η μουσική του, που εφαρμόζει σα γάντι στους στίχους κι αφετέρου κάποιες λέξεις - κλειδιά(Χάρος, Άδης, βλάμηδες, αδέλφια, χασικλήδες, πρεζάκηδες, αλάνια, μερακλήδες, μπουζούκια) δίνουν, τη δυνατότητα, σ’ έναν εμπνευσμένο τραγουδιστή σα το Νταλάρα, να παραθέσει όλες τις ερμηνευτικές του δυνατότητες στο είδος και να το απογειώσει! Γιατί, πραγματικά, ακούγοντάς τον ζωντανά στην ερμηνεία του αυτή στο Ηρώδειο, εκείνη τη βραδιά του Ιούλη του 2007 κι ευρισκόμενος επάνω ψηλά, στα “προλεταριακά καθίσματα”, ένιωσα το τραγούδι, μέσα από μια κατάσταση ιλίγγου!

Την επομένη κιόλας μέρα της ζωντανής εμπειρίας μου απ’ την ερμηνεία του τραγουδιού, μου γεννήθηκε η ιδέα να το “ψηλαφίσω”. Ξεκίνησε έτσι, μια εσωτερική διαδικασία, η οποία βρήκε την ολοκλήρωσή της και την αποτύπωσή της στο χαρτί, μετά κι από την ακρόαση, πλέον, του δίσκου. Σκέφτηκα λοιπόν να μοιραστώ αυτήν την “προσωπική ψηλάφηση” μαζί σας.

«ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΕ ΤΟ ΧΑΡΟ»

«Το Χάρο τον αντάμωσαν πεντ’ έξι χασικλήδες»
Το βιολί, στην έναρξη, μας εισάγει στον καημό και το πάθος του τραγουδιού, αλλά και μας προϊδεάζει για τη συναισθηματική ένταση που θα ακολουθήσει. Η φωνή του Νταλάρα μπαίνει αγέρωχα κι εστιάζει αφενός στο «Χάρο» κι ιδιαίτερα στη συνάντησή του με τους θνητούς(«τον αντάμωσαν»), όπου μας την παρουσιάζει απτή, ενώ, κατόπιν, με το χρώμα της ερμηνείας του, μας περιγράφει την ιδιότητα των ανθρώπων που τον συναντούν(«χασικλήδες»).

«να τον ρωτήσουν πως περνούν στον Άδη οι μερακλήδες»
Η φωνή του δίνει βαρύτητα στην ερώτηση(«πως»), ενώ λυγίζει στη λέξη «Άδη(ς)», αποτυπώνοντάς μας το σκοτεινό μεγαλείο του. Ο στίχος ολοκληρώνεται με τον τονισμό της λέξης «μερακλήδες», φωτίζοντας το λαϊκό της περιεχόμενο.

«Πες μας, βρε Χάρε, να χαρείς το μαύρο σου σκοτάδι»
Εδώ η φωνή του μπαίνει επιτακτικά(«πες μας»), προστάζοντας το Χάρο(!), αλλά και αποδέχεται τη δύναμη του σκοταδιού του θανάτου στο φινάλε(«το μαύρο σου σκοτάδι»).

«έχουν χασίσι, έχουν λουλά οι βλάμηδες στον Άδη;»
Όλη η ερμηνευτική βαρύτητα σ’ αυτόν τον στίχο πέφτει στη λέξη «βλάμηδες», όπου μας δείχνει ότι γνωρίζει, αλλά και πιστεύει κιόλας τον ισχυρό δεσμό της αδελφοποίησης.

«Πες μας αν έχουν μπαγλαμά, μπουζούκια και γλεντάνε»
Με την τσαλκάντζα του στη λέξη «μπουζούκια» σηματοδοτεί τον πρωταγωνιστικό ρόλο αυτού του οργάνου, ενώ μέσα από τη λέξη «γλεντάνε», μας παρουσιάζει ερμηνευτικά τη λύτρωση του γλεντιού.

«έχουν τεκέδες, έχουν τσαρδί, που παν’ και την τραβάνε;»
Δε θα μπορούσε να δοθεί πιο πειστικά το ερώτημα – ξέσπασμα «που παν’», όπως, λυγμικά, το τοποθετεί με τη φωνή του!

«Πες μας αν έχουν γκόμενες, μανίτσες και γουστάρουν»
Μοναδική η πειραιώτικη προφορά του στη λέξη «μανίτσες». Επίσης, το «γουστάρουν» το προφέρει αυθεντικά, δηλαδή, μάγκικα και κοφτά. Όλος δε ο στίχος αποδίδεται “πονηρά – συνωμοτικά”.

«τον ναργιλέ να κάνουνε, ντουζένι να φουμάρουν»
Το τράβηγμα της φωνής του στο «φουμάρουν» μας παρουσιάζει ιδανικά όλη την απόλαυση του φουμαρίσματος.

«Πες μας βρε Χάρε, να χαρείς, τι κάνουνε τ’ αλάνια»
Στο στίχο με τον τονισμό στη λέξη «Χάρε», μιλάει στα ίσα απέναντι στο Χάρο, ενώ, κυριολεκτικά, προφέρει όλο το περιεχόμενο της λέξης «αλάνια».

«βρίσκουν νταμίρα, έχουν λουλά για κάθουνται χαρμάνια;»
Το αίσθημα του χαρμανιάσματος («χαρμάνια») αποδίδεται τέλεια μέσα από ένα ακραίο παράπονο - κλάμα

«Πάρε δυο δράμια προυσαλιό και πέντε μυρωδάτο»
Όπως ερμηνεύει στο στίχο αυτόν τη λέξη «μυρωδάτο», κυριολεκτικά μυρίζεις το χασίσι.

«και δώσε να φουμάρουνε τ’ αδέλφια μας ’κει κάτω»
Το εύρος της έννοιας της αδελφοσύνης(«αδέλφια») αποδίδεται μοναδικά, όπως κι η λαβωματιά των χαμένων αδερφών που βρίσκονται στον Άδη. Όλη η διάσταση τους αδερφικού πόνου σε μια λέξη.

«Κι όσοι μαχαιρωθήκανε και πήγανε στον Άδη»
Με την ερμηνεία του στη λέξη «Άδη», τον εικονοποιεί, ως το τοπίο του θανάτου που είναι, δίνοντάς του την διάσταση της αναπόφευκτης για όλους μας μοίρας.

«για πες μας, γιατρευτήκανε ή λιώσαν στο σκοτάδι;»
Ρητορικό μάλλον το ερώτημα, γι’ αυτό κι αυτή η ερμηνευτική έξαρση στη λέξη «γιατρευτήκανε», αφού, στη συνέχεια, τους κλαίει στο «σκοτάδι».

«Κι όσοι από καρασεβντά τρελάθηκαν και πάνε»
Τα υπέροχα γυρίσματά του στις λέξεις «τρελάθηκαν» και «πάνε», μας δείχνουν το τελεσίδικο του χαμού.

«πες μας, τους πέρασ’ ο νταλγκάς, για ακόμα αγαπάνε;»
Η ερμηνεία του αυτή στη λέξη «ακόμα», μας “αποδεικνύει” την πέρα από το θάνατο δύναμη της αγάπης.

«Πες μας τι κάνουν οι φτωχοί, πρεζάκηδες κι εκείνοι»
“Σέρνοντας”, στο στίχο αυτόν, τη λέξη «πρεζάκηδες», μας αποτυπώνει ολοκάθαρα το αίσθημα οίκτου που αγκαλιάζει τη λέξη.

«πάρε να δώσεις και σ’ αυτούς λιγάκι κοκαΐνη»
Ξεκινώντας, σ’ αυτόν τον τελευταίο στίχο του τραγουδιού, από τον όλο λύπηση τόνο στη λέξη «αυτούς», μας οδηγεί, με τη λέξη «κοκαΐνη», στο φινάλε, το οποίο κορυφώνεται σε μια “λαϊκή λειτουργία της μαγκιάς”, αλλά, συνάμα, και σ’ ένα “μοιρολόι της πικρής, ταξικής, ζωής μας”.

Ανέκαθεν πίστευα ότι η δύναμη του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού βρίσκεται στην “ψυχή” και στην αυθεντικότητα που περιέχει. Καθώς και σε κάποιους αρχέτυπους ανθρώπινους κώδικες, οι οποίοι και του χαρίζουν τη διαχρονικότητα. Αν, όμως, το τραγούδι είναι ένα τόξο, το βέλος του είναι η φωνή του τραγουδιστή και για να βρει το στόχο του στην καρδιά μας, θα πρέπει, αυτή η φωνή, να είναι φορέας όλων των παραπάνω. Γι’ αυτό κι η ερμηνεία των λαϊκών τραγουδιών δεν μαθαίνεται σε κανένα ωδείο, ή τη φέρει κάποιος βιωματικά στη φωνή του ή όχι! Γι’ αυτό κι είναι τόσοι λίγοι, που μετρούνται κυριολεκτικά στα δάχτυλα των χεριών, οι μεγάλοι μας λαϊκοί τραγουδιστές. Κι ο Νταλάρας είναι ένας απ’ αυτούς. Η δισκογραφία του είναι γεμάτη από μεγάλες λαϊκές ερμηνείες, αρκεί να την διατρέξει κανείς και να την μελετήσει, ώστε να μπορέσει να συγκεντρώσει όλη την ερμηνευτική του γκάμα στα ρεμπέτικα και τα λαϊκά τραγούδια. Τώρα, όμως με την «Κουβέντα με το Χάρο», μας έκανε ένα υπέροχο, για δυνατές συγκινήσεις, δώρο. Συμπύκνωσε το μεγαλείο της τέχνης του μέσα σ’ ένα ολιγόλεπτο λαϊκό αριστούργημα!

Φωτογραφία: Σοφία Δήμτσιου

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες.
Κώστας Καρυωτάκης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

14/12/1883 Γεννήθηκε στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας ο μουσουργός Μανώλης Καλομοίρης
15/12/1933 Γεννήθηκε στην Αθήνα ο συνθέτης Άκης Πάνου

ΤΥΧΑΙΑ TAGS