113 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
14.12.2017
Ορφέας | Main Feed

Εύφωνα και παράφωνα

Τάσος Π. Καραντής

Είχα κάνει κάποτε, στα πλαίσια μιας συνέντευξης (περ. «ΑΥΛΑΙΑ», τεύχος 52, σελ. 64-68), την ακόλουθη ερώτηση στον Μανώλη Μητσιά: «Νιώθω ότι σήμερα δεν υπάρχει εκείνο το συλλογικό συναίσθημα της εποχής σας, όπου τα τραγούδια ένωναν, δημιουργούς κι ερμηνευτές με τον πολύ κόσμο. Στις μέρες μας, υπάρχει η αίσθηση, πως ο καθένας μόνος του απευθύνεται στη μοναξιά του άλλου. Ποια είναι η δική σας άποψη; Το τραγούδι αφορά πλέον μόνο το άτομο κι όχι το σύνολο;».

Ο Μανώλης Μητσιάς μου απάντησε ως εξής: «Δεν τραγουδάνε οι άνθρωποι σήμερα πια. Βλέπεις παρέες να τραγουδάνε σήμερα; Κι αν θα τραγουδήσουν, θα πουν τραγούδια της γενιάς μου και πιο παλιά, δηλαδή, γυρνάνε όλοι πίσω για να βρουν τραγούδια να τραγουδήσουν. Πάντα βέβαια θα υπάρχει η ανάγκη της παρέας, γιατί όπως λέει η παροιμία «μοναχός σου ούτε στον Παράδεισο». Τα τραγούδια της παρέας όμως, τα συλλογικά, απαιτούν κι ανθρώπους ταλαντούχους για να τα γράψουν. Ενώ «τραγούδια μοναχικά», μπορεί να γράψει κι ο κάθε ατάλαντος! Κι αυτό βολεύει τις εταιρίες δίσκων. Γιατί, οι Εάνθρωποι οι ταλαντούχοι έχουν κι απαιτήσεις, έχουν κι άποψη! Κι αυτό δεν συμφέρει τις εταιρείες.».
Σε πιο πρόσφατη, συνέντευξη μαζί του (περ. «ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ», τεύχος 41, Απρίλιος - Ιούνιος 2011, σελ. 61), ο Μητσιάς μου είπε, πάλι, σχετικά, με τις σημερινές συνθήκες τα εξής: «Κοίταξε, έχει αλλάξει ο κόσμος, είναι γεγονός. "Στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή", που κάποτε τραγουδούσαμε, έχουμε ζωή κι είναι πολύ ωραία η Δραπετσώνα σήμερα…».
Όλα αυτά, με έβαλαν σε σκέψεις, γιατί, προβληματίζομαι κι εγώ, όπως κι όλοι, για την ένδεια του τραγουδιού των ημερών μας, ή για να το θέσω αλλιώς, σύμφωνα και με τον υπότιτλο του σχολίου μου, «πως μπορεί να ξαναγίνει συλλογικό και μαζικό;» και, καταρχάς, γιατί δεν είναι;
Το σκεπτικό που θα αναπτύξω αφορά όλα τα είδη, αλλά, βασικά, το λαϊκό (ως μουσική φόρμα και στίχο), το οποίο αποτελεί  την δική μας ελληνική παράδοση, όπως η country την αμερικάνικη. Καλή είναι η παγκοσμιότητα στη μουσική και παντού – και το λέω εγώ, που έχω ξένη(αλλοδαπή) γυναίκα – αλλά, όπως και να το κάνουμε, στην καρδιά του Έλληνα, μιλάει και θα μιλάει το λαϊκό. Μου το έχει πει, με μια φράση, ο Δημήτρης Κοντολάζος, σε μια συνέντευξή του, εδώ στον ΟΡΦΕΑ : «Ελλάδα χωρίς λαϊκό τραγούδι δεν γίνεται!».  
Βέβαια, υπάρχουν, αυτοί που υποστηρίζουν ότι το λαϊκό τελείωσε, ως μουσικό είδος, είναι ιστορικό πια, αλλά, εγώ, βλέπω να γράφονται σημερινά λαϊκά κι από νέα παιδιά, όπως πάντα θα γράφονται, σε κάθε χώρα, τραγούδια στη λαϊκή της παράδοση, όπου εκεί, η μόνη εξέλιξη, θα είναι μόνο ηχητική-ενορχηστρωτική, δεν γίνεται αλλιώς, διαφορετικά μιλάμε για πειραματισμούς κι υβρίδια. Το θέμα μας όμως είναι η ποιότητα κι η συλλογικότητα-μαζικότητα των σύγχρονων λαϊκών ή ευρύτερα τραγουδιών μας. Κι αυτό, πιστεύω, πως έχει να κάνει με τα βιώματα – κι όχι τα «ακαδημαϊκά» μουσικά ακούσματα – των σύγχρονων δημιουργών. Μου έλεγε ο συνθέτης Αντρέας Λάμπρου, που είναι επαγγελματίας, και γράφει και κατά παραγγελία, πως, αν γράφαμε μόνο από τα προσωπικά μας βιώματα, θα γράφαμε πολύ λίγο! Πρέπει να υποδυόμαστε ρόλους. Πως υποδύεται όμως ένας ρόλος;
 
Πριν περάσω στη γνώμη μου, περί αυτού, θα μεταφέρω, επίσης, και την άποψη, ότι άλλαξαν τα χρόνια, οι εποχές, οι κώδικες, ακόμα κι οι γλωσσικοί, γενικά ο τρόπος ζωής, δεν υπάρχουν πια αυλές, γειτονιές κλπ., άλλαξε η Ελλάδα. Θεωρητικά στέκει, στην πράξη όμως έχει τρύπες αυτή η άποψη! Γιατί δεν υπάρχει μια Ελλάδα! Αλλά, πολλές, που έχουν να κάνουν, από τις διάφορες ταξικές ομάδες, ως τους τόπους και τα περιβάλλοντα. Αλλιώς είναι η ζωή στη Σαλαμίνα(και πάλι με τις ταξικές διαβαθμίσεις της) κι αλλιώς στην Εκάλη. Όσο κι αν έγιναν πολυκατοικίες στην Δραπετσώνα, που λέει ο Μητσιάς, δεν έγινε η Δραπετσώνα, Κολωνάκι! Ούτε η Κοκκινιά, Φιλοθέη, ούτε το Κερατσίνι, Ψυχικό, ούτε η Αθήνα, Αγρίνιο. Υπάρχει μια επιφανειακή βιτρίνα εξομοίωσης, αλλά, αν το ψάξεις στο βάθος, υπάρχει, ακόμα και παντού, η λαϊκή Ελλάδα. Και για να την ανακαλύψεις πρέπει να την βιώσεις, και να για την βιώσεις δεν πρέπει να σε φοβίζει η ανθρωπίλα και το να συγχρωτίζεσαι με τους πάντες, προσπαθώντας να μάθεις τον κώδικα επικοινωνίας μαζί τους, όπως μαθαίνεις τις ξένες γλώσσες! Εγώ, ξένες γλώσσες δεν ξέρω, όταν με έστελναν οι καλοί μου οι γονείς να μάθω αγγλικά, την κοπάναγα και πήγαινα στο μπουρδέλο! Κι έτσι έμαθα να επικοινωνώ με τις πουτάνες, αλλά και τις νοικοκυρές, όπως και με τους φορτηγατζήδες, αλλά και τους ποιητές. Σπούδασα στο πανεπιστήμιο, αλλά σπούδασα και τη ζωή και τη νύχτα της. Όταν βγαίνω στο δρόμο στη Σαλαμίνα, θα πω 40 καλημέρες, θα μιλήσω με πιτσιρικάδες, με συνομήλικούς μου, με γέρους και γριές, θα χωθώ σε κάνα καφενείο, θα πάω και στην καφετέρια, θα πάω στη λαϊκή αγορά, αλλά και στο σούπερ μάρκετ, θα μιλήσω με τον δήμαρχο(λόγω του δημοσιογραφικού μου επαγγέλματος), αλλά και με τον σκουπιδιάρη. Θα κάτσω και θα μιλήσω με τον απέναντι, γείτονά μου, ναρκομανή, στα ίσα, για τα όσα έχει να μου πει, για τις ενέσεις, τα υπνοστεντόν και τις φυλακές, και θα τον βάλω και στο αυτοκίνητο να τον πάω παρακάτω, κι ας με κοροϊδεύουν κάποιοι : «υψηλές γνωριμίες έχεις»! Κι έτσι, εισπράττω από όλους, θέσεις, απόψεις, κώδικες. Έχω επιδιώξει κι έχω πάει στα βόρεια προάστια – σαν βόλτα και καλά - με την οικογένειά μου – κι έχω περπατήσει στους δρόμους τους. Ερημιά! Όπως το έχουν πει ποιητικά ο Ρίτσος(«Τι μοναξιά πυκνοκατοικημένη») κι η Γώγου(«Τόσος πολύς ο κόσμος κι άνθρωπος κανείς»). Κάστρα με βαριές κλειδαμπαρωμένες πόρτες κι άντε να συναντήσεις καμιά Κυρία που έβγαλε βόλτα το σκυλάκι της το κανίς!
 
Η ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΑΝΟΥ
Όταν δημοσιεύτηκε, στον «ΟΡΦΕΑ», αυτό το σχόλιο – άποψή μου, για το πώς το – λαϊκό κυρίως – τραγούδι, μπορεί να ξαναγίνει συλλογικό και μαζικό, γνωστός μπλόγκερ, το σχολίασε στο μπλογκ του, επώνυμα μεν, αλλά απλά φωτογραφίζοντας το, δηλαδή, δεν αναφέρθηκε ούτε σε μένα που το υπέγραφα, ούτε στο περιοδικό που δημοσιεύτηκε, ούτε, φυσικά, στον τίτλο του. Τηρώ λοιπόν την ανωνυμία, που αυτός ξεκίνησε, κι αν το θελήσει, ευχαρίστως να αναφερθούμε στα πλήρη στοιχεία ένθεν κι ένθεν. Διευκρινίζω, πως, από την πλευρά μου, όλα αυτά, τα βλέπω, ως έναν – έστω κι έντονο – δημόσιο διάλογο κι όχι ως προσωπική διαμάχη.
Το ρεζουμέ, λοιπόν, του αρνητικού, αλλά και σκωπτικού, σχολίου του ήταν, πως, από που κι ως που, εγώ, ως μη καλλιτέχνης, δίνω, οδηγίες στους καλλιτέχνες. Βέβαια, όποιος μπει στον κόπο και διαβάσει, προσεκτικά, το κείμενό μου, θα καταλάβει πολύ καλά τι εννοώ, γιατί είμαι ξεκάθαρος και λεπτομερής, δεν το παίζω τίποτα.
Να όμως, που στην σημερινή (16/10/2011) «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»(ένθετο «Τέχνες και γράμματα», σελ. 3), ο Δημήτρης Μητροπάνος(σε συνέντευξή του στη Γιώτα Σύκκα), λέει τα ίδια με μένα! Με μια όμως διαφορά! Ο Μητροπάνος είναι ένας κορυφαίος καλλιτέχνης κι όχι ένας απλός δημοσιογράφος, όπως εγώ. Για να δούμε τώρα; Θα πειστεί, ο εν λόγω μπλόγκερ (ο οποίος είναι αρκετά μικρότερος ηλικιακά, από τα 45 χρόνια της καριέρας του Μητροπάνου!), ως προς την πρακτική που πρέπει να ακολουθηθεί;

Η γνώμη του Μητροπάνου:
«Σήμερα δεν υπάρχει λαϊκό τραγούδι. Βέβαια δεν το λες κι ελαφρύ. Πώς να το γράψουν αν δεν έχουν βιώσει δυσκολίες. Το ζόρι πάντως κι η κοινωνική αγωνία γεννά το καινούργιο. Οι δημιουργικές παρέες έφτιαξαν τα αριστουργήματα, όχι η απομόνωση. Τώρα τα αποτελέσματα συνήθως είναι κλινικά χωρίς συναίσθημα. Από την ώρα που οι νεότεροι κλείστηκαν στα χόουμ στούντιο για να εμπνευστούν, στέρεψαν.» 
 
Έχω πάει όμως και σε δυάρια και γκαρσονιέρες γνωστών μου, μοναχικών και διαφόρων ειδών δημιουργών, οι οποίοι είναι κλεισμένοι στη γυάλα τους, στον υπολογιστή τους, στην τηλεόραση και στα βιβλία τους, μεταξύ Κάφκα και Φουκώ! Ομφαλοσκοπούν και γράφουν. Πώς να πιάσουν, όμως έτσι, και να γράψουν για τον λαϊκό παλμό;! Ώστε το δημιούργημά τους (το τραγούδι τους στην περίπτωσή μας) να αφορά τους πολλούς και να μπορεί να τραγουδηθεί απ’ αυτούς; Να πουλήσει! Ας το δούμε κι έτσι! Να τους κάνει δημοφιλείς και λαοφιλείς! Θα μπορούσε να πει κάποιος, ναι αλλά κι οι παλιές γενιές που τραγούδησαν για το λαό, ζουν στα πλούτη σήμερα. Ναι, σίγουρα. Δούλεψαν και τα απόκτησαν, δεν τα έκλεψαν. Γι’ αυτό ο Μητσιάς ζει στην Εκάλη κι ο Νταλάρας στην Φιλοθέη κι ο Μητροπάνος στο Ψυχικό (όλοι τους φτωχόπαιδα, που δούλευαν από μικρά παιδιά). Ακόμα κι ο Τζίμης Πανούσης ζει στο Ψυχικό, κι όχι στα Εξάρχεια, γι’ αυτό εδώ και χρόνια (από την εποχή του τέλους των «Μουσικών Ταξιαρχιών»), ασχολείται με τον, γείτονά του στη Φιλοθέη, τον Νταλάρα και την «Πόπη»! Και τα ‘κονομάει, έχοντας την ίδια τιμή ανά κεφάλι στο μαγαζί του, με τον μέινστριμ Νταλάρα! Δεν τον είδα ποτέ να έρθει να παίξει τσάμπα στα Εξάρχεια, στη Μεσολογγίου, όταν μαζευόμασταν όλοι οι φανζινάδες (έβγαζα κάποτε ένα φανζίν το «Μαύρο Άστρο»), όπως έκαναν, για παράδειγμα οι «Lost Bodies»,  όπου γινόμασταν ένα με το διπλανό «Στέκι των μεταναστών», και τους προστατεύαμε, όταν, μετά, από κάθε ποδοσφαιρικό αγώνα της Εθνικής Ελλάδας, τους την έπεφτε, με επιθέσεις, το φασισταριό! Αντίθετα, τον είδα το 2006 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών – με την κλασική στολή του (κολάν, αθλητικά παπούτσια και ριχτό πουκάμισο) – στην παράσταση «ΣΑΤΙΡΑ ΚΑΙ ΣΑΤΙΡΙΚΑ» (εγώ ήμουν καλεσμένος, όχι ως επίσημος, αλλά από φίλο μου ηθοποιό που συμμετείχε στην παράσταση), κι έτυχε να κάθομαι δίπλα του, με παραδίπλα του τον Γιώργο Θεοφάνους, με τον οποίον μιλούσαν συνεχώς, με εγκαρδιότητα, κι χαριεντιζόντουσαν. Τα γράφω όλα αυτά (παρενθετικά στο θέμα μου) τα «κουτσομπολιά», για έναν και μόνο λόγο : μπας και ξυπνήσουν οι θρησκευάμενοι του τραγουδιού, δουν την πραγματικότητα, κι αφήσουν, στην πάντα τους ήρωές (τους) και τα μιάσματά (τους), μένοντας στο έργο, και μόνο του κάθε καλλιτέχνη.
Αλλά, για να επανέλθω στους παλιούς λαϊκούς, που πλούτισαν από το τραγούδι(κι ο Καζαντζίδης το 1958 είχε μερσεντές, ενώ εγώ, το 2011, έχω Dacia!), εκείνοι είχαν βιώματα ισχυρότατα και τα έχουν ακόμα μέσα τους! Και στα χρυσάφια να κολυμπήσουν, δεν ξεχνιόνται αυτά, είναι σαν το σεξ και το ποδήλατο! Κι ανά πάσα στιγμή τα βγάζουν, απλόχερα, στην ερμηνεία τους και στην δημιουργία τους! Αλλά μαζεύεται ο κύκλος αυτής της γενιάς, τελειώνει, κλείνει, και περνάει στη σπουδαία θέση του στην ιστορία του τραγουδιού μας.
 
Εγώ απευθύνομαι στους νέους, πως θα αγγίξουν τους λαϊκούς συνομηλίκους τους, αλλά κι όλες τις ηλικίες, με τραγούδια λαϊκά ή, έστω και με άλλου μουσικού είδους, που να μιλάνε για το σήμερα, με τη γλώσσα των πολλών; Κλεισμένοι σ’ ένα δωμάτιο, άνεργοι, ακούγοντας δίσκους, διαβάζοντας βιβλία και σερφάροντας στο διαδίκτυο; Έχοντας, όπως έλεγε η γιαγιά μου, «τα χέρια του δεσπότη;»(δηλαδή, τρυφερά, χωρίς κάλους, επειδή δεν δούλεψαν ποτέ;!). Εγώ, τελείωσα πανεπιστήμιο, με κέρδισε από τα 21 η δημοσιογραφία, αλλά από τα 15, για να είμαι ανεξάρτητος, δούλευα, σε δουλειές χειρονακτικές, σε βυτιοφόρα φορτηγά, βοηθός υδραυλικού και σε γεωργικές εργασίες. Δεν το γράφω για να πουλήσω μαγκιά, αλλά γιατί πιστεύω, πως, παρότι, είμαι ένας άνθρωπος του γραφείου και της γραφής, κρατώ ισχυρή την λαϊκότητά μου – κι αυτήν ζητάω κι από τα τραγούδια – επειδή, ενώ γνώρισα διάφορα και ψάχτηκα, δεν αποκόπηκα ποτέ από τη λαϊκή μου ρίζα, κι ας μην ανήκω στη γενιά της κατοχής, των μετεμφυλιακών χρόνων και του πολυτεχνείου, αλλά της μεταπολίτευσης και της «πασοκικής αλλαγής», με την ψεύτικη ευμάρεια και την αποθέωση του καταναλωτισμού, που επικράτησε τα τελευταία 30 χρόνια, φέρνοντάς μας στο τραγικό σήμερα της φτώχιας!

Για να ολοκληρώσω το θέμα μου, η απάντηση, που μας αφορά όλους, είναι η εξής: επιστροφή στην λαϊκότητα! Ειδικά για τους καλλιτέχνες του τραγουδιού, θα το εξειδίκευα – χωρίς να το παίζω ξερόλας, είμαι όμως άνθρωπος με λαϊκότητα που συγχρωτίζεται με τους λαϊκούς ανθρώπους – ως εξής: αν θέλουν τα τραγούδια τους να είναι αληθινά, να αφορούν τους πολλούς και να τραγουδιούνται από τους πολλούς (γιατί έτσι μόνο θα μείνουν κλασικά και διαχρονικά) χρειάζεται να έχουν ένα συγκεκριμένο όραμα, ένα θέμα(υπαρξιακό - έρωτας – φτώχια – κοινωνική αδικία) – κι όχι τραγούδια χύμα, ότι μας βγει στη μοναχικότητα και στην κατάθλιψή μας, ή κατά παραγγελία «σουξέ» -  και να το μελετήσουν, όχι στην θεωρία, αλλά στην πράξη! Να βουτήξουν στα σκατά! Για να μπορέσουν – αφού δεν έχουν, λόγω γενιάς, τα βιώματα – να το υποδυθούν πειστικά. Κι ένας τρόπος υπάρχει γι’ αυτό, το παράδειγμα του ξένου κινηματογράφου!
Έχετε σκεφτεί πως οι ακριβοπληρωμένοι και ζάπλουτοι ξένοι ηθοποιοί(μιλώ για τους ποιοτικούς, που παίρνουν τα όσκαρ – τους ξέρετε όλοι), που δεν ξέρουν τι έχουν και κυκλοφορούν στα σαλόνια κι έχουν βίλες σε όλη τη γη, πως υποδύονται πειστικότατα, τους πιο διαφορετικούς ρόλους; Τι; Απλά μαθαίνουν τα λόγια και κάνουν και καμιά υποκριτική γκριμάτσα, χύνοντας κάνα ψεύτικο δάκρυ;! Και πως τα γράφουν τα σενάρια οι σεναριογράφοι, παίρνοντας το θέμα από καμιά εγκυκλοπαίδεια; Και γενικά πως δουλεύει όλο το team, υπό την καθοδήγηση του σκηνοθέτη; Με πρακτική εξάσκηση μηνών, να μην πω χρόνων! Μπαίνουν στο πετσί του ρόλου, γίνονται αυτό που υποδύονται, μεταλλάσσονται για το ρόλο – δεν είναι καρατερίστες να υποδύονται μόνο τον εαυτό τους! Κι αυτό είναι ψυχοφθόρο, ακόμα και σωματικά επικίνδυνο, αλλά γι’ αυτό σε συγκλονίζουν κι ανατριχιάζεις με τις ερμηνείες τους, ξεχνώντας ότι έχεις να κάνεις με πάμπλουτους που δεν ξέρουν τι έχουν! Αυτό είναι το μεγαλείο κι η προσφορά της τέχνης η υπέρβαση από τον καλλιτέχνη της προσωπικής του ζωής και της προσωπικότητάς του, με ρίσκο, με κινδύνους και δοκιμασίες!
Θέλετε λοιπόν να γράψετε αληθινά τραγούδια που να μας αφορούν, με ελληνικές μουσικές φόρμες, με στίχο όχι ποιητικίζοντα της μαλακίας, ούτε με σλόγκαν του φραπέ και του καραπουτσαριού; Επιλέξτε θέμα, αφήστε τα καλά σας ή τα κακά σας, τα σαλόνια σας ή τις γκαρσονιέρες σας, και πηγαίντε στις λαϊκές συνοικίες, ζήστε, για όσο χρειάζεται εκεί, νταραβεριστείτε με τους ανθρώπους τους, φάτε σκατό και παξιμάδι μαζί τους. Ζήστε όπως αυτοί! Βάλτε σε δοκιμασία τον εαυτούλη σας, πάρτε μαζί σας, για ένα μήνα, 600 ευρώ, αυτά μόνο. Κι αν δεν σας φτάσουν, ζήστε με ψωμί και πασατέμπο! Και μετά γράψτε τραγούδια, θα ξεχειλίσουν από μέσα σας και θα δείτε πως θα είναι λαϊκά και θα μας αφορούν και θα μας αρέσουν και θα τα τραγουδάμε όλοι, κι όχι ένας κύκλος κάποιων εκατοντάδων ή μερικών χιλιάδων φαν. Δεν έχει σημασία να ακούσεις εκατοντάδες φορές τη δισκογραφία του Άκη Πάνου ή τις ερμηνείες του κάθε κορυφαίου λαϊκού τραγουδιστή μας, στον καναπέ σου! Δώρον άδωρον!  Άμα δεν ζήσεις τις συνθήκες που τα γέννησαν όλα αυτά(κι υπάρχουν οι αντίστοιχες, ειδικά στην εποχή μας) δεν πρόκειται να κάνεις τίποτα, ιμιτασιόν θα είναι! Η τέχνη θέλει θυσίες κι οι ρόλοι κατευθείαν βουτιά στα βαθιά νερά κι ακροβασία πάνω στο ίδιο σου το είναι. Τολμήστε το και θα δείτε τα αποτελέσματα!

 

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

Σχόλια  

 
0 #2 Τάσος Καραντής ... e-orfeas.gr 21-09-2011 13:38
Φίλε Γιάννη,
Το σχόλιο σου, ειλικρινά συμπληρώνει το δικό μου! Συμφωνούμε στο : επιστροφή στη λαϊκότητα, γι’ αυτό κι αποτάθηκα κι εγώ στα νέα παιδιά και δημιουργούς, προτείνοντας έναν τρόπο.
Πολύ σωστό κι αυτό που λες, για τους μεγάλους μας τραγουδιστές, να κάνουν την προσωπική τους επανάσταση, και να επιστρέψουν στη δική τους λαϊκότητα, ακόμα κι ως τρόπο και τόπο ζωής. Ας αφήσουν τα σαλόνια! Θα δώσουν μεγάλο παράδειγμα. Συμφωνώ και γι’ αυτό που επισημαίνεις, για το μπέρδεμα των μεγεθών… άλλο μεγάλος λαϊκός τραγουδιστής κι άλλο μεγάλος λαϊκός διασκεδαστής …
Και κάτι – τώρα το θυμήθηκα κι εγώ – που έγραψε ο συνθέτης Άγγελος Σέμπος(στο βιβλίο του «Δίσκοι από βινύλιο», σελ. 7) : «Το ένστικτο, το αίσθημα και ο αυθορμητισμός παίζουν μεγαλύτερο ρόλο σε αυτού του είδους των συνθέσεων, από τις τυπικές σπουδές ενός Ωδείου. Ο συνθέτης που δεν έχει κάποιες μεγάλες μουσικές γνώσεις, έχει έμφυτο το χάρισμα της επικοινωνίας. Μέσω του τραγουδιού … επικοινωνεί με τον ακροατή. Ο κοινός ακροατής δέχεται αυτό το μήνυμα επικοινωνίας και έχει το ένστικτο να ξεχωρίζει ένα αυθόρμητο τραγούδι, από ένα άλλο που οι νότες της μελωδίας του είναι ψαγμένες μία-μία σε κάποιο μουσικό όργανο και δεν κολλάνε, ας πούμε, μεταξύ τους. Μελωδίες που τους λείπει ο αυθορμητισμός ακούγονται σαν τεχνητά κατασκευάσματα στο αυτί του ακροατή. Όταν η κάθε δημιουργία περιέχει ειλικρίνεια, ευαισθησία, και έχει ξεφυτρώσει από τα σπλάχνα του συνθέτη, ο ακροατής δέχεται αυτό το άκουσμα σα να είναι κάποιο δικό του έργο και επομένως το υιοθετεί. Ο ακροατής θέλει να συμμετάσχει κατά κάποιον τρόπο. Θέλει να συνεταιρισθεί μ’ αυτό το καλλιτεχνικό δημιούργημα. Θέλει να το κάνει κτήμα του. Έτσι, η άμεση αντίδρασή του είναι να μάθει την μελωδία και μετά να την τραγουδήσει με μεγάλη ευχαρίστηση».
Παράθεση
 
 
0 #1 Γιάννης Σακ... 20-09-2011 15:23
Αγαπητέ φίλε Τάσο ενδιαφέρον το συγκεκριμένο άρθρο σου. Πολλά μπορεί να πει κανείς πάνω σε αυτό το θέμα. Εγώ πιστεύω την άποψη του Άκη Πάνου ότι "λαικό τραγούδι είναι το μελοποιημένο χρονογράφημα της κάθε εποχής" Κάποτε οι άνθρωποι τραγουδούσαν την "Απονη ζωή" την "Ζιγκουάλα" και πολλά άλλα.
Η εποχή άλλαξε-καλώς η κακώς- και όχι ερήμην μας. Σήμερα κακά τα ψέματα΄εχουν λιγοστέψει και δεν "μοσχοβολούν οι γειτονιές βασιλικό και ασβέστη" σήμερα είναι "μοναξιά μου όλα μοναξιά μου τίποτα". Συμφωνώ μαζί σου επιστροφή στην λαικότητα. Τι είναι όμως αυτό που ορίζει το λαικό τραγούδι και κατ΄ επέκταση την λαικότητα; ο στίχος; ο ήχος; τα βιώματα; ολα αυτά μαζι; Πολύ πιθανόν. Σίγουρα πιστεύω αυτό που είχε πει παλιά ο Νταλάρας οτι "θα βγει ένα κοριτσάκι από την Κυψέλη η κάπου αλλού και θα ταργουδάει σαν την Καίτη Γκρευ". Το λαικό τραγουδι είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον λαό μας. Και έχει υποστεί πολλές αλλοιώσεις από τους ίδιους τους καλούς λαικούς τραγουδιστές. Γενικότερα θα λεγα ότι υπάρχει σύγχηση σήμερα με τον όρο λαικό τραγούδι. Ας πούμε δεν μπορώ να ακούω από κάποιους ραδιο-φονικούς παραγωγούς τύπου Μπαλαχούτη ότι ο Σφακιανάκης είναι μεγάλος λαικός τραγουδιστής. Για όνομα του Θεού... Δηλαδή τα πραγματικά μεγάλα τραγουδιστικά μεγέθοι που θα τα βάλεις;
Και να σου πω και κάτι άλλο ακόμα; Και οι μεγάλοι λαικοί τραγουδιστές έχουν πέσει στην κονόμα του χρήματος και έχουν αλλοτροιωθεί.Έχουν γίνει άπληστοι. Ξεκίνησαν φτωχόπαιδα δούλεψαν δεν λέω, δεν τα έκλεψαν, αλλά εχουν υποταχτεί όλοι τους στο χρήμα. Γιατί να ζουν όλοι μεσα στην χλιδή, με βιλάρες , φιλιπινέζες, αυτοκινητάρες ,καταθέσεις και ενώ έχουν λύσει το οικονομικό μέχρι και τα δισσέγγονά τους αυτοί εμφανίζονται σε μαγαζιά και συναύλιες με πανάκριβο εισιτήριο; Γιατί; Που είναι η λαικότητά τους; Η λαικότητα τους δεν εξαντλείται μόνο μέσα από την φωνή τους, αλλά και με τον τρόπο που ζουν. Άκου Εκάλη Φιλοθέη και Ψυχικό; Δεν θέλω να φανώ γραφικός, αλλά πιστευω ότι μπορούσαν να ζήσουν με πολύ απλό τρόπο.
Τέλος πάντων για να μην μακρυγορώ ας δώσουμε χρόνο στην νεότερη γενιά και τα παιδιά θα βρουν και την λαικότητα και θα δώσουν και αυτά το στίγμα τους. Θ α σου πω αυτό που λέει ο μεγάλος Σαββόπουλος ο οποίος και αυτός ζει δυστυχώς στην Φιλοθέη ότι "την ιστορία την γράφουν οι παρέες" και οι παρέες τώρα δείχνουν να αφυπνίζονται και να πιάνουν δουλειά.
Εν αναμονή λοιπόν.....
Παράθεση
 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Που να σε ταξιδέψω, γυαλιά και λαμαρίνες, γεμίσανε τα χρόνια, με εκτελεσμένους μήνες.
Κώστας Τριπολίτης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

14/12/1883 Γεννήθηκε στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας ο μουσουργός Μανώλης Καλομοίρης
15/12/1933 Γεννήθηκε στην Αθήνα ο συνθέτης Άκης Πάνου

ΤΥΧΑΙΑ TAGS