142 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
14.12.2017
Ορφέας | Main Feed

Εύφωνα και παράφωνα

Τάσος Π. Καραντής

Οι ΠΥΞ ΛΑΞ είναι, αδιαμφισβήτητα, το δημοφιλέστερο κι εμπορικότερο (με πολλούς πλατινένιους και χρυσούς δίσκους στη δισκογραφία τους), συγκρότημα, της τελευταίας 20ετίας, στην ελληνική ηλεκτρική μουσική σκηνή. Το 2004, ήρθε – όπως συμβαίνει πάντα στα συγκροτήματα – το «ΤΕΛΟΣ» τους, όπου και σηματοδοτήθηκε, με μια αποχαιρετιστήρια συναυλία στο Λυκαβηττό (η οποία αποτυπώθηκε σε cd και σε dvd). Έκτοτε, οι τρεις πρωταγωνιστές του γκρουπ (Στόκας, Πλιάτσικας, Ξυδούς), τράβηξαν, ο καθένας τους, τον δικό του προσωπικό, καλλιτεχνικό και δισκογραφικό, δρόμο.

Τον Απρίλιο του 2010  ο Μάνος Ξυδούς (1953-2010) πέθανε σε ηλικία 57 ετών. Ο θάνατός του έδωσε την αφορμή (αναφέρθηκε ότι ήταν δική του σκέψη κι επιθυμία) για μια – τελευταία – επανένωση του συγκροτήματος (όπως συμβαίνει, παγκόσμια, με πολλά συγκροτήματα) για καλοκαιρινή περιοδεία. Η αποκορύφωσή της ήταν το γεμάτο ΟΑΚΑ (80.000 κόσμος), όπου, και δικαίως, χαρακτηρίστηκε ως φαινόμενο, μια και τέτοια συλλογικότητα, είχαμε να δούμε από τη δεκαετία του ’80, όπου το Ολυμπιακό Στάδιο γέμιζε, τακτικά, με μεγάλες συναυλίες μεμονωμένων καλλιτεχνών ή αφιερωμάτων. Και, φυσικά, αυτό το φετινό γεγονός – φαινόμενο, η επιστροφή στη συλλογικότητα και στη μαζικότητα, είναι θετικό και για το τραγούδι, αλλά και για την κοινωνία μας, σε μια εποχή γενικής κρίσης!
Διερωτώμαι όμως, γιατί (αφού έχουν ως συγκρότημα τέτοια δυναμική) δεν έκαναν και την αποχαιρετιστήρια συναυλία τους, το 2004, στο ΟΑΚΑ ή σε έναν μεγάλο χώρο, αλλά στο Λυκαβηττό των 4000 θέσεων; Επίσης, γιατί δεν γέμισε, για παράδειγμα, το ΟΑΚΑ κι η συναυλία – αφιέρωμα, το 2009, στον Λευτέρη Παπαδόπουλο (την παρακολούθησαν 40.000 θεατές, δηλ. το ΟΑΚΑ γέμισε κατά το ήμισυ), έναν από τους σπουδαιότερους και δημοφιλέστερους στιχουργούς του ελληνικού τραγουδιού, όταν μάλιστα συμμετείχε κι η «εθνική Ελλάδας» του τραγουδιού μας;
Ο Φίλιππος Πλιάτσικας, σε πρόσφατη συνέντευξή του στο «ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ» (21-8-2011), είχε την εξής άποψη, για το φαινόμενο: «Είναι εντυπωσιακή η δίψα του κόσμου. Αυτή η χωρίς προηγούμενο σε μέγεθος δίψα μας έχει και εμάς προβληματίσει. Γιατί σημαίνει ότι για πάρα πολλά χρόνια δεν υπήρξε κάτι άλλο που να προκύψει στα μουσικά πράγματα της χώρας μας που να “δροσίσει” λίγο αυτή την “ανομβρία”». Εγώ όμως – ως άνθρωπος κι ως δημοσιογράφος – θέλω, για το ο,τιδήποτε, να μην μένω στην μια άποψη, αλλά να ψάχνομαι και να το ψάχνω (χωρίς, φυσικά, να σημαίνει, ότι οι διερευνήσεις μου κι οι απόψεις μου αποτελούν θέσφατα) και να καταθέτω κι ένα άλλο πρίσμα, προς, νηφάλιο και εμπεριστατωμένο, διάλογο, γιατί μόνο μέσω αυτού, μπορούμε να προσεγγίσουμε, όσο το δυνατόν περισσότερο, την όποια αλήθεια.
Θέτω, λοιπόν, το εξής ερώτημα: Μήπως στην μεγάλη επιτυχία της πρόσκαιρης επανένωσης των ΠΥΞ ΛΑΞ, έπαιξε και τον, σημαντικό, ρόλο του, ο θάνατος του Μάνου Ξυδούς; Οι Έλληνες είμαστε, κατά βάθος, ευαίσθητος λαός, αλλά και μια βαθιά θρησκευτική κοινωνία, κι ως προς το θέμα του θανάτου και της μετά θάνατον ζωής, με τους παραδείσους κλπ. Αυτό επιβεβαιώνεται, και συμβολικά, αφού ήμαστε το μόνο κράτος επί της γης (μαζί με το Ιράν – που ακόμα διατηρεί τη θανατική ποινή του λιθοβολισμού, για ομοφυλόφιλους και μοιχούς/ες!), όπου στο Σύνταγμά μας, έχουμε συγκεκριμένη επίσημη θρησκεία του κράτους! Όλοι θα έχετε ακούσει την έκφραση «ο νεκρός δεδικαίωται» κι ακόμα, περισσότερο, αν είναι νέος, και καλλιτέχνης, τότε και μυθοποιείται ακόμα. Αυτό(η συγχώρεση κι η αγάπη), είναι καλό, και πρέπει να γίνεται, από ανθρωπιστικής πλευράς, αλλά, ίσως, διαστρεβλώνει τα πράγματα, από ερευνητικής κι ιστορικής πλευράς, όταν ξεφεύγει από τα στενά ανθρώπινα όρια. Το ίδιο συμβαίνει κι αν κάποιος αρρωστήσει βαριά και την σκαπουλάρει παρά τρίχα, αμέσως, γίνεται συμπαθής από όλους (λόγω οίκτου όμως, κι όχι λόγω θαυμασμού!) και παύει να κρίνεται (= άφεση αμαρτιών, βλ. το σχόλιο μου «Η “αρρώστια” πουλάει») ή και αμνηστεύεται, όπως, π.χ., ο, σπουδαίος τραγουδιστής, Μητροπάνος, για την διετή συνεργασία του με την Πέγκυ Ζήνα, δεν κρίθηκε αυστηρά, λόγω της σοβαρής ασθένειας που πέρασε. Αν την είχε κάνει άλλος, της γενιάς του, μια τέτοια συνεργασία, θα είχε ακούσει τα σχολιανά του!

Έχουμε πολλά παραδείγματα – για να μείνω στα του ελληνικού τραγουδιού – καλλιτεχνών που μυθοποιήθηκαν επειδή πέθαναν νέοι (Ξυλούρης, Λοΐζος) ή επειδή πέθαναν από ναρκωτικά (Σιδηρόπουλος) ή αυτοκτόνησαν (Άσιμος). Χωρίς, φυσικά, να τους απαξιώνω, γιατί, αντικειμενικά, όλα τα παραδείγματα, που ανέφερα, ήταν, σημαντικοί καλλιτέχνες που έγραψαν ο καθένας τη δική του ιστορία, νομίζω, ότι οι συγκεκριμένες συνθήκες και συγκυρίες του θανάτου τους, εστίασαν, λίγο παραπάνω, συναισθηματικά, στο ανθρώπινο πρόσωπό τους, επηρεάζοντας και την καλλιτεχνική τους αποτίμηση, σε σχέση με άλλους, παρόμοιας αξίας, συναδέλφους τους.
Ο Μάνος Λοΐζος (1937 - 1982), για παράδειγμα, αποτελεί έναν από τους μύθους του τραγουδιού μας. Πέθανε νέος, μόλις 45 ετών. Η αξία του αδιαμφισβήτητη, το έχει γράψει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος: «μπορούσε να μελοποιήσει και τον τηλεφωνικό κατάλογο»! Στην «Ιστορία του Ελληνικού τραγουδιού», του Κώστα Μυλωνά, κατατάσσεται στην «χρυσή τετράδα της δεκαετίας του ’70», μαζί με τους Κουγιουμτζή, Μούτση, Σπανό. Οι Μούτσης και Σπανός, που ζουν, χαίρουν της εκτίμησης και του σεβασμού, λόγω του έργου τους, αλλά δεν αποτελούν  μύθους, το ίδιο κι ο Κουγιουμτζής (1932 - 2005), που πέθανε σε πιο μεγάλη ηλικία (73 ετών). Όλοι τον σέβονται και τον αγαπάνε, αλλα δεν ονοματίζεται ως μύθος. Πως θα ήταν σήμερα ο Λοΐζος  αν ζούσε; Τι συνθετικούς δρόμους θα είχε ακολουθήσει; Θα είχε επιτυχία; Ο Κουγιουμτζής - ως ένας από την ίδια «χρυσή τετράδα», όπως τους κατηγοριοποιεί ο Μυλωνάς - αραίωσε τη δισκογραφία του. Τελευταίοι του δίσκοι, με μεγάλους ερμηνευτές, ήταν «Τα νυχτέρια μας» (1985/ με τον Μητροπάνο) και «Τρελοί κι άγγελοι» (1986/με τον Νταλάρα), όπου έβγαλε και τις δυο τελευταίες επιτυχίες του («Οι ελεύθεροι κι ωραίοι» & «Το κόκκινο φουστάνι»/με την Αρβανιτάκη, που συμμετείχε). Από τότε σιώπησε, για μια περίπου 15ετία, για να επανέλθει με το ιδιαίτερο έργο («Ύμνοι αγγέλων σε ρυθμούς ανθρώπων»/1998) και το 2000 – 5 χρόνια πριν το θάνατό του – έβγαλε το «Έβρεχε ο κόσμος». Είναι κι η «σιωπή», μια στάση, μια επιλογή, για έναν δημιουργό. Ο Λοΐζος, πάλι, ήδη είχε, ξεκινήσει μια αλλαγή στον ήχο του, με μια στροφή προς πιο ηλεκτρικό ήχο («Για μια μέρα ζωής»/1980 & «Φοβάμαι»/1982-συμμετοχή στον δίσκο του Β. Παπακωνσταντίνου), ενώ, όπως, μας απέδειξαν τα, μεταθανάτια, «Γράμματα στην αγαπημένη» (1983), ίσως να έκανε και μια μεγάλη καριέρα τραγουδοποιού. Όλα αυτά όμως είναι υποθέσεις. Γιατί η, άδικη, μοίρα, του έκοψε το νήμα της ζωής στα 45.

Ο Νίκος Ξυλούρης (1936-1980), σπουδαία φωνή, ερμήνευσε μεγάλα έργα, αντίστοιχων συνθετών (Μαρκόπουλος, Ξαρχάκος, Λεοντής, Ανδριόπουλος), με τραγούδια πασίγνωστα («Ήτανε μια φορά», «Πώς να σωπάσω», «Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου» κ.ά.), πέθανε κι αυτός νέος (44 ετών).  Παράλληλη περίπτωση –χωρίς, φυσικά, να τους βάζω στο ίδιο ζύγι– ήταν ο Χαράλαμπος Γαργανουράκης, όπου κι αυτός ερμήνευσε μεγάλους συνθέτες (Μαρκόπουλος, Μούτσης) κι άφησε μεγάλα τραγούδια («Μαλαματένια λόγια», «Τα λόγια και τα χρόνια» κ.ά.), όχι όσα ο Ξυλούρης βέβαια. Ο άνθρωπος ζει ακόμα όμως, είναι 65 ετών, αλλά είναι “ξεχασμένος”. Ποια θα ήταν η καλλιτεχνική πορεία του Ξυλούρη, αν ζούσε ακόμα, και τον χαιρόταν η οικογένειά του; Δεν είμαι μάντης, μπορώ όμως να καταθέσω μια ένδειξη, από το βιβλίο «Νίκος Ξυλούρης – τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο»(εκδ. ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ, Αθήνα 2010/ επιμέλεια Θανάση Συλιβού), όπου φαίνονταν, ήδη από το 1978-1979, κάποια πρώτα δείγματα ξεθωριάσματος. Γράφει (στο προαναφερθέν βιβλίο) ο Θόδωρος Βαλσαμίδης: «Την περίοδο 1978-1979 βρέθηκα στην πολύβουη Πλάκα και αναζητούσα τον χώρο όπου θα διασκέδαζα. Φωτεινές επιγραφές παντού, με όλα τα σημαντικά ονόματα του τραγουδιού μας, σε κάθε είδους συνεργασίες. Φτάνω στο “Θεμέλιο” και κοντοστέκομαι!  Βλέπω “Νίκος Ξυλούρης”. Λίγα χρόνια πριν εδώ είχα συναντήσει μια τεράστια ουρά ανθρώπων για να ακούσουν τον Γιώργο Νταλάρα και την Χαρούλα Αλεξίου. Κόβω εισιτήριο και μπαίνω σε μια άδεια αίθουσα! Ήταν δεν ήταν 20 θαμώνες! Ο Νικόλας βγήκε και μας μάγεψε με τη φωνή του! Και τι δεν είπε εκείνο το βράδυ! Δυο πράγματα δεν μπορούσε να κρύψει: τη μαγική φωνή του και τη μελαγχολία του … Λίγες ημέρες μετά αποσύρθηκε για πάντα! Αυτός, βέβαια, γνώριζε για την ασθένειά του, αλλά και ο κόσμος ξέχασε πολύ γρήγορα την προσφορά του στον πολιτισμό μας! Γιατί εκείνη τη νύχτα στην Πλάκα, όλες οι μπουάτ ήταν κατάμεστες, εκτός από το ”Θεμέλιο”.» (ό.π. σελ. 98-99). Που ήταν οι θαυμαστές του μύθου; Γιατί το θέμα, δεν είναι να παπαγαλίζουμε κάποιον ως μύθο, αλλά, έμπρακτα, να τιμούμε αυτόν και το έργο του! Ή μύθο τον έκανε (με δεδομένη, βέβαια, την αξία του) ο θάνατός του, τον Φλεβάρη του 1980 στα 44 του; Τι θα ήταν προτιμότερο, η λαβωματιά που άφησε στην οικογένειά του, με το χαμό του, με αντάλλαγμα τη μυθοποίησή του ή να τον χαίρονταν ζωντανό μέχρι σήμερα, σαν τον Γαργανουράκη, αλλά, με την πιθανότητα, της μη μυθοποίησής του; Είναι οι δυο όψεις του νομίσματος της ζωής!  Και να δούμε και μια άλλη παράμετρο, που αρκετοί δεν την υπολογίζουν, αλλά εγώ την παίρνω σοβαρά υπόψη(θα επανέλθω παρακάτω), τις πωλήσεις. Ο Ξυλούρης δεν είχε ούτε έναν εμπορικά επιτυχημένο δίσκο όσο ζούσε. Γιατί; Ένας τραγουδιστής που συνδέθηκε με το Πολυτεχνείο και το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» κι όχι μόνο; Παρά μόνο, το 2004, μετά θάνατον, έγινε μια συλλογή του («Ήτανε μια φορά») χρυσή (23.000 πωλήσεις). Βέβαια, όλα τα παραπάνω, ρητορικά, ερωτήματα για τον Ξυλούρη, είναι, απλά, υποθέσεις, σε μια προσπάθεια, να διερευνηθεί ο τρόπος της όποιας μυθοποίησης. Γιατί ο Ξυλούρης, ήταν, πραγματικά, μια μεγάλη φωνή και μπορεί, αν ζούσε, να άνοιγε, κυριολεκτικά, νέους μεγάλους δρόμους στην καριέρα του. 

Υπάρχουν, όμως, και μύθοι που δεν προέκυψαν λόγω του πρόωρου θανάτου τους, αλλά μήπως ονοματίστηκαν έτσι κι έγιναν “επίσημη ιστορία”, από μεγάλες και κυρίαρχες δημοσιογραφικές πένες, από τη μεταπολίτευση κι εδώ; Ερώτημα θέτω, όχι θέση. Γιατί – αν ισχύει - σε τέτοιες περιπτώσεις, στο γνωστό «οι παρέες γράφουν ιστορία», δεν βλέπω καμιά αντικειμενικότητα, ως πρακτική εννοώ. Γιατί η ιστορία πρέπει να γράφεται με ιστορικά – επιστημονικά κριτήρια, λαμβάνοντας – όσον αφορά έναν καλλιτέχνη - τα πάντα υπόψη (αξία, καινοτομία, διάρκεια, δημοφιλία, πωλήσεις, καλλιτεχνικό προφίλ κλπ). Ενώ, το να έχουμε μια μυθολογία, σχεδόν θεοποιημένη, όπου να φοβάται ο άλλος, να την προσεγγίσει πιο κριτικά, δεν βοηθάει σε τίποτα, επί της ουσίας, προς όφελος του τραγουδιού. Υπάρχει, όμως, άνθρωπος, γονιός, δάσκαλος, γιατρός, καλλιτέχνης, μάστορας κλπ, που να μην έχει κάνει λάθη; Δεν θα έπρεπε, κάποτε, να παρουσιαστούν κι αυτές οι πτυχές, ενός καλλιτέχνη – έστω και μύθου – για να έχουμε, ένα πλήρες σοβαρό ιστορικό πορτρέτο κι όχι έναν βίο αγίου;
Είναι πασίγνωστο ποιοι είναι αυτοί οι μύθοι του τραγουδιού μας: Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Καζαντζίδης και Μπιθικώτσης. Σίγουρα, είναι, όλοι τους, μεγάλοι και σπουδαίοι. Οι Θεοδωράκης  και Χατζιδάκις, άνοιξαν νέους μεγάλους  δρόμους στο είδος τραγουδιού που υπηρέτησαν, που τους ακολούθησαν, μετά, δεκάδες άλλοι! Αλλά ο Μαρκόπουλος, με το «επιστροφή στις ρίζες», δεν άνοιξε αντίστοιχους νέους πρωτοποριακούς δρόμους; Ή, για παράδειγμα, ο Πλέσσας στο ελαφρολαϊκό; Ή ο Σπανός που δημιούργησε το «Νέο Κύμα» στην Ελλάδα κι έγραψε τόσο πανέμορφα, μελωδικά και κοσμαγάπητα τραγούδια; Γιατί αυτοί δεν ονομάστηκαν μύθοι;    
Ο Καζαντζίδης, είναι η μεγαλύτερη, σε όγκο, αντρική ελληνική φωνή, αλλά – σύμφωνα με την γνώμη αρκετών - με άνισο ρεπερτόριο, και με όχι μυθικά νούμερα πωλήσεων των δίσκων του, και με “μελανά σημεία”, όσον αφορά, όχι τα ανθρώπινα, αλλά τα καλλιτεχνικά (π.χ. οι δικαστικές διαμάχες του με τον Νικολόπουλο). Ο Νικολόπουλος, μάλιστα, πρόσφατα, τον έχει καταγγείλει (βλ. «Χρήστος Νικολόπουλος: Εγώ θα σου μιλώ με τα τραγούδια μου» / «ΟΑΣΙΣ» συνέντευξη στον Κώστα Μπαλαχούτη) ότι ο Καζαντζίδης έχει βάλει το όνομά του δίπλα σε δικές του μουσικές, οικειοποιώντας τες κατά το ήμισυ, ακόμα και στα ποσοστά! Δεν παίρνω καμμία θέση, απλά, μεταφέρω την καταγγελία, η οποία είναι ήδη δημοσίως καταγεγραμμένη. Δεν πρέπει να εξεταστεί κι αυτή, η “σκοτεινή πλευρά”, και να λάμψει η όποια αλήθεια;
Ο Μπιθικώτσης, μεγάλος τραγουδιστής, φέροντας το βαρύ φορτίο του σπουδαιότερου θεοδωρακικού έργου. Τραγουδιστής, που δημιούργησε ερμηνευτική σχολή, όπως κι ο Καζαντζίδης. Χωρίς, όμως, κι αυτός, μυθικές πωλήσεις, πέρα των θεοδωρακικών «Άξιον Εστί» & «Ρωμιοσύνη».  Τραγούδησε, όμως, μαζί με την Μοσχολιού, και τον «Ύμνο της 21ης Απριλίου 1967» (μουσική: Γιώργος Κατσαρός – στίχοι: Γιώργος Οικονομίδης)! Να “ξεχνάμε” και να συγχωρούμε, αλλά όχι, να αποκρύβουμε, εντέχνως, τις σκοτεινές καλλιτεχνικές στιγμές του οποιουδήποτε, επειδή είναι μύθος. Η Ιστορία πρέπει να τα καταγράφει όλα. 
Γιατί, επιλεκτικά, σε άλλους, βλέπουμε μόνο τα αρνητικά και σε άλλους θέλουμε να βλέπουμε μόνο τα θετικά τους; Δεν πρέπει, αντικειμενικά, να παρουσιάζεται η πλήρη εικόνα για τον καθένα καλλιτέχνη; Και, δεν υπάρχουν, άλλοι, μεταγενέστεροι τραγουδιστές, με σπουδαίες φωνές, που άνοιξαν, πρωτοποριακά, την ερμηνευτική γκάμα του έλληνα τραγουδιστή ή πήγαν το τραγούδι, ακόμα και το λαϊκό, πολλά βήματα πιο πέρα, από τα πάλκα και τις πίστες; Γιατί δεν μυθοποιήθηκαν κι αυτοί, όταν μάλιστα, έχουν μπει και στα περισσότερα ελληνικά σπίτια, σύμφωνα με το TOP-10 της ελληνικής δισκογραφίας;

Ξέρετε τι μου θυμίζει όλη αυτή η μυθολογία(χωρίς, το επαναλαμβάνω, να απαξιώνω την σπουδαία καλλιτεχνική αξία των «μύθων»); Το εκπαιδευτικό μας σύστημα! Όπου, για παράδειγμα, σε πανεπιστημιακό επίπεδο, έχει αποδειχτεί ιστορικά, ότι τα «κρυφά σχολειά» ήταν (κυριολεκτικά) μύθος, ενώ στη μέση εκπαίδευση διδάσκονται ως επίσημη ιστορία. Δεν θέλω να πλατειάσω, αλλά έχει να κάνει, με το πως και γιατί, φτιάχνονται οι «επίσημες ιστορίες» στα αστικά εθνικά κράτη, όπως δημιουργήθηκαν από τον 19ο αιώνα και μετά. Αντιστρέφουν αυτό που είχε πει ο Διονύσιος Σολωμός («Το έθνος πρέπει να θεωρεί εθνικό ότι είναι αληθινό»), μεταστρέφοντάς το – επί της ουσίας - σε: «Το έθνος πρέπει να θεωρεί αληθινό ότι είναι εθνικά συμφέρον!»! Κάτι αντίστοιχο νομίζω ότι συμβαίνει και με την ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Κι επειδή ο άνθρωπος, από τη φύση του, λειτουργεί σε ομάδες - οι λίγες εξαιρέσεις, χαρακτηρίζονται αιρετικές και περιθωριακές -  αναγκάζεται να υποκρίνεται δημόσια στο επίσημο (πολιτικά ορθό), κάνοντας, ιδιωτικά (κρυφά), το κέφι του, το οποίο όμως αποκαλύπτεται στους αριθμούς των πωλήσεων!
Μου είχε πει ο Νίκος Πορτοκάλογλου, σε συνέντευξή του (περιοδικό «ΑΥΛΑΙΑ», τεύχος 55, σελ. 42-46) το εξής: «Υπάρχει μια πολύ πουριτανική διαπαιδαγώγηση θα ’λεγα, που, τελικά, καταλήγει σ’ αυτό που διδάσκονται και τα παιδιά μας στα σχολεία. Μαθαίνουν να μη λένε την αλήθεια γι’ αυτά που πραγματικά τους αρέσουν, προσπαθώντας να ’ναι σοβαροφανείς. Θυμάμαι, ένα της κόρης μου, στην τελευταία τάξη του Λυκείου, που ’λεγε “Γιατί είναι κακό να  παρακολουθούμε ριάλιτι στην τηλεόραση, ενώ είναι καλό να διαβάζουμε βιβλία;”. Δηλαδή ο τίτλος έδινε και την απάντηση, δεν υπήρχε περιθώριο για προσωπική γνώμη! Αν είχες άλλη γνώμη μηδενιζόσουν! Αυτό εννοώ πουριτανική και σοβαροφανή διαπαιδαγώγηση. Οπότε, ο άλλος, σου λέει, εγώ βλέπω το ριάλιτί μου, αλλά γράφω στην έκθεση ότι διαβάζω βιβλία ή διαβάζω κι ένα βιβλίο που και που για ξεκάρφωμα, γιατί μετά αισθάνεσαι ενοχές! Δηλαδή, πάω στην Πέγκυ Ζήνα για να διασκεδάσω, αλλά ρίχνω κι ένα έντεχνο μια φορά το χρόνο ή πάω σ’ ένα θέατρο, για να έρθω στα ίσα μου!». Για να το σκεφτούμε όλοι, κοιτάζοντας το πρόσωπό μας στον καθρέφτη.

Ολοκληρώνω, αυτό το σχόλιό μου, με ένα ερώτημα : Μήπως πρέπει, σιγά – σιγά, όσον αφορά το ελληνικό τραγούδι, να ξεφύγουμε από παγιωμένες, εδώ και δεκαετίες, κατεστημένες θέσεις κι αγκυλώσεις - πάντα με έρευνα κι αποδείξεις – και να τολμήσουμε να πούμε, ότι “η γη γυρίζει”; Όχι για να αποκαθηλώσουμε τους παραπάνω μύθους, στους οποίους αναφέρθηκα, αλλά να αλλάξουμε “τρόπο μυθοποίησης” (πιο ιστορικό, επιστημονικό, μουσικολογικό κλπ), ώστε να διευρύνουμε τη μυθολογία μας, κάνοντας την από “μουσειακή ή επετειακή μυθολογία”, καθημερινή πραγματικότητα, δημιουργώντας μια νέα γενιά πεπαιδευμένων μουσικά ακροατών κι ανοιχτών στους άξιους καλλιτέχνες όλων των μουσικών ειδών και τάσεων, δηλαδή σε όλο το καλό τραγούδι(παρελθόντος και παρόντος) του τόπου μας.    

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Όποιος δεν έχει τίποτα μονάχα αυτός ξέρει το τίποτα.
Κατερίνα Γώγου

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

14/12/1883 Γεννήθηκε στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας ο μουσουργός Μανώλης Καλομοίρης
15/12/1933 Γεννήθηκε στην Αθήνα ο συνθέτης Άκης Πάνου

ΤΥΧΑΙΑ TAGS