140 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
23.10.2017
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Ο χρόνος της φθοράς | Μέρος 20ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά


Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Χριστίνα. Μια γυναίκα λίγο μετά τα τριάντα που θεωρεί την έννοια της φιλίας το μεγαλύτερο αγαθό. Έχει καταφέρει να έχει κοντά της τρεις αγαπημένες φίλες και έναν αδερφικό φίλο που είναι πάντα στο πλευρό της.
Τη Μαρία , την Βίκυ , την Ελένη και τον Ανέστη. Όταν όμως γνωρίζεται με την Μαριάννα Αλεξάκη η ισορροπία στη ζωή της χάνεται. Εκείνη είναι ένα παιδί 23 χρόνων που δουλεύει στον εκδοτικό οίκο του πατέρα της. Έχει θέσει πολύ ψηλούς στόχους για να γίνει συγγραφέας  και θέλει να κάνει μεγάλη καριέρα σε αυτό. Η Μαριάννα σε αντίθεση με την Χριστίνα δεν εμπιστεύεται κανέναν , δεν κάνει φιλίες , φοβάται την μοναξιά  και προσπαθεί να κάνει τους γονείς της να την προσέξουν.
Οι δυο γυναίκες δένονται με μια φιλία και μια δυνατή αγάπη από την αρχή της γνωριμίας τους. Όμως η Μαριάννα απασχολημένη με το κτίσιμο της καριέρας της, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα υψηλά στάνταρ της Χριστίνας για τη φιλία.
Δυο διαφορετικές γυναίκες και δυο ξεχωριστές πορείες. Ένας κύκλος φιλίας  που ξεκινά με τη γνωριμία των δύο γυναικών , συνεχίζεται με τα ψυχικά προβλήματα της Μαριάννας , για να καταλήξει στο φευγιό της Χριστίνας και την τελική τους επανασύνδεση.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ

 

«Ελεύθερος λέγεσαι όταν μπορείς να λες στον κόσμο ελεύθερα αυτό που δεν θέλουν να ακούσουν και να κρύβεις αυτό που επιθυμούν να ακούσουν»

ΤΖΩΡΤΖ ΟΡΓΟΥΕΛ


 

«Η ΕΠΑΝΑΣΥΝΔΕΣΗ»

-Κύριε Αλεξάκη, κυρία Αλεξάκη από σήμερα η Μαριάννα μπορεί να γυρίσει στην παλιά της ζωή. Να ξεκινήσει από εκεί που σταμάτησε.- είπε ο θεράπων γιατρός της Μαριάννας. Ο Λεωνίδας τον κοίταξε στα μάτια και τον ρώτησε.
-Δηλαδή θα είναι όπως παλιά; Φρέσκια και δραστήρια; Θα μπορέσει να γυρίσει στη δουλειά της ;-
-Κύριε Αλεξάκη η κόρη σας πέρασε μια πολύ δύσκολη ασθένεια, την οποία και θα κουβαλά μαζί της από εδώ και πέρα. Θα παίρνει τα φάρμακα της και θα βλέπει τον ψυχοθεραπευτή της. Από εκεί και μετά θα σας έλεγα να μη φοβάστε για τίποτα. Εσείς σαν γονείς θα είσαστε πάντα στο πλευρό της. Με την αγάπη και την συμπαράσταση το ψυχικό νόσημα που την έφερε σε μας θα  έχει ατονήσει.-
-Θα μπορέσει να δουλέψει; Ξέρετε είναι συγγραφέας;-
-Μπορεί να γυρίσει στη δουλειά της και στην συγγραφή  βιβλίων. Θα ζήσει την ζωή της φυσιολογικά , αλλά με προσοχή και χωρίς να πέσει ξανά στο αλκοόλ. Εκείνο έχει μερίδιο της ευθύνης ,που εμφάνισε την ψυχική της ασθένεια. Το αλκοόλ είναι κακός σύμμαχος. Η Μαριάννα είναι στο δωμάτιο της. Από εχτές που την ενημέρωσα έχει μαζέψει τα πράγματα της. Σας περιμένει.-
Ο Αλεξάκης αγκάλιασε την γυναίκα του και την φίλησε απαλά στα χείλη. Ευχαρίστησαν τον γιατρό και την κλινική που βοήθησαν να αναρρώσει η κόρη του και βγήκαν από το γραφείο του. Θα άρχιζαν την ζωή τους από την αρχή. Ένας κύκλος ζωής είχε κλείσει και μπροστά τους ανοιγόταν ένας καινούργιος.
Κάτω από το πέτρινο σπιτάκι  της Χριστίνας τα κύματα αφρισμένα χτυπούσαν τα βράχια. Εκείνη κοιμόταν ήρεμη. Η Μισέλ είχε κουρνιάσει δίπλα στο τζάκι. Αν και ο Μάρτης έφτανε στο τέλος του , το κρύο και η υγρασία ήταν ακόμα αισθητά.

-Είχαμε κανένα νέο από την Μαριάννα;- ρώτησε ο Γιώργος τη Βίκυ καθώς έβγαινε από το μπάνιο με την πετσέτα περασμένη στη μέση του.
-Από μέρα σε μέρα την περιμένουμε να γυρίσει. Έτσι μου είπε ο Ανέστης πριν δυο μέρες που μίλησα μαζί του. Μου λείπει όμως η Χριστίνα. Άργησε τόσο.-
-Θα έρθει. Τώρα που θα γυρίσει η Μαριάννα θα έρθει. Δεν μπορώ να στο εξηγήσω, αλλά κάτι μέσα μου αυτό πιστεύει.-
-Από το στόμα σου και στου θεού το αφτί.-

-Μα τι συμβαίνει μωρό μου; Τι θέλεις να μου πεις;- ρώτησε με απορία ο Ανέστης την Μίρκα.
-Λοιπόν κάθισε εσύ εδώ και εγώ πάω να φέρω το κρασί.- απάντησε εκείνη και πήγε στην κουζίνα. Γύρισε με ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και δυο κρυστάλλινα ποτήρια.
-Άνοιξε το και σερβίρισε να πιούμε.- Ο Ανέστης με την απορία ακόμα ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του γέμισε τα ποτήρια και ήπιαν.
-Μάντεψες τι νέο θα σου πω;- συνέχισε εκείνη και τον κοίταξε όλο λατρεία στα μάτια.
-Η Χριστίνα;- πετάχτηκε εκείνος λέγοντας όλο χαρά.
-Το ελπίζω γιατί πρέπει να το βαφτίσει.-
-Ποιο;…Μίρκα;….είσαι;…- τραύλισε ο Ανέστης.
-Είμαι έγκυος αγάπη μου, ένα μήνα ακριβώς.- είπε φωνάζοντας εκείνη από χαρά και ο Ανέστης την πήρε στην αγκαλιά του και την σήκωσε ψηλά.

Είχε περάσει το Πάσχα και ο Μάιος είχε κάνει την είσοδο του με χιλιάδες μυρωδιές. Στο νησί που ζούσε η Χριστίνα ο τόπος είχε γεμίσει από αγριολούλουδα. Είχε βγει βόλτα με την Μισέλ που δεν είχε και πολύ όρεξη για παιχνίδια στην ύπαιθρο μιας και ήταν γάτα που ξάπλωνε σε κρεβάτια και καναπέδες. Εκείνο όμως το ανοιξιάτικο μεσημέρι με τον ήλιο σε όλη του την μεγαλοπρέπεια η Μισέλ έδειχνε ευδιάθετη. Είχε πλησιάσει μερικές μαργαρίτες και τις μύριζε. Η Χριστίνα κάθισε στο καταπράσινο χαλί της φύσης και σκέφτηκε πως το βιβλίο πλησίαζε στο τέλος του. Έπρεπε να γυρίσει πίσω.

Την ίδια ώρα η Μαριάννα έμπαινε για πρώτη φορά μετά από ένα χρόνο και κάτι μήνες στο γραφείο της. Η Ειρήνη ήρθε και την καλωσόρισε.
-Σε ευχαριστώ Ειρήνη. Νιώθω τόσο καλά που βρίσκομαι ξανά εδώ.-
-Να σας φτιάξω καφέ;-
-Θα προτιμούσα έναν φυσικό χυμό. Μπορείς να παραγγείλεις από το μαγαζί απέναντι μας. Έχουν πολλές γεύσεις. Και φτιάχνουν μίλκ σέικ. Αν θέλεις πάρε και εσύ κάτι. Κερνάω εγώ. Τον καφέ τον έχω κόψει.-
-Ναι φυσικά. Σας ευχαριστώ. Θα πάρω ένα μίλκ σέικ.-
-Και Ειρήνη θα ήθελα  στις τρεις  το μεσημέρι αν ξεχαστώ να μου παραγγείλεις φαγητό. Κάτι σε ψητό με μια πράσινη σαλάτα. Οτιδήποτε εκτός από ψάρι βέβαια. Τα ξέρεις τα γούστα μου.-
-Θα φάτε στο γραφείο σας;-
-Όχι θα φύγω για το σπίτι. Δεν θα δουλεύω πια με τους παλιούς ρυθμούς. Υπάρχει πάντα και η επόμενη μέρα ξέρεις.- της απάντησε πολύ ήρεμη και κάθισε στο γραφείο της. Η Ειρήνη έκλεισε απαλά πίσω της την πόρτα.

-Ναι σου λέω είναι αλήθεια. Η Μίρκα είναι έγκυος. Δεν ξέρεις πόσο ευτυχισμένος  είμαι. Σε πήρα για να χαρείς και εσύ. Να το πεις στους υπόλοιπους. Εγώ τώρα δεν έχω μυαλό. Έχω τρελαθεί. Ούτε να δουλέψω μπορώ πια χωρίς να γελώ όλη την ημέρα σαν χαζός. Μακάρι να ήταν εδώ και η Χριστίνα. Μπορείς να καταλάβεις το πόσο μόνος νιώθω χωρίς εκείνη;- είπε ο Ανέστης στη Μαρία. Την είχε πάρει τηλέφωνο την επόμενη μέρα στη δουλειά της για να της πει τα ευχάριστα.
-Και βέβαια σε καταλαβαίνω , γιατί το ίδιο νιώθω και εγώ. Ανέστη Η Χριστίνα είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα μας. Υπάρχουν στιγμές που ξαφνικά με πιάνουν τα κλάματα από το κενό της απουσίας της  και άλλες φορές θέλω να την δω και να την βρίσω. Να της ρίξω και μερικά χαστούκια που μας παράτησε όλους. Αλλά αρκετά με την φίλη μας. Θα την κανονίσω όταν με το καλό γυρίσει. -Χαίρομαι που όλα σας ήρθαν όπως τα θέλατε. Τώρα η Μίρκα είναι επιτέλους ευτυχισμένη. Δεν πέρασε και λίγα.-
-Ναι δόξα το θεό. Γιατί αν δεν ήταν εκείνος τίποτα δεν θα γινόταν. Η εγκυμοσύνη της ήρθε την κατάλληλη στιγμή. Το βλέπω σαν καλό οιωνό. Δεν ξέρω αλλά το συσχετίζω με την επιστροφή της Χριστίνας. Η γέννηση ενός νέου ανθρώπου μπορεί να σηματοδοτεί την εμφάνιση της ανανεωμένης φίλης μας.- απάντησε γεμάτος έξαψη εκείνος.
-Είσαι το ίδιο τρελός με την Χριστίνα. Μόνο εσύ θα μπορούσες να σκεφτείς κάτι τόσο ακραίο. Τώρα καταλαβαίνω γιατί εσείς οι δυο ήσασταν από παιδιά τόσο δεμένοι. Μου λείπει και εμένα τόσο πολύ που έχω κουραστεί από την απουσία της. Καμιά φορά βάζω τις φωνές στον Νίκο. Τι μου φταίει τώρα θα μου πεις εκείνος; Ξέρεις τι του λέω; Τώρα πια που δεν  βρίζω την Μαριάννα  δεν ξέρω που να ξεσπάσω.-
-Μιλάτε καθόλου στο τηλέφωνο;-
-Από την ημέρα που γύρισε, και μετά το πάρτι της επιστροφής, που έκανε στο σπίτι της  και είχαμε όλοι παραβρεθεί πιάσαμε τα τηλέφωνα. Από τότε δυο φορές την εβδομάδα, θα σηκώσει το ακουστικό και θα με πάρει να μου πει  μια καλημέρα. Είναι πολύ καλά Ανέστη αλλά της λείπει η Χριστίνα. Το ξέρω πως είναι δύσκολο για εκείνη.-
-Όπως και για μας Μαρία μου. Για μένα είναι η αδερφή που ποτέ δεν είχα. Ουδέποτε μαλώσαμε , πάντα συμφωνούσαμε σε όλα  και απολαμβάναμε την μεγάλη οθόνη όσο κανείς. Είχαμε πολλές φορές ξενυχτήσει, αναλύοντας ταινίες που εμείς θεωρούσαμε μοναδικές. Πηγαίνω στον κινηματογράφο σχεδόν κάθε εβδομάδα με την Μίρκα, αλλά δεν είναι το ίδιο. Η Χριστίνα το έκανε να φαντάζει αλλιώς.-
-Το πιστεύω αυτό. Η Χριστίνα είναι ένας άνθρωπος που της αρέσει να συζητά και να αναλύει. Για χρόνια ολόκληρα  που ερχόταν σπίτι μου , θα πρέπει να έχουμε καταγράψει δισεκατομμύρια χρόνια κουβέντας. Αν ρωτήσεις τα ντουβάρια του σπιτιού μου , θα αρχίσουν να βογκάνε. Αυτό ήταν από πάντα το γιατρικό της. Αν  δεν συζητούσε  με μένα, με εσένα και τα κορίτσια ότι είχε περάσει στην ζωή της, θα είχε μπει τώρα εκείνη στο τρελάδικο και όχι η καημένη η Μαριάννα. Ζούσε και τρεφόταν από την κουβέντα. Για αυτό και πίστευα από την αρχή πως δεν θα έπρεπε να είχε γίνει φίλη με την Αλεξάκη. Εκείνη ποτέ της δεν κάθισε ένα λεπτό να πει μια λέξη μαζί της. Από την ημέρα που έγιναν φίλες όποτε βρισκόντουσαν και αυτό δεν γινόταν συχνά, πότε θα χτυπούσε το κινητό της , πότε ο εκάστοτε γκόμενος θα είχε πυρετό, πότε θα την έπαιρναν από το γραφείο για να την ρωτήσουν αν θέλει τον καφέ της ντεκαφεινέ ή βαρύ γλυκό. Είμαστε σοβαροί τώρα. Για αυτό και η Χριστίνα στεναχωριόταν. Το ότι αυτή η γυναίκα δεν είχε τίποτα να πει. Τίποτα το ενδιαφέρον εννοώ.-
-Ξέρεις, δεν θα πρέπει να ήταν μόνο αυτό. Για την Μαριάννα η Χριστίνα ήταν κάτι σαν την μεγάλη αδερφή. Την θαύμαζε και την εκτιμούσε. Νομίζω πως όλα αυτά τα χρόνια προσπαθούσε με την καλή έννοια κάπου να της μοιάσει. Είχε ένα μόνιμο άγχος  για την φιλία τους. Θυμάσαι τότε στο τραπέζι των γενεθλίων της Χριστίνας στο σπίτι της; Ήρθε όπως πάντα  με μιας ώρας καθυστέρηση από την Αθήνα.  Είπε τα πιο αλλόκοτα πράγματα για τον χώρο της εργασίας της , έπαιζε με το κινητό της και έφυγε λίγη ώρα αργότερα , γιατί είχε έρθει με κάποιον γκόμενο , τον οποίο και είχε αφήσει να την περιμένει στο αμάξι του. Θα μπορούσε να τον είχε φέρει στο σπίτι. Θα τρώγαμε όλοι μαζί. Μήπως θα της έλεγε όχι η Χριστίνα; Θυμάμαι το βλέμμα της τότε. Την είχε πληγώσει, αλλά δεν της το ανέφερε ποτέ. Πιστεύω λοιπόν πως η όλη συμπεριφορά της εκείνη την  νύχτα ήταν συμπεριφορά αμηχανίας και φοβερού στρες. Σκέψου λίγο. Εκείνη ήταν η καινούργια φίλη και όλοι εμείς οι παλιοί. Καταλάβαινε πως αναλύαμε την κάθε της κίνηση. Βέβαια δεν μας ήταν άγνωστη η Μαριάννα. Την είχατε γνωρίσει στο σπίτι μου, το βράδυ που έκανα την παρουσίαση του βιβλίου. Εκείνο όμως το βράδυ των γενεθλίων ήταν η πρώτη φορά που ήμασταν σε τόσο στενό κύκλο.-
-Εμείς, όμως, την αγκαλιάσαμε και την καλοδεχτήκαμε στην παρέα. Προσπαθήσαμε να της πιάσουμε κουβέντα για να μην αισθάνεται ξένη. Εκείνη έδειχνε να είναι από άλλο πλανήτη.- απάντησε ήρεμα η Μαρία.
-Εκείνη Μαράκι μου ήταν ένα μικρό κορίτσι είκοσι τριών χρόνων και εμείς λίγο μετά τα τριάντα.  Άλλωστε εκείνη δεν είχε ποτέ φίλους, καλούς όπως είμαστε εμείς. Είδε την τρυφερότητα, την αγάπη και το δέσιμο μεταξύ μας και πανικοβλήθηκε. Ήθελε να κάνει καλή εντύπωση.-
-Και έκανε την χειρότερη. Η Χριστίνα είχε μείνει άλαλη τότε. Τέλος πάντων Ανέστη μου. Παλιές ιστορίες. Αν η Μαριάννα άφηνε τον εαυτό της ελεύθερο η συμπεριφορά της θα ήταν άλλη. Εκείνη όμως ήταν μονίμως σφιγμένη.-
 
Στην Αθήνα η ώρα ήταν τέσσερις το απόγευμα όταν η Μαριάννα έπαιρνε την τσάντα της και το φαγητό και άνοιγε την πόρτα του γραφείου της για να φύγει. Έπεσε πάνω σε ένα πολύ όμορφο σαραντάρη με σκούρα επιδερμίδα και γεροδεμένο σώμα.
-Η κυρία Αλεξάκη; -
-Ναι;-
-Συγγνώμη που έπεσα έτσι επάνω σας, αλλά άργησα και φοβόμουν πως δεν θα σας προλάβαινα.- της είπε
-Θέλετε κάτι; Όπως βλέπεται έφευγα από το γραφείο.-
-Είμαι ο κύριος Δημήτρης Αντριώτης. Με  περιμένατε.-
-Στις δυο το μεσημέρι. Τώρα η ώρα είναι τέσσερις. Περάστε μέσα κύριε Αντριώτη. Να ξέρετε  όμως πως είναι η πρώτη και τελευταία φορά που γίνεται αυτό. Δεν μου αρέσει η ασυνέπεια.- του είπε και τον πέρασε στο γραφείο. Εκείνος κάθισε σε μια πολυθρόνα ακριβώς απέναντι από το γραφείο της.
-Κυρία Αλεξάκη δεν είναι του χαρακτήρα μου να καθυστερώ στις δουλειές μου. Άργησα όμως στο γραφείο του πατέρα σας. Με ενημέρωσε για τον τρόπο λειτουργίας σας μιας και εγώ προέρχομαι , από μικρότερους εκδοτικούς οίκους. Μετά με κατέβασε και στα διάφορα τμήματα για να με γνωρίσουν, αλλά να γνωρίσω και εγώ τους συνεργάτες μου.-
-Εντάξει κύριε Αντριώτη. Είσαστε ο καινούργιος μεταφραστής στο τμήμα της ξενόγλωσσης λογοτεχνίας.  Ξέρω πως έχετε μεγάλη εμπειρία σε αυτό το κομμάτι της λογοτεχνίας και χαιρόμαστε που θα δουλέψουμε μαζί.-
-Σας ευχαριστώ κυρία Αλεξάκη. Η τιμή είναι όλη δική μου.-
-Σαν προϊστάμενος σας θα συνεργαστούμε, ελπίζω δημιουργικά. Σε αυτόν εδώ το φάκελο σας έχω ετοιμάσει το υλικό από τα βιβλία που θα εκδοθούν στους επόμενους μήνες. Ένα από αυτά το θέλω σε ένα μήνα έτοιμο και η προθεσμία ξεκινά από σήμερα. Σας έχω σημειώσει πιο είναι. Δείτε όμως και τα υπόλοιπα και το συζητάμε μαζί για το πότε μπορούν να εκδοθούν. Θα τα βρείτε όλα στο φάκελο. Για οποιαδήποτε απορία, θα μιλήσουμε ξανά.- του είπε και σηκώθηκε από το γραφείο της.
-Από αύριο ξεκινάτε δυναμικά. Καλώς ορίσατε κύριε Αντριώτη. Καλό σας απόγευμα .- του είπε και του έσφιξε το χέρι.
-Σας ευχαριστώ θερμά.- απάντησε εκείνος και έφυγε με βήμα σταθερό από το γραφείο της. Μπαίνοντας στο ασανσέρ για να κατέβει στο ισόγειο ο Δημήτρης Αντριώτης πήρε μια βαθιά ανάσα. Η Μαριάννα του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση. Ήταν γοητευμένος μαζί της. Βγαίνοντας από το κτίριο άναψε τσιγάρο και μπήκε στο αυτοκίνητο του. Η Μαριάννα τρώγοντας το μεσημεριανό της στην κουζίνα του σπιτιού της, σκεφτόταν τον Αντριώτη. Ήταν όμορφος άντρας. Σίγουρα σαραντάρης με σκούρο δέρμα και γεροδεμένο σώμα. Η Μαριάννα είχε παρατηρήσει τις παλάμες του. Τα δάχτυλα του ήταν μακριά και με χοντρούς κόμπους. Της άρεσαν. Η Μαριάννα έβαλε το πιάτο, τα μαχαιροπήρουνα και το ποτήρι με το νερό στο πλυντήριο πιάτων. Έβγαλε τα ρούχα της και μπήκε στο μπάνιο. Καθώς το ζεστό νερό έπεφτε στο κορμί της , σκεφτόταν πως είχε πολύ καιρό να κάνει έρωτα. Η μορφή του Αντριώτη με το σκουρόχρωμο δέρμα και τα δυνατά δάχτυλα την έκανε να ριγήσει. Σίγουρα αυτός ο άντρας δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητος.

Ένα φεγγάρι , στρογγυλό και κίτρινο φώτιζε το νησάκι από ψηλά. Η Χριστίνα καθόταν σε μια καρέκλα και είχε την Μισέλ στην αγκαλιά της. Το βλέμμα της χάθηκε στην θάλασσα που λικνιζόταν πέρα μακριά. Αναστέναξε και άναψε τσιγάρο. Είχε έρθει το καλοκαίρι, μια εποχή του χρόνου που δεν είχε αγαπήσει ποτέ της. Από μικρό κοριτσάκι ένιωθε μια αποστροφή για τις υψηλές θερμοκρασίες. Η Χριστίνα έλειπε ένα χρόνο και τέσσερις μήνες από την ημέρα εκείνη που είχε φύγει από την Πάτρα. Νοσταλγούσε την οικογένεια της και τους φίλους της. Τον αγαπημένο της Σταύρο και τον αξιολάτρευτο φίλο της τον Ανέστη. Εκείνη την φεγγαρόλουστη νύχτα, που το τσιγάρο έκαιγε ανάμεσα στα δάχτυλα της η Χριστίνα  είδε πάνω στον ουρανό με τα αστέρια την μητέρα της κλαμένη. Της χαμογέλασε. Το βιβλίο είχε πια τελειώσει και εκείνη θα γυρνούσε πίσω. Θα άφηνε το καλοκαίρι να περάσει και θα εμφανιζόταν τις ημέρες των Χριστουγέννων. Ήταν η αγαπημένη της γιορτή του χρόνου, που την έκανε να νιώθει χαρούμενη και γαλήνια. Εκείνη την ξάστερη νύχτα η Χριστίνα αποφάσισε επιτέλους να γυρίσει πίσω. Πίσω, στην ζωή που άφησε να προχωρά, και στους  ανθρώπους που αγαπούσε.
Η Μαριάννα εκείνο το βράδυ είχε μπει στο αυτοκίνητο της και είχε πάει μόνη της  βόλτα στο Σούνιο. Κάθισε σε  ένα βράχο  και κοιτούσε την θάλασσα. Την κοιτούσε και αναρωτήθηκε , πότε επιτέλους θα ερχόταν η φίλη της. Και αν δεν γυρνούσε ποτέ; Όχι αυτό δεν ήθελε να το σκεφτεί. Θα έκανε μόνο θετικές σκέψεις. Πήρε μια πέτρα και την πέταξε  στα ήρεμα νερά. Μετά πήρε και άλλη, και άλλη και άλλη. Η Μαριάννα κάθισε εκεί πετώντας πέτρες στη θάλασσα καπνίζοντας. Το φεγγάρι της χαμογέλασε από ψηλά.


Έξω έβρεχε δυνατά. Οι δρόμοι της Αθήνας είχαν πλημμυρίσει και τα αυτοκίνητα με δυσκολία προχωρούσαν. Στην είσοδο του κτιρίου που στεγαζόταν ο εκδοτικός οίκος Δίας υπήρχε ένα τεράστιο Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τα δεκάδες φωτάκια του αναβόσβηναν σε τρελούς ρυθμούς. Μια γυναικεία φιγούρα που κρατούσε μια βαλίτσα και ένα κένελ μεταφοράς μπήκε μέσα. Υπήρχαν δυο άντρες  στην  γραμματεία και η γυναίκα  ρώτησε αν η κυρία Αλεξάκη βρισκόταν στο γραφείο της.
-Θέλετε να την ενημερώσω; Είσαστε η ;- ρώτησε εκείνος.
-Όχι απλά θα ήθελα να ξέρω εάν είναι επάνω.-
-Μια στιγμή να ρωτήσω. Συνήθως φεύγει στις τρεις το μεσημέρι.- είπε ο άντρας και σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου. Η Χριστίνα κοιτούσε τον χώρο. Δεν είχε αλλάξει τίποτα. Όλα ήταν όπως ακριβώς τα θυμόταν.
-Κυρία;-
-Ναι;-
-Η κυρία Αλεξάκη είναι ακόμα στο γραφείο της. Θέλετε να αφήσετε το όνομα σας για να δω αν μπορεί να σας δεχτεί;- την ρώτησε ο άντρας.
-Όχι ευχαριστώ. Θα περιμένω να την δω όταν θα φύγει. Μπορώ να αφήσω εδώ την βαλίτσα μου και αυτό το κένελ; Έχω μέσα την γάτα μου , αλλά μη φοβάστε δεν μπορεί να βγει.- τον παρακάλεσε
-Δεν νομίζω να υπάρχει πρόβλημα. Όχι όμως για πολύ. –
-Δεν  θα αργήσω καθόλου. Τι ώρα κλείνετε ;-
-Είναι Παρασκευή σήμερα και οι περισσότεροι έχουν φύγει από τα γραφεία τους. Η κυρία Αλεξάκη συνήθως κάθε Παρασκευή φεύγει κατά τις έξι το απόγευμα. Ποτέ πιο αργά. Άλλωστε μετά μπαίνουν οι καθαρίστριες και όταν τελειώσουν αναλαμβάνει δράση η εταιρία που φυλά τον χώρο. Πιστεύω πως σε λίγο θα κατέβει.-
-Ωραία σας ευχαριστώ. Θα την περιμένω έξω.-
-Μα έξω βρέχει. Γιατί δεν κάθεστε εδώ;-
-Δεν με πειράζει η βροχή. Κυρίως όταν πέφτει ρυθμικά  μια Παρασκευή απόγευμα.- του απάντησε και βγήκε έξω. Ο άντρας έμεινε να την κοιτάζει περίεργα. Η γυναίκα βγαίνοντας άφησε τη βροχή να της πλύνει τα μαλλιά και το πρόσωπο.

-Κυρία Αλεξάκη με θέλετε τίποτα άλλο; Έχω τελειώσει με αυτά.-
-Όχι Ειρήνη, μπορείς να πηγαίνεις και συγγνώμη που σε κράτησα τρεις ώρες παραπάνω σήμερα. Δεν θα επαναληφθεί. –
-Μα δεν πειράζει κυρία Αλεξάκη.-
-Και όμως δεν είναι σωστό. Να δουλεύεις τόσο , όσο για να ζήσεις Ειρήνη μου. Αν κάνεις το αντίθετο όπως εγώ , θα χάσεις τα πάντα. Και τα πάντα είναι οι μικρές καθημερινές απολαύσεις της ζωής. Να προσέχεις γιατί βρέχει έξω. Καλό Σαββατοκύριακο.- της απάντησε ήρεμη η Μαριάννα και χαμογέλασε.
-Καλή ξεκούραση κυρία Αλεξάκη.-
Όταν έφυγε η Ειρήνη, η Μαριάννα φόρεσε το παλτό της πήρε την τσάντα της και έκλεισε το υπολογιστή. Με το ασανσέρ έφτασε στην γραμματεία.
-Καλό βράδυ.- είπε στους δυο άντρες που βρισκόντουσαν στο γραφείο.
-Καλό διήμερο.- της απάντησαν με μια φωνή. Βγαίνοντας έξω η Μαριάννα άνοιξε την ομπρέλα της. Σκέφτηκε πως το πρωί είχε κάνει ένα τραγικό λάθος. Άφησε το αμάξι της απέναντι από το κτίριο αντί να το βάλει στο γκαράζ του εκδοτικού οίκου. Τώρα θα έπρεπε να μπει μέσα στα νερά και να βραχεί ως το κόκαλο. Η Χριστίνα την είδε από μια απόσταση είκοσι μέτρων.  Βρισκόταν πίσω της. Είχε πάρει την βαλίτσα  και το κένελ από το κτίριο και τα είχε βγάλει έξω μέσα σε μια στάση του λεωφορείου. Κοιτούσε την φίλη της που προσπαθούσε να βρει τρόπο να περάσει τον δρόμο και να πάει στο αμάξι της. Φώναξε και της είπε.
-Αν υπήρχε τώρα νεραϊδόσκονη, θα μπορούσες να πετάξεις,  και να μπεις  στο αμάξι σου.- Η Μαριάννα ακούγοντας την φωνή της Χριστίνας πάγωσε ολόκληρη. Μπόρεσε όμως να βρει το κουράγιο και να γυρίσει αργά το σώμα της προς την μεριά της γνωστής εκείνης φωνής. Από μια γωνιά είδε να ξεπροβάλει η μορφή της φίλης της. Τα μάτια της δεν μπορούσαν να την δουν καθαρά. Φορούσε γυαλιά και η βροχή έπεφτε καλύπτοντας την όραση της , αφού είχε κατεβάσει την ομπρέλα. Με σταθερά βήματα η Χριστίνα την πλησίασε. Τα μαλλιά είχαν κολλήσει στο πρόσωπο της. Η Μαριάννα την κοιτούσε σαν χαμένη , μη μπορώντας να πιστέψει πως η Χριστίνα ήταν εκεί, με σάρκα και οστά. Μπόρεσε όμως να τραυλίσει.
-Πάντα θα υπάρχει νεραιδόσκονη και αγάπη στον κόσμο. Φτάνει να ξέρεις που να την βρεις.- Τα μάτια της λέγοντας αυτά πήραν αστραπιαία διάφορους χρωματισμούς. Σαν μέσα στο υγρό τους στοιχείο να έπεφταν αστραπές. Η Χριστίνα της χαμογέλασε.
-Ποτέ δεν κατάλαβα τα μάτια σου. Είναι ότι πιο περίεργο είδα ποτέ μου. Πως καταφέρνεις να αλλάζεις το χρώμα τους;- την ρώτησε και την πλησίασε περισσότερο. Το ένα χέρι της Μαριάννας έσφιξε την ομπρέλα τόσο δυνατά που θα έλεγε κανείς πως θα την έσπαγε στα δυο. Η Βροχή έπεφτε επάνω τους ασταμάτητα μα εκείνες έδειχναν να μη το καταλαβαίνουν.
-Πέρασε καιρός από τότε. Συγγνώμη Μαριάννα. – είπε κλαίγοντας η Χριστίνα και οι δυο γυναίκες αγκαλιάστηκαν στην βροχή. Τα δάκρυα τους έγιναν ένα με τις σταγόνες και η Μισέλ μέσα στο κένελ νιαούρισε δυνατά.

-Τι έχεις μωρό μου; Είσαι τώρα μισή ώρα στο παράθυρο και βλέπεις τη βροχή. Σκέφτεσαι κάτι;- ρώτησε ο Νίκος την Μαρία. Πήγε δίπλα της και την φίλησε στο κεφάλι.
-Σκέφτομαι την Χριστίνα. Σαν σήμερα  Παρασκευή ,σχεδόν πριν δυο χρόνια έφυγε για το νησί. Δεν ξέρω, αλλά νιώθω περίεργα. Κάτι μου λέει πως θα την ξαναδώ.-
-Και βέβαια θα την δεις ξανά. Δεν έφυγε για πάντα. Κάποια στιγμή θα γυρίσει.-
-Μα αυτό λέω και εγώ. Η Χριστίνα γύρισε σήμερα.- του απάντησε και συνέχισε να κοιτά την βροχή.

-Αλήθεια πόσες φορές θα δεις αυτή την ταινία;-
-Ποια; «Τους τέσσερις γάμους και μια κηδεία»; Μα είναι θαυμάσια. Κοίτα τους έχουν γίνει μούσκεμα από την  βροχή. Αυτό και αν είναι έρωτας – είπε η Ελένη στον Παναγιώτη και έκλεισε την τηλεόραση.
-Ταινία που έβαλες να δεις! Αγγλία που βρέχει συνέχεια και το περίεργο είναι πως βρέχει και εδώ- απάντησε ο Παναγιώτης.
-Ναι και σήμερα είναι Παρασκευή-
-Ε! και τι άλλαξε;-
-Θυμάσαι που πριν σχεδόν δυο χρόνια η Χριστίνα έφυγε; Ήταν και τότε Παρασκευή και μάλιστα έβρεχε. Παναγιώτη πες με τρελή , αλλά η Χριστίνα θα γυρίσει σήμερα. Το νιώθω.-
-Είσαι τρελή.-     
   
-Γιώργο τελείωσες με το μπάνιο σου;-
-Ναι καλή μου. Απλά το σφουγγαρίζω. Έχει νερά πολλά.-
-Μα τι κάνεις; Δεν είναι δική σου δουλειά αυτό. –
-Δεν θέλω να σε κουράζω. Αυτό είναι όλο.- της είπε φορώντας το μπουρνούζι του και μπαίνοντας στο καθιστικό.
-Μα τι κάνεις; Κλείσε την μπαλκονόπορτα βρέχει έξω.- της είπε εκείνος.
-Ναι βρέχει .- απάντησε μελαγχολικά εκείνη.
-Έχεις τίποτα; Δεν σε βλέπω να έχεις κέφι.
-Είναι Παρασκευή και βρέχει, Γιώργο. Η Χριστίνα. Θεέ μου! Η Χριστίνα θα γυρίσει. Το νιώθω.- του απάντησε και βγήκε στο μπαλκόνι. Ο Γιώργος έμεινε απλά να την κοιτά με απορία.

Ο Σταύρος είχε ανοίξει το παράθυρο στο σαλόνι του σπιτιού του. Κάπνιζε την πίπα του, κρατώντας ένα ποτήρι με βότκα στο χέρι του. Για τον Σταύρο ήταν απόλαυση να μυρίζει την βροχή. Μέσα στο σπίτι είχε μόλις βάλει τις τελευταίες πινελιές σε ένα πίνακα. Βρισκόταν έτοιμος στο καβαλέτο. Το τοπίο που είχε αποθανατίσει ήταν κάποια μουντά σύννεφα στον ουρανό. Η θάλασσα από κάτω ήταν αγριεμένη και επάνω της μια στρογγυλή σφαίρα, που είχε σαν βάση το χρυσό χρώμα, ενώ μέσα της  τα άλλα χρώματα την έκαναν να μοιάζει, πως κρύβει στα σωθικά της ζωή. Ήταν μια Παρασκευή που έβρεχε και ο Σταύρος ήξερε πως η Χριστίνα γυρνούσε ξανά πίσω. Πίσω στην αγκαλιά του.

Η Χριστίνα κοιτούσε τη βροχή που έπεφτε στα τζάμια του αυτοκινήτου. Η Μαριάννα οδηγούσε αμίλητη και ανεβοκατέβαζε ταχύτητες. Η Μισέλ βρισκόταν στα πόδια της Χριστίνας. την είχε βγάλει από το κένελ για να μπορέσει να ξεμουδιάσει. Άναψε τσιγάρο και άνοιξε το ραδιόφωνο.
«Πούλα με ακόμα μια φορά δεν με πειράζει…» ακούστηκε να λέει ο τραγουδιστής  και η Χριστίνα δυνάμωσε τον ήχο. Η Μαριάννα δεν είπε τίποτα. Οδηγούσε ήρεμη για να φτάσουν στο διαμέρισμα της. Η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει αλλά η ένταση της είχε μειωθεί αισθητά. Λίγη ώρα αργότερα έμπαιναν στο σπίτι της Μαριάννας που κρατούσε εκείνη την βαλίτσα και τον σάκο της Χριστίνας για να μπορεί εκείνη να κρατά την γάτα μέσα στο κένελ.


Η Βίκυ με τον Γιώργο άκουγαν κλασική μουσική στο σαλόνι , διαβάζοντας.
Η Μαρία έβλεπε αγκαλιά με τον Νίκο το «Κάπτεν Μπλάντ» για χιλιοστή φορά.
Ο Ανέστης βρισκόταν στον κινηματογράφο με την Μίρκα βλέποντας μια Κινέζικη ταινία.
Ο Παναγιώτης  διάβαζε στο γραφείο του και η Ελένη είχε βγει στο μπαλκόνι μυρίζοντας την βροχή που ακόμα έπεφτε.
Ο Σταύρος είχε βάλει δυνατά την μουσική υπόκρουση του Νικόλα Πιοβάνι από την ταινία «Ο κύριος με τα γκρι». Ο καπνός από την πίπα του είχε γεμίσει την ατμόσφαιρα και η βροχή έπεφτε ψιλή και αέρινη τώρα πια. Η λύτρωση είχε έρθει για όλους.

Η Χριστίνα στέγνωσε τα μαλλιά της και έφτιαξε δυνατό τσάι. Μετά περίμενε την Μαριάννα να βγει από το μπάνιο. Πήγε το σερβίτσιο στο καθιστικό και το απόθεσε πάνω στο τραπεζάκι. Η Μαριάννα βγήκε ανανεωμένη από το μπάνιο. Φορούσε ένα γαλάζιο μπουρνούζι.
-Δεν θα αργήσω. Θα πάω να φορέσω κάτι και έρχομαι.- είπε στην Χριστίνα.
-Έφτιαξα ζεστό τσάι. Πόση ζάχαρη να σου βάλω;-
-Καμία. Μου αρέσει να μην αλλοιώνω την πραγματική του γεύση με γλυκαντικές ουσίες.-
-Λεμόνι θέλεις;-
-Ναι κόψε μια φέτα και βάλε τη μέσα στην κούπα.- ακούστηκε να της λέει καθώς πήγαινε στην κρεβατοκάμαρα της για να ντυθεί. Μέχρι η Μαριάννα να εμφανιστεί ξανά η Χριστίνα είχε ετοιμάσει τα πάντα. Κάθισε στον καναπέ και άνοιξε την τηλεόραση. Έκανε ένα ζάπινγκ στα κανάλια ,άλλα δεν βρήκε κάτι καλό για να παρακολουθήσει.
-Σου έχω μια έκπληξη που θα σε κάνει να πετάξεις ως τα αστέρια.- είπε μπαίνοντας στο καθιστικό η Μαριάννα φορώντας ένα ζευγάρι κόκκινες φόρμες.
-Κάθισε Μαριάννα. Πρέπει να μιλήσουμε εμείς οι δυο. Άσε τις εκπλήξεις για άλλη στιγμή.- απάντησε σοβαρά η Χριστίνα.
-Έχουμε μια ολόκληρη ζωή για να τα πούμε και να τα αναλύσουμε όλα Χριστίνα. Να συγχωρήσει η μία την άλλη και να προχωρήσουμε σε ένα  μέλλον που δεν θα το καλύπτουν μαύρα σύννεφα. Έλειψες πολύ καιρό και δεν ξέρεις τίποτα για μένα. Έχω αλλάξει ριζικά Χριστίνα. Η τουλάχιστον προσπάθησα να βγω κερδισμένη με τους προσωπικούς μου δαίμονες. Και εσύ φαντάζομαι κάτι θα άλλαξες στο διάστημα που έλειψες. Δεν θέλω όμως να μιλήσουμε για όλα αυτά σήμερα. Γιατί είναι πολλά που πρέπει να πούμε. Πολλά που πρέπει να ξεχάσουμε, αλλά και αρκετά για να θυμηθούμε. Σου είπα λοιπόν πως σου έχω εδώ μια μεγάλη έκπληξη, αλλά πρώτα απ’ όλα, που είναι η Μισέλ;- ρώτησε και χαμογέλασε.
-Κάπου θα  γυρίζει μέσα στο σπίτι. Καλλίτερα να την βάλω ξανά στο κένελ. Δεν θέλω να σου κάνει καμιά ζημιά.- απάντησε η Χριστίνα και σηκώθηκε όρθια για να πάει να βρει την γάτα.
-Κάθισε σε παρακαλώ. Θα την βρω εγώ. Και μην τολμήσεις να την βάλεις στο κένελ. Η Μισέλ ήταν εκείνη που μου έλειψε περισσότερο. Περισσότερο από εσένα εννοώ.- της είπε σιγά και ξέσπασε σε γέλια.
-Κατάλαβα. Εντάξει πήγαινε να την βρεις.- είπε γελώντας και η Χριστίνα.
Η Μαριάννα βρήκε την γάτα επάνω στον καναπέ του σαλονιού να γλύφει την πανέμορφη γούνα της.
-Α! Ώστε εδώ είσαι κατεργάρα; Έλα εδώ μικρό τερατάκι. Έλα γρήγορα στην αγκαλιά μου.- της είπε χαρούμενα εκείνη και η γάτα πήδηξε στα χέρια της. Η Μαριάννα την κράτησε με αγάπη στην αγκαλιά της και η Μισέλ έβαλε την μουσούδα της στο λαιμό της Μαριάννας. Την έγλυψε και γουργούρισε από ευχαρίστηση. Εκείνη  επέστρεψε στο καθιστικό με την γάτα να έχει γαντζωθεί επάνω της.
-Όπως λοιπόν σου έλεγα πριν μας διακόψει η γάτα σου έχω μια έκπληξη. Πήγαινε σε παρακαλώ μέσα στο γραφείο μου και φέρε το λάπ τοπ μου εδώ. Θα το αφήσεις ανοιχτό πάνω στο τραπεζάκι. Τα υπόλοιπα θα τα αναλάβω εγώ.-
-Μα τι είναι Μαριάννα μου; Δεν σε καταλαβαίνω σήμερα.-
-Φέρε εσύ τον υπολογιστή, γιατί εγώ δεν μπορώ να αποχωριστώ την Μισέλ και θα δεις.- Η Χριστίνα υπάκουσε στις υποδείξεις της φίλης της και απόθεσε τον υπολογιστή στο τραπεζάκι του καθιστικού. Η Μαριάννα τον άνοιξε και με το ένα της χέρι έβαλε ένα DVD στην υποδοχή του.
-Όταν πριν από δυο περίπου χρόνια με έδιωξες από το σπίτι και ξέγραψες την φιλία μας , δεν ήξερες πως είχα βρει κάτι στην κρεβατοκάμαρα σου.-
-Δεν είχα τίποτα να κρύψω. Φόνο δεν έκανα για να το ξέρεις.- απάντησε και γέλασε η Χριστίνα.
-Το ξέρω ,αλλά όλοι έχουμε τα μυστικά μας. Έτσι δεν είναι Μισέλ;-
-Νιάου.- απάντησε η γάτα χωμένη στο στήθος της Μαριάννας.-
-Το είδες; Μέχρι και η γάτα σου είναι σύμφωνη μαζί μου.-
-Για να μπούμε στο ψητό. Τι είναι όλα αυτά κυρία μου;- αστειεύτηκε η Χριστίνα.
-Ξέρω πως είσαι παθιασμένη με τις παλιές ταινίες του Χόλυγουντ. Λατρεύεις τον φανταστικό κινηματογράφο , τα φιλμ Νουάρ και αγαπημένος σου σκηνοθέτης είναι ο Ζακ Τουρνέρ. Ακόμα γνωρίζω πως δεν κάνεις βήμα χωρίς να έχεις μαζί σου όλα τα επεισόδια από την  τηλεοπτική σειρά του εξήντα «Η ζώνη του Λυκόφωτος» έχεις άλλα επεισόδια στο σπίτι σου και άλλα στο σπίτι της μητέρας σου. Έχεις αφήσει και μερικά στον Σταύρο. Μόνο που δεν τα έχεις όλα. Είχες γράψει τα εξήντα από τα εκατόν εξήντα που έχει η σειρά. Και αυτά τα είχες σε βιντεοκασέτες.-
-Που θέλεις να καταλήξεις;-
-Θα δεις. Στο κομοδίνο της κρεβατοκάμαρας σου , είχες γράψει μια λίστα με ταινίες που ήθελες να αγοράσεις. Μεγάλη λίστα , αλλά όχι και δυσεύρετη. –
      -Ναι το ξέρω. Πολλές από εκείνες τις ταινίες κυκλοφορούν και μέσω ίντερνετ για να τις κατεβάσεις.-
-Εγώ λοιπόν σου κατέβασα όλους τους τίτλους των ταινιών που είχες γράψει. Τώρα θα περάσουν από τα μάτια σου οι ταινίες που αγαπάς πιο πολύ και από την ίδια σου την μάνα. Εγώ όμως σου αγόρασα όλα τα φιλμ από την τεράστια λίστα σου. Σου αγόρασα επίσης όλη την σειρά «Η ζώνη του Λυκόφωτος» σε DVD.  Θα έχεις επιτέλους μαζεμένα όλα τα επεισόδια.-
-Μα… μα... πως σου ήρθε… να το κάνεις αυτό; Θα έδωσες του κόσμου τα λεφτά. Σε ευχαριστώ που με σκέφτηκες. Είναι…είναι…τι να πω; Το καλλίτερο δώρο που θα μπορούσε να μου κάνει κάποιος. Δεν ….δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω.- της είπε πολύ συγχυσμένη η Χριστίνα και δάκρυσε.
-Να είσαι καλά, και σταμάτα να τραυλίζεις. Συγγνώμη που δε μπορώ να σε αγκαλιάσω. Κρατώ την Μισέλ. Θα αγκαλιαστούμε άλλη ώρα. Τώρα δες εκεί τις ταινίες που σου αγόρασα. Εδώ υπάρχουν μικρά αποσπάσματα από το υλικό που σου πήρα. Είπε γελώντας και πειράζοντας την φίλη της η Μαριάννα.
-Έτοιμη;- της είπε.
-Όσο ποτέ.- απάντησε και κάρφωσε τα μάτια της στην οθόνη του υπολογιστή. Ο υπολογιστής άρχισε να παίζει μικρά κομμάτια από διάφορες ταινίες. Η Χριστίνα είδε τους τίτλους αρχής από την  ταινία «Ο δράκος του Τσέστερ»  και μετά  «Η μάσκα του Σατανά» του Μάριο Μπάβα  πήρε την θέση της πρώτης ταινίας, για να συνεχίσουν οι ταινίες «Ο λυκάνθρωπος», «Οι κέρινες μάσκες», «Ο πόλεμος δυο κόσμων», «Το πορτραίτο της Τζένης», «Το στοιχειωμένο παλάτι», «Το πιο επικίνδυνο παιχνίδι», «Το νησί των χαμένων ψυχών», «Ψυχές στην ομίχλη» και δεκάδες άλλες. Η Χριστίνα είχε μείνει ακίνητη να παρακολουθεί χωρίς να αναπνέει τις εικόνες. Δίπλα της η Μαριάννα χαμογελούσε από ευχαρίστηση. Ήταν μια ξεχωριστή στιγμή και για τις  δυο τους.
Την επόμενη ημέρα  η Χριστίνα και η Μαριάννα  έφυγαν για την Πάτρα. Η βροχή είχε σταματήσει και ο αέρας που φυσούσε έφερνε ψύχρα. Ο καιρός είχε αλλάξει. Ο βοριάς έκανε την διάθεση της Χριστίνας να φτιάξει κατά πολύ. Η Μισέλ είχε ξαπλώσει στα γόνατα της Μαριάννας. Δεν την ενοχλούσε καθόλου που εκείνη οδηγούσε. Απλά απολάμβανε την βόλτα. Όταν οι δυο γυναίκες έφτασαν στο σπίτι η Χριστίνα άνοιξε την πόρτα και μπήκαν μέσα. Το σπίτι έμοιαζε σαν να μην είχε φύγει ποτέ από εκεί η Χριστίνα. Τα πάντα ήταν στη θέση τους και καθαρά. Αυτό το είχε φροντίσει η αδερφή της η Μαρίνα. Όλο εκείνο τον καιρό που έλειπε η Χριστίνα δυο φορές τον μήνα πήγαινε και το καθάριζε. Στο σαλόνι το στέρεο ήταν βουβό. Η Χριστίνα άναψε τα φώτα σε όλο το σπίτι. Η Μαριάννα πήρε ένα σι ντι και το έβαλε να παίζει. Το αγαπημένο γκρουπ της Χριστίνας ακούστηκε από τα ηχεία. Η Χριστίνα έβγαλε το παλτό της και κάθισε στον καναπέ. Η Μαριάννα έκλεισε το φως στο σαλόνι και άναψε ένα κερί αρωματικό που βρισκόταν στο γυάλινο τραπεζάκι μπροστά από τον καναπέ. Στη συνέχεια πήγε δίπλα στην Χριστίνα και κάθισε. Άναψε τσιγάρο και πέταξε τον καπνό μακριά, ενώ ο τραγουδιστής  με την μελωδική του φωνή τραγουδούσε.
«Απ’ το παράθυρο έρχεται η εικόνα του χειμώνα
Βροχή που πέφτει , δέντρα που λυγίζουν στο βοριά.
Και εσύ σκυμμένος πάντα εδώ με χέρια ματωμένα
Συζήτηση αρχινάς με τον καθρέφτη σιωπηλά….»
-Λοιπόν γυρίσαμε πίσω. Είμαστε στο σημείο εκείνο που μαλώσαμε Χριστίνα. Από εκείνο το απόγευμα που σηκώθηκες και έφυγες. Και με το δίκιο σου. Σου ζητώ συγγνώμη και είναι η μοναδική που άκουσες από εμένα  στα έντεκα  χρόνια που γνωριζόμαστε.- είπε λυπημένη. Η Χριστίνα την κοίταξε.
-Έχω και εγώ μια συγγνώμη να εκφράσω. Συγγνώμη Μαριάννα που δεν έμεινα για πάντα κοντά σου. Που απλά κουράστηκα και σε έδιωξα. Οι πραγματικοί φίλοι είναι αυτοί που μένουν ως το τέλος. Άσχετα αν αυτό είναι καλό η κακό. Εγώ που καυχιόμουν πως είχα την φιλία πολύ ψηλά, το έβαλα στα πόδια.-
-Και όμως Χριστίνα έμεινες ως το τέλος. Αν δεν είχα την δική σου ανάμνηση και τα δικά σου λόγια να μου σφυροκοπούν το κεφάλι ίσως να μη τα είχα καταφέρει.-
-Τι εννοείς; Δεν καταλαβαίνω τίποτα.-
-Δεν έχεις ιδέα τι έκανα αυτά τα δυο χρόνια που έχεις να με δεις Χριστίνα. Για να σου πω μια μεγάλη αλήθεια πολεμούσα. Έδινα καθημερινές μάχες με τον εαυτό μου. Δύσκολες μάχες. Πιστεύω πως τις κέρδισα όλες, αλλά δεν ξέρω για την έκβαση του πολέμου. Όλα παίζονται ακόμα. Τώρα όμως που είσαι εδώ κοντά μου, ξέρω πως θα τα καταφέρω. Όχι γιατί μου δίνεις εσύ δύναμη, αλλά γιατί βρήκα εγώ την δική μου. Αυτή που υπήρχε πάντα μέσα μου, αλλά που ήμουν τυφλή για να την δω.-
-Μιλάς ξανά με γρίφους. Ελπίζω να μου εξηγήσεις ,ποιόν πολεμούσες;-
-Θα στα πω όλα σιγά-σιγά. Το ζητούμενο είναι πως είμαστε εδώ και πως παραμείναμε φίλες. Περάσαμε πολλά.-
-Αυτό είναι αλήθεια. Όμως, σημασία έχει το ταξίδι. Ότι και αν πάρεις από αυτό είναι κέρδος. Για δυο χρόνια σχεδόν έγραφα το βιβλίο μου. Το τελείωσα επιτέλους και μαζί με αυτό συγχώρησα πρώτα τον εαυτό μου και μετά τους άλλους. Χωρίς να το ξέρεις εσύ, τα κορίτσια και εγώ η ίδια μέσα από εσάς βρήκα τελικά το υλικό, που χρειαζόμουν για να το ξεκινήσω και να το τελειώσω.- της απάντησε.
Η Μαριάννα δάκρυσε. Άναψε και δεύτερο τσιγάρο και αφού τράβηξε την πρώτη ρουφηξιά  το έδωσε στην Χριστίνα. Εκείνη το πήρε δειλά από τα δάχτυλα της και το έφερε στα χείλη της. Το κάπνισαν μαζί  ακούγοντας τον τραγουδιστή να λέει.

«Άγνωστοι φόβοι στο μυαλό σου πολεμούν
Με τις σκιές που  θολά σε καλύπτουν κάθε βράδυ».

Η Μαριάννα σηκώθηκε και άνοιξε την μπαλκονόπορτα. Βγήκε στο μπαλκόνι. Πήρε δυο βαθιές ανάσες και έμεινε όρθια να κοιτά τον ουρανό. Ο αέρας είχε δυναμώσει και το κρύο είχε γίνει αισθητό. Με τα μάτια της φαντασίας της πήγε πίσω στο χρόνο έντεκα  ολόκληρα χρόνια και είδε εκείνη και την Χριστίνα να τρώνε στο  κινέζικο. Ήξερε πια πως το ταξίδι είχε ολοκληρωθεί και οι γνώσεις που είχε κερδίσει  ήταν πολύτιμες. Άλλωστε για αυτό ήταν τα ταξίδια. Η Μαριάννα χαμογέλασε και τα μάτια της πήραν το χρώμα του ουρανού.   


Αυτό είναι ένα βιβλίο που μιλά για την φιλία. Για το πώς ορισμένοι άνθρωποι έρχονται κοντά και προσπαθούν μαζί να κάνουν την ζωή τους μοναδική. Για αυτό και το βιβλίο  αυτό αφιερώνεται ειδικά  στις τέσσερις  ξεχωριστές φίλες που είναι κοντά μου πολλά χρόνια και με στηρίζουν, όπως και εγώ. Παλέψαμε πολύ για να εδραιώσουμε αυτή τη φιλία. Χωρίς την αγάπη σας δεν θα μπορούσα να γράψω. Ετούτο το βιβλίο είναι το πρώτο που έγραψα και το αγαπώ όσο και εσείς. Για αυτό και σας ανήκει. Είναι δικό σας βιβλίο.  

Στις: Αγγελική, Έφη, Έλλη, Νατάσα.

Στην Χρύσα που αν δεν ήταν εκεί να με καθοδηγήσει δεν θα είχα ξεκινήσει το ταξίδι.
Σε ευχαριστώ για ότι μου έμαθες. Στον αδερφό μου Γιώργο και στην γυναίκα του Άντζελα που είναι στο πλευρό μου.
Στους γονείς μου και στον Θεό που με  προστατεύει.    
Στους φίλους και φίλες που είναι δίπλα μου: Λάμπρο και Ευγενία Μάθεση, Κώστα Μιχαλάκη, Αντρέα Αυγέρη, Πάνο Παπασωτηρίου, Ρούλα Σοφρά, Παναγιώτη Βελτανισιάν,  Μαρία και  Νίκο Τσίτσο. Φωτεινή και Νίκο Λαυράνο, Σύλβια και Κώστα Γάσπαρη, Στέλλα και Σωτήρη Καρνέση, Στεργιάννα Γιαφεντή και σε όλους όσους ξέχασα. Τα ξαδέρφια μου: Γεωργία και Κωνσταντίνα Φήμη, Τάσο και Λούντα Καραντή, Αποστόλη Αθανασίου, Άντα.   
Στην Αθηνά Γραμματικού που οι συμβουλές της ήταν πολύτιμες, και στον αγαπημένο μου φίλο Δημήτρη Χαρίτο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι από το ομώνυμο ποίημα της Άντζελας Σκοπελίτη Κοφινά.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Θα ’ρθει η μέρα που η νέα φτώχεια θα εκδικηθεί πολύ σκληρά τους άθλιους τραπεζίτες. Για τη μέρα αυτή τραγουδώ πάντα.
Μανώλης Μητσιάς

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

23/10/1925 Γεννήθηκε στην Ξάνθη ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις
24/10/2010 Έφυγε από τη ζωή ανήμερα των γενεθλίων της η τραγουδίστρια του Νέου Κύματος Καίτη Χωματά