109 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
23.10.2017
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Ο χρόνος της φθοράς | Μέρος 19ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά


Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Χριστίνα. Μια γυναίκα λίγο μετά τα τριάντα που θεωρεί την έννοια της φιλίας το μεγαλύτερο αγαθό. Έχει καταφέρει να έχει κοντά της τρεις αγαπημένες φίλες και έναν αδερφικό φίλο που είναι πάντα στο πλευρό της.
Τη Μαρία , την Βίκυ , την Ελένη και τον Ανέστη. Όταν όμως γνωρίζεται με την Μαριάννα Αλεξάκη η ισορροπία στη ζωή της χάνεται. Εκείνη είναι ένα παιδί 23 χρόνων που δουλεύει στον εκδοτικό οίκο του πατέρα της. Έχει θέσει πολύ ψηλούς στόχους για να γίνει συγγραφέας  και θέλει να κάνει μεγάλη καριέρα σε αυτό. Η Μαριάννα σε αντίθεση με την Χριστίνα δεν εμπιστεύεται κανέναν , δεν κάνει φιλίες , φοβάται την μοναξιά  και προσπαθεί να κάνει τους γονείς της να την προσέξουν.
Οι δυο γυναίκες δένονται με μια φιλία και μια δυνατή αγάπη από την αρχή της γνωριμίας τους. Όμως η Μαριάννα απασχολημένη με το κτίσιμο της καριέρας της, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα υψηλά στάνταρ της Χριστίνας για τη φιλία.
Δυο διαφορετικές γυναίκες και δυο ξεχωριστές πορείες. Ένας κύκλος φιλίας  που ξεκινά με τη γνωριμία των δύο γυναικών , συνεχίζεται με τα ψυχικά προβλήματα της Μαριάννας , για να καταλήξει στο φευγιό της Χριστίνας και την τελική τους επανασύνδεση.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟΕΝΑΤΟ
 
Το κινητό του Ανέστη χτύπησε δυο φορές πριν το σηκώσει.
-Ναι;-
-Ανέστη καλησπέρα. Ο Λεωνίδας Αλεξάκης είμαι. Πως είσαι αγόρι μου;-
-Πολύ καλά κύριε Αλεξάκη. Τι ευχάριστη έκπληξη ήταν αυτή;-
-Σε πήρα για συγκεκριμένο λόγο,  γιατί δεν βρίσκω την Χριστίνα και πρέπει να της μιλήσω.- Από την μεριά του Ανέστη επικράτησε σιγή. Ο Αλεξάκης κατάλαβε πως κάτι είχε συμβεί. Προσευχήθηκε μόνο η Χριστίνα να ήταν καλά.
-Κύριε Αλεξάκη φαίνεται πως δεν γνωρίζεται κάποια πράγματα. Η Μαριάννα δεν σας είπε τίποτα;-
-Η κόρη μου Ανέστη βρίσκεται στην Αμερική. Είναι κλεισμένη σε ψυχιατρική κλινική. Οι γιατροί λένε πως έχει μανιοκατάθλιψη.- Το χέρι του Ανέστη που κρατούσε το κινητό κοκάλωσε. Πήρε δυο βαθιές αναπνοές κάθισε σε μια καρέκλα και προσπάθησε να μην έχει ταχυπαλμία. Του ήταν πολύ δύσκολο να κρατήσει την ψυχραιμία του.
-Τι είπατε; Πότε έγινε αυτό; Εμείς δεν γνωρίζουμε τίποτα.- είπε με σβησμένη φωνή.
-Είναι τρεις μήνες τώρα. Είναι η μητέρα της εκεί. Εγώ πάω και γυρίζω τουλάχιστον μια φορά το μήνα. Η δουλειά ξέρεις.-
-Ναι βέβαια έχετε δίκιο. Θα γίνει καλά; Πως είναι τώρα;-
-Δεν μπορώ να σου πω τίποτα. Η Μαριάννα βρίσκεται χαμένη σε ένα άλλο κόσμο τώρα. Χρειάζομαι όμως την Χριστίνα. Η κόρη μου την εμπιστευόταν και την εκτιμούσε πιο πολύ και από εμάς τους γονείς της. Που είναι Ανέστη;-    
-Κύριε Αλεξάκη η Χριστίνα έφυγε.-
-Έφυγε; Που πήγε δηλαδή;-
-Μας ανακοίνωσε πριν λίγους μήνες πως θα πήγαινε σε κάποιο νησί για να γράψει ένα βιβλίο. Δεν μας έδωσε διεύθυνση και δεν πήρε το κινητό της μαζί. Μας είπε να μη την ψάξουμε. Θα είναι καλά. Όταν γράψει το βιβλίο θα επιστρέψει.-
-Ανέστη μήπως προηγήθηκε καυγάς ανάμεσα στην κόρη μου και την φίλη σου; Θέλω όλη την αλήθεια.-
-Από ότι γνωρίζω μάλωσαν κάποια μέρα που η Μαριάννα είχε έρθει στην Πάτρα να μείνει στο σπίτι της Χριστίνας. Της είπε ψέματα ότι δεν έπινε. Η Χριστίνα όμως είχε βρει μέσα στην βαλίτσα της ένα μπουκάλι κονιάκ. Λογοφέρανε και η Χριστίνα της είπε πως η φιλία τους  πήρε τέλος.-
-Η αντίδραση της Χριστίνας ήταν αναμενόμενη. Και εγώ έτσι θα φερόμουν , αν καταλάβαινα πως ο αγαπημένος μου φίλος έλεγε ψέματα. Αφού λοιπόν μάλωσαν  άσχημα η Μαριάννα που είναι ένα εγωιστικό άτομο θα έφυγε και θα περίμενε να την πάρει η Χριστίνα. Η κόρη μου δεν παραδεχόταν ποτέ τα λάθη της. Θα γύρισε στην Αθήνα και θα έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Το βράδυ γυρνώντας σπίτι θα έπινε. Και θα έπινε. Μέσα στο μυαλό της διάφορες εκρήξεις θα είχαν γεννηθεί.  Θα  σκεφτόταν χιλιάδες πράγματα και θα φούντωνε. Ώσπου κάποια στιγμή θα άρχιζε να έχει σπασμούς. Θα κρύωνε ακόμα και με σαράντα βαθμούς υπό σκιά. Ναι έτσι θα μπορούσαν να εξηγηθούν πολλά.-
-Δεν σας καταλαβαίνω.-
-Δεν χρειάζεται, Ανέστη. Προσπαθούσα απλά να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά.-
-Κύριε Αλεξάκη αν η Χριστίνα ήξερε την κατάσταση της Μαριάννας θα πήγαινε κοντά της. Τώρα όμως που αγνοεί όλα τα γεγονότα τι θα γίνει; Δεν μπορούμε να την ειδοποιήσουμε. Δεν ξέρουμε που βρίσκεται.-
-Ίσως να είναι καλλίτερα έτσι. Ίσως έτσι έπρεπε να γίνουν όλα. Στην ζωή όλα γίνονται για κάποιο σκοπό. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Σας είπε πόσο θα λείψει;-
-Όχι παραπάνω από δυο χρόνια. Σε αυτό ήταν απόλυτη.-
-Εντάξει Ανέστη. Θα είμαστε σε επικοινωνία. Αν μάθεις πως η Χριστίνα γύρισε θα ήθελα να με ενημερώσεις.-
-Κύριε Αλεξάκη η Μαριάννα ήταν φίλη με όλους μας. Η Χριστίνα την γνώρισε στην παρέα. Πρέπει να την δούμε. Πιστεύω πως πολλοί από εμάς θα ήθελαν να είναι κοντά της τέτοιες στιγμές.-
-Σε ευχαριστώ Ανέστη για τα καλά σου λόγια. Νομίζω πως θα έκανε καλό στη Μαριάννα να σας δει. Αν αποφασίσετε ορισμένοι από εσάς το ταξίδι να ξέρετε πως τα εισιτήρια και το ξενοδοχείο θα είναι πληρωμένα από εμένα. Ας ελπίσουμε ως τότε να έχει γυρίσει και η Χριστίνα. Ακόμα η Μαριάννα είναι στην αρχή. Δεν θα ήθελα να την δείτε σε αυτή την κατάσταση. Να περάσουν κάποιοι μήνες.- του απάντησε ο Αλεξάκης και έκλεισαν το τηλέφωνο. Ο Ανέστης μετά από αυτή την συνομιλία δεν μπόρεσε να σηκωθεί από την καρέκλα. Η Μίρκα ήταν στο μπάνιο όση ώρα εκείνος μιλούσε με τον Λεωνίδα. Βγήκε ανανεωμένη με το μπουρνούζι της και μια πετσέτα στα μαλλιά. Είδε τον Ανέστη να έχει καλύψει το πρόσωπο με τις δυο του παλάμες.
-Αγάπη μου τι έγινε; Ανέστη είσαι καλά;- του είπε φανερά συγχυσμένη.
-Έμαθα κάτι άσχημο. Κάθισε θέλω να σου μιλήσω.-
-Η Χριστίνα; Θεέ μου. Τι έπαθε;-
-Όχι καρδούλα μου ηρέμησε. Δεν αφορά την Χριστίνα μας.-
-Ε! Τότε ποιος; Θα με σκάσεις. Μίλα μου;-
-Μόλις πριν λίγο έκλεισα το τηλέφωνο με το Λεωνίδα Αλεξάκη. Η Μαριάννα είναι κλεισμένη σε ψυχιατρική κλινική στην Αμερική. Τρεις μήνες τώρα. Πάσχει από μανιοκατάθλιψη.-
-Τι είπες; Δεν είναι δυνατόν. Την καημένη. Μα γιατί; Πως….-τραύλισε εκείνη και τον αγκάλιασε.-
-Και το θέμα  είναι πως δεν μπορούμε να ειδοποιήσουμε την Χριστίνα. Τι θα κάνω Μίρκα; Μήπως πρέπει να βρούμε το γρηγορότερο την φίλη μας; Αν γυρίσει και μας κατηγορήσει πως δεν την ενημερώσαμε; Τι θα κάνω; Πως θα χειριστώ ετούτη την κατάσταση;- της απάντησε συνοφρυωμένος.
-Με ψυχραιμία. Το ίδιο θα έκανε και η Χριστίνα. Κατ’ αρχήν  θα το πούμε και στους άλλους και θα μαζευτούμε εδώ στο σπίτι μας για ένα ποτό. Θα το συζητήσουμε και θα πάρουμε όλοι μαζί την απόφαση. Αν θεωρήσουμε αναγκαίο  να ειδοποιήσουμε την Χριστίνα θα ψάξουμε να την βρούμε. Εγώ την Μαριάννα λυπάμαι. Και δεν έδειχνε τίποτα. Μα πως έγινε αυτό;-
-Δεν ξέρω Μίρκα και δεν μπορώ να σκεφτώ τώρα. Έχω λυπηθεί πολύ με αυτά. Πάρε σε παρακαλώ τα κορίτσια τηλέφωνο. Να τους πεις πως την Κυριακή το βράδυ θα μαζευτούμε εδώ για ποτό. Πάρε και τον Σταύρο στο γραφείο του. Πρέπει να το μάθουν όλοι.- την παρακάλεσε και η Μίρκα του έσφιξε το χέρι.


Είχε φτάσει το καλοκαίρι και το μικρό νησάκι είχε βαφτεί στο απέραντο γαλάζιο που το κάλυπτε απ’ άκρη σε άκρη. Τα λιγοστά σπιτάκια ασβεστωμένα  λαμπύριζαν κάτω από τον πλατύ ήλιο. Η Χριστίνα είχε πάει για μπάνιο. Βούτηξε στα μπλε νερά  και αναδύθηκε γρήγορα. Κολύμπησε στα βαθειά και γύρισε προς την ακτή. Βγαίνοντας έξω , άκουσε μέσα στα αυτιά της την φωνή της Μαριάννας.
-Δεν είσαι μόνο φίλη μου Χριστίνα. Είσαι κάτι παραπάνω. Ήσουν πάντα κάτι παραπάνω. Ήσουν το άλλο μου μισό. Η άλλη Μαριάννα που πολύ θα ήθελα να της μοιάσω αλλά δεν μπόρεσα. Όλα αυτά τα χρόνια προσπάθησα να σου μοιάσω. Είπα πως αξίζει να γίνω σαν την Χριστίνα. Να δώσω πράγματα όπως εκείνη. Να μπορέσω να μη κρύβω τα συναισθήματα μου.-
Η Χριστίνα γύρισε με αργά βήματα στο σπιτάκι της. Πήρε ένα τετράδιο και άρχισε να γράφει. Το βιβλίο της βρισκόταν σε καλό δρόμο. Έγραφε σχεδόν καθημερινά. Έγραφε για όλους αυτούς  που γνώρισε, αγάπησε και πόνεσε μακριά τους. Και ο ήλιος συνέχισε να καίει το νησί και η θάλασσα να το δροσίζει.

Πίσω στην Αμερική η Μαριάννα πήγαινε λίγο καλύτερα στην υγεία της. Οι εκρήξεις θυμού είχαν καταλαγιάσει και παρακολουθούσε πρόγραμμα ψυχοθεραπείας. Η μητέρα της  δεν είχε φύγει από το πλευρό της, όλους αυτούς τους μήνες. Ζούσε σε ένα διαμέρισμα έξω από το  κέντρο της πόλης και κάθε μέρα σχεδόν πήγαινε στην κλινική. Ο Λεωνίδας την έβλεπε μια φορά το μήνα. Με σταθερά και αργά βήματα η Μαριάννα προσπαθούσε να κερδίσει την μάχη με την αρρώστια της. Με την μητέρα της ήρθε πιο κοντά και η Τζέσικα της εξήγησε τους λόγους που ήταν αδιάφορη σαν μητέρα. Της έκανε γνωστή την ασθένεια που κουβαλούσε στα γονίδια της η οικογένεια τους και τον φόβο που ένιωθε η Τζέσικα σαν μητέρα ξέροντας πως ένα αβέβαιο μέλλον περίμενε την κόρη της. Αν τα πράγματα ήταν αλλιώς  της εξομολογήθηκε , θα ήταν μια ευτυχισμένη μητέρα  που θα ενδιαφερόταν για το παιδί της. Η Μαριάννα βέβαια δεν ήταν έτοιμη ακόμα για να μπορέσει να δει καθαρά. Κατάλαβε όμως μέσα στο σκοτάδι που βρισκόταν πως υπήρχε λόγος για την ψυχρότητα της μητέρας της και την αδιαφορία του πατέρα της. Θα περνούσε όμως χρόνος για να μπορέσει η Μαριάννα να αφομοιώσει τα γεγονότα, να τα επεξεργαστεί και να έρθει η ισορροπία  στην ζωή της. Πολλές φορές σε αυτούς τους μήνες είχε ζητήσει την Χριστίνα. Εξομολογήθηκε πως είχαν μαλώσει στη μητέρα της και πως ήθελε να της ζητήσει συγγνώμη, για τα ψέματα και την συμπεριφορά της. Η μητέρα της προσπαθούσε να ξεφύγει λέγοντας πως τώρα αναγκαίο ήταν να γίνει εκείνη καλά. Μετά όλα τα άλλα θα ερχόντουσαν. Και έτσι περνούσαν οι ημέρες και οι μήνες. Η Χριστίνα έγραφε νύχτα, μέρα  και η Μαριάννα γινόταν καλά και ερχόταν πιο κοντά στην οικογένεια της.

Στην Πάτρα όλοι οι φίλοι είχαν μαζευτεί αυτή τη φορά στο σπίτι του Σταύρου. Το έκαναν  όσο πιο συχνά μπορούσαν για να μην χαθεί η παρέα και η επικοινωνία τους από την στιγμή που είχε φύγει η Χριστίνα. Δυο μήνες είχαν περάσει από τη στιγμή που είχαν μάθει για την κατάσταση της Μαριάννας και είχαν κρίνει σκόπιμο να μην ενοχλήσουν την Χριστίνα. Δεν ήθελαν να ταράξουν την ηρεμία της. Είχαν όμως όλοι εκφράσει την λύπη τους για την Μαριάννα. Ακόμα και η Μαρία λύγισε. Από εκείνη την ημέρα όταν αναφερόταν σε εκείνη μιλούσε κατευναστικά. Ο Ανέστης διατηρούσε την τηλεφωνική επαφή του με τον Αλεξάκη. Ήξεραν όλοι πως η Μαριάννα ήταν πιο καλά. Η θεραπεία της είχε καλά αποτελέσματα.
-Νομίζω πως κάποιοι από εμάς θα πρέπει να κάνουμε ένα ταξίδι στην Αμερική. –  πρότεινε  στην παρέα ο Ανέστης.
-Έχεις δίκιο. Πρέπει να δούμε την Μαριάννα.- συμπλήρωσε ο Νίκος.
-Την καημένη ποτέ δεν περίμενα πως θα έφτανε ως εκεί. Συμφωνώ και εγώ. Το χρωστάμε στην Χριστίνα. Εκείνη αν ήταν εδώ θα είχε ταξιδέψει προ πολλού για την Αμερική. Αφού λοιπόν δεν είναι κοντά μας , θα πρέπει να πάμε εμείς στη θέση της.- πρόσθεσε σοβαρά η Μαρία.
-Το ταξίδι είναι μεγάλο. Σίγουρα δεν θα μπορέσουμε να πάμε όλοι ως εκεί. Κάποιοι έχουμε δικές μας δουλειές που δεν μπορούμε να αφήσουμε. Εγώ για παράδειγμα σε μια βδομάδα ξεκινώ τα μαθήματα της καινούργιας σχολικής χρονιάς. Δεν θα μπορέσω να πάω.- απάντησε η Βίκυ.
-Ούτε και εγώ. Δεν μπορώ να αφήσω το γραφείο.- πετάχτηκε ο Σταύρος.
-Ναι έχεις δίκιο. Και εγώ στην ίδια μοίρα με σένα είμαι. – είπε ο Νίκος.
-Εγώ μπορώ. Στο δημόσιο όλα είναι εύκολα.- είπε αποφασιστικά η Μαρία
-Και εγώ θα έρθω. Μπορώ να πάρω άδεια στο δήμο. – συμπλήρωσε ο Ανέστης
-Θα έρθω και εγώ μαζί σας , αν ο Παναγιώτης με αφήσει. Να μη πάει μόνος του και ο Ανέστης .- πρότεινε η Μίρκα.
-Και βέβαια να πας μαζί του. Δεν θα χαθούμε στον εκδοτικό οίκο αν λείψεις για δυο εβδομάδες.- απάντησε ο Παναγιώτης.
-Λοιπόν το ταξίδι κανονίστηκε. Εύχομαι η Μαριάννα να γίνει γρήγορα καλά. Της χρειάζεται μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή.- ακούστηκε να λέει ο Σταύρος και άναψε την πίπα του.
-Και εσύ αγάπη μου πρόσεχε μην αρχίσεις την παλιά σου διαμάχη με την Αλεξάκη. Θα πας σαν καλό κορίτσι και θα γυρίσεις. Θα εκπροσωπήσεις την Χριστίνα και θα φερθείς σαν την Χριστίνα. Να κοιτάξεις να της συμπαρασταθείς.- είπε γελώντας ο Νίκος.
-Μη φοβάσαι. Δεν θα απογοήτευα σε καμία περίπτωση την Χριστίνα. Η Μαριάννα χρειάζεται την αγάπη και την φιλία μας για να ορθοποδήσει. Για αυτό και θα πάμε. Να της δείξουμε πως δεν είναι μόνη της και βέβαια να την ενημερώσω προσωπικά για την απουσία της Χριστίνας. Θα αναρωτιέται και εκείνη, γιατί χάθηκε η φίλη της. Πιστεύω πως όλα θα πάνε καλά για όλους μας. Βλέπω ένα μέλλον χωρίς σύννεφα. Δεν ξέρω πώς να σας το εξηγήσω , αλλά είμαι πολύ αισιόδοξη.-
-Και πότε λέτε να φύγετε;- ρώτησε η Ελένη.
-Θα έλεγα για τις δέκα με δεκαπέντε του Σεπτέμβρη. Έχουμε σχεδόν τρεις εβδομάδες μπροστά μας για να τακτοποιήσουμε διάφορες εκκρεμότητες. Ο Λεωνίδας Αλεξάκης μου έχει τονίσει πως θέλει να πληρώσει εκείνος όλα τα έξοδα. Δεν δέχεται το όχι. Εσείς τι λέτε;-
-Ανέστη μου, δεν τίθεται θέμα για τα λεφτά. Όλοι μας έχουμε. Θα σου έλεγα να προσπαθήσεις να τον πείσεις να ταξιδέψουμε με δικά μας έξοδα. Αυτό θα ήταν το σωστό. Τώρα αν δεν παίρνει από λόγια , ας του κάνουμε το χατίρι.- απάντησε η Μαρία και ήπιε λίγο από το ποτό της.

Η Χριστίνα κοιμόταν. Ήταν χαράματα μιας ζεστής βραδιάς με ένα ουρανό γεμάτο αστέρια. Το κύμα έσκαγε απαλά στις ακτές του μικρού νησιού και χάιδευε τις παραλίες. Τα τζιτζίκια είχαν στήσει τρελό χορό έξω από το πέτρινο σπιτάκι και η Μισέλ κοιμόταν ανάσκελα στα πόδια της κυράς της πάνω στο σεντόνι. Παντού πλανιόταν η ηρεμία. Ένα απαλό αεράκι πετούσε πάνω και ανάμεσα από τα στενά σοκάκια του νησιού. Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας υπήρχαν αρκετά τετράδια. Τα περισσότερα ήταν γεμάτα από τις σκέψεις της Χριστίνας.

Στην Αμερική εκείνη την ώρα ήταν έντεκα το πρωί. Η Μαρία , ο Ανέστης και η Μίρκα είχαν φτάσει στην ψυχιατρική κλινική και περίμεναν στο σαλόνι τους γονείς της Μαριάννας. Είχαν φτάσει στην Αμερική δυο μέρες πριν και αφού  πρώτα τακτοποιήθηκαν στο ξενοδοχείο τους κοιμήθηκαν αρκετά για να μπορέσουν να ξεκουραστούν από τη διάρκεια του ταξιδιού. Οι γονείς της Μαριάννας εμφανίστηκαν μισή ώρα αργότερα. Ο Λεωνίδας Αλεξάκης ήταν ήδη μια εβδομάδα στην Αμερική όταν έφτασαν οι φίλοι της κόρης του. Στην Μαριάννα δεν είχε αναφέρει τίποτα. Ήθελε να της κάνει έκπληξη.
Η Μαριάννα καθόταν σε μια πολυθρόνα και έβλεπε τηλεόραση στο δωμάτιο της όταν οι γονείς της χτύπησαν την πόρτα και μπήκαν μέσα.
-Μαμά, Μπαμπά, ήρθατε.-
-Ναι καλή μου. Αργήσαμε λίγο σήμερα γιατί είχε κίνηση στο δρόμο. Σου έχουμε όμως μια έκπληξη. Ήρθαν κάποιοι φίλοι σου να σε δουν.- απάντησε ο Λεωνίδας.
-Η Χριστίνα;- τον ρώτησε και μια λάμψη φάνηκε στα κουρασμένα της μάτια.
-Θα πληγωθείς αν σου πούμε πως δεν είναι εκείνη;- απάντησε η μητέρα της.
-Λίγο; Ήθελα να της ζητήσω συγγνώμη.-
-Και θα το κάνεις όταν έρθεις στην Ελλάδα. – ακούστηκε να λέει ο Ανέστης μπαίνοντας μέσα με την Μίρκα. Το θολό βλέμμα της Μαριάννας ξαφνικά ζωντάνεψε. Τα μάτια της που όλους αυτούς τους οχτώ μήνες είχαν χάσει την λάμψη τους, τώρα πήραν ένα σκούρο πορτοκαλί χρώμα. Εκείνος την αγκάλιασε και την κράτησε για λίγα λεπτά. Τα μάτια του γέμισαν δάκρια. Η Μαριάννα τον φίλησε σταυρωτά. Και μετά φίλησε την Μίρκα που δάκρυσε και εκείνη από αυτή την επαφή μαζί της. Ένα κουρασμένο χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπο της Μαριάννας. Η ασθένεια της την ταλαιπωρούσε ακόμα. Τα φάρμακα που έπαιρνε είχαν εξασθενίσει την ζωτικότητα της. Έμοιαζε περισσότερο με ένα μικρό παιδί που του είχαν πάρει μακριά την ζωή. Του είχαν στερήσει το παιχνίδι. Κουραζόταν εύκολα και ακόμα δεν μπορούσε να εστιάσει στην ανάγνωση κάποιου βιβλίου η περιοδικού. Πήγαινε όμως αρκετά καλά και ο Αλεξάκης δεν βιαζόταν να την φέρει στην Ελλάδα. Ήθελε η Μαριάννα να έχει ανακτήσει εκατό της εκατό τις δυνάμεις της. Στην κλινική έκανε παρέα και με άλλους τροφίμους και έπαιρνε μέρος σε ομάδες ψυχοθεραπείας. Είχε μάλιστα αποκτήσει φίλους και μοιραζότανε μαζί τους τις σκέψεις της. Για την Μαριάννα το μόνο που είχε σημασία ήταν να γίνει καλά και να γυρίσει πίσω. Να πάει στην δουλειά της και να συνεχίσει να γράφει τα βιβλία της. Ανυπομονούσε  να ζήσει ξανά.
-Ανέστη δεν ξέρεις πόσο καλό μου κάνει να βλέπω γνώριμα πρόσωπα. Μου έχουν λείψει τόσο.- του απάντησε  χαρούμενη.
-Και δεν είμαι μόνο εγώ και η Μίρκα. Είναι και κάποιος άλλος μαζί μας. – συνέχισε λέγοντας της.
-Εγώ.- ακούστηκε η φωνή της Μαρίας που έμπαινε στο δωμάτιο με μια τεράστια ανθοδέσμη γεμάτη από πολύχρωμα μυρωδάτα λουλούδια. Η Μαριάννα βλέποντας την Μαρία στύλωσε το βλέμμα  επάνω της και απλά την κοιτούσε με απορία. Ήξερε πως η Μαρία ουδέποτε την δέχτηκε στην παρέα. Αλλά δεν περίμενε πως εκείνη θα έφτανε ως την Αμερική για να την δει. Δεν θα το έκανε ποτέ αυτό η Μαρία που ήξερε. Τι είχε αλλάξει; Σκεφτόταν και η Μαρία το κατάλαβε. Ο ερχομός της ήταν σοβαρό σοκ για την Μαριάννα. Έτσι η Μαρία ήταν πολύ χαλαρή και απόλυτα φυσική, όταν της μίλησε.
-Μαριάννα μου δεν ξέρεις πόσο μας έλειψες. Ήρθα να σου πω να γίνεις γρήγορα καλά για να έρθεις στην Ελλάδα και μετά στην Πάτρα βέβαια. Χαθήκαμε αγάπη μου.- την αγκάλιασε και την φίλησε στο κεφάλι στοργικά. Η Μαριάννα της χαμογέλασε. Ήταν τόσο ξαφνική αυτή η αλλαγή στην συμπεριφορά της Μαρίας που μόνο χαρά μπορούσε να της δώσει. Για λίγο κάθισαν όλοι μαζί και συζήτησαν. Μετά άφησαν την Μαρία στο δωμάτιο και αποχώρησαν αφήνοντας τις δυο γυναίκες να μιλήσουν με την ησυχία τους. Η Μαρία δεν είχε σκοπό να την κουράσει. Η Μαριάννα δεν ήταν ακόμα σε θέση να βγει στον έξω κόσμο. Είχε έρθει όμως να της μιλήσει για την φυγή της Χριστίνας.
-Η Χριστίνα γιατί δεν ήρθε;….μου κρατά θυμό;- ρώτησε πολύ ήρεμα εκείνη και κοίταξε στα μάτια την Μαρία. Έμοιαζε αυτό το βλέμμα με παιδιού που είχε απορίες. Η Μαρία κρατήθηκε να μην κλάψει. Έμοιαζε τόσο εύθραυστη η Αλεξάκη που θα νόμιζε κανείς πως αν την φυσήξει θα διαλυθεί.
-Όχι αγάπη μου. Θυμό δε σου κρατά. Ποτέ δεν θα το έκανε αυτό. Όμως Μαριάννα μου είναι η ώρα να μάθεις κάτι. Δεν μπορούσαμε να σου μιλήσουμε τόσους μήνες που είσαι άρρωστη.-
-Έπαθε τίποτα η Χριστίνα; Έγινε κάτι κακό;-
-Όχι μια χαρά  είναι. Έφυγε όμως από την Πάτρα. Αποφάσισε πως είχε έρθει ο καιρός να γράψει αυτό το βιβλίο που για χρόνια το είχε στο μυαλό της. Έτσι διάλεξε  να ζήσει για όσο χρειαστεί να το γράψει σε κάποιο νησί του Αιγαίου. Δε μας είπε σε ποιο και δεν μας άφησε διεύθυνση. Το κινητό της το άφησε κλειστό στο σπίτι. Πήρε μόνο την γάτα. Ήθελε να μην την ενοχλήσει κανένας. Μας είπε μόνο πως το αργότερο που θα μπορούσε να λείψει ήταν δυο χρόνια.-
-Πήρε  την Μισέλ; Πόσο μου έχει λείψει αυτή η γάτα. Δεν ξέρει για μένα; Για την αρρώστια μου;-
-Όχι κορίτσι μου. Δεν έχει ιδέα.-
-Πότε έφυγε;-
-Τον περασμένο Φλεβάρη.-
-Περίπου την ίδια εποχή που  έπαθα αυτό με την υγεία μου. Είχαμε μαλώσει το ήξερες; Και μου είχε πει πως η φιλία μας έφτασε στο τέλος . Με έδιωξε και από το σπίτι της. Είχε δίκιο ξέρεις. Έπινα και της έλεγα ψέματα. Δεν κατάφερα ποτέ να την κοροϊδέψω.-
-Μου τα είχε πει. Όμως η Χριστίνα δεν εννοούσε αυτό για την φιλία. Πάνω στα νεύρα της θα το είπε και βάζω το χέρι μου στη φωτιά για αυτό.-
-Όταν θα γυρίσει θα της ζητήσω συγγνώμη.-
-Και εκείνη θα την δεχτεί και όλα θα φτιάξουν. Θα το δεις. Εσύ μόνο να γίνεις καλά. Της το χρωστάς αυτό. Τόσα έκανε για σένα αυτή η γυναίκα.-
-Δεν θα την απογοητεύσω ποτέ ξανά. Θα προσπαθήσω να μην την πληγώσω και να δώσω χρόνο στην φιλία μας.-
-Ωραία. Αυτό ήθελα να ακούσω. Τώρα θα φύγω και εγώ για να σε αφήσω να ξεκουραστείς και θα έρθω ξανά αύριο.-
-Πόσο θα μείνετε;-
-Δυο εβδομάδες.-
-Θα έρχεσαι κάθε μέρα εσύ και ο Ανέστης με την Μίρκα;-
-Μα και βέβαια καλή μου. Για σένα ήρθαμε ως εδώ.-
-Να δείτε όμως και τα αξιοθέατα. Έχει και εδώ ωραία μέρη.-
-Θα το κάνουμε. Πάντα ήθελα να έρθω στην Αμερική.- της απάντησε η Μαρία την φίλησε και βγήκε από το δωμάτιο.
Η Χριστίνα στο κρεβάτι της, άνοιξε τα μάτια και αντίκρισε το φως της μέρας να έχει μπει από τα παράθυρα. Η Μισέλ μόλις άκουσε πως η κυρά της ξύπνησε νιαούρισε ναζιάρικα και χώθηκε στο λαιμό της. Η Χριστίνα την φίλησε στο κεφάλι την πήρε στην αγκαλιά της και βγήκε στη βεράντα. Η Θάλασσα απέναντι την καλημέρισε . Μέσα της τα λευκά κύματα γλιστρούσαν το ένα μετά το άλλο και έφταναν στην ακτή. Η Χριστίνα τέντωσε το κορμί της και μπήκε ξανά μέσα στο σπίτι. Έπλυνε το πρόσωπο της , χτενίστηκε και έφτιαξε ένα ελληνικό καφέ. Έριξε αρκετό γάλα και ήπιε μια γουλιά καθώς βγήκε ξανά στην βεράντα για να τον  απολαύσει. Η Μισέλ ήρθε κοντά και ανέβηκε στα γόνατα της Χριστίνας. Εκείνη άναψε τσιγάρο και πέταξε τον καπνό μακριά. Η μορφή της Μαριάννας εμφανίστηκε ξανά μπροστά της. Φορούσε λευκό νυχτικό και είχε τα μαλλιά της μαζεμένα. Η όψη της όμως ήταν κέρινη. Η Χριστίνα έσκυψε το κεφάλι της σαν να ήθελε να διώξει αυτή την εικόνα. Αναρωτήθηκε τι να κάνει η φίλη της και αν ήταν καλά. Σκεφτόταν πως θα μπορούσε να την είχε νικήσει το ποτό , η να την είχε προδώσει ο εαυτός της. Ήπιε τον καφέ της και μπήκε ξανά μέσα στο σπίτι. Πήρε ένα από τα τετράδια , το ξεφύλλισε και άρχισε να γράφει από εκεί που το είχε αφήσει.

Και έτσι ήρθε ξανά ο χειμώνας. Ήταν Γενάρης μήνας και έξω από το σπιτάκι  της Χριστίνας ο αέρας φυσούσε με τόση μανία που νόμιζες πως θα πάρει το νησί ολόκληρο και θα το στείλει στον ουρανό. Η θάλασσα τρικυμισμένη χτυπούσε με μανία τα βράχια. Μέσα στο σπίτι το τζάκι έκαιγε δυο κούτσουρα που τριζοβολούσαν. Η Χριστίνα  έπινε ζεστό κακάο και καθόταν στο ξύλινο τραπέζι που βρισκόταν δίπλα σε ένα από τα δυο παράθυρα του δωματίου. Κοιτούσε την θάλασσα και σκεφτόταν τον Σταύρο, τους γονείς και την αδερφή της, τους αγαπημένους της φίλους. Ήταν μια πρωινή ώρα  και κοιτάζοντας τα αφρισμένα κύματα του Αιγαίου, είδε τα μάτια της φίλης της που είχαν γίνει ένα με αυτά. Μονολόγησε μόνη της.
-Αλήθεια τώρα που έχω φύγει γιατί δείλιασα τι σκέφτεσαι; Μπόρεσες να δεις τον εαυτό σου; Κατάλαβες πλέον πως η καριέρα δεν θα σου καλύψει τα κενά της μοναξιάς; Θα ήθελα να μάθαινα. Αν ρωτάς για μένα είμαι καλά. Εδώ , κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους που ξέρουν να ζουν δύσκολα ανακάλυψα  μια άλλη ζωή. Διαφορετική από αυτή που βιώνουμε  εμείς. Εδώ υπάρχει μόνο η πλατιά θάλασσα και ο αέρας που σε παρασέρνει στο διάβα του. Το βιβλίο που γράφω σύντομα θα τελειώσει. Γράφω κάθε μέρα και από λίγο. Μόνο όταν το τελειώσω, μόνο τότε θα γυρίσω στον κόσμο τον δόλιο, που καλύπτει τον κόσμο. Μόνο τότε θα μπορέσω να σε αντικρύσω ξανά και να σου πω συγγνώμη, που δεν έμεινα ως το τέλος. Εσύ δεν θα έκανες ποτέ κάτι τέτοιο. Ήσουν πιο δυνατή από εμένα..-
Στην Αμερική η Μαριάννα κοιμόταν στο κρεβάτι της.

-Λεωνίδα σε ξύπνησα;-
-Ναι , μα τι ώρα είναι;-
-Στην Αμερική έξι το απόγευμα. Εσείς εκεί είστε στα κρεβάτια σας.-
-Είναι καλά η Μαριάννα; Πως και πήρες τέτοια ώρα;-
-Έχω ευχάριστα νέα. Μίλησα με τον γιατρό της μια ώρα πριν. Η Μαριάννα θα βγει από την κλινική στους επόμενους δυο μήνες. Κάπου μέσα στο Μάρτιο.-
-Μα αυτό είναι καταπληκτικό. Μου λες την αλήθεια;-
-Δεν παίζουν με αυτά τα πράγματα Λεωνίδα. Η θεραπεία της απέδωσε καρπούς. Βέβαια η ασθένεια της δεν θα εξαφανιστεί. Θα παίρνει τα φάρμακα σε όλη της την ζωή. Όμως μπορεί να συνεχίσει από εκεί που σταμάτησε. Επιτέλους θα γυρίσει πίσω, στην ζωή που ήξερε. Στην δουλειά της.- του είπε και χαμογέλασε.
-Δεν ξέρεις πόσο ανακουφίστηκα Τζέσικα. Θα έρθω και εγώ σε δυο εβδομάδες , να μιλήσω με τον γιατρό και να σας δω. Να προσέχεις έτσι;-
-Είμαι καλά Λεωνίδα. Ίσως να είμαι καλλίτερα από ποτέ. Μην ξεχάσεις να ενημερώσεις τους φίλους της , πως σε λίγο καιρό θα την έχουν κοντά τους.-
-Εντάξει Τζέσικα θα το κάνω. Καλό απόγευμα εκεί.-
-Καλό ύπνο.-

Η Ελένη με τον Παναγιώτη έτρωγαν το μεσημεριανό τους μαζί με την κόρη τους.
-Ή Μαριάννα γυρίζει στην Ελλάδα. Είναι το πιο αισιόδοξο νέο που άκουσα εδώ και χρόνια.- είπε ο Παναγιώτης πίνοντας λίγο από το κρασί του.
-Είναι θαυμάσιο νέο. Όταν μου το είπε ο Ανέστης μόνο που δεν πήδηξα από την χαρά μου. Να γύριζε και η Χριστίνα; Πότε αλήθεια θα έρθει πίσω σε μας; Πέρασε πια ένας χρόνος. Δεν της λείψαμε; -απάντησε θλιμμένα η Ελένη.
-Θα γυρίσει. Κάτι μου λέει πως τώρα που έρχεται και η Μαριάννα δεν θα αργήσει να έρθει και η Χριστίνα. Έφυγαν σχεδόν μαζί η κάθε μια για διαφορετικούς λόγους και ίσως γυρίσουν και έτσι. Η ζωή παίζει παράξενα παιχνίδια.- απάντησε ο Παναγιώτης και της κράτησε το χέρι. Έξω από το παράθυρο το κρύο ήταν τσουχτερό και τα τζάμια είχαν θολώσει από την  ζεστασιά  που υπήρχε μέσα στο σπίτι.

Το σκοτάδι είχε απλωθεί γύρω από το πέτρινο σπιτάκι της Χριστίνας. Η Μισέλ κοιμόταν επάνω στο κρεβάτι. Η φωτιά  είχε κουρνιάσει στο τζάκι και εκείνη της έριξε ακόμα ένα κούτσουρο. Ήταν αργά αλλά δεν ήθελε να κοιμηθεί. Ένα τετράδιο  ήταν ανοιχτό στο τραπέζι. Κάποια άλλα που ήταν γεμάτα από λέξεις βρισκόντουσαν σε μια καρέκλα. Η Χριστίνα άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω, φορώντας το μπουφάν της. Η θεοσκότεινη θεά την φίλησε. Η θάλασσα στα βαθιά βρυχιόταν και ο αέρας αν και καλά ντυμένη της περόνιασε το κορμί. Περπάτησε με αργά βήματα προς την βραχώδη ακτή, κάτω από το σπίτι της. Όταν έφτασε κάθισε και κοίταξε τον ουρανό. Ήταν ελεύθερη εκεί, στο μαύρο σκοτάδι και στην ατέλειωτη ηρεμία που χάριζε απλόχερα το τοπίο. Θα μπορούσε να ζήσει σε αυτό το μέρος για όλη της την ζωή. Μακάρι να το έκαναν όλοι. Ο κόσμος είχε μάθει να ζει με τις ανέσεις, τα κινητά και τα κομπιούτερ. Δεν επικοινωνούσαν πια μεταξύ τους. Που αλήθεια είχαν χαθεί οι παλιές εκείνες μέρες και εποχές, που οι άνθρωποι έγραφαν γράμματα μεταξύ τους και οι εραστές απάγγελλαν ποιήματα στον έρωτα τους;
-Δεν θέλω να γυρίσω πίσω σε αυτή την τρέλα. Πίσω σε μια ανούσια ζωή.- είπε στον εαυτό της, αλλά ήξερε πως ο καιρός που θα γύριζε πίσω δεν ήταν μακριά. Ο αέρας πήρε τα μαλλιά της με δύναμη. Η Χριστίνα σηκώθηκε όρθια και γύρισε γύρω –γύρω από τον εαυτό της με τα χέρια τεντωμένα. Χόρεψε με το κρύο και αγκάλιασε το σκοτάδι, πριν γυρίσει στο σπιτάκι της και γράψει ξανά. 

Αυτό είναι ένα βιβλίο που μιλά για την φιλία. Για το πώς ορισμένοι άνθρωποι έρχονται κοντά και προσπαθούν μαζί να κάνουν την ζωή τους μοναδική. Για αυτό και το βιβλίο  αυτό αφιερώνεται ειδικά  στις τέσσερις  ξεχωριστές φίλες που είναι κοντά μου πολλά χρόνια και με στηρίζουν, όπως και εγώ. Παλέψαμε πολύ για να εδραιώσουμε αυτή τη φιλία. Χωρίς την αγάπη σας δεν θα μπορούσα να γράψω. Ετούτο το βιβλίο είναι το πρώτο που έγραψα και το αγαπώ όσο και εσείς. Για αυτό και σας ανήκει. Είναι δικό σας βιβλίο.  

Στις: Αγγελική, Έφη, Έλλη, Νατάσα.

Στην Χρύσα που αν δεν ήταν εκεί να με καθοδηγήσει δεν θα είχα ξεκινήσει το ταξίδι.
Σε ευχαριστώ για ότι μου έμαθες. Στον αδερφό μου Γιώργο και στην γυναίκα του Άντζελα που είναι στο πλευρό μου.
Στους γονείς μου και στον Θεό που με  προστατεύει.    
Στους φίλους και φίλες που είναι δίπλα μου: Λάμπρο και Ευγενία Μάθεση, Κώστα Μιχαλάκη, Αντρέα Αυγέρη, Πάνο Παπασωτηρίου, Ρούλα Σοφρά, Παναγιώτη Βελτανισιάν,  Μαρία και  Νίκο Τσίτσο. Φωτεινή και Νίκο Λαυράνο, Σύλβια και Κώστα Γάσπαρη, Στέλλα και Σωτήρη Καρνέση, Στεργιάννα Γιαφεντή και σε όλους όσους ξέχασα. Τα ξαδέρφια μου: Γεωργία και Κωνσταντίνα Φήμη, Τάσο και Λούντα Καραντή, Αποστόλη Αθανασίου, Άντα.   
Στην Αθηνά Γραμματικού που οι συμβουλές της ήταν πολύτιμες, και στον αγαπημένο μου φίλο Δημήτρη Χαρίτο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι από το ομώνυμο ποίημα της Άντζελας Σκοπελίτη Κοφινά.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες.
Κώστας Καρυωτάκης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

23/10/1925 Γεννήθηκε στην Ξάνθη ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις
24/10/2010 Έφυγε από τη ζωή ανήμερα των γενεθλίων της η τραγουδίστρια του Νέου Κύματος Καίτη Χωματά