135 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
23.10.2017
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Ο χρόνος της φθοράς | Μέρος 17ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά


Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Χριστίνα. Μια γυναίκα λίγο μετά τα τριάντα που θεωρεί την έννοια της φιλίας το μεγαλύτερο αγαθό. Έχει καταφέρει να έχει κοντά της τρεις αγαπημένες φίλες και έναν αδερφικό φίλο που είναι πάντα στο πλευρό της.
Τη Μαρία , την Βίκυ , την Ελένη και τον Ανέστη. Όταν όμως γνωρίζεται με την Μαριάννα Αλεξάκη η ισορροπία στη ζωή της χάνεται. Εκείνη είναι ένα παιδί 23 χρόνων που δουλεύει στον εκδοτικό οίκο του πατέρα της. Έχει θέσει πολύ ψηλούς στόχους για να γίνει συγγραφέας  και θέλει να κάνει μεγάλη καριέρα σε αυτό. Η Μαριάννα σε αντίθεση με την Χριστίνα δεν εμπιστεύεται κανέναν , δεν κάνει φιλίες , φοβάται την μοναξιά  και προσπαθεί να κάνει τους γονείς της να την προσέξουν.
Οι δυο γυναίκες δένονται με μια φιλία και μια δυνατή αγάπη από την αρχή της γνωριμίας τους. Όμως η Μαριάννα απασχολημένη με το κτίσιμο της καριέρας της, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα υψηλά στάνταρ της Χριστίνας για τη φιλία.
Δυο διαφορετικές γυναίκες και δυο ξεχωριστές πορείες. Ένας κύκλος φιλίας  που ξεκινά με τη γνωριμία των δύο γυναικών , συνεχίζεται με τα ψυχικά προβλήματα της Μαριάννας , για να καταλήξει στο φευγιό της Χριστίνας και την τελική τους επανασύνδεση.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟΕΒΔΟΜΟ
 

Την επόμενη μέρα η Χριστίνα σηκώθηκε από τις πέντε το πρωί. Δούλευε στο φούρνο και το Σάββατο. Ευτυχώς για εκείνη δεν πήγαινε τις Κυριακές. Η Μαριάννα κοιμόταν και εκείνη έκανε ησυχία για να μη την ξυπνήσει. Ήπιε το γάλα της ετοίμασε την γάτα και έστρωσε το κρεβάτι της. Μετά είδε την μικρή βαλίτσα της Μαριάννας που την είχε ξεχάσει στην κουζίνα. Η Χριστίνα την πήρε για να την αφήσει έξω από το υπνοδωμάτιο της φίλης της. Φαίνεται πως η Μαριάννα δεν την είχε κλείσει καλά η βαλίτσα άνοιξε και από μέσα πετάχτηκαν στο πάτωμα κάποια ρούχα. Η Χριστίνα τα μάζεψε με προσοχή και κοίταξε να τα βάλει ξανά μέσα. Και τότε είδε ένα μικρό μπουκάλι. Το πήρε στα χέρια της και το κοίταξε. Ήταν κονιάκ. Η Μαριάννα έπινε και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε δεν μπορούσε να το αποχωριστεί. Η Χριστίνα έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Και τώρα τι θα γινόταν; Είπε στον εαυτό της. Δεν είχε όμως χρόνο για να σκεφτεί. Έπρεπε να είναι στις έξι το πρωί στο φούρνο. Στις δώδεκα που σχόλαγε θα προσπαθούσε να κάνει μια συζήτηση μαζί της. Αν και αυτό δεν ήταν ποτέ εφικτό εκείνη θα προσπαθούσε. Η Μαριάννα δεν ήξερε να μιλά ήρεμα. Εκνευριζόταν και φώναζε. Υποστήριζε πάντα το δίκιο της άσχετα και αν δεν είχε. Η Χριστίνα έκλεισε την πόρτα του σπιτιού της με βαριά καρδιά. Γυρνώντας από την δουλειά το μεσημέρι η Χριστίνα βρήκε τη Μαριάννα να έχει ετοιμάσει φαγητό. Είχε φτιάξει ομελέτα με μανιτάρια, ζαμπόν και μπέικον. Ακόμα μια σαλάτα του σεφ και πολλές τηγανητές πατάτες. Για την Μαριάννα όλα αυτά ήταν άθλος. Η Χριστίνα ήταν μουδιασμένη μετά την πρωινή της ανακάλυψη, αλλά εκείνη ήταν ευδιάθετη και είχε όρεξη για συζήτηση. Η Χριστίνα μύρισε την μυρωδιά του κονιάκ στην ατμόσφαιρα. Η φίλη της ήταν φτιαγμένη. Μπήκε στο μπάνιο και πλύθηκε. Βγαίνοντας η Μαριάννα είχε στρώσει το τραπέζι και έπαιζε με τη γάτα.

-Τι ωραία πράγματα που έφτιαξες;- της είπε γελώντας η Χριστίνα.

-Είδες; Κάτι ξέρω και εγώ να κάνω. Ελπίζω να σου αρέσουν και να τρώγονται βέβαια.- απάντησε και έσκασε στα γέλια η Μαριάννα.

-Θα είναι μια χαρά. Ας φάμε λοιπόν.- συμπλήρωσε η Χριστίνα και οι δυο γυναίκες έφαγαν με όρεξη. Όταν τελείωσαν η Μαριάννα μάζεψε τα πιάτα και καθάρισε το τραπέζι.

-Εσύ μικρή μου έκανες μπάνιο;-

-Πριν από καμιά ώρα ξύπνησα Χριστίνα. Δεν πρόλαβα. Θα πάω τώρα. Τι θα κάνουμε μετά;-

-Μετά το μπάνιο σου θα ήθελα να σου μιλήσω.-

-Για ποιο θέμα;-

-Δεν σου λέω. Είναι μυστικό.- είπε χαρούμενα εκείνη προσπαθώντας να μην σκέφτεται πως η φίλη της είχε καταντήσει αλκοολική. Η Μαριάννα της χαμογέλασε και μπήκε στο μπάνιο. Βγαίνοντας λίγο αργότερα και φορώντας ένα ζευγάρι φόρμες η Μαριάννα μπήκε στην κουζίνα. Η Χριστίνα έπλενε τα πιάτα.

-Είδες; Τώρα είμαι ένα καθαρό κορίτσι. Ήθελες να μου μιλήσεις για κάτι;-

-Ναι. Να πάμε στο σαλόνι;-

-Και βέβαια , αλλά να φτιάξουμε και ένα φραπέ να πιούμε.- είπε η Μαριάννα.

-Πήγαινε εσύ. Θα τους φτιάξω εγώ.- Πέντε λεπτά αργότερα οι δυο γυναίκες είχαν καθίσει στον καναπέ και έπιναν ήρεμα τον καφέ τους, καπνίζοντας.

-Ξέρεις Μαριάννα .. όλα αυτά τα χρόνια της φιλίας μας ανακάλυψα πολλά πράγματα. Όπως για παράδειγμα ότι λες πολλά ψέματα. – έσπασε την σιωπή λέγοντας η Χριστίνα.

-Για αυτό ήθελες να μου μιλήσεις; Ποτέ δεν σου έχω πει ψέματα.-

-Άφησε με να τελειώσω και θα δεις. Τα ψέματα λοιπόν που λες εγώ έχω τον τρόπο να τα μαθαίνω. Όπως το πρωί που πριν φύγω για την δουλειά ανακάλυψα πως πίνεις πάλι.-

-Τι λες τώρα;-

-Είχες αφήσει την βαλίτσα σου στην κουζίνα. Θέλησα λοιπόν να στη φέρω έξω από το υπνοδωμάτιο σου. Δεν ξέρω για πιο λόγο άνοιξε. Ίσως να μην είχε κλείσει καλά. Πετάχτηκαν κάποια ρούχα από μέσα και ένα μπουκάλι κονιάκ. Και πριν μια βδομάδα σου είχα πει πως μου είχες φανεί μεθυσμένη. Μήπως θυμάσαι τι μου απάντησες; Θα σου πω εγώ. Με έβγαλες τρελή. Αλλά δεν είμαι.- της είπε και την κοίταξε έντονα στα μάτια.

-Ωραία λοιπόν, πίνω. Πίνω ξανά. Ε! Και;-

-Ξέχασες τι περάσαμε όλοι πριν λίγα χρόνια; Όταν έπεσες σε κώμα από το αλκοόλ; Πως μπορείς και ξεχνάς; Μόνο τον εαυτό σου σκέφτεσαι; Πονάς εσύ για Χ-Ψ λόγους και εμείς όλοι θα πρέπει να τρέχουμε από πίσω σου.- ανέβασε λέγοντας τον τόνο της φωνής της η Χριστίνα.

-Τι φωνάζεις; Πάψε δεν μπορώ να σε ακούω.-

-Δε σε βολεύει να με ακούσεις. Τι έχεις μου λες; Γιατί καταστρέφεις την ζωή σου και εμάς που είμαστε δίπλα σου;-

-Δηλαδή μου λες πως σε κατέστρεψα;-

-Μόνο εγώ είμαι; Ο Γιάννης δε μετρά; Σε αγαπά και εσύ τον έχεις σε απόσταση μη τυχόν και σου γίνει απαραίτητος.-

-Αν σε νοιάζει τόσο ο Γιάννης να τα φτιάξεις εσύ μαζί του.- φώναξε εκείνη και σηκώθηκε από τον καναπέ. Βγήκε από το δωμάτιο και πήγε στην κουζίνα. Η Χριστίνα την ακολούθησε.

-Αυτό κάνεις πάντα. Όταν στριμώχνεσαι σηκώνεσαι και φεύγεις.-

-Το ότι είσαι φίλη μου δε σου δίνει το δικαίωμα να με αποκαλείς ψεύτρα και αλκοολική. Ότι είμαι , είμαι για μένα και μόνο.-

-Όχι κυρία μου δεν είσαι μόνη σου σε αυτό τον κόσμο. Έχεις υποχρεώσεις, φίλους, οικογένεια, συγγενείς. Δε μπορείς να τα διαγράφεις όλα με μια κίνηση. Τα νεύρα σου δεν είναι καλά. Εσύ δεν είσαι καλά. Πότε θα αντιμετωπίσεις τους φόβους σου;- Η Μαριάννα δεν απάντησε. Με βλέμμα που πέταγε σπίθες πήρε το τασάκι από το τραπέζι και το πέταξε στο πάτωμα. Εκείνο έγινε χίλια κομμάτια.

-Σπάσε τα όλα, δεν με ενδιαφέρει. Κάνε ότι γουστάρεις. Αυτά που έχω να σου πω θα τα ακούσεις. Βαρέθηκα πια. Εσένα ,τα νεύρα σου και τις παιδιάστικες κινήσεις. Ο κόσμος μαστίζεται από πολέμους, αρρώστιες, πόνο, θλίψη και θάνατο. Αλλά εσύ; Εσύ η Μαριάννα Αλεξάκη; Δεν τα είδες ποτέ σου. Για σένα πρόβλημα είναι πως οι γονείς σου δεν σε αγάπησαν αρκετά και δεν σε αγκάλιασαν. Και για μια αγκαλιά εσύ τα έβαλες με όλο τον πλανήτη. Με τις σχέσεις των ανθρώπων, τους άντρες, την φιλία, τα αισθήματα που νέκρωσες . Απασχολείς το μυαλό σου με τα βιβλία που γράφεις και τις ώρες που περνάς στο γαμημένο το γραφείο σου και εμάς τους υπόλοιπους μας έχεις ξεγράψει. Το ξέρεις καρδιά μου πως είσαι τελείως κλισέ; Εννέα χρόνια κάνεις τα ίδια. Δεν έχεις φαντασία για κάτι διαφορετικό; Πότε θα ωριμάσεις; Και για να στο πω ξεκάθαρα επιτέλους. Αυτό που σε βασανίζει τόσα χρόνια είναι οι νευρώσεις σου. Είσαι μια νευρωτική γυναίκα που την βρίσκει να χαλά όλες τις όμορφες στιγμές των ανθρώπων. Είσαι μια σαδίστρια. Δεν είσαι εσύ ευτυχισμένη και θα πρέπει να μην είναι και όλοι οι άλλοι. Και τώρα σπάσε ότι άλλο θέλεις.- της είπε φωναχτά η Χριστίνα και η Μαριάννα τρελή από τα νεύρα της επιτέθηκε με σκοπό να την χτυπήσει. Η Χριστίνα την χαστούκισε τόσο δυνατά που εκείνη έπεσε κάτω.

-Μου άνοιξες την μύτη.- είπε εκείνη όταν είδε πως μάτωσε.

-Δε με ενδιαφέρει. Εμπρός τι περιμένεις; Πάρε το μαχαίρι και χτύπησε με. Όπως έκανες και με τον Γιάννη. Άντε τι κάθεσαι;- της απάντησε καθώς στεκόταν από πάνω της η Χριστίνα.

-Μπράβο φιλενάδα. Σήμερα παίρνεις το Όσκαρ μοχθηρίας. Αλήθεια αγάπη μου , που την έκρυβες τόσο καιρό;- συνέχισε ειρωνικά η Μαριάννα.

-Και ειρωνεία από πάνω έτσι; Άνοιξε τα μάτια σου να δεις την αλήθεια. Σκέψου για μια φορά στη ζωή σου, τι πραγματικά θέλεις. Πέταξε ότι σε χαλά και κράτα μόνο αυτά που σε κάνουν ευτυχισμένη. Αν το καταφέρεις αυτό δεν θα χρειαστείς ψυχολόγους και νευρολόγους. Δες Μαριάννα. Δες αυτά που από την αρχή είδα εγώ. Είσαι μια ξεχωριστή γυναίκα με χιλιάδες καλά σημεία. Άξια να ευτυχήσεις. Δες την Μαριάννα με τα μάτια της Χριστίνας. Δες και τότε θα λυτρωθείς. Πόσα χρόνια θα τα επαναλαμβάνω αυτά; Για πόσο νομίζεις θα με έχεις στο πλευρό σου; Δες Μαριάννα. Δες την αλήθεια που άφησες απ’ έξω.-

-Το ξέρεις πως πρέπει να γράψεις σε βιβλίο αυτά που λες; Θα γινόσουν καταπληκτική συγγραφέας.-

-Στον κόσμο σου εσύ. Λοιπόν ως εδώ ήταν. Εγώ θα κοιμηθώ στον Σταύρο σήμερα. Όταν γυρίσω αύριο το μεσημέρι να έχεις μαζέψει τα πράγματα σου και να έχεις φύγει. Η φιλία μας τελειώνει εδώ. Εδώ και τώρα. Κουράστηκα πια. Να μένω στο πλευρό σου και να μη το εκτιμάς. Αλλά δεν μπορώ και να περιμένω από εσένα να καταλάβεις. Σου εύχομαι μια καλή ζωή Μαριάννα. Ελπίζω τώρα που σε αποδεσμεύω από την φιλία μας, να σκεφτείς σοβαρά αυτά που σου είπα.-

-Να υποθέσω πως παρατάς τα όπλα; Αυτό είναι δειλία το ξέρεις;-

-Ε! Τότε είμαι πολύ δειλή. Συγγνώμη αν σε έκανα να πιστέψεις το αντίθετο.- είπε φανερά πληγωμένη από την όλη σκηνή η Χριστίνα. Ντύθηκε , φόρεσε το μπουφάν της, πήρε το κράνος και έφυγε από το σπίτι. Τότε η Μαριάννα κατάλαβε πως είχε τραβήξει πολύ το σχοινί. Στην ουσία το έσπασε. Κοιτούσε την πόρτα καθώς την έκλεισε με δύναμη η Χριστίνα και συνειδητοποίησε πως την έχασε μέσα από τα χέρια της. Πήγε ως την βαλίτσα της και έβγαλε το μπουκάλι με το κονιάκ. Ξεβίδωσε το καπάκι και κατέβασε γρήγορα δυο γουλιές. Άρχισε να πηγαινοέρχεται μέσα στο σπίτι σαν το άγριο ζώο στο κλουβί. Η Μισέλ που ένιωσε την νευρικότητα της, πήγε στο κρεβάτι της Χριστίνας και μπήκε κάτω από τα σκεπάσματα.

Μια ώρα μετά η Μαριάννα είχε πιει σχεδόν όλο το κονιάκ και έπεσε στο πάτωμα. Έβγαλε μια κραυγή που ακούστηκε έξω από το σπίτι και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Είχε έρθει το τέλος.

Η Χριστίνα οδηγούσε τη μηχανή της με ταχύτητα. Έφτασε πέντε λεπτά αργότερα στο σπίτι του Σταύρου. Μπήκε μέσα και τον βρήκε να διαβάζει ένα μυθιστόρημα δίπλα στο τζάκι. Η ώρα ήταν έξι το απόγευμα.

-Χριστίνα μου; Τι έγινε; Πως και ήρθες από εδώ;-

-Θα σου απαντήσω σε όλες σου τις ερωτήσεις. Αν θέλεις βάλε μου ένα λικέρ. Πρέπει πρώτα να ηρεμήσω κάπως.-

Ο Σταύρος της σέρβιρε το λικέρ δευτερόλεπτα αργότερα και κάθισε δίπλα της. Άναψε την πίπα του και περίμενε υπομονετικά να του μιλήσει εκείνη.

-Συγγνώμη που ήρθα έτσι, χωρίς να σε ενημερώσω , αλλά μάλωσα πολύ άσχημα με την Μαριάννα. Έπρεπε να φύγω από το σπίτι.-

-Μα καλά τι έγινε;-

-Δεν πάρει άλλο αυτή η κατάσταση. Έχει αρχίσει να πίνει ξανά.-

-Στο είπε εκείνη;-

-Όχι βέβαια. το ανακάλυψα μόνη μου.- του είπε και άναψε τσιγάρο.

-Δηλαδή για να καταλάβω. Ήρθε σπίτι σου και μέθυσε;-

-Όχι μωρό μου. Ήρθε σπίτι εχτές αντί για σήμερα το πρωί. Ήμουν στο μπάνιο. Εσύ μόλις είχες φύγει. Ήρθα μου είπε, έτσι για έκπληξη. Ωραία και καλά ως εδώ. Καθίσαμε ήπιαμε καφέ και είδαμε ως αργά ταινίες. Σήμερα το πρωί εγώ δούλευα. Την άφησα να κοιμάται. Είχε φέρει μια μικρή βαλίτσα με τα ρούχα της και την είχε αφήσει στην κουζίνα. Το πρωί λοιπόν πήγα να την μεταφέρω έξω από το δωμάτιο που κοιμόταν. Κάπου δεν είχε κλείσει καλά και η βαλίτσα άνοιξε. Κοίταξα να μαζέψω τα ρούχα και ξαφνικά βρήκα ένα μπουκάλι κονιάκ. Δεν είπα τίποτα. Το μεσημέρι που γύρισα από τον φούρνο είχε ετοιμάσει εκείνη φαγητό, αλλά ήταν πιωμένη. Μύριζε το χνώτο της κονιάκ και νικοτίνη. Δεν έχεις ιδέα πόσο άσχημο είναι. Φάγαμε και μετά της είπα πως ήθελα να της μιλήσω. Ετοίμασα δυο καφέδες και τους ήπιαμε στο σαλόνι. Της είπα πως μου λέει ψέματα και πως πίνει κρυφά. Έγινε πύραυλος από τα νεύρα. Φωνάζει ο κλέφτης δηλαδή. Κατάλαβες; Και το ένα έφερε το άλλο, και πάνω στα νεύρα της πετάει το τασάκι στο πάτωμα. Της τα είπα μετά έξω από τα δόντια και γυρίζει να μου επιτεθεί. Την χαστούκισα με δύναμη και της άνοιξα την μύτη. Το καταλαβαίνεις που με έφτασε με την συμπεριφορά της; Έτσι της είπα και εγώ πως ως εδώ ήταν η φιλία μας. Και αύριο που θα πάω σπίτι μου να έχει ξεκουμπιστεί για τα καλά. Νομίζω πως δεν παρέλειψα τίποτα.- απάντησε η Χριστίνα και πήρε βαθιά αναπνοή. Ο Σταύρος κούνησε το κεφάλι του. Όλα αυτά ήταν απλά απίστευτα.

-Και τώρα τι θα γίνει Χριστίνα;-

-Τι θέλεις να γίνει Σταύρο; Βαρέθηκα πια. Για χρόνια είμαι στο πλευρό της. Πάντα είμαι εκεί και εκείνη είναι απών. Ξέρεις τι αποκόμισα απ’ όλα αυτά τα χρόνια; Ένα σπασμένο τασάκι και ένα πληγωμένο εγωισμό. Τώρα που έφυγα να της γίνει μάθημα. Να μάθει επιτέλους πώς να εκτιμά τους ανθρώπους που έχει δίπλα της.-

-Δε νομίζω να σε αφήσει να φύγεις τόσο εύκολα. Θα σε αναζητήσει.-

-Εκείνη θα έρθει. Εγώ δεν θα είμαι εδώ.-

-Τι έχεις στο μυαλό σου;-

-Να πάω επιτέλους αυτές τις διακοπές που για χρόνια αναβάλω.-

-Δηλαδή;-

-Έχω μαζέψει λεφτά. Μπορώ να ζήσω ένα χρονικό διάστημα χωρίς να δουλέψω. Από χρόνια σκέφτομαι να γράψω αυτό το βιβλίο που όλοι σας περιμένετε. Όταν όμως δουλεύεις όπως εγώ που να σου μείνει χρόνος; Θέλω να πάω σε ένα νησί , τόσο μικρό που να μην υπάρχει στο χάρτη. Θα μείνω εκεί και θα γράψω. Όταν τελειώσω το βιβλίο θα γυρίσω πίσω. Ως τότε και η Μαριάννα ίσως να έχει μάθει από τα λάθη της. Δεν θα ξέρει κανείς σας σε ποιο νησί θα πάω. Θα εξαφανίσω τα ίχνη μου για να μπορέσω επιτέλους να αναπνεύσω καθαρό αέρα. Η Μαριάννα έκανε τα πάντα για να τον μολύνει. Αισθάνομαι πως θα πεθάνω αν εκείνη πιάσει ξανά πάτο με το αλκοόλ και τα νεύρα της. Αυτοί οι ρυθμοί της ζωής της με έχουν καταρρακώσει Σταύρο. Θέλω να με καταλάβεις και να με αφήσεις να το κάνω. Θέλω να στηρίξεις την απόφαση μου.-

-Δηλαδή ούτε εγώ θα μπορέσω να σε δω;-

-Κανείς. Ούτε οι γονείς μου. Θα πάρω μόνο τη Μισέλ μαζί μου. Νιώθω πως το χρειάζομαι αυτό.-

-Και σε ποιο νησί θα πας;-

-Σε κάποιο της άγονης γραμμής. Δεν θέλω ούτε ηλεκτρικό να έχει. Αλήθεια στο λέω. Βαρέθηκα τους ρυθμούς της πόλης.-

-Η οικογένεια σου πως θα το πάρει;-

-Θα τους εξηγήσω και θα καταλάβουν. Άλλωστε δεν φεύγω στα κρυφά.-

-Και τα κορίτσια; Η Μαρία;-

-Αυτό θα είναι το πιο δύσκολο απ’ όλα. Για την Μαρία εννοώ. Δεν μπορώ να την αποχωριστώ. Μου είναι τρομερά δύσκολο να την αφήσω. Αλλά πρέπει να γιατρέψω πρώτα την Χριστίνα. Αν δεν βρω την ψυχική μου γαλήνη , όλα θα αναποδογυριστούν Σταύρο. Όλα. –

-Εντάξει μη φοβάσαι. Όλα θα πάνε καλά.- της είπε και την αγκάλιασε. Εκείνη γαντζώθηκε επάνω του και δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια της.

-Μη κλαις. Όλη αυτή η πίεση εκεί θα κατέληγε. Η Μαριάννα είναι καλός άνθρωπος, αλλά ιδιόρρυθμη, αλλοπρόσαλλη. Έκανες ότι μπορούσες.-

-Με αποκάλεσε δειλή. Αυτό είμαι και το ξέρω. Της είχα υποσχεθεί πως δεν θα την αφήσω ποτέ. Και σήμερα την παράτησα σε ένα παγωμένο σταυροδρόμι. Ένας θεός ξέρει πως θα βγει από εκεί.-

-Δεν είσαι εσύ υπεύθυνη για τα προβλήματα της.-

-Όχι ,αλλά είμαι η μοναδική της φίλη, και της γύρισα την πλάτη.- του απάντησε η Χριστίνα και στο σπίτι της η Μαριάννα ήταν πεσμένη στο πάτωμα ψιθυρίζοντας ένα στίχο από κάποιο ποίημα που είχε γράψει η Χριστίνα χρόνια πριν

<<Άνθρωποι φεύγουν απ’ τη ζωή

Πάνε ψηλά μια καινούργια αρχή.

Αστέρια γίνονται κοιτούν χαμηλά

Λυτρωμένοι αισθάνονται απ’ την ψευτιά>>.


Η Μισέλ στο κρεβάτι της Χριστίνας κουλουριάστηκε και νιαούρισε ναζιάρικα.



Ένα μήνα μετά η Χριστίνα παραιτήθηκε από την δουλειά της. Με την Μαριάννα από εκείνο το απόγευμα δεν είχαν καμιά επικοινωνία. Κάποιο βράδυ μάζεψε τους φίλους και τις φίλες της στο σπίτι και τους ανακοίνωσε την απόφαση της να φύγει για λίγο καιρό. Τους είπε πως ένιωθε την ανάγκη να γράψει επιτέλους εκείνο το βιβλίο που την παίδευε από την εφηβεία της. Είχε έρθει η στιγμή. Τους εξήγησε βέβαια πως ήθελε να ξεφύγει και από την Μαριάννα. Ίσως με αυτό τον τρόπο βοηθούσε και εκείνη να βάλει μυαλό. Μπορεί να ωρίμαζε έστω και αργά.

-Και θα πρέπει δηλαδή εγώ να στερηθώ την φίλη μου για να γίνει καλά αυτή η τρελή η Αλεξάκη; Που ανάθεμα την ώρα και την στιγμή που την έβαλες στην παρέα. Αρκετά βάσανα είχαμε και μόνοι μας. Δεν χρειαζόμασταν και άλλα.- Πετάχτηκε λέγοντας νευριασμένη η Μαρία.

-Μαρία μου εμένα θα μου λείψεις πιο πολύ και από τους γονείς μου. Είσαι το στήριγμα μου. Και βέβαια και οι υπόλοιποι. Πρέπει όμως να το κάνω. Απλά ήρθε η ώρα. Όχι για να ξεφύγω από την Αλεξάκη. Η Μαριάννα ήταν η φλόγα που πυροδότησε το φυτίλι , για να βρω την χαμένη Χριστίνα. Εκείνη που περιμένει τόσα χρόνια για να βγει στο χαρτί. Αισθάνομαι πως τόσα χρόνια έχω φυλακίσει τον εσωτερικό μου κόσμο. Είναι λέξεις, σκέψεις, συναισθήματα, απορίες , που κάποια στιγμή πρέπει να ειπωθούν, και εγώ να νιώσω ήρεμη. Η Μαριάννα λοιπόν κατάφερε να μου βγάλει αυτή μου την ανάγκη. Να γίνουν οι λέξεις βιβλίο. Όλοι σας το ξέρετε πως από τα δεκαπέντε μου χρόνια προσπαθώ να γράψω ένα βιβλίο. Σας ζητώ λοιπόν να με αφήσετε να το γράψω. Δυστυχώς δεν μπορώ να το κάνω εδώ. Θα πρέπει να αλλάξω παραστάσεις και για τον λόγο αυτό επέλεξα κάποιο νησί της άγονης γραμμής. Δεν θα σας πω το όνομα του , γιατί δεν θέλω να έρθει κανείς να με δει. Πρέπει να μείνω μόνη με τον εαυτό μου. Μόνη με τις σκέψεις, τις ιδέες και τους προβληματισμούς μου.-

-Ο καθένας έχει αυτό το δικαίωμα. Να απομονωθεί.- της είπε ο Ανέστης.

-Θα σου κάνει καλό να αλλάξεις περιβάλλον.- συμπλήρωσε η Μίρκα. Η Βίκυ και η Ελένη δεν μίλησαν. Με την σειρά τους μάλλον συμφωνούσαν με την Μαρία. Αν η Αλεξάκη δεν είχε έρθει στη ζωή τους , καμιά αλλαγή , δεν θα είχε συντελέσει. Η Χριστίνα δεν ήταν απλά μια φίλη , αλλά αδερφή τους. Ο Νίκος κρατούσε το χέρι της Μαρίας. Ο Σταύρος ήταν όρθιος δίπλα στην Χριστίνα και κάπνιζε την πίπα του. Ο Παναγιώτης με τον Γιώργο έπιναν αμίλητοι τον καφέ τους, στο σαλόνι της Χριστίνας και η Μισέλ ήταν ξαπλωμένη σε μια πολυθρόνα. Η ατμόσφαιρα εκείνο το απόγευμα ήταν κάπως μουντή στο σπίτι. Όλοι της οι φίλοι ήθελαν να είναι ευτυχισμένη, αλλά δεν ήθελαν και να την χάσουν. Θεώρησαν την απόφαση της για την απόδραση λίγο ακραία. Ήξεραν όμως πως η Χριστίνα ήταν αγύριστο κεφάλι. Όταν αποφάσιζε κάτι θα το έκανε ο κόσμος να γύριζε ανάποδα.

-Και δηλαδή πόσο θα λείψεις;-πετάχτηκε η Ελένη.

-Όσο χρειαστεί για να γράψω το βιβλίο.-

-Και πόσος χρόνος απαιτείται για να γράψει κανείς ένα βιβλίο Χριστίνα; Ένα χρόνο; Δυο; η Δέκα;- συμπλήρωσε φανερά εκνευρισμένη η Μαρία.

-Ε! όχι και δέκα; Δεν μπορώ να μείνω χωρίς δουλειά ένα τόσο μεγάλο διάστημα; Το πολύ δυο χρόνια.-

-Θα έχουμε επικοινωνία; Εννοώ γράμματα η τηλέφωνο;- ρώτησε η Μίρκα.

-Θα προτιμούσα να έχω την ηρεμία μου. Το κινητό θα το αφήσω εδώ. Θα πάρω μαζί μου μόνο την γάτα, ρούχα και άδεια τετράδια για γραφική ύλη. Μόνο αυτό με ενδιαφέρει. Να γράψω. – απάντησε η Χριστίνα.

-Για να καταλάβω. Όλοι εμείς θα καθίσουμε στα σπιτάκια μας , στην άνεση μας, στις βόλτες μας , και ο καιρός θα κυλήσει μια χαρά. Χωρίς να έχουμε νέα σου, χωρίς έστω ένα τηλέφωνο, η ένα γράμμα. Και όλα αυτά γιατί σου κάπνισε να αλλάξεις χώρο και τόπο. Εντάξει εμάς δεν μας σκέφτηκες. Για την Μαριάννα ούτε που με νοιάζει. Αλλά τους γονείς και την αδερφή σου; Τον Σταύρο; Δηλαδή τι είναι τώρα αυτό; Εγώ δεν συμφωνώ. Είμαι αντίθετη. Σου το λέω για να το ξέρεις. Αυτό θα μου το πληρώσεις. Δεν θα καταντήσω εγώ τρελή για να γράψεις εσύ το βιβλίο. Δώδεκα άτομα. Είμαστε δώδεκα άτομα που θα χάσουμε τον ύπνο μας εξαιτίας σου. Το βρίσκεις λογικό;- εναντιώθηκε η Μαρία.

-Δεκατρία.- είπε σοβαρά η Χριστίνα.

-Ορίστε;-

-Είπα είσαστε δεκατρία. Ξέχασες την Μαριάννα.-

-Βρε δε πάει στο διάολο; Αυτή φταίει για όλα. Και σιγά να μη χάσει αυτή τον ύπνο της για σένα. Αυτό πιστεύεις πως θα επιφέρει η φυγή σου; Πολύ γελασμένη είσαι. Η Μαριάννα Αλεξάκη δεν δίνει δεκάρα για σένα, για μένα, για όλους μας. Είναι μια βρωμερή σκύλα. Την ξέρεις την γνώμη μου για εκείνη Χριστίνα.-

-Εντάξει Μαρία μου. Έχεις δίκιο που φωνάζεις. Τι θέλεις τώρα να γίνει;-

-Να μείνεις εδώ μαζί μας. Μαζί μου. Σε χρειάζομαι. Όλοι σε χρειαζόμαστε. Από εσένα αντλούμε δύναμη.-

-Αφού λοιπόν όλοι περιμένετε από εμένα , τότε θα με αφήσεις να αντλήσω και εγώ δύναμη από το βιβλίο. Έχω δώσει τόσα πολλά στους άλλους , τόσα χρόνια τώρα. Αν δεν γράψω το βιβλίο θα καταρρεύσω. Το θέλεις αυτό;- Της απάντησε με σοβαρό ύφος η Χριστίνα. Πήγε κοντά της την αγκάλιασε και την φίλησε. Η Μαρία δάκρυσε.

-Όλα θα είναι μια χαρά. Μετά την φουρτούνα έρχεται η νηνεμία. Θα δεις. Στο υπόσχομαι.- Η Μαρία σκούπισε τα μάτια της και χαμογέλασε με δυσκολία.

-Το ξέρεις πως είσαι τρελή; Δεν μου μένει να κάνω τίποτα άλλο από το να σε υποστηρίξω. Με βαριά καρδιά το κάνω και φαντάζομαι και οι υπόλοιποι. Να προσέχεις από εκεί που θα πας και να μην αργήσεις πολύ. Και τώρα μπορούμε να φύγουμε όλοι μας και να σε αφήσουμε στην ησυχία σου.- απάντησε η Μαρία. Όλοι οι φίλοι της σηκώθηκαν την χαιρέτησαν και έφυγαν από το σπίτι. Ο Σταύρος είχε μείνει στον καναπέ. Κάπνιζε την πίπα του. Ήταν πολύ ήρεμος. Η Χριστίνα τον πλησίασε.

-Πως τα πήγα;-

-Ψύχραιμα. Όταν θέλεις κάτι έχεις τον τρόπο να πείσεις και τους άλλους να το δεχτούν. Πότε φεύγεις τελικά;-

-Αύριο το πρωί. Σταύρο θέλω να μου υποσχεθείς πως θα μείνετε όλοι σας ενωμένοι. Να βγαίνετε μεταξύ σας και να μη χαθεί η επικοινωνία σας. Η Μαριάννα κάποια στιγμή θα πάρει τηλέφωνο και πολύ πιθανό να πάρει εσένα. Από την αρχή σου είχε δείξει αδυναμία. Θα της πεις ότι συμφωνήσαμε. Λέξη παραπάνω.-

-Θα κάνω ότι μου ζήτησες. Την λυπάμαι όμως. Θα είναι βαρύ το τίμημα για εκείνη. Δεν θα ήθελα να είμαι στη θέση της. Όλοι μας ξέρουμε πως θα πας κάπου και θα γυρίσεις. Αυτή; Αυτή θα νομίζει πως έφυγες για πάντα. Δεν είναι δίκαιο.-

-Δεν ήταν εύκολη η απόφαση που πήρα και δεν φεύγω για να την πληγώσω. Δεν θα το έκανα ποτέ αυτό. Πρέπει όμως να νιώσει την απώλεια. Το αίσθημα της σιγουριάς που είχε με την φιλία μας. Πάνω απ’ όλα όμως το κάνω για να αναγκαστεί να τα βάλει τελικά με τους δαίμονες της. Να αντιμετωπίσει τις φοβίες της. Δεν της χρειάζεται τελικά το μπράβο του μπαμπά και η αγκαλιά της μάνας για να ανταπεξέλθει στη ζωή. Είναι μια άξια γυναίκα, έξυπνη, όμορφη, μορφωμένη. Δουλεύει και γράφει δικά της βιβλία. Έχει αμέτρητους θαυμαστές. Τι άλλο θα μπορούσε να ζητήσει; Απλά φοβάται και δεν εκτιμά όσο θα έπρεπε τον εαυτό της. Είναι οι νευρώσεις της που δεν την αφήνουν να δει καθαρά. Το ότι δεν μπορεί να βρει την ευτυχία ρίχνει το φταίξιμο στους αδιάφορους γονείς της. Στον καιρό για παράδειγμα που είναι βροχερός. Στους άντρες που δεν την καταλαβαίνουν. Δεν είναι όμως αυτή η αλήθεια. Η αλήθεια είναι πως εκείνη φταίει για την δυστυχία της. Εκείνη και οι αμέτρητες νευρώσεις της. Η απομάκρυνση της από τους ανθρώπους. Είναι εγωίστρια και δεν βλέπει τον πόνο των άλλων, η τον πόνο που προκαλεί εκείνη στους άλλους με την συμπεριφορά της. Την νοιάζει μόνο ο εαυτός της. Πονάει εκείνη και όλοι πρέπει να την προσκυνήσουν.- απάντησε η Χριστίνα και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του Σταύρου.

-Θα είσαι εντάξει εσύ;- τον ρώτησε γλυκά.

-Θα είμαι μια χαρά. Εσύ κοίταξε να ξεμπερδέψεις με αυτό το βιβλίο όσο πιο γρήγορα γίνεται. Θα μου λείψεις.- της είπε και την φίλησε. Η Χριστίνα κόλλησε επάνω του και ο Σταύρος της έκανε έρωτα πάνω στον καναπέ. Ξανά και ξανά. Η Μισέλ στην κρεβατοκάμαρα γύρισε πλευρό. Τεντώθηκε , και χασμουρήθηκε.

Η Μαριάννα καθόταν πιωμένη στο κρεβάτι του σπιτιού της.


Ξημέρωσε ένα βροχερό πρωινό κάποιου Φλεβάρη. Η Χριστίνα είχε σηκωθεί πολύ νωρίς. Σε μια βαλίτσα και σε ένα σακίδιο πλάτης είχε στριμώξει όσα ρούχα μπόρεσε. Έβαλε τα λεφτά της στο πορτοφόλι και στις τσέπες της και την γάτα στο κένελ μεταφοράς. Άφησε το κινητό κλειστό στο τραπέζι της κουζίνας και έκλεισε όλες τις πόρτες των δωματίων. Θα της έλειπε το σπίτι της. Θα της έλειπαν οι ταινίες , τα δυο κάδρα του Σταύρου που φιγουράριζαν στο υπνοδωμάτιο της και οι καδραρισμένες κινηματογραφικές αφίσες που υπήρχαν σε όλο το σπίτι. Κοίταξε την αφίσα του «Τζούντ» και χάθηκε στα γαλάζια της κύματα. Χάιδεψε τον Ρίκ και την Ίλζα στην «Καζανμπλάνκα». Έμεινε για ώρα κοιτάζοντας τον «Τιτανικό» και πέρασε το βλέμμα της πάνω από την «Νύχτα του κυνηγού». Τα «Σαγόνια του καρχαρία» την κοιτούσαν απειλητικά, ενώ η ζωγραφιά της μητέρας από το «Όλα για την μητέρα μου» έμοιαζε να την μαλώνει. Το «Τέλος μια σχέσης» ήταν βουτηγμένο στη βροχή και τα «Ουράνια πλάσματα» είχαν ανέβει στ’ αστέρια. «Ο Χάρι και η Σάλι» γελούσαν ευτυχισμένοι και ο Ρετ είχε αγκαλιά του την Σκάρλετ. Ο Χίτσκοκ γελούσε σαρδόνια σε μια γωνία και οι «Απόντες» του Νίκου Γραμματικού ήταν η τελευταία εικόνα στα μάτια της Χριστίνας. Έσβησε τα φώτα ,κλείδωσε το σπίτι και πήρε το λεωφορείο για την Αθήνα. Από εκεί πήρε ταξί για τον Πειραιά και μπήκε στο πλοίο για κάποιο μεγαλύτερο νησί του Αιγαίου σαν αρχή. Θα ξεκουραζόταν δυο μέρες και μετά θα πήγαινε σε αυτό της άγονης γραμμής που είχε επιλέξει. Τα είχε κανονίσει όλα και την περίμεναν. Εκείνη την Παρασκευή που έβρεχε η Χριστίνα τα άφηνε όλα πίσω της. Μόνο για λίγο. Όσο χρειαζόταν για να βρει τον παλιό της εαυτό. Να γεμίσει τις μπαταρίες της και να γράψει εκείνο το βιβλίο. Μέσα στην καμπίνα του πλοίου η Χριστίνα χαμογέλασε κοιτώντας από το φιλιστρίνι την γαλάζια θάλασσα.


Ήταν Τρίτη προς το τέλος του Φλεβάρη , που η Μαριάννα είχε ξυπνήσει με βαρύ κεφάλι από το ποτό. Έτριψε τα μάτια της άναψε τσιγάρο από το πακέτο που βρισκόταν δίπλα της και σηκώθηκε με δυσκολία από τον καναπέ. Παραπάτησε σε ένα άδειο μπουκάλι Βότκας και πήγε ξυπόλητη ως το μπάνιο. Με το τσιγάρο ακόμα στα ξεραμένα της χείλη άνοιξε το νερό και κάθισε κάτω από το ντους. Και αυτό ήταν . Ένιωσε να κρυώνει τόσο μα τόσο πολύ που την έπιασαν σπασμοί. Το νερό ήταν ζεστό αλλά εκείνη , η Μαριάννα Αλεξάκη έτρεμε. Γυμνή κάτω από το ντους έτρεμε σύγκορμη. Και συνέχισε να τρέμει ακόμα και όταν φόρεσε το μπουρνούζι της. Ακόμα και αν τα καλοριφέρ ήταν αναμμένα σε όλα τα δωμάτια. Εκείνη έτρεμε. Ο ένας σπασμός διαδεχόταν τον άλλο. Κάθε λεπτό που περνούσε η κατάσταση γινόταν αφόρητη. Η Μαριάννα μπόρεσε να πάρει τον πατέρα της μια ώρα αργότερα στο τηλέφωνο. Οι σπασμοί δεν είχαν τελειωμό.

-Μπαμπά… έλα… έλα… να με πάρεις. Να…. με… πας… στο γιατρό.- του είπε κάνοντας συνέχεια διακοπές ανάμεσα στις λέξεις.


Αυτό είναι ένα βιβλίο που μιλά για την φιλία. Για το πώς ορισμένοι άνθρωποι έρχονται κοντά και προσπαθούν μαζί να κάνουν την ζωή τους μοναδική. Για αυτό και το βιβλίο  αυτό αφιερώνεται ειδικά  στις τέσσερις  ξεχωριστές φίλες που είναι κοντά μου πολλά χρόνια και με στηρίζουν, όπως και εγώ. Παλέψαμε πολύ για να εδραιώσουμε αυτή τη φιλία. Χωρίς την αγάπη σας δεν θα μπορούσα να γράψω. Ετούτο το βιβλίο είναι το πρώτο που έγραψα και το αγαπώ όσο και εσείς. Για αυτό και σας ανήκει. Είναι δικό σας βιβλίο.  

Στις: Αγγελική, Έφη, Έλλη, Νατάσα.

Στην Χρύσα που αν δεν ήταν εκεί να με καθοδηγήσει δεν θα είχα ξεκινήσει το ταξίδι.
Σε ευχαριστώ για ότι μου έμαθες. Στον αδερφό μου Γιώργο και στην γυναίκα του Άντζελα που είναι στο πλευρό μου.
Στους γονείς μου και στον Θεό που με  προστατεύει.    
Στους φίλους και φίλες που είναι δίπλα μου: Λάμπρο και Ευγενία Μάθεση, Κώστα Μιχαλάκη, Αντρέα Αυγέρη, Πάνο Παπασωτηρίου, Ρούλα Σοφρά, Παναγιώτη Βελτανισιάν,  Μαρία και  Νίκο Τσίτσο. Φωτεινή και Νίκο Λαυράνο, Σύλβια και Κώστα Γάσπαρη, Στέλλα και Σωτήρη Καρνέση, Στεργιάννα Γιαφεντή και σε όλους όσους ξέχασα. Τα ξαδέρφια μου: Γεωργία και Κωνσταντίνα Φήμη, Τάσο και Λούντα Καραντή, Αποστόλη Αθανασίου, Άντα.   
Στην Αθηνά Γραμματικού που οι συμβουλές της ήταν πολύτιμες, και στον αγαπημένο μου φίλο Δημήτρη Χαρίτο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι από το ομώνυμο ποίημα της Άντζελας Σκοπελίτη Κοφινά.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν σαν στήλες δύο - δύο μες στα γραφεία.
Κώστας Καρυωτάκης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

23/10/1925 Γεννήθηκε στην Ξάνθη ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις
24/10/2010 Έφυγε από τη ζωή ανήμερα των γενεθλίων της η τραγουδίστρια του Νέου Κύματος Καίτη Χωματά