91 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
23.10.2017
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Ο χρόνος της φθοράς | Μέρος 16ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά


Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Χριστίνα. Μια γυναίκα λίγο μετά τα τριάντα που θεωρεί την έννοια της φιλίας το μεγαλύτερο αγαθό. Έχει καταφέρει να έχει κοντά της τρεις αγαπημένες φίλες και έναν αδερφικό φίλο που είναι πάντα στο πλευρό της.
Τη Μαρία , την Βίκυ , την Ελένη και τον Ανέστη. Όταν όμως γνωρίζεται με την Μαριάννα Αλεξάκη η ισορροπία στη ζωή της χάνεται. Εκείνη είναι ένα παιδί 23 χρόνων που δουλεύει στον εκδοτικό οίκο του πατέρα της. Έχει θέσει πολύ ψηλούς στόχους για να γίνει συγγραφέας  και θέλει να κάνει μεγάλη καριέρα σε αυτό. Η Μαριάννα σε αντίθεση με την Χριστίνα δεν εμπιστεύεται κανέναν , δεν κάνει φιλίες , φοβάται την μοναξιά  και προσπαθεί να κάνει τους γονείς της να την προσέξουν.
Οι δυο γυναίκες δένονται με μια φιλία και μια δυνατή αγάπη από την αρχή της γνωριμίας τους. Όμως η Μαριάννα απασχολημένη με το κτίσιμο της καριέρας της, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα υψηλά στάνταρ της Χριστίνας για τη φιλία.
Δυο διαφορετικές γυναίκες και δυο ξεχωριστές πορείες. Ένας κύκλος φιλίας  που ξεκινά με τη γνωριμία των δύο γυναικών , συνεχίζεται με τα ψυχικά προβλήματα της Μαριάννας , για να καταλήξει στο φευγιό της Χριστίνας και την τελική τους επανασύνδεση.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟΕΚΤΟ
 
Οι μήνες πέρασαν και ήρθε το καλοκαίρι. Η Μαριάννα έδειχνε πως ήταν καλά.  Είχε γυρίσει στη δουλειά και είχε πέσει με τα μούτρα στο γραφείο της.  Ο Γιάννης είχε γυρίσει στο διαμέρισμα του, αλλά βλεπόντουσαν σχεδόν καθημερινά. Βέβαια τα προβλήματα δεν είχαν ξεπεραστεί. Μάλωναν συχνά. Ίσως γιατί η Μαριάννα είχε αποτύχει να φτιάξει μια δική της οικογένεια. Θεωρούσε πως όλο το σύμπαν είχε συνωμοτήσει εναντίον της έτσι ώστε να μη μπορεί να παντρευτεί τον άντρα που αγαπούσε. Η αλήθεια βέβαια ήταν πως την βόλευε που εκείνος δεν είχε πάρει το διαζύγιο του. Μέσα της βαθιά, πολύ βαθιά, ήξερε πως δεν ήθελε παιδιά, οικογένεια και τον ίδιο άντρα πρωί, μεσημέρι και βράδυ. Και καθώς το καλοκαίρι εκείνο έφτανε στο τέλος του μια Τετάρτη πρωί η Μαριάννα δεν εμφανίστηκε  στο γραφείο της. Η γραμματέας της την πήρε στο κινητό, την πήρε στο σταθερό, αλλά εκείνη ήταν άφαντη. Η Ειρήνη δεν ήξερε τι να υποθέσει. Όμως, δεν έβαλε κακό με το νου της. Όταν όμως και την δεύτερη μέρα η Μαριάννα δεν εμφανίστηκε, ανέβηκε στον τελευταίο  όροφο που ήταν το γραφείο του Αλεξάκη. Χτύπησε την πόρτα και της άνοιξε η δική του γραμματέας.
-Θα ήθελα τον κύριο Αλεξάκη. Είμαι η γραμματέας της κόρης του. Είναι ανάγκη.-
-Περιμένετε δυο λεπτά γιατί μιλά στο τηλέφωνο με τον δικηγόρο του.- της απάντησε εκείνη. Η Ειρήνη κάθισε στον καναπέ και περίμενε. Ένα τέταρτο αργότερα ο Αλεξάκης την καλημέριζε στο γραφείο του.
-Κύριε Αλεξάκη είμαι..-
-Ναι ξέρω. Τι θα ήθελες Ειρήνη;- απάντησε εκείνος ψυχρά.
-Κύριε Αλεξάκη η κόρη σας έχει να έρθει δυο μέρες στη δουλειά. Δεν έχω καμιά ενημέρωση και για αυτό ήρθα σε εσάς. Έχουν μείνει πράγματα πίσω.-
-Την πήρες στο σπίτι της;-
-Μάλιστα κύριε και στο κινητό, αλλά δεν απαντά.-
-Πολύ καλά Ειρήνη. Θα σου στείλω άλλον στη θέση της κόρης μου. Μόνο επειδή θα είναι από άλλο τμήμα θα ήθελα να τον ενημερώσεις σωστά.-
-Μα και βέβαια. Σας ευχαριστώ. Καλημέρα σας.-
-Καλημέρα. – της απάντησε και όταν η Ειρήνη έφυγε από το γραφείο ο Αλεξάκης πήρε το αυτοκίνητο του και πήγε στο διαμέρισμα της κόρης του. Είχε δικά του κλειδιά και μπήκε μέσα. Την βρήκε να κοιμάται. Σίγουρα κοιμόταν δυο μέρες συνέχεια. Ούτε νερό δεν είχε πιει. Απλά κοιμόταν. Ήταν η δεύτερη φορά που είχε συμβεί αυτό το περιστατικό. Την Μαριάννα έπρεπε να την δει ειδικός. Είχε σοβαρό πρόβλημα. Πρώτα όμως θα της έφτιαχνε ένα καφέ και θα της τον πήγαινε στο κρεβάτι. Λίγο αργότερα και αφού είχε τραβήξει τις κουρτίνες για να μπει λίγο φως στο σπίτι κάθισε στο κρεβάτι και της είπε.
-Μαριάννα ο μπαμπάς είμαι. Ξύπνα. Ξύπνα σε παρακαλώ.-
-Μμμ! –
-Μαριάννα είπα άνοιξε τα μάτια σου τώρα. Έλα να σε δω.- της είπε αυστηρά .- και τα ματόκλαδα της κόρης του πετάρισαν για δευτερόλεπτα.
-Μπαμπά;- απάντησε βαθιά νυσταγμένη.
-Ναι εγώ είμαι. Ξύπνα σου έφτιαξα καφέ.-
-Δεν θέλω. Νυστάζω πολύ. Τι ώρα είναι;-
-Πρωινή.-
-Ε! Τότε άσε με να κοιμηθώ θα έρθω πιο αργά στο γραφείο. Γιατί ήρθες από τα χαράματα;- του απάντησε. Ο Αλεξάκης φανερά εκνευρισμένος την ταρακούνησε και την σήκωσε με το ζόρι όρθια με  την πλάτη της να ακουμπά στο προσκέφαλο του κρεβατιού.
-Έχεις τρελαθεί εντελώς κορίτσι μου; Για ποια δουλειά μου μιλάς; Έχεις να έρθεις δυο μέρες στο γραφείο. Ξύπνα αμέσως τώρα και επιτέλους έλα στα συγκαλά σου. – της φώναξε με όλη του τη δύναμη ο Λεωνίδας. Η Μαριάννα με ένα σάλτο πετάχτηκε σε στάση προσοχής από το κρεβάτι. Τα μαλλιά της ήταν ανάκατα. Τα άλλοτε πανέμορφα μάτια της είχαν χάσει τη λάμψη τους. Το πρόσωπο της ήταν κίτρινο.
-Τι συμβαίνει Μαριάννα; Τι έχεις;  Γιατί είσαι σε αυτή την άθλια κατάσταση; Παίρνεις τίποτα; Μίλησε μου. Παίρνεις τίποτα ουσίες;-
-Όχι….όχι μπαμπά. Τίποτα τέτοιο. Μόνο να…ξέρεις…-
-Όχι δεν ξέρω τίποτα. Μη μασάς τα λόγια σου και επιτέλους πες μου τι γίνεται. –συνέχισε εκείνος να της φωνάζει με αυστηρό τρόπο.
-Δε στο είχα πει. Δεν ήθελα. Αλλά τον χειμώνα κάποια στιγμή άρχισα να πίνω πάλι και μετά μάλωσα με τον Γιάννη και με έπιασε υστερία και του επιτέθηκα με ένα μαχαίρι και τον πλήγωσα στο μπράτσο. Είχε έρθει η Χριστίνα τότε και με βοήθησε. Πήγα στο γιατρό και διέγνωσε νευρικό κλονισμό. Μου έδωσε κάποια αγχολυτικά χάπια και ένα σιρόπι για τις αϋπνίες. Δεν το είχα χρησιμοποιήσει όμως γιατί κοιμόμουν. Όμως πριν μια βδομάδα δεν με έπαιρνε ο ύπνος όταν ξάπλωνα. Και έτσι ήπια λίγο για να κοιμηθώ.- του είπε μην αντέχοντας να τον κοιτάξει στο πρόσωπο.
-Εσύ πρέπει να ήπιες όλο το μπουκάλι για να ξεραθείς δυο μέρες τώρα. Τι πας και κάνεις; Είσαι ολόκληρη γυναίκα. Τι ανώριμη που είσαι; Έτσι σε μεγαλώσαμε εμείς; Άλλη φορά δεν θέλω να με αφήσεις στο σκοτάδι. Το άκουσες; Δηλαδή η Χριστίνα,  μια ξένη ουσιαστικά έχει αντικαταστήσει την οικογένεια σου; Αυτή τη φορά στο συγχωρώ. Την επόμενη όμως θα είμαι πολύ σκληρός. Σε αφήνω να ετοιμαστείς. Πάω στην κουζίνα να βάλω και εγώ ένα καφέ να πιω. Θα τα πούμε αργότερα.- της είπε και έφυγε από το δωμάτιο. Η Μαριάννα με γρήγορες κινήσεις πέταξε τις πιτζάμες και φόρεσε από την  ντουλάπα ένα τζιν παντελόνι και μια κόκκινη μπλούζα. Πήγε στο μπάνιο πλύθηκε, βούρτσισε τα δόντια της και μάζεψε τα πλούσια μαλλιά της με ένα κλάμερ. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Ήταν χλωμή. Έβαλε λίγο ρουζ μαύρο μολύβι στα μάτια και λίγο κραγιόν. Κοιτάχτηκε ξανά. Ήταν καλλίτερα έτσι. Αισθανόταν ακόμα κουρασμένη. Μετά από τόσες ώρες ύπνο ένιωθε ακόμα εξουθενωμένη. Πήγε στην κουζίνα. Έβαλε σε μια κούπα ζεστό καφέ και κάθισε δίπλα στον πατέρα της.
-Πως αισθάνεσαι;-
-Μάλλον καλά, μπαμπά. Είμαι κουρασμένη. Θα έπρεπε να κοιμάμαι περισσότερο.-
-Περισσότερο από δυο μέρες συνεχόμενες κόρη μου δεν γίνεται.- είπε εκείνος με νόημα.
-Δυο μέρες; Δεν σε καταλαβαίνω. Ποιος μπορεί να κοιμηθεί τόσο;-
-Ακόμα δεν έχεις ξυπνήσει μου φαίνεται. Δεν έχεις καταλάβει τίποτα έτσι;-
-Τι να καταλάβω μπαμπά;-
-Μαριάννα πότε έπεσες να κοιμηθείς;-
-Εχτές το μεσημέρι που γύρισα από τη δουλειά.-
-Ξέρεις τι μέρα έχουμε σήμερα; Παρασκευή.-
-Παρά….δε μπορεί είναι Τρίτη 12 του μήνα.-
-Όχι είναι 15 του μήνα και ημέρα Παρασκευή. Κοιμάσαι από την Τρίτη το μεσημέρι. Αν κοιτάξεις το κινητό σου θα δεις κλήσεις από την γραμματέα σου την Ειρήνη και φαντάζομαι από τον Γιάννη. Μου είναι περίεργο που δεν ήρθε από εδώ , να δει αν είσαι καλά.-
-Θα ερχόταν αν είχε κλειδί του σπιτιού όπως εσύ.-
-Μα καλά χωρίσατε και δεν το έμαθα;-
-Όχι μπαμπά, μαζί είμαστε, αλλά πλέον δε μένουμε στον ίδιο χώρο και του ζήτησα πίσω τα κλειδιά του σπιτιού.-      
-Και γιατί αυτό;-
-Είδα πως δεν μου είναι ότι πιο ευχάριστο να ζω με έναν άντρα. Είμαι πολύ δύσκολος άνθρωπος. Δεν θέλω κάποια στιγμή να φρικάρω ξανά και να τον σουβλίσω.- είπε και ένα αχνό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.
-Δεν μου αρέσουν όλα αυτά. Και μάλιστα το ότι κοιμήθηκες τόσο πολύ μου φαίνεται ανεξήγητο.-
-Ούτε και εγώ μπορώ να το καταλάβω. Δεν ήπια παρά μόνο δυο κουταλάκια από το ηρεμιστικό. Είχα κάποιες αϋπνίες και είπα να πάρω λίγο.-
-Δεν νομίζω να φταίει αυτό. Κάτι άλλο είναι , αλλά δεν ξέρω τι να υποθέσω. Θα ήταν φρόνιμο να μιλήσεις με τον ψυχολόγο σου και βέβαια με εκείνο τον ψυχίατρο. Ας αποφασίσουν από κοινού τι έχεις για να ξέρουμε και εμείς και εσύ να γυρίσεις επιτέλους στην δουλειά σου. Και δεν είναι η πρώτη φορά που το παθαίνεις αυτό. Όταν ζούσατε μαζί με είχε πάρει στο τηλέφωνο για να μου πει πως κοιμόσουν μια ολόκληρη ημέρα. Σε ξύπνησα από το τηλέφωνο εγώ, αφού σου έβαλα τις φωνές.-
-Πότε έγινε αυτό;-
-Μα καλά δεν θυμάσαι; Πως είναι δυνατόν να μη το θυμάσαι;-
-Αλήθεια σου λέω μπαμπά. Δεν έχω ιδέα για τι μου μιλάς.-
-Πρέπει να φύγω. Έχω και ένα γραφείο που δεν μπορώ να το αφήνω για να τρέχω να σε κανακεύω όποτε εσύ νιώθεις πως δεν έχεις τον έλεγχο της ζωής σου. Να πας στους γιατρούς σου και την Δευτέρα να έρθεις στη δουλειά. –
Η Μαριάννα είχε σκύψει το κεφάλι της. Δεν μπορούσε να αντικρύσει τον Λεωνίδα. Αν και έδειχνε μια δυναμική γυναίκα μπροστά στον γίγαντα Αλεξάκη κρυβόταν στην σκιά του. Τον αγαπούσε και τον φοβόταν μαζί. Πολλές φορές ήθελε να τον στείλει στον διάολο που ήταν τόσο αυταρχικός και ψυχρός σαν πατέρας, αλλά δεν τολμούσε. Περίμενε ακόμα από εκείνον το χάδι. Μόνο που εκείνη η στιγμή δεν ερχόταν. Και τώρα ήταν εκεί μαζί της και αντί να την αγκαλιάσει της μιλούσε για την δουλειά. Έτσι και εκείνη είχε μάθει να κρύβει τα αισθήματα της, όπως έκανε και εκείνος, όπως έκανε και η μάνα της, από την στιγμή που την γέννησε. Μα αν δεν την ήθελαν, γιατί την είχαν φέρει στον κόσμο; Για να την κάνουν δυστυχισμένη με την αδιαφορία τους;
-Να φας κάτι. Μου φαίνεται πως έχεις χάσει κιλά.- άκουσε την φωνή του να λέει.
-Ναι θα φάω. Ευχαριστώ που ήρθες.-
-Να με ενημερώσεις για το τι θα πουν οι γιατροί.- είπε εκείνος ψυχρά . Άνοιξε την πόρτα και έφυγε από το σπίτι της. Η Μαριάννα πήγε στο καθιστικό και έπεσε βαριά σε μια πολυθρόνα. Ήταν απλά χαμένη σε σκέψεις. Σκεφτόταν πάνω απ’ όλα τον πατέρα της. Ήταν κοντά της σε δύσκολες στιγμές. Όταν τον χρειαζόταν ήταν εκεί. Αλλά κάτι έλειπε. Και αυτό ήταν η στοργή. Η επαφή, το χάδι, η αγκαλιά. Αυτές  όμως ήταν άγνωστες λέξεις για τον  Λεωνίδα Αλεξάκη. Όχι πως αυτός ο άνθρωπος δεν είχε αισθήματα. Δεν τα εκδήλωνε όμως. Ήταν τόσο συμπαγής χαρακτήρας. Άκαμπτος, αποφασιστικός, ψυχρός επαγγελματίας στις επιχειρήσεις του. Ποτέ της η Μαριάννα δεν τον είχε δει να λυγίζει. Να φεύγει ένα δάκρυ από τα μάτια του. Αυτός ο άνθρωπος ήταν εκεί έξω, σαν το βράχο πλάι στο κύμα. Τα χρόνια έφευγαν, οι εποχές άλλαζαν. Χιόνια, βροχές, λιακάδες, καύσωνες, περνούσαν από πάνω του, μα ο βράχος δε σάλευε, δεν γερνούσε, δεν ράγιζε.

Πίσω στην Πάτρα το απόγευμα της ίδια μέρας η Χριστίνα ήταν στο σπίτι των γονιών της. Τους είχε επισκεφτεί για να πιούν καφέ. Αυτή ήταν μια συνήθεια που την γνώριζε από τα παιδικά της χρόνια. Η μαμά της στις τέσσερις το απόγευμα έβαζε να ψήσει τον ελληνικό καφέ. Τέτοια ώρα τον έπινε πάντα με τον άντρα της. Όταν μεγάλωσαν τα κορίτσια έμαθαν να πίνουν και  εκείνες σε αυτά τα μικρά φλιτζανάκια με το αυτί στην άκρη. Ο παππούς της Χριστίνας είχε ένα μικρό καφενείο στο κέντρο της πόλης. Όταν πέθανε η μητέρα της το πούλησε, αλλά φύλαξε όλα τα μικρά αυτά φλιτζανάκια μαζί με τα πιατάκια τους. Φύλαξε και  ένα-δυο μπρίκια για να ψήνει τον καφέ όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Και αυτά σκεφτόταν εκείνη την στιγμή η Χριστίνα καθισμένη στην κουνιστή πολυθρόνα της μητέρας της που την είχε ενθύμιο από την δική της μητέρα. Στα ρουθούνια της είχε ξαποστάσει η μυρωδιά του καφέ που ψηνόταν. Ωραία μυρωδιά. Δυνατή. Σαν ήταν μικρή καθόταν δίπλα στην μητέρα της και παρακολουθούσε πως έβαζε την δοσολογία του καφέ και της ζάχαρης, πως τα ανακάτευε και πως έβαζε το κουταλάκι στο στόμα της για να τον δοκιμάσει. Όταν σούφρωνε τα χείλη της, αυτό ήταν σημάδι πως ο καφές ήταν τέλειος. Αυτές τις σκέψεις διέκοψε η φωνή της μητέρας της.
-Χριστίνα μου καλός ήταν;-
-Ε! …Ποιος;….-
-Ο καφές λέω. Καλά τον έψησα;-
-Ω! Ναι μαμά. Υπέροχος όπως πάντα.-
-Σκεφτόσουν κάτι; -
-Θυμήθηκα τότε που ήμουν μικρή και σε παρακολουθούσα  να φτιάχνεις τον καφέ. Δεν ξέρεις πως φάνταζαν όλα τότε. Μαγικά. Ήμουν πάντα πολύ απορροφημένη να σε βλέπω να τον ετοιμάζεις.- της είπε σηκώθηκε από την πολυθρόνα και πήγε κοντά στην μητέρα της που καθόταν στον καναπέ του μικρού καθιστικού. Η μητέρα της την αγκάλιασε και την φίλησε.
-Ναι η αλήθεια είναι πως με έπαιρνες συνέχεια από πίσω. Με παρακολουθούσες να μαγειρεύω, να φτιάχνω καφέ, να πλένω στη σκάφη. Δεν σε ευχαριστούσε τίποτα άλλο, εκτός από τα βιβλία που διάβαζες καθώς μεγάλωνες. Εμένα πάλι με απασχολούσε το γεγονός πως εσύ και η αδερφή σου δεν τρώγατε σχεδόν καθόλου. Έτσι επινόησα να σας λέω παραμύθια, κάθε μεσημέρι που καθόμασταν να φάμε στο τραπέζι. Και φαίνεται τελικά πως δεν έπεσα έξω. Με τον καιρό λατρέψατε τις ιστορίες που σας έλεγα και καθαρίζατε τα πιάτα σας.-
-Μαμά δεν ξέρεις πόσο νοσταλγώ ακόμα εκείνα τα χρόνια. Νομίζω πως ήταν τα καλλίτερα παιδικά χρόνια που θα μπορούσα να είχα. Θυμάμαι σχεδόν τα πάντα. Πάνω απ’ όλα όμως την αγάπη που δέχτηκα. Την αγάπη σας. Και ήταν τόση, που ακόμα την κουβαλώ. Και έχω περίσσευμα για να δίνω και σε άλλους που την χρειάζονται.-
-Η αγάπη των γονιών στη ζωή του παιδιού είναι το μεγαλύτερο αγαθό Χριστίνα μου. Σας φέραμε στον κόσμο εγώ και ο πατέρας σας, γιατί το θέλαμε. Αγράμματοι άνθρωποι είμαστε. Βιοπαλαιστές. Δεν αποκτήσαμε ποτέ λεφτά με το τσουβάλι. Τι να τα κάνεις άλλωστε τα λεφτά. Δεν φέρνουν ποτέ την ευτυχία κορίτσι μου. Δεν καταφέραμε να σας φτιάξουμε περιουσία. Σπουδάσαμε την αδερφή σου και εσένα σου δώσαμε το πατρικό. Λίγα είναι αν το καλοσκεφτείς. Λέω συχνά στον πατέρα σου, πως θα φύγουμε κάποια μέρα από τη ζωή και εσείς δεν θα έχετε από πού να κρατηθείτε.- της απάντησε εκείνη θλιμμένα. Η Χριστίνα αγκάλιασε την μητέρα της με αγάπη.
-Μαμά μου τι είναι τώρα αυτά που λες; Τι να την κάνουμε την περιουσία; Σάμπως δεν είναι η αγάπη σας περιουσία; Το ότι είσαστε πάντα στο πλευρό μας δεν μετρά; Ποτέ δεν θέλησα κάτι περισσότερο. Είχα και έχω την αγάπη σας. Την αγκαλιά και το χάδι σας. Δεν ξέρεις πόσο τυχερή αισθάνομαι. Άλλοι άνθρωποι δεν έχουν ούτε μια σταγόνα από αυτά. Τι σου έχω πει για την φίλη μου την Μαριάννα; Μια ζωή παλεύει για λίγη αγάπη και δεν την βρίσκει.-
-Το καημένο το παιδί. Πιστεύεις Χριστίνα μου πως αυτό είναι που την προβληματίζει; Τόσο όμορφη κοπέλα. Πλούσια , ταλαντούχα.-
-Αχ! Μαμά μου μακάρι να τα έβλεπε όλα αυτά. Η Μαριάννα είναι ένα πληγωμένο αγρίμι της μεγαλούπολης. Έχει τα πάντα και τίποτα. Της λείπει η αγάπη, η στοργή, το ενδιαφέρον. Και για όλα τα δεινά της ένοχοι είναι οι ίδιοι οι γονείς της.-
-Μου έχεις μιλήσει για αυτούς πολλές φορές. Πολύ πλούσιοι. Τον πατέρα της τον ξέρω μόνο από την τηλεόραση. Πριν από ένα χρόνο του είχαν πάρει συνέντευξη για μια ποιητική του συλλογή. Ωραίος άντρας. Αρχοντικός. Και τι μόρφωση. Μιλούσε και να σου πω την αλήθεια τα μισά κατάλαβα, από αυτά που έλεγε. Πολλές λέξεις δεν τις ήξερα. Η φίλη σου θα έχει σπουδάσει στα καλλίτερα σχολεία.-
-Ε! Και; Μαμά μου τα λεφτά, η μόρφωση, η αρχοντιά και η ευγλωττία δεν φέρνουν την ευτυχία. Όπως σου έχω πει η Μαριάννα τελείωσε φιλολογία. Πήρε το πτυχίο της και ξεκίνησε να δουλεύει στον εκδοτικό οίκο του πατέρα της , κάνοντας διορθώσεις στα κείμενα και έχοντας σαν όνειρο την συγγραφή των δικών της βιβλίων. Και τα κατάφερε. Αλλά δεν είναι ευτυχισμένη. Μεγάλωσε ουσιαστικά μόνη της, μέσα στα μετάξια με νταντάδες. Όμως μαμά τα παιδιά για να μεγαλώσουν σωστά, θέλουν την αγάπη των γονιών τους. Την πραγματική και ουσιαστική αγάπη. Με το πατέρα της έχουμε βρεθεί κάμποσες φορές. Μια φορά τον είδα μαζί με την γυναίκα του στο πατρικό της Μαριάννας και ήθελα να φύγω το γρηγορότερο από εκεί μέσα.-
-Είναι τόσο κακοί;-
-Δεν είναι θέμα κακίας μαμά. Είναι απλά αδιάφοροι. Ψυχροί. Πώς να στο δώσω να το καταλάβεις. Μια κόρη έχουν και θα πρέπει να την αγαπάνε, αλλά δε το δείχνουν. Ο πατέρας της όπως είπες και εσύ είναι ένας όμορφος και μορφωμένος άντρας, αλλά για την κόρη του είναι ένας αυταρχικός, ψυχρός και στεγνός από αισθήματα πατέρας. Η μητέρα της δυστυχώς είναι απλά μια γυναίκα που την γέννησε. Δεν έχει καθόλου την συμπεριφορά μιας μάνας. Με λίγα λόγια δεν μοιάζει καθόλου με σένα. Είναι μια πανέμορφη Αμερικάνα, στολισμένη από την κορφή ως τα νύχια με κοσμήματα. Περνά τον καιρό της σε ινστιτούτα ομορφιάς και χαλάρωσης, ενώ πίνει κοκτέιλ με άλλες πάμπλουτες και ρηχές γυναίκες. Τώρα επειδή έτυχε να γεννήσει και την Μαριάννα, αυτό δεν την κάνει και αποκλειστικά μητέρα.-
-Μα καλά υπάρχουν τέτοιες γυναίκες που ενδιαφέρονται μόνο για τον εαυτό τους και όχι για τα παιδιά τους;-
-Φαντάζομαι πως ναι μαμά. Μέχρι πριν οχτώ χρόνια αγνοούσα την ύπαρξη τους. Τόσα χρόνια με την Μαριάννα έμαθα πολλά.  Ξέρω πως η φίλη μου δεν είχε ποτέ αυτό που είχα εγώ. Αγάπη. Ναι έχει όλο τον κόσμο στα πόδια της. Γνωριμίες με αξιόλογους ανθρώπους, χρήματα, αναγνώριση, σπίτια, μηχανές, αυτοκίνητα. Λεφτά, λεφτά, λεφτά. Όταν όμως το βράδυ πέφτει να κοιμηθεί στο κρεβάτι της, ξέρεις τι αποζητά; Μονάχα το χάδι των γονιών της. Τι πιο απλό. Αυτό όμως δεν το έχει. Την λυπάμαι μαμά. Το ξέρω πως με εκνευρίζει με τον εγωκεντρισμό της. Πολύ συχνά με βγάζει από το πρόγραμμα μου και δεν δίνει δεκάρα για την φιλία μας, πράγμα που ξέρει πως με πληγώνει αφάνταστα. Αλλά παρόλα αυτά την λυπάμαι. Φοβάμαι για το μέλλον της. Τα τελευταία χρόνια έχει περάσει πολλά με την ψυχική της ηρεμία. Τρέμω γιατί δεν ξέρω τι θα αντιμετωπίσω στο μέλλον κοντά της.-
-Εσένα η θέση σου είναι να είσαι εκεί ότι και να πάθει. Κάποια στιγμή θα μπορέσει να δει. Αν την βοηθήσεις με την ανιδιοτελή σου αγάπη ίσως να ξεπεράσει τα προβλήματα. Σας μεγάλωσα με αξίες. Η φιλία είναι ένα σεβαστό αγαθό και εσύ την έχεις τιμήσει. Αυτό θα συνεχίσεις να κάνεις και στο μέλλον κόρη μου. Δεν φταίει η Μαριάννα για τον  άστατο χαρακτήρα της. Μπορεί να μη φταίνε ούτε οι γονείς της. Ποιος ξέρει πως έχουν μεγαλώσει και αυτοί. Τέλος πάντων. Θα μείνεις για βραδινό; Έχω χόρτα και θα τηγανίσω πατάτες. Ξεκουράσου στον καναπέ να δεις καμιά ταινία. Έχεις αφήσει κάποιες εδώ. Και έχεις αφήσει κάποια επεισόδια της «Ζώνης του Λυκόφωτος».-
-Ναι θα τα δω τώρα. Ποτέ δεν τα βαριέμαι. Και βέβαια θα μείνω μαμά. Μου έχετε λείψει τώρα τελευταία. Με την δουλειά δε μου μένει χρόνος. Η δουλειά στο φούρνο είναι σκληρή. Και θέλω τόσα χρόνια τώρα να γράψω αυτό το βιβλίο που με παιδεύει από την εφηβεία μου και δεν λέω να το κάνω.-
-Τι είπες;- φώναξε η μητέρα της που είχε πάει στην κουζίνα να πλύνει τα φλιτζανάκια του καφέ. Η Χριστίνα πήγε κοντά της και την αγκάλιασε.
-Λέω πως δεν μου μένει ποτέ αρκετός χρόνος για να γράψω εκείνο το βιβλίο που το παιδεύω από τα εφηβικά μου χρόνια.-
-Αχ! Κοριτσάκι μου. Εμείς οι φτωχοί δεν μπορούμε να σταματήσουμε να δουλεύουμε για όσο ζούμε. Που καιρός για βιβλία. Θα ήθελα όμως να το γράψεις. Ίσως στο μέλλον Χριστίνα μου. Δεν ξέρεις ποτέ. Αυτά τα αποφασίζει ο Θεός. Εκείνος ξέρει.- της απάντησε και την φίλησε. Η Χριστίνα γύρισε στον καναπέ και έφερε στη θύμηση της μυρωδιές από τα παιδικά της χρόνια. Έβαλε να δει τα επεισόδια που είχε γράψει πριν χρόνια από την σειρά που υπέγραφε ο Ρόντ  Σέρλινγκ. Άνοιξε την τηλεόραση  ενώ στην κουζίνα ακουγόταν η φασαρία από τα φλιτζανάκια που έπλενε η μητέρα της. Αναστέναξε. Όλα σε εκείνο το σπίτι ήταν λαμπερά. Όλα είχαν την σφραγίδα της μαμάς. Και όλα ήταν πλημμυρισμένα από αγάπη.

Λίγες μέρες μετά η Μαριάννα είχε βγει βόλτα στα μαγαζιά. Κάποια στιγμή πέρασε έξω από ένα μαγαζί που πούλαγε αυτοκίνητα. Στην βιτρίνα υπήρχε μια κόκκινη Άλφα Ρομέο Σπάιντερ. Ήταν ένα πανέμορφο σπορ αμάξι και η Μαριάννα γοητεύτηκε. Πήρε αμέσως τον πατέρα της στο κινητό του.
-Μπαμπά;-
-Έλα Μαριάννα; Όλα καλά;-
-Ναι. Ξέρεις γιατί σε πήρα;-
-Όχι βέβαια , δεν έχω μαντικές ικανότητες.-
-Θα ήθελα να πουλήσω την μηχανή μου όσο πιο γρήγορα γίνεται.-
-Πως και έτσι; Εσύ δεν έκανες βήμα χωρίς αυτή από τότε που ήσουν στο πανεπιστήμιο.-
-Ναι, αλλά μεγάλωσα πια. Θέλω να μου πάρεις αυτοκίνητο. Και μάλιστα ξέρω και ποιο. Το θέλω τώρα. Είμαι έξω από ένα μαγαζί και είδα μια πανέμορφη Σπάιντερ. Γράψε το τηλέφωνο τους και κλείσε το αμάξι. Εντάξει; Τώρα σε παρακαλώ.-
-Καμιά φορά αναρωτιέμαι σε ποιόν έμοιασες. Στην μάνα σου η σε μένα;-
-Και στους δυο φαντάζομαι.-
-Εντάξει σε δυο μέρες θα το έχεις το αμάξι κάτω από το σπίτι σου.-
-Σε ευχαριστώ μπαμπά. Με υποχρεώνεις.-
-Έχω συμβούλιο, θα σε κλείσω τώρα.- της είπε και τα μάτια της Μαριάννας πήραν το  καφέ χρώμα των φύλλων του Σεπτέμβρη. Λεφτά υπήρχαν. Ότι ήθελε το έπαιρνε.  Μόνο την αγάπη του δεν είχε. Δεν την πείραζε να ήταν μέσα στη φτώχεια. Στο διάολο το αμάξι φτάνει να της έλεγε συνέχεια σε αγαπώ. Άναψε τσιγάρο και πήρε την μηχανή από το πάρκινγκ που την είχε αφήσει. Θα την οδηγούσε για τελευταία φορά. Έβαλε το κλειδί και πάτησε την μίζα. Η μηχανή ξεχύθηκε στην βρώμικη άσφαλτο της Αθήνας.

Το βράδυ της ίδιας ημέρας η Χριστίνα είχε γεμίσει την μπανιέρα του σπιτιού της με άλατα και είχε χωθεί ως το λαιμό. Το κορμί της από την κούραση της ημέρας πονούσε ολόκληρο. Μέσα στο ζεστό νερό είχε χαλαρώσει και είχε κλείσει τα μάτια της. Σκεφτόταν το βιβλίο που χρόνια ήθελε να γράψει, όταν χτύπησε το κινητό της. Μεμιάς άνοιξε τα μάτια της. Έβγαλε το χέρι από το νερό και έπιασε το τηλέφωνο που το είχε ακουμπήσει στο έπιπλο του μπάνιου. Είδε πως την καλούσε η Μαριάννα.
-Έλα κορίτσι μου;-
-Γεια όμορφη τι κάνεις;-
-Είπα και εγώ να βάλω λίγα άλατα στην μπανιέρα για να χαλαρώσω, αλλά που τέτοια τύχη. Φαίνεται πως δεν υπάρχει περίπτωση να με αφήσεις στην ησυχία μου. Έτσι δεν είναι;-
-Πως το κατάλαβες; Λοιπόν σου έχω νέα.-
-Ευχάριστα η θα χρειαστώ το όπλο για να αυτοκτονήσω;-
-Έλα τώρα; Λοιπόν αποφάσισα να κάνω καινούργια αρχή.-
-Πως και έτσι; Τι θα κάνεις αυτή τη φορά; Άσε με να μαντέψω. Θα ταξιδέψεις στο διάστημα ή θα κάνεις τον γύρω του κόσμου κολυμπώντας. Μπορεί βέβαια να υιοθετήσεις ορφανά παιδάκια……-
-Οι συνηθισμένες κακίες σου δεν με πειράζουν πλέον φιλενάδα. Τις προσπερνώ. Αποφάσισα λοιπόν να πάρω αμάξι και να πουλήσω τη μηχανή. Αισθάνομαι πως ωριμάζω και θέλω μεγαλύτερη ασφάλεια. Θέλω μια αλλαγή πώς να στο πω. Τον τελευταίο καιρό είμαι κάπως.-
-Είσαι κάπως από την μέρα που γεννήθηκες. Τέλος πάντων. Καλορίζικο και καλοτάξιδο. Να προσέχεις.-
-Μόνο αυτό έχεις να πεις;-
-Τι άλλο να πω Μαριάννα μου; Αυτά λέει ο κόσμος.-
-Εσύ δεν είσαι ο κόσμος. Εσύ είσαι η Χριστίνα.-
-Καρδιά μου δεν σε κατάλαβα ποτέ μου. Αν είσαι ευτυχισμένη αγοράζοντας αμάξι και αφήνοντας την μηχανή εγώ δεν έχω πρόβλημα.-
-Περίμενα να μου πεις να πάμε βόλτα η να αποφασίσεις να αγοράσεις και εσύ αυτοκίνητο. Είδες τι έπαθες με την μηχανή. Πάρα λίγο να σκοτωθείς.-
-Για μισό λεπτό…. για να καταλάβω. Επειδή εσύ πήρες αμάξι, πρέπει εγώ να πουλήσω την μηχανή μου; Δεν είσαι με τα καλά σου Μαριάννα. Σου λέω για τελευταία φορά πως αμάξι δεν θα αγοράσω ποτέ μου. Είμαι ευτυχισμένη μόνο  όταν νιώθω ελεύθερη. Και η μηχανή μου δίνει αυτή την ελευθερία. Και τώρα σε παρακαλώ άσε με να χαρώ το μπάνιο μου με τα άλατα. Θα τα πούμε μια άλλη φορά.
-Τώρα θα τα πούμε και μην τολμήσεις να μου κλείσεις το τηλέφωνο. Χριστίνα μη τα παίρνεις όλα επί πόνου. Αν το καλοσκεφτείς θα δεις πως έχω δίκιο. Τις περισσότερες φορές εγώ έχω δίκιο και όχι εσύ. Δεν είπα να αγοράσεις τώρα αυτοκίνητο. Μπορώ να σου πάρω εγώ ένα σαν δώρο. Αλίμονο αν δεν βοηθήσω την φίλη μου. Εσύ τόσα έχεις κάνει για μένα. Και θα ήθελα να……..- Η Μαριάννα δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την πρόταση. Η φωνή της Χριστίνας ακούστηκε νευριασμένη.
-Δεν ξέρω τι κάνουν οι άλλοι, αλλά εγώ ποτέ μου δεν εκμεταλλεύτηκα τον όρο της φιλίας. Μπορεί να μην έχω τα λεφτά σου, αλλά έχω αξιοπρέπεια. Δεν θα σου ζητούσα ένα ευρώ ακόμα και αν ψόφαγα από την πείνα.-
-Μωρέ μπράβο; Τέτοια φίλη είχα δίπλα μου όλα αυτά τα χρόνια;  Τότε για ποια φιλία μου μιλάς  όταν δεν με αφήνεις να σε βοηθήσω;-
-Μα εδώ δε μιλάμε για βοήθεια. Μιλάμε για καπρίτσιο. Το έβαλες σκοπό και θέλεις να γίνουν τα πράγματα με τον δικό σου τρόπο. Όχι Μαριάννα. Φαίνεται πως δεν έχεις μάθει να το ακούς. Είσαι μια κακομαθημένη και τίποτα παραπάνω.-  απάντησε φανερά εκνευρισμένη η Χριστίνα και της έκλεισε το τηλέφωνο. Η Μαριάννα είχε αφηνιάσει από τα νεύρα της. Ακούς εκεί να της κλείσει το τηλέφωνο; Ποια νόμιζε πως ήταν. Η Μαριάννα πήγε στο σαλόνι και πήρε ένα μπουκάλι βότκας. Κατευθύνθηκε στην κουζίνα κατέβασε ένα ποτήρι από το ντουλάπι, έριξε μέσα λίγα παγάκια και ήπιε μια γουλιά.  Ένιωσε να καίγονται τα σωθικά της. Την κάλεσε ξανά ενώ έκανε βόλτες πάνω κάτω στο δωμάτιο. Η Χριστίνα μόλις είχε βγει από την μπανιέρα και είχε φορέσει το μπουρνούζι της. Είδε πως ήταν η Μαριάννα ξανά και προσπάθησε να ακουστεί ήρεμη. Δεν είχε κανένα κέφι να μαλώνει τις νύχτες.
-Μπορώ να μάθω γιατί κάθε φορά που διαφωνούμε εσύ μου κλείνεις το τηλέφωνο;- την ρώτησε η Μαριάννα.
-Γιατί όλα αυτά τα χρόνια το μόνο που κάνουμε είναι να μαλώνουμε και ξέρεις έχω κουραστεί πολύ με όλα αυτά. Η σχέση μας μοιάζει με αυτή ενός ζευγαριού που ναι μεν αγαπιέται αφόρητα αλλά είναι μεγάλο το βάρος αυτής της αγάπης και δεν μπορούν να την κουβαλούν στην πλάτη τους.-
-Δεν το είχα δει έτσι, αλλά μάλλον έχεις δίκιο. Σαν τις χήρες στο κρεβάτι κάνουμε. Είσαι όμως και εσύ ξεροκέφαλη. Δεν με ακούς.-
-Το πρόβλημα είναι πως εγώ σε ακούω πάντα και εσύ έχεις κλειστά τα αυτιά σου. Μαριάννα μου ηρέμισε. Έχεις καταλάβει για πιο πράγμα μαλώσαμε;- την ρώτησε κουρασμένη η Χριστίνα.
-Αν σου πω ότι δεν θυμάμαι τώρα θα με σκυλοβρίσεις;- της απάντησε η Μαριάννα και έσκασαν στα γέλια.
-Είσαι αδιόρθωτη το ξέρεις; Μου χάλασες το μπάνιο, με έβγαλες από την μπανιέρα και τελικά δεν θυμάσαι για πιο λόγο διαφωνήσαμε. Αν μη τι άλλο θέλει να έχεις ταλέντο για να χαλάς του άλλου την ηρεμία.-
-Αν θέλεις αμάξι και αλλάξεις γνώμη να μου το πεις να το ξέρω. Έτσι για να μη λες πως δεν θυμάμαι γιατί μαλώσαμε.-
-Σε ευχαριστώ για την συμπαράσταση , θα παραμείνω με την φτωχή μου μηχανή –Καλά δεν επιμένω. Σε μια δυο μέρες θα το έχω στα χέρια μου. Έχω σκοπό να κατέβω στην Πάτρα να σε πάω βόλτα.- είπε χαρούμενα η Μαριάννα.
-Εντάξει. Καλό βράδυ.-
-Επίσης. Σε φιλώ.-  Η Μαριάννα έκλεισε το κινητό και ήπιε ακόμα μια γουλιά από το ποτό της. Μετά κοίταξε το ποτήρι. Συνειδητοποίησε πως έπινε πάλι. Γιατί είχε βάλει να πιει; Δεν θα το σκεφτόταν εκείνη την στιγμή. Σιχαινόταν να αναλύει τις πράξεις και τα συναισθήματα της. Άνοιξε την τηλεόραση και άναψε τσιγάρο. Είχε πάλι εκνευριστεί. Όχι με την Χριστίνα αλλά με τον εαυτό της. Αυτές οι εκρήξεις υπήρχαν από τότε που ήταν κοριτσάκι. Ποτέ δεν έδωσε σημασία. Πίστευε ακράδαντα πως οι άλλοι την νευριάζανε. Ναι και η Χριστίνα που ήταν χοντροκέφαλη κάποιες φορές της την έδινε  στα νεύρα. Αυτή θα έπρεπε να πάει στον νευρολόγο.
-Εγώ μια χαρά είμαι.- είπε φωναχτά και έβαλε άλλη μια δόση από το ποτό. Δυο ώρες μετά η Μαριάννα είχε πει άλλα τρία ποτά και η Χριστίνα είχε κοιμηθεί με την Μισέλ στα πόδια της.

Ο Δεκέμβρης είχε μπει δυναμικά. Το κρύο ήταν τσουχτερό και στα βόρεια προάστια της Αθήνας είχε ρίξει χιόνι. Η Μαριάννα βρισκόταν στο γραφείο της και δούλευε στον υπολογιστή. Η ώρα ήταν δέκα το πρωί και μόλις είχε τελειώσει τον δεύτερο καφέ της ημέρας. Σηκώθηκε από την καρέκλα και πήγε στην καφετιέρα που ήταν σε ένα μικρό τραπεζάκι απέναντι από το γραφείο της. Γέμισε την κούπα , αλλά δεν έβαλε ζάχαρη. Κοίταξε την κούπα για λίγα δευτερόλεπτα και μετά πήρε την τσάντα της. Την άνοιξε και από μέσα έβγαλε ένα μικρό μπουκάλι κονιάκ. Ξεβίδωσε το καπάκι και έριξε μια δόση στον καφέ. Ήπιε λίγο από τον καφέ και ένιωσε καλλίτερα. Κάθισε ξανά στο γραφείο και δούλεψε  ως τις δώδεκα το μεσημέρι. Μόλις η ώρα έδειξε δώδεκα και πέντε βγήκε από το γραφείο της και παρακάλεσε την Ειρήνη να της παραγγείλει κάτι απ’ έξω για να φάει. Μπήκε ξανά στο γραφείο της και έκλεισε την πόρτα. Άναψε τσιγάρο. Το κάπνισε αμίλητη κοιτάζοντας όρθια, έξω από το παράθυρο τα αυτοκίνητα που έτρεχαν στην λεωφόρο. Έβγαλε ξανά το μπουκάλι με το κονιάκ από την τσάντα της. Ο καφές είχε τελειώσει. Έριξε στην κούπα μια δόση κονιάκ και το ήπιε ανάβοντας ταυτόχρονα και άλλο τσιγάρο. Μέσα της ένιωθε μια ταραχή. Πελώρια κύματα έσκαγαν πάνω στα βράχια με δύναμη, ολοένα και μεγαλύτερα. Η Μαριάννα δεν σκεφτόταν κάτι. Δεν την απασχολούσε τίποτα εκείνο το κρύο μεσημέρι. Μόνο να μπορούσε να ηρεμίσει. Πήρε το μπουκάλι και κατέβασε μια μεγάλη γουλιά. Είδε πως το κονιάκ τελείωνε. Την έπιασε πανικός. Ήθελε να πιει κι’ άλλο. Με γρήγορες κινήσεις φόρεσε το παλτό της πήρε την τσάντα της και βγήκε από το γραφείο. Η Ειρήνη όταν την είδε της είπε.
-Κυρία Αλεξάκη το φαγητό σας σε μισή ώρα θα είναι εδώ.-
-Σε ευχαριστώ. Θα πεταχτώ μέχρι το περίπτερο να πάρω ένα πακέτο τσιγάρα. Δεν θα αργήσω.-  της είπε και χαμογέλασε. Με το ασανσέρ πήγε στο ισόγειο και βγήκε γρήγορα έξω από το κτίριο που στέγαζε τον εκδοτικό οίκο. Ο παγωμένος αέρας την χτύπησε με μανία. Με γρήγορα βήματα η Μαριάννα κατευθύνθηκε σε μια κάβα ποτών που υπήρχε στο επόμενο τετράγωνο. Μπήκε μέσα αγόρασε ένα μπουκάλι βότκα και γύρισε γρήγορα πίσω. Μπήκε στο γραφείο της και σωριάστηκε στην καρέκλα. Το πακέτο με το φαγητό της ήταν επάνω στο μικρό τραπεζάκι με την καφετιέρα. Το άνοιξε και της ήρθε να κάνει εμετό. Αντιλήφθηκε πως δεν μπορούσε να φάει. Έτσι το καταχώνιασε σε ένα συρτάρι του γραφείου και άνοιξε το μπουκάλι με τη βότκα. Ήπιε μια γουλιά  και ένιωσε το αίμα να κυλά στις φλέβες της. Άνοιξε τον υπολογιστή γιατί όταν έφυγε από το γραφείο τον είχε κλείσει. Προσπάθησε να δουλέψει. Δεν είχε όμως άλλη διάθεση. Άναψε τσιγάρο και  έκλεισε τα μάτια της.


Την ίδια ώρα η Χριστίνα βρισκόταν στο σπίτι της και μαγείρευε. Είχε γυρίσει πριν λίγο από τον φούρνο και πρώτα μάζεψε το σπίτι. Έξω έριχνε ένα ψιλό χιόνι που στροβιλιζόταν στις ριπές του βοριά. Η Χριστίνα άναψε τσιγάρο και κοίταξε την Μισέλ που κοιμόταν στο χαλί της κουζίνας. Ασυναίσθητα κάλεσε την Μαριάννα στο κινητό της. Η ώρα ήταν μία. Η φωνή που άκουσε στην άλλη άκρη ερχόταν σίγουρα από μια άγνωστη γυναίκα. Δεν κατάλαβε πως ήταν η φίλη της και έτσι ζήτησε την Μαριάννα.
-Εγώ είμαι Χριστίνα μου. Δε με κατάλαβες;-
-Όχι για να πω την αλήθεια σε πέρασα για άλλη. Δεν ξέρω μου φαίνεται όμως πως κάτι δεν πάει καλά με αυτή την εικόνα.-
-Ποια εικόνα; Τι αηδίες πετάς πάλι; Μια χαρά είμαι. Όλα είναι όπως παλιά.-
-Αυτό λέω και εγώ. Τίποτα δεν άλλαξε. Όλα είναι όπως παλιά. Έχεις πιει. Και έχεις πιει πολύ. Εμένα Μαριάννα δεν μπορείς να με κοροϊδέψεις. Τους άλλους ναι. Εμένα όμως ποτέ. Το στόμα σου δεν είναι στη θέση του. Δεν έχεις καθαρή ομιλία. Κάπου τρως τις λέξεις.- της απάντησε εκείνη αυστηρά.
-Δεν έχω βάλει σταγόνα στο στόμα μου εδώ και μήνες. Απλά έχω πολύ δουλειά και δεν ξεκουράζομαι  αρκετά. Μου λείπει και ύπνος. Σχεδόν έχω τελειώσει και το καινούργιο μου βιβλίο. Τις τελευταίες διορθώσεις κάνω. Πιστεύω κοντά στο Πάσχα να εκδοθεί.-
-Πως είσαι ψυχολογικά Μαριάννα; Με τον Γιάννη όλα καλά; Να βγαίνετε, να διασκεδάζεις. Αν από τώρα που είσαι νέο κορίτσι κλειστείς μέσα και δουλεύεις η γράφεις, η ζωή θα περάσει και θα βρεθείς ξαφνικά εξήντα χρονών με άσπρα μαλλιά. –
-Δεν βλεπόμαστε πολύ συχνά με τον Γιάννη. Δυο φορές την εβδομάδα μόνο.-
-Δεν σου λείπει; Δεν τον αγαπάς; Εσύ ήθελες να τον παντρευτείς.-
-Στη φάση που είμαι τώρα , μόνο η δουλειά με βοηθά. Μου κάνει καλό.-
-Δεν θα σε πιέσω. Σε γνωρίζω καλά. Όταν πιέζεσαι φτάνεις στα άκρα. Ελπίζω μόνο να μην συνεχίσεις να κουράζεις τον εαυτό σου. Πρόσεξε να μην τον φτάσεις στα όρια του.-
-Είμαι σκληρό καρύδι εγώ. Μη φοβάσαι. Εσύ θα έρθεις καμιά βόλτα από Αθήνα;-
-Είμαι λίγο πιεσμένη οικονομικά αυτό τον καιρό. Αγόρασα κάποια πράγματα και θέλω να τα εξοφλήσω πρώτα.
- Τότε λέω να έρθω εγώ το άλλο Σάββατο. Να σε πάρω να βγούμε και να δεις και το αμάξι. Το έχω δυο μήνες τώρα και δεν έτυχε να βρεθούμε από κοντά.-
-Θα σε περιμένω. Να προσέχεις και να μην τρέχεις στο δρόμο.-
-Θα προσέχω μανούλα;- της απάντησε γελώντας και έκλεισε το τηλέφωνο.
Η Χριστίνα έπεσε σε σκέψεις. Η Μαριάννα κάτι έκρυβε. Ήταν σίγουρη για αυτό. Πίεσε τον εαυτό της να ηρεμίσει. Την επόμενη εβδομάδα θα μάθαινε. Θα την έβλεπε από κοντά και θα καταλάβαινε. Η  Μαριάννα μπορούσε να κοροϊδεύει όλο τον κόσμο και έλεγε αρκετά ψέματα σε άλλους. Στην  Χριστίνα όμως δεν μπορούσε να κρυφτεί. Όχι βέβαια πως και σε εκείνη δεν έλεγε. Σε όλα τα χρόνια της φιλίας τους η Χριστίνα είχε ακούσει πολλά. Γνώριζε πότε η Μαριάννα της αράδιαζε ψέματα, αλλά έκανε το κοροΐδο. Δεν άξιζε τον κόπο να μαλώνει μαζί της. Τα κατάπινε γιατί έτσι  την βόλευε από όλες τις απόψεις. Η Χριστίνα ήταν άνθρωπος που κρατούσε την ισορροπία στις σχέσεις της. Κάθε φορά που η Μαριάννα ξεγλιστρούσε με ένα καινούργιο ψέμα η Χριστίνα χαμογελούσε, πιο πολύ με την αφέλεια της φίλης της. Μα ήταν ποτέ δυνατόν  να την κοροϊδέψει; Ίσως να το έκανε αυτό η Μαριάννα για να αισθάνεται μια ασφάλεια. Η Χριστίνα είχε όμως τον τρόπο να μαθαίνει την αλήθεια. Την αλήθεια που αγαπούσε με πάθος. Ήταν ξεκάθαρος άνθρωπος και έλεγε την γνώμη της φωναχτά. Αντίθετα η Μαριάννα ήταν όλο μεγάλα λόγια αλλά έπαιρνε μηδέν στις πράξεις. Από την αρχή της γνωριμίας τους  της είχε εκφράσει την δυσαρέσκεια για τους δικούς της. Την μάνα της που μισούσε και τον δυναμικό πατέρα της, που κανόνιζε την ζωή της. Φώναζε, εκνευριζόταν, αλλά όταν ο Λεωνίδας ήταν μπροστά της λούφαζε. Και η Χριστίνα το σιχαινόταν αυτό. Είχε μάθει από μικρή να αντιστέκεται  με δύναμη σε οτιδήποτε επέβαλε εξουσία επάνω της. Για τον λόγο αυτό άλλαζε πολύ συχνά δουλειές. Όταν το περιβάλλον την χαλούσε , την άγχωνε , το έστελνε στον αγύριστο και συνέχιζε με κάτι καινούργιο. Και αυτό της είχε εξασφαλίσει την ψυχική της ηρεμία. Η Μαριάννα σε αντίθεση με εκείνη μετά το πτυχίο της μπήκε να δουλέψει δίπλα στον πατέρα της. Αυτό την άγχωνε καθημερινά και προσπαθούσε να φανεί αντάξια του. Δεν είχε μάθει όμως να έχει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της. Η χαμηλή της αυτοεκτίμηση την έκανε να ζει με το κεφάλι κάτω. Είχε πετύχει ευτυχώς σαν συγγραφέας. Αυτό όμως έφτανε  για να ξορκίσει  επιτέλους τους δαίμονες που την ταλαιπωρούσαν; Η Χριστίνα τα γνώριζε αυτά, αλλά δεν μπορούσε να τα αναφέρει. Με ποιο δικαίωμα να μπει στη μέση; Η Μαριάννα έπρεπε να πάρει μια και καλή τη ζωή στα χέρια της. Να έριχνε ένα φάσκελο στον Αλεξάκη και την πανίσχυρη αυτοκρατορία του και ας έπιανε αλλού δουλειά. Ήταν άξια και για άλλες δουλειές. Αλλά δεν το έκανε. Είχε ασφάλεια κοντά στον μπαμπά και τα λεφτά του. Τα λεφτά ανοίγουν όλες τις πόρτες. Αλλά για την Χριστίνα τα λεφτά δεν είχαν καμία σημασία. Δούλευε για ένα πενιχρό μισθό  και ήταν ευτυχισμένη που πάλευε εκεί έξω, χωρίς τις πλάτες κάποιου Αλεξάκη. Είχε κοντά την οικογένεια της και απολάμβανε την αγάπη των γονιών της. Η Μαριάννα δεν είχε τίποτα. Όσο το σκεφτόταν αυτό η Χριστίνα έπιανε τον εαυτό της να λυπάται την φίλη της. Αν είχε μια άλλη ζωή , ίσως να ήταν ευτυχισμένη. Τρώγοντας το φαγητό της η Χριστίνα λίγη ώρα μετά σκεφτόταν πως η άλλη εβδομάδα ήταν κοντά και θα μάθαινε. Θα έβλεπε. Και είδε.


-Σε περίμενα το Σάββατο. Πως και το αποφάσισες Παρασκευή απόγευμα;-
-Τελείωσα το μεσημέρι από το γραφείο. Πήγα σπίτι και αφού έφαγα έκανα ένα μπάνιο και κάθισα στον καναπέ. Αλλά δεν είχα τίποτα να κάνω και είπα να έρθω μια μέρα νωρίτερα. Ήθελα να σου κάνω έκπληξη και για αυτό δεν σε πήρα τηλέφωνο. Ελπίζω να μη σε έβγαλα από το πρόγραμμα σου;- είπε η Μαριάννα αφού είχε μπει μέσα στο σπίτι. Μόνο που η Χριστίνα της άνοιξε την πόρτα στάζοντας νερά. Την είχε βγάλει από το μπάνιο.-
-Όπως βλέπεις ήμουν στο μπάνιο. Και ευτυχώς δηλαδή που δεν με έπιασες στο κρεβάτι με τον Σταύρο. Έφυγε πριν μισή ώρα. Πήγαινε μέσα και έχω έτοιμο καφέ να πιεις. Θα έρθω σε πέντε λεπτά και εγώ.- Η Μαριάννα ξεράθηκε στα γέλια.
-Είμαι όμως άλλο πράγμα. Καημενούλα Χριστίνα. Ούτε ένα καλό κρεβάτι δεν μπορείς να απολαύσεις από την στιγμή που με έκανες κολλητή σου.- απάντησε και άφησε κάτω την βαλίτσα. Πήρε μια κούπα από το ντουλάπι έριξε καφέ, μια κουταλιά ζάχαρη και άναψε τσιγάρο.
-Τι είπες; Δεν σε άκουσα; - είπε η Χριστίνα που ερχόταν από το μπάνιο έχοντας ακόμα τα μαλλιά της σκεπασμένα με μια πετσέτα.
-Τίποτα το σοβαρό.-
-Έβαλες καφέ. Να βάλω και εγώ λίγο σε μια κούπα και να τον πιούμε. Είχε κίνηση η εθνική;-
-Αρκετή Χριστίνα μου, αλλά εγώ με το καινούργιο μου αμάξι πέταγα δεν οδηγούσα.-
-Δεν θέλω να τρέχεις Μαριάννα. Δεν ακούμε και λίγα κάθε μέρα. Η ταχύτητα το αλκοόλ..-
-Α! Πάψε βρε παιδί μου. Αυτά θα λέμε τώρα; Εγώ ήρθα όλο χαρά να σε δω και εσύ έπιασες τις γνωστές σου μιζέριες. –
-Εγώ για το καλό σου μιλώ. Μια υπενθύμιση κάνω. Πειράζει που ενδιαφέρομαι;-
-Όχι αλλά δεν μπορώ να ακούω κάθε λίγο και λιγάκι τα παράπονα σου. Έφαγες; Κοιμήθηκες; Ξεκουράστηκες; Και όλα αυτά. Μάνα μου είσαι;-
-Κατάλαβα φούντωσες πάλι. Καλά Μαριάννα μου ας μιλήσουμε για κάτι άλλο.-
-Λοιπόν θα σου πω τα πάντα για το πώς ξεπέρασα τη μηχανή και τι είπα στο μπαμπά για να τον τρελάνω με την απόφαση μου….και η μαμά…. Η Μαριάννα άρχισε να της λέει το ιστορικό από την αρχή , για την αγορά του αυτοκινήτου και το στόμα της είχε πάρει φόρα και δεν σταματούσε με τίποτα. Η Χριστίνα ρουφούσε τον καφέ της και κάπνιζε καθισμένη στην καρέκλα της κουζίνας. Δεν άκουγε λέξη από αυτά που εξιστορούσε η Αλεξάκη. Με την φαντασία της είχε χαθεί στα σκοτεινά παγωμένα νερά της θάλασσας. Έβλεπε τον εαυτό της να χαζεύει τον Τζάκ και την Ρόουζ που αγωνιζόντουσαν να σώσουν τη ζωή τους καθώς το πλοίο βυθιζόταν, αβοήθητο και θανάσιμα λαβωμένο. Πολλές φορές η Χριστίνα έριχνε την ασφάλεια του πραγματικού κόσμου για να χαθεί στα σοκάκια της φαντασίας. Αυτή η κίνηση την εξυπηρετούσε όταν ήθελε να χαλαρώσει και να μην ακούει τους άλλους. Στην περίπτωση της Μαριάννας βαριόταν απλά να την ακούει να λέει όλα αυτά που έλεγε λες και ήταν τα πιο σημαντικά πράγματα στον πλανήτη. Ο κόσμος πεινούσε, πόλεμοι μάστιζαν την γη, άνθρωποι πέθαιναν  αλλά η Μαριάννα θεωρούσε την αγορά του σπορ αυτοκινήτου ένα νέο ξεκίνημα για την ζωή της.
-Λοιπόν καλά δεν έκανα;-
-Ποιος; Α! Ναι ο Τζάκ και η Ρόουζ.- αναφώνησε η Χριστίνα που ένιωσε ότι την τράβηξαν με βία από το όνειρο που ζούσε.
-Παρακαλώ; Ποιος είναι ο Τζάκ; Χριστίνα πάλι είχες χαθεί στον κόσμο σου;- ακούστηκε να της λέει νευριασμένη η Μαριάννα. Η Χριστίνα είχε χάσει από το οπτικό της πεδίο το τεράστιο πλοίο και αυτό που είδε ήταν τα μάτια της φίλης της που είχαν πάρει ένα αχνό πράσινο χρώμα. Μπόρεσε μονάχα να πει.
-Όχι παιδί μου σε παρακολουθώ, αλλά σκεφτόμουν και κάτι άλλο συγχρόνως.-
-Τι; Θα ήθελα να μάθω τι άλλο σκεφτόσουν. Τι θα μπορούσες να σκεφτείς την ώρα που έχεις ανοίξει ήδη μια συζήτηση με έναν άνθρωπο. Και επιτέλους ποιος ήταν αυτός ο Τζάκ και η Ρόουζ που ανέφερες;-
-Καλέ τίποτα; Έτυχε να σκεφτώ μια ταινία την στιγμή που μιλούσες και απλά μπερδεύτηκα  όταν με ρώτησες αν έκανες καλά. Αυτό είναι όλο.- είπε χαρούμενα η Χριστίνα  προσπαθώντας να ξεφύγει από τον ασφυκτικό κλοιό που είχαν δημιουργήσει τα μάτια της Μαριάννας.
-Σε ρωτώ λοιπόν ξανά. Καλά δεν έκανα;-
-Τι να σου πω. Το αυτοκίνητο παρέχει σαφώς μεγαλύτερη ασφάλεια. Εγώ όμως δεν θα μπορούσα ποτέ να αγοράσω. Η μηχανή με αφήνει ελεύθερη και είναι πιο ευέλικτη στο δρόμο. Εσύ όμως έκανες καλά που πήρες αμάξι.-
-Επιτέλους. Πήρα την πολυπόθητη έγκριση σου.-
-Δεν νομίζω πως χρειάστηκες ποτέ κάτι τέτοιο από κανέναν. Πολύ περισσότερο από μένα.-
-Ποτέ δεν θα καταλάβεις τον χαρακτήρα μου Χριστίνα. Το πόσο πολύ σε εκτιμώ. Μάλλον ποτέ σου δεν κατάλαβες ότι σε αγαπώ. Ο λόγος σου είχε πάντα βαρύτητα για μένα.-
-Μαριάννα όταν κάποιος αγαπά και εκτιμά ένα άλλο άνθρωπο συνήθως του το δείχνει με έργα. Εσύ ποτέ σου δεν με άκουσες και το κυριότερο ήσουν πάντα μακριά από την φιλία μας. Το να σε βλέπω 4-5 φορές το χρόνο δεν νομίζω να συντελεί στο να ανθίσει μια φιλία. Ποτέ σου δεν αφιερώθηκες πραγματικά και ολοκληρωτικά σε οτιδήποτε άλλο, εκτός από την δουλειά σου.-
-Αυτές τώρα είναι κακίες και δεν έχω κέφι να σκοτωθούμε ξανά.-
-Δεν είναι κακίες κορίτσι μου. Όταν λες σε κάποιον σε αγαπώ κοιτάς να το τεκμηριώσεις και από πάνω. Πως με αγαπάς; Ζώντας έτη και έτη φωτός μακριά μου; Που χαρίζεις απλόχερα όλο σου το χρόνο σε ένα γραφείο για να ακούσεις  κάποια στιγμή το μπράβο του μπαμπά; Και δεν αφιερώνεις ούτε μια ώρα με την κολλητή σου. Στα τόσα χρόνια που είμαστε μαζί οι στιγμές που περάσαμε μιλώντας μπορούν να μετρηθούν στα δάχτυλα των χεριών. Κάθισες ποτέ να το σκεφτείς αυτό;-
-Όχι δεν χρειάστηκε. Το ξέρεις πως η δουλειά μου και οι υποχρεώσεις μου τρώνε πολύτιμο χρόνο. Έτσι με γνώρισες. Αν δεν σου αρέσει ο δρόμος είναι ανοιχτός.- απάντησε φανερά εκνευρισμένη εκείνη και άναψε τσιγάρο.
-Και εδώ ερχόμαστε ξανά στην αρχή. Σε αγαπώ και σε εκτιμώ Χριστίνα, Γιάννη, τάδε, δείνα, αλλά από μακριά. Εκ του ασφαλούς. Κοντά μπορεί να καώ. Πιστεύω πως μια ζωή φοβάσαι να βγεις από τον γυάλινο πύργο σου και να δώσεις στους άλλους. Και αυτό γιατί δεν αντέχεις να πληγωθείς. Να σε παρατήσουν σε κάποιο σκοτεινό σοκάκι. Και εσύ δεν θέλεις να μείνεις μόνη σου. Κυριολεκτικά τρέμεις την μοναξιά. Αλλά και πάλι αν δεν δώσεις και δεν επενδύσεις στις σχέσεις δεν θα έχεις και να λάβεις καλή μου. Στο τέλος πραγματικά θα μείνεις μόνη σου.-
-Ας αλλάξουμε θέμα συζήτησης Χριστίνα. Δεν είναι η πρώτη φορά που διαφωνούμε και σίγουρα δεν θα είναι και η τελευταία. Ας πιούμε τον καφέ μας και μπορούμε να δούμε καμιά ταινία. Τι λες έχεις κέφι για καμιά κομεντί;- της είπε και προσπάθησε να φανεί ευχάριστη. Η Χριστίνα υιοθέτησε την στάση της φίλης της.
-Μα και βέβαια. Θα μας περάσουν ευχάριστα οι ώρες. Ποια ταινία θέλεις;-
-Τώρα αν στην πω θα με βρίσεις. Την έχουμε δει χιλιάδες φορές.-
-Μη μου πεις;-
-Ναι. Το «Μια βραδιά στο Νότινγκ Χίλ»-        
  -Πάλι; Τι έχεις πάθει με αυτή την ταινία;-
-Δεν ξέρω αλλά μου αρέσει πολύ. Οι ερμηνείες των ηθοποιών αγγίζουν την τελειότητα.-
-Είναι ίσως η μόνη φορά που θα συμφωνήσω για ταινία μαζί σου. Πάμε στο σαλόνι να ξαπλώσουμε στον καναπέ.-
-Η Μισέλ που είναι;- ρώτησε η Μαριάννα.
-Δεν την βλέπεις; Πάει προς το σαλόνι. Αυτή δεν είναι γάτα. Είναι άνθρωπος. Πως τα καταλαβαίνει όλα μου φαίνεται ανεξήγητο.-
-Έλα εδώ κορίτσι μου; Η κυρά σου μπορεί να λέει ότι θέλει. Εγώ μόνο ξέρω πόσο έξυπνη είσαι.- είπε η Μαριάννα και πήρε  στην αγκαλιά της την γάτα. Εκείνη κούρνιασε εκεί και η Χριστίνα έβαλε την ταινία να παίζει. Έκλεισε τα φώτα και τα τρία κορίτσια  απόλαυσαν την ταινία ξαπλωμένες στον αναπαυτικό καναπέ.  


Αυτό είναι ένα βιβλίο που μιλά για την φιλία. Για το πώς ορισμένοι άνθρωποι έρχονται κοντά και προσπαθούν μαζί να κάνουν την ζωή τους μοναδική. Για αυτό και το βιβλίο  αυτό αφιερώνεται ειδικά  στις τέσσερις  ξεχωριστές φίλες που είναι κοντά μου πολλά χρόνια και με στηρίζουν, όπως και εγώ. Παλέψαμε πολύ για να εδραιώσουμε αυτή τη φιλία. Χωρίς την αγάπη σας δεν θα μπορούσα να γράψω. Ετούτο το βιβλίο είναι το πρώτο που έγραψα και το αγαπώ όσο και εσείς. Για αυτό και σας ανήκει. Είναι δικό σας βιβλίο.  

Στις: Αγγελική, Έφη, Έλλη, Νατάσα.

Στην Χρύσα που αν δεν ήταν εκεί να με καθοδηγήσει δεν θα είχα ξεκινήσει το ταξίδι.
Σε ευχαριστώ για ότι μου έμαθες. Στον αδερφό μου Γιώργο και στην γυναίκα του Άντζελα που είναι στο πλευρό μου.
Στους γονείς μου και στον Θεό που με  προστατεύει.    
Στους φίλους και φίλες που είναι δίπλα μου: Λάμπρο και Ευγενία Μάθεση, Κώστα Μιχαλάκη, Αντρέα Αυγέρη, Πάνο Παπασωτηρίου, Ρούλα Σοφρά, Παναγιώτη Βελτανισιάν,  Μαρία και  Νίκο Τσίτσο. Φωτεινή και Νίκο Λαυράνο, Σύλβια και Κώστα Γάσπαρη, Στέλλα και Σωτήρη Καρνέση, Στεργιάννα Γιαφεντή και σε όλους όσους ξέχασα. Τα ξαδέρφια μου: Γεωργία και Κωνσταντίνα Φήμη, Τάσο και Λούντα Καραντή, Αποστόλη Αθανασίου, Άντα.   
Στην Αθηνά Γραμματικού που οι συμβουλές της ήταν πολύτιμες, και στον αγαπημένο μου φίλο Δημήτρη Χαρίτο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι από το ομώνυμο ποίημα της Άντζελας Σκοπελίτη Κοφινά.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Όταν ψήλωσαν τα σπίτια, χώρισαν κι οι άνθρωποι. Ξεχάσαμε τις ζωές μας. Φλυαρούσαμε μόνο για τις ζωές των άλλων. Πότε σε ρώτησαν «πως νιώθεις;». Μόνο ο γιατρός μου έκανε αυτήν την ερώτηση.
Χάρις Αλεξίου

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

23/10/1925 Γεννήθηκε στην Ξάνθη ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις
24/10/2010 Έφυγε από τη ζωή ανήμερα των γενεθλίων της η τραγουδίστρια του Νέου Κύματος Καίτη Χωματά