99 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
18.10.2017
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Τάσος Π. Καραντής

Τα τσιγάρα της ζωής μου - Μέρος Β'

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Τάσος Π. Καραντής

Λύκειο και συστηματικό κάπνισμα

Ακολούθησα, λοιπόν, τη συμβουλή του νερουλά και πήγα στο Λύκειο, ακολούθησα, όμως, και, συστηματικά – αν και παράλληλα δοκιμαστικά, ως προς τις μάρκες – και το κάπνισμα.
Αφού τα «MARLBORO», τα είχα «πιει», πέρασα, αρχικά στα «CAMEL»(ωραία τσιγάρα, δεν το συζητώ), αλλά, κάπου, δεν με ικανοποιούσαν 100%, και δοκίμαζα, ξένα κι ελληνικά : «ΠΑΛΛΑΣ», «KARELIA SPECIAL», «OLD NAVY», «OSCAR», «WEST», «HB», «VANTAGE» «KENT», «MORE»(κόκκινα & πράσινα – με γεύση μέντας), και τα «GAULOISES», που ήταν θεόβαρια κι είχαν κι ένα αραιό φίλτρο και μια βαριά μυρωδιά … πρέπει να χάρισα και το μοναδικό ένα πακέτο που πήρα!
Να κάνω μια παρένθεση, επειδή έγραψα, παραπάνω, τα «MARLBORO» τα είχα πιει. Στη Σαλαμίνα, οι παλιότεροι, δεν έλεγαν, για κάποιον, ότι καπνίζει, αλλά, ότι «πίνει τσιγάρο», κι εννοούσαν το κανονικό τσιγάρο. Σήμερα, πλέον, έχει εκλείψει, αλλά, εγώ αναφέρομαι, σχεδόν, 30 χρόνια πίσω. Τώρα, δεν ξέρω, αν, το «πίνει τσιγάρο», πέρασε από το «τσιγαριλίκι» και στα κανονικά τσιγάρα, ή, το αντίστροφο. Με την ευκαιρία, να πω, ότι είχα και προ-προγιαγιά πρεζού! Το έμαθα από τη γιαγιά μου(η οποία δεν την ονόμαζε, φυσικά, έτσι). Για να καταλάβετε για πότε σας μιλώ, η γιαγιά μου γεννήθηκε το 1917, η προγιαγιά μου(που την πρόλαβα – μικρός - γιατί έζησε έναν αιώνα), το 1878, κι, άρα, η προ-προγιαγιά μου – στην οποία αναφέρομαι – θα είχε γεννηθεί 2-3 δεκαετίες μετά της επανάσταση του 1821! Μου έλεγε, λοιπόν, η γιαγιά μου, ότι θυμόταν, μικρό κοριτσάκι, τη γιαγιά της, να κάθεται στο πεζούλι της αυλής, να τεντώνει των αντίχειρα ώστε να σχηματίζεται μια «λακουβίτσα», προς το μέρος του καρπού του χεριού, κι εκεί, να ρίχνει μια σκόνη, την οποία τη ρούφαγε από τη μύτη κι αναφωνούσε : «Αχ! Ευχαρίστηση!». Συμπλήρωνε δε, η γιαγιά μου, πως, η γιαγιά της, είχε μεγάλα, φαρδιά και κατακόκκινα ρουθούνια … 
Να επιστρέψω στα εφηβικά μου χρόνια, όμως. Τη χρονιά της Α’ Λυκείου, ανακάλυψα, από τον καθηγητή που μου έκανε φροντιστήριο μαθηματικά, τα «DUNHILL ΚΑΣΕΤΙΝΑ», τα οποία αρωμάτιζαν θεσπέσια την αίθουσα πριν το μάθημα. Ο «άτιμος», τα κάπνιζε με μια επιβλητικότητα, ο τρόπος που τα βαστούσε στα δυο δάχτυλα, πως τα έβαζε στα χείλη, πως ξεφυσούσε τον καπνό, όλο απόλαυση, έβγαζε μια βρετανική αριστοκρατικότητα. Αμέσως, μόλις σχόλασα, από το πρώτο μάθημα, πήγα και τ’ αγόρασα! Από τα ωραιότερα τσιγάρα που έχω καπνίσει, τα οποία τα εκτιμώ και τα τιμώ μέχρι και σήμερα. Απλά, λίγο η ακριβή τους τιμή, λίγο το άβολο μέγεθος(για να κρυφτούν …) της μεγάλης κασετίνας, δεν τα κράτησα για πολύ. Θα τα χαρακτήριζα τσιγάρα νυχτερινής απόλαυσης …

Tότε άρχισαν να γίνονται της μόδας τα ελαφριά (light) τσιγάρα, και, συγκεκριμένα, ακούστηκαν τα «MILDE SORTE». Τα ξεκίνησα αρχές του καλοκαιριού, κι, όντως, ήταν αισθητή η διαφορά, ελαφριά, αλλά με ωραία γεύση. Μια φορά, όμως, στην καφετέρια που σύχναζα, μου ζήτησε τράκα, ένας, μεγαλύτερος μου, χεβιμεταλάς, και του έδωσα ένα. Μόλις το άναψε και τράβηξε δυο τζούρες, σχολίασε, αέρας σκέτος είναι, αυτά δεν έπρεπε να λέγονται «MILDE SORTE», αλλά «MILDE» … χόρτε(χορτάρι)! Αυτό ήταν! Με έπιασε ο εγωισμός μου και το εφηβικό αντριλίκι μου και τα άφησα, περνώντας στα «R1»(κόκκινα). Δεν τα κράτησα κι αυτά για πολύ, ώσπου μ’ ένα φίλο μου, ανακαλύψαμε τα «COOPER», μας άρεσαν, και τη βγάλαμε μ’ αυτά, όλο το καλοκαίρι του 1984.
Μια εξαίρεση, για δοκιμή, έκανα με τα «JOHNNY», επειδή μου άρεσε το – όντως πρωτότυπο(μαλακό) - πακέτο τους, όπου παρουσίαζε μια τσέπη τζιν μπουφάν! Κι εγώ, όλο τζιν μπουφάν φόραγα τότε. Όμως όσο μου άρεσε το πακέτο τους, τόσο δεν μου άρεσε η γεύση τους(με χτύπαγαν και στο λαιμό) κι έτσι, σύντομα, τα εγκατέλειψα.
Να πω και λίγο για τα μέρη, που και πως καπνίζαμε, καθώς και που τα έκρυβα. Γιατί, τότε, υπήρχε ένας σεβασμός προς τους γονείς, δεν καπνίζαμε μπροστά τους(κι ας το είχαν καταλάβει ή το ήξεραν …), ακόμα κι όταν ενηλικιωθήκαμε. Ακόμα και σήμερα, που είμαι 45άρης, δεν θα καπνίσω μπροστά στη μάνα μου, το θεωρώ αγένεια να ξεφυσήσω τον καπνό στη μούρη της …
Συχνάζαμε, λοιπόν, είτε στις καφετέριες(ιδιαίτερα στα πατάρια), όπου είμαστε πιο κρυμμένοι και ταυτόχρονα είχαμε και τον έλεγχο του ποιος έμπαινε κι έβγαινε, μην ήταν κανένας μεγαλύτερος, γνωστός, συγγενής, γείτονας και το κάρφωνε …
Επίσης, στα σπίτια μας, όταν έλειπαν οι γονείς μας, κι ιδιαίτερα, στο εξοχικό μας που το είχαμε κλειστό το χειμώνα. Μαζευόμασταν όλη η παρέα και φτιάχναμε νες καφέ και καπνίζαμε όλο το πακέτο, συζητώντας, κάνοντας πλάκα, κι απολαμβάνοντας το κάπνισμα. Στο τέλος, ακλουθούσε η «επιχείρηση εξαερισμού», άνοιγμα όλων των πορτών και των παραθύρων, καθώς και με ψεκασμό με αρωματικό φλιτ, για να φύγει η τσιγαρίλα …
Το καλοκαίρι το τσιγαράκι πήγαινε με τον κλασικό φραπέ(τότε τον χτυπούσαν ακόμα στο σέικερ), και, για τους πιο «πολλαβαρύδες», ο «καφές του κουταλιού». Αυτός, δηλαδή, ήταν ο νες καφές παγωμένος, όπου, αντί να τον χτυπήσουν στο σέικερ και να γίνει φραπές, τον ανακάτευαν απλά μ’ ένα κουταλάκι μέχρι να λιώσει, κι έτσι δεν υπήρχε ο αφρός του φραπέ. Θυμάμαι, ένας φίλος μου, τον έπινε – αυτόν, τον «καφέ του κουταλιού» -  σκέτο(χωρίς γάλα και ζάχαρη), όπου, συνάμα, με τα «SANTE»(άφιλτρα), που κάπνιζε, «ήταν ο συνδυασμός του δηλητηρίου», όπως του έλεγα, απολάμβανε … φαρμάκι!
Το κρύψιμο του πακέτου, γινόταν, είτε σε «μυστικά συρτάρια», είτε κάτω από κεραμίδια στις στέγες των διπλανών κεραμιδόσπιτων(είπαμε ήμασταν λαϊκά παιδιά, λαϊκών γειτονιών). Εγώ είχα βρει, μια πρωτότυπη κρυψώνα : το παπάκι(YAMAHA T50 TOWNMATE ), που είχα από τα 16μου, από τη μια πλευρά είχε ένα καπάκι που ήταν η μπαταρία, κι από την άλλη, ένα άλλο(που είχε βίδα, που έπρεπε να την ξεβιδώσεις με κατσαβίδι), για να βάλεις εργαλεία ή κάτι σχετικό. Ε, εγώ εκεί έκρυβα το πακέτο με τα τσιγάρα και τα σπίρτα. Άλλο μου φετίχ κι αυτό, τα σπίρτα! Όλοι οι φίλοι μου είχαν αναπτήρες – μάλιστα, ήταν της μόδας τότε κι οι αναπτήρες Zippo, με σκαλίσματα – κι εγώ εκεί, παιδευόμουνα(ειδικά όταν ήμασταν σε εξωτερικούς χώρους και φύσαγε), και με κορόιδευαν … αλλά, εμένα, μου άρεσε η διαδικασία, το τσαφ του ανάματος σπίρτου, η μυρωδιά του καμένου …  
Από τη Β΄ Λυκείου σταθεροποιήθηκα στο «MARLBORO» μαλακό, ως και το πανεπιστήμιο, μέχρι και που πήγα στρατό στα 20τόσο, λόγω αναβολής. Ωραίο, γευστικό, γεμάτο και, ταυτόχρονα, γλυκόπιοτο τσιγάρο. Τέλος.
Να πω και μια λυκειακή φάση με το «MARLBORO». Είχαμε μια φιλόλογο, πολύ καλή, ήμερη θα έλεγα, και, βέβαια, δεν κάπνιζε. Σε μια εκδρομή λοιπόν, όπου, οι καθηγητές – μεταξύ των άλλων υποχρεώσεων – είχαν και να μας επιτηρούν, όσον αφορά το κάπνισμα, εμείς είχαμε «επιτηρήτρια» την «ήμερη» φιλόλογο … Πως την καταφέραμε, αντί να μας απαγορεύσει το κάπνισμα, να την πείσουμε να καπνίσει κι αυτή μαζί μας! Και μάλιστα, την στείλαμε και στο κοντινό περίπτερο να αγοράσει πακέτο! Ε, η καημένη, δεν ήξερε άλλα, και ζήτησε ένα «MARLBORO». Όταν όμως τη ρώτησε ο περιπτεράς, «σκληρό;»(γιατί κυκλοφορούσε σε σκληρό και μαλακό κόκκινο πακέτο), αυτή – ανίδεη καθώς ήταν – φοβήθηκε, ότι με το «σκληρό», εννοούσε βαρύ. Και του απάντησε : «ε, όχι και πολύ σκληρό» …

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

 

  
  
  
  
  

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Πάντα θα έχουμε ανάγκη από ουρανό.
Μίλτος Σαχτούρης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

18/10/1920 Γεννήθηκε στην Αθήνα η ηθοποιός και επί σειρά ετών υπουργός Πολιτισμού Μελίνα (Μαρία Αμαλία) Μερκούρη
18/10/1931 Πέθανε ο αμερικανός εφευρέτης του φωνογράφου Τόμας Έντισον
18/10/1979 Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης τιμάται από τη Σουηδική Ακαδημία με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας
19/10/1969 Ο Μίκης Θεοδωράκης μεταφέρεται από τη χούντα στο στρατόπεδο Ωρωπού
19/10/1993 Έφυγε από τη ζωή χτυπημένος από την επάρατη νόσο ο τραγουδιστής Διονύσης Θεοδόσης

ΤΥΧΑΙΑ TAGS