134 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
18.10.2017
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Ο χρόνος της φθοράς | Μέρος 15ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά


Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Χριστίνα. Μια γυναίκα λίγο μετά τα τριάντα που θεωρεί την έννοια της φιλίας το μεγαλύτερο αγαθό. Έχει καταφέρει να έχει κοντά της τρεις αγαπημένες φίλες και έναν αδερφικό φίλο που είναι πάντα στο πλευρό της.
Τη Μαρία , την Βίκυ , την Ελένη και τον Ανέστη. Όταν όμως γνωρίζεται με την Μαριάννα Αλεξάκη η ισορροπία στη ζωή της χάνεται. Εκείνη είναι ένα παιδί 23 χρόνων που δουλεύει στον εκδοτικό οίκο του πατέρα της. Έχει θέσει πολύ ψηλούς στόχους για να γίνει συγγραφέας  και θέλει να κάνει μεγάλη καριέρα σε αυτό. Η Μαριάννα σε αντίθεση με την Χριστίνα δεν εμπιστεύεται κανέναν , δεν κάνει φιλίες , φοβάται την μοναξιά  και προσπαθεί να κάνει τους γονείς της να την προσέξουν.
Οι δυο γυναίκες δένονται με μια φιλία και μια δυνατή αγάπη από την αρχή της γνωριμίας τους. Όμως η Μαριάννα απασχολημένη με το κτίσιμο της καριέρας της, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα υψηλά στάνταρ της Χριστίνας για τη φιλία.
Δυο διαφορετικές γυναίκες και δυο ξεχωριστές πορείες. Ένας κύκλος φιλίας  που ξεκινά με τη γνωριμία των δύο γυναικών , συνεχίζεται με τα ψυχικά προβλήματα της Μαριάννας , για να καταλήξει στο φευγιό της Χριστίνας και την τελική τους επανασύνδεση.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟΠΕΜΠΤΟ
 
Η Χριστίνα χτύπησε το κουδούνι στο σπίτι της Μαριάννας την επόμενη ημέρα γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι. Δεν πήρε απάντηση. Περίμενε λίγο και χτύπησε ξανά. Μια φωνή ακούστηκε να λέει σιγά.

-Ποιος είναι;-

-Μαριάννα μου; Εγώ η Χριστίνα είμαι. Άνοιξε μου σε παρακαλώ;- της απάντησε εκείνη. Δευτερόλεπτα αργότερα η Μαριάννα άνοιξε την πόρτα, φορώντας το μπουρνούζι της και έχοντας μαύρους κύκλους κάτω από τα άλλοτε πανέμορφα μάτια της. Το σοκ για την Χριστίνα ήταν αβάσταχτο. Πέρασε μέσα στο σπίτι και η Μαριάννα με κινήσεις που έμοιαζαν με αυτές των ζωντανών νεκρών προχώρησε και πήγε στο καθιστικό. Κάθισε και άναψε τσιγάρο. Η Χριστίνα κατάλαβε πως ήταν πιωμένη. Ένα μπουκάλι βότκας ήταν αδειασμένο πάνω στο τραπεζάκι του καθιστικού και πολλά αποτσίγαρα  υπήρχαν στα τέσσερα τασάκια.

Η Χριστίνα κάθισε δίπλα της χωρίς να πει τίποτα. Περίμενε η Μαριάννα να της μιλήσει.

-Είχες καλό ταξίδι;- την άκουσε να λέει βαριά.

-Ναι όλα εντάξει. Εσύ πως είσαι; Δεν σε βλέπω και τόσο καλά.  Κρύωσες;-

-Χριστίνα μη το παίζεις ηλίθια, γιατί δεν σου πάει. Ξέρουμε και οι δυο πολύ καλά ποιος σε ενημέρωσε και ήρθες. Ο Γιάννης φταίει για όλα. Είμαι καλά.-

-Έχω μάτια και βλέπω. Είσαι χάλια. Ποτέ δεν σε έχω δει χειρότερα από σήμερα. 

Είναι Τρίτη και εσύ δεν έχεις πάει στη δουλειά. Εσύ και να μην πας στο γραφείο σίγουρα είσαι άρρωστη.-

-Στα είπε όλα ο Γιάννης έτσι δεν είναι; Πως μαλώσαμε τον έβρισα και μετά του επιτέθηκα με το μαχαίρι.-

-Ναι τα ξέρω όλα. Δεν ήρθα όμως για αυτό. Ήρθα γιατί μου έλειψες και ήθελα να σε δω. Ότι πρόβλημα και αν αντιμετωπίζεις θα σε βοηθήσω να το ξεπεράσεις. Για αρχή ας ξεκινήσουμε από το αλκοόλ. Πάλι πίνεις; Ξέχασες τι πέρασες την προηγούμενη φορά; Θέλεις να καταντήσεις αλκοολική;-

-Όχι, δεν θέλω, αλλά και δεν μπορώ άλλο να πολεμήσω. Κουράστηκα Χριστίνα. Θέλω… θέλω να ξεκουραστώ. Θέλω να μην σκέφτομαι τίποτα. Και ακούω πάλι αυτό τον θόρυβο στο κεφάλι μου. Τον ακούω πιο συχνά τώρα.- της απάντησε στεναχωρημένη.

-Ποιόν θόρυβο;-

-Τον θόρυβο που κάνουν οι άνθρωποι. Τον θόρυβο που κάνει η αύρα τους. Δεν ξέρεις πόσο απαίσιος είναι.-  Η Χριστίνα της κράτησε το χέρι. Την  φίλησε στο κεφάλι και η Μαριάννα έπεσε στην αγκαλιά της και την κράτησε γερά. Άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Η Χριστίνα την κρατούσε και δυο δάκρια έτρεξαν από τα μάτια της. Η Μαριάννα είχε καταρρεύσει. Δεν ήξερε ποιος ήταν ο παράγοντας που την είχε φέρει ως εκεί, αλλά ήξερε πως αυτή ήταν η αρχή ζοφερών καταστάσεων.  Την άφησε να ξεσπάσει και μετά με ήρεμη φωνή της είπε.

-Έχεις φάει τίποτα;-

-Όχι. Δεν πεινάω.-

-Θα σου ετοιμάσω ένα ζεστό γάλα και εσύ θα μου υποσχεθείς πως θα πας να κάνεις ένα μπάνιο. Να βάλεις καθαρά ρούχα και να πάρουμε τηλέφωνο τον γιατρό σου.-

-Καθαρή είμαι.-

-Δε νομίζω. Άλλωστε θα ήταν καλλίτερα να έβγαζες από πάνω σου όλη αυτή την μυρωδιά από τον καπνό των τσιγάρων. Ένα αρωματικό αφρόλουτρο θα σου έδινε πίσω την χαμένη σου ζωντάνια. Έλα τώρα μη μου χαλάσεις το χατίρι;- την παρακάλεσε γλυκά.

-Μόνο αν με κάνεις εσύ μπάνιο.-

-Μαριάννα μου είσαι ολόκληρη γυναίκα. Δεν είσαι μωρό πια. Θα πας να κάνεις μόνη σου.

-Θέλω και εσένα μαζί μου.- της απάντησε κοιτάζοντας τη στα μάτια. Η Χριστίνα είδε δυο ολόμαυρες κόρες να την κοιτάζουν απειλητικά. Τα μάτια της Μαριάννας έμοιαζαν εκείνη τη στιγμή σαν δυο τρύπες του διαστήματος. Η Χριστίνα δεν μπορούσε να της πει όχι.

-Εντάξει λοιπόν. Σήκω να πάμε.- της απάντησε, προχώρησαν μαζί και μπήκαν στο μπάνιο. Η Μαριάννα με δυσκολία έλυσε το μπουρνούζι της. Τα χέρια της δεν την βοηθούσαν καθόλου. Η Χριστίνα το έβγαλε από επάνω της και το κρέμασε. Γυμνή η Μαριάννα μπήκε στην μπανιέρα και η Χριστίνα άρχισε να την γεμίζει με ζεστό νερό και αφρόλουτρο. Όταν γέμισε της έδωσε το σφουγγάρι και της είπε γλυκά.

-Μπορείς τώρα να πλυθείς με την ησυχία σου. Θα πάω μέσα να σου ετοιμάσω το γάλα. Όταν βγεις θα το πιεις και θα πέσεις για ύπνο. Εγώ θα τακτοποιήσω το σπίτι και θα φτιάξω φαγητό. Η οικιακή βοηθός δεν είναι εδώ;- την ρώτησε.

-Της είχα δώσει άδεια. Αλλά όταν τελείωσε με πήρε τηλέφωνο και μου είπε πως βρήκε δουλειά κοντά στο σπίτι της.  Έτσι δεν ξανάρθε. –

-Θα βρούμε άλλη. Όλα θα τακτοποιηθούν. Ο Γιάννης;-

-Μαλώσαμε εχτές και έφυγε. Δεν ξέρω που πήγε.-

-Τον πατέρα σου τον ενημέρωσες πως δεν πήγες στη δουλειά;-

-Όχι και θα ήθελα να μη το κάνεις ούτε εσύ.-

-Πολύ καλά μωράκι μου. Έλα κάνε το μπάνιο σου τώρα και θα τα πούμε μετά.- είπε η Χριστίνα και έκανε να φύγει.

-Χριστίνα;-

-Ναι;- Τα μάτια της Μαριάννας αρκετά κουρασμένα από την ταλαιπωρία την κοιτούσαν με αγάπη. Η Χριστίνα χαμογέλασε.

-Και εγώ.- της απάντησε έκλεισε την πόρτα και πήγε στην κουζίνα.

Έβαλε ότι άπλυτο πιάτο, κούπα, ποτήρι η μαχαιροπίρουνο βρήκε  στο πλυντήριο πιάτων και καθάρισε το τραπέζι. Πήγε στο καθιστικό άνοιξε την μπαλκονόπορτα να μπει φρέσκος αέρας και μάζεψε το μπουκάλι της βότκας. Καθάρισε το τραπεζάκι και έστρωσε τα μαξιλάρια στον καναπέ. Πήγε μετά στην κρεβατοκάμαρα. Τίναξε τα σκεπάσματα και έστρωσε ξανά το κρεβάτι, ενώ  άλλαξε σεντόνια και μαξιλαροθήκες. Η Μαριάννα ήταν ακόμα στο μπάνιο. Όταν  έβαλε προσωρινά μια τάξη στο σπίτι της ετοίμασε το γάλα. Την στιγμή που έβαζε την κούπα στο τραπέζι μπήκε μέσα η Μαριάννα. Είχε στεγνώσει τα μαλλιά της και φορούσε ένα ζευγάρι φόρμες. Έδειχνε πολύ όμορφη. Κάθισε στην καρέκλα και ήπιε το ρόφημα με μικρές γουλιές. Η Χριστίνα έφτιαχνε το φαγητό. Παστίτσιο που ήξερε πως της άρεσε.

-Λοιπόν σου έκανα το χατίρι. Είμαι καθαρή.-

-Μπράβο κοριτσάκι μου. Τώρα θα πας να ξαπλώσεις δυο ώρες για να καθαρίσω και εγώ το σπίτι. Θέλουν τίναγμα τα χαλιά και μετά σκούπισμα και σφουγγάρισμα το σπίτι. Όταν τελειώσω και με αυτά θα κάνω και ένα γυάλισμα

στα έπιπλα και θα είσαι έτοιμη για αρκετό καιρό. Αλλά μετά πρέπει να βρεις όσο σύντομα γίνεται οικιακή βοηθό.-

-Χριστίνα πότε θα σου ξεπληρώσω όλα αυτά που έχεις κάνει για μένα;-

-Δεν χρειάζεται Μαριάννα. Αλλοίμονο αν η φιλία βασιζόταν στην υποχρέωση. Πήγαινε να κοιμηθείς. Θα δεις που θα σηκωθείς άλλος άνθρωπος.- είπε εκείνη και σαν υπάκουο σκυλάκι η Μαριάννα πήγε στο υπνοδωμάτιο και ξάπλωσε. Ο ύπνος ήρθε αμέσως. Μόλις τελείωσε την ετοιμασία του φαγητού η Χριστίνα και το έβαλε στο φούρνο πήρε στο τηλέφωνο τον ψυχολόγο της Μαριάννας. 

-Αντώνη η Χριστίνα είμαι. Η φίλη της Μαριάννας.-

-Τι κάνεις;- 

-Εγώ καλά. Η Μαριάννα δεν είναι.-

-Τι συμβαίνει;-

-Νομίζω πως θα ήταν καλό να ερχόσουν από το σπίτι της. Θα μείνω μαζί της μερικές μέρες πριν επιστρέψω στην Πάτρα. Δεν θέλει να μάθει τίποτα ο πατέρας της ακόμα και συμφωνώ μαζί της.-

-Τι παρουσιάστηκε αυτή τη φορά;-

-Από ότι μου είπε ο τωρινός της σύντροφος, φωνές, βρισιές και επίθεση με μαχαίρι. Για να την ηρεμίσει της έχωσε το κεφάλι σε μια γεμάτη με νερό μπανιέρα. Και πίνει ξανά. Αυτό το είδα εγώ σήμερα που ήρθα στο σπίτι της.-

-Θα είμαι εκεί γύρω στις έξι το απόγευμα. Πέταξε όλα τα ποτά που θα βρεις στο σπίτι.- της απάντησε εκείνος. Η Χριστίνα έκλεισε το τηλέφωνο και ξεκίνησε την καθαριότητα του σπιτιού.


Εκείνη την ώρα ο Γιάννης έτρωγε σε ένα ρεστοράν. Έδειχνε πολύ κουρασμένος. Τα ρούχα του ήταν τσαλακωμένα και ήταν αξύριστος και γενικά ατημέλητος. Δεν ήξερε πώς να προχωρήσει παρακάτω. Δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει την όλη κατάσταση. Έτρωγε χωρίς μεγάλη όρεξη και προσπαθούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που είχε βγάλει την Μαριάννα εκτός εαυτού. Άδικος κόπος. Για εκείνον η γυναίκα που αγαπούσε ήταν ένα άλυτο μυστήριο. Εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησε πως δεν την ήξερε καθόλου. Κοίταξε το ρολόι του. Η ώρα ήταν τέσσερις το μεσημέρι. Πήρε την Χριστίνα. Σίγουρα εκείνη την στιγμή θα ήταν στο σπίτι της Μαριάννας και θα προσπαθούσε να βγάλει μια άκρη.

-Εγώ είμαι;-

-Γιάννη μου εσένα σκεφτόμουν. Είμαι σπίτι σας. Με το ζόρι την έβαλα να κάνει μπάνιο και να ξαπλώσει. Έφτιαξα φαγητό και καθάρισα λίγο το διαμέρισμα. Θα την ξυπνήσω να φάει γιατί δεν έχει βάλει μπουκιά στο στόμα της. Κάλεσα και τον ψυχολόγο της. Θα έρθει στις έξι το απόγευμα.-

-Εγώ είμαι κάπου και τρώω. Μένω από εχτές στο δικό μου διαμέρισμα. Είναι καλλίτερα έτσι και για τους δυο μας. Θα πάω να πλυθώ και να αλλάξω ρούχα και θα περάσω από εκεί. Σε έβαλα σε βάσανα με το να σου μιλήσω.-

-Δεν έπαθα τίποτα που να μην ήθελα. Ο φίλος στη δύσκολη στιγμή φαίνεται. Το θέμα είναι να μπορέσουμε να δούμε τι έχει και να την κάνουμε καλά. Θα σε περιμένω.- του απάντησε. Έκλεισε το τηλέφωνο και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Άνοιξε απαλά την πόρτα και πήγε στο κρεβάτι. Η Μαριάννα κοιμόταν ήρεμη. Έβαλε το χέρι της στο μέτωπο της και την χάιδεψε. Εκείνη  άνοιξε σιγά-σιγά τα μάτια της. Όταν είδε την Χριστίνα χαμογέλασε.

-Κάτσε για λίγο δίπλα μου. Το έχω ανάγκη.- την παρακάλεσε. Η Χριστίνα ακούμπησε την πλάτη της στο κρεβάτι και η Μαριάννα απέθεσε το κεφάλι στα πόδια της.

-Χριστίνα δεν είμαι καλά. Το νιώθω. Κάτι μέσα μου δεν είναι όπως παλιά. Εγώ δεν είμαι η ίδια. Φοβάμαι πολύ. Φοβάμαι ότι χάνω τα λογικά μου.- της είπε πολύ σιγά. Η Χριστίνα της κρατούσε το χέρι. Ένα φευγαλέο δάκρυ της ξέφυγε αλλά το σκούπισε γρήγορα. Δεν ήθελε να καταλάβει η φίλη της πως πονούσε και εκείνη μαζί της. Η Μαριάννα δεν έπρεπε να νιώσει πως η Χριστίνα  ήταν  ευάλωτη. Πως ήταν άνθρωπος και εκείνη και καμιά φορά λύγιζε κάτω από τέτοια προβλήματα. Όχι δεν θα την βοηθούσε αν κατέρρεε και εκείνη μαζί της. Η Χριστίνα έπρεπε να μείνει βράχος στην θέση της.

-Είμαι σίγουρη πως δεν είναι κάτι σοβαρό. Ίσως τα νεύρα σου να έχουν κλονιστεί. Θα δεις που όλα θα πάνε καλά. Να μου έχεις εμπιστοσύνη.-

-Και αν δεν πάνε; -

-Τότε θα χρειαστούμε  λίγη νεραϊδόσκονη. Δεν θα είναι εύκολο να την βρούμε  αμέσως, αλλά με ένα ταξιδάκι στην «Χώρα του ποτέ»  θα λύσουμε το πρόβλημα.- της απάντησε  και γέλασε. Η Μαριάννα σήκωσε το κεφάλι της  και την κοίταξε μέσα στα μάτια.

-Θα το έκανες αυτό; Θα πήγαινες σε εκείνη την φανταστική χώρα για να βρεις θεραπεία για μένα;-

-Αν ψάξεις βαθιά μέσα σου θα τον βρεις αυτό τον μαγικό κόσμο. Είναι μέσα σε κάθε άνθρωπο. Είναι το παιδί που σκοτώνουμε  όλοι μας όταν μεγαλώνουμε. Εμείς οι ίδιοι έχουμε την θεραπεία μέσα μας. Όταν αγαπάμε τους ανθρώπους, όταν λυπόμαστε, όταν έχουμε αισθήματα και τα εξωτερικεύουμε, όταν βοηθάμε τους φτωχούς και τους κατατρεγμένους, όταν  δεν ξεγράφουμε τον θεό , αλλά τον καλούμε στις προσευχές μας, τότε είμαστε στην «Χώρα του ποτέ». –

-Τότε δεν θα μπορέσω ποτέ να επισκεφτώ εκείνη την χώρα. Είμαι καταραμένη.- είπε λυπημένα η Μαριάννα και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Έκανε να φύγει.

-Μαριάννα;-

-Ναι.-

-Μην αφήσεις ποτέ το σκοτάδι να σε πάρει με το μέρος του. Πάντα θα υπάρχει εκεί έξω η αλήθεια.-

-Μόνο που είμαι πολύ κουρασμένη για να την ψάξω.- απάντησε και βγήκε από το δωμάτιο. Από εκείνη την ώρα και μετά δεν αναφέρθηκαν στο ίδιο θέμα. Η Μαριάννα που είχε δυο μέρες σχεδόν να φάει έφαγε με όρεξη και μετά η Χριστίνα έφτιαξε καφέ και κάθισαν στο καθιστικό για να τον πιούνε.

-Περιμένω τον Αντώνη στις έξι. Με πήρε και ο Γιάννης. Θα έρθει από εδώ.-

-Δεν θέλω να δω κανένα τους.-

-Πρέπει. Μαριάννα ξανάρχισες το ποτό και έπαθες υστερία. Χρειάζεσαι άμεση βοήθεια και ίσως φαρμακευτική αγωγή. Δεν το καταλαβαίνεις πως δεν είσαι πια αυτή που όλοι ξέραμε;-

-Έχεις δίκιο. Η αλήθεια είναι πως έχω βαρεθεί τα πάντα και όλους. Δεν ξέρω αν θέλω να είμαι με τον Γιάννη, και από την άλλη με ερεθίζει και θέλω να μου κάνει έρωτα. Δεν θέλω να πιω, αλλά πίνω. Δεν θέλω να φάω, αλλά και θέλω. Μπορεί να κάνω μπάνιο, αλλά και δεν θα κάνω και μπορεί να βρωμίσω από την απλυσιά. Όσο για την δουλειά και την συγγραφική μου καριέρα; Χα-χα-χα. Δεν με ενδιαφέρει τίποτα πια.-

-Έτσι όμως θα βαλτώσεις και δεν θα μπορέσεις να σηκωθείς ποτέ ξανά και να περπατήσεις. Πως βλέπεις, δηλαδή, τον εαυτό σου. Να κάθεσαι σε ένα καναπέ γυμνή με ένα μπουκάλι βότκα στο ένα χέρι και το τσιγάρο στο άλλο, άπλυτη και τελείως χαμένη, ώσπου να πεθάνεις; Αυτό θέλεις; Ε! Αυτό χρειάζεσαι πραγματικά;-

-Το ξέρεις πως ο πατέρας μου παντρεύτηκε την μητέρα μου επειδή έμεινε έγκυος; Δεν με ήθελαν από την αρχή. Αν δεν είχα γεννηθεί ίσως και να είχαν μια ελπίδα να ευτυχίσουν. Άλλα δυστυχώς εγώ ήρθα στον κόσμο και εκείνοι αποφάσισαν να με παραμερίσουν.-

-Γιατί δεν βάζεις μια και καλή τους γονείς σου στο περιθώριο και να κοιτάξεις πως θα κάνεις ευτυχισμένη την Μαριάννα; Γιατί θα πρέπει να είναι τόσο διαβολεμένα δύσκολο;-

-Γιατί εσύ είχες όλη την αγάπη και την προσοχή και ποτέ σου δεν θα καταλάβεις το δικό μου κενό. Δεν θέλω να το συζητήσω άλλο. Είμαι πολύ κουρασμένη. Της είπε και άναψε τσιγάρο. Εκείνη την στιγμή χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού.

-Θα ήρθε ο Αντώνης. Πάω να του ανοίξω.-  λίγα λεπτά αργότερα ο ψυχολόγος μπήκε στο σπίτι μαζί με ένα ακόμα άντρα.

-Τι κάνεις Χριστίνα;-

-Καλά Αντώνη μου. Περάστε. Να καθίσουμε στο σαλόνι. – τους είπε εκείνη και τους πήγε ως εκεί.

-Που είναι η Μαριάννα;- 

-Την έχω αφήσει στο καθιστικό.-

-Ο γιατρός από εδώ είναι νευρολόγος. Τον έφερα μαζί μου για να δει την Μαριάννα.-

-Νευρολόγος; Δεν καταλαβαίνω.-

-Πολύ φοβάμαι πως εγώ είμαι άχρηστος πια.-

-Αντώνη προσπαθείς να με τρομάξεις;-

-Χριστίνα μου, η Μαριάννα είναι πολύ πιθανόν να έχει πάθει σοβαρό νευρικό κλονισμό. Εγώ σε αυτή την περίπτωση δεν θα μπορέσω να την βοηθήσω. Ο κύριος Χασιώτης από εδώ είναι φίλος μου χρόνια. Θα την εξετάσει και θα σας πει τι να κάνετε. Σε παρακαλώ τώρα, θα ήθελα να δούμε την Μαριάννα.-

Η Χριστίνα πήγε στο καθιστικό και είπε της είπε πως οι γιατροί ήθελαν να της μιλήσουν.

-Γιατί, πόσοι είναι; Νόμιζα πως θα ερχόταν ο Αντώνης.- της είπε όλο απορία της Χριστίνας. Εκείνη δεν της απάντησε και έτσι η Μαριάννα προχώρησε και μπήκε στο σαλόνι.              

Μόλις η Μαριάννα μπήκε στο δωμάτιο η Χριστίνα άκουσε τα βήματα του Γιάννη  στα σκαλιά. Δευτερόλεπτα αργότερα ο Γιάννης άνοιξε με το κλειδί του την πόρτα και μπήκε μέσα. Η Χριστίνα τον αγκάλιασε και τον φίλησε.

-Ήρθε ο γιατρός;- την ρώτησε.

-Ναι και έφερε έναν νευρολόγο –ψυχίατρο μαζί του. Είναι στο σαλόνι και μιλάνε με την Μαριάννα. Να σου φτιάξω ένα καφέ;- 

-Ναι, Χριστίνα μου, αν δε σου κάνει κόπο. Ο ψυχίατρος δεν καταλαβαίνω που κολλάει.- την ρώτησε ανήσυχος και άναψε τσιγάρο.

-Ο Αντώνης θεωρεί πως η Μαριάννα έχει πάθει νευρικό κλονισμό. Έφερε τον φίλο του τον ψυχίατρο να την δει.-

-Από πού να τον πάθει τον νευρικό κλονισμό; Ένα αθώο καβγαδάκι είχαμε και απλά εκείνη φούντωσε περισσότερο.-

-Σου επιτέθηκε με μαχαίρι και σε πλήγωσε Γιάννη. Αυτό το θεωρείς φυσιολογική αντίδραση για ένα απλό καβγαδάκι όπως ισχυρίζεσαι; Δε το νομίζω. –

-Ίσως να έχεις δίκιο. Και τώρα που το ανέφερες είναι και κάτι άλλο που μου έκανε εντύπωση.-

-Τι ακριβώς;-

-Την επόμενη μέρα που ξύπνησε μετά τον καυγά δεν θυμόταν τίποτα από τα γεγονότα. Και όταν πήγα κοντά της θέλησε να κάνουμε έρωτα, λες και δεν ήταν αυτή που μου επιτέθηκε. Και αφού κάναμε, πάγωσε ξαφνικά από εκεί που ήταν αρκετά θερμή ,και μαλώσαμε ξανά για το τίποτα. Και τότε ντύθηκα και έφυγα από το σπίτι.-

-Ναι, δεν μου ακούγονται και πολύ καλά όλα αυτά. Γιάννη δεν θέλω βέβαια να μπω στα προσωπικά σας ούτε και βέβαια στα ερωτικά, αλλά θα ήθελα να σε ρωτήσω κάτι. Μη με παρεξηγήσεις. Από ενδιαφέρον το κάνω. Να ξεδιαλύνω κάποιες δικές μου απορίες.-

-Χριστίνα, σε σένα μπορώ να πω τα πάντα. Σε εκτιμώ αφάνταστα σαν άνθρωπο. Ρώτησε με ότι θέλεις.-

-Πως είναι όταν κάνετε έρωτα; εννοώ και συγγνώμη βέβαια, αλλά το απολαμβάνει; Έρχεται σε οργασμό;-

-Δεν ξέρω αν τελειώνει, αλλά είμαι σίγουρος πως σε οργασμό δεν έχει έρθει ποτέ της. Ίσως να φταίω εγώ. Μα καλά δεν έχετε ποτέ σαν γυναίκες συζητήσει τα ερωτικά σας; Τι σόι φίλες είσαστε εσείς;-

-Θα το πιστέψεις; Ποτέ δεν έχει αναφερθεί σε τόσο προσωπικές στιγμές. Εγώ της λέω για τα δικά μου με τον Σταύρο. Ξέρεις, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι εύκολοι στο να εξωτερικεύονται. Δεν με πείραξε ποτέ που δεν μου ανοιγότανε από την πλευρά της για τόσο ειδικές στιγμές.-

-Παίζει ρόλο η ερωτική της ζωή στην ψυχολογία της;-

-Ναι, είναι από τα πιο βασικά στοιχεία για να δούμε αν είμαστε καλά. Γιάννη, δεν θα στο κρύψω. Από την στιγμή που έγινα φίλη με την Μαριάννα κατάλαβα πως κάτι την έτρωγε μέσα της. Κάτι την πονούσε. Έχω διαβάσει λίγα βιβλία ψυχολογίας. Μη φανταστείς πως έκανα και πανεπιστήμιο, αλλά κάτι έμαθα και εγώ. Πιστεύω λοιπόν πως η φίλη μου έχει μια νεύρωση που την ταλαιπωρεί. Είναι κατά μια έννοια νευρωτική. Δεν ξέρω. Ίσως και πέρα από την νεύρωση να κρύβεται μια σοβαρότερη ψυχική ασθένεια.-

-Πολλές φορές την είχα ρωτήσει, γιατί δεν μπορούμε να συγχρονιστούμε στο κρεβάτι. Ξέρεις τι μου είχε απαντήσει; Πως έφταιγα εγώ και πως της δημιουργούσα άγχος. Δεν μου έχει τύχει με άλλη γυναίκα, αλλά ως τώρα δεν είχα δώσει σημασία. Η αλήθεια είναι πως όταν γνωριστήκαμε κάναμε πολύ συχνά έρωτα για τους πρώτους 4-5 μήνες. Μετά δεν ξέρω, αλλά εκείνη άρχισε να μη θέλει τόσο την ερωτική μας συνεύρεση. Υπέθεσα πως ήταν κουρασμένη. Έχει και εκείνη πολλές υποχρεώσεις. Τώρα που έγινε και το δεξί χέρι του πατέρα της, λογικό είναι να έχει μεγαλύτερο άγχος.  Ή δεν είναι έτσι τα πράγματα;- την ρώτησε αρκετά προβληματισμένος, αλλά η Χριστίνα δεν μπόρεσε να του απαντήσει. Εκείνη την στιγμή οι δυο γιατροί βγήκαν από το σαλόνι μαζί με την Μαριάννα.

Ο Γιάννης τους χαιρέτησε και την Μαριάννα μαζί. Εκείνη δεν του μίλησε. Πήρε ένα τσιγάρο από το πακέτο που είχε αφήσει στο τραπεζάκι του καθιστικού και έφυγε αθόρυβα από εκεί για να πάει στην κουζίνα. Ο Γιάννης την ακολούθησε αφού πρώτα ζήτησε συγγνώμη από τους γιατρούς και την Χριστίνα. Όταν είχε χαθεί από το οπτικό της πεδίο η Χριστίνα ρώτησε τον ψυχίατρο.

 -Τι είδατε γιατρέ μου;-

-Ακόμα τίποτα. Ο Αντώνης μου είχε πει πως πριν λίγα χρόνια έπαθε κατάθλιψη. Είχε και πρόβλημα με το αλκοόλ έτσι δεν είναι;-

-Ναι έτσι.-

-Ξέρετε αν υπάρχει ψυχική νόσος στο οικογενειακό της περιβάλλον;-

-Δεν νομίζω. Έχω γνωρίσει και τους δυο γονείς της. Δεν μου έδειξαν κάτι τέτοιο.-

-Καλά αυτά τα πράγματα δεν λέγονται. Ακόμα και αν υπάρχουν. Της έκλεισα για αύριο το απόγευμα ένα ραντεβού στο γραφείο μου. Θα ήθελα να έρθετε μαζί αν μπορείτε. Για κάποιο λόγο σας εμπιστεύεται και με την ζωή της. Μας το ανέφερε δυο φορές όταν μιλήσαμε μαζί της.-

-Δεν έχει φίλες. Είμαι η μοναδική.-

-Σε σας κρατιέται. Ίσως να είναι ένα δύσκολο φορτίο για εσάς. Θα μπορέσετε να τα βγάλετε πέρα, αν τα πράγματα γίνουν δυσκολότερα στην πορεία; Θέλω να ξέρω αν μπορώ να βασιστώ σε σας.- της είπε χαμηλόφωνα εκείνος.

Χωρίς δεύτερη σκέψη η Χριστίνα απάντησε.

-Μπορείτε να βασιστείτε για ότι βοήθεια χρειαστείτε.-

-Θα τα πούμε αύριο λοιπόν. Χάρηκα.- απάντησε εκείνος και μαζί με τον Αντώνη έφυγαν από το σπίτι. Η Χριστίνα πήγε στην κουζίνα, για να βρει τον Γιάννη να φιλιέται με την Μαριάννα.

-Επιτέλους να και ένα ευχάριστο.- αναφώνησε εκείνη.

-Της ζήτησα συγγνώμη της φίλης σου από εδώ, που έφυγα έτσι εχτές και την δέχτηκε. – είπε ο Γιάννης και γέλασε.

-Όταν μαλώνει ένα ζευγάρι φταίνε και οι δυο. Και εσύ Μαριάννα θα ήθελα την επόμενη φορά να ελέγξεις τα νεύρα σου. Δεν έχετε τίποτα να χωρίσετε. Ο Γιάννης είναι υπέροχος και ξέρω καλά πως σε αγαπά. Θα έλεγα τώρα που τα βρήκατε να πάτε μια βόλτα να τα πείτε. Εγώ θα κάνω ένα μπάνιο και θα κάτσω επιτέλους να χαλαρώσω.- είπε και τους χαμογέλασε.

-Τι σκοπεύεις να κάνεις;- την ρώτησε η Μαριάννα.

-Έχω φέρει μαζί μου κάποια αγαπημένα μου βιβλία. Τα έχω διαβάσει, αλλά δεν τα χορταίνω ποτέ. Μια χαρά θα είμαι εγώ.-

-Ποιο θα διαβάσεις πρώτο;- συνέχισε η Μαριάννα.

-Αν το θεωρείς τόσο σημαντικό τις «Μεγάλες Προσδοκίες» του Ντίκενς.

-Αυτό που γυρίστηκε ταινία με την Πάλτροου;- πετάχτηκε η Μαριάννα και η Χριστίνα γέλασε δυνατά.

-Έτσι το γνωρίζεις εσύ το βιβλίο; Από την κινηματογραφική του μεταφορά, η οποία δεν ήταν και η καλύτερη;-

-Όχι καλέ. Αλλά ήταν ωραία η ταινία. Εμένα μου άρεσε.

-Αν πραγματικά θέλεις να απολαύσεις τις «Μεγάλες Προσδοκίες», να δεις την μεταφορά του βιβλίου από τον σκηνοθέτη Ντέιβιντ Λίν.  Φύγε τώρα γιατί είμαι έτοιμη να στα ψάλω.- απάντησε η Χριστίνα και η Μαριάννα άλλαξε γρήγορα ρούχα και έφυγε αγκαλιά με τον Γιάννη.



Ο Σταύρος ήταν στο γραφείο του με ένα πελάτη. Μόλις τελείωσε μαζί του πήρε την Χριστίνα στο κινητό της.

-Τι έγινε με την Μαριάννα;- την ρώτησε.

-Ο νευρολόγος δεν μου είπε τίποτα. Μας έκλεισε ένα ραντεβού για αύριο το απόγευμα. Θα την συνοδέψω ως εκεί.-

-Λες να έχουμε τίποτα χειρότερα;-

-Προσπαθώ να είμαι αισιόδοξη. Εσύ όλα καλά;-

-Ναι πολύ δουλειά. Δεν με πειράζει όμως η δουλειά όταν εσύ είσαι εδώ. Μου λείπεις.-

-Και μένα αγάπη μου. Το Σάββατο θα είμαι πίσω. Δεν μπορώ να την αφήσω τώρα. Δεν έχει και κανένα άλλο για να την στηρίξει. Και εγώ δεν παράτησα ποτέ φίλο , η φίλη.-

-Να με ενημερώσεις για ότι σας πει από την εξέταση ο γιατρός. Εγώ θα πάρω και τα κορίτσια να τους τα πω. Σε φιλώ.-

-Και εγώ.- 

Η Χριστίνα μετά το τηλεφώνημα μπήκε στο μπάνιο έκλεισε την πόρτα, έβγαλε όλα της τα ρούχα και μπήκε κάτω από το ντους. Το ζεστό νερό κύλισε στο κορμί της. Έκλεισε τα μάτια και είδε ξανά εκείνη και την Μαριάννα να τρώνε στο κινέζικο. Πόσα χρόνια είχαν περάσει; Οχτώ. Και όμως θα έλεγε κανείς πως ακόμα μάθαινε την φίλη της. Ένιωθε πως δεν ήξερε το πραγματικό της πρόσωπο. Ήξερε όμως πως κάτι σκοτεινό ξεκουραζόταν πίσω από αυτά τα μυστηριώδη μάτια της, που άλλαζαν διάφορα χρώματα.

-Θα πάω αύριο στον ψυχίατρο. Μου έκλεισε ραντεβού.-

-Θα έρθω μαζί σου.-

-Όχι. Θα πάω με την Χριστίνα. Μαζί της νιώθω πιο άνετα.-

-Αν σε απασχολεί κάτι μπορείς να μου μιλήσεις Μαριάννα. Σε αγαπώ. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Τα αισθήματα μου είναι τα ίδια. Μπορείς να με εμπιστευτείς.-

-Κοίταξε, δεν ξέρω τι έχω ούτε τι μου συμβαίνει. Σου είπα ψέματα εχτές πως δεν θυμόμουν τίποτα. Θυμάμαι όλα αυτά τα άσχημα που έκανα. Δεν ξέρω τι με έπιασε. Απλά όλα μαύρισαν και ένιωσα πως δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Μετά είδα καθαρά πως πήγες με άλλη.-

-Μα πως είδες κάτι τέτοιο; Αφού ποτέ δεν έγινε. Εσένα αγαπάω. Δεν υπάρχει άλλη.-

-Δε ξέρω πώς να στο δώσω να το καταλάβεις. Είδα μια εικόνα καθαρή. Έκανες έρωτα με άλλη γυναίκα.-

-Αν αυτό λέγεται φαντασία τότε εσύ έχεις μεγάλη.-

-Μπορεί να μην ήταν της φαντασίας μου. Μπορεί το μυαλό μου να την έφτιαξε αυτή την εικόνα.-

-Μα γιατί; Δεν σου έδωσα ποτέ αφορμή να σκεφτείς κάτι τέτοιο.-

-Δεν ξέρω Γιάννη. Μη με ρωτάς. Τα έχω χαμένα και εγώ. Ας μιλήσουμε για τίποτα άλλο. Είναι ωραίο καφέ αυτό. Που το ανακάλυψες; Και εγώ που νόμιζα πως ήξερα όλα τα καλά στέκια στην Αθήνα.- του είπε ευδιάθετη.

-Κάτι ξέρουμε και εμείς.- είπε γελώντας ο Γιάννης.


Η Χριστίνα είχε φτιάξει ένα ζεστό τσάι και το έπινε διαβάζοντας ένα βιβλίο. Μέσα στο διαμέρισμα της Μαριάννας επικρατούσε απόλυτη ησυχία και

καθαριότητα. Η Χριστίνα είχε ξαπλώσει στον καναπέ. Το βιβλίο την είχε απορροφήσει και σε λίγη ώρα τα μάτια της έκλεισαν από την νύστα. Δεν το κατάλαβε πως την πήρε ο ύπνος με το βιβλίο ανάμεσα στα χέρια της. Η ώρα ήταν έντεκα το βράδυ όταν ο Γιάννης έφερε την Μαριάννα στο σπίτι της. Εκείνος έφυγε για το δικό του. Η Μαριάννα μπήκε μέσα άνοιξε το φως και αντίκρισε την  Χριστίνα να κοιμάται. Έσβησε το φως και άνοιξε το πορτατίφ που βρισκόταν στο τραπεζάκι του καθιστικού. Πήγε από πάνω της και την κοίταξε με αγάπη. Το γαλήνιο πρόσωπο της Χριστίνας έκανε τα μάτια της να πάρουν ένα πορτοκαλί φόντο. Την κοίταξε για λίγα λεπτά και  της είπε χαμηλόφωνα.

-Θα ήθελα πολύ να σου πω το πόσο σε αγαπάω. Δεν νομίζω πως σε έχει αγαπήσει άλλος πιο πολύ από εμένα. Ούτε όλες σου οι φίλες μαζί. Ούτε ακόμα και αυτή η Μαρία. Ούτε ο Σταύρος θα μπορούσε. Κοιμήσου καλή μου. Το ξέρω πως σε έχω πληγώσει πολύ. Μακάρι να ήμουν  καλός άνθρωπος και να μη σου έδινα να πιεις δηλητήριο. Μακάρι να έδινα τα μέγιστα στην φιλία μας. Συγχώρησέ με που είμαι μια άχρηστη. Πίστεψε με θα ήθελα να σε αποδεσμεύσω από αυτή τη φιλία που μόνο βάσανα και πόνο σου έχει δώσει. Δεν μπορώ όμως να σε αφήσω να φύγεις. Θέλω να με συγχωρήσεις για αυτή μου την αδυναμία. Μου είναι αδύνατο να σε αποχωριστώ. Δεν έχω την δυνατότητα να σε βλέπω συχνά, αλλά μου δίνει μια ασφάλεια το ότι είσαι κάπου εκεί έξω και μπορώ όποια στιγμή το θελήσω να σε καλέσω. Και εσύ θα έρθεις. Πάντα έρχεσαι και αυτό μου δίνει ελπίδα. Ίσως κάποτε που θα γεράσουμε πολύ να μπορέσω να σου πω ότι ήσουν ο μοναδικός άνθρωπος που πίστεψα. Τώρα δεν μπορώ. Δεν θέλω να μάθεις πόσο σε έχω ανάγκη. Δεν θέλω να δεις πόσο μόνη και αδύναμη νιώθω. Θα σε σκότωνε αν μάθαινες ποσό ασήμαντη είμαι. Πόσο ρηχή και ψυχρή μπορώ να γίνω. Πόσο υπολογίστρια, ρεαλίστρια  και φτηνή είμαι μέσα μου.- Τα δάκρυα έτρεξαν ποτάμι από τα μάτια της Μαριάννας που τώρα είχαν ένα χρυσοκίτρινο χρώμα. Τα σκούπισε γρήγορα και πήγε ως την κρεβατοκάμαρα της. Πήρε μια κουβέρτα και σκέπασε με φροντίδα την  Χριστίνα που την είχε πάρει ο ύπνος χωρίς να βγάλει τα ρούχα και τα παπούτσια της. Έσβησε το φως και πήγε στο υπνοδωμάτιο της. ξεντύθηκε φόρεσε τις πιτζάμες της και βυθίστηκε σε ένα ύπνο γεμάτο εφιάλτες.


Το επόμενο απόγευμα οι δυο γυναίκες πήγαν στο ραντεβού τους με τον ψυχίατρο. Εκείνος εξέτασε την Μαριάννα και της είπε πως τα νεύρα της ήταν σε άσχημη κατάσταση. Της έγραψε κάποια αγχολυτικά χάπια και της έδωσε ένα σιρόπι σε περίπτωση που θα είχε αϋπνίες. Της συνέστησε, βέβαια, να μη σταματήσει να βλέπει τον ψυχολόγο της και να μην αγχώνεται με την δουλειά. Η Μαριάννα τον άκουσε με προσοχή. Όταν έφυγαν από το γραφείο του γύρισαν στο σπίτι της Μαριάννας και η Χριστίνα έφτιαξε καφέ. Κάθισαν στο σαλόνι.

-Δεν μου βρήκε κάτι το ανησυχητικό. Μάλλον πρέπει να χαλαρώσω και να απολαύσω τη ζωή. Τι λες και εσύ;- 

-Πως στο λέω οχτώ χρόνια τώρα. Ποτέ σου δεν με άκουσες. Έλα, ο καφές σου θα παγώσει.-

-Και αν δεν είναι αυτό; Αν ο γιατρός κάνει λάθος;-

-Σταμάτα πια. Προσπάθησε να σκεφτείς πιο θετικά.-

-Χριστίνα ακούω φωνές στο κεφάλι μου. Βλέπω εικόνες που δεν ξέρω αν είναι αληθινές η ψεύτικες.-

-Το έχεις πει στον Αντώνη;-

-Όχι. Δεν έχω πολύ καιρό που έχω αυτά τα συμπτώματα. Θα του το πω αύριο.-

-Ωραία. Μη φοβάσαι δεν είναι τίποτα. Μπορεί να κοιμόσουν και όλα αυτά να ήταν όνειρα που έβλεπες.-

-Μα ήμουν ξύπνια.- 

-Δεν το ξέρεις αυτό. Λοιπόν τι να φτιάξω για αύριο;-

-Ε! Συγγνώμη τι είπες; Δεν πρόσεχα.-

-Λέω , τι φαγητό να κάνω για αύριο;-

-Αύριο θα πάμε στο σούπερ μάρκετ γιατί δεν έχω τίποτα στο ψυγείο. Για πόσο ακόμα θα με φροντίζεις; Όποτε έρχεσαι εδώ ξεπατώνεσαι στις δουλειές. Μαγειρεύεις, καθαρίζεις, αερίζεις, σκουπίζεις και εγώ δεν ξέρω τι άλλο.- την πείραξε γελώντας.

-Η τελευταία φορά ήταν αγάπη μου. Από εδώ και πέρα είσαι ολομόναχη. Είσαι καλά , με τον Γιάννη τα βρήκες, από αύριο θα πας στη δουλειά και εγώ επιτέλους θα την κάνω για το σπιτάκι μου, τον Σταύρο και την Μισέλ. –

-Σε ευχαριστώ που έμεινες στο πλευρό μου. Είναι πολύ σημαντικό για μένα το ότι ήσουν εδώ.-

-Δεν κάνει τίποτα. Κοίτα να ξεπεράσεις τις δυσκολίες. Μην σε παίρνουν από κάτω.- απάντησε η Χριστίνα και της χαμογέλασε.


 -Και πότε έρχεται το  μωρό μου;-

-Μαρία μου, αύριο το μεσημέρι θα είναι Πάτρα. Βγαίνουμε το βράδυ για ένα ποτό;-

-Πολύ καλή ιδέα. Κατά τις δέκα και μισή είναι καλά;-

-Είναι τέλεια. Δε το λες και στα άλλα κορίτσια; Και στην Μίρκα με τον Ανέστη. –

-Εντάξει κούκλε. Θα κάνω τα μαγικά μου. Σχεδόν δυο βδομάδες έχω να σας δω και μου φάνηκε αιώνας.-

-Εμένα να δεις πόσο μου έλειψαν οι κακίες σου για την Μαριάννα. Είσαι ανεπανάληπτη το ξέρεις;- 

-Είμαι εκνευρισμένη το ξέρεις; Ναι αυτό είμαι. Τι είχε πάλι η μις ξινίλα;-

-Νευρικό κλονισμό. Της έδωσε αγχολυτικά χάπια ο γιατρός.-

-Αν αυτή έπαθε νευρικό κλονισμό εμένα αυτή τη στιγμή που μιλάμε μου έχουν φορέσει τον ζουρλομανδύα. Και μη χειρότερα. Νευρικό κλονισμό. Μη χέσω;- είπε εκείνη και γέλασαν.


Η Μαρία χωρίς να το φαντάζεται είχε προβλέψει τα γεγονότα που θα  διαδραματίζονταν στα επόμενα χρόνια. Ποτέ της δεν είχε δεχτεί την Μαριάννα στην παρέα σαν φίλη. Πάντα την έβλεπε σαν απειλή για την ηρεμία της Χριστίνας. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί εκείνη δεν την έδιωχνε από κοντά της.  Τι είχε η Μαριάννα Αλεξάκη που δεν την αποχωριζόταν η Χριστίνα; Ποτέ της δε το κατάλαβε. Όλο προβλήματα έφερνε, όποτε ερχόταν στην Πάτρα. Δεν μπορούσε να αποφασίσει για τα πιο απλά καθημερινά πράγματα. Δεν ήθελε αυτό , δεν γούσταρε εκείνο. Ο Γιάννης της βρώμαγε, όποτε τον βαριόταν και συνέχεια μα συνέχεια φλέρταρε οτιδήποτε αρσενικό. Αν η Μαρία δεν καθόταν σαν τον αστυνόμο από πάνω της εκείνη θα την έπεφτε σε όλους τους άντρες της παρέας. Όχι επειδή τους γούσταρε , αλλά για να αποδείξει στον εαυτό της πως μπορεί μιας  και  είναι η θεογκόμενα, η μορφωμένη η ψιλή, η Ξανθιά και

πλούσια. Βρε δε πάει να πνιγεί η ξινή χαζογκόμενα; Δεν πάει να  πνιγεί έλεγε συχνά μόνη της η Μαρία. Ο Νίκος βέβαια δεν συμφωνούσε. Αλλά άντρας δεν ήταν και αυτός; Μόλις βλέπουν  οι  άντρες ωραία γυναίκα με το μισό βυζί έξω αυτό είναι. Αμέσως μικραίνουν ώσπου γίνονταν μικρόβια. Και μετά κάτι γυναικάκια σαν την Μαριάννα τους λιώνουν με την ψηλοτάκουνη γόβα τους.                      
 

Αυτό είναι ένα βιβλίο που μιλά για την φιλία. Για το πώς ορισμένοι άνθρωποι έρχονται κοντά και προσπαθούν μαζί να κάνουν την ζωή τους μοναδική. Για αυτό και το βιβλίο  αυτό αφιερώνεται ειδικά  στις τέσσερις  ξεχωριστές φίλες που είναι κοντά μου πολλά χρόνια και με στηρίζουν, όπως και εγώ. Παλέψαμε πολύ για να εδραιώσουμε αυτή τη φιλία. Χωρίς την αγάπη σας δεν θα μπορούσα να γράψω. Ετούτο το βιβλίο είναι το πρώτο που έγραψα και το αγαπώ όσο και εσείς. Για αυτό και σας ανήκει. Είναι δικό σας βιβλίο.  

Στις: Αγγελική, Έφη, Έλλη, Νατάσα.

Στην Χρύσα που αν δεν ήταν εκεί να με καθοδηγήσει δεν θα είχα ξεκινήσει το ταξίδι.
Σε ευχαριστώ για ότι μου έμαθες. Στον αδερφό μου Γιώργο και στην γυναίκα του Άντζελα που είναι στο πλευρό μου.
Στους γονείς μου και στον Θεό που με  προστατεύει.    
Στους φίλους και φίλες που είναι δίπλα μου: Λάμπρο και Ευγενία Μάθεση, Κώστα Μιχαλάκη, Αντρέα Αυγέρη, Πάνο Παπασωτηρίου, Ρούλα Σοφρά, Παναγιώτη Βελτανισιάν,  Μαρία και  Νίκο Τσίτσο. Φωτεινή και Νίκο Λαυράνο, Σύλβια και Κώστα Γάσπαρη, Στέλλα και Σωτήρη Καρνέση, Στεργιάννα Γιαφεντή και σε όλους όσους ξέχασα. Τα ξαδέρφια μου: Γεωργία και Κωνσταντίνα Φήμη, Τάσο και Λούντα Καραντή, Αποστόλη Αθανασίου, Άντα.   
Στην Αθηνά Γραμματικού που οι συμβουλές της ήταν πολύτιμες, και στον αγαπημένο μου φίλο Δημήτρη Χαρίτο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι από το ομώνυμο ποίημα της Άντζελας Σκοπελίτη Κοφινά.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Το λαϊκό τραγούδι κάθεται απ’ έξω κρυώνει και πονάει και λεφτά δεν έχει να πληρώσει να μπει μέσα.
Θωμάς Γκόρπας

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

18/10/1920 Γεννήθηκε στην Αθήνα η ηθοποιός και επί σειρά ετών υπουργός Πολιτισμού Μελίνα (Μαρία Αμαλία) Μερκούρη
18/10/1931 Πέθανε ο αμερικανός εφευρέτης του φωνογράφου Τόμας Έντισον
18/10/1979 Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης τιμάται από τη Σουηδική Ακαδημία με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας
19/10/1969 Ο Μίκης Θεοδωράκης μεταφέρεται από τη χούντα στο στρατόπεδο Ωρωπού
19/10/1993 Έφυγε από τη ζωή χτυπημένος από την επάρατη νόσο ο τραγουδιστής Διονύσης Θεοδόσης

ΤΥΧΑΙΑ TAGS