132 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
22.10.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Τάσος Π. Καραντής

Τα τσιγάρα της ζωής μου - Μέρος Α'

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Τάσος Π. Καραντής

Ξεκίνησα το κάπνισμα 12 χρονών (1980), και το πήγα σερί μέχρι τα 30 (1998). Από τότε (1998) ως το 2005 περίπου, ήμουν τρακαδόρος, και πολύ αραιά, ανάλογα τη φάση, ένα τη μέρα, ένα τη βδομάδα, ένα το μήνα. Απ’ το 2005 ίσα με σήμερα (2012), στα 44 μου -  εντελώς άκαπνος, μαχαίρι! Δηλαδή, 18 χρόνια καπνιστής και 14 μη καπνιστής, σχεδόν μισά – μισά. Και στο ενδιάμεσο, είπαμε, τράκα, για την πλάκα.
Έτσι στο ξεκάρφωτο, μου ήρθε να γράψω για «τα τσιγάρα της ζωής»(όλη μου την ιστορία του καπνίσματος). Θα μπορούσε να πει κάποιος, και τι μας νοιάζει εμάς; Το έχω ξαναγράψει, δεν πιστεύω στις προσωπικές ιστορίες, για να το πω πιο σωστά, το δικό μου αυτό ιστορικό του καπνίσματος, εκφράζει τη δική μου – εφηβική – γενιά των ’80s, όπου, πάνω – κάτω, οι περισσότεροι τα ίδια κάναμε, και κατά κάποιο τρόπο, νομίζω, την χαρτογραφεί, ως προς το θέμα του καπνίσματος(πότε, πως, που, ποια η αιτία, γιατί – πολλά ερωτήματα θα απαντηθούν …).
Θα μου έλεγε, ίσως, άλλος, και γιατί δεν μας γράφεις για «τις γυναίκες της ζωής σου» (όπου έχω παραλλάξει τη γνωστή έκφραση, για τον τίτλο για τα τσιγάρα); Είναι άλλη ιστορία( μου) αυτή, και, βέβαια, οι γυναίκες δεν είναι τσιγάρα! Δεν ένιωσα, ποτέ μου, κανέναν άνθρωπο ιδιοκτησία μου!
Αλλά, ας έρθουμε στο θέμα μας, στα «τσιγάρα της ζωής μου»(ή του θανάτου μου, θα δείξει στο τέλος του βίου μου …), αρχίζοντας λίγο από την «προϊστορία».


Από τα τσιγάρα – τσίχλες και τις γόπες (αποτσίγαρα), στα «ΚΑΡΕΛΙΑ»

Το τσιγάρο υπήρχε στο σπίτι μέσα, από τον παππού μου. Κάπνιζε μια ζωή. Εγώ τον πρόλαβα - απ’ όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, ως τα 23 μου χρόνια, όπου πέθανε, στα 76 του – να καπνίζει «ΚΑΡΕΛΙΑ» κασετίνα, περίπου 3 πακέτα την ημέρα, μαζί με πέντε ελληνικούς(τούρκικους, τους λέγαμε τότε) καφέδες.
Υπήρχε ολόκληρη ιεροτελεστία : άνοιγε το πακέτο κι έβαζε ένα φυλλαράκι δυόσμο, ανάμεσα στις δυο δεκάδες των τσιγάρων της κασετίνας, για να τα αρωματίζει και να τα διατηρεί φρέσκα, όπως μου έλεγε.
Τριών χρονών, έβγαλα και την πρώτη μου φωτογραφία, με τσιγάρο στο στόμα, για την στείλουν στον ναυτικό πατέρα μου, να δει, ότι ο γιος του μεγάλωσε κι έγινε αντράκι, με τσιγάρο στο στόμα!
Ο παιδικός μιμητισμός είναι γνωστός, το ίδιο κι η παιδική περιέργεια. Έτσι, από μικρός, άρχισα να αγοράζω «τσίχλες σε σχήμα τσιγάρου», δηλαδή, μακρόστενες, τυλιγμένες σε χαρτί σαν τσιγαρόχαρτο, με το καφέ φίλτρο και μέσα σε πακέτο, σαν των τσιγάρων. Μια διαφημιστική απομίμηση δηλαδή, όπου εδώ και χρόνια πια είναι απαγορευμένη(όπως κι οι διαφημίσεις των τσιγάρων, που τότε – δεκαετία των ‘70ς – κατέκλυζαν, τα περιοδικά, εφημερίδες, τηλεόραση κλπ). Τις αγόραζα λοιπόν, και πριν τις μασήσω, έκανα μιμητικά όλες τις κινήσεις που έκανε ο παππούς μου : πως έβγαζε το τσιγάρο από την κασετίνα, πως το χτύπαγε πάνω της, για να κατέβει ο καπνός και να γίνει πιο βαρύ και «γεμάτο», πως το κρατούσε στα δάχτυλα(υπήρχαν διάφορα κρατήματα), πως το είχε στο στόμα, πως ρουφούσε και ξεφυσούσε του καπνό, τα πάντα!
Να κάνω μια παρένθεση, και να πω, ότι τότε, κάπνιζαν, κανονικά, μέσα στα σπίτια, ακόμα κι αν υπήρχαν μικρά παιδιά, στους κλειστούς δημόσιους χώρους κι υπηρεσίες, μέσα στον κινηματογράφο, όπου έβλεπες ένα ντουμάνι μπροστά από την οθόνη, και τις γόπες να εκτοξεύονται στον αέρα σαν πυγολαμπίδες!
Πρόλαβα ακόμα, να καπνίζουνε στα μέσα μεταφοράς(στα λεωφορεία) στο νησί, κι ακόμα στους διαδρόμους και στις αίθουσες αναμονής των νοσοκομείων. Το 1976 – 8 χρονών – όπου έκανα εγχείρηση σκωληκοειδίτη, έπαιρνα χαμπάρι ότι ερχόταν ο ιδιοκτήτης της κλινικής(γιατρός χειρουργός), για να επισκεφτεί τους ασθενείς, από την μυρωδιά, ενός τεράστιου πούρου, που είχε στο στόμα του, όπου με αυτό έμπαινε στους θαλάμους, και σκύβοντας, πάνω απ’ το κρεβάτι να σε δει και να σου μιλήσει, έπεφτε και στάχτη στα σεντόνια σου!
Η πρώτη επαφή και δοκιμή με τον «πειρασμό», έγινε, στα 10 μου, όπου, το καλοκαιράκι, που ήμασταν στο εξοχικό, είδα μια αρκετά μεγάλη, αναμμένη ακόμα, γόπα, από τσιγάρο του παππού μου και την άρπαξα και ρούφηξα τις 3-4 εναπομείνασες τζούρες! Όλο περηφάνια, πήγα να το πω στη γιαγιά μου! Το θυμάμαι σαν τώρα, ήταν βραδάκι, κι ήταν στην κουζίνα κι έπλενε τα πιάτα. Γιαγιά, της λέω, κάπνισα τσιγάρο! Στην αρχή δεν με πίστεψε, αλλά βλέποντας να επιμένω, μου είπε να ανοίξω το στόμα μου, κι αφού με μύρισε και το πιστοποίησε, έφαγα ένα γερό χαστούκι! Εγώ, συνέχισα, ακάθεκτος, κλέβοντας, τσιγάρα, «ΚΑΡΕΛΙΑ», από το πακέτο του παππού μου, και καπνίζοντάς τα κρυφά, βραδάκι, στο κτήμα, κρυμμένος πίσω από μεγάλα σκίνα. Κάπως έτσι άρχισα την επαφή μου με το τσιγάρο και το κάπνισμα, κατευθείαν στα βαθιά, με τα, βαριά, «ΚΑΡΕΛΙΑ ΚΑΣΕΤΙΝΑ».
Με τους φίλους μου μαζεύαμε γόπες(αποτσίγαρα), από τις αλάνες και τους χωματόδρομους, και κρυβόμασταν σε κάτι οικοδομές, και φουμάραμε τις 3-4 εναπομείνασες τζούρες … Τώρα που το θυμάμαι, δεν υπολογίζαμε τίποτα, από ποια στόματα ήταν αυτές οι γόπες, πόσο καιρό πεταμένες, τι σκόνη και μικρόβια είχαν, ακόμα κι αν τις είχαν κατουρήσει σκυλιά, εμείς τις βάζαμε στο στόμα, τις ανάβαμε και τις φουμέρναμε…!

 

Το πρώτο ομαδικό πακέτο κι οι πρώτες μάρκες
Τα καλοκαίρια πηγαίναμε στο εξοχικό, έξω από την πόλη της Σαλαμίνας. Εκεί η παρέα μου, ήταν τα παιδιά της γειτονιάς, οι οποίοι, δεν ήταν Σαλαμίνιοι, αλλά, από την Δραπετσώνα, το Κερατσίνι, την Κοκκινιά, τα Μανιάτικα του Πειραιά κλπ. Λίγο μαγκάκια κι αλητάκια, δηλαδή, από μικρά. Το καλοκαίρι του 1980, στα 12 μας, πρωτοπήγαμε καφετέρια. Υπήρχε μια κοντά στην περιοχή, θυμάμαι και τ’ όνομά της «ΑΣΤΟΡΙΑ», τη λέγανε, όπου σύχναζαν οι νέοι της ευρύτερης περιοχής(μεγαλύτερες ηλικίες), αλλά και Σαλαμίνιοι μηχανόβιοι(ήταν τότε της μόδας οι μηχανές των πολύ μεγάλων κυβικών,  kawasaki 1300 κ.ά.), γιατί, κάτι πρέπει να έπαιζε και με γυναίκες στο μαγαζί, απ’ όσο έπαιρνα πρέφα ως πιτσιρικάς.
Να κάνω μια παρένθεση, και να πω, ότι τότε, δεν απαγορευόταν η είσοδος στους κάτω των 17, και στα περίπτερα η πώληση τσιγάρων σε μικρά παιδιά. Από πολύ μικρό, 7-8 χρονών, μ’ έστελνε ο παππούς μου να του αγοράσω τσιγάρα. 
Εκεί, λοιπόν, πρωτοπήραμε, ρεφενέ, το πρώτο μας, ομαδικό πακέτο, ήμασταν 3-4 άτομα, το οποίο ήταν το «REX». Κάποιος, που το κάπνιζε ο πατέρας του, και το ήξερε, μας το πρότεινε και το αγοράσαμε από το μπακάλικο. Για πρώτη φορά δοκίμασα και τον περιβόητο φραπέ, όπου τον παράγγειλα γλυκό, αλλά χωρίς γάλα, και μου τον έφεραν στο γνωστό όρθιο γυάλινο ποτήρι, το οποίο όμως ήταν τοποθετημένο, μέσα σε μια μεταλλική βάση, μέχρι λίγο πιο κάτω απ’ τη μέση του ποτηριού, μ’ ένα μικρό χερούλι. Θυμάμαι, πως, μου άρεσε τόσο πολύ η γεύση του, που παράγγειλα και δεύτερο! Και δεν με πείραξαν! Ε, με δυο καφέδες, και 3-4 άτομα, να καπνίζουμε κυκλικά, έφυγε όλο το πακέτο τα «REX», όση ώρα κάτσαμε στην καφετέρια.
Με τα «REX» τη βγάλαμε όλο το καλοκαίρι, αν κι έπαιξαν δοκιμαστικά, τα «ΚΑΡΕΛΙΑ»(κασετίνα), που γνώριζα εγώ, από τον παππού μου, τα «ΑΣΣΟΣ» και τα «ΑΣΣΟΣ EXPORT». Του τελευταίου θυμάμαι και την διαφήμισή του στην τηλεόραση, με την ατάκα : «ΑΣΣΟΣ EXPORT – Γιατί το πρωί καταλαβαίνεις τη διαφορά»!
Το χειμώνα του ’80-’81, μπαίνοντας στα 13, πήγα Α΄ Γυμνασίου, αλλά δεν κάπνισα, γιατί, τότε, κάπνιζαν, κρυφά, στις τουαλέτες, από την Γ’ Γυμνασίου και πάνω, αφού ήταν, ένα, από τα  δείγματα αντρισμού της εποχής : τσιγάρο – τζιν(παντελόνι και μπουφάν) – ζούλα στα τσοντάδικα(τους κινηματογράφους που έπαιζαν πορνό) – μπουρδελότσαρκα στα μπουρδέλα του Μεταξουργείου και της Φυλής(απαραίτητη κάθε Σάββατο), ενώ οι κοπάνες από το σχολείο, αν δεν ήταν, τοπικές, στο νησί, ο βασικός προορισμός ήταν το Πασσαλιμάνι. 

 

 

 

Το θρυλικό Marlboro
To καλοκαίρι του 1982, 14χρονοι πια, αφήσαμε τα ελληνικά, και πήραμε το, κυρίαρχο, για τους νέους, τσιγάρο της εποχής το «MARLBORO», στο κλασικό, κόκκινο, σκληρό πακέτο. Θυμάμαι και την τιμή του : 35 δραχμές! Όπως και του φραπέ : 50 δραχμές και 55 με γάλα!
Αυτό το καλοκαίρι έγινε κι η πρώτη επίσκεψη στο μπουρδέλο, στο Μεταξουργείο, αν θυμάμαι καλά, πήγαινε, ανάλογα, γύρω στις 150 έως 250 δραχμές η όλη φάση, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία …

 

 

 

 

Δοκιμές
Τη σεζόν ’82 – ’83, συνηθισμένος, από τα «MARLBORO», παίρνω, χαμπάρι, έτσι στο ξεκάρφωτο, τα «PETER STUYVESANT», τα οποία μου άρεσαν πολύ! Είχαν μεστή κι αρωματική γεύση. Τα έκρυβα στη σοφίτα, που είχαμε στην ταράτσα της μονοκατοικίας του σπιτιού μας, μέσα στην πόλη της Σαλαμίνας, και τα έπαιρνα, και, σαν κεραμιδόγατος, πέρναγα, τις παλιές κεραμιδένιες στέγες, από τα τριγύρω σπίτια, καταλήγοντας, σ’ ένα ερειπωμένο σπίτι, όπου είχα την κρυψώνα μου κι εκεί τα κάπνιζα. Δεν άφησα, απ’ έξω από τις δοκιμές μου, αυτής της περιόδου όμως, κι ελληνικές μάρκες, όπως τα «ΣΕΚΑΠ», τα «ΚΙΡΕΤΣΙΛΕΡ», τα – με γεύση μέντας - «MISTRAL», και «SALEM», καθώς  και τα «ΣΙΡΟΚΟ», για το περίεργο τριπλό φίλτρο τους, που ανάμεσα στα κοινά, γνωστά, φίλτρα, είχε ένα κενό, με κόκκους άνθρακα. 
Αυτήν την περίοδο, με τους συμμαθητές μου, από την Γ’ Γυμνασίου, αρχίσαμε να αγοράζουμε, ρεφενέ, πακέτο, όπου, 2-3-4, το καπνίζαμε στις κοπάνες. Ήταν το θρυλικό «22». Το πρότεινε κάποιος από την παρέα, γιατί το ήξερε από τον πατέρα του, που το κάπνιζε. Τώρα που το σκέφτομαι, οι πρώτες μας καπνιστικές εμπειρίες ήταν με ελληνικά τσιγάρα(«ΚΑΡΕΛΙΑ», «ΑΣΣΟΣ», «22», «ΚΕΡΑΝΙΣ» κ.ά.), γιατί αυτά κάπνιζαν οι παππούδες μας κι οι πατεράδες μας κι αυτά ξέραμε. Βέβαια, εμείς, οι νεότεροι γενιά, περάσαμε στα ξένα, όπου τα καπνά τους ήταν πιο αρωματικά από τα ελληνικά.
Για να επανέλθω στα «22», αρχικά, πηγαίναμε, σ’ ένα λόφο, με παλιούς μισογκρεμισμένους μύλους, κι εκεί βάζαμε κάτω το πακέτο, κι ανάμεσα από εφηβικές συζητήσεις, το καπνίζαμε όλο! Μάλιστα, μόλις τελειώναμε το τσιγάρο, μετά κάναμε «εγχείρηση» στο φίλτρο του, το οποίο ήταν τριπλό, δηλαδή, ανάμεσα σε δυο κομμάτια των γνωστών φίλτρων, είχε μαύρους κόκκους άνθρακα. Αν περίσσευσε, αναλάμβανε κάποιος να το κρύψει. Όταν ήταν η σειρά μου, πήγαινα στην ταράτσα του σπιτιού μας και το έκρυβα, στην διπλανή, ενός κεραμιδόσπιτου, κάτω από ένα κεραμίδι!
Tο καλοκαίρι του 1983, άρχισα να δουλεύω στα βυτιοφόρα φορτηγά(νερουλάδικα), για να έχω μηνιάτικο και να μπορώ να είμαι – πέρα από το χαρτζιλίκι του πατέρα μου - οικονομικά ανεξάρτητος, και να αγοράζω, από τσιγάρα, δίσκους και βιβλία, μέχρι στερεοφωνικό, και να πηγαίνω, από σινεμά και μπουρδέλο, μέχρι σε συναυλίες. Έπαιρνα, καλά λεφτά, το μήνα, για την εποχή(1983) – 40.000 δρχ., αλλά δούλευα από το πρωί ως το βράδυ. Δουλειά ζόρικη, τράβαγα λάστιχο κι έτρωγα μεσημεριανό, σε μπολ, πάνω στο βυτίο.
Αυτός που είχε το βυτίο, ήταν παλιός φίλος του πατέρα μου από τα καράβια, μπακούρι κι λίγο αλητόβιος, αλλά μάγκας με καλή καρδιά.
Ε, στα 15 μου, έγινε το πρότυπο μου, κι άρχισα να καπνίζω, με πακέτο πλέον, την μάρκα που κάπνιζε αυτός, «ΔΕΛΦΟΙ ΦΙΛΤΡΑ». Παναγία μου! Μπαρούτι σκέτο ήταν, κι ανάμεσα στον καπνό είχαν και ψιλά ξυλαράκια(!), αλλά λίγο που μου άρεσε το λιτό πακέτο τους – κασετίνα(είχα από τότε τα εικαστικά γούστα μου!), λίγο το πείσμα μου, εκεί, τα κάπνιζα, κι ας χτύπαγαν το λαιμό και, τις πρώτες φορές, τα αισθανόμουνα σαν εσωτερική μπουνιά στο στήθος, όταν κατέβαζα τον καπνό. Τα συνήθισα, κι έτσι πήγε το καλοκαίρι του ’83. Αυτός ο φορτηγατζής, μου γύρισε και τα μυαλά, αφού δεν ήθελα να πάω στο Λύκειο, αλλά να γίνω νερουλάς, να δούλευα μαζί του, κι, αργότερα, να αγόραζα το δικό μου βυτιοφόρο φορτηγό. Η δουλειά αυτή είχε πολύ ζόρι, αλλά και πολλά λεφτά τότε. Μα να, η Σαλαμίνα, τα επόμενα χρόνια, σχεδόν υδροδοτήθηκε ολόκληρη, και, σιγά – σιγά, έσβησε αυτό το επάγγελμα. Αυτός, λοιπόν, μου είπε, βγάλε το Λύκειο κι αχρείαστο να ’ναι! Αλλά, βγάλτο! Και τον άκουσα, κι ακολούθησα τον δρόμο που με έφερε εδώ που είμαι σήμερα(πανεπιστήμιο, δημοσιογραφία κλπ.) …
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

 

  
  
  
  
Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Το παραμύθι της τέχνης λέει πάντα την αλήθεια
Διονύσης Σαββόπουλος

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

22/10/1937 Γεννήθηκε ο συνθέτης Μάνος Λοίζος
23/10/1925 Γεννήθηκε στην Ξάνθη ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις

ΤΥΧΑΙΑ TAGS