72 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
22.06.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Ο χρόνος της φθοράς | Μέρος 14ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά


Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Χριστίνα. Μια γυναίκα λίγο μετά τα τριάντα που θεωρεί την έννοια της φιλίας το μεγαλύτερο αγαθό. Έχει καταφέρει να έχει κοντά της τρεις αγαπημένες φίλες και έναν αδερφικό φίλο που είναι πάντα στο πλευρό της.
Τη Μαρία , την Βίκυ , την Ελένη και τον Ανέστη. Όταν όμως γνωρίζεται με την Μαριάννα Αλεξάκη η ισορροπία στη ζωή της χάνεται. Εκείνη είναι ένα παιδί 23 χρόνων που δουλεύει στον εκδοτικό οίκο του πατέρα της. Έχει θέσει πολύ ψηλούς στόχους για να γίνει συγγραφέας  και θέλει να κάνει μεγάλη καριέρα σε αυτό. Η Μαριάννα σε αντίθεση με την Χριστίνα δεν εμπιστεύεται κανέναν , δεν κάνει φιλίες , φοβάται την μοναξιά  και προσπαθεί να κάνει τους γονείς της να την προσέξουν.
Οι δυο γυναίκες δένονται με μια φιλία και μια δυνατή αγάπη από την αρχή της γνωριμίας τους. Όμως η Μαριάννα απασχολημένη με το κτίσιμο της καριέρας της, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα υψηλά στάνταρ της Χριστίνας για τη φιλία.
Δυο διαφορετικές γυναίκες και δυο ξεχωριστές πορείες. Ένας κύκλος φιλίας  που ξεκινά με τη γνωριμία των δύο γυναικών , συνεχίζεται με τα ψυχικά προβλήματα της Μαριάννας , για να καταλήξει στο φευγιό της Χριστίνας και την τελική τους επανασύνδεση.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟΤΕΤΑΡΤΟ
 
Βγαίνοντας από το μπάνιο και χωμένη στο μπουρνούζι της, η Μαριάννα σκεφτόταν πως, ίσως ο χαρακτήρας του πατέρα της να είχε διαμορφωθεί διαφορετικός αν δεν είχε παντρευτεί τη μητέρα της. Αν ήταν ευτυχισμένος, θα μπορούσε να προσέξει την κόρη του. Αλλά όχι. Την έβλεπε σαν το μοναδικό του λάθος που του στέρησε σε τελική ανάλυση την ευτυχία του. Κάτι τέτοιες στιγμές η Μαριάννα είχε ευχηθεί να είχε μεγαλώσει σε διαφορετικό περιβάλλον. Σαν και αυτό της φίλης της. Είχε γνωρίσει τους γονείς της Χριστίνας από τον πρώτο μήνα της γνωριμίας τους. Ήταν τόσο απλοί. Την καλοδέχτηκαν στο σπίτι τους λες και ήταν δική τους κόρη. Φτωχοί άνθρωποι, που με το μεροκάματο μεγάλωσαν δυο κόρες και τους χάρισαν απλόχερα την αγάπη τους. Ναι η Μαριάννα είχε νιώσει από την αρχή εκείνη την ζεστασιά και την απεριόριστη αγάπη που κινούσε τις πράξεις και τα λόγια τους. Πόσο ζήλευε την Χριστίνα που είχε τα πάντα και εκείνη ζούσε με λίγα ψίχουλα πεσμένη κάτω από το πανάκριβο γραφείο του πατέρα της. Η  Χριστίνα που ζούσε με λίγα χρήματα. Που δεν είχε την άνεση να βγει έξω από την Ελλάδα και να πάει ταξίδια στο εξωτερικό. Που είχε τους καλύτερους φίλους δίπλα της. Την Χριστίνα που είχε τον Σταύρο να της κρατά το χέρι και να την αγαπά κάθε μέρα και πιο πολύ. Την Χριστίνα που είχε την Μαρία να την προσέχει και να την προστατεύει κάθε φορά που η Μαριάννα της φερόταν άσχημα. Και η Μαριάννα τι είχε; Χρήματα πολλά. Καριέρα και αναγνώριση από το συγγραφικό της έργο. Την Μαριάννα που είχε πολλούς άντρες να την κοιτάνε στα μάτια και να την θέλουν δική τους, αλλά κανέναν που να την αγαπάει πραγματικά. Και εκείνη μπαινόβγαινε στις σχέσεις με την ελπίδα ένας, έστω και ένας να την δει έτσι όπως πραγματικά ήταν. Πόσο την ζήλευε την Χριστίνα. Την ζήλευε και την αγαπούσε. Έτρεμε στην ιδέα να την χάσει , αλλά με την συμπεριφορά της απομακρυνόταν συνέχεια από την φιλία τους. Ήθελε να μπορούσε να γεννηθεί από την αρχή σε μια φυσιολογική οικογένεια. Να πάει σε δημόσια σχολεία και να έχει φίλους που να έδιναν την ζωή τους για εκείνη. Να έβρισκε τον άντρα εκείνο που θα την έκανε γυναίκα του και μαζί θα έκαναν τα παιδιά τους και στο τέλος θα πέθαινε γριά και ευτυχισμένη στην αιωνιότητα. Όμως η Μαριάννα Αλεξάκη δεν είχε αυτή την πολυτέλεια. Δεν μπορούσε να ελπίζει σε ένα ευτυχισμένο μέλλον. Αυτό της το είχαν απαγορεύσει από την στιγμή που είχε έρθει στον κόσμο. Σκουπίζοντας τα μαλλιά της είπε στον εαυτό της πως θα ήταν καλλίτερα για όλους να μην είχε γεννηθεί.


-Πρέπει να μιλήσουμε.-
-Έγινε κάτι;-
-Θα στα πω από κοντά. Θα έρθω την άλλη εβδομάδα στην Πάτρα. Θα μείνω δυο μέρες. Ελπίζω να μην δημιουργήσω πρόβλημα.-
-Μα τι πρόβλημα; Θα χαρούμε πολύ με τον Σταύρο να σε έχουμε κοντά μας. Ο Γιάννης είναι καλά;-
-Ναι μια χαρά.-
-Και εσύ;-
-Χριστίνα, ηρέμησε. Θέλω απλά να σε δω και να μιλήσουμε. Μου έλειψες πολύ. Έχω δυο μήνες να σε δω. Ακόμα και για μένα την ξινή είναι πολύς χρόνος. Φίλησε μου τον Σταύρο και την γάτα. Θα τα πούμε.- είπε η Μαριάννα και βιάστηκε να κλείσει το τηλέφωνο.
Η Χριστίνα καθόταν πάνω σε αναμμένα κάρβουνα. Κάτι σοβαρό είχε προκύψει, αλλά η Μαριάννα δεν θα το έλεγε ως την στιγμή που θα πήγαινε στην Πάτρα. Έπρεπε να μιλήσει με κάποιον. Και αυτή ήταν η Μαρία. Αλλά ήταν διακοπές στην Πίνδο. Θα την έπαιρνε στο τηλέφωνο. Μπορεί και να είχαν γυρίσει.
-Μωράκι μου εγώ είμαι.-
-Χριστίνα; Και εσένα σκεφτόμουν αυτή την στιγμή. Είσαι καλά;-
-Ας τα λέμε. Εσένα που σε βρίσκω; Ακόμα στα βουνά είσαι;-
-Όχι, μόλις πριν μια ώρα μπήκαμε στο σπίτι. Είμαι Πάτρα.-
-Τέλεια. Μπορείς να έρθεις από εδώ; Θέλω να σε δω. –
-Φυσικά. Θα αφήσω τον Νίκο να τακτοποιήσει λίγο το σπίτι και τις βαλίτσες. Μου μυρίζει πρόβλημα Μαριάννας Αλεξάκη. Κάνω λάθος;-
-Όχι δεν κάνεις. –
-Είδες η πουτάνα πως τα καταλαβαίνω; έχω γίνει ειδική για την περίπτωση σας. Έρχομαι. Φτιάξε καφέ.-
-Σε περιμένω καλή μου. Σε ευχαριστώ.- της είπε η Χριστίνα και έβαλε νερό στην καφετιέρα.

-Στο λέω Μαρία, πως κάτι σοβαρό έχει εμφανιστεί.-
-Κουταμάρες. Τίποτα δεν συμβαίνει. Δεν την ξέρεις τώρα την  Μαριάννα; Θα ξέχασε να της πάρει τσιγάρα ο έρημος ο Γιάννης και εκείνη έπεσε σε μαύρα σκοτάδια. Πάντα έτσι ήταν. Δραματοποιούσε το πιο απλό πράγμα και εσύ έσκαγες. Το κάνει συνέχεια για να της δίνουν σημασία. Ευτυχώς που ο Μακρίτης δεν είναι σαν τα άλλα τα αντράκια που την κοιτούσαν και έλιωναν. Αυτός είναι πιο άντρας. Έχει μια άλλη συμπεριφορά απέναντι της. Η Μαριάννα δεν έχει και άλλες φίλες πέρα από εσένα , γιατί και αυτό σε εκκρεμότητα το άφησε, όπως και τόσα άλλα.-
-Τι εννοείς τώρα;-
-Θα σου πω αμέσως. Εσύ φαίνεται πως ξεχνάς. Πόσες φορές σου είχε πει  να πάτε μαζί διακοπές; Άλλες πόσες σου είχε υποσχεθεί να μιλήσετε για κάποια θέματα και απλά το ξέχασε γιατί είχε δουλειά; θυμάσαι καθόλου εκείνη τη φορά που σου είχε πει να σου μαγειρέψει στο σπίτι της; Είχες πάει Αθήνα με τον Σταύρο για δικές του δουλειές και σας είχε πει να πάτε το μεσημέρι να φάτε σπίτι της. Εσείς φτάσατε εκεί, χτυπήσατε το κουδούνι και εκείνη ήταν ακόμα στο γραφείο της. Το είχε διαγράψει εντελώς από το μυαλό της. Η δουλειά ήταν σαφώς πιο πάνω από  εσένα. Θέλεις να θυμηθώ και άλλα; Γιατί υπάρχουν πολλά που έχει κάνει ,αλλά εσύ είσαι τυφλή η την τυφλή παριστάνεις-.
-Ναι έχεις δίκιο σε όλα. Τώρα όμως το θέμα διαφέρει. Εντάξει , στην φιλία μας μόνο εκκρεμότητες έχει αφήσει. Δεν με πειράζει όμως το συνήθισα.-
-Το ελπίζω για το δικό σου το καλό. Τέλος πάντων τι σου είπε και συγχύστηκες;-
-Τίποτα ξεκάθαρο. Ήταν σοβαρή και με κοφτό τόνο μου είπε πως θέλει να μιλήσουμε. Θα έρθει την επόμενη Παρασκευή χωρίς τον Γιάννη.-
-Ίσως να σου προτείνει τώρα να πάτε μαζί διακοπές. Κάλλιο αργά παρά ποτέ , λέει μια παροιμία.- είπε η Μαρία και γέλασε δυνατά.
-Είσαι απίστευτη φιλενάδα. Αυτό ήταν πολύ καλό.- απάντησε η Χριστίνα γελώντας.
-Θα δεις που η τρελή δεν θα έχει τίποτα. Λοιπόν φεύγω. Ολόκληρο φλιτζάνι καφέ ήπια, αλλά τα μάτια μου κλείνουν από την κούραση. Θα πάω για ύπνο μόλις πάω σπίτι.-
-Και καλά θα κάνεις. Να δώσεις πολλά φιλιά στον Νίκο.-
-Δεν θα του δώσω μόνο αυτά. Έχω άγριες διαθέσεις.- της είπε γελώντας εκείνη.
-Είμαι σίγουρη. Και πολύ καλά κάνεις. Για τι ζούμε, αν όχι για ένα καλό κρεβάτι και άφθονο σεξ;- απάντησε γελώντας η Χριστίνα. Οι δυο γυναίκες αγκαλιαστήκαν και χώρισαν. Η Χριστίνα ξέχασε αμέσως την Μαριάννα, αλλά  εκείνη η Παρασκευή έφτασε πολύ γρήγορα και ξαφνικά η Χριστίνα αντίκρισε τη φίλη της μπροστά στην πόρτα του σπιτιού. Ακόμα έμενε στο σπίτι του Σταύρου που δεν έλεγε να την αφήσει να πάει στο δικό της.
-Καλώς  την. Πέρασε μέσα.- της είπε και η Μαριάννα έπεσε στην αγκαλιά της. Οι δυο γυναίκες φιλήθηκαν σταυρωτά και πέρασαν στο καθιστικό.
-Με την μηχανή ήρθες; Κάνει πολύ κρύο έξω ελπί…..-
-Χριστίνα φτιάξε μου έναν γαλλικό χωρίς ζάχαρη αν σου βρίσκεται.- την διέκοψε λέγοντας εκείνη και κάθισε σε μια πολυθρόνα. Η Χριστίνα ετοίμασε τον καφέ και λίγο αργότερα της τον πήγε μαζί με ένα δικό της. Κάθισε απέναντι της και την κοίταξε φευγαλέα. Η Μαριάννα είχε αδυνατίσει αρκετά από την τελευταία φορά που την είχε δει. Και αυτό ήταν πριν δυο μήνες.
-Τι κάθισες εκεί; Έλα κοντά μου.- της είπε νευρικά. Η Χριστίνα υπάκουσε πριν προλάβει να καθίσει η Μαριάννα της είπε.
-Μπορείς να μου ανάψεις ένα από τα τσιγάρα σου; -
-Δε μου λες, τι νευρικότητα είναι τώρα αυτή; Πως είσαι έτσι;- απάντησε σε αυστηρό τόνο η Χριστίνα. Η Μαριάννα αμέσως άλλαξε ύφος. Όταν μίλησε ξανά ήταν ήρεμη.
-Θα σου πω Χριστίνα. Συγγνώμη που ήρθα σαν τον σίφουνα και σου μίλησα απότομα. Αλλά ξέρεις δεν είμαι καλά. Και δεν τα πάω καλά με τον Γιάννη. Τον βαρέθηκα νομίζω. Δεν ξέρω τι να κάνω. Είμαι τόσο μπερδεμένη.- της είπε και της άρπαξε το τσιγάρο που κάπνιζε η Χριστίνα από τα δάχτυλα.
-Τώρα τι τρελή συνήθεια είναι αυτή που έχεις υιοθετήσει τελευταία; Μπορείς να πάρεις από τα τσιγάρα μου, αλλά όχι και αυτό που καπνίζω ήδη. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω πια. Μου λες πως βαρέθηκες τον Γιάννη και είσαι μπερδεμένη. Εσύ πριν ένα χρόνο ήθελες να τον παντρευτείς. Τι άλλαξε τώρα; -
-Πριν ένα χρόνο ήθελα να κάνω και παιδιά μαζί του. Τώρα είναι αλλιώς.-
-Ρε συ Μαριάννα, τι αηδίες είναι αυτές που λες;  Οι φυσιολογικοί άνθρωποι όταν είναι με τον σύντροφο τους ξέρουν πως τον θέλουν για όλη τους την ζωή. Αν τον είχες παντρευτεί πέρσι τώρα θα πήγαινες για διαζύγιο; Και αν είχες παιδί θα τρώγατε τα λεφτά σας στα δικαστήρια;  Είσαι με τα καλά σου Μαριάννα; Το ξέχασες πως δεν είσαι πια δέκα χρονών; Δηλαδή για πόσο ακόμα θα είσαι ανώριμη;-
-Τώρα μη με βάζεις να σκεφτώ αν θα τον είχα άντρα μου και αν είχα παιδί τι θα έκανα. Δεν μπορώ να τα σκεφτώ τώρα αυτά. Κάποια άλλη στιγμή ίσως.-
-Ποτέ σου δεν θα τα σκεφτείς. Γιατί είσαι φτιαγμένη από  χαλασμένο υλικό. Μια ζωή θα είσαι αναποφάσιστη και θα πληγώνεις όλους αυτούς που σε αγαπάνε. Δεν θα φτιάξεις ποτέ Μαριάννα. Το ξέρω πως μιλώ πολύ σκληρά, αλλά με ανάγκασες.-
-Ωραία. Ναι το ξέρω πως είμαι κακός άνθρωπος, αλλά μπορείς τώρα να μου πεις τι να κάνω μαζί του; Έχω καταλάβει πως με έχει βαρεθεί και αυτός. Δουλεύει πολύ και έρχεται χαράματα στο σπίτι. Όσο για σεξ τίποτα. Όλο δεν μπορώ μωρό μου και είμαι κουρασμένος αγάπη μου , ξέρει να λέει.-
-Το καλύτερό σου λοιπόν. Εσύ ποτέ δεν ήσουν αυτό που λέμε θερμή γυναίκα. Και μια φορά το μήνα να έκανες έρωτα ήσουν ευχαριστημένη.-
-Δεν ξέρεις τι λες. Αυτά τώρα είναι κακίες.-
-Όχι, Μαριάννα μου, είναι η αλήθεια. Εσύ βλέπεις το σεξ ως μέσον για να έρθεις συναισθηματικά κοντά με έναν άνθρωπο. Δεν το κάνεις γιατί το έχεις ανάγκη η γιατί είσαι ερωτευμένη. Απλά εκείνη την δεδομένη στιγμή για να καλύψεις το συναισθηματικό κενό θα πήγαινες και με την γάτα μου αν σου καθόταν.- απάντησε η Χριστίνα και την κοίταξε σοβαρή.
Η Μαριάννα δεν απάντησε. Άναψε τσιγάρο και πέταξε τον καπνό μακριά.
-Είναι αλήθεια; Δεν μου απάντησες.- την ρώτησε εκείνη.
-Δεν ήξερα πως με αναλύεις. Δεν είχα φανταστεί ποτέ πως η φίλη μου προσπαθεί να σκιαγραφήσει το ψυχογράφημα μου. Αν το ήξερα αυτό θα είχα εσένα ως ψυχολόγο να με παρακολουθείς. Θα γλίτωνα τόσα λεφτά.- της απάντησε η Μαριάννα με ειρωνικό τρόπο.
-Εμένα δεν μπορείς να με ειρωνευτείς η να μου το παίξεις αδιάφορη σκύλα. Μπορείς να κρατήσεις τα μυστικά σου, αλλά δεν μπορείς να τα κάνεις αόρατα. Είναι πάντα εκεί. Τον αγαπάς;-
-Ορίστε;-
-Τον αγαπάς; Μια απλή ερώτηση είναι.-
-Δεν ξέρω. Και ναι και όχι.-
-Η κλασική Μαριάννα Αλεξάκη. Δεν θα μπορέσει ποτέ να αποφασίσει για κάτι στην ζωή της. Πάντα θα βολοδέρνει  από δω και από εκεί και θα διώχνει αυτούς που την αγαπάνε γιατί πολύ απλά δεν πιστεύει πως αξίζει εκείνη τέτοια ευτυχία.- είπε η Χριστίνα και χαμογέλασε πικρά. Η Μαριάννα την κοίταξε και τα μάτια της πήραν το χρώμα  από ένα καλοκαιρινό ηλιοβασίλεμα. Η Χριστίνα ένιωσε πάλι αδύναμη εμπρός σε αυτό το περίεργο φαινόμενο που δεν είχε συναντήσει ποτέ άλλοτε στην ζωή της.
-Εσύ γιατί δεν έπαψες ποτέ να με στηρίζεις; Αν έβρισκα έναν άντρα με τον εσωτερικό σου κόσμο θα τον παντρευόμουν εκείνη την στιγμή.-
-Και αυτή είναι η διαφορά. Οι άντρες δεν είναι σαν τις γυναίκες. Αν εγώ ποτέ μου γινόμουν άντρας σίγουρα δεν θα είχα τις ευαισθησίες που έχω σαν γυναίκα. Και άλλωστε εγώ είμαι η φίλη σου. Πρέπει να σε υπολογίζω και να σε στηρίζω. Αυτός είναι ο ρόλος της φιλίας. Με έναν άντρα που μοιράζεσαι ένα κρεβάτι δεν μπορείς να έχεις την  απαίτηση να σου φέρεται υπερπροστατευτικά, όπως η φίλη και οι γονείς σου. Με λίγα λόγια δεν μπορεί ένας άντρας να δέχεται όλα σου τα καπρίτσια , όπως εγώ η να κάνει υπομονή όταν εσύ κάνεις έρωτα μια φορά το μήνα και να σε περιμένει. Και αυτές είναι  οι μεγάλες διαφορές ανάμεσα σε φιλία και έρωτα.-
-Πιστεύεις πως είναι καπρίτσια αυτά που κάνω; Τι άνθρωπος είμαι Χριστίνα; Είμαι κακός και εγωιστής και σκληρός;-
- Είσαι …. είσαι η φίλη μου. Και όλα τα άλλα δεν έχουν σημασία.-
-Εσύ όμως δεν ήσουν ποτέ για μένα μια απλή φίλη. Ήσουν το άλλο μου μισό. Η άλλη Μαριάννα που πολύ θα ήθελα να της μοιάσω, αλλά δεν μπόρεσα. Όλα αυτά τα χρόνια έκανα προσπάθειες για να φανώ αντάξια σου. Είπα πως αξίζει να σου μοιάσω. Να δώσω πράγματα όπως εσύ. Να μπορέσω να μην κρύβω τα αισθήματα μου. Να λέω ανοιχτά πως μου λείπουν κάποιοι και πως τους αγαπώ. Να μπορώ να τα λέω όλα αυτά  με τα χείλη μου, όπως όλος ο κόσμος και όχι με τα μάτια. Αλλά δε έκανα τίποτα από όλα αυτά, γιατί ήθελα να προστατεύσω τον εαυτό μου. Φοβόμουν μια ζωή. Ήμουν δειλή. Έλεγα πως θα με πλήγωναν αν τους έλεγα τι πραγματικά αισθάνομαι γι’ αυτούς. Απαιτούσα και το κάνω ακόμα από εσένα να είσαι κοντά μου και να με στηρίζεις, αλλά όταν εσύ το ζητούσες εγώ απλά είχα δουλειά. Συνέχισα και συνεχίζω να σε πληγώνω.- είπε και ξέσπασε σε κλάματα.
Η Χριστίνα την αγκάλιασε. Εντάξει είναι όλα. Μόνο σταμάτα να κλαις. Αν συνεχίσεις θα το μετανιώσεις που ανοίχτηκες τόσο. Δεν χρειάζεται να μου τα πεις όλα αυτά. Δεν χρειάζεται να μου μοιάσεις. Έτσι θα είχαμε βαρεθεί και οι δυο. Έχεις την δική σου ξεχωριστή προσωπικότητα. Έτσι σε γνώρισα και γίναμε φίλες. Και βέβαια με έχεις πληγώσει, αλλά έτσι είναι σε όλες τις σχέσεις των ανθρώπων. Νομίζω πως το πρόβλημα αλλά και η λύση του βρίσκεται μέσα σου. Εσύ θα βουτήξεις μέσα στον ψυχισμό σου, θα βρεις τι φταίει και θα το αλλάξεις για να αποκτήσεις την εσωτερική σου ελευθερία.- της απάντησε η Χριστίνα
-Μου ανάβεις ακόμα ένα από τα τσιγάρα σου;- την παρακάλεσε. Η Χριστίνα πήρε ένα, το άναψε και το απέθεσε αργά στα χείλη της. Η Μαριάννα το κάπνισε     αμίλητη στην αγκαλιά της.                  
       

-Χωρίζει; Μα πως; Αυτή έλεγε πως ήθελε να τον παντρευτεί όταν θα έπαιρνε το διαζύγιο του.- είπαν με ένα στόμα και οι τρεις φίλες της Χριστίνας. Η Μαρία, η Βίκυ και η Ελένη καθόντουσαν στο σαλόνι του Σταύρου και έπιναν ένα ποτό. Εκείνος είχε βγει με τον Νίκο και τον Γιώργο σε μια ταβέρνα. Ήθελαν να αφήσουν τα κορίτσια να τα πουν με την ησυχία τους. Είχαν περάσει μόνο λίγες μέρες, μετά την επίσκεψη της Μαριάννας και η Χριστίνα ήθελε να τους πει τα νέα.
-Δηλαδή το πήρε απόφαση; Και ήταν πολύ καλός κύριος. Δυο φορές τον είχα δει, αλλά μου άφησε τις καλλίτερες εντυπώσεις.- είπε η Μαρία.
-Έτσι μου είπε Μαράκι μου. Αλλά κουράστηκα. Βαρέθηκα με αυτά τα σκαμπανεβάσματα στην ζωή της. Δεν μπορώ την τρελή της ψυχολογία.  Έχει  τελείως ταράξει τη δικιά μου.- απάντησε βαριεστημένα η Χριστίνα.
-Εσύ το διάλεξες αυτό και συγγνώμη που στο λέω. Αυτή με αυτούς τους ρυθμούς ζει.- πετάχτηκε η Ελένη.
Έχει δίκιο. Πως θα το αντιμετωπίσεις αυτό; - συμπλήρωσε η Βίκυ.
-Δεν ξέρω. Για να σας πω την αλήθεια, δεν ξέρω αν θέλω να το αντιμετωπίσω. Γιατί επέλεξα να ακολουθήσω και να στηρίξω αυτούς τους ρυθμούς; Γιατί;-
-Να σου πω εγώ. Γιατί καλή μου, κάτι τέτοιες καταστάσεις σε γοήτευαν πάντα. Αν η Μαριάννα ήταν μια κοινή φίλη που θα δουλεύατε μαζί στο φούρνο και δεν θα είχε το άγχος της καριέρας ,αν ήθελε να φτιάξει μόνο μια οικογένεια και να μεγαλώσει παιδάκια , ίσως να μην γινόταν κολλητή σου. Χριστίνα δες για λίγο τον εαυτό σου. Μπορεί να μην διάλεξες να κάνεις καριέρα, αλλά ποτέ δεν συμβιβάστηκες με τίποτα στη ζωή. Δεν παντρεύεσαι τον Σταύρο, γιατί σου αρέσει αυτή η απόλυτη ελευθερία και δεν έμεινες ποτέ στην ίδια δουλειά γιατί ήσουν μια τυχοδιώκτρια με ρομαντική διάθεση. Είσαι εξίσου δυναμική με την Μαριάννα και ζεις με μια γάτα. Οι ταινίες που σου αρέσουν είναι όλες περίεργες. Έχουν πότε ρομαντικά ,πότε ρεαλιστικά θέματα και άλλες φορές είναι πεσιμιστικά και αλλοπρόσαλλα όπως και οι σκηνοθέτες τους. Θα ξεχάσω εγώ την ταινία με τίτλο ένα δρόμο; Αυτήν να δεις πως την έλεγαν; Α! ναι. Μανχόλαντ Ντράιβ. Δεν έχω βγάλει άκρη μέχρι και σήμερα. Εσύ; Την είχες λατρέψει. Πάνω από δέκα φορές την είχες δει. Και εμείς οι φίλες σου  είμαστε τόσο διαφορετικές μεταξύ μας. Η κάθε μια  από μας έχει κάτι που έχεις μέσα σου. Γι’ αυτό μας διάλεξες και δεν μπορείς μακριά μας. Μη λες λοιπόν γιατί διάλεξες τους ρυθμούς της Μαριάννας. Μάλλον ανακάλυψες κάτι άλλο μέσα σου που σε γοήτεψε και ίσως ήθελες να το ζήσεις μαζί της.- είπε η Μαρία  και της κράτησε το χέρι μέσα στο δικό της.
-Πάντα με ήξερες καλλίτερα από τον καθένα.- απάντησε η Χριστίνα.
-Μπορεί να μην είναι και έτσι. Είπα μόνο αυτά που πίστευα.- συνέχισε η Μαρία και τα άλλα κορίτσια συμφώνησαν.
Όταν οι φίλες της έφυγαν ο Σταύρος δεν είχε γυρίσει ακόμα. Η Χριστίνα ξάπλωσε στον καναπέ και έβαλε να δει την ταινία «Παγωμένα Φιλιά» . Η Μαρία είχε δίκιο. Σε εκείνο το φιλμ η πρωταγωνίστρια έκανε έρωτα μόνο με πεθαμένους. Και όταν εκείνη τελείωσε, η Χριστίνα την ώρα που έμπαινε στο σπίτι ο Σταύρος  έβαζε να δει για εκατοστή φορά το «Όλα για τη μητέρα μου». Την είδαν μαζί αγκαλιασμένοι και μετά τους πήρε ο ύπνος στον καναπέ.

Στο σπίτι της Μαριάννας το Home Cinema έπαιζε μια ταινία νουάρ. Εκείνη καθόταν στον καναπέ, πίνοντας ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Ήταν Κυριακή και είχε περάσει σχεδόν ένας μήνας από τότε που είχε πάει στην Χριστίνα. Αισθανόταν μόνη και αποκομμένη από τον κόσμο. Σκεφτόταν πως ο θεός την είχε ξεχάσει. Ο Γιάννης την είχε ξεχάσει. Εκείνη τον αγαπούσε και εκείνος το μόνο που έκανε ήταν να αργεί να έρθει στο σπίτι. Και όταν επιτέλους ερχότανε δεν έλεγαν παρά ελάχιστα. Η επικοινωνία τους είχε χαθεί. Μα γιατί; Έλεγε και ξαναέλεγε από μέσα της. Τι λάθος έχω κάνει; Αφού τον αγαπώ, είμαι δίπλα του, τον στηρίζω. Όχι, εγώ είμαι καλά με τον εαυτό μου. Εκείνος φταίει. Δεν μπορούσε η Μαριάννα  να δει τον εαυτό της έτσι όπως ήταν. Δεν τον είχε αναλύσει ποτέ. Δεν τον είχε βάλει κάτω από το μικροσκόπιο. Ο εσωτερικός κόσμος της Μαριάννας βομβαρδιζόταν από πολλαπλές συγκρούσεις. Πίστευε όμως πως εκείνη ήταν σωστή και κάθε της πράξη την δικαιολογούσε με επιχειρήματα στον εαυτό της.  Αυτό ήταν ένα είδος τεχνικής ισορροπίας. Κάθε φορά όμως που προσπαθούσε να λύσει τις συγκρούσεις της για να βρει την ηρεμία, δημιουργούσε νέες συγκρούσεις που προσπαθούσε να εξαλείψει. Και κάθε φορά στον αγώνα της για ενότητα την έκανε πιο εχθρική, πιο ανήσυχη, πιο αβοήθητη, πιο αποξενωμένη από τον εαυτό της και τους άλλους. Βέβαια, εκείνη δεν είχε επίγνωση των συγκρούσεων αυτών και κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να τις αντιμετωπίσει αποτελεσματικά με σωστές αποφάσεις. Η Μαριάννα μεγαλωμένη  σε ένα παγερό και αφιλόξενο οικογενειακό περιβάλλον, μεγάλωσε χωρίς πραγματική και ουσιαστική αγάπη. Η μητέρα της δεν την είχε κρατήσει ποτέ στην αγκαλιά της και ο πατέρας της εργαζόταν πολύ για να την προσέξει. Και οι δυο τους απαιτούσαν από εκείνη πάντα πιο πολλά από όσα μπορούσε να κάνει. Έτσι από μικρή ήταν ανασφαλής και την πλημμύριζαν αισθήματα κατωτερότητας και φόβου. Μεγαλώνοντας οι εσωτερικές της συγκρούσεις, γίνονταν όλο και πιο πολλές. Δεν μπορούσε να αποφασίσει αν θα έτρωγε το μεσημεριανό της η αν θα έτρωγε γενικά. Αν θα πήγαινε για καφέ το απόγευμα με τον φίλο της, η αν θα έβλεπε την τάδε ταινία. Η αναποφασιστικότητα της και για τα πιο απλά  πράγματα την απασχολούσε 24 ώρες το 24ώρο. Και ήταν αυτές οι συγκρούσεις που δημιουργούσαν το άγχος της , την αδράνεια η την υπνηλία που είχε συμβεί  πριν λίγο καιρό. Η Μαριάννα νόμιζε πως όλα αυτά ήταν από την πολύ δουλειά. Υπερκόπωση και τίποτα άλλο.  Δεν ήταν όμως. Η κατάθλιψη ήδη την είχε επισκεφτεί πιο παλιά.  Μα εκείνη τα αγνοούσε όλα αυτά. Κάπνιζε περιμένοντας τον Γιάννη.  Όταν ο Μακρίτης  μπήκε στο καθιστικό  την βρήκε να καπνίζει , με μάτια κόκκινα από το ποτό.
-Καλησπέρα δεν κοιμάσαι;- την ρώτησε εκείνος .
-Θα σε βόλευε αυτό , έτσι; Όπως βλέπεις σε περίμενα. Αυτό κάνω τον τελευταίο καιρό. Αλλά μέχρι εδώ ήταν.-
-Και με περίμενες πίνοντας. Δεν ήξερα πως έπινες. –
-Πολλά δεν ξέρεις για μένα Γιάννη. –
-Δεν φταίω εγώ. Δεν ανοίγεσαι ποτέ σου.- της απάντησε και κάθισε στον καναπέ.
-Κοίταξε να σου πω. Έχω βαρεθεί. Εσένα τις παραστάσεις σου και το θέατρο. Νομίζω πως θα πρέπει να χωρίσουμε.-
-Δηλαδή δεν θέλεις να παντρευτούμε. Ποτέ δεν το ήθελες τελικά.-
-Το ήθελα αλλά εσύ όταν εγώ ήμουν έτοιμη μου πέταξες στα μούτρα την άλλη σου γυναίκα. Όπως καταλαβαίνεις δεν είμαι διατεθειμένη να περιμένω πότε θα της καπνίσει αυτής να σου δώσει το κωλόχαρτο.- του φώναξε και σηκώθηκε από τον καναπέ.
-Είσαι τόσο πολύ μεθυσμένη που δεν ξέρεις τι λες. Μα τι σε έπιασε και ήπιες; Δε σε αναγνωρίζω. Τι λόγια είναι αυτά; Δεν είσαι εσύ η Μαριάννα που αγάπησα.-
-Και βέβαια είμαι. Απλά τώρα ξύπνησα. Τόσο καιρό με δούλευες κανονικά. Έχεις άλλη. Έτσι δεν είναι; Έχεις γκόμενα. Για αυτό αργείς τα βράδια. Το έχω καταλάβει. Δεν είμαι ηλίθια. Αλλά ως εδώ ήταν. Δεν θα ανεχτώ άλλο τις προσβολές σου.- του είπε και πήγε κοντά του τρεκλίζοντας.
-Είσαι με τα καλά σου; Δεν έχω καμία. Εσένα αγαπώ. Φαίνεται πως το ξέχασες. Και θα σε παρακαλέσω να σταματήσεις τις αηδίες και να πας να ρίξεις λίγο νερό στο πρόσωπο σου.- της είπε εκείνος φανερά ταραγμένος και την έπιασε από τους ώμους. Η Μαριάννα αστραπιαία τον χαστούκισε. Ο Γιάννης αρκετά θυμωμένος προσπάθησε να της πιάσει τα χέρια. Η Μαριάννα ουρλιάζοντας τον έγδαρε στο πρόσωπο και έτρεξε προς την κουζίνα. Εκείνος δεν ήξερε πώς να φερθεί. Ήταν η πρώτη φορά που η Μαριάννα έβγαζε προς τα έξω μια τέτοια συμπεριφορά. Την ακολούθησε στην κουζίνα.
-Θέλω να φύγεις ψεύτη. Να μου αδειάσεις τη γωνιά. Το άκουσες; Φύγε τώρα από το σπίτι μου. –  φώναξε σχεδόν ουρλιάζοντας η Μαριάννα. Τα μαλλιά της είχαν κολλήσει στο πρόσωπο της. Ήταν ιδρωμένη και εκτός εαυτού. Ο Γιάννης προσπάθησε να την πλησιάσει.
-Αγάπη μου τι σου συμβαίνει; Ηρέμησε. Δεν υπάρχει λόγος για να φέρεσαι έτσι. Έχεις τρελαθεί; Ειλικρινά σε φοβάμαι. Αυτή την στιγμή είσαι ικανή να διαπράξεις φόνο. Δεν είμαι ψεύτης. Είμαι εγώ ο Γιάννης και σε αγαπώ. Δεν φεύγω. Δεν πάω πουθενά. Θα μείνω μαζί σου. Διώξε με. Όμως δεν θα πάψω να σε αγαπώ.- της είπε και την πλησίασε, χωρίς να ξέρει πως εκείνη κρατούσε ένα κουζινομάχαιρο στο χέρι της. Ο Γιάννης πήγε να την αγκαλιάσει και εκείνη την στιγμή η Μαριάννα του επιτέθηκε με το μαχαίρι. Ευτυχώς που εκείνος απόφυγε ένα θανάσιμο χτύπημα και το μαχαίρι τον πλήγωσε στο μπράτσο. Έντρομος χαστούκισε την Μαριάννα που σαν τρελή άρχισε να σπάει ότι έβρισκε δίπλα της. με μεγάλη δυσκολία την έβαλε στο μπάνιο καθώς εκείνη έβριζε και τον χτυπούσε στο σώμα. Κλείδωσε την πόρτα άνοιξε το νερό της μπανιέρας και την έβαλε από κάτω.
-Ηρέμησε τώρα. Τώρα που να σε πάρει ο διάβολος, γιατί θα σε πνίξω εδώ μέσα.- της είπε απειλητικά. Η Μαριάννα αντιστεκόταν ακόμα. Η στάθμη του νερού ανέβαινε. Ο Γιάννης βύθισε το κεφάλι της στο νερό. Το άφησε για μερικά δευτερόλεπτα και το έβγαλε έξω. Η Μαριάννα συνέχιζε να αντιστέκεται. Ώσπου μετά από πέντε βυθίσματα στο νερό εκείνη αποκαμωμένη επιτέλους έπαψε να αντιδρά. Και τότε εκείνος σωριάστηκε μαζί της στο πάτωμα. Η Μαριάννα έμοιαζε με πεθαμένη. Τα ρούχα της είχαν γίνει μούσκεμα και είχαν κολλήσει επάνω της. τα χέρια της είχαν ένα μικρό τρέμουλο και είχε μαζέψει τα πόδια της σε εμβρυακή στάση. Ο Γιάννης αποκαμωμένος σηκώθηκε την πήρε στην αγκαλιά του και την μετέφερε στο κρεβάτι. Την γύμνωσε, την σκούπισε και την έβαλε να κοιμηθεί. Σχεδόν αμέσως εκείνη βυθίστηκε σε έναν ήσυχο ύπνο. Ο Γιάννης πήγε στο καθιστικό το συμμάζεψε και μετά τακτοποίησε την κουζίνα και το μπάνιο. Μετά έβαλε μια μεγάλη δόση ουίσκι και το ήπιε μονορούφι. Άναψε τσιγάρο και βγήκε στο μπαλκόνι. Ήταν πολύ ταραγμένος. Η Μαριάννα του είχε δείξει ένα τρελό εαυτό  άγνωστο για εκείνον. Τον είχε χτυπήσει , τον είχε βρίσει και παραλίγο θα μπορούσε να τον είχε σκοτώσει. Δεν ήξερε τι να υποθέσει. Πως είχαν φτάσει ως εκεί; Ποια ήταν η γυναίκα που αγαπούσε τελικά; Κάπνισε το τσιγάρο του και μπήκε μέσα στο σπίτι. Πήγε στην κρεβατοκάμαρα έβγαλε τα ρούχα του και έμεινε με το εσώρουχο. Μπήκε στα σκεπάσματα και ήρθε κοντά στη Μαριάννα. Εκείνη μέσα στον ύπνο της χώθηκε σαν μωρό στην αγκαλιά του. Ο Γιάννης έμεινε ξύπνιος ως την ώρα που ο ήλιος βγήκε και σηματοδότησε την αρχή μιας καινούργιας μέρας.

-Χριστίνα καλημέρα.-
-Γιάννη; Εσύ είσαι;-
-Ναι. Συγγνώμη για την ενόχληση, αλλά έχω άσχημα νέα.-
-Η Μαριάννα. Θεέ μου τι έγινε;-
-Είσαι στη δουλειά; Σε ενοχλώ;-
-Στη δουλειά είμαι, αλλά κάνω το διάλλειμα μου τώρα. Τι συμβαίνει Γιάννη;-
-Δεν ήξερα αν έπρεπε να πάρω τους γονείς της. Δεν ήξερα σε ποιόν να το πω. Μετά σκέφτηκα πως μόνο εσύ μπορείς να με βοηθήσεις να λύσω τον γρίφο. Ήξερες εσύ αν είχε πρόβλημα με το ποτό η Μαριάννα;- την ρώτησε και η Χριστίνα βουβάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα.
-Χριστίνα ήξερες;-
-Ναι κάτι είχε γίνει πριν λίγα χρόνια. Είχε πάθει εξάρτηση από το αλκοόλ. Με ψυχολογική υποστήριξη και με την βοήθεια μου και των δικών της κατάφερε να βγει από αυτό το τέλμα.-
-Είσαι σίγουρη πως το ξεπέρασε;- 
-Ναι. Έτσι τουλάχιστον έδειχνε.-
-Εχτές γύρισα στο σπίτι κατά τις μία τα χαράματα. Την βρήκα τύφλα στο μεθύσι. Και δεν έφτανε αυτό. Άρχισε να με βρίζει, να μου λέει πως έχω άλλη και στο τέλος τι νομίζεις πως έκανε;-
-Τι;-
-Μου επιτέθηκε με ένα μαχαίρι και ευτυχώς που πρόλαβα. Θα με είχε σφάξει. Ευτυχώς κατάφερα να ξεφύγω και με έκοψε μόνο στο μπράτσο. Μετά είχε αφηνιάσει. Με χτυπούσε, φώναζε, με κλωτσούσε και εγώ δεν ξέρω τι άλλο. Κατάφερα να την ηρεμίσω βάζοντας το κεφάλι της μέσα σε παγωμένο νερό και κρατώντας το εκεί βυθισμένο για δευτερόλεπτα. Με λίγα λόγια αναγκάστηκα να την πνίξω. Έκανα δηλαδή πως το προσπάθησα αυτό. Δεν γινόταν αλλιώς. Χριστίνα δεν την έχω ξαναδεί έτσι.-
-Είναι απίστευτο. Δεν περίμενα να εξελιχτεί έτσι η κατάσταση. Τώρα τι κάνει;-
-Κοιμάται. Δεν έχει ξυπνήσει ακόμα. Είμαι σπίτι σήμερα. Δεν θα φύγω από εδώ. Θα φέρω γιατρό να την δει.-
-Πολύ φοβάμαι πως τα πράγματα είναι πιο σοβαρά από ότι νομίζουμε.- του είπε εκείνη φανερά στενοχωρημένη.
-Δηλαδή; Τι μου κρύβεις Χριστίνα;-
-Μου φαίνεται πως η Μαριάννα καταπιέζει τα συναισθήματα της από μικρή. Δείχνει να μην της λείπει τίποτα, αλλά κατά βάθος είναι πολύ πληγωμένη. Δεν ξέρω αν σου έχει μιλήσει για τους γονείς της.-
-Όχι ποτέ. Έχω καταλάβει όμως πως δεν έχουν και τις καλλίτερες σχέσεις. Αυτό φταίει;-
-Ίσως να είναι μόνο αυτό που την πληγώνει καθημερινά. Το ότι άρχισε πάλι να πίνει με φοβίζει πολύ. Να τηλεφωνήσεις στον ψυχολόγο της. Αυτές τις εκρήξεις θυμού δεν τις είχε ως τώρα. Παλιά είχε διαγνώσει κατάθλιψη. Όμως, ξέρω γιατί έχω διαβάσει ψυχολογία , πως η κατάθλιψη είναι μόνο η αρχή  και ότι πίσω από αυτή κρύβονται χειρότερα πράγματα.-
-Τι εννοείς Χριστίνα; Τι να περιμένω;-
-Δεν ξέρω Γιάννη. Είμαι και εγώ μετέωρη σαν και σένα. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που τρώει τα σωθικά της φίλης μου , και που καταστρέφει τους ανθρώπους που είναι δίπλα της. Θέλεις να έρθω στην Αθήνα;-
-Όχι. Ας δούμε πρώτα τι θα μας πει ο ψυχολόγος και βλέπουμε. Θα σε ενημερώσω για τα νεότερα.-
-Εντάξει, δεν επιμένω. Πάρε με μόλις έχεις κάτι χειροπιαστό να μου πεις. Και προσπάθησε να είσαι ήρεμος. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν βοηθά ο πανικός.-
-Σε ευχαριστώ Χριστίνα. Να είσαι καλά.- της είπε εκείνος και έκλεισαν το τηλέφωνο. Η Χριστίνα έκρυψε το πρόσωπο της ανάμεσα στις παλάμες. Το κεφάλι της βούιζε. Της ήταν αδύνατο να δουλέψει η να κάνει το παραμικρό. Έτσι παρακάλεσε τον ιδιοκτήτη του φούρνου να της δώσει μια εβδομάδα άδεια. Εκείνος δέχτηκε και η Χριστίνα πήρε αμέσως την Μαρία στην δουλειά της.
-Ναι;-
-Μαρία μου;-
-Έλα Χριστινάκι μου. Πως και με πήρες; Δεν είσαι στη δουλειά;-
-Πήρα μόλις πριν λίγο μια εβδομάδα άδεια.-
-Αν θυμάμαι καλά την είχες προγραμματίσει για μετά το Πάσχα.-
-Ναι αλλά δεν κάνω εγώ κουμάντο.-
-Και ποιος κάνει;-
-Η Μαριάννα.-
-Τι έγινε πάλι με αυτή την τρελή; Τι έκανε;-
-Λίγο έλειψε να σφάξει τον Γιάννη.-
-Τι έκανε λέει; Μου λες αλήθεια; Δεν είναι κανένα αστείο φαντάζομαι.-
-Όχι κοριτσάκι μου δεν είναι αστείο. Κάτι πολύ σοβαρό συμβαίνει αυτή την φορά. Με πήρε ο Γιάννης πριν από λίγο και μου ανέφερε πως εχτές τα χαράματα μαλώσανε και του επιτέθηκε με ένα μαχαίρι της κουζίνας. Τον πλήγωσε στο μπράτσο. Έκανε λέει σαν υστερική. Να μου θυμηθείς την στιγμή που στο λέω. Θα έρθουν χειρότερα.-
-Και τι θα κάνεις τώρα;-
-Θα πάω στην  Αθήνα να την δω. Θα αφήσω εδώ τον Σταύρο. Έχει πολύ δουλειά στο γραφείο τον τελευταίο μήνα. Θα πάω και θα βοηθήσω τον Γιάννη να τα βγάλει πέρα.-
-Μη ξεχνάς πως η Μαριάννα σου είπε πως θέλει να τον χωρίσει. Μη βρεις κανένα μπελά.-
-Δεν έχει λόγο να το κάνει αυτό. Ο άνθρωπος την αγαπά. Αυτή είναι ηλίθια και δεν το καταλαβαίνει. Δεν θα την αφήσω να κάνει του κεφαλιού της. Πρέπει επιτέλους να καταλάβει πως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι κακόβουλοι. Θα πάω αύριο στην Αθήνα. Εσύ μόνο να ενημερώσεις τα κορίτσια και τον Ανέστη. Θα έχουμε πάλι σκαμπανεβάσματα.-
-Και πολύ κράτησε η ηρεμία. Να προσέχεις εσύ και κοίτα μη μου πάθεις τίποτα. Δεν το έχω σε τίποτα να κατέβω Αθήνα να την σπάσω στο ξύλο και μετά να της ρίξω τσιμέντο και να την φουντάρω στη θάλασσα. Την ξινή που να την πάρει ο διάολος.- απάντησε η Μαρία και έκλεισε το τηλέφωνο. Η Χριστίνα φανερά κουρασμένη ανέβηκε στην μηχανή της και πήγε στο δικό της σπίτι. Ήταν η ώρα να γυρίσει εκεί. Θα ερχόντουσαν δύσκολες μέρες και δεν ήθελε με τίποτα να χαλάσει την ηρεμία του Σταύρου. Θα πήγαινε να το καθαρίσει και να το ετοιμάσει. Την Μισέλ θα την πήγαινε μερικές μέρες στους γονείς της.  Μέχρι να γυρίσει από την Αθήνα, όπου δεν ήξερε τι θα αντιμετώπιζε αυτή τη φορά.


Πίσω στο σπίτι της Μαριάννας εκείνη κοιμόταν ακόμα. Ήταν έξι η ώρα το απόγευμα και ο Γιάννης έπινε τον καφέ του στο καθιστικό. Εκείνη την ώρα η Μαριάννα άνοιξε τα μάτια της με δυσκολία. Χασμουρήθηκε και τέντωσε το κορμί της.  Κατάλαβε πως ήταν γυμνή. Όμως, δεν θυμόταν γιατί. Ο Γιάννης αφού ήπιε τον καφέ του γύρισε στην κρεβατοκάμαρα να δει αν η Μαριάννα είχε ξυπνήσει. Μπαίνοντας μέσα εκείνη του είπε.
-Εδώ είσαι; Νόμιζα πως ήμουν μόνη.-
-Έπινα τον καφέ μου στο καθιστικό. Θέλεις να σου φτιάξω έναν;-
-Δεν νομίζω πως χρειάζομαι καφέ αυτή τη στιγμή.- του απάντησε και πέταξε τα σκεπάσματα από πάνω της. Το καλλίγραμμο κορμί της εμφανίστηκε γυμνό μπροστά του. Ο Γιάννης  πλησίασε το κρεβάτι.
-Σε θέλω.- του είπε εκείνη προκλητικά. Εκείνος έβγαλε τα ρούχα του και αφού την πλησίασε μπήκε μέσα της βίαια. Η Μαριάννα τον φίλησε στο λαιμό και έμπηξε τα νύχια της στο κορμί του. Εκείνος άρχισε να επιταχύνει τον ρυθμό μέχρι που τελείωσε μέσα σε βογκητά. Για λίγο δεν ειπώθηκε τίποτα. Ο Γιάννης την κρατούσε σφικτά και ανάσαινε βαριά. Η Μαριάννα του χάιδευε τα μαλλιά. Η στιγμή κράτησε λίγα λεπτά. Μετά εκείνη ακούστηκε να του λέει σε τόνο διαταγής.
-Που είναι τα τσιγάρα σου;-
-Τα έχω αφήσει στο καθιστικό. Τι σε έπιασε τώρα. Δεν μπορείς να χαλαρώσεις για λίγα λεπτά; Μόλις τελείωσα.-
-Και εγώ, αλλά δεν το παίζω ανήμπορη. Πήγαινε να μου φέρεις τα τσιγάρα.- του απάντησε ψυχρά. Ο Γιάννης σηκώθηκε φόρεσε το εσώρουχο του και της έφερε τα τσιγάρα. Η Μαριάννα άναψε ένα γρήγορα και πέταξε τον καπνό ψηλά.
-Είσαι καλά;- την ρώτησε εκείνος.
-Ναι. Γιατί; Βλέπεις καμιά αλλαγή επάνω μου;-
-Δεν θυμάσαι τίποτα; Εχτές το βράδυ μου επιτέθηκες με μαχαίρι.-
-Εγώ; Γιατί; Τι μου έκανες;-
-Τίποτα. Μαλώσαμε και μου είπες πως έχω άλλη. Και μετά τρελάθηκες μου είπες να σου αδειάσω τη γωνιά και όταν πήγα να σε ηρεμίσω με έκοψες εδώ στο μπράτσο.- της απάντησε και της έδειξε την πληγή που είχε σκεπάσει με γάζα και επίδεσμο.
-Δεν θυμάμαι τίποτα Γιάννη. Εσύ με έγδυσες;-
-Ναι γιατί δεν μπορούσες να ηρεμήσεις και σε πήγα στο μπάνιο. Έχωσα το κεφάλι σου μέσα στο νερό. Είχες πάθει υστερία. Μετά αφού ηρέμισες σε έφερα στο κρεβάτι σου έβγαλα τα ρούχα και αμέσως κοιμήθηκες.  Κοιμάσαι σχεδόν μια ολόκληρη μέρα. Είχες πιει Μαριάννα. Είχες πιει πολύ.-
-Δεν θυμάμαι. Είσαι σίγουρος ;-
-Τόσο πολύ ώστε σήμερα το πρωί πήρα την Χριστίνα τηλέφωνο. Είχα τρελαθεί, δεν ήξερα τι να κάνω.-
-Δεν έπρεπε να  μιλήσεις σε εκείνη. Τώρα θα έχει αγχωθεί.-
-Μου είπε πως έρχεται Αθήνα. Αύριο το μεσημέρι θα είναι εδώ.-
-Όχι. Δεν θέλω να έρθει. Όχι η Χριστίνα.-
-Τι μου κρύβεις Μαριάννα; Εσύ δεν έπινες. Ποτέ δεν σε έχω δει έτσι όπως σε είδα εχτές.-
-Τι σου είπε η Χριστίνα;-
-Πως είχες πρόβλημα με το αλκοόλ πριν λίγα χρόνια.-
-Δεν είχες κανένα δικαίωμα να πάρεις την φίλη μου στο τηλέφωνο.-
-Μα δεν ήξερα σε ποιόν να μιλήσω. Έκανες σαν τρελή εχτές.-
-Δεν έπρεπε να την μπλέξεις. Όχι την Χριστίνα. Γιατί το έκανες; Γιατί;- του φώναξε εκείνη. Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο. Ο Γιάννης την ακολούθησε.
-Μη με πλησιάζεις. Ηλίθιε, βλάκα. Ποιος νομίζεις ότι είσαι;  Για ένα πήδημα σε έχω και τίποτα παραπάνω. Ένα κρεβάτι δεν σου δίνει το δικαίωμα να μπαίνεις στα μυστικά μου και να ρωτάς για το παρελθόν μου.- του φώναξε νευριασμένη και κλείδωσε την πόρτα του μπάνιου. Ο Γιάννης  δεν ήξερε τι να απαντήσει. Όλα αυτά του φαίνονταν τελείως εξωφρενικά. Σίγουρα η Μαριάννα δεν ήταν εκείνη η όμορφη γλυκιά κοπέλα που είχε γνωρίσει και ερωτευτεί. Μια μέρα πριν του είχε επιτεθεί με μαχαίρι. Πριν από λίγο του είχε ζητήσει να κάνουν έρωτα και μετά από αυτό του επιτέθηκε φραστικά. Όλα αυτά απλά δεν έβγαζαν νόημα. Πήγε στην κρεβατοκάμαρα ντύθηκε και βγήκε από το σπίτι. Πήρε το αμάξι του και χάθηκε στους δρόμους της Αθήνας.

Η Μαριάννα μέσα στο μπάνιο κοιταζόταν στον καθρέφτη. Κοίταζε το είδωλο της και δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στο πρόσωπο της. Είχε πει ψέματα στον Γιάννη. Θυμόταν με κάθε λεπτομέρεια τα χτεσινοβραδινά γεγονότα. Δεν ήξερε τι είχε πυροδοτήσει το φυτίλι. Τι ήταν αυτό που την είχε βγάλει εκτός εαυτού; Δεν αναγνώριζε την Μαριάννα πια. Και τώρα ερχόταν η Χριστίνα. Δεν ήθελε με τίποτα να της φορτώσει τα προβλήματα της. Η Χριστίνα είχε κάνει πολλά όλα αυτά τα χρόνια. Δεν έπρεπε να την ανακατέψει ο Γιάννης. Σκούπισε τα δάκρυα και φόρεσε το μπουρνούζι της. Πήρε το κινητό της και πήγε να καλέσει την Χριστίνα. Θα της έλεγε πως ήταν καλά και δεν χρειαζόταν να έρθει στην Αθήνα. Αλλά την τελευταία στιγμή πάγωσε. Όχι, ήθελε να έρθει η Χριστίνα. Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που εμπιστευόταν. Εκείνη θα της έδινε κουράγιο. Ίσως και να της έλεγε τι έφταιξε που φέρθηκε τόσο απαίσια στον Γιάννη. Την χρειαζόταν κοντά της.     Εκείνη μπορούσε να της παίρνει από πάνω το άγχος και να την ηρεμεί. Ναι η Χριστίνα έπρεπε να έρθει. Την χρειαζόταν εκεί. Να της δώσει κουράγιο. Να την κάνει να αισθανθεί σημαντική. Να την αγκαλιάσει σαν την μητέρα που προστατεύει το παιδί. Να της χαϊδέψει τα μαλλιά και να την βάλει για ύπνο. Να την ταΐσει και να την ντύσει. Να αφουγκραστεί τις αγωνίες και τους φόβους της. Η Χριστίνα έπρεπε να έρθει. Εκείνη την καταλάβαινε απόλυτα. Την αγαπούσε πραγματικά και ποτέ δεν της ζήτησε ανταλλάγματα. Δεν χρειαζόταν τόσο ευτελή πράγματα η φίλη της. Ήταν ανώτερη. Καλλίτερη από όλους ακόμα και από την ίδια . Γιατί τι ήταν η Μαριάννα; Μια βρωμερή εγωίστρια , κενή από συναισθήματα. Μια παγωμένη  ύπαρξη που ζούσε σε ένα ύπουλο κόσμο. Αγρίμια την παρακολουθούσαν για να την κατασπαράξουν. Τα αρσενικά προσπαθούσαν να την κατακτήσουν. Να την ρίξουν στο κρεβάτι και να νομίσουν πως είναι δική τους για πάντα. Οι γονείς της  κακόβουλα ξωτικά  της φόρτωσαν τις δικές τους αδυναμίες. Δεν μπόρεσαν εκείνοι να ευτυχίσουν και δεν άφησαν και την κόρη τους. Όλα σκάρτα , μέσα σε ένα σκατένιο  κόσμο. Όλα τιποτένια και φτηνά. Και εκεί μέσα η Μαριάννα να προσπαθεί να επιβιώσει. Άφησε το κινητό στο κρεβάτι και πήγε στο καθιστικό. Γέμισε ένα ποτήρι με βότκα , του έριξε λίγα παγάκια και άναψε τσιγάρο. Δεν είχε άλλες δυνάμεις πια. Ήθελε να την αφήσουν όλοι στην ησυχία της.         
    

  

Αυτό είναι ένα βιβλίο που μιλά για την φιλία. Για το πώς ορισμένοι άνθρωποι έρχονται κοντά και προσπαθούν μαζί να κάνουν την ζωή τους μοναδική. Για αυτό και το βιβλίο  αυτό αφιερώνεται ειδικά  στις τέσσερις  ξεχωριστές φίλες που είναι κοντά μου πολλά χρόνια και με στηρίζουν, όπως και εγώ. Παλέψαμε πολύ για να εδραιώσουμε αυτή τη φιλία. Χωρίς την αγάπη σας δεν θα μπορούσα να γράψω. Ετούτο το βιβλίο είναι το πρώτο που έγραψα και το αγαπώ όσο και εσείς. Για αυτό και σας ανήκει. Είναι δικό σας βιβλίο.  

Στις: Αγγελική, Έφη, Έλλη, Νατάσα.

Στην Χρύσα που αν δεν ήταν εκεί να με καθοδηγήσει δεν θα είχα ξεκινήσει το ταξίδι.
Σε ευχαριστώ για ότι μου έμαθες. Στον αδερφό μου Γιώργο και στην γυναίκα του Άντζελα που είναι στο πλευρό μου.
Στους γονείς μου και στον Θεό που με  προστατεύει.    
Στους φίλους και φίλες που είναι δίπλα μου: Λάμπρο και Ευγενία Μάθεση, Κώστα Μιχαλάκη, Αντρέα Αυγέρη, Πάνο Παπασωτηρίου, Ρούλα Σοφρά, Παναγιώτη Βελτανισιάν,  Μαρία και  Νίκο Τσίτσο. Φωτεινή και Νίκο Λαυράνο, Σύλβια και Κώστα Γάσπαρη, Στέλλα και Σωτήρη Καρνέση, Στεργιάννα Γιαφεντή και σε όλους όσους ξέχασα. Τα ξαδέρφια μου: Γεωργία και Κωνσταντίνα Φήμη, Τάσο και Λούντα Καραντή, Αποστόλη Αθανασίου, Άντα.   
Στην Αθηνά Γραμματικού που οι συμβουλές της ήταν πολύτιμες, και στον αγαπημένο μου φίλο Δημήτρη Χαρίτο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι από το ομώνυμο ποίημα της Άντζελας Σκοπελίτη Κοφινά.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Κάθε μου λέξη μια σταγόνα αίμα.
Μίλτος Σαχτούρης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

22/6/1973 Ανέβηκε στο θέατρο "Αθήναιον" η θεατρική παράσταση "Το Μεγάλο μας Τσίρκο" του Ιάκωβου Καμπανέλλη σε σκηνοθεσία Κώστα Καζάκου, με το ίδιο και τη Τζένη Καρέζη στους πρώτους ρόλους και το Νίκο Ξυλούρη στα τραγούδια του Σταύρου Ξαρχάκου. Ένα έργο καταδίκη της χούντας, λίγο πριν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και την πτώση της
23/6/2005 Έφυγε από τη ζωή ο ποιητής Μανώλης Αναγνωστάκης

ΤΥΧΑΙΑ TAGS