228 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
19.10.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Τάσος Π. Καραντής

Μεταμορφώσεις του ονείρου

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Τάσος Π. Καραντής

Μεταμορφώσεις του ονείρου
Ένα κοχύλι
κατάφερε να ξεφύγει
από το υπόγειο της θάλασσας.
Σαν βρέθηκε
στην απέραντη γαλάζια
κυματοειδή
επιφάνειά της
μ’ ανάλαφρο πέταγμα
ανυψώθηκε
η πεταλούδα.
Τα μεταλλικά της φτερά της
σχεδόν άγγιξαν
στην άγρια βλάστηση
τ’ ουρανού
καθώς από τα ειδικά ανοίγματά τους
ξεχύθηκαν
σε ελεύθερη πτώση
πελώριες αρκούδες.

Στο καταπράσινο λιβάδι
που προσγειώθηκαν
οι αγελάδες
είχαν χιονισμένα πρόσωπα
και η σιλικόνη
που με τη μορφή δακρύων
έτρεξε απ’ τα μάτια τους
σχημάτισε
ερμαφρόδιτα σώματα
όπου βιαστικά καβάλησαν
τα μονοκέρατα άλογα
και σκαρφάλωσαν
στην κορφή ενός ουρανοξύστη.
Από ’κει ψηλά
αφού τα μαλλιά τους
βάφτηκαν
στο χρώμα του ουράνιου τόξου
πέταξαν
σε κάθετη εφόρμηση
και κούρνιασαν
χιλιάδες σπουργίτια
στα φυλλώματα
κέρινων δέντρων.
Πέφτοντας για τα καλά
η νύχτα
κρεμάστηκαν ανάποδα
από τα κλωνάρια τους
οι νυχτερίδες ψέλνοντας
μακάβρια λόγια
που έσπασαν
σε άπειρα κομμάτια
τα γυάλινα αγάλματα
σκορπίζοντάς τα
σε εκατομμύρια ποντίκια.
Από το φόβο τους
αυτοκτόνησαν
πέφτοντας από την προκυμαία
και το άλλο πρωί
άρπαξαν
τα νεκρά ψάρια
ιπτάμενες γάτες.
Στους υγρούς δρόμους
του λιμανιού
τις κυνήγησαν
αιμοβόροι σκύλοι
αναγκάζοντας
τις μύγες
να κρυφτούν
στα παγωμένα ανοιχτά στόματα
των πεθαμένων
που κείτονταν
στη σειρά
στο παρακείμενο νεκροτομείο.
Με την πρώτη αχτίδα του ήλιου
οι μέλισσες
βγήκαν απ’ αυτές τις βρομερές κρυψώνες τους
αλλά εγκλωβίστηκαν
μέσα σε πανέμορφα
εκτυφλωτικά πολύχρωμα
σαρκοβόρα άνθη.
Η ξαφνική επέλαση
των τεράτων
τσαλαπάτησε
τα λουλούδια
απελευθερώνοντας
τους τρομαγμένους λαγούς
που με τεράστια άλματα
χάθηκαν
στο σκοτεινό δάσος.
Το παιδί
νυσταγμένο
έσβησε
την τηλεόραση
κι επιβιβάστηκε
στο αεροπλάνο
γι’ άλλο ένα ταξίδι
στο χάος των ονείρων.

 

Ανακατεμένα σλάιντς του ασυνείδητου
Τα σύννεφα
άνοιξαν
τα μάτια τους
και η όξινη βροχή
των δακρύων τους
έλιωσε
τα σοκολατένια λουλούδια
στον κήπο μου.
Από το διπλανό δάσος
κοριτσίστικα χέρια
με διαμαντένια δάχτυλα
χάιδεψαν
τα πλήκτρα του πιάνου
κι οι φωτεινές νότες
που ξεχύθηκαν
 έσπασαν
τις κρυστάλλινες αγκαλιές τρόμου
που χρόνια τώρα
κρύβονταν
στις παγωμένες σπηλιές.
Στο μοναχικό δωμάτιο
το παράθυρο ήταν ανοιχτό
για να εξατμίζονται
τα κλάματα των τοίχων του,
ενώ το κρεβάτι
ήταν στρωμένο
μ’ ολόλευκο χιόνι
που πάνω του
κοιμόνταν απειλητικά
όνειρα σε σχήμα μανιταριού.
Σαν χτύπησε το τηλέφωνο
ένα βιβλίο
έπεσε απ’ το ράφι
κι έμεινε ανοιχτό στο πάτωμα.
Όταν οι δείχτες του ρολογιού
τα μεσάνυχτα
ενώθηκαν
οι σκιές δραπέτευσαν
από τις σελίδες του
για να χαράξουν
με τα ξίφη τους
δερμάτινες υπογραφές
στα σώματά μας.
Αυτός ο άνεμος
φύσηξε πρόσωπα
στη νύχτα
κάνοντας
τον εγκέφαλο – πλανήτη
- λόγω του δυνατού φυσήματος –
να ξεφύγει απ’ την τροχιά του
και να πέσει
στα αβυσσαλέα νερά
κατάμαυρου ωκεανού.

 

Πολυπλοκότητα
Γοητευτικές επιθυμίες σε χρώμα κόκκινο
εκστατικά
μεταλλάχτηκαν
σε απρόσωπα
παλλόμενα
διαγράμματα.
Οι διαστάσεις τους
ιδρωμένες
κατέρρευσαν
κάτω από άγρια αγωνία
και συρρικνώθηκαν
σε μια αφηρημένη
ακαταλαβίστικη
διάταξη.
Η νέα τους αυτή
 απερίγραπτη
υπόσταση
ήταν πρωτόγνωρα
αυτόνομη
κι αυθεντική.
Η γαλήνια
ηλεκτρική
 έκπληξη
που ακολούθησε
δημιούργησε
μια ευεργετική αίσθηση
τρυφερότητας
και λαγνείας.
Ανεμπόδιστα
την διαδέχτηκε
μια αόρατη
 προοπτική
οικειότητας
που έμοιαζε
σαν μια εύθραυστη ψευδαίσθηση.
Η ομίχλη
που κάλυψε
την περιμετρική έκταση
της πραγματικότητας
οδήγησε
σε μια ακατανόητη
αντίστροφη
περιστρεφόμενη
παλινδρομική
αναδίπλωση.
Η διαδικασία της αφύπνισης
μετέβαλλε
τη δομή της πυκνότητας
η οποία διέφυγε κλιμακωτά
με μια εκρηκτική εκτόξευση
στον ανεξερεύνητο ορίζοντα
μιας  μεγαλόπρεπης ανταύγειας.
Η πολλαπλή απεικόνιση
αυτής της κατανυκτικής αγαλλίασης
συσσωρεύτηκε με σφοδρότητα
σε μια αστραφτερή απόχρωση απόλαυσης
που αποτυπώθηκε
παρανοϊκά
στον πυρήνα
ενός ετοιμόρροπου σχεδίου.
Η ναυαγισμένη αυτή εικόνα
αναδύθηκε ακίνητη
από μια ψυχεδελική διαδικασία
κι ανυψώθηκε
ανάστροφα
εκκρίνοντας ενέργεια.
Στο τέλος – όπως πάντα –
απέμεινε μόνο
μια αμελητέα επίστρωση
αυτής της δαιδαλώδους πολυπλοκότητας.

 

 

Όνειρο που προκλήθηκε από το τσίμπημα ενός κουνουπιού στο μέτωπο
Ένιωσε το τσίμπημα
σαν μια τεράστια
προβοσκίδα ελέφαντα
να μπήχτηκε
στη λιπαρή επιδερμίδα
του μετώπου του.
Δυο κραυγές
ενώθηκαν
-του κουνουπιού κι η δική του –
μέσα στο πηχτό σκοτάδι
της νύχτας
και μια αιμάτινη βροχή
πλημμύρισε τον εγκέφαλό του
εξελισσόμενη, ταχύτατα, σε καταιγίδα.
Πάνω λοιπόν σ’ αυτήν την παχύρευστη
κόκκινη λάσπη,
που η στάθμη της όλο και ανέβαινε
στο εσωτερικό του κρανίου του,
επέπλεαν λευκοί φάκελοι.
Ξάφνου φύσηξε ένας αέρας
και τα κοφτερά δόντια του
ξέσκισαν τους φακέλους
απελευθερώνοντας από μέσα τους
εκατοντάδες αερόστατα.
Ο ίδιος μοιράστηκε
σε άπειρα αντίγραφα
- διαφορετικών όμως ηλικιών –
πετώντας ιλιγγιωδώς
πάνω από απόκρημνες χαράδρες
κι απύθμενες σκοτεινές θάλασσες.
Απότομα, όλα έγιναν
απέραντο λευκό.
Καθώς άνοιξε τα μάτια
βρισκόταν με το πρόσωπο στο πάτωμα
αντικρίζοντας
μια μικρή ζεστή σταγόνα αίμα
πάνω στα παγωμένα πλακάκια.

 

Αποδημία
Τριανταφυλλένια σώματα
κοριτσιών
χόρεψαν
όλη νύχτα
στο κλειστό σύμπαν
του μυαλού μου
πριν γίνουν
άμμος
στην έρημο του χρόνου.
Το φως της μέρας
με βρήκε
να προσπαθώ
να κρατηθώ
απελπισμένα
απ’ τα μαλλιά του αέρα
βουτηγμένος
σε μια τρικυμισμένη θάλασσα
ανθρώπων.
Τότε ένα πουλί
με γιγαντιαίο ράμφος
μ’ άρπαξε και με ταξίδεψε
στη λεωφόρο
της ζωής μου.
Ξαφνικά
τζάμια έσπασαν
τριγύρω μου
και τα θρυμματισμένα γυαλιά
έγιναν κεριά
καρφωμένα
σε αμέτρητα κρανία
διάσπαρτα
σε μια τεράστια
φωτισμένη
αίθουσα αναμονής.
Τριχωτά όντα
με ζωώδη πρόσωπα
και λεπτή φωνούλα
με πλησίασαν
κι ένα κρύο χέρι
με οδήγησε
ολομόναχο
στη μέση
μιας γέφυρας.
Από κάτω μου
μαύρο ποτάμι
από πάνω μου
δερμάτινος ουρανός
και μπροστά μια
πόρτα
που την ξεκλείδωσα
με τη φωνή μου.
Μια λίμνη
Από αμνιακά υγρά
απλώθηκε
στα πόδια μου
και βούτηξα μέσα της
γυμνός
απολαμβάνοντας
έναν ζεστό ύπνο
με ζωντανά όνειρα.
Ξύπνησα
ιδρωμένος
από δάκρυα
αγκαλιά
με μια παλλόμενη ακτίνα
κλεισμένος
σ’ έναν ηλεκτρικό λαμπτήρα
να φωτίζω
το δωμάτιο
των παιδιών μου.

 

Κρεάτινος κόσμος
Το κρέας
των τοίχων
μύριζε σήψη
γι’ αυτό φαίνεται
συνεχώς
έβρεχε αίμα
ώστε να διατηρείται
έτσι ωμό καθώς ήταν.
Λόγω δε των διαρκών βροχοπτώσεων
παντού τριγύρω ξεπετάγονταν
χοντροί κορμοί φλεβών
ολάνθιστοι
από τραύματα.
Έξω απ’ τα κρεάτινα κτίρια
η κίνηση ήταν αφόρητη,
τεράστια λεωφορεία
μετέφεραν μελλοθάνατους
στα εργοστάσια παραγωγής
θανάτου
όπου κραυγές
ξεπηδούσαν
απ’ τη λιωμένη ανθρώπινη σάρκα
που κυλούσε αργά
σαν μέλι
και χύνονταν
σε αμέτρητες λοφοσειρές
οστέϊνων αποβλήτων.
Νέοι δρόμοι
ανοίγονταν
από οδοστρωτήρες
που τους έστρωναν ακατάπαυστα
- υπό τους ήχους χειροκροτημάτων
τους οποίους εξέπεμπαν
επεξεργασμένα στόματα – ηχεία –
συνθλίβοντας
σ’ ένα ανθεκτικό χαρμάνι
κόκαλα, δόντια, πέτσες
και όνειρα.
Πάνω ψηλά
απ’ τον μελανιασμένο ουρανό
τούτου του κρεάτινου κόσμου
δάκρυα έτρεχαν
απ’ τα βρεγμένα μάτια
ενός παγωμένου
ήλιου.

 

Το μήλο
Ένα Σάββατο
σκονισμένο απ’ τον ύπνο
κύλησε το μήλο
απ’ το χέρι του πεθαμένου
κι έπεσε στη θάλασσα
ακουμπώντας στην πλάτη
ενός ιππόκαμπου.
Η περιπλάνηση ήταν δύσκολη,
έτριζαν πάνω στα κύματα
τα κόκαλά του
κι οι κολυμβητές
φωτογράφιζαν με τα μάτια τους
την κατακόκκινη επιδερμίδα του
που λιγουρεύονταν
να κατασπαράξουν.
Όρθια σκουλήκια
που μόλις είχαν ξεγλιστρήσει
από γυμνά κρεβάτια
χόρευαν προκλητικά
στην απέναντι ακτή
κι οι μάταιες κραυγές τους
που το καλούσαν κοντά τους
έβγαιναν σαν οσμή ψοφιμιού
απ’ το στόμα τους
κι έπεφταν νεκρές
στην άμμο.
Ένα κύμα
βύθισε τον ιππόκαμπο
κι εκτόξευσε το μήλο
σ’ ένα σύννεφο.
Εκεί, νόμισε
πως τελείωσε η δική του διαδρομή
αλλά γρήγορα ανακάλυψε
πως σιγά – σιγά έχανε
το αίμα του,
το απομυζούσε το σύννεφο
και το φιλτράριζε
κάνοντάς το μικρές
κοκκινόλευκες σταγόνες.
Αυτή η βροχή
έδωσε πρώτα χρώμα
στα ψαράκια
που πετούσαν
μέσα στον καθρέφτη
του προσώπου
του μικρού αγοριού
Που βρισκόταν ξαπλωμένο στην αιώρα του χρόνου
και, κατόπιν
έπεσε
σαν αμέτρητες σκουριασμένες άγκυρες
πάνω του.
Μόνο η τελευταία
σταγόνα
λίμνασε υγρή
στην ανοιχτή χούφτα του.
Μια λεπτή
ερωτική αχτίνα
ήλιου
φανέρωσε μεσ’ στο χέρι του αγοριού
το μήλο
καθώς τα λεπτά δάχτυλά του
το χάϊδευαν
σα γυναίκα.

 

Το κόκκινο τριαντάφυλλο
Η μέρα ξύπνησε
με μαύρα πέπλα
πάνω απ’ τον σεληνιακό κρατήρα
όπου χρόνια τώρα ζούσε εκείνος
ξεχασμένος,
τυλιγμένος με το σάβανο της σιωπής.
Από μια ανοιχτή πόρτα
του μυαλού του
είχε χαθεί
κι απλά βρισκόταν εκεί
συντροφιά με ακίνητους ιστούς αμνησίας
και πέτρινα πουλιά
που αιωρούνταν
τριγύρω του
με το κελάηδισμά τους
χυμένο
σε κουρέλια
απ’ το ράμφος τους.
Μόνο το αίμα του
έκανε έναν ηλεκτρικό θόρυβο
καθώς σταματούσαν τα γρανάζια του,
ενώ στο κεφάλι του
συγκρούονταν τα παγόβουνα
των ονείρων του
ρίχνοντας τις λευκές αρκούδες
μια – μια
σε χειμερία νάρκη
μέσα στα απλανή μάτια του
που απελπισμένα παρακολουθούσαν
το κόκκινο τριαντάφυλλο
να εκμηδενίζεται
αργά αλλά σταθερά
στην απέραντη σκοτεινιά
του διαστήματος.

 

Φυτική επανάσταση
Σάλεψαν  οι ρίζες
μεσ’ στο χώμα
και τα χοντρά
ξεφλουδισμένα
χέρια των δέντρων
άρπαξαν
με μανία
τα πουλιά
στον αέρα συνθλίβοντας
τα κελαηδίσματά τους
στις ξύλινες χούφτες τους.
Κατάπιαν
τις πεταλούδες
τα φυτά
βγάζοντας
άγριες κραυγές
απ’ τα πολύχρωμα σαρκοφάγα άνθη τους
και τα χόρτα
τρύπησαν ύπουλα
τα πέλματα των ζώων
ξαπλώνοντάς τα
στο θάνατο.
Ομορφοσχηματισμένα φρούτα
εκσφενδονίστηκαν
με υγρά μουγκρητά
κι έσπασαν τα ανθρώπινα κεφάλια
τινάζοντας τα μυαλά
με πάταγο
στους τοίχους,
ενώ αγκαθωτοί θάμνοι
κάνοντας περιπολίες
στους δρόμους
στοίβαξαν σε κλούβες
τους εναπομείναντες
ανθρώπους.
Η ξαφνική βροχή
τόνισε
το πράσινο χρώμα
της φυτικής επανάστασης.

 

Παράλληλο σύμπαν
Μια αρκούδα
περπατούσε απογοητευμένη
από την πείνα
σε πυκνό δάσος.
Στη χορταριασμένη αυλή
του έρημου σπιτιού
το μικρό παιδί
έπαιζε αμέριμνο.
Τα πουλιά πέταξαν
σαν προσευχή
στον ουρανό
όταν τα λευκά δάχτυλα
της πανέμορφης κοπέλας
έσπασαν τα δεσμά
του ύπνου
απελευθερώνοντας γλυκά
μια μελωδία
απ’ τα πλήκτρα του πιάνου.
Καθώς οι νότες
κυλούσαν σα δάκρυα
στο γυμνό δάπεδο
η αρκούδα
άρχισε να χορεύει
 μόνη
μεσ’ στο δάσος.
Το μικρό παιδί
χοροπήδησε
ρυθμικά
στη χορταριασμένη αυλή
ακολουθώντας
το χορό της αρκούδας
κι έτσι έκανε
τα πουλιά
 να πετάξουν
ξαφνιασμένα
στον ουρανό.
Το φτερούγισμά τους
ξύπνησε απότομα
την κοπέλα
απ’ το ερωτικό της όνειρο
που προσπάθησε
να το ολοκληρώσει
παίζοντας μια μελωδία
στο πιάνο της.

 

Το μυστικό
Η άγνωστη φωνή
με μπέρδευε
σα να ’ρχόταν
πότε απ’ το όνειρο
πότε κάτω απ’ το κρεβάτι
και πότε μέσα απ’ το κεφάλι μου.
Γύρισα πλευρό
και προσπάθησα
να χαθώ ξανά
κάτω απ’ την κουβέρτα
του ύπνου μου
μα τότε αντιλήφθηκα
πως ένα μωρό
μπουσουλούσε
στο δωμάτιό μου
βγάζοντας ένα σαρδόνιο γέλιο απ’ το στόμα του.
Το σύρσιμό του
το ακολούθησαν τριξίματα
στους τοίχους
καθώς άρχισαν να ραΐζουν
οι σουβάδες
κι από μέσα τους να ξεπετάγονται
χέρια τριχωτά
πιθήκων.
Το μωρό φοβισμένο
για να ξεφύγει
απ’ τα απειλητικά
μαύρα νύχια τους
σύρθηκε προς τον κορμό του δέντρου
που ορθωνόταν
χοντρός – χοντρός
στη μέση της κάμαράς μου
και
χανόταν έξω απ’ το ταβάνι
τρυπώντας το.
Ιδρωμένος
ανακάθισα στο κρεβάτι μου
που ’ταν γεμάτο
πούπουλα πουλιών
και παρακολούθησα
σαστισμένος
το αγωνιώδες σκαρφάλωμα του μωρού,
 δάκρυα κύλησαν στα μάτια μου.
Έκλεισα τα βλέφαρά μου
βιαστικά
και μόλις τα ξανάνοιξα
είχαν τα πάντα χαθεί,
το μωρό
τα χέρια των πιθήκων
το δέντρο,
μόνο η άγνωστη φωνή
ξανακούστηκε
- τώρα πιο καθαρά–
αυτή τη φορά μέσα στ’ αυτί μου
δίνοντάς μου απαντήσεις
που όμως μου ζήτησε
να παραμείνουν
το μυστικό μας.

 

Η σκιά
Η σκιά
αποχωρίστηκε απ’ τον ύπνο του
και βούτηξε με κάτι μεγάλα φτερά
μεσ’ στον τοίχο.
Τα τέσσερα κεριά
τοποθετημένα στους τέσσερις ορίζοντες
του δωματίου του
άναψαν ταυτόχρονα
φωτίζοντας
τους απύθμενους βυθούς του
που χρόνια τώρα
ήταν κρυμμένοι και ξεχασμένοι
κι από τον ίδιον.
Αυτός ο ξαφνικός
φωτισμός
ανατάραξε τα νερά
που πλημμύρισαν
το χώρο
κάνοντας το κρεβάτι του
να επιπλέει πάνω τους σα σχεδία.
Έκανε τα χέρια του κουπιά.
Η σκιά μετακινήθηκε
μ’ ένα σπασμωδικό πέταγμα
κι οι μεγάλες φτερούγες της
σήκωσαν αέρα
στην επιφάνεια των νερών
ταξιδεύοντας τα εκατοντάδες πρόσωπά του
που αρμένιζαν σαν βάρκες
χοροπηδώντας στα αγριεμένα κύματα.
Στις ακτές των επίπλων του
μαντηλοφορεμένες γυναίκες
και παιδιά τυλιγμένα με επιδέσμους
κλαίγοντας
διηγούνταν τη δύσκολη ζωή του
ενώ τα δάκρυά τους
που στάζανε στα νερά
γίνονταν νούφαρα.
Πέρα μακριά στην άλλη άκρη του δωματίου μου
διέκρινε μια μεγάλη πολυθρόνα
και πάνω της κάτι έντονα ν’ ασπρίζει.
Κωπηλατώντας με τα χέρια του
πλησίασε το κρεβάτι του κοντά της
αντικρίζοντας έναν ανθρώπινο σκελετό
που έμοιαζε μ’ αυτόν.
Τότε η σκιά
έγινε τόσο μεγάλη
που γέμισε όλους τους τοίχους
και μ’ ένα τεράστιο
μαύρο στόμα
κατάπιε το φως
των τεσσάρων κεριών.
Τα μάτια του
κάτω από τα σφαλιστά πια
βλέφαρά του
έγιναν δυο παγωμένα
λευκά άστρα.  

 

Ο τσιμεντένιος κήπος
Τα ράμφη των πουλιών
ενώθηκαν
δείχνοντας μεσάνυχτα.
Ο ύπνος
στριφογύρισε στα σεντόνια του
και φίλησε τη νύχτα.
Ξεκίνησε τ’ όνειρο
το ταξίδι του
σα φύλλο ανάλαφρο
πάνω σ’ ορμητικό ποτάμι.
Μεγάλα γέρικα δέντρα
μ’ άσπρα μαλλιά
κρέμονταν δεξιά κι αριστερά
στις όχθες του
καθώς λωτοί
έπεφταν με πάταγο
μέσα σε τούτα τα νερά
της λήθης
ανάμεσα σε κρυστάλλινους κύκνους
που έκλειναν μέσα τους
θεσπέσια γυμνά λευκά κορίτσια.
Καμπάνες χτύπησαν απ’ το πουθενά
κι αμέτρητα περιστέρια
πέταξαν ψηλά
σχηματίζοντας φτερωτά σύννεφα
που επέπλεαν σα βάρκες
σ’ έναν υγρό ουρανό γεμάτο νυχτολούλουδα.
Μια μικρή πασχαλίτσα
προσγειώθηκε πάνω στο καταπράσινο φύλλο
καταφέρνοντας να βρει την ισορροπία της
στην επιφάνεια τ’ ονείρου.
Βαριεστημένα το αγουροξυπνημένο βλέμμα του
σκαρφάλωσε
απ’ τα κάγκελα του σιδερένιου κρεβατιού του ως το τζάμι
ατενίζοντας
ενός ακόμα πρωινού
τον τσιμεντένιο κήπο.


Μπαντίν*

Στο γιο μου, Παναγιώτη

Σύρθηκε η λέξη
στο ημίφως
κι ένα κελάηδισμα πουλιού
βγήκε από του πουθενά
καθώς φτερουγίσματα
γέμισαν το χώρο.
Μετακινήθηκαν οι δείχτες του ρολογιού
με βήματα βαριά
κι η φλόγα του κεριού σβήστηκε
μ’ έναν άνεμο ανθισμένο
που γέμισε το δωμάτιο
μ’ όλα  αρώματα της γης.


Κύλησε η λέξη
πάνω στο ταβάνι
σαν ρόδα το ολόγιομο φεγγάρι
φωτίζοντας
μ’ ένα γλυκό φως
το μικρό ροζ κουτί
που ακουμπισμένο βρισκόταν
στου πατώματος το κέντρο.
Μια παιδική φωνούλα
ακούστηκε
όταν λεπτά δαχτυλάκια
το κουτί περιεργάστηκαν
ψάχνοντας
το κελάηδισμα.
Μηχανικό μουγκρητό
ακούστηκε
καθώς το καπάκι άνοιξε
και μεσ’ στο δωμάτιο πέταξε
το αεροπλάνο.
Εναλλάσσονταν οι λέξεις
ρυθμικά
στο έκπληκτο πρόσωπό του
κι όλα τα πάνινα κουκλάκια
τις επαναλάμβαναν κι αυτά
πάνω στα ράφια.
Έκανε κύκλους
το αεροπλάνο
μέσ’ στο δωμάτιο
και χάθηκε τελικά
βουτώντας
ψηλά
μεσ’ στου φεγγαριού
τον μεγάλο κύκλο.
Μόνο ο ήχος
ξέμεινε πίσω του
πότε σα κελάηδισμα
πότε σα θεσπέσιο μουγκρητό
μηχανής
και τα κουκλάκια
ξανά ακίνητα
βρέθηκαν στη θέση τους.
Ζωγράφιζε τώρα το παιδί
χαμόγελα
δίπλα απ’ τα πρωινά τριαντάφυλλα
που ξεφύτρωναν συνεχώς
απ’ του δωματίου του
τους τοίχους.
Χόρεψε η λέξη
στα χείλη του
σαν όρκος
στο όνειρο.

Α΄ γραφή : 17-3-2007
Β΄ γραφή : 2-4-2007

*Μπαντίν : ακατανόητη λέξη που έλεγε ο γιος μου, ο Παναγιώτης, στην ηλικία των 20 μηνών.

 

Τα κουρέλια του ονείρου
Τα φιλιά
άναψαν
το ένα μετά το άλλο
σαν κεριά
μεσ’ στο δωμάτιο.
Το ξύλινο αλογάκι
στο λούναπαρκ
γύριζε τρίζοντας αργά.
Το κορίτσι
στον ανθισμένο κήπο
χοροπηδούσε αμέριμνο
ελευθερώνοντας
κόκκινα πουλιά
κάτω απ’ τη φούστα του.
Αλλεπάλληλα κύματα
λουλουδιών
πλημμύρισαν την ακτή.
Μέσα απ’ τον πολύχρωμο σωρό τους
ανέτειλε ο ήλιος.
Οι πρώτες ακτίνες του
φανέρωσαν
τα κουρέλια
τούτου του ονείρου.

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο Χρόνος με το πόδι.
Κώστας Καρυωτάκης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

19/10/1969 Ο Μίκης Θεοδωράκης μεταφέρεται από τη χούντα στο στρατόπεδο Ωρωπού
19/10/1993 Έφυγε από τη ζωή χτυπημένος από την επάρατη νόσο ο τραγουδιστής Διονύσης Θεοδόσης
20/10/1854 Γεννήθηκε ο Γάλλος ποιητής Αρθούρος Ρεμπώ. Πέθανε στις 10.11.1891

ΤΥΧΑΙΑ TAGS