90 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
22.10.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Ο χρόνος της φθοράς | Μέρος 13ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά


Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Χριστίνα. Μια γυναίκα λίγο μετά τα τριάντα που θεωρεί την έννοια της φιλίας το μεγαλύτερο αγαθό. Έχει καταφέρει να έχει κοντά της τρεις αγαπημένες φίλες και έναν αδερφικό φίλο που είναι πάντα στο πλευρό της.
Τη Μαρία , την Βίκυ , την Ελένη και τον Ανέστη. Όταν όμως γνωρίζεται με την Μαριάννα Αλεξάκη η ισορροπία στη ζωή της χάνεται. Εκείνη είναι ένα παιδί 23 χρόνων που δουλεύει στον εκδοτικό οίκο του πατέρα της. Έχει θέσει πολύ ψηλούς στόχους για να γίνει συγγραφέας  και θέλει να κάνει μεγάλη καριέρα σε αυτό. Η Μαριάννα σε αντίθεση με την Χριστίνα δεν εμπιστεύεται κανέναν , δεν κάνει φιλίες , φοβάται την μοναξιά  και προσπαθεί να κάνει τους γονείς της να την προσέξουν.
Οι δυο γυναίκες δένονται με μια φιλία και μια δυνατή αγάπη από την αρχή της γνωριμίας τους. Όμως η Μαριάννα απασχολημένη με το κτίσιμο της καριέρας της, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα υψηλά στάνταρ της Χριστίνας για τη φιλία.
Δυο διαφορετικές γυναίκες και δυο ξεχωριστές πορείες. Ένας κύκλος φιλίας  που ξεκινά με τη γνωριμία των δύο γυναικών , συνεχίζεται με τα ψυχικά προβλήματα της Μαριάννας , για να καταλήξει στο φευγιό της Χριστίνας και την τελική τους επανασύνδεση.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟΤΡΙΤΟ
 
Και έτσι η Μαριάννα ξαναγύρισε  στην Αγγλία και στο χτίσιμο της μοναδικής της καριέρας. Η Χριστίνα βγήκε από το νοσοκομείο και έμεινε στο σπίτι του Σταύρου. Εκείνος την παρακάλεσε να ζήσουν μαζί μέχρι εκείνη να δυναμώσει. Αν και δεν έτρεφε μεγάλα αισθήματα για τα ζώα, έφερε και την Μισέλ στο σπίτι του και με τον καιρό την συνήθισε. Είχε γίνει τόσο υπερπροστατευτικός  που καμιά φορά αυτό εκνεύριζε την Χριστίνα. Την πρόσεχε και δεν την άφηνε από τα μάτια του. Είχε κρύψει σε μια αποθήκη την μηχανή με την οποία χτύπησε η Χριστίνα, αφού την είχε επιδιορθώσει πρώτα. Μετά το νοσοκομείο και για ένα μήνα δεν την άφησε να ανέβει ούτε στο μικρού κυβισμού παπάκι της. Μετά βέβαια την άφησε μόνο με εκείνο να μετακινείται. Η Χριστίνα ουδέποτε είχε βγάλει δίπλωμα. Δεν φόρεσε ποτέ της κράνος. Θεωρούσε πως το κράτος τα είχε σκαρφιστεί για να τα παίρνει χοντρά. Αυτοί που κυβερνούσαν ήταν νομοταγείς κλέφτες. Για καλή της τύχη την νύχτα που χτύπησε τη βρήκε ένας φίλος του Σταύρου, επίσης δικηγόρος ,που  έτυχε να βρίσκεται με το αυτοκίνητο του στην ίδια περιοχή. Την μάζεψε από την άσφαλτο , και την πήγε στο νοσοκομείο. Ειδοποίησε τον Σταύρο και όλα έγιναν χωρίς να καταλάβει τίποτα η αστυνομία. Γιατί αλλιώς δεν θα την ξέπλενε ούτε ο Νιαγάρας την Χριστίνα. Βέβαια όταν εκείνη ανάρρωσε ο  Σταύρος την πίεσε και εκείνη έβγαλε δίπλωμα, αγόρασε και κράνος. Όταν πέρασαν τα δυο χρόνια η Μαριάννα γύρισε πίσω στην Αθήνα και ο Αλεξάκης της ανέθεσε την διεύθυνση του ΔΙΑ. Ήταν πολύ ευχαριστημένος με τις επιδόσεις της στην Αγγλία. Δεν είχε βέβαια όλη την διαχείριση του οίκου εκείνη. Ο Αλεξάκης εξακολουθούσε να είναι ο απόλυτος κυρίαρχος της επιχείρησης. Όμως η Μαριάννα αισθανόταν δικαιωμένη που επιτέλους αναγνωριζόταν η αξία της. Η Χριστίνα προσπαθούσε να μένει στο σκοτάδι. Ήξερε πως η φίλη της είχε αναλάβει πάλι περισσότερα από όσα άντεχαν οι ώμοι της. Από την στιγμή μάλιστα που ο πατέρας της την είχε κάνει διευθύντρια, έτρεχε σαν τρελή. Οι ευθύνες πλέον ήταν αβάσταχτες. Το τρίτο της βιβλίο που κυκλοφόρησε τα Χριστούγεννα εκείνης της χρονιάς είχε εξαντληθεί από τους αναγνώστες και πήγαινε για δεύτερη έκδοση. Και εκεί ήταν που ξεκίνησαν οι συνεντεύξεις σε περιοδικά και οι εμφανίσεις στην τηλεόραση. Η Μαριάννα ζούσε το μεγάλο όνειρο και είχε έρθει ο καιρός να ζήσει και τον μεγάλο έρωτα. Αυτός ήρθε με την μορφή του Γιάννη Μακρίτη. Του ηθοποιού Γιάννη  Μακρίτη. Γνωρίστηκαν σε  μια εκπομπή στην τηλεόραση. Εκείνη είχε πάει να μιλήσει για το καινούργιο της βιβλίο και εκείνος για μια θεατρική παράσταση που συμμετείχε. Ο Μακρίτης  ήταν ένας πολύ καλός ηθοποιός της γενιάς του λίγο μετά τα τριάντα. Ήταν ένας  άντρας με κανονικό ύψος , μελαχρινός , γεροδεμένος και κατεξοχήν θεατρικός ηθοποιός. Είχε κάνει πολύ λίγες εμφανίσεις στον κινηματογράφο, όπου είχε αποσπάσει και το βραβείο Α΄ αντρικού ρόλου στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης δυο φορές. Η Μαριάννα από κινηματογράφο δεν ήξερε πολλά πράγματα. Για την ακρίβεια δεν είχε ασχοληθεί ποτέ της σοβαρά. Η Χριστίνα όμως ήξερε για τον ηθοποιό Μακρίτη που τύχαινε να είναι ένας από τους αγαπημένους της. Ο Γιάννης πολιόρκησε πολύ στενά την Μαριάννα και εκείνη βρήκε στο πρόσωπο του τον μεγάλο έρωτα. Η τουλάχιστον έτσι αισθανόταν τότε. Μόλις κατάλαβε πως με εκείνον στο πλευρό της θα ήταν ευτυχισμένη πήγε στην Πάτρα για να το πει στην Χριστίνα. Ήταν πρωί και ώρα έντεκα  ενός  Σαββάτου και έπιναν τον καφέ τους στο σαλόνι του Σταύρου, αφού η Χριστίνα έμενε ακόμα στο σπίτι του. Η Μαριάννα είχε έρθει από το προηγούμενο βράδυ. Της είπε λοιπόν γεμάτη χαρά.
-Αγαπούλα μου είμαι πολύ ευτυχισμένη.-
-Άντε καλέ, δεν το πιστεύω. Εσύ και ευτυχισμένη σαν ουτοπία μου κάνει. Άντε να δούμε τι θα μου ξεφουρνίσεις πάλι. Σε προειδοποιώ όμως. Τα χρόνια έχουν περάσει εγώ είμαι πολύ μεγάλη και δεν έχω όρεξη για τα παιχνίδια σου. Λίγος σεβασμός στην γριά φίλη δεν βλάπτει.- είπε γελώντας η Χριστίνα.
-Λοιπόν γριά φίλη. Πόσο καιρό σου είπα πως βγαίνω με τον Γιάννη;-
-Για να θυμηθώ; Μου φαίνεται δυο μήνες; Μπορεί να κάνω και λάθος.-
-Δεν κάνεις. Εσύ ποτέ σου δεν κάνεις. Είμαι ερωτευμένη. Αυτή την φορά  είμαι πραγματικά εξαρτημένη από κάποιον.-
-Εσύ να είσαι με έναν άντρα μόνο; Κάτι από την ζώνη του λυκόφωτος μου μοιάζει.-
-Έλα, άσε τώρα τα πειράγματα. Αυτή την φορά είναι διαφορετικά Χριστίνα μου. Το νιώθω.-
-Καλά. Άσε να περάσει λίγος χρόνος ακόμα και τα ξαναλέμε. Μήπως έφαγες κάτι βαρύ εχτές το βράδυ και σε πείραξε;-
-Κάνε αστεία εσύ. Εγώ όμως είμαι σίγουρη. Αν μου κάνει πρόταση γάμου θα πω το ναι.-
-Αμήν Παναγία μου. Να σε αναλάβει κάποιος άλλος , γιατί εγώ σηκώνω τα χέρια ψηλά. Δεν μπορώ άλλο να αντέξω αυτούς τους τρελούς ρυθμούς της ζωής σου. Ελπίζω ο Μακρίτης να σε αντέξει για τα υπόλοιπα χρόνια.-
-Πάλι κακίες λες. Νομίζεις δηλαδή πως θα με ξεφορτωθείς όταν παντρευτώ; Ούτε στα πιο τρελά σου όνειρα. Δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα φιλενάδα , για αυτό μην χαίρεσαι. Δεν θα φύγεις τόσο εύκολα από μένα. Αυτό έπρεπε να το σκεφτείς από παλιά. Από εκείνη την νύχτα που έφαγες μαζί μου στο κινέζικο.- είπε απειλητικά εκείνη.
-Ναι θεέ μου. Τι το ήθελα η άχρηστη; Τι;-
-Τώρα θες να θυμώσω; Δηλαδή άσχημα σου έκατσε;-
-Εσύ τι λες. Μου ήρθε ωραία;-
-Καλά. Τέρμα η συζήτηση, γιατί δεν έχω όρεξη για μάλωμα.- απάντησε η Μαριάννα.
-Λες και δεν σε ξέρω. Και πότε καταφέραμε να μιλήσουμε εμείς οι δυο;- είπε η Χριστίνα και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της. Η Μισέλ έσωσε την κατάσταση για ακόμα μια φορά. Ήρθε και ανέβηκε στα πόδια της Μαριάννας. Εκείνη που λάτρευε τα ζώα την έσφιξε στην αγκαλιά της και την φίλησε στο κεφάλι.
-Τι ωραία που μυρίζεις. Σε έκανε μπάνιο η κυρά σου;- είπε κα η γάτα γουργούρισε.
-Ναι εχτές. Της βρήκα ένα καταπληκτικό σαμπουάν για την τρίχα της. Είχα δοκιμάσει πολλά, αλλά κανένα δεν ξεμπέρδευε την γούνα της. Δεν ξέρεις πόσο  μαλλί  έχει αυτό το γατί. Της μαζεύεται κόμπους και είναι πολύ δύσκολο να το ξεμπερδέψω.-
-Εγώ πάλι δεν καταλαβαίνω γιατί την στείρωσες την καημένη. Επεμβαίνεις στη φύση και αυτό δεν είναι σωστό. Εσύ θα ήθελες να στο κάνουν αυτό;- της είπε πειραχτικά η Μαριάννα και η Μισέλ κοίταξε την Χριστίνα.
-Το ξέρεις πως η γάτα είναι δέκα και χρονών; Την στείρωσα από τότε που ήταν δύο. Εσύ όμως κάθε φορά που την συναντάς λες τα ίδια. Στο έχω ξαναπεί. Δεν ήθελα να έχω τα βάσανα μιας γέννας. Άλλωστε θα έπρεπε να την πήγαινα σε γάτο της ράτσας της. Δεν είναι μια οποιαδήποτε γάτα η Μισέλ. Ξέρεις τι βάσανο θα ήταν να της βρω γκόμενο; Η προηγούμενη που την είχε της είχε γεννήσει δυο φορές. Μη φοβάσαι δεν έμεινε ανέραστη. Τόσα χρόνια κοντά μου δεν της έλειψε τίποτα  και εγώ την λατρεύω σαν παιδί μου. Και καλλίτερα από παιδί την έχω. Ελπίζω μόνο να ζήσει πολλά χρόνια ακόμη. Με την περιποίηση που της έχω έχει ελπίδες να φτάσει τα είκοσι χρόνια.-
-Ελπίδες έχει. Σεξ δεν έχει το καημένο το γατάκι μου.- είπε η Μαριάννα και φίλησε την Μισέλ. Εκείνη την αγκάλιασε με τα δυο χεράκια της και την έγλυψε στο χέρι. Η Μαριάννα γέλασε τρανταχτά.
-Μαριάννα μου τελείωσε τον καφέ σου και πάμε να ετοιμάσω κάτι για να φάμε. Σε λίγο θα έρθει και ο Σταύρος, να καθίσουμε στο τραπέζι οι τρεις μας.- είπε η Χριστίνα και άναψε τσιγάρο.
-Θα πας να φτιάξεις φαγητό με το τσιγάρο στο χέρι;-
-Ναι έχεις δίκιο.- απάντησε εκείνη και πήγε να το σβήσει.
-Μη το σβήνεις. Δώσε μου το εμένα.- την παρακάλεσε η Μαριάννα.
-Πάρε άλλο καρδούλα μου. Έχω πολλά.-
-Εγώ αυτό θέλω.- της απάντησε εκείνη και πριν προλάβει η Χριστίνα της το άρπαξε μέσα από τα δάχτυλα. Η Χριστίνα την κοίταξε με περιέργεια. Πρώτη φορά η Μαριάννα έκανε κάτι τέτοιο. Δεν έδωσε όμως σημασία, γιατί ήξερε πως η φίλη της έκανε διάφορα τρελά από καιρό σε καιρό. Όταν μετά από λίγη ώρα είχε στρώσει το τραπέζι και το φαγητό περίμενε λαχταριστό στα πιάτα η Μαριάννα μπήκε στην κουζίνα κρατώντας την Μισέλ αγκαλιά.
-Σε λίγο θα έρθει και ο Σταύρος. Είχε κάτι δουλειές στην Πάτρα και είχε φύγει από το πρωί. Άσε κάτω την γάτα και έλα να πλύνεις τα χέρια σου. Δεν θα φας έτσι.-
-Καλά. Ορίστε το άφησα το κοριτσάκι μου.-
-Έτσι μπράβο. Έχεις πετσέτα δίπλα σου.-
Καθώς η Μαριάννα σκούπιζε τα χέρια της πήρε ένα λυπημένο ύφος , κοίταξε την Χριστίνα  μέσα στα μάτια , όπως έκανε από πάντα και της είπε.
-Γιατί δεν παντρεύεσαι με τον Σταύρο; Δεν τον θέλεις;-
-Δεν σε καταλαβαίνω. Τι ερώτηση είναι τώρα αυτή; Πως σου ήρθε;-
-Δεν μου απάντησες Χριστίνα.- συνέχισε με αυστηρό ύφος εκείνη.
-Μα τι να σου πω; Δεν τα ξέρεις; Τον αγαπώ, περνάμε καλά και τελείωσε. Είχα παντρευτεί σε μικρή ηλικία και χώρισα. Απλά δεν θέλω να το ξανακάνω. Δεν μου πάει πώς να στο δώσω να το καταλάβεις.-
-Εγώ θέλω να παντρευτώ με τον Γιάννη.  Αν πάρεις και εσύ τον Σταύρο θα συμβαδίσουμε μαζί. Θα έχει πλάκα. Θα σε παντρέψω η εσύ εμένα και δεν θα χωρίσουμε ποτέ.-
Μαριάννα μου εμείς οι δυο δεν συμβαδίσαμε ποτέ. Ήμασταν πάντα σε δυο διαφορετικούς κόσμους που δεν συναντήθηκαν και δεν θα το κάνουν ποτέ τους. Ήμαστε τελείως αντίθετες σε όλα μεταξύ μας. Το μόνο που έχουμε κοινό είναι αυτή μας η φιλία. Όχι πως είναι και η τελειότερη, αλλά προσπαθώ. Αν αισθάνεσαι πως ο Γιάννης  είναι ο άντρας της ζωής σου , να παντρευτείς και να αποκτήσεις παιδιά. Αυτό θα σε κάνει ευτυχισμένη.-
-Δηλαδή δεν θεωρείς πως είμαστε καλές φίλες. Έτσι δεν είναι;-
-Καλές είμαστε. Θα ήμασταν όμως καλλίτερες αν εσύ με υπολόγιζες ως φίλη και μου εμπιστευόσουν τον εσωτερικό σου κόσμο. Αυτό όμως δεν θα το κάνεις ποτέ σου.-
-Είσαι άδικη Χριστίνα. Είσαι ο μοναδικός άνθρωπος πάνω στη γη που με ξέρει πραγματικά. Δεν σου έδωσα βέβαια  τον χρόνο για να με γνωρίσεις καλλίτερα. Αλλά σε κανένα πλην του εαυτού μου δεν αφιέρωσα χρόνο. Είμαι εγωίστρια έτσι; Ναι αυτό θα πεις. Το ξέρω. Τέλος πάντων, δεν θα αλλάξω τώρα. Αυτά τα πράγματα φαντάζομαι διαμορφώνονται στην παιδική ηλικία.-
-Εγώ δεν ζήτησα να αλλάξεις. Απλώς να μου έχεις εμπιστοσύνη. Δεν είναι καλοί όλοι οι άνθρωποι. Εγώ όμως είμαι μετά από τόσα χρόνια φαντάζομαι θα το έχεις καταλάβει. Ας  είναι φιλενάδα. Μόλις άκουσα το αμάξι του Σταύρου να μπαίνει στο γκαράζ. Ετοιμάσου για να φάμε.- είπε η Χριστίνα. Η Μαριάννα την πλησίασε. Τα μάτια της είχαν γίνει ένα αχνό βιολετί. Η Χριστίνα ένιωσε ξανά πως την μαγνήτιζαν. Η Μαριάννα την αγκάλιασε. Η Χριστίνα δεν μπόρεσε να κάνει το ίδιο.
-Σε αγαπώ πολύ.- της είπε και έφυγε από το δωμάτιο. Η Χριστίνα γέλασε και της απάντησε.
-Θα πρέπει να πάλεψες πολύ , για να σου βγει κάτι τέτοιο.-
-Δεν φαντάζεσαι πόσο.- είπε εκείνη γελώντας τρανταχτά.
-Τι δεν φαντάζεσαι ; Μαριάννα μου;- ρώτησε ο Σταύρος  μπαίνοντας στο σπίτι.
-Κάτι δικά μας Σταύρο μου. Γιατί χάθηκες όλο το πρωινό;- του απάντησε και τον φίλησε πεταχτά στο μάγουλο.
-Είπα να αφήσω τα κορίτσια μου να τα πουν. Τι να κάνει ένας άντρας ανάμεσα σε δυο γυναίκες;- είπε και εκείνη την ώρα ένιωσε την γάτα να του τρίβεται στα πόδια.
-Ναι Μισέλ έχεις δίκιο. Συγγνώμη καλή μου που σε ξέχασα.- 
  Η Χριστίνα έβγαλε το κρασί από το ψυγείο
-Λοιπόν όλα είναι έτοιμα. Ας καθίσουμε στο τραπέζι.- τους είπε και η γάτα απλώς τους κοίταξε και βγήκε από την κουζίνα. Έκαναν αρκετή φασαρία  για τα γέρικα αυτιά της. Εκείνη προτιμούσε να χουζουρέψει κάπου στα δροσερά.


Έναν μήνα μετά όταν ένα πρωί η Μαριάννα μπήκε στο γραφείο της βρήκε μια ανθοδέσμη από πανέμορφα κόκκινα  τριαντάφυλλα. Η κάρτα  ήταν από τον Γιάννη.  Τον πήρε στο κινητό του.
-Α! Μην νομίζεις πως θα την γλυτώσεις με ένα ευχαριστώ; Το βράδυ έχω κλείσει τραπέζι στο Ελντοράντο. Στις δέκα θα περάσω από το σπίτι σου να σε πάρω. Να είσαι έτοιμη.- της είπε γελώντας και έκλεισαν το τηλέφωνο. Η Μαριάννα χαμογέλασε. Ήταν σίγουρη πως ο Μακρίτης θα της έκανε πρόταση γάμου. Και ήταν έτοιμη. Αυτή την φορά ήταν έτοιμη για να αλλάξει σελίδα. Μόνο που ο  Γιάννης  δεν  είχε ποτέ του σκεφτεί να κάνει πρόταση στην Μαριάννα. Το διαζύγιο του ήθελε ακόμα τρία χρόνια για να βγει. Η πρώην γυναίκα του δεν του το έδινε. Αυτό ήθελε να της πει εκείνο το βράδυ. Και βέβαια ήρθε στην ώρα του για το ραντεβού του μαζί της, ντυμένος στην τρίχα. Η Μαριάννα του άνοιξε φορώντας ένα μαύρο φόρεμα με ντεκολτέ. Τα μαλλιά της  τα είχε σηκώσει και φορούσε ένα περιδέραιο στο λαιμό της.
-Είσαι η πιο ωραία γυναίκα που έχω δει ποτέ μου.- της είπε μόλις την αντίκρισε και εκείνη τον φίλησε απαλά στα χείλη.
-Σταμάτα ψεύτη και σε έχω καταλάβει. Σε όλες τα ίδια λες.- του απάντησε γελώντας εκείνη.
-Σου το ορκίζομαι πως μόνο εσένα έχω. Εγώ γεννήθηκα την μέρα που σε γνώρισα.-
-Καλά τώρα σε πίστεψα. Είμαι έτοιμη για φαγητό. Δεν έφαγα σχεδόν τίποτα όλη την ημέρα , για να φάω το βράδυ.-
-Μπορείτε να περάσετε στο αμάξι κυρία μου. Το τραπέζι μας περιμένει.- της απάντησε εκείνος την έπιασε από την μέση και αφού της άνοιξε την πόρτα, η Μαριάννα μπήκε στο αυτοκίνητο και κατευθύνθηκαν στο Ελντοράντο.
Λίγη ώρα αργότερα είχαν καθίσει στο τραπέζι τους και έπιναν ένα ποτό γελώντας  και συζητώντας. Μετά το πέρας του φαγητού πήραν ακόμα ένα ποτό. Ο Γιάννης   ήξερε πως αγαπούσε την Μαριάννα. Θα ήθελε πολύ εκείνη την στιγμή να της έκανε πρόταση γάμου. Δυστυχώς όμως η κατάσταση δεν ήταν τόσο εύκολη. Κοιτούσε τα μάτια της που ήταν γεμάτα λάμψη και φάνταζαν  σαν δυο σταγόνες ωκεανού και το μόνο που ήθελε να της πει ήταν σ’ αγαπώ. Θέλω να μοιραστώ μαζί σου την υπόλοιπη μου ζωή. Και εκείνη; Πώς να αισθανόταν εκείνη; Συνήθως η Μαριάννα δεν εξωτερίκευε τα αισθήματα της. Όταν έκαναν έρωτα τις περισσότερες φορές δεν μιλούσε. Λες και τον φοβόταν. Και τώρα; Τώρα θα έπρεπε να της πει για την γυναίκα του. Αλήθεια πως θα το έπαιρνε εκείνη;
-Μαριάννα θα ήθελα να σου πω κάτι.- της είπε και εκείνη χαμογέλασε.
Αυτή είναι η στιγμή. Τώρα θα πρέπει να με ζητήσει σε γάμο. Είμαι τόσο ευτυχισμένη. Θα του πω πως δέχομαι, είπε από μέσα της εκείνη.
-Αγάπη μου δεν σου μίλησα τόσο καιρό. Πίστεψε με το ήθελα , αλλά φοβόμουν πως ήταν πολύ νωρίς , μιας και η σχέση μας δεν είχε μεστώσει.-
-Για ποιο πράγμα να μου μιλήσεις; Έγινε κάτι;-
-Αυτό που ήταν να γίνει έγινε πριν πολλά χρόνια. Ήμουν νέος και φοιτούσα στο Εθνικό. Εκεί γνώρισα την γυναίκα μου. Παντρευτήκαμε γρήγορα  γιατί εκείνη ήταν έγκυος και μετά κατάλαβα πως δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε μεταξύ μας. Γέννησε τον γιο μας και ζήτησα διαζύγιο. Δεν μου το δίνει όμως. Θα πρέπει να περιμένεις λίγα χρόνια έτσι ώστε να ελευθερωθώ και να σε ζητήσω σε γάμο. Μακάρι να μπορούσα να σε παντρευτώ αυτή τη στιγμή. Δεν γίνεται όμως. Σου ζητώ συγγνώμη που δεν στο είπα από την αρχή. Φοβόμουν όμως πως δεν θα δεχόσουν να κάνεις σχέση μαζί μου.- είπε εκείνος και έσκυψε το κεφάλι του. Η Μαριάννα τον κοιτούσε χωρίς να μπορεί να πει το παραμικρό. Δεν ήξερε αν θα έπρεπε να τον βρίσει , να σηκωθεί και να φύγει , η να βάλει τα κλάματα. Μέσα σε μια στιγμή είχε γκρεμιστεί η ευτυχία της. Τα όνειρα που έκανε δίπλα του. Για την οικογένεια που περίμενε πως θα έφτιαχνε. Αν αγαπούσε πραγματικά τον Γιάννη  θα έπρεπε να τον περιμένει. Αυτό που την εκνεύριζε περισσότερο ήταν πως εξαρτιόταν η ζωή της από μια άλλη γυναίκα και τον γιό της. Τέτοια ατυχία μόνο σε εκείνη θα μπορούσε να συμβεί. Ο Γιάννης  έπινε το ποτό του και κάπνιζε αμίλητος κοιτάζοντας την Μαριάννα στα μάτια και περιμένοντας από εκείνη την αντίδραση της. Και η Μαριάννα κυρίαρχος του εαυτού της δεν  άφησε τα χαρακτηριστικά του προσώπου της να αλλοιωθούν. Δεν υπήρχε περίπτωση να καταλάβει εκείνος πως πληγώθηκε.
-Όπως καταλαβαίνω Γιάννη θα πρέπει να μείνουμε όπως είμαστε για κάποιο διάστημα. Όχι πως περίμενα να μου κάνεις και πρόταση γάμου. Δεν σκεφτόμουν ποτέ να παντρευτώ. Ειλικρινά θα μου έκανες πρόταση γάμου;- του είπε αδιάφορα.
-Μα και βέβαια. Σε αγαπώ τόσο πολύ. Θα σε ήθελα για γυναίκα μου. Εσύ δεν θα με ήθελες για άντρα σου;-
-Τι να σου πω αγάπη μου. Δεν είμαι εγώ για τέτοια ανοίγματα. Με τιμά βέβαια που σκεφτόσουν έτσι για εμάς , αλλά μάλλον θα σου έλεγα να ζήσουμε μαζί, για όσο κρατήσει.- του απάντησε εκείνη μάλλον ψυχρά και χάρηκε που ο Γιάννης  πίστεψε αυτά που του είπε. Δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση να του δείξει πόσο ευάλωτη ήταν εκείνη τη στιγμή. Ευτυχώς που εκείνος δεν ήταν η Χριστίνα. Σε εκείνη δεν έπιανε η ψεύτικη μάσκα της υπεροχής.
-Τότε θα με συγχωρέσεις; Μπορούμε αν θέλεις να ζήσουμε μαζί. Η στο δικό μου σπίτι η στο διαμέρισμα σου.- πρότεινε εκείνος και άναψε τσιγάρο.
-Στο δικό μου. Είναι πιο μεγάλο. Δεν μου αρέσει να ζω σε χώρο που γνωρίζω ελάχιστα. Σε συγχωρώ προς το παρόν. Να ξέρεις όμως πως δεν θα το ξεχάσω αυτό σου το ψέμα. Δεν μου αρέσει να με παραμερίζουν. Πρώτα και πάνω από όλα βάζω το καλό της Μαριάννας. Μπορεί να σε αγαπάω, αλλά δεν θα διστάσω να σε διώξω από την  ζωή μου, αν μου φερθείς άσχημα. Και τώρα που κανονίστηκαν όλα μπορούμε επιτέλους να πιούμε ακόμα ένα ποτό και να πάμε στα σπίτια μας. Όποτε μπορέσεις μάζεψε τα πράγματα σου και έλα να μείνουμε μαζί. Όχι όμως αυτή την εβδομάδα. Έχω μια προθεσμία που με πιέζει πολύ.- του απάντησε και άναψε τσιγάρο. Ο Μακρίτης δεν μπόρεσε να πει κάτι. Η Μαριάννα δεν του άφησε περιθώρια να συμφωνήσει η να διαφωνήσει. Μέσα σε δευτερόλεπτα από την γλυκιά χαμογελαστή γυναίκα που ήταν, αμέσως μεταμορφώθηκε σε άγγελο του σκότους. Έγινε ψυχρή και διευθέτησε τα πάντα λες και ήταν στο γραφείο της. Μια τέτοια αστραπιαία αλλαγή δεν μπόρεσε ούτε και εκείνος να την καταλάβει. Εκείνο το βράδυ όμως  ο Γιάννης μπόρεσε να χαλαρώσει. Η Μαριάννα δεν τον έδιωχνε, αλλά θα ζούσε μαζί του. Χάρηκε που ήταν τόσο ώριμη. Δεν ήθελε με τίποτα να χωρίσουν.


-Για να καταλάβω. Ο τύπος είναι παντρεμένος με άλλη; Μωρέ μπράβο; Και πως το πήρε η Μαριάννα;- είπε η Μαρία και γέλασε.
-Ψύχραιμα. Του είπε πως δεν σκεφτόταν ποτέ της τον γάμο. Του πρότεινε να μείνουνε μαζί στο διαμέρισμα της και εκείνος μετακόμισε πριν από δέκα μέρες.- της απάντησε η Χριστίνα.
-Καλά αυτή δεν σου είπε πως ήταν έτοιμη για γάμο;- ρώτησε η Βίκυ.
-Δεν σου είχε πει πως τον αγαπούσε πολύ και θα του έλεγε ναι , αν εκείνος της έκανε πρόταση;- ρώτησε με την σειρά της η Ελένη.
-Ρωτάτε λες και δεν ξέρετε την Μαριάννα. Όταν κατάλαβε πως βυθιζόταν η προοπτική του γάμου , το έπαιξε άνετη. Δεν ήθελε να καταλάβει εκείνος πως την πείραξε αυτό; Δεν θα του έδινε ποτέ την ευχαρίστηση. Νομίζω πως κινήθηκε με εξυπνάδα.- απάντησε η Χριστίνα. Και έφαγε λίγο από το φαγητό της. Είχαν βγει όλες τους μαζί με τους συντρόφους τους για φαγητό και καλό κρασί.
-Αν εκείνη είναι καλά με το να ζει μαζί του, γιατί θα έπρεπε να γίνει γάμος; Άλλωστε τι θα αλλάξει;- συμπλήρωσε ο Ανέστης και η Μίρκα δίπλα του συμφώνησε.
-Η Μαριάννα είναι πολύ εγωίστρια. Το ξέρετε όλοι σας πως τον Γιάννη ήθελε να τον παντρευτεί. Περίμενε να την ζητήσει σε γάμο. Αυτό το πρόβλημα με την πρώην γυναίκα του θα της έχει στοιχήσει. Πολύ φοβάμαι πως θα πιεστεί πολύ μέσα της, για να κρύψει την θλίψη. Και αυτό καραδοκεί κινδύνους.- πετάχτηκε η Μαρία.
-Δηλαδή τι κινδύνους; - ρώτησε ο Γιώργος.
-Ξεχάσατε το πρόβλημα με το αλκοόλ; Η γυναίκα αυτή  κρέμεται από μια κλωστή κυριολεκτικά. Μέσα της γίνεται μια πάλη. Παλεύει με τους δαίμονες της από πολύ μικρή. Και δεν έχει στήριξη από πουθενά. Να κάνετε το σταυρό σας να παραμείνει ήρεμη και υγιείς. Αλλιώς θα την πληρώσει το κορόιδο από εδώ. – συνέχισε η Μαρία δείχνοντας την Χριστίνα.
-Έλα τώρα μωρό μου. Νομίζω πως υπερβάλεις.- πετάχτηκε ο Νίκος και της κράτησε το χέρι.
-Έχει δίκιο η Μαρία. Η Αλεξάκη είναι αλλόκοτη γυναίκα. Ποτέ δεν ξέρεις τι θα συμβεί μέσα της. Εκεί που είναι ήρεμη , ξαφνικά γίνεται μια έκρηξη στα σωθικά της και όποιον πάρει ο διάολος. Δεν υπολογίζει κανέναν.- συμπλήρωσε ο Παναγιώτης.
-Ναι και πολύ περισσότερο δεν υπολογίζει εμένα.- είπε με πίκρα η Χριστίνα.
-Ναι αλλά απαιτεί να είσαι πάντα κοντά της. Είδες εξυπνάδα; Σου λέει εγώ δεν μπορώ , χτίζω καριέρα. Εσύ όμως που δουλεύεις στο φούρνο και εντάξει μωρέ δεν είσαι γυναίκα καριέρας, αλλά ούτε και μορφωμένη, μπορείς να με περιμένεις.- πετάχτηκε όλο νεύρα η Μαρία.
-Έλα τώρα βρε αγάπη μου; Πολύ αυστηρή έχεις γίνει.- της είπε μαλώνοντας την ο Νίκος.
-Εγώ το ξέρω , που τόσα χρόνια είμαι κοντά στην Χριστίνα. Δεν την έχω αφήσει ποτέ από τα μάτια μου και την στηρίζω χωρίς να ζητώ το παραμικρό. Όταν πέρασε τα χειρότερα με τον γάμο της και χρειάστηκε ψυχολογική υποστήριξη ποιος πήγε κοντά της; Μήπως εσύ Νίκο μου; Η εσύ Σταύρο; Μήπως ήσουν εσύ Γιώργο , η εσύ Παναγιώτη; Εμείς οι φιλενάδες την στηρίξαμε και ο καημένος ο Ανέστης που είχε καταντήσει γελωτοποιός για να την κάνει να ξεχνάει. Και εκεί που όλα είναι ρόδινα έρχεται αυτή η τρελή και μπαίνει στην παρέα. Και δεν λέω. Εμείς είμαστε όλοι άνετοι σε καινούργιες γνωριμίες. Όμως αυτή η Αλεξάκη είναι ότι χειρότερο μας έτυχε. Και η φιλενάδα μας από εδώ δεν μπορεί να την διώξει , γιατί λέει την νοιάζεται. Την βλέπει σαν αδερφή της. Μας έφαγαν εμάς τα αισθήματα.- συνέχισε η Μαρία.
-Τώρα δεν έχει και άδικο. Αλλά βρε Μαρία μου τι να κάνω πια; Πέρασαν τα χρόνια και η φιλία εδραιώθηκε. Νομίζω πως θα είναι καλά με τον Γιάννη. Τον αγαπά αληθινά.-
-Μωρέ αυτή δεν αγαπά τα άντερα της,  ο Γιάννης  την μάρανε.- απάντησε η Μαρία και όλη η παρέα γέλασε. Η Μισέλ στο σπίτι του Σταύρου έξυσε τα νύχια της στο χαλάκι της πόρτας.



 
Εκείνο τον χειμώνα που ήταν πολύ κρύος για την Ελλάδα η Μαρία με τον Νίκο βρισκόντουσαν σε χειμερινές διακοπές στα βουνά της Πίνδου. Έκαναν σκι και  έμεναν σε μια μονοκατοικία με τζάκι που είχαν νοικιάσει για σχεδόν ένα μήνα. Περνούσαν την κάθε μέρα διαβάζοντας, ακούγοντας μουσική και κάνοντας ασταμάτητα σεξ. Ο έρωτας τους δεν έλεγε να καταλαγιάσει ούτε για αστείο. Χαιρόντουσαν τα ίδια ακριβώς πράγματα και μοιραζόντουσαν τις ίδιες απολαύσεις. Και μέσα σε αυτές ήταν βέβαια το καλό φαγητό με το ιδανικό κρασί και το ακριβό μπράντι που συνήθως απολάμβαναν τα βράδια. Καθόντουσαν στο τζάκι και έβλεπαν από το παράθυρο το χιόνι να πέφτει σε μεγάλες άσπρες νιφάδες. Είχε περάσει ένας χρόνος που η Μαριάννα είχε  καλέσει να μείνει στο σπίτι της ο Γιάννης  Όλο εκείνο το διάστημα δεν υπήρξαν ιδιαίτερα προβλήματα. Το ζευγάρι συμβίωνε καλά και ήταν ευτυχισμένο. Ώσπου εκείνο το βράδυ όλα άλλαξαν.
Ο Γιάννης  μπήκε χωρίς να κάνει θόρυβο στην κρεβατοκάμαρα. Ήταν χαράματα. Ξεντύθηκε και έπεσε στο κρεβάτι. Η Μαριάννα δεν κοιμόταν. Τον περίμενε.
-Γύρισες μωρό μου;- του είπε.
-Ναι. Κοιμήσου.-
-Γιατί άργησες; Μου έλειψες.-
-Ξέρεις τώρα πως είναι αυτά τα πράγματα. Μετά την παράσταση βγήκαμε όλοι για ένα ποτό.- απάντησε εκείνος κουρασμένα. Εκείνη γύρισε και τον φίλησε στο στήθος.
-Αγάπη μου δεν μπορώ. Είμαι πτώμα.- της είπε και τραβήχτηκε από κοντά της. άλλαξε πλευρό και τον πήρε ο ύπνος. Τα μάτια της Μαριάννας γκριζάρισαν μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο. Αυτή η συμπεριφορά του  Γιάννη είχε συμβεί ξανά. Δεν ήταν όμως εσκεμμένο από την μεριά του. Απλά κάποιες φορές ήταν πολύ κουρασμένος για να κάνει έρωτα μαζί της. Μια άλλη γυναίκα θα μπορούσε να καταλάβει. Όχι όμως και η Μαριάννα που ένιωθε ξανά ανασφαλής σε αυτή την σχέση. Ένιωθε ξανά να γίνεται μια έκρηξη στα σωθικά της. Σηκώθηκε από το  κρεβάτι και πήγε στο καθιστικό. Ήταν Γενάρης μήνας και έξω έκανε πολύ κρύο. Πήρε τα τσιγάρα της και άναψε ένα. Δεν άναψε τα φώτα και έτσι σκόνταψε πάνω σε ένα μικρό τραπεζάκι. Εκείνο καθώς κουνήθηκε έπεσε κάτι στο πάτωμα. Η Μαριάννα άναψε το πορτατίφ και μια κορνίζα με την φωτογραφία εκείνης και της Χριστίνας ήταν πεσμένη ανάποδα. Την σήκωσε και την κοίταξε για μερικά λεπτά.
- Μόνο εσύ δεν έπαψες να μου δείχνεις ενδιαφέρον. Μόνο εσύ δεν με άφησες μόνη μου ποτέ. Δεν έπαψες να με φροντίζεις. Χριστίνα ποτέ δεν σου είπα πόσο σ’ αγαπώ. Και σε πλήγωσα με την αδιαφορία μου. Σε παρακαλώ , μείνε κοντά μου. Νιώθω  ξανά πως δεν ελέγχω τον εαυτό μου. Ο     Γιάννης έχει απομακρυνθεί.-   είπε χαμηλόφωνα και δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια της. Η Χριστίνα στο κρεβάτι της τραντάχτηκε και άνοιξε τα μάτια. Η Μισέλ την έγλυψε στο χέρι και την ξαναπήρε ο ύπνος. Η Μαριάννα ήξερε πως ήταν πάλι ευάλωτη σε τρελές σκέψεις και φοβίες που την  περικύκλωσαν εκείνη την στιγμή. Ήταν σίγουρη πως ο Γιάννης  πήγαινε  με άλλη γυναίκα. Η μπορεί να βρισκόταν ξανά με την γυναίκα του. Για αυτό και δεν ήθελε να παντρευτεί εκείνη. Είχαν και ένα παιδί. Αυτή δεν είχε τίποτα για να τον δέσει. Αμέσως μετά από αυτές τις σκέψεις ήρθαν και οι παλιοί της φόβοι. Φοβόταν να μείνει μόνη. Φοβόταν να περιμένει τον Γιάννη τα βράδια. Φοβόταν να εναντιωθεί ανοιχτά στον πατέρα της. Φοβόταν να πει  στην Χριστίνα πως την χρειαζόταν για φίλη της. Δεν είχε φίλους. Αλλά και δεν ήθελε μετά την Χριστίνα να προσπαθήσει για άλλους. Από την άλλη φοβόταν η Χριστίνα, ο Γιάννης  και ο πατέρας της να της γίνουν απαραίτητοι. Δεν έπρεπε να το επιτρέψει αυτό στον εαυτό της. Προτιμούσε να φεύγει. Να εξαφανίζεται. Δεν άφηνε κανένα συναίσθημα να βγει στην επιφάνεια. Ακόμα και στο σεξ ήταν μαζεμένη. Συνήθως γινόταν πολύ γρήγορα και σπάνια τελείωνε. Μετά κοιμόταν αρκετές ώρες. Λες και το σεξ την κούραζε υπερβολικά. Απολάμβανε όμως να την κοιτούν τα αρσενικά. Ήθελε να αρέσει. Να είναι ποθητή και να λιώνουν όλοι για χάρη της. Όταν όμως κάποιες γνωριμίες γινόντουσαν πιο σοβαροί δεσμοί, όπως με τον Γιάννη,  κατά κάποιο τρόπο βαριόταν. Η νόμιζε πως κάποια στιγμή δεν της έδιναν σημασία και αμέσως εκείνη γινόταν επιφυλακτική και επιθετική. Από εκείνο το βράδυ ο Γιάννης  μπήκε στην μαύρη λίστα. Ακόμα και η κολόνια του ήταν ανυπόφορη. Η Μαριάννα κάπνιζε και ένιωθε κράμπες σε όλο της το κορμί. Την πονούσε ο σβέρκος, η μέση, το στήθος, οι γάμπες. Σηκώθηκε όρθια, έσβησε το τσιγάρο και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Σκεπάστηκε με το πάπλωμα ενώ το κορμί της έτρεμε και γύρισε πλευρό. Έξω κάποιες νιφάδες χιονιού έπεφταν πυκνές πάνω από την πρωτεύουσα. Η Μισέλ είχε χωθεί ανάμεσα στον Σταύρο και την  Χριστίνα και απλά σκεφτόταν πόσο τυχερή γάτα ήταν. Τα αφεντικά της κοιμόντουσαν αγαπημένα και εκείνη είχε όση ζεστασιά χρειαζόταν για εκείνη την νύχτα του κρύου Γενάρη.
 Η Μαρία με τον Νίκο είχαν αποκοιμηθεί πάνω στις λευκές φλοκάτες γυμνοί , μπροστά από το τζάκι που τριζοβολούσε. Οι φλόγες κόκκινες, γαλάζιες, πορτοκαλί, φώτιζαν και ζέσταιναν τα σώματα τους.
Η Βίκυ με τον Γιώργο έκαναν έρωτα στο σπίτι τους.
Η Μίρκα με τον Ανέστη κοιμόντουσαν αγκαλιασμένοι.
Η Ελένη κοιμόταν και ο Παναγιώτης είχε ξεχαστεί στο γραφείο του με ένα επιστημονικό βιβλίο. Όλοι οι φίλοι της Χριστίνας ήταν καλά και ευτυχισμένοι. Το μόνο πρόβλημα θα ερχόταν από την μικρότερη. Την Μαριάννα.

Την επόμενη μέρα το πρωί ο Γιάννης σηκώθηκε στις δέκα το πρωί. Γύρισε και είδε την Μαριάννα να κοιμάται δίπλα του. Του φάνηκε περίεργο να είναι ακόμα στο κρεβάτι η Μαριάννα. Την φίλησε και της είπε.
-Μωρό μου σε πήρε ο ύπνος; Δεν θα σηκωθείς για το γραφείο;-
-Νυστάζω. Αισθάνομαι πολύ κουρασμένη. Άσε με να κοιμηθώ.- του απάντησε άχαρα εκείνη. Ο Γιάννης μπήκε στο μπάνιο ντύθηκε και έφυγε. Είχε ραντεβού με έναν πολύ νέο σκηνοθέτη για μια ταινία. Όταν γύρισε στις δύο το μεσημέρι είδε την Μαριάννα να κοιμάται στην ίδια θέση που την είχε αφήσει το πρωί. Αυτό ήταν σίγουρα κακό σημάδι σκέφτηκε και πήρε την μητέρα της ένα τηλέφωνο. Η Τζέσικα του είχε δείξει αδυναμία από την αρχή. Ήταν με τον μασέζ της όταν χτύπησε το κινητό.
-Ναι;-
-Τζέσικα ο Γιάννης είμαι. Που σε βρίσκω;-
 -Αγόρι μου, είχα κάτι πόνους και ήρθα στον μασέζ μου. Τι κάνει η κορούλα μου;-
-Για  εκείνη σε πήρα. Σήμερα δεν σηκώθηκε  καθόλου από το κρεβάτι. Κοιμάται συνέχεια. Φοβάμαι πως…..-
-Δεν έχει τίποτα. Από την πολύ δουλειά είναι. Πείσε την να πάτε για σκι στην Ελβετία. Θα ξεδώσετε για τα καλά. Εγώ φεύγω σε δυο μέρες. Αυτή την εποχή είναι χάρμα εκεί. Αν ανησυχείς τόσο πάρε καλλίτερα τον Λεωνίδα. Αυτός ξέρει πώς να φερθεί στην κόρη μας. Χάρηκα πολύ που σε άκουσα Γιάννη μου.- του είπε χαρούμενα εκείνη και έκλεισε το τηλέφωνο. Ο Γιάννης πήρε αμέσως τον πατέρα της.
-Κύριε Αλεξάκη  ο Γιάννης είμαι.-
-Ναι Γιάννη, τι συμβαίνει;-
-Ξέρετε η Μαριάννα κάτι έχει. Δεν ξέρω ακριβώς. Κοιμάται συνέχεια και δεν λέει να ξυπνήσει.-
-Δηλαδή δεν είναι στο γραφείο της σήμερα; Μου φαίνεται πως την έχω φορτώσει με πολλές ευθύνες και κάπου έσπασε. Δώσε μου να της μιλήσω.- είπε ξερά εκείνος. Ο Γιάννης  πήγε  στη Μαριάννα το τηλέφωνο.
-Αγάπη μου σε ζητά ο πατέρας σου. Ξύπνα πρέπει να του μιλήσεις.- η Μαριάννα φανερά νυσταγμένη μπόρεσε να τραυλίσει.
-Ναι;-
-Μαριάννα τι είναι τώρα αυτά; Ξύπνα. Δεν μπορείς να κοιμάσαι ενώ όλα γύρω σου τρέχουν με ταχύτητα. Έχεις μια υποχρέωση. Η δουλειά δεν μπορεί να περιμένει. Τι παιδιάστικη συμπεριφορά είναι αυτή; Και γιατί δεν με ενημέρωσες; Αν το ήξερα πως δεν πήγες  στην δουλειά σήμερα θα έβαζα τον Ντίνο  να σε αντικαταστήσει. Στην λέξη αντικατάσταση η Μαριάννα ξύπνησε από τον λήθαργο, σηκώθηκε από το κρεβάτι , τίναξε τα μαλλιά της και του είπε.
-Συγνώμη μπαμπά. Λάθος μου. Θα έρθω αύριο στο γραφείο. Δεν ξέρω τι υπνηλία ήταν αυτή σήμερα. Μην ανησυχείς. Αύριο θα έρθω κανονικά.- του απάντησε και έκλεισε το τηλέφωνο.
-Το ήξερα πως μόνο η φωνή του πατέρα σου μπορούσε να σε ξυπνήσει μια και καλή.- είπε ο Γιάννης  χαμογελώντας.
-Τι ώρα είναι;-
-Τρεις το μεσημέρι. Θα φάμε τίποτα;-
-Δεν έχω όρεξη. Δες αν έχει μείνει τίποτα φαγητό από εχτές που έφτιαξε η Σωτηρία.-
-Σήμερα δεν ήρθε;-
-Πήρε την άδεια της. Για δυο εβδομάδες θα πρέπει να τα καταφέρουμε μόνοι μας.-
-Κατάλαβα. Θα μας φάει η κονσέρβα. Τουλάχιστον να πλένεις και να σιδερώνεις ξέρεις;-
-Γιάννη δεν πας στον διάβολο; Αν ήθελες σύζυγο να έμενες στην πρώην σου.- του απάντησε νευρικά.
-Καλά θα παραγγείλω απ’ έξω.- είπε εκείνος και βγήκε από το δωμάτιο. Η Μαριάννα χασμουρήθηκε και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Έβγαλε τα ρούχα της και μπήκε στο μπάνιο. Το ζεστό νερό κύλισε στο σώμα της και εκείνη με μάτια κουρασμένα σκεφτόταν πως δεν είχε όρεξη ούτε για δουλειά, ούτε για να φάει και πολύ περισσότερο να ζει με τον Γιάννη. Ο πατέρας της σαν άλλος δυνάστης δεν την άφηνε σε ησυχία. Μόνο η δουλειά τον ενδιέφερε. Γιατί κανείς δεν την έβλεπε; Μήπως ήταν αόρατη για εκείνον; Τόσα χρόνια έκανε τα πάντα για να την προσέξει ο Λεωνίδας  Αλεξάκης. Προσπαθούσε να είναι η καλή κόρη, να δουλεύει, να αναλαμβάνει όλο και περισσότερες ευθύνες , μόνο και μόνο για να τον ευχαριστήσει. Αλλά εκείνος την έβλεπε απλά σαν υπάλληλο του. Και εκείνη είχε την ανάγκη να την δει σαν κόρη του. Και που την έκανε δεξί του χέρι στον εκδοτικό οίκο τι έγινε; Εντάξει θα ήταν καλή στην δουλειά της. Εκείνη όμως ήθελε να την αγαπήσει, να την πονέσει και επιτέλους να την αγκαλιάσει στοργικά. Να την φιλήσει στο κεφάλι και να της πει να μην φοβάται τίποτα και πως όλα θα πάνε καλά. Να την προστατέψει από τον έξω κόσμο που στα μάτια της φάνταζε ξένος και εχθρικός. Αλλά αυτό δεν το έκανε ποτέ του. Για λίγο μόνο. Τότε που ήταν στο νοσοκομείο και αντιμετώπιζε πρόβλημα με το ποτό. Από την μητέρα της είχε παραιτηθεί χρόνια τώρα. Ήταν μια ξένη για αυτήν. Αυτό όμως που δεν μπορούσε να συγχωρήσει στον πατέρα της ήταν το γεγονός πως αγάπησε και παντρεύτηκε αυτή τη γυναίκα. Τι είχε βρει σε εκείνη που δεν θα έβρισκε σε χιλιάδες άλλες γυναίκες; Εντάξει ήταν πολύ όμορφη γυναίκα, αλλά χωρίς στάλα μυαλό και γεμάτη φιλαρέσκεια για τον εαυτό της. Όλη την ημέρα τριακόσιες εξήντα  μέρες το χρόνο οι ασχολίες της είχαν να κάνουν με τον καλλωπισμό του σώματος, τα ακριβά ρούχα, τα ταξίδια, και το τένις. Έφευγε συχνά έξω και γυρνούσε βδομάδες μετά έχοντας αγοράσει από καμιά ντουζίνα κοσμήματα, παπούτσια και καλλυντικά. Που την έβλεπες που την έχανες, από κοκτέιλ πάρτη, σε επίσημα δείπνα και από μοδάτα καφέ σε ακριβά ρεστοράν. Φαινόταν πως ο πατέρας της ανεχόταν όλα της τα καπρίτσια. Θα έπρεπε να την αγαπούσε. Την είχε γνωρίσει στην Αμερική. Εκείνη ήταν κόρη ενός  Τεξανού επιχειρηματία  και μοναδική του κληρονόμος. Ο Αλεξάκης ήταν τότε  ήδη φτασμένος έχοντας στην κατοχή του εστιατόρια , εφημερίδες και έναν εκδοτικό οίκο. Ήταν περιουσία που είχε στα χέρια του ο πατέρας του και που μετά τον θάνατο του την ανέλαβε εκείνος μαζί με τα δυο μικρότερα αδέρφια του. Η  Τζέσικα  ήταν μια Ξανθιά πανέμορφη γυναίκα. Ψιλή και με τέλειες αναλογίες. Ο πατέρας της δεν είχε άλλο παιδί και την λάτρευε. Ο παππούς Τζον ήταν πολύ γλυκός άνθρωπος. Ήταν στιβαρός, και ηλιοκαμένος άντρας με δυνατά χέρια. Η Μαριάννα τον θυμόταν πολύ καθαρά. Όταν ήταν πέντε χρονών, πριν ακόμα φύγουν από την Αμερική ο παππούς την μάθαινε ιππασία. Της είχε χαρίσει ένα μαύρο άλογο από την συλλογή του. Ο παππούς είχε γύρω στα είκοσι άλογα και του άρεσε να κάνει βόλτες στο δάσος που υπήρχε γύρω από το ράντσο του. Είχε πολύ μεγάλη αδυναμία στην Τζέσικα γιατί δεν είχε γνωρίσει την μητέρα της. Η γιαγιά Βίβιαν είχε πεθάνει δυο χρόνια μετά την γέννηση της Τζέσικας. Καρκίνο είχαν αποφανθεί οι γιατροί και ο παππούς μεγάλωσε την μητέρα της Μαριάννας στα πούπουλα. Δεν της χάλασε ποτέ του χατίρι , την αγαπούσε  πολύ και προσπαθούσε να την ευχαριστεί με κάθε τρόπο. Με τόσα χάδια λοιπόν και άνετη ζωή η Τζέσικα πήρε τον κακό δρόμο. Μετά το κολέγιο που το τελείωσε κακήν κακός άρχισε μια ξέφρενη ζωή. Πάρτι, εκδρομές, σεξ, ναρκωτικά, ροκ και ουίσκι. Ως τα είκοσι πέντε της τα είχε δοκιμάσει όλα και νόμισε πως ερωτεύτηκε τον Αλεξάκη. Μάλλον το πορτοφόλι του σκέφτηκε. Μαζί με το δικό της θα μπορούσε να ζήσει για πάντα χωρίς να κουνήσει το δαχτυλάκι της. Ένα βράδυ έσμιξε μαζί του τύφλα στο μεθύσι στο πίσω μέρος της μερσεντές του. Για την Τζέσικα Κέρνς ήταν πολύ εύκολο να ανοίξει τα πόδια στον καθένα. Λάτρευε τον δυναμισμό των αντρών και το τραχύ κορμί τους. Ο Λεωνίδας ήταν ένας πολύ όμορφος αθλητικός άντρας που πρόσεχε πολύ την εμφάνιση του. Κολυμπούσε, έκανε βάρη και τζόκιν σε καθημερινή βάση και ήταν έξυπνος, διαβασμένος και με αρχοντική κορμοστασιά. Δυστυχώς είχε πιαστεί σαν βλάκας ανάμεσα  στη  βαθιά σκοτεινή χαράδρα της Τζέσικας και την άφησε έγκυο μετά από δυο μήνες δεσμό. Εκείνη αρνήθηκε να ρίξει το παιδί και εκείνος σαν τίμιος Έλληνας την παντρεύτηκε. Στην πορεία κατάλαβε πως δεν είχε τίποτα κοινό με την γυναίκα του. Δεν την ενδιέφεραν οι μπίζνες, η οικογένεια, τα παιδιά. Ποτέ της δεν τον κατάλαβε. Δεν είχε αφουγκραστεί τις έγνοιες του, τις φουρτούνες στη δουλειά. Ούτε και η μητρότητα την άλλαξε. Μέχρι να γεννηθεί η Μαριάννα τις έφταιγαν όλα και όλοι. Της έφταιγε το ίδιο το μωρό. Όταν  την γέννησε , την παρέδωσε στην νταντά και εκείνη έφυγε για δυο εβδομάδες διακοπές στο Παρίσι με την γυναίκα ενός άλλου επιχειρηματία. Μόλις  γύρισε εξουθενωμένη από τις βόλτες, έπεσε στην αγκαλιά του Λεωνίδα και άρχισε να του διηγείται της εντυπώσεις από το ταξίδι. Εκείνος την άκουγε πικραμένος από την συμπεριφορά της. Δεν αναζήτησε ούτε για μια φορά την κόρη της. Όταν τελικά της το θύμισε ο ίδιος , η Τζέσικα πήρε ένα αδιάφορο ύφος και πήγε να την δει. Η Μαριάννα κοιμόταν και εκείνη της έστειλε ένα φιλί από μακριά. Και αυτό ήταν. Στα χρόνια που θα ερχόντουσαν η Τζέσικα θα είχε αυτή την σχέση με την κόρη της. Την σχέση την αδιάφορη. Ο θεός είχε σκεφτεί πολλές φορές η Μαριάννα έκανε φρικτά λάθη. Έδινε παιδιά σε άχρηστες γυναίκες και σε εκείνες που το άξιζαν τα στερούσε. Η Τζέσικα ήταν μια αδιάφορη, παγωμένη, κακομαθημένη, πλούσια γυναίκα. Στην ζωή της είχε μάθει να κάνει το δικό της και κοιτούσε να περνά καλά εκείνη. Δεν ήταν βέβαια μια κακιά γυναίκα. Δεν έκανε δολοπλοκίες η ετοίμαζε παράτολμα σχέδια. Όχι σε καμία περίπτωση δεν είχε τέτοιο χαρακτήρα. Η έλλειψη όμως των συναισθημάτων της απέναντι στην μοναχοκόρη της, άνοιξαν ένα βαθύ τραύμα στην παιδική ψυχή εκείνου του παιδιού. Και ο Λεωνίδας απογοητευμένος και εγκλωβισμένος σε έναν ψυχρό γάμο, μαζεύτηκε στον εαυτό του και αφιερώθηκε στην δουλειά και μόνο. Μάλλον θεώρησαν την Μαριάννα ένα πρόβλημα που τους διέσπασε σαν συζύγους. Δεν είχαν καταλάβει πως εκείνοι έφταιγαν που ο γάμος τους δεν πέτυχε. Θα μπορούσαν ο καθένας ξεχωριστά να είχαν αφιερωθεί στο παιδί και να το είχαν κοντά τους. Αντί για αυτό ο καθένας ζούσε την ζωή του και ανεχόταν τον άλλο για να περνάνε τα χρόνια και ουσιαστικά να απομακρύνονται κάθε μέρα και περισσότερο από την κόρη τους. Και βέβαια αυτό θα ερχόταν η στιγμή που θα το πλήρωναν με τον χειρότερο τρόπο.

  

Αυτό είναι ένα βιβλίο που μιλά για την φιλία. Για το πώς ορισμένοι άνθρωποι έρχονται κοντά και προσπαθούν μαζί να κάνουν την ζωή τους μοναδική. Για αυτό και το βιβλίο  αυτό αφιερώνεται ειδικά  στις τέσσερις  ξεχωριστές φίλες που είναι κοντά μου πολλά χρόνια και με στηρίζουν, όπως και εγώ. Παλέψαμε πολύ για να εδραιώσουμε αυτή τη φιλία. Χωρίς την αγάπη σας δεν θα μπορούσα να γράψω. Ετούτο το βιβλίο είναι το πρώτο που έγραψα και το αγαπώ όσο και εσείς. Για αυτό και σας ανήκει. Είναι δικό σας βιβλίο.  

Στις: Αγγελική, Έφη, Έλλη, Νατάσα.

Στην Χρύσα που αν δεν ήταν εκεί να με καθοδηγήσει δεν θα είχα ξεκινήσει το ταξίδι.
Σε ευχαριστώ για ότι μου έμαθες. Στον αδερφό μου Γιώργο και στην γυναίκα του Άντζελα που είναι στο πλευρό μου.
Στους γονείς μου και στον Θεό που με  προστατεύει.    
Στους φίλους και φίλες που είναι δίπλα μου: Λάμπρο και Ευγενία Μάθεση, Κώστα Μιχαλάκη, Αντρέα Αυγέρη, Πάνο Παπασωτηρίου, Ρούλα Σοφρά, Παναγιώτη Βελτανισιάν,  Μαρία και  Νίκο Τσίτσο. Φωτεινή και Νίκο Λαυράνο, Σύλβια και Κώστα Γάσπαρη, Στέλλα και Σωτήρη Καρνέση, Στεργιάννα Γιαφεντή και σε όλους όσους ξέχασα. Τα ξαδέρφια μου: Γεωργία και Κωνσταντίνα Φήμη, Τάσο και Λούντα Καραντή, Αποστόλη Αθανασίου, Άντα.   
Στην Αθηνά Γραμματικού που οι συμβουλές της ήταν πολύτιμες, και στον αγαπημένο μου φίλο Δημήτρη Χαρίτο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι από το ομώνυμο ποίημα της Άντζελας Σκοπελίτη Κοφινά.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους ένας πέθαινε από αηδία... Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους, θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
Κώστας Καρυωτάκης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

22/10/1937 Γεννήθηκε ο συνθέτης Μάνος Λοίζος
23/10/1925 Γεννήθηκε στην Ξάνθη ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις

ΤΥΧΑΙΑ TAGS