89 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
22.01.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Ο χρόνος της φθοράς | Μέρος 12ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά


Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Χριστίνα. Μια γυναίκα λίγο μετά τα τριάντα που θεωρεί την έννοια της φιλίας το μεγαλύτερο αγαθό. Έχει καταφέρει να έχει κοντά της τρεις αγαπημένες φίλες και έναν αδερφικό φίλο που είναι πάντα στο πλευρό της.
Τη Μαρία , την Βίκυ , την Ελένη και τον Ανέστη. Όταν όμως γνωρίζεται με την Μαριάννα Αλεξάκη η ισορροπία στη ζωή της χάνεται. Εκείνη είναι ένα παιδί 23 χρόνων που δουλεύει στον εκδοτικό οίκο του πατέρα της. Έχει θέσει πολύ ψηλούς στόχους για να γίνει συγγραφέας  και θέλει να κάνει μεγάλη καριέρα σε αυτό. Η Μαριάννα σε αντίθεση με την Χριστίνα δεν εμπιστεύεται κανέναν , δεν κάνει φιλίες , φοβάται την μοναξιά  και προσπαθεί να κάνει τους γονείς της να την προσέξουν.
Οι δυο γυναίκες δένονται με μια φιλία και μια δυνατή αγάπη από την αρχή της γνωριμίας τους. Όμως η Μαριάννα απασχολημένη με το κτίσιμο της καριέρας της, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα υψηλά στάνταρ της Χριστίνας για τη φιλία.
Δυο διαφορετικές γυναίκες και δυο ξεχωριστές πορείες. Ένας κύκλος φιλίας  που ξεκινά με τη γνωριμία των δύο γυναικών , συνεχίζεται με τα ψυχικά προβλήματα της Μαριάννας , για να καταλήξει στο φευγιό της Χριστίνας και την τελική τους επανασύνδεση.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ
 
-Λοιπόν μια και το πρώτο σας βιβλίο έχει κάνει ήδη δυο επανεκδόσεις και πήγε πολύ καλά, νομίζω πως είναι καιρός να εκδώσουμε και το δεύτερο βιβλίο σας. Είσαστε σύμφωνος με αυτό κύριε Θωμόπουλε;-
-Ναι δεν έχω κανένα πρόβλημα. Σας χρωστάω τα πάντα.-
-Στο ταλέντο σας το χρωστάτε.-
 Ο Θωμόπουλος χαιρέτησε και βγήκε από το γραφείο του Παναγιώτη. Εδώ και δυο χρόνια ο εκδοτικός οίκος που είχε αναλάβει την διεύθυνση του στην Αθήνα πήγε τόσο καλά που άνοιξαν και δεύτερο γραφείο στην Πάτρα. Ο Παναγιώτης πήρε την Ελένη και την κόρη τους και γύρισαν να μείνουν μόνιμα στο πατρικό της γυναίκας του. Έτσι και η Χριστίνα μπορούσε να βλέπει την βαφτιστήρα της και να περνά αρκετό χρόνο μαζί της. Η Μίρκα έμεινε μαζί του σαν γραμματέας του. Εκείνη την στιγμή ο Παναγιώτης κοίταξε να την βρει στο γραφείο της, αλλά δεν ήταν εκεί. Έτσι ασχολήθηκε με κάποια χαρτιά και διάφορα τηλέφωνα που είχε να κάνει. Στις δώδεκα το μεσημέρι όταν άνοιξε την πόρτα του γραφείου του είδε την Μίρκα να γράφει στον υπολογιστή της. Την φώναξε μέσα. Λίγο αργότερα εκείνη με ένα περπάτημα λίγο πολύ νωθρό μπήκε μέσα και κάθισε.
-Σου συμβαίνει κάτι; Δε μου φαίνεσαι και πολύ καλά. Κάτι στο περπάτημα σου……δεν ξέρω. Σαν να μην είσαι η ίδια.-
-Καλά….καλά είμαι Παναγιώτη. Απλά δεν έχω κοιμηθεί. Δεν κοιμάμαι καθόλου καλά τους τελευταίους μήνες.-
-Να πας σπίτι και να ξαπλώσεις. Πάρε μια βδομάδα άδεια. Θα τα καταφέρω μόνος για τόσο λίγο.-
-Όχι. Θα το παλέψω. Θα πάω σε γιατρό να δω τι φταίει. Αυτές οι αϋπνίες πρέπει να σταματήσουν.-
-Θα σε παρακαλέσω να πας στο σπίτι. Επιμένω. –
-Καλά. Θα πάω. Μόνο μια βδομάδα λοιπόν. Μετά δεν θα μπορέσω να μείνω σπίτι. Θα τρελαθώ  αν δεν δουλέψω.-
-Μόνο οι αϋπνίες είναι;- την ρώτησε ο Παναγιώτης.
-Βλέπεις κάτι άλλο;-
-Έχεις μια μικρή αστάθεια. Πώς να στο πω. Όταν βαδίζεις γέρνεις κάπως. Μήπως μαζί με τα χάπια πίνεις καθόλου αλκοόλ; Συγνώμη που στο αναφέρω, αλλά κάτι τέτοιο μου πέρασε από το μυαλό.- η Μίρκα ξεφύσησε και του είπε.
-Έχεις απόλυτο δίκιο. Θα ήταν κουταμάρα μου να το αρνηθώ. Έχω λίγους μήνες που αντιμετωπίζω αυτό το πρόβλημα. Η ιδέα πως δεν θα αποχτήσω παιδί με έχει κουρελιάσει. Και ο Ανέστης νομίζει πως είμαι καλά. Τι να του πω; Ότι πίνω χάπια και αλκοόλ για να κοιμάμαι τα βράδια; Και για να μη μυρίζει το στόμα μου, πίνω βότκα. Παναγιώτη θα μου υποσχεθείς πως δεν θα του κάνεις κουβέντα. Το έχω αποφασίσει να το κόψω. Μετά την άδεια θα έρθω έτοιμη για δουλειά και θα είμαι μια χαρά.-
-Πήγαινε σπίτι. Και το καλό που σου θέλω σταμάτα αυτόν τον φονικό συνδυασμό. Δεν θα σε βγάλει πουθενά.- της απάντησε ήρεμα ο Παναγιώτης και η Μίρκα έφυγε για το σπίτι της. Πήγε στο αυτοκίνητο της άναψε την μηχανή και κατευθύνθηκε στο πιο κοντινό σούπερ μάρκετ. Αγόρασε ένα μπουκάλι βότκα και το έκρυψε στην τσάντα της. Όταν έφτασε στο σπίτι η ώρα ήταν μία το μεσημέρι. Δεν είχε όρεξη να ετοιμάσει φαγητό. Ήθελε όμως να πιει. Να πιει τόσο πολύ ώστε να κοιμηθεί για πάντα. Έβγαλε όλα της τα ρούχα και χώθηκε στο κρεβάτι της. Κατάπιε μερικά υπνωτικά και ήπιε αρκετή βότκα από το μπουκάλι. Μετά ξαφνικά τα βλέφαρα της άρχισαν να κλείνουν και να κλείνουν, και να κλείνουν. Στο   τέλος βαθύ σκοτάδι κάλυψε τα πάντα.

Ο Παναγιώτης εκείνη την στιγμή έπαιρνε την Χριστίνα στο κινητό της. Φοβόταν για την εξέλιξη της Μίρκας. Έπρεπε να την ενημερώσει. Η Χριστίνα εκείνη την ώρα έκλεινε το φαγητό που το είχε στο φούρνο. Πήρε το τηλέφωνο και απάντησε.
-Ναι;-
-Χριστίνα μου ο Παναγιώτης είμαι. Είσαι καλά;-
-Καλά Παναγιώτη μου. Εσείς; Το παιδί;-
-Είμαστε όλοι μια χαρά. Για άλλο σε πήρα.-
-Ελπίζω να μην είναι σοβαρό.-
-Δυστυχώς όμως είναι και δεν μπορώ να μην στο αναφέρω Χριστίνα.- της απάντησε εκείνος και της είπε το περιστατικό με την Μίρκα.
-Το είχα εντοπίσει το πρόβλημα από τα Χριστούγεννα, τότε στην γιορτή μου. Δεν περίμενα όμως πως θα έφτανε ως εκεί. Δηλαδή τώρα το μεσημέρι που έφυγε από το γραφείο σου είχε πιει;-
-Από το βάδισμα της κάτι τέτοιο συμπέρανα.-
-Τι θα κάνουμε; Ο Ανέστης καλλίτερα να μη το μάθει από εμάς. Να του το πει η Μίρκα. Δεν  θα ήθελα να ανακατευτώ σε κάτι τόσο σοβαρό.-
-Καλά. Φοβάμαι πως αν το αφήσουμε θα πάρει μεγάλες διαστάσεις , αν δεν έχει πάρει ήδη.-
-Τότε θα της μιλήσω εγώ αύριο. Θα πάω από το σπίτι τους μετά την δουλειά. Ο Ανέστης θα είναι στο Δημαρχείο ακόμα –
-Εντάξει τότε. Εσείς οι γυναίκες τα βρίσκετε μεταξύ σας. Να με ενημερώσεις μετά.-
-Ναι Παναγιώτη μου. Μείνε ήσυχος.- του απάντησε εκείνη και έκλεισαν το τηλέφωνο. Κάθισε στην καρέκλα της κουζίνας και σκέφτηκε τον καλό της φίλο Ανέστη. Γιατί να έπρεπε να αντιμετωπίσει κάτι τόσο επώδυνο; Ο γλυκός της ο Ανέστης. Η Μίρκα ήταν μια θαυμάσια  γυναίκα και η Χριστίνα από την στιγμή που τη  γνώρισε την αγάπησε όσο και τον φίλο της. Τώρα όμως τα πράγματα ήταν σοβαρά. Τι να έκανε με τούτο το γεγονός; Γιατί να μην μπορούσε να χαλαρώσει και αυτή μια φορά; Αποφάσισε πως θα έδινε στην Μίρκα μια τελευταία ευκαιρία. Αν δεν άλλαζαν τα πράγματα τότε θα μιλούσε στον Ανέστη. Αν η Μίρκα συνέχιζε να πίνει θα τα τίναζε όλα στον αέρα και η Χριστίνα δεν ήθελε με τίποτα να δει πληγωμένο τον αγαπημένο της φίλο. Μόνο που δεν φανταζόταν πως εκείνος θα το μάθαινε από πρώτο χέρι.


Η ώρα είχε πάει τρεις το μεσημέρι όταν ο Ανέστης μπήκε στο σπίτι.
-Μίρκα;  Μίρκα; γύρισα. Είσαι σπίτι αγάπη μου;- ρώτησε εκείνος όλο χαρά και άφησε την τσάντα του στο γραφείο. Στο σπίτι επικρατούσε ησυχία. Δεν πήρε καμιά απάντηση και έτσι έψαξε όλα τα δωμάτια του σπιτιού , για να καταλήξει στην κρεβατοκάμαρα. Το δωμάτιο ήταν πολύ σκοτεινό και έτσι ο Ανέστης έψαξε στα τυφλά. Κάποια στιγμή το πόδι του βρήκε σε ένα μπουκάλι. Το σήκωσε και άναψε το φως στο δωμάτιο. Η Μίρκα γυμνή είχε πέσει σε λήθαργο ενώ στο κομοδίνο υπήρχε ένα κουτί με υπνωτικά χάπια. Τρελός από αγωνία ο Ανέστης προσπάθησε να την ξυπνήσει. Όταν δεν τα κατάφερε  την πήρε στην αγκαλιά του και την πήγε στο αυτοκίνητο. Έβαλε μπρος και  ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα. Σε όλη τη διαδρομή μέχρι το νοσοκομείο ο Ανέστης οδηγούσε σαν τρελός και κορνάριζε στα άλλα αυτοκίνητα για να τον αφήσουν να περάσει. Όταν έφτασε επιτέλους στο νοσοκομείο με την γυναίκα του στην αγκαλιά του στον πρώτο γιατρό που τον πλησίασε του είπε.
-Έχει καταναλώσει ένα μπουκάλι βότκα και δεν ξέρω πόσα υπνωτικά χάπια.-
Μόλις ο γιατρός της έκανε εισαγωγή για πλύση στομάχου ο Ανέστης κατέρρευσε στον διάδρομο. Η Μισέλ στο σπίτι της Χριστίνας άρχισε να νιαουρίζει χωρίς αιτία.  Λίγο αργότερα το κινητό της τηλέφωνο άρχισε να χτυπά. Η  ώρα ήταν τέσσερις το απόγευμα. Είδε πως η κλήση ήταν από τον Ανέστη και κατάλαβε πως κάτι το κακό είχε συμβεί.
-Χριστίνα πόσο γρήγορα μπορείς να έρθεις στο νοσοκομείο;- της είπε γρήγορα και με σπασμένη φωνή.
-Θεέ μου. Ανέστη τι συμβαίνει;-
-Έλα στο νοσοκομείο τώρα. Θα σου εξηγήσω από κοντά.- της απάντησε και έκλεισε το τηλέφωνο. Η Χριστίνα δεν είχε άλλη επιλογή. Ετοιμάστηκε γρήγορα και έφτασε στο νοσοκομείο σε μισή ώρα. Ο Ανέστης την περίμενε στην ρεσεψιόν.
-Τι έγινε; Η Μίρκα; Πες μου είναι καλά;-
Πάμε να πιούμε ένα καφέ και θα στα πω όλα.- την παρακάλεσε εκείνος. Η Χριστίνα δεν του  έφερε αντίρρηση. Λίγο αργότερα που έπιναν τον καφέ τους ο Ανέστης μίλησε πρώτος.
-Γύρισα στις τρεις από την δουλειά και βρήκα την Μίρκα να έχει χάσει τις αισθήσεις της. Είχε πάρει υπνωτικά χάπια μαζί με αλκοόλ.-
-Έκανε απόπειρα αυτοκτονίας; Αυτό μου λες;-
-Μπορεί. Δεν έχω ιδέα. Μήπως γνωρίζεις εσύ περισσότερα; Για αυτό και πήρα μόνο εσένα τηλέφωνο. Δεν ήθελα σε κανένα άλλο να μιλήσω.-
Η Χριστίνα δεν απάντησε. Άναψε τσιγάρο και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της.
-Λοιπόν. Γνωρίζεις κάτι; Θα σκάσω από την αγωνία μου.-
-Ναι. Σου ζητάω συγγνώμη που στο έκρυψα. Είμαι όμως η φίλη σου και δεν μπορώ να παρεμβαίνω στα οικογενειακά σου. Στο τραπέζι της γιορτής μου τα Χριστούγεννα η γυναίκα σου έπινε και κάπνιζε χωρίς να έχει φάει το παραμικρό. Όταν την ρώτησα μου είπε πως παίρνει κρυφά από εσένα υπνωτικά χάπια γιατί δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Η σκέψη πως δεν θα αποχτούσατε παιδιά την πλήγωνε καθημερινά. Μου έκρυψε πως τα συνδυάζει με αλκοόλ. Αυτό το παρατήρησε σήμερα ο Παναγιώτης στο γραφείο. Έστειλε την Μίρκα στο σπίτι με άδεια , γιατί την βρήκε πιωμένη. Όχι πολύ. Είχε όμως καταναλώσει λίγο. Και αυτά είναι όλα όσα γνωρίζω.- του είπε και του κράτησε το χέρι. Δυο δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια του Ανέστη. Έσφιξε το χέρι της φίλης του και με τρεμάμενη φωνή της είπε.
-Τι θα κάνω τώρα Χριστίνα; Αν πεθάνει εκείνη εγώ θα τρελαθώ. Εκείνη είναι όλη μου η ζωή. Ποτέ δεν μέτρησα τα παιδιά. Αν θέλει ο θεός θα μας δώσει. Αν όχι, εμείς να είμαστε καλά. Εκείνη όμως δε το βλέπει έτσι.-
Είναι γυναίκα Ανέστη. Η μητρότητα είναι έμφυτη μέσα μας. Αν μια γυναίκα δεν μπορεί να ολοκληρωθεί σαν μητέρα μέσα της νιώθει κενή. Άδεια. Εσύ σαν άντρας δε μπορείς να καταλάβεις. Εκείνη τώρα έχει ενοχές, πρόβλημα κατωτερότητας, τύψεις και δεν ξέρω τι άλλο να προσθέσω. Εσύ αυτό που έχεις και πρέπει να κάνεις μόλις συνέλθει, είναι να την στηρίξεις. Μόνο έτσι θα ξεπεραστούν τα εμπόδια. Ίσως χρειαστεί να δει ψυχολόγο. Και εκεί θα δείξεις την ανάλογη υπομονή. Αυτές οι καταστάσεις παίρνουν χρόνο.-
-Θα κάνω τα πάντα φτάνει η Μίρκα να γίνει καλά.-
-Και θα γίνει. Θα είμαι στο πλευρό σας. Μη φοβάσαι τίποτα.-
-Αυτό που φοβάμαι είναι πως θα ξαναπεράσεις μέσα σε δυο χρόνια την ίδια κατάσταση. Τότε το πέρασες με την Μαριάννα. Τώρα είναι η σειρά της Μίρκας. Θα αντέξεις τόση πίεση;-
-Θα βάλω τα δυνατά μου.- του είπε και τον φίλησε στο μάγουλο. Ο Ανέστης την έσφιξε επάνω του.
Και έτσι κύλισαν οι επόμενοι μήνες που ήταν δύσκολοι για τους τρεις φίλους. Η Μίρκα με την βοήθεια ψυχολόγου προσπάθησε να βάλει σε μια τάξη την ζωή της. Έκοψε το ποτό και τα υπνωτικά χάπια, και γράφτηκε σε ένα γυμναστήριο στην Πάτρα. Άρχισε να τρώει υγιεινές τροφές και κολυμπούσε κάθε μέρα στην πισίνα του σπιτιού τους. Η άδεια της από την δουλειά κράτησε δυο μήνες. Ο Παναγιώτης προσέλαβε μια έκτατη υπάλληλο για να μπορέσει η Μίρκα να γίνει εντελώς καλά. Και η Χριστίνα με τα υπόλοιπα κορίτσια  δεν την άφησαν από τα μάτια τους για όλο εκείνο το διάστημα. Όταν έφτασε ο Σεπτέμβρης η Χριστίνα πήρε την άδεια της και μαζί με τον Σταύρο νοίκιασαν ένα δωμάτιο σε ένα μικρό και ήσυχο νησί. Περνούσαν τον καιρό τους κάνοντας μπάνιο σε μοναχικές παραλίες και διαβάζοντας σωρούς από βιβλία. Η Μαριάννα δεν είχε δείξει σημάδια ζωής όλο το καλοκαίρι. Είχε στείλει ένα δυο μηνύματα στο κινητό της Χριστίνας και αυτό ήταν όλο. Ήταν καλά, αλλά δούλευε πολύ. Η Χριστίνα είχε αλλού το μυαλό της. Στο να γίνει καλά η Μίρκα και να γυρίσει υγιείς  στον Ανέστη. Δεν είχε καθόλου χρόνο για την Αλεξάκη. Την είχε τοποθετήσει σε μια άκρη για να μπορέσει να φανεί χρήσιμη στους φίλους της. Εκείνο το βράδυ καθόταν μαζί με τον Σταύρο στο μπαλκόνι του δωματίου που είχαν νοικιάσει και έπιναν παγωμένο κόκκινο κρασί ακούγοντας κλασική μουσική. Δυο κεριά τοποθετημένα στο τραπέζι έριχναν το αχνό τους φως στα σώματα του ζευγαριού που ξαπλωμένοι στις αναπαυτικές τους πολυθρόνες, κοίταγαν τ’ αστέρια και το θαλάσσιο μονοπάτι , που φώτιζε το ολόγιομο φεγγάρι.
-Λοιπόν, είσαι ευτυχισμένη μωρό μου; Ελπίζω να ξεκουράζεσαι. Τις χρειαζόμασταν αυτές τις διακοπές.- της είπε ο Σταύρος σπάζοντας την γαλήνη της βραδιάς.
-Είμαι. Αυτές οι στιγμές μαζί σου είναι ότι πιο καλό θα μπορούσε να μου συμβεί. Χωρίς να μιλάμε και να απολαμβάνουμε την μουσική και το παγωμένο κρασί.-
-Ξέρεις Χριστίνα σκεφτόμουν , πως είμαστε πολλά χρόνια μαζί.-
-Ε! Και; Μη μου πεις ότι βαρέθηκες;-  του απάντησε και χαμογέλασε.
-Όχι βέβαια. Να έλεγα….-
-Να παντρευτούμε. Αυτό δεν θέλεις;-
-Ναι. Νομίζω πως πρέπει να το σκεφτείς πιο ώριμα αυτή τη φορά.-
«Σε παρακαλώ, παντρέψου τον Σταύρο. Θέλω να είσαι ευτυχισμένη. Το ίδιο θέλουμε όλοι εμείς οι δικοί σου άνθρωποι». Άκουσε  μέσα στα αυτιά της τα λόγια της Μαριάννας. Την είδε ολοζώντανη μπροστά της, στον χώρο του αεροδρομίου, φορώντας το ξεβαμμένο της τζιν και να την κοιτά μέσα στα μάτια. Μετά την είδε γεμάτη μώλωπες από τα χτυπήματα του Αντωνίου, να κλαίει στο κρεβάτι του σπιτιού της. Ύστερα γύρισε ακόμα πιο πίσω και είδε τις δυο τους να γελάνε, λέγοντας τόσα και τόσα σε εκείνο το κινέζικο. Μετά όλα έσβησαν και η Χριστίνα θαμπώθηκε  από τη θάλασσα που λαμπύριζε απέναντι της.
-Που χάθηκες πάλι μωρό μου; Τι σκέφτεσαι;- την διέκοψε η φωνή του Σταύρου.
Πουθενά. Απλά κοιτάζω την θάλασσα. Σταύρο σε αγαπώ πολύ. Σε σέβομαι και σε εκτιμώ. Θα σου ζητήσω μια μεγάλη χάρη. Το θέμα του γάμου να μη το αναφέρεις ξανά. Ακόμα και ο πρίγκιπας του παραμυθιού να ήσουν δεν θα παντρευόμουν. Δεν είναι ότι δεν θέλω εσένα. Απλά δεν θέλω τον θεσμό. Ελπίζω να το καταλάβεις αυτό και το πώς πράττω ως άνθρωπος. Σε παρακαλώ ας μείνουμε έτσι. Εγώ, εσύ, τα άστρα και η θάλασσα. Εγώ και εσύ μέσα στην απόλυτη ηρεμία.- του απάντησε άναψε τσιγάρο και τον κοίταξε με όλη της την αγάπη μέσα στα μάτια. Ο Σταύρος έγειρε στην πολυθρόνα του και άναψε την πίπα. Κάπνισαν αμίλητοι πίνοντας το κρασί τους. Δεν της απάντησε. Ήξερε πως η Χριστίνα ήταν ένας πολύ ελεύθερος χαρακτήρας. Δεν μπορούσε την πίεση, την φυλακή. Τον αγαπούσε και ήταν ερωτευμένη μαζί του. Έτσι δεν θα το ξαναέλεγε. Θα ζούσαν μαζί για όσο κρατούσε  αυτή η σχέση και απλά ευχήθηκε εκείνη η  ζεστή νύχτα του Σεπτέμβρη να κρατούσε για πάντα.


Η μπανιέρα ήταν ως επάνω γεμάτη από νερό και αφρόλουτρο. Ένα αρωματικό κερί βρισκόταν στο πάτωμα του μπάνιου που έριχνε τις κίτρινες χλωμές αποχρώσεις του, ολόγυρα. Μέσα στην μπανιέρα ο Νίκος και η Μαρία έπαιρναν το μπάνιο τους. Ήταν έντεκα το βράδυ μιας όχι ιδιαίτερα κρύας νύχτας του Οκτώβρη. Ο Νίκος είχε ανοίξει μια ακριβή σαμπάνια και την σέρβιρε σε δυο κρυστάλλινα ποτήρια.
-Προς τι η σαμπάνια αγάπη μου; Γιορτάζουμε κάτι;- τον ρώτησε η Μαρία και πήγε κοντά του.
-Την αγάπη μας. Λίγο είναι;- της απάντησε και τσούγκρισαν τα ποτήρια τους.
-Πολύ ρομαντικό σε βρίσκω. Εγώ όμως θα ήθελα και κάτι άλλο.-
-Μπα , και πιο είναι αυτό;- της είπε γελώντας εκείνος.
-Το κορμί σου. Δεν ξέρεις πόσο γοητευτικός δείχνεις με τα μουσκεμένα σου μαλλιά και το σφικτό σου κορμί. Τι να την κάνω την σαμπάνια; - του είπε και τον φίλησε στο στόμα. Ο Νίκος ανταποκρίθηκε και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Το ζευγάρι έκανε έρωτα μέσα στην μπανιέρα. Το μόνο που ακουγόταν στο σπίτι ήταν η μελωδική μουσική των νυχτερινών του Σοπέν, τα βογκητά και τον παφλασμό του νερού.
Την ίδια ώρα η Βίκυ με τον Γιώργο έβλεπαν την ταινία «Όταν ο Χάρι γνώρισε την Σάλι». Και αγκαλιασμένοι την απολάμβαναν. Ο έγγαμος βίος ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα.
Η Μαριάννα κοιμόταν στο διπλό μοναχικό κρεβάτι της. Στην Αγγλία εκείνη την εποχή είχαν πιάσει οι βροχές. Έξω η καταρρακτώδης βροχή είχε ποτίσει τα τζάμια από υγρασία. Κάποιοι εφιάλτες τάραζαν τον ύπνο της. Ένα μαύρο σκυλί γαύγιζε μέσα σε μια αχανή καυτή έρημο. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα και από το στόμα του έτρεχαν σάλια.
Εκείνη την στιγμή η Χριστίνα οδηγούσε τη μηχανή της. Έτρεχε πολύ. Είχε φύγει από το σπίτι του Σταύρου και πήγαινε στο δικό της. Βιαζόταν γιατί την επόμενη το πρωί στις έξι θα έπρεπε να πάει στο φούρνο. Σε μια στροφή υπήρχε χαλίκι και η μηχανή γλίστρησε. Η Χριστίνα βρέθηκε με μιας στη βρώμικη άσφαλτο και έχασε τις αισθήσεις της.
Το σκυλί δάγκωσε τη Μαριάννα στο χέρι και άφθονο αίμα έτρεξε και πότισε την έρημο. Τα μάτια της άνοιξαν.
-Χριστίνα;- είπε και έξω οι σταγόνες τις βροχής χτύπησαν με μανία τα παραθυρόφυλλα.


Όταν η Χριστίνα  άνοιξε τα μάτια της είχαν περάσει σχεδόν δυο εβδομάδες. Αντίκρισε ένα λευκό ταβάνι να την κοιτάζει. Έχασε για λίγο τις αισθήσεις της και όταν τις ξαναβρήκε είδε την αδερφή της.
-Μα….Μαρίνα…..τι….τι… έγινε;-
-Σςςς. Μη μιλάς, καλή μου. Κοιμήσου. Θα γίνεις καλά.- της απάντησε και κοιμήθηκε βαριά.
Οι γονείς της, η Μαρία, η  Βίκυ και η Ελένη έκαναν το σταυρό τους. Έξω από το δωμάτιο η Μίρκα και ο Ανέστης πηγαινοέρχονταν πάνω κάτω. Η Μαρίνα βγήκε για λίγο έξω να τους δει.
-Όλα είναι καλά. Ξύπνησε και μου μίλησε. Πηγαίνετε σπίτι σας. Αρκετά ταλαιπωρηθήκαμε όλοι μας αυτές τις δυο εβδομάδες.-
-Χριστέ μου σ’ ευχαριστώ. Δεν θα άντεχα να την χάσω για τίποτα στον κόσμο.- είπε ο Ανέστης και αγκάλιασε την Μίρκα που έκλαιγε με δάκρυα χαράς πια. Εκείνη την ώρα βγήκαν από το δωμάτιο οι γονείς της και τα κορίτσια. Αγκαλιάστηκαν μεταξύ τους και έκλαψαν με την σειρά τους. Και έτσι τους είδε ο Σταύρος που ερχόταν με μια ανθοδέσμη γεμάτη από λουλούδια στο νοσοκομείο. Κοντοστάθηκε για λίγο. Προσπαθούσε να καταλάβει αν το κλάμα τόσων ανθρώπων ήταν για καλό η για κακό. Έσφιξε τα χείλη του και πλησίασε γρήγορα. Πρώτη τον είδε η Μαρία.
-Σταύρο μου, είναι καλά. Ξύπνησε πριν λίγο και μίλησε. Το ξεπέρασε.- του είπε και  εκείνος την αγκάλιασε.
  
      
Δυο μέρες μετά το κινητό της Μαρίνας χτύπησε τέσσερις φορές μέχρι να το σηκώσει.
-Ναι;-
-Μαρίνα τι κάνεις; Η Μαριάννα είμαι.-
-Έλα καλή μου. Εσύ πως είσαι. Καλή η Αγγλία;- της απάντησε χαρούμενα εκείνη.
-Ελλάδα δεν είναι. Πουθενά δεν είναι σαν το σπίτι σου. Για άλλο σε πήρα. Την τελευταία εβδομάδα προσπαθώ να μιλήσω με την Χριστίνα και δεν την βρίσκω πουθενά. Συμβαίνει κάτι; Είχα δει και ένα άσχημο όνειρο. Θα πρέπει να ήταν πριν δυο βδομάδες από ότι θυμάμαι. Είχα όμως ανέβει ως την Σκωτία για κάποιες δουλειές και ξεχάστηκα. –
-Ναι…. Και βέβαια είναι καλά. Απλά έχει πέσει πολύ δουλειά στον φούρνο που δουλεύει. Έφυγε μια κοπέλα και τα βγάζει μόνη της πέρα.-
-Μαρίνα μου φαίνεται πως είναι οικογενειακό σας. Ένα περίεργο πράγμα , αλλά δεν μπορείτε να πείτε ψέματα. Κάτι έχει συμβεί και απαιτώ να μου πεις. Το απαιτώ Μαρίνα. Δεν είμαι της οικογένειας ούτε και η τέλεια φίλη, αλλά την αγαπώ. Με τον δικό μου τρόπο βέβαια. Τέλος πάντων πρέπει να μου πεις.-
-Το ξέρω αυτό Μαριάννα. Και εκείνη σε αγαπά. Όπως όμως σου είπα δεν συμβαίνει το παραμικρό. Έσπασε το κινητό της και έχει υπερωρίες…..-
-Μαρίνα αν δεν μου πεις ,θα πάρω τους κοινούς μας γνωστούς. Με τον ένα η με τον άλλο τρόπο θα μάθω. Ακούω λοιπόν.- απάντησε ψυχρά και η Μαρίνα υπέκυψε. Άλλωστε ποτέ και κανένας δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην Μαριάννα. Είχε τον τρόπο να γίνονται οι δουλειές με τα δικά της μέτρα και σταθμά.
-Πότε είδες το όνειρο;-
-Πριν από δυο εβδομάδες μου φαίνεται. Δεν θυμάμαι πολύ καλά. Μάλλον ήταν Κυριακή βράδυ.-
-Μαριάννα η Χριστίνα χτύπησε εκείνη την νύχτα. Έπεσε με την μηχανή.-
-Τι ώρα;- ρώτησε ξέπνοα η Μαριάννα.
-Θα πρέπει να ήταν έντεκα; Ίσως και αργότερα.-
-Ήταν έντεκα και μισή ακριβώς. Θεέ μου τώρα θυμήθηκα. Έβλεπα το όνειρο με το σκυλί. Εκείνο με δάγκωσε και άνοιξα τα μάτια μέσα στον ύπνο μου. Είδα το ρολόι στο κομοδίνο μου και μετά συλλάβισα το όνομα της Χριστίνας.- είπε εκείνη. Η Μαρίνα πάρα λίγο να της πέσει το κινητό από το χέρι.
-Αυτό είναι από τα παράξενα της ζωής. Πως μπορέσατε να επικοινωνήσετε  κατά αυτό τον τρόπο θα παραμείνει μυστήριο.-
-Μαρίνα πέθανε; Αυτό πες μου. Πέθανε;- φώναξε σαν τρελή η Μαριάννα.
-Όχι καλή μου. Είναι καλά. Δοξάζω τον θεό μέρα και νύχτα. Χτύπησε άσχημα στο κεφάλι. Οι γιατροί την χειρούργησαν και πάει καλλίτερα. Ήταν σε κώμα. Πριν δυο μέρες όμως ξύπνησε και μας μίλησε. Έχει ξεπεράσει τον κίνδυνο. Μείνε ήσυχη.-
-Μα το παπάκι δεν τρέχει τόσο. Άντε το πολύ να πιάνει ογδόντα χιλιόμετρα.-
-Ποιο  παπάκι. Πήρε καινούργια μηχανή. Μια σε στυλ τσόπερ. Ήταν το όνειρο της μια τέτοια. Από τα  πενήντα κυβικά πήγε αμέσως στα εξακόσια. Μα καλά δεν στο είχε πει;-
-Όχι. Απορώ πως μου έκρυψε κάτι τέτοιο. Ευτυχώς που είναι καλά , αλλά γιατί να συμβεί αυτό;-
-Όλα είναι πιθανά σε αυτή τη ζωή. Εσύ να ηρεμήσεις. Θα γίνει καλά.-
-Έρχομαι στην Αθήνα με το πρώτο αεροπλάνο που θα βρω και μετά στην Πάτρα.- είπε γρήγορα η Μαριάννα.
-Όχι κορίτσι μο, δεν χρειάζεται. Είμαστε όλοι μας στο πλευρό της. Δεν θα το ήθελε και η ίδια να μπεις σε τέτοια ταλαιπωρία. Την ξέρεις τώρα. Δεν θα προσφέρεις και τίποτα αν έρθεις.-
-Και όμως  Μαρίνα. Θα της προσφέρω την ικανοποίηση πως η φίλη της ήρθε να την δει σε μια δύσκολη στιγμή. –
-Μα…-
-Θα τα πούμε από κοντά Μαρίνα.- είπε η Μαριάννα και έκλεισε το τηλέφωνο.

Την επόμενη μέρα το απόγευμα η Μαριάννα μπήκε στο νοσοκομείο, φανερά ταραγμένη. Της είχαν αποκρύψει το τροχαίο δυστύχημα της Χριστίνας λες και ήταν μια άγνωστη. Φαινόταν πως όλοι τους την είχαν αποκόψει, την είχαν παραμερίσει. Και όμως ήταν και αυτή της παρέας. Γνώριζε πέντε χρόνια την Χριστίνα. Δεν ήταν μια ξένη. Αυτά σκεφτόταν όταν φτάνοντας έξω από το δωμάτιο της Χριστίνας είδε την Μαρία να κάθεται στον διάδρομο. Την πλησίασε ξέροντας πως η Μαρία ουδέποτε την δέχτηκε σαν φίλη της.
-Μαρία τι κάνεις; Καλά είσαι;-
-Όχι βέβαια αλλά κάνω υπομονή.- της απάντησε ψυχρά εκείνη.
-Έχεις δίκιο να τα βάζεις μαζί μου Μαρία. Τώρα όμως που ήρθα καλό είναι να είμαστε ενωμένες. Η Χριστίνα μας έχει ανάγκη.-
-Εσένα Αλεξάκη σου είναι εύκολο να το λες αυτό. Είσαι πάντα απών. Πάντα.-
-Τι εννοείς;-
-Έλα τώρα μη κάνεις την χαζή. Πότε ήσουν κοντά της; Μια ζωή δουλεύεις και δουλεύεις και δουλεύεις. Δεν την στήριξες όταν παραστράτησε ο Σταύρος  και ήσουν απών όταν η Μίρκα πέρασε όλο αυτό με τα χάπια και το ποτό. Ούτε βέβαια ήσουν εδώ όταν χτύπησε με την μηχανή και πάρα λίγο να σκοτωνόταν. –
-Τι είναι τώρα αυτά που μου λες; Εγώ δεν ξέρω τίποτα για την Μίρκα. Δεν μου το είπε.-
-Και βέβαια δεν σου είπε. Έδωσε σε όλους μας ρητή εντολή να μην σε ανησυχήσουμε  εκεί στην Αγγλία και σε  βγάλουμε έξω από το χτίσιμο της μοναδικής σου καριέρας και συγγραφικής καταξίωσης.-
-Μου μιλάς σκληρά. Ποτέ σου δεν με εμπιστεύτηκες και ούτε πρόκειται να το κάνεις. Δεν σου κρατώ κακία Μαρία. Να ξέρεις όμως πως έχω και εγώ αισθήματα. Μπορεί να μην τα δείχνω η να μην ξέρω πώς να τα εκφράσω, αλλά έχω. Δεν είμαι και ούτε θα γίνω το είδος της φίλης που προτιμά η Χριστίνα. Είμαι όμως μέρος της ζωής της και θέλω να το σεβαστείς αυτό.-
- Μακάρι να μην είχες έρθει ποτέ στη ζωή της. Εγώ μεγάλωσα μαζί της.  Ήμουν εκεί στις χαρές και στις  λύπες της. Πήγαμε μαζί σχολείο, διαβάσαμε τα ίδια βιβλία. Και ξαφνικά έρχεσαι εσύ και νομίζεις πως έχεις το δικαίωμα να είσαι φίλη της. Μέχρι να δω κάποια γνωστική πράξη από εσένα , δεν πρόκειται να σε αφήσω από τα μάτια μου. Ναι δεν σε εμπιστεύομαι. Ναι δεν σε θεωρώ φίλη μου. Σέβομαι όμως τις αποφάσεις της Χριστίνας. Αφού σε κρατά κοντά της, κάνω και εγώ υπομονή. Όταν όμως αποφασίσει πως δεν αξίζεις τον κόπο, να το ξέρεις. Ούτε την καλημέρα μου δεν θα έχεις. Είναι στο τρίτο δωμάτιο από δεξιά.- της είπε και έφυγε από κοντά της. Η Μαριάννα με χέρια που έτρεμαν έβγαλε από την τσάντα τα τσιγάρα της και άναψε ένα. Η Μαρία είχε αποκαλύψει το σκληρό της    πρόσωπο. Αργά η γρήγορα θα το έκανε. Όλα αυτά τα χρόνια έπνιγε τον θυμό μέσα της. Αλλά δεν μπορούσε να το σκεφτεί εκείνη την στιγμή. Θα το σκεφτόταν μια άλλη μέρα. Τώρα έπρεπε να δει την φίλη της.

Όταν η Χριστίνα άνοιξε τα μάτια της τα χαράματα εκείνης της μέρας είδε το κεφάλι της Μαριάννας να βρίσκεται κοντά στα πόδια της και τα χέρια να είναι πεσμένα στην καρέκλα που βρισκόταν και το υπόλοιπο σώμα της. Κοιμόταν. Η Χριστίνα  χάιδεψε το κεφάλι της. Η Μαριάννα άνοιξε σιγά-σιγά τα μάτια της και την κοίταξε. Η Χριστίνα κολύμπησε σε μια γαλάζια θάλασσα.
-Μαριάννα τι κάνεις εδώ;- την ρώτησε σιγά.
-Δεν θα μπορούσα να είμαι μακριά σου. Θα μπορούσα;  Μη μιλάς Χριστίνα μου. Να γίνεις καλά θέλω. Αυτό είναι που μετρά τώρα. Σε παρακαλώ.-
-Θα γίνω μη φοβάσαι.- της είπε και έκλεισε τα μάτια. Η Μαριάννα σηκώθηκε και την φίλησε στο μέτωπο. Τα δάκρια της πότισαν το πρόσωπο της Χριστίνας.
-Σου είχα πει να προσέχεις. Γιατί δεν πρόσεχες; Και γιατί πήρες τόσο μεγάλη μηχανή και δεν μου το είπες; Και μου έκρυψες το πρόβλημα της Μίρκας. Έχεις αλλάξει πολύ. Εσύ δεν τα κάνεις αυτά.-
-Μαριάννα πρέπει να φύγεις τώρα. Γύρνα στην Αγγλία. Στην δουλειά σου.-
-Δεν έχω να πάω πουθενά. Θα πάρω μια άδεια και θα μείνω εδώ μαζί σου. Ο μπαμπάς θα καταλάβει.- απάντησε αποφασιστικά εκείνη.
-Σε παρακαλώ. Δεν μπορώ να μιλήσω για πολύ. Νιώθω τόσο αδύναμη. Μαριάννα έχεις βάλει ένα σκοπό στη ζωή σου. Να φτάσεις ψηλά. Φύγε και γύρνα  πίσω. Ένας χρόνος σου έμεινε. Μετά θα έρθεις στην Ελλάδα και θα βλεπόμαστε πιο συχνά. Άκουσε με για μια φορά. Πήγαινε πίσω. Εγώ θα είμαι μια χαρά. Έχω τους δικούς μου ανθρώπους κοντά. –
-Μα….-
-Σε αυτή την περίπτωση δεν σε παίρνει να μου φέρεις αντίρρηση. Έλα σκούπισε τα μάτια σου και φύγε το γρηγορότερο. Δεν θέλω να μείνεις μαζί μου. Θα ήταν πολύ εγωιστικό από την μεριά μου να στο ζητούσα.- της είπε και η Μαριάννα την κοιτούσε σκουπίζοντας τα μάτια της.
-Καλά Χριστίνα. Δεν θα σου χαλάσω το χατίρι. Ας  κάνω και εγώ μια φορά αυτό που θέλεις εσύ. Τόσα χρόνια ποτέ μου δεν σε άκουσα. Θα φύγω, αλλά εσύ θα μου υποσχεθείς πως θα αναρρώσεις γρήγορα.-
-Και αυτό θα κάνω. Σου το υπόσχομαι φιλενάδα. Πήγαινε τώρα να κοιμηθείς. Σε περιμένει ταξίδι αύριο.- της απάντησε και έκλεισε τα μάτια της. Η Μαριάννα  απέμεινε να την κοιτάζει. Σκέπασε με την ματιά της το σώμα που βρισκόταν κάτω από το σεντόνι και έφυγε με αργά βήματα από το δωμάτιο. Η εικόνα αυτή θα
έμενε  αποτυπωμένη στην μνήμη της.

  

Αυτό είναι ένα βιβλίο που μιλά για την φιλία. Για το πώς ορισμένοι άνθρωποι έρχονται κοντά και προσπαθούν μαζί να κάνουν την ζωή τους μοναδική. Για αυτό και το βιβλίο  αυτό αφιερώνεται ειδικά  στις τέσσερις  ξεχωριστές φίλες που είναι κοντά μου πολλά χρόνια και με στηρίζουν, όπως και εγώ. Παλέψαμε πολύ για να εδραιώσουμε αυτή τη φιλία. Χωρίς την αγάπη σας δεν θα μπορούσα να γράψω. Ετούτο το βιβλίο είναι το πρώτο που έγραψα και το αγαπώ όσο και εσείς. Για αυτό και σας ανήκει. Είναι δικό σας βιβλίο.  

Στις: Αγγελική, Έφη, Έλλη, Νατάσα.

Στην Χρύσα που αν δεν ήταν εκεί να με καθοδηγήσει δεν θα είχα ξεκινήσει το ταξίδι.
Σε ευχαριστώ για ότι μου έμαθες. Στον αδερφό μου Γιώργο και στην γυναίκα του Άντζελα που είναι στο πλευρό μου.
Στους γονείς μου και στον Θεό που με  προστατεύει.    
Στους φίλους και φίλες που είναι δίπλα μου: Λάμπρο και Ευγενία Μάθεση, Κώστα Μιχαλάκη, Αντρέα Αυγέρη, Πάνο Παπασωτηρίου, Ρούλα Σοφρά, Παναγιώτη Βελτανισιάν,  Μαρία και  Νίκο Τσίτσο. Φωτεινή και Νίκο Λαυράνο, Σύλβια και Κώστα Γάσπαρη, Στέλλα και Σωτήρη Καρνέση, Στεργιάννα Γιαφεντή και σε όλους όσους ξέχασα. Τα ξαδέρφια μου: Γεωργία και Κωνσταντίνα Φήμη, Τάσο και Λούντα Καραντή, Αποστόλη Αθανασίου, Άντα.   
Στην Αθηνά Γραμματικού που οι συμβουλές της ήταν πολύτιμες, και στον αγαπημένο μου φίλο Δημήτρη Χαρίτο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι από το ομώνυμο ποίημα της Άντζελας Σκοπελίτη Κοφινά.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Πιστεύω πως ένας λαός είναι άξιος της μοίρας του όταν, αντί να πάρει με τις πέτρες τα πολιτικά σκουπίδια που αποκαλούν τους ποιητές "λαπάδες και κουραμπιέδες", τους επιβραβεύει με την ψήφο του.
Θανάσης Γκαϊφύλλιας

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.

ΤΥΧΑΙΑ TAGS