88 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
22.06.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Ο χρόνος της φθοράς | Μέρος 11ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά


Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Χριστίνα. Μια γυναίκα λίγο μετά τα τριάντα που θεωρεί την έννοια της φιλίας το μεγαλύτερο αγαθό. Έχει καταφέρει να έχει κοντά της τρεις αγαπημένες φίλες και έναν αδερφικό φίλο που είναι πάντα στο πλευρό της.
Τη Μαρία , την Βίκυ , την Ελένη και τον Ανέστη. Όταν όμως γνωρίζεται με την Μαριάννα Αλεξάκη η ισορροπία στη ζωή της χάνεται. Εκείνη είναι ένα παιδί 23 χρόνων που δουλεύει στον εκδοτικό οίκο του πατέρα της. Έχει θέσει πολύ ψηλούς στόχους για να γίνει συγγραφέας  και θέλει να κάνει μεγάλη καριέρα σε αυτό. Η Μαριάννα σε αντίθεση με την Χριστίνα δεν εμπιστεύεται κανέναν , δεν κάνει φιλίες , φοβάται την μοναξιά  και προσπαθεί να κάνει τους γονείς της να την προσέξουν.
Οι δυο γυναίκες δένονται με μια φιλία και μια δυνατή αγάπη από την αρχή της γνωριμίας τους. Όμως η Μαριάννα απασχολημένη με το κτίσιμο της καριέρας της, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα υψηλά στάνταρ της Χριστίνας για τη φιλία.
Δυο διαφορετικές γυναίκες και δυο ξεχωριστές πορείες. Ένας κύκλος φιλίας  που ξεκινά με τη γνωριμία των δύο γυναικών , συνεχίζεται με τα ψυχικά προβλήματα της Μαριάννας , για να καταλήξει στο φευγιό της Χριστίνας και την τελική τους επανασύνδεση.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ
 

ΓΕΦΥΡΕΣ ΤΟΞΑ ΑΚΡΟΒΑΤΟΥΝ ΣΑΝ ΠΕΛΕΚΑΝΟΙ
ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΜΑΣ ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΝΕ ΑΙΩΝΙΑ
ΚΑΡΑΒΙΑ ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΣΑΝ ΕΡΗΜΑ ΒΑΓΟΝΙΑ
ΣΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΓΚΡΙΖΟΙ ΝΑΝΟΙ.

                                       "ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΦΙΝΑΣ"



"Η ΦΥΓΗ" 
 
( Δυο χρόνια μετά)


Η Μαριάννα μπόρεσε με την βοήθεια των γονιών της και την αμέριστη φροντίδα της Χριστίνας να γίνει καλά από την εξάρτηση της στο αλκοόλ. Με την βοήθεια του ψυχολόγου η κατάθλιψη υποχώρησε αλλά δεν εξαφανίστηκε. Ο ψυχικός κόσμος της Μαριάννας είχε πάθει μόνιμη βλάβη. Η κατάθλιψη ήταν μόνο ένα μικρό κομμάτι μιας ασθένειας που καραδοκούσε την κατάλληλη στιγμή για να εμφανιστεί. Ο πατέρας της έκανε πράξη τις υποσχέσεις που έδωσε στον εαυτό του και δεν την άφησε στιγμή μόνη της. Ευτυχώς που και η Τζέσικα μπόρεσε να γίνει μια ανεκτική μητέρα. Τουλάχιστον τις στιγμές που η Μαριάννα την χρειάστηκε. Μετά ξανάρχισε τα ίδια. Ο Λεωνίδας διάβασε επιτέλους τα δυο βιβλία που είχε γράψει η κόρη του και έκρινε πως ήταν καλά για να εκδοθούν. Ευτυχώς που και εκείνα πήγαν καλά στις πωλήσεις. Της Χριστίνας βέβαια δεν της άρεσαν. Τα έβρισκε πομπώδη. Κουραστικά. Ανέλυαν την τρίχα του ήρωα π.χ σε πέντε σελίδες. Αν ήθελε κάτι να πει ας το έλεγε στην μια σελίδα. Δηλαδή οι πέντε τι ρόλο έπαιζαν; Έλεγε η Χριστίνα. Μάλλον για να γίνει μεγάλο το βιβλίο. Φανατική βιβλιοφάγος η Χριστίνα μπορούσε να διαβάζει ένα μήνα συνέχεια χωρίς να φάει η να κοιμηθεί. Και όμως τα βιβλία της Μαριάννας μπορούσε να τα φτάσει ως την 25-30 σελίδα. Από εκεί και πέρα μπούχτιζε. Η Μαριάννα με το που ένιωσε και πάλι να πετά χάθηκε από προσώπου γη. Η Χριστίνα που την είχε πια καταλάβει δεν την ένοιαζε  όπως παλιά η απουσία της στην σχέση τους. Ήξερε πως ο χαρακτήρας της φίλης της είχε χτιστεί λάθος από την παιδική της ηλικία. Αυτή η γυναίκα δεν θα έδινε ποτέ στις ανθρώπινες σχέσεις γιατί πολύ απλά τις φοβόταν. Η Χριστίνα ήταν άνθρωπος  που για να φτάσει στη λύση του μυστηρίου έψαχνε τα πάντα. Για χρόνια ανέλυε  την συμπεριφορά της Μαριάννας και διάβαζε παράλληλα βιβλία ψυχολογίας. Το είχε ανάγκη να μάθει τι συνέβαινε στην καλή της φίλη. Πιο πολύ όμως ήθελε να μάθει για να ηρεμήσει εκείνη. Έτσι κατάφερε να βγάλει μιαν άκρη σε αυτό το δαιδαλώδη κόσμο που ζούσε η Μαριάννα. Κατέληξε στο συμπέρασμα πως την διακατείχε αυτό που στην ψυχολογία λένε βασικό άγχος. Οι άνθρωποι που το βιώνουν νιώθουν αβοήθητοι, απομονωμένοι και έχουν ψυχρή συμπεριφορά. Συνήθως το άγχος αυτό έχει την ρίζα του στην παιδική ηλικία και αποτελεί τον κινητήρα της νευρωτικής διαδικασίας. Δηλαδή η φίλη της ήταν μια νευρωτική γυναίκα; Η Χριστίνα αναρωτιόταν συχνά καθώς έμπαινε όλο και πιο βαθιά στην ανθρώπινη ψυχολογία. Της είχε φανεί εξωφρενικό να υπήρχε έστω και η παραμικρή πιθανότητα να ήταν ψυχικά ασθενής η Μαριάννα. Όμως η συμπεριφορά της ήταν ίδια με περιπτώσεις ασθενών που ανέλυαν τα βιβλία. Η Μαριάννα είχε μεγαλώσει σε πλούσιο περιβάλλον χωρίς τους γονείς δίπλα της. Ούτε καν την βύζαξε η μάνα της. Μεγάλωσε με νταντάδες και μπάτλερ , οικιακές βοηθούς και κηπουρούς. Από μικρή οι γονείς της ζητούσαν υπερβολικά πράγματα από εκείνη. Έπρεπε να ξεχωρίζει στα ιδιωτικά σχολεία , να είναι πρώτη στα σπόρ και στις ξένες γλώσσες, να μπει από τις πρώτες στο πανεπιστήμιο. Έτσι αφού δεν υπήρχε στην ζωή της η κατανόηση και η αληθινή αγάπη, εκείνη μεγάλωσε με αισθήματα κατωτερότητας. Σαν παιδί ένιωθε αβοήθητη, εγκαταλελειμμένη και απομονωμένη. Αυτό έδρασε αρνητικά στην ψυχολογία της γιατί πίστεψε πως δεν μπορούσε να εμπιστευτεί κανέναν και ότι όλος ο κόσμος και το σύμπαν ήταν  εχθρικό απέναντι της. Έτσι μετά από χρόνια ανέπτυξε μια εχθρότητα απέναντι στους ανθρώπους και περισσότερο βέβαια προς τους γονείς της.
Η Χριστίνα μπορούσε πλέον να καταλάβει την ανάγκη της Μαριάννας για στοργή και φροντίδα. Όταν γνωρίστηκαν εκείνη ασυναίσθητα  ένιωσε πως η Χριστίνα θα της έδινε την σταθερότητα που αποζητούσε στην άστατη ζωή της. Πως το είχε νιώσει αυτό αποτελούσε μυστήριο. Όμως στην ψυχολογία η Χριστίνα είχε διαβάσει πως οι άνθρωποι αυτοί διαμορφώνουν έτσι τις προσπάθειες τους για τις ανθρώπινες σχέσεις, σύμφωνα με τις ανάγκες τους για ασφάλεια. Όταν προσπαθούν να πλησιάσουν τους άλλους το κάνουν γιατί  έχουν ανάγκη την στοργή. Ανάγκη να βρουν κάποιον η κάποια και να προσκολληθούν. Κάποιον που να ανεχτεί όλα τους τα καπρίτσια και τις τρελές τους απαιτήσεις. Οι επιστήμονες στα βιβλία που διάβαζε η Χριστίνα έγραφαν πως τα νευρωτικά άτομα είναι οπωσδήποτε πολύ εγωκεντρικά, γιατί πάνω απ’ όλα έβαζαν τις δικές τους ανάγκες. Και έτσι η Χριστίνα αναγκαζόταν να κάνει συγκρίσεις. Όλοι εκείνοι και η Μαριάννα. Και όσο περισσότερο σύγκρινε, τόσο πιο πολύ έτεινε να συμφωνεί  παρά την θέληση της με τους ψυχολόγους. Η Μαριάννα ουδέποτε είχε ενδιαφερθεί για τις δικές της ανάγκες. Απαιτούσε  χωρίς όμως να το εκφράζει με λόγια από την Χριστίνα να είναι εκεί και να την περιμένει. Να δώσει την προσοχή που άρμοζε στη φιλία τους, ενώ εκείνη ήταν αλλού. Κλεισμένη σε ένα γραφείο να δουλεύει με τις ώρες μήπως και ο πατέρας της ,πει μια καλή κουβέντα. Ένα «μπράβο παιδί μου». Κλεισμένη στο γραφείο του σπιτιού της να γράφει , άλλο ένα βιβλίο. Υπήρξαν στιγμές εκείνα τα χρόνια που η Χριστίνα ήθελε να φύγει μακριά. Να ξεφύγει από την Μαριάννα. Δεν μπορούσε όμως. Πώς να το έκανε αυτό από την στιγμή που αποτελούσε το μοναδικό στήριγμα  για την φίλη της; Η Χριστίνα την στήριζε από την αρχή. Χαιρόταν που τα βιβλία της είχαν πάει καλά και η Μαριάννα άρχιζε πλέον να ξεχωρίζει σαν πολλά υποσχόμενη συγγραφέας.
Η Χριστίνα είχε βρει δουλειά σε ένα φούρνο. Δούλευε στο εργαστήριο. Έφτιαχνε το ψωμί το ζύμωνε στο  ζυμωτήριο, το έπαιρνε από το ζυγοκοπτικό μηχάνημα και μετά στην πλαστική που έβγαζε το ζυμάρι σε φρατζόλα. Φορούσε μια άσπρη ποδιά  και είχε ένα λευκό καπέλο στα μαλλιά της. Όλες αυτές τις ώρες που ξεκινούσαν από τις έξι το πρωί ως τις δώδεκα το μεσημέρι, ήταν χωμένη στο αλεύρι. Είχε φτάσει πια στα 37 της αλλά εξακολουθούσε να δουλεύει σαν δεκαοχτάχρονη. Η κόρη της Ελένης η  Νένα, είχε γίνει πέντε χρονών και η Χριστίνα ήταν η νονά της. Πήγαινε στο νήπιο και οι γονείς της καμάρωναν για την μοναχοκόρη τους. Ο Ανέστης είχε παντρευτεί την Μίρκα. Η γνωριμία τους είχε εξελιχθεί σε μεγάλο έρωτα  και ο αγαπημένος παιδικός φίλος της Χριστίνας ενώθηκε με τα δεσμά του γάμου. Το παράδειγμα τους ακολούθησε και η Βίκυ με τον Γιώργο, που ζούσαν ευτυχισμένοι σε ένα σπίτι που είχαν αγοράσει έξω από την πόλη και κοντά στο σπίτι του Ανέστη. Η Μαρία έμενε πιστή στα πιστεύω της. Ζούσε με τον Νίκο καλά και δεν σκεφτόταν  το γάμο. Όλα πήγαιναν καλά για όλους.
Εκείνο το βράδυ του Σεπτέμβρη η Μισέλ είχε ξαπλώσει πάνω στο κρεβάτι της Χριστίνας και απλά έγλυφε την γούνα της. Εκείνη σιδέρωνε ρούχα στην κουζίνα όταν χτύπησε το τηλέφωνο.
-Ναι;-
-Εγώ είμαι. Τι κάνεις;- την ρώτησε φανερά ευδιάθετη η Μαριάννα.
- Καλά , μωρό μου. Σιδερώνω. Εσύ; Πολύ χαρούμενη σε ακούω. Πως τον λένε τον καινούργιο;-
-Ως συνήθως πάλι έβγαλες συμπέρασμα. Δεν πρόκειται για άντρα. Σε πήρα να σου αναγγείλω κάτι ευχάριστο.-      


-Άντρας δεν είναι, έγκυος δεν είσαι, γάμο δεν βλέπω, τότε τι είναι;- την ρώτησε γελώντας η Χριστίνα.
-Φεύγω για Αγγλία. Ο πατέρας μου άνοιξε στο Λονδίνο έναν εκδοτικό οίκο. Μου έκανε την πρόταση να πάω για δυο χρόνια να αναλάβω την διεύθυνση και εγώ δέχτηκα. Δεν είναι υπέροχο; Επιτέλους ο μπαμπάς με εμπιστεύεται. Το να μου αναθέσει μια τόσο σοβαρή δουλειά θα πρέπει να έχω τα προσόντα.- της είπε και η Χριστίνα για λίγο δεν ήξερε τι να πει.
-Το βρίσκω πολύ καλή ιδέα. Νομίζω πως θα σου κάνει καλό μια αλλαγή. Άλλωστε η Αγγλία είναι θαυμάσια χώρα. Πάντα ήθελα να πάω ,πιο πολύ Σκωτία και Ουαλία , αλλά που λεφτά;-
-Αηδίες. Θα στα πληρώσω όλα εγώ να έρθεις με τον Σταύρο.-
-Με τίποτα. Είμαι πολύ περήφανη για να δεχτώ.-
-Καλά  άσε τώρα τα τρελά σου. Άλλο ήθελα να σε ρωτήσω. Σίγουρα δεν θα σε πειράξει  που θα με χάσεις για τόσο καιρό;

-Σιγά μη στενοχωρηθώ. Τι νομίζεις πως μου είσαι απαραίτητη; Αλεξάκη μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου έχεις. Δε λες καλλίτερα που μου κάνεις χάρη; Θα ηρεμίσω μια και καλή. Όσο πιο μακριά μου, τόσο πιο υπέροχη η ψυχική μου ηρεμία.- απάντησε συνεχίζοντας να γελά η Χριστίνα.
-Δε μου λες τώρα αυτό ήταν αστείο; Εσύ είσαι η καλή η φίλη που μου έλεγες πάντα πως θα είσαι στο πλευρό μου; Εγώ δεν σκέφτηκα κανέναν που θα πάω τόσο μακριά. Ούτε τους γονείς μου , ούτε τους γκόμενους. Για σένα στενοχωρήθηκα που θα μου λείψεις. Αλλά βλέπω πως δεν σου καίγεται καρφί. Καλά κάνω και μένω μόνη μου και δεν πιστεύω στους ανθρώπους. – της φώναξε εκείνη νευριασμένη. Δεν ήταν η πρώτη φορά που η Μαριάννα της έκανε επίθεση. Είχε γίνει και στο παρελθόν και θα γινόταν πάντα. Ευτυχώς που η Χριστίνα ήξερε πώς να αντιδράσει. Η φωνή της ακούστηκε ήρεμη και απαλή όταν της απάντησε.
-Καλή μου Μαριάννα είσαι ένας άνθρωπος που δεν ανέχεται τις ανθρώπινες αδυναμίες. Αν εγώ την ώρα που μου είπες αυτά τα νέα, με έπιαναν τα κλάματα , σίγουρα θα μου έλεγες να σταματήσω και ότι αυτό δεν θα σε βοηθούσε. Έχω καταλάβει όλα αυτά τα χρόνια της φιλίας μας πως απαιτείς από εμένα να είμαι δυνατή σαν βράχος , να μην εισαχθώ σε κανένα νοσοκομείο γιατί θα πέθαινες εσύ και βέβαια να μην το ρίξω στις καταχρήσεις. Ώρες-ώρες νομίζω πως με βλέπεις σαν το θεό. Αλάνθαστη, δυνατή, αμόλυντη, χρήσιμη, μια σούπερ γούμαν στην τελική. Έτοιμη να σώσει τον κόσμο και εσένα από τους δαίμονες σου. Αναγκάζομαι να σου κάνω τα χατίρια γιατί βαριέμαι να μαλώνω μαζί σου για ασήμαντες  αφορμές. Σου υπενθυμίζω και πάλι πως είμαι άνθρωπος με αδυναμίες. Και βέβαια έχω αισθήματα. Είμαι πολύ ευαίσθητη και κλαίω εύκολα. Από την άλλη εσύ είσαι μια ρεαλίστρια του κερατά. Εγωίστρια, ατομίστρια, σκληρή και εργασιομανής. Δεν μπορείς με τίποτα να εκφραστείς και κλείνεσαι πάντα στον εαυτό σου. Βλέπουμε διαφορετικά τη ζωή και δεν μοιάζουμε σε τίποτα. Για να τελειώνω όμως, μάθε πως θα μου λείψεις όσο τίποτε άλλο. Μην γίνεσαι λοιπόν υστερική μικρή μου. Είμαι η καλλίτερη σου φίλη η όχι;- η Μαριάννα δεν είπε λέξη. Για λίγο οι δυο άκρες της τηλεφωνικής συσκευής είχαν νεκρωθεί. Και τότε ήρεμη η Μαριάννα  απάντησε.
-Είσαι…..η μοναδική ….δε μπορώ να σε χάσω.-
-Και δεν θα με χάσεις. Λοιπόν ωραία. Θα ήθελα πολύ να σε καμαρώσω διευθύντρια. Τι στο καλό οι άλλοι είναι πιο έξυπνοι; Πότε φεύγεις; Έτσι για να σου κουνήσω το μαντίλι.-
Η Μαριάννα λίγο έλειψε να κλάψει η ίδια, αλλά ως συνήθως κρατήθηκε. Ήταν τόσο υπέροχη η φίλη της. Πως μπορούσε και έπαιζε θέατρο για να μην της δημιουργεί ενοχές;
«Δεν θα την φτάσω ποτέ μου ότι και να κάνω. Η μεγαλοψυχία της είναι κάτι που δεν θα αποχτήσω. Γιατί να μην είμαι αντάξια της; Γιατί;» σκεφτόταν  η Μαριάννα , όταν της είπε δήθεν αδιάφορα για να μην φορτίσει άλλο την ατμόσφαιρα.
-Θα φύγω τέλος του Οκτώβρη. Χριστίνα σου υπόσχομαι πως δεν θα χαθούμε. Θα σου γράφω και υπάρχει και το τηλέφωνο.-
-Όχι , όχι μην υπόσχεσαι πράγματα που δεν θα κάνεις. Εσύ μικρούλα μου έχεις να γράψεις γράμμα από τότε που ήσουν στο δημοτικό. Μέχρι να φύγεις θα βρεθούμε και από κοντά. Λοιπόν πρέπει να κλείσω τώρα , γιατί έχω αρκετά ρούχα για σιδέρωμα.- της είπε και βιάστηκε να κλείσει το τηλέφωνο. Η Μισέλ στο κρεβάτι άλλαξε πλευρό.

Ο Ανέστης βρισκόταν μαζί με την Μίρκα στον γυναικολόγο της. Εδώ και λίγο καιρό προσπαθούσαν να κάνουν παιδί, αλλά δεν τα κατάφερναν. Έκαναν συγκεκριμένες εξετάσεις που έδειχναν πως θα έπρεπε και οι δυο τους να κάνουν θεραπεία. Τίποτα όμως δεν ήταν σίγουρο.
-Μην απελπίζεστε. Να έχετε υπομονή και όλα θα πάνε καλά.- τους είπε ο γιατρός και εκείνοι έφυγαν από το γραφείο του. Ο Ανέστης μίλησε  πρώτος σπάζοντας την ησυχία από την μεριά της γυναίκας του.
-Αγάπη μου θα δεις που όλα θα πάνε καλά. Στο κάτω-κάτω δεν θα χαθεί ο κόσμος αν δεν μπορέσουμε. Ίσως υιοθετήσουμε κάποιο. Τι λες;- είπε αγκαλιάζοντας την.
-Τι  εννοείς Ανέστη; Είσαι με τα καλά σου; Θέλω δικό μου παιδί, διάολε. Δικό μου και δικό σου.- του απάντησε φανερά έξαλλη και ξέσπασε σε κλάματα.
-Μίρκα σε παρακαλώ, μην κλαις. Μου ραγίζεις την καρδιά μωρό μου. Εγώ λέω να πάμε μια βόλτα. Να πιούμε ένα ποτό, να φάμε. Θα νιώσεις καλλίτερα έτσι. Θα πάρω και την Χριστίνα τηλέφωνο να έρθει μαζί μας. Ξέρω πόσο την αγαπάς. Θα δεις, θα σου φτιάξει το κέφι. Θα αρχίσει τα αστεία της και θα ξεχαστείς.-
-Όχι. Προτιμώ να με πας σπίτι. Βγείτε εσείς. Σίγουρα  μαζί της θα νιώσεις και εσύ πιο άνετα. Ενημέρωσε την κιόλας, αν και ξέρω πως θα στενοχωρηθεί. Έχει και αυτή τα δικά της.-
-Ποια δικά της; Έγινε τίποτα;-
-Δεν στο είπε; Η Αλεξάκη , μας αφήνει. Πάει στο Λονδίνο για δυο χρόνια. Ο πατέρας της άνοιξε εκδοτικό οίκο και την χρίζει διευθύντρια. Μου τα είπε πριν δυο μέρες η Χριστίνα, αλλά με τα δικά μας ξέχασα να σου το πω.- του είπε εκείνη.
-Όχι. Δεν έχω ιδέα. Από την στιγμή που σε παντρεύτηκα πιο πολύ μιλάς εσύ μαζί της παρά εγώ. Χαίρομαι που τα βρήκατε από την αρχή. Είναι η καλλίτερη μου φίλη και θα πέθαινα αν δεν γινόσαστε και εσείς. Θα σε πάω σπίτι και θα περάσω από το δικό της. Έχεις δίκιο. Θα μου κάνει καλό να συζητήσω μαζί της. Δεν θα σε πειράξει που θα μείνεις μόνη, γλυκιά μου;-
-Όχι αγάπη μου. Θα κάνω ένα ζεστό μπάνιο και θα ξαπλώσω. Να μου την φιλήσεις.-
Όταν χτύπησε το κουδούνι στο σπίτι της Χριστίνας εκείνη διάβαζε τον <<Στρογγυλό πύργο>> του Λάβκραφτ. Σηκώθηκε και απάντησε στο θυροτηλέφωνο.
-Ναι;-
-Χριστινάκι μου ο Ανέστης είμαι ανοίγεις;-
-Ναι αγάπη μου , έλα επάνω.- του απάντησε. Δευτερόλεπτα αργότερα βρισκόταν στο σαλόνι της. Η Χριστίνα με το που τον αντίκρισε , κατάλαβε πως κάτι σοβαρό τον απασχολούσε. Τον έβαλε να καθίσει και τον ρώτησε τι ήθελε να πιει.
-Ένα ουίσκι χωρίς πάγο Χριστίνα, και σε παρακαλώ κάθισε γιατί θέλω να σου πω κάποια πράγματα. Αν δεν τα πω θα σκάσω.-
-Μα τι είναι αγάπη μου; Αρχίζω να  ανησυχώ πολύ. Είσαστε καλά με την Μίρκα; Έγινε κάτι;-
-Ναι κάτι συμβαίνει. Φέρε μου το ποτό, πάρε και εσύ ένα και αν μπορείς δώσε μου ένα τσιγάρο. Το έχω ανάγκη.- της είπε.
-Ανέστη μου , έχεις κόψει το τσιγάρο από τα 25 σου. Για να θες τσιγάρο μετά τόσα χρόνια σημαίνει πως το πρόβλημα που αντιμετωπίζεις είναι πολύ σοβαρό. – του απάντησε και του έδωσε το ουίσκι. Πήρε ένα από τα τσιγάρα της. Του το πρόσφερε και εκείνος το άναψε. Κατάπιε γρήγορα τον καπνό και έβηξε δυνατά. Η Χριστίνα έκατσε δίπλα του και περίμενε να κάνει αυτός την αρχή.
-Πριν από λίγο φύγαμε από τον γυναικολόγο της Μίρκας. Είχαμε κάνει εξετάσεις μιας και δεν μπορούμε να κάνουμε παιδιά. Μας είπε ο γιατρός πως πρέπει να μην χάσουμε την ελπίδα μας και να πιστεύουμε στον θεό. Καταλαβαίνεις πως το πήρε η Μίρκα; Πρώτη φορά την είδα να νευριάζει έτσι. Την έπιασαν τα κλάματα και δεν ξέρω αν θα το ξεπεράσει. Τι να κάνω Χριστίνα; Τι μπορώ να κάνω;- την ρώτησε και τραντάχτηκε όλο του κορμί. Πήρε μια βαθιά ανάσα και έβαλε το τσιγάρο στα χείλη του. Σχεδόν το κάπνισε μεμιάς. Η Χριστίνα δεν ήξερε τι να του απαντήσει. Ήταν και η ίδια σοκαρισμένη. Έβλεπε τον αγαπημένο της φίλο να έχει γίνει από τη λύπη του μια καρικατούρα του εαυτού του. Ο πόνος τον είχε καταβάλει. Πήγε κοντά του και τον αγκάλιασε. Εκείνος πήρε το χέρι της και το ακούμπησε στο πρόσωπο του. Η Χριστίνα τον φίλησε στο κεφάλι.
-Δεν είχα που αλλού να πάω Χριστίνα. Δεν είχα σε ποιόν να το πω. Τώρα σε στενοχώρησα και σένα. Τι μου φταις εσύ; - της είπε λυπημένα.
-Μη λες τέτοια πράγματα Ανέστη. Το ξέρεις πως σε αγαπώ τόσο που θα έκανα τα πάντα για να σε δω ευτυχισμένο. Τόσα χρόνια μαζί, σχεδόν από τη νηπιαγωγείο είναι σαν να είμαστε παντρεμένοι. Τυχερέ. Έχεις δυο γυναίκες που σε λατρεύουν , ενώ άλλοι ψάχνουν να βρουν έστω μία .- του είπε και εκείνος χαμογέλασε.
-Είδες που με τις αηδίες μου  σε κάνω να γελάς; Να σου βάλω ακόμα ένα ποτό;-
-Ναι. Η μάλλον φέρε το μπουκάλι.-
-Κοίτα να μην το σκέφτεσαι γιατί θα σε τρελάνει. Να φανείς δυνατός, έτσι ώστε να βοηθήσεις την Μίρκα. Πρόσεξε κακομοίρη μου. Βασίζομαι σε εσένα. Η ζωή είναι περίεργη. Άλλωστε και οι γιατροί δεν είναι πολύξεροι. Είπε τώρα αυτός κάτι και το δέσατε κόμπο; Λοιπόν θα κάνετε καυτό σεξ, χωρίς άγχος και θα δεις που και παιδί θα κάνετε και εγώ θα γίνω δεύτερη φορά νονά , τρομάρα μου.- είπε η Χριστίνα και γέλασαν μαζί.
-Πως μπορείς και φτιάχνεις την διάθεση των άλλων; Σε χαίρομαι φιλενάδα.-
-Ναι σε αυτό είμαι μοναδική. Φτιάχνω τους άλλους και ποτέ την Χριστίνα. Απάντησε ειρωνικά εκείνη.
-Τι μου είπε η Μίρκα; η Μαριάννα φεύγει για Αγγλία; Πως το πήρες;-
-Το κατάπια. Θα μου λείψει η μικρή, αλλά έκανα την άνετη για να μην την πληγώσω. Περίεργο που είναι τελικά. Μου έχει γίνει απαραίτητη στην ζωή μου. Ποιος να το περίμενε.-
-Ελπίζω να εκτιμήσει κάποτε τα όσα έχεις καταφέρει μαζί της. Δεν μπορώ να καταλάβω αυτή την κοπέλα έχουν περάσει, πόσα χρόνια από τότε που στην γνώρισα 5-6;-
-Πέντε.-
-Έχουν περάσει λοιπόν τόσα χρόνια και εκείνη συνεχίζει να είναι άφαντη στην φιλία σας, ενώ εσύ την στηρίζεις σε όλα. Το παίζεις αδερφή, μάνα, φίλη, πατέρας….-
-Ανέστη μου αυτό το κάνω σχεδόν σε όσους έχω κοντά μου και αγαπώ. Είναι τέτοιος ο παλιοχαρακτήρας μου.-
-Ναι Χριστίνα. Το γνωρίζω αυτό καλλίτερα από τον καθένα. Όποτε σε χρειαστούμε , είσαι πάντα εδώ και πρόθυμη να βοηθήσεις. Σκέφτηκες ποτέ , όταν θα μας χρειαστείς εσύ αν θα μπορέσουμε να ανταποκριθούμε; Πες μου το σκέφτηκες;-
-Δεν χρειάζεται Ανέστη. Ξέρω πως θα τρέξετε αν σας το ζητήσω.-
-Μην είσαι σίγουρη Χριστίνα. Ποτέ να μην είσαι. Ελπίζω να μην σε απογοητεύσουμε ποτέ. Γιατί αν το κάνουμε, εσύ δεν θα μπορέσεις να ανταπεξέλθεις. Θα χαθείς σε μια μαύρη  άβυσσο. Τέλος πάντων ας τα αφήσουμε τώρα αυτά. Να σε ρωτήσω κάτι; Με το βιβλίο που πριν χρόνια είχες αρχίσει πάλι να το γράφεις τι έκανες;-
-Τίποτα. Άρχισα και τα παράτησα. Δεν ξέρω τι με πιάνει. Φαίνεται πως δεν είμαι έτοιμη ακόμα. Άσε μωρό μου μέχρι τα εκατό μου έχω χρόνο .- του απάντησε και τελείωσαν τα ποτά τους μιλώντας για κινηματογράφο. Όταν μετά από δυο ώρες ο Ανέστης έφυγε  ,η Χριστίνα δεν είχε όρεξη να κοιμηθεί. Σκεφτόταν χίλια δυο πράγματα. Η Μαριάννα θα έφευγε τέλος του Οκτώβρη. Αν και ο καιρός ήταν ακόμα καλός , εκείνο το βράδυ η Χριστίνα ένιωθε πως κρύωνε. Ένιωσε πως ήθελε να φύγει. Να φύγει γενικά από όλους. Δεν ήξερε πως αυτή η στιγμή θα ερχόταν στο απώτερο μέλλον.



-Λοιπόν, να προσέχεις Μαριάννα. Εύχομαι όλα να σου πάνε καλά. Θα περιμένω να με πάρεις τηλέφωνο μόλις φτάσεις στο Λονδίνο. Ως τότε θα με έχει φάει η αγωνία.-
Ήταν ένα πρωινό Σαββάτου στις 25 του Οκτώβρη, με λίγο ήλιο και πολλά σύννεφα. Στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος ο κόσμος πηγαινοερχόταν με βαλίτσες και σακίδια. Η Χριστίνα ήταν εκεί με τον Σταύρο για να την αποχαιρετήσουν. Η Μαριάννα ήταν ντυμένη απλά. Φορούσε αθλητικά παπούτσια ένα ξεθωριασμένο τζιν και μια κόκκινη μπλούζα. Στα χέρια της κρατούσε ένα δερμάτινο μπουφάν και είχε μαζεμένα τα μαλλιά της. Φορούσε μαύρα γυαλιά ηλίου. Μέσα από τα γυαλιά τα μάτια της είχαν πάρει την  απόχρωση της γαζίας.
Η Χριστίνα αντίθετα φορούσε ένα γκρι ταγιέρ. Τα μαλλιά της τα είχε κόψει καρέ και φορούσε πράσινα γυαλιά ηλίου που έκρυβαν τα θλιμμένα της μάτια. Ο Σταύρος ντυμένος με ένα δερμάτινο σακάκι και τζιν παντελόνι με άσπρο πουκάμισο, έδειχνε νεότερος από ότι ήταν. Και είχε φτάσει στα σαράντα. Ήταν όρθιοι κοντά στον έλεγχο εισιτηρίων. Ο Σταύρος κατάλαβε πως έπρεπε να αποχωρήσει και να τις αφήσει μόνες. Έτσι φίλησε τη Μαριάννα και της ευχήθηκε καλό ταξίδι. Μετά γύρισε στην Χριστίνα και της είπε πως θα την περιμένει στο αυτοκίνητο. Όταν εκείνος απομακρύνθηκε η Μαριάννα είπε σε τόνο διαταγής.
-Βγάλε τα γυαλιά σου Χριστίνα.- εκείνη υπάκουσε και την ίδια στιγμή τα έβγαλε και η Μαριάννα. Έμειναν εκεί για λίγο να κοιτάζονται, ενώ ο κόσμος πηγαινοερχόταν και τα σύννεφα στον ουρανό έτρεχαν σαν αφηνιασμένα.
-So far so good. Μην μου στενοχωριέσαι Χριστίνα που φεύγω. Θα γυρίσω το συντομότερο. Πρόσεχε τον εαυτό σου καλή μου. Αν μου πάθεις κάτι , θα τρελαθώ. Φίλησε μου την Μισέλ και σε παρακαλώ παντρέψου τον Σταύρο. Θέλω να είσαι ευτυχισμένη. Το θέλουμε όλοι οι δικοί σου άνθρωποι. Πες στα κορίτσια και τον Ανέστη πως θα μου λείψουν. Αν και η Μαρία θα χαρεί τώρα που η κακιά μάγισσα Αλεξάκη φεύγει. Τουλάχιστον για δυο χρόνια δεν θα μπορώ να σου κάνω την ζωή μπουρδέλο. Δεν θα σε βγάζω από το πρόγραμμα σου, δεν………..-
-Σταμάτα επιτέλους να μιλάς. Φύγε και μη πεις τίποτα άλλο. Και μένα θα…θα …μου λείψεις.- την διέκοψε εκνευρισμένη εκείνη.
-Και μένα.- της απάντησε ήρεμα και τα μάτια της μπήκαν βίαια στα μάτια  της Χριστίνας, που τα ένιωσε ως την καρδιά της. Ήταν σα να εισχώρησε ένα ξίφος μέσα της και βγήκε από την άλλη μεριά. Καθώς το τράβηξε  το αίμα πιτσίλισε τα γυαλιστερά πλακάκια του αεροδρομίου και το κόκκινο αίμα έγινε μια μικρή λιμνούλα μέσα στις κόρες των ματιών της Μαριάννας. Ο κόσμος που βρισκόταν εκεί άρχισε να γυρίζει γύρω-γύρω και ξανά γύρω-γύρω, ώσπου όλα έγιναν μια μαύρη μάζα. Δεν χρειάστηκε να πούνε τίποτε άλλο. Η Μαριάννα έδωσε το εισιτήριο της στον έλεγχο και η Χριστίνα έκανε μεταβολή και έφυγε. Έκανε λίγα βήματα όταν άκουσε την Μαριάννα.
-Χριστίνα;-
-Ναι;- της απάντησε και κοντοστάθηκε. Η Μαριάννα σε απόσταση δυο μέτρων την κοίταξε χωρίς να πει κάτι. Η Χριστίνα άκουσε στα αυτιά της τα λόγια που της έλεγαν τα μάτια της Μαριάννας.
«Μη με αφήσεις σε παρακαλώ. Φοβάμαι τον κόσμο χωρίς εσένα. Θέλω να είσαι εδώ όταν γυρίσω».
-Εδώ θα είμαι Μαριάννα. Μη φοβάσαι τίποτα. Όλα θα πάνε καλά.- της απάντησε η Χριστίνα. Οι δυο γυναίκες  έφυγαν από διαφορετικές κατευθύνσεις. Η Χριστίνα φόρεσε τα γυαλιά της, βγήκε έξω και μπήκε στο αυτοκίνητο του Σταύρου. Έβαλε να παίζει το σι ντι με την μουσική της ταινίας Jude που λάτρευε και την άφησε να καλύψει τον μικρό χώρο του αυτοκινήτου. Έξω ο ήλιος είχε χαθεί. Τα τρελά σύννεφα τον είχαν καλύψει με τη μαυρίλα τους.
Η Μαριάννα μπήκε στο αεροπλάνο έβγαλε τα γυαλιά της και κάθισε στην θέση της που βρισκόταν κοντά στο φτερό. Όταν το αεροπλάνο  πήρε ύψος έκλεισε τα μάτια της και πήγε πίσω σε εκείνη τη νύχτα που άφησε τον εαυτό της και τα μυστικά της στην Χριστίνα. Χαμογέλασε. Η φίλη της θα ήταν εκεί να την περιμένει. Αυτό μόνο ήθελε. Να νιώθει ασφαλής. Η Χριστίνα ήταν το λιμάνι της.
Έξω στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου η βροχή  ξεκίνησε να πέφτει σε μεγάλες σταγόνες. Η Χριστίνα είχε ανάψει τσιγάρο και ο Σταύρος οδηγούσε για την Πάτρα.


Είχαν έρθει τα Χριστούγεννα και η Χριστίνα με τον Σταύρο κανόνισαν εκείνη την άγια μέρα να κάνουν ένα τραπέζι για τους φίλους τους. Το γεύμα θα δινόταν στο σπίτι του Σταύρου. Η Χριστίνα γιόρταζε εκείνη την ημέρα. Όλα τα χρόνια τα γιόρταζε στο σπίτι της , αλλά εκείνη την φορά ήθελε μια αλλαγή. Το βράδυ των Χριστουγέννων στο μεγάλο σαλόνι του Σταύρου ένα τεράστιο τραπέζι από μαύρο έβενο ήταν στολισμένο με του κόσμου τα αγαθά. Η Χριστίνα είχε επιστρατεύσει την αδερφή της που μαζί με τον Σταύρο έφτιαξαν θεσπέσια πιάτα, πέρα από την γεμιστή γαλοπούλα που ήταν η σπεσιαλιτέ του αγαπημένου της. Ήταν γνωστό στους κοντινούς φίλους πως η Χριστίνα βαριόταν να μαγειρεύει αλλά από οργάνωση έσχιζε. Όταν όλοι οι αγαπημένοι τους φίλοι είχαν φτάσει, τους πέρασε στο τραπέζι και εκείνοι σήκωσαν τα ποτήρια και της ευχήθηκαν. Μετά κάθισαν να φάνε ,όταν χτύπησε το τηλέφωνο και ο Σταύρος το σήκωσε. Δευτερόλεπτα αργότερα είπε στην Χριστίνα πως την ζητούσε η Μαριάννα. Η Χριστίνα πήρε το τηλέφωνο και βγήκε από το σαλόνι.
-Καλά Χριστούγεννα.- είπε η Χριστίνα όλο χαρά.
-Χρόνια πολλά μωρό μου. Να σε χαίρομαι. Καλά Χριστούγεννα εκεί στην πατρίδα. Πήρα σπίτι σου και δεν σε βρήκα. Μετά σκέφτηκα πως θα ήσουν στον Σταύρο.-
-Ναι έτσι είναι. Είπα φέτος να κάνω εδώ την γιορτή μου. Σε ευχαριστώ που πήρες. Έχω τραπέζι εδώ σήμερα σε όλους τους φίλους μου.- απάντησε η Χριστίνα.
-Αυτό είναι πολύ καλό. Φίλησε τους όλους από εμένα.- είπε με ψεύτικη χαρά εκείνη.
-Ναι θα το κάνω. Εσύ πως είσαι καλά; Τι θα κάνεις σήμερα; Θα βγεις με κάποιον γκόμενο;- την πείραξε λέγοντας η Χριστίνα.
-Στην Αγγλία πιο εύκολα βρίσκεις πορτοκάλια παρά άντρα. Δεν θα κάνω τίποτα το ιδιαίτερο, Χριστίνα. Δεν έχω να πάω πουθενά και έξω χιονίζει αδιάκοπα. Το γνωρίζεις άλλωστε πως τα Χριστούγεννα με θλίβουν σε σχέση με εσένα που τα λατρεύεις περισσότερο και από την ζωή σου. Θα την περάσω με την μοναξιά μου. Λοιπόν και πάλι να σε χαιρόμαστε. Να προσέχεις. Θα τα πούμε .- της απάντησε και βιάστηκε να κλείσει το τηλέφωνο. Η Χριστίνα είχε μείνει με το ακουστικό στο χέρι όταν την πλησίασε ο Σταύρος.
-Τι έγινε; Τι σου είπε Χριστίνα;-
-Τίποτα το τρομερό αγάπη μου, αλλά κατάλαβα πολλά. Είναι μόνη. Μόνη με την καριέρα της. Ειρωνικό δεν είναι;-
-Τι εννοείς;-
-Πως ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωσε την απουσία και την απόσταση.-
-Έλα ,πρέπει να πάμε στους καλεσμένους μας. Δεν κάνει να τους αφήσουμε μόνους. – της απάντησε ο Σταύρος και γύρισε πίσω. Λίγο πριν τον ακολουθήσει και η Χριστίνα , το βλέμμα της έπεσε στο μεγάλο Χριστουγεννιάτικο δέντρο που βρισκόταν στο διάδρομο. Ήταν τόσο όμορφο και γεμάτο χρώματα, μα η Χριστίνα ένιωσε την μοναξιά του. Το πλησίασε και του ψιθύρισε.
«Μπορεί να φαντάζεις τέλειο, γεμάτο γιρλάντες, μα είσαι μόνο. Έτσι δεν είναι; Πίσω από τα λαμπιόνια σου κρύβεις τη μοναξιά σου. Πόσο θα ήθελες τώρα να ήσουν μαζί με τους φίλους σου στο χιονισμένο βουνό! Εσύ όμως προτίμησες την αναγνώριση. Την φευγαλέα αναγνώριση που σου δίνουν τα Χριστούγεννα. Όταν εκείνα περάσουν, θα μείνεις γυμνό , στεγνό και μόνο σου πεταμένο σε μια αποθήκη. Ίσως του χρόνου, αν είσαι γερό να σε στολίσουν ξανά. Αξίζει άραγε αυτό δεντράκι μου;» η Χριστίνα γύρισε στο τραπέζι και τους φίλους της. Ο Ανέστης μιλούσε με τη Μαρία την Βίκυ και τον Γιώργο. Ο Νίκος είχε πιάσει κουβέντα με τον Παναγιώτη και η Ελένη ταΐζε την κόρη της. Η αδερφή της η Μαρίνα με τον άντρα της έτρωγαν και ο ανιψιός της ο Θάνος κοιτούσε τις φλόγες στο τζάκι. Το βλέμμα της Χριστίνας έπεσε στην Μίρκα. Κάπνιζε σκεφτική και έπινε κρασί. Δεν είχε φάει τίποτα. Το πιάτο της ήταν άδειο. Η Χριστίνα πήγε κοντά της. Την αγκάλιασε.
-Χριστίνα μου πολύ ωραίο το τραπέζι. Ήταν πολύ καλή η ιδέα σου να βρεθούμε όλοι εδώ σήμερα.-
-Ναι μωρό μου , αλλά εσύ δεν έφαγες τίποτα. Πίνεις μόνο και καπνίζεις. Κάνεις κακό έτσι στον εαυτό σου. Προσπάθησε να ξεχάσεις για λίγο το θέμα της εγκυμοσύνης. Είναι δύσκολο , το ξέρω όμως κάνε και εσύ μια προσπάθεια. Δεν είσαι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία. Έχετε μια θαυμάσια σχέση με τον Ανέστη. Γιατί θα πρέπει αυτό το θέμα να σας διαλύσει;-
-Χριστίνα μου δεν μπορώ να μη το σκέφτομαι. Τους τελευταίους μήνες για να κοιμηθώ το βράδυ παίρνω υπνωτικά χάπια. Δεν του το είπα του Ανέστη. Φοβάμαι πως θα εξαγριωθεί αν μάθει πως η γυναίκα του παίρνει ουσίες για να ξεπεράσει το άγχος της.-
-Να μην ακούω τέτοια. Ο φίλος μου σε λατρεύει. Εκείνος νοιάζεται μόνο για σένα. Εδώ και καιρό αυτό μου λέει. Η Μίρκα να συνηθίσει την ιδέα. Η Μίρκα να μη πονά. Γιατί λοιπόν βασανίζεσαι; Δεν κοιτάς εμένα και την Μαρία; Ούτε λέξη για γάμο και για παιδιά. Έλα τώρα καλή μου. Φάε κάτι και κοίταξε να περάσεις καλά.- της είπε η Χριστίνα και την φίλησε στο μέτωπο.
-Σε ευχαριστώ για τα λόγια συμπαράστασης αγαπούλα μου. Θα προσπαθήσω όσο και αν είναι δύσκολο.-
-Στη ζωή όλα είναι δύσκολα. Το θέμα είναι να μπορούμε να γελάμε, όταν τα βάσανα μας χτυπήσουν την πόρτα.- απάντησε η Χριστίνα και γέμισε τα ποτήρια τους με κρασί. Έξω από το σπίτι μικρές νιφάδες χιονιού στροβιλίστηκαν στον αέρα.

Στην Αγγλία το χιόνι είχε καλύψει τα πάντα. Έξω από το παράθυρο της Μαριάννας στο διαμέρισμα που έμενε και που βρισκόταν λίγο έξω από το Λονδίνο , το χιόνι έπεφτε ασυγκράτητο. Εκείνη φορώντας ένα ζευγάρι μαύρες φόρμες , είχε κουρνιάσει με τα πόδια ανεβασμένα σε μια κουνιστή ξύλινη καρέκλα. Στα χέρια της κρατούσε ένα φλιτζάνι τσάι και κουνιόταν απαλά, κοιτάζοντας το χιόνι να χορεύει. Μέσα στο όμορφο μοντέρνο διαμέρισμα επικρατούσε ησυχία. Η τηλεόραση στο καθιστικό ήταν αναμμένη, αλλά η Μαριάννα είχε κλείσει την ένταση. Εκείνο το βράδυ των Χριστουγέννων εκείνη ένιωθε μόνη όσο ποτέ. Σκεφτόταν τους γονείς της στην Αθήνα που εκείνη την ώρα θα ετοιμάζονταν για κάποιο ρεβεγιόν , την γιορτινή ατμόσφαιρα που θα υπήρχε στο σπίτι του Σταύρου. Όλοι μαζί θα γελούσαν και θα έπιναν, ενώ εκείνη ήταν μόνη σε ένα άδειο σπίτι , σε μια ξένη χώρα. Όσο το σκεφτόταν τόσο πιο  πολύ νεύριαζε. Σηκώθηκε, ντύθηκε και βγήκε από το σπίτι. Με τα χέρια της χωμένα στο παλτό και τον σκούφο της γεμάτο με χιόνι , περπάτησε για λίγη ώρα. Χάζεψε τα μαγαζιά που ήταν φωτισμένα, τα στολισμένα δέντρα στα σπίτια των άλλων και κάποια ζευγαράκια που αγκαλιασμένα φιλιόντουσαν εδώ και εκεί. Κάθισε σε ένα παγκάκι. Άναψε τσιγάρο και έβγαλε τον καπνό από μέσα της που αμέσως κρυστάλλωσε. Καθώς κάπνιζε είδε μπροστά της την Χριστίνα να της χαμογελά. Η Μαριάννα τα είχε χαμένα για λίγο. Δεν ήξερε αν ήταν φανταστικό η πραγματικό αυτό που έβλεπε. Η μορφή της φίλης της συνέχισε να της χαμογελά και εκείνη έκλεισε τα μάτια της. Όταν τα άνοιξε  η Χριστίνα  είχε εξαφανιστεί. Ήξερε πως η φαντασία μπορούσε να παίξει διάφορα παιχνίδια και η Μαριάννα αποφάσισε να γυρίσει στο διαμέρισμα της. Χώθηκε στο κρεβάτι της και κοιμήθηκε. Μέσα στον ύπνο της βρέθηκε στο σπίτι του Σταύρου. Γελούσε και συζητούσε με όλους τους φίλους. Η Χριστίνα δίπλα της γελούσε.       
  

Αυτό είναι ένα βιβλίο που μιλά για την φιλία. Για το πώς ορισμένοι άνθρωποι έρχονται κοντά και προσπαθούν μαζί να κάνουν την ζωή τους μοναδική. Για αυτό και το βιβλίο  αυτό αφιερώνεται ειδικά  στις τέσσερις  ξεχωριστές φίλες που είναι κοντά μου πολλά χρόνια και με στηρίζουν, όπως και εγώ. Παλέψαμε πολύ για να εδραιώσουμε αυτή τη φιλία. Χωρίς την αγάπη σας δεν θα μπορούσα να γράψω. Ετούτο το βιβλίο είναι το πρώτο που έγραψα και το αγαπώ όσο και εσείς. Για αυτό και σας ανήκει. Είναι δικό σας βιβλίο.  

Στις: Αγγελική, Έφη, Έλλη, Νατάσα.

Στην Χρύσα που αν δεν ήταν εκεί να με καθοδηγήσει δεν θα είχα ξεκινήσει το ταξίδι.
Σε ευχαριστώ για ότι μου έμαθες. Στον αδερφό μου Γιώργο και στην γυναίκα του Άντζελα που είναι στο πλευρό μου.
Στους γονείς μου και στον Θεό που με  προστατεύει.    
Στους φίλους και φίλες που είναι δίπλα μου: Λάμπρο και Ευγενία Μάθεση, Κώστα Μιχαλάκη, Αντρέα Αυγέρη, Πάνο Παπασωτηρίου, Ρούλα Σοφρά, Παναγιώτη Βελτανισιάν,  Μαρία και  Νίκο Τσίτσο. Φωτεινή και Νίκο Λαυράνο, Σύλβια και Κώστα Γάσπαρη, Στέλλα και Σωτήρη Καρνέση, Στεργιάννα Γιαφεντή και σε όλους όσους ξέχασα. Τα ξαδέρφια μου: Γεωργία και Κωνσταντίνα Φήμη, Τάσο και Λούντα Καραντή, Αποστόλη Αθανασίου, Άντα.   
Στην Αθηνά Γραμματικού που οι συμβουλές της ήταν πολύτιμες, και στον αγαπημένο μου φίλο Δημήτρη Χαρίτο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι από το ομώνυμο ποίημα της Άντζελας Σκοπελίτη Κοφινά.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Κάθε μου λέξη μια σταγόνα αίμα.
Μίλτος Σαχτούρης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

22/6/1973 Ανέβηκε στο θέατρο "Αθήναιον" η θεατρική παράσταση "Το Μεγάλο μας Τσίρκο" του Ιάκωβου Καμπανέλλη σε σκηνοθεσία Κώστα Καζάκου, με το ίδιο και τη Τζένη Καρέζη στους πρώτους ρόλους και το Νίκο Ξυλούρη στα τραγούδια του Σταύρου Ξαρχάκου. Ένα έργο καταδίκη της χούντας, λίγο πριν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και την πτώση της
23/6/2005 Έφυγε από τη ζωή ο ποιητής Μανώλης Αναγνωστάκης

ΤΥΧΑΙΑ TAGS