90 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
22.10.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Ο χρόνος της φθοράς | Μέρος 10ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά


Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Χριστίνα. Μια γυναίκα λίγο μετά τα τριάντα που θεωρεί την έννοια της φιλίας το μεγαλύτερο αγαθό. Έχει καταφέρει να έχει κοντά της τρεις αγαπημένες φίλες και έναν αδερφικό φίλο που είναι πάντα στο πλευρό της.
Τη Μαρία , την Βίκυ , την Ελένη και τον Ανέστη. Όταν όμως γνωρίζεται με την Μαριάννα Αλεξάκη η ισορροπία στη ζωή της χάνεται. Εκείνη είναι ένα παιδί 23 χρόνων που δουλεύει στον εκδοτικό οίκο του πατέρα της. Έχει θέσει πολύ ψηλούς στόχους για να γίνει συγγραφέας  και θέλει να κάνει μεγάλη καριέρα σε αυτό. Η Μαριάννα σε αντίθεση με την Χριστίνα δεν εμπιστεύεται κανέναν , δεν κάνει φιλίες , φοβάται την μοναξιά  και προσπαθεί να κάνει τους γονείς της να την προσέξουν.
Οι δυο γυναίκες δένονται με μια φιλία και μια δυνατή αγάπη από την αρχή της γνωριμίας τους. Όμως η Μαριάννα απασχολημένη με το κτίσιμο της καριέρας της, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα υψηλά στάνταρ της Χριστίνας για τη φιλία.
Δυο διαφορετικές γυναίκες και δυο ξεχωριστές πορείες. Ένας κύκλος φιλίας  που ξεκινά με τη γνωριμία των δύο γυναικών , συνεχίζεται με τα ψυχικά προβλήματα της Μαριάννας , για να καταλήξει στο φευγιό της Χριστίνας και την τελική τους επανασύνδεση.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ
    
Το καλοκαίρι είχε φτάσει και η Χριστίνα βρισκόταν στην θάλασσα με τον Σταύρο. Είχαν κάνει το μπάνιο τους και έτρωγαν σε μια ταβέρνα. Το ζευγάρι μετά τις δύσκολες ώρες που είχε περάσει από εκείνο το παραστράτημα του Σταύρου έδειχνε πιο αγαπημένο και δεμένο από ότι στο παρελθόν. Είχαν γίνει μια ψυχή. Ένα σώμα. Ο Σταύρος δεν την άφηνε από τα μάτια του στιγμή. Για χρόνια προσπαθούσε να πείσει την Χριστίνα να τον παντρευτεί. Το ήθελε όσο τίποτα άλλο. Όμως, η Χριστίνα ήταν απόλυτη στις αποφάσεις της. Όταν αποφάσιζε για κάτι τίποτα δεν μπορούσε να την αποσπάσει από αυτό. Την κοίταξε που έτρωγε το καλαμάρι της και της είπε.
- Έχει περάσει ένας  μήνας από τότε που έφυγες από το μαγαζί. Αν έχεις κάποιο πρόβλημα οικονομικό θα ήθελα να το ξέρω. Ποτέ σου δεν μιλάς για το πώς τα βγάζεις πέρα. Δεν είμαι ξένος.
- Μα δεν χρειάζεται. Έχω κάνει το κουμάντο μου. Θα ξεκουραστώ για το καλοκαίρι και από Σεπτέμβρη θα βρω καινούργια δουλειά.
- Ξέρεις όλα αυτά δεν θα είχαν τώρα σημασία αν δεχόσουν να παντρευτούμε. Θα σταματούσε πια ο πονοκέφαλος για την εύρεση εργασίας. Θα ήσουν γυναίκα μου και θα είχες τα πάντα.
- Δηλαδή μου ζητάς να σε παντρευτώ για να εξασφαλίσω το μέλλον μου; Σύνταξη, περίθαλψη, παιδιά και σπίτι στην Μύκονο; Πόσο λίγο με ξέρεις.
- Μα δεν με αγαπάς; Και γιατί σε παρακαλώ να είσαι αιωνίως μια επαναστάτρια; Οι άνθρωποι που αγαπιούνται παντρεύονται. Τα χωρίζουν όλα στα δυο και πορεύονται μαζί.
- Οι άλλοι μπορούν να κάνουν ό,τι τους κατέβει στο κεφάλι. Εγώ από την άλλη δεν θέλω κανέναν πάνω στο κεφάλι μου. Είμαι ανεξάρτητη και θα μείνω έτσι.
- Μα τόσα χρόνια μαζί είναι σαν να είμαστε παντρεμένοι. Το χαρτί θα κάνει την διαφορά; Βαρέθηκα να ζούμε χωριστά. Θέλω έναν κοινό χώρο όπου θα ξυπνάμε μαζί.
- Αγάπη μου μια χαρά είμαστε και τώρα. Δεν είμαι εγώ για συγκατοίκηση. Μόνο με την Μισέλ μπορώ να ζήσω ως τα βαθιά μου γεράματα. Ο γάμος με ενοχλεί. Τον δοκίμασα μια φορά και είδα την καταστροφή του. Δεν θέλω να σε χάσω.
- Ούτε και εγώ…
-Ωραία. Ας πιούμε τώρα την μπύρα μας και ας απολαύσουμε τους μεζέδες -τον έκοψε εκείνη γρήγορα.
- Αφού επιμένεις, καλά. Εγώ εσένα σκέφτομαι.
- Το ξέρω μωρό μου. Είμαι πολύ τυχερή που σε έχω.
- Ε! Δεν είμαι αγγελούδι. Σε πλήγωσα και εγώ.
- Είχες τον αντρισμό να το εξομολογηθείς. Μου φτάνει - του απάντησε και άναψε τσιγάρο.
- Η Μαριάννα πως είναι; Συνεχίζει τα ίδια;
- Σταύρο δεν ξέρω τι να πιστέψω με αυτή την γυναίκα. Δεν είναι όμως καλά και αυτό με ανησυχεί. Εκείνη βέβαια το κρύβει. Νομίζει πως μπορεί να με ξεγελάσει.
- Πίνει ακόμα;
- Ναι και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί. Θα καταντήσει αλκοολική έτσι που το πάει.
-Ε, όχι και έτσι. Μην είσαι υπερβολική. Με ένα δυο μεθύσια δεν μπαίνουμε όλοι για αποτοξίνωση.
- Και που το γνωρίζω εγώ πότε και πόσο συχνά πίνει; Την βλέπω νομίζεις; Εγώ ζω στην Πάτρα και αυτή στην Αθήνα. Ο καθένας θα μπορούσε να λέει ψέματα. Και εκείνη μου λέει πολλά.
- Και τι θα γίνει τώρα; Εννοώ πως θα τα βάλεις σε τάξη;
- Δεν θα βάλω Σταύρο. Θα περιμένω να σκάσει η βόμβα. Προς το παρόν εδώ και λίγους μήνες δεν κουνιέται φύλλο. Απόλυτη ηρεμία. Έχω να μιλήσω μαζί της δεκαπέντε μέρες. Εύχομαι να είναι καλά. Να έχει ξεπεράσει το αλκοόλ και τις κρίσεις κατωτερότητας που βιώνει.
- Σου είπε εσένα κάτι τέτοιο; Μου φαίνεται απίστευτο η Μαριάννα με τόσα ατού που έχει να αισθάνεται κατώτερη.
- Και όμως, η Μαριάννα Αλεξάκη νομίζει πως έχει το μέγεθος ενός μικροβίου, που μόνο με το μικροσκόπιο μπορούν να την δουν οι άνθρωποι. Και αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα. Δεν ξέρω τι θα κάνει με την ζωή της Σταύρο. Όλα κρέμονται από μια κλωστή.-
- Είναι σκληρό καρύδι η φιλενάδα σου. Θα τα βγάλει πέρα. Να είσαι αισιόδοξη. - της απάντησε εκείνος και την φίλησε. Έτσι ήταν ο Σταύρος. Όλα τα έβλεπε χωρίς άγχος. Σε όλα τα προβλήματα είχε μια λύση να προτείνει. Η Χριστίνα έλεγε στον εαυτό της πως θα ήταν καλό να έχει σαν πρότυπο τον αγαπημένο της. Αλλά δεν μπορούσε. Εκείνη έβλεπε παντού σκοτεινούς δρόμους και διαβόλους να παραμονεύουν σε κάθε αφώτιστη γωνιά. Και δεν είχε άδικο. Η σχέση της Μαριάννας με το ποτό είχε γίνει πια στενή. Έπινε σε καθημερινή βάση. Ακόμα και το πρωί στο γραφείο της. Έτρωγε ελάχιστα και συνήθως ήθελε να κοιμάται. Βέβαια αυτό δεν μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ. Κάποια στιγμή κατέρρευσε. Και αυτό έγινε μέσα στον εκδοτικό οίκο. Ήταν το μεσημέρι μιας Τετάρτης όταν η Μαριάννα κλεισμένη στο γραφείο της έγραφε ασταμάτητα. Είχε πιει από το πρωί μισό μπουκάλι κονιάκ και είχε φάει μόνο ένα τοστ  όταν έφυγε από το σπίτι της. Στην αρχή ένιωσε μια ζαλάδα. Σηκώθηκε από το γραφείο και άναψε τσιγάρο. Ένιωσε την ανάγκη να κατεβάσει μια γουλιά κονιάκ. Έβγαλε από την τσάντα της ένα μικρό μπουκάλι και το κατέβασε γρήγορα. Δεν ήθελε να την καταλάβουν. Έπινε στα κρυφά. Έκανε το τσιγάρο της και κάθισε στην καρέκλα. Η ζαλάδα είχε φύγει και άναψε ακόμα ένα τσιγάρο. Θυμόταν πως είχε κρύψει ένα μπουκάλι βότκα στο συρτάρι του γραφείου της. Το πήρε και ήπιε μια γουλιά. Αμέσως ένιωσε να χαλαρώνει. Ήθελε όμως να πιει και άλλο. Και άλλο και άλλο. Λίγο αργότερα  όλα άρχισαν να γυρίζουν. Η Μαριάννα έβλεπε πολύχρωμα φώτα, άκουγε τραγούδια και φωνές. Έβλεπε τους γονείς της, τα παιδικά της χρόνια, τους εραστές της την Χριστίνα, την Μαρία, τον Ανέστη, που της χαμογελούσαν. Η βοή μέσα στο κεφάλι της είχε φτάσει στο αποκορύφωμα, όταν η Μαριάννα με μια γρήγορη κίνηση πετάχτηκε από την καρέκλα, άνοιξε την πόρτα και βγαίνοντας από το δωμάτιο σωριάστηκε στο πάτωμα. Μετά όλα σκοτείνιασαν. Έξω στην άσφαλτο της Αθήνας ο ήλιος έκαιγε και πύρωνε την πρωτεύουσα. Μόνο η Μαριάννα είχε το κορμί της παγωμένο. Ξαπλωμένο σε μια γωνιά ώσπου να ζαρώσει και να αφανιστεί.  
Την ίδια ώρα η Χριστίνα που είχε κοιμηθεί στον καναπέ βλέποντας μια ταινία, ταρακουνήθηκε. Άνοιξε τα μάτια της και είδε μπροστά της σε όραμα την Μαριάννα μέσα σε αίματα. Ήταν τόσο αληθινή που η Χριστίνα σηκώθηκε και πήγε κοντά της. Μεμιάς η μορφή εξαφανίστηκε και εκείνη κατάλαβε πως η βόμβα είχε σκάσει. Πήρε αμέσως το κινητό της και την κάλεσε. Το τηλέφωνο ήταν κλειστό. Μαύρα φίδια άρχισαν να την ζώνουν, αλλά κράτησε την ψυχραιμία της. Θα την καλούσε ξανά το βράδυ. Ό,τι και αν είχε γίνει, θα το μάθαινε αργά η γρήγορα.

Όταν η Μαριάννα σωριάστηκε λίγο έξω από το γραφείο της, η γραμματέας έντρομη πήγε κοντά της και προσπάθησε να την βοηθήσει να ανακτήσει τις αισθήσεις της. Όταν δεν τα κατάφερε ενημέρωσε τον πατέρα της. Ο Αλεξάκης ήρθε από τον πάνω όροφο   και αφού δεν κατάφερε και εκείνος τίποτα, κάλεσε ασθενοφόρο. Την έβαλε μέσα και την πήγε σε ένα ιδιωτικό νοσοκομείο. Δεν ήθελε δημοσιότητα στο θέμα. Έτσι μετά από λίγη ώρα η Μαριάννα που είχε χάσει εντελώς τις αισθήσεις της, μπήκε μέσα όπου της πήραν αίμα και της έκαναν τις πρώτες εξετάσεις. Ο Αλεξάκης με σηκωμένα τα μανίκια του πουκάμισου και την γραβάτα να έχει χαλαρώσει στον λαιμό του, πηγαινοερχόταν  γεμάτος ένταση στον χώρο αναμονής. Έτσι πέρασαν σχεδόν δυο ώρες. Είχε πιει δυο καφέδες όταν τον πλησίασε ο γιατρός που είχε αναλάβει την κόρη του.
- Κύριε Αλεξάκη χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω προσωπικά. Είμαι θαυμαστής σας. Έχω διαβάσει όλα σας τα ποιήματα. Ονομάζομαι Μάνθος Τρυγόπουλος.
- Χαίρομαι γιατρέ. Τι συμβαίνει με την κόρη μου; Είναι σοβαρό;
- Ελάτε στο γραφείο μου. Εκεί θα μιλήσουμε με την ησυχία μας. (του απάντησε εκείνος και ο Λεωνίδας τον ακολούθησε).
- Λοιπόν δεν μου είπατε. Τι έχει η κόρη μου;
- Μη φοβάστε. Δεν είναι κάτι σοβαρό.
- Μα δεν καταλαβαίνω. Έπεσε κάτω λιπόθυμη και δεν μπόρεσα να τη συνεφέρω. Για αυτό και την έφερα στο νοσοκομείο.
- Κύριε Αλεξάκη, θα σας ρωτήσω κάτι και θέλω να μου απαντήσετε με ειλικρίνεια.
- Μα φυσικά.
- Κύριε Αλεξάκη, είχε ποτέ η κόρη σας πρόβλημα με το αλκοόλ;
- Η Μαριάννα; Όχι. Ποτέ. Απ’ όσο μπορώ να γνωρίζω. Θέλετε να πείτε δηλαδή…
- Ναι. Η εξέταση αίματος έδειξε υπερβολική περιεκτικότητα σε αλκοόλ. Με λίγα λόγια η κόρη σας έπεσε σε κώμα από το ποτό.
- Αυτό είναι εξωφρενικό. Αν η κόρη μου έπινε, θα το ήξερα. Θα φαινόταν. Δεν θα μπορούσε να δουλέψει.
- Κύριε Αλεξάκη, δεν είναι πάντα τόσο εύκολο να εξακριβώσετε την αλήθεια. Πολλοί γονείς αγνοούν τι περνάνε τα παιδιά τους. Ζούμε σε μια κοινωνία αγχωτική, με ξέφρενους ρυθμούς. Όλοι μας αντιμετωπίζουμε προβλήματα τα οποία προσπαθούμε να λύσουμε. Σε άλλους, όμως, φαίνονται βουνό και καταφεύγουν στο αλκοόλ ή σε διάφορες άλλες ουσίες.
- Η Μαριάννα ήταν από μικρή ένα ευτυχισμένο παιδί. Εγώ και η μητέρα της προσπαθήσαμε έτσι ώστε τίποτα να μην της λείψει. Μπήκε στο πανεπιστήμιο, πήρε το πτυχίο της και από τότε δουλεύει κοντά μου. Μάλιστα το όνειρο της είναι να πετύχει ως συγγραφέας. Δεν βλέπω τίποτα το άσχημο εδώ. Αλλά το ποτό; Αυτό δεν ταιριάζει με την εικόνα της κόρης μου.
- Η κόρη σας όπως και όλοι μας έχουμε τις κακές μας στιγμές. Έχουμε τις ανασφάλειες και τους φόβους μας. Πολλές φορές δεν νιώθουμε την σιγουριά. Μου έχει τύχει και εμένα. Και φαντάζομαι σε άλλους. Εκεί λοιπόν αν δεν προσέξει κανείς γίνεται το κακό. Θα γίνει καλά. Θα κάνουμε και άλλες εξετάσεις αν και τις θεωρώ περιττές. Αν πραγματικά αντιμετωπίζει πρόβλημα με το ποτό τότε θα πρέπει να το πολεμήσει μαζί με εσάς.
- Μου λέτε δηλαδή πως είναι αλκοολική;
- Όχι βέβαια. Θέλει όμως προσοχή και παρακολούθηση. Καλό θα ήταν όταν βγει από εδώ να μιλήσετε μαζί της. Να δείτε τι την προβληματίζει. Γιατί κάτι θα την απασχολεί από την στιγμή που δεν έπινε στο παρελθόν. Για να πίνει τώρα και σε βαθμό ώστε να πέσει σε κώμα κάτι έχει. Κάτι την τρώει εσωτερικά. Θα προτείνω και ψυχολογική υποστήριξη. Μπορώ αν θέλετε να σας κλείσω ραντεβού με έναν πολύ καλό ψυχολόγο.
- Ναι, θα το ήθελα. Σας ευχαριστώ γιατρέ. Πότε μπορώ να την δω;
- Αύριο αν θέλετε. Να μπορέσει να ηρεμήσει σήμερα, να ξυπνήσει και βλέπουμε.
- Σας ευχαριστώ γιατρέ για την ενημέρωση.
- Να μην στεναχωριέστε. Όλα θα πάνε καλά κύριε Αλεξάκη.  - του απάντησε εκείνος και τον συνόδευσε έξω. Βγαίνοντας από το νοσοκομείο ο Λεωνίδας πήρε τηλέφωνο την γυναίκα του. Εκείνη μόλις είχε τελειώσει μια παρτίδα τένις και έπινε ένα παγωμένο κοκτέιλ.
- Τζέσικα που βρίσκεσαι;
-Baby ξεθεώθηκα. Αυτή η Σαρμωνίδη με στρίμωξε για τα καλά. Μόλις με κέρδισε μια παρτίδα τένις και πίνω ένα ντρίνκ.
- Θέλω να φύγεις από εκεί το γρηγορότερο και να έρθεις στο γραφείο μου. (της είπε νευριασμένος).
- Τι συμβαίνει Λεωνίδα; Γύρισε ο κόσμος ανάποδα;
- Με ακούς τι σου λέω; Σε μια ώρα να είσαι στον εκδοτικό οίκο. Έχουμε να συζητήσουμε για ένα πρόβλημα - της απάντησε και έκλεισε το τηλέφωνο.

Ήταν απόγευμα όταν η Τζέσικα μπήκε με τον αέρα της αριστοκρατίας στο γραφείο του άντρα της. Εκείνος είχε ανάψει ένα πούρο και το κάπνιζε όρθιος κοντά στο παράθυρο. Η Τζέσικα κάθισε στον πολυτελέστατο δερμάτινο καναπέ, σταύρωσε τα καλλίγραμμα πόδια της και τον κοίταξε ειρωνικά.
- Λοιπόν; Τι ήταν αυτό το τόσο επείγον που δεν μπορούσε να περιμένει; - του είπε και άναψε τσιγάρο.
-Η Μαριάννα δεν είναι καλά. Την έχω σε ένα ιδιωτικό νοσοκομείο. Για αυτό σε κάλεσα. Θα χρειαστεί φροντίδα.
- Η Μαριάννα δεν έχει ανάγκη από φάρμακα. Είναι δυνατή σαν άλογο. Έχει πάρει από εμένα. Οι Τεξανοί έχουμε βαρύ κόκαλο.
- Δε μου λες, είσαι τόσο ηλίθια όσο δείχνεις ή το κάνεις για να μου σπάσεις τα νεύρα; Μπορείς να φερθείς μια φορά και εσύ σαν μάνα;
- Λεωνίδα σταμάτα να φωνάζεις σε μένα. Το γνωρίζεις καλά πως δεν με φοβίζεις. Έλα λοιπόν στο ψητό να τελειώνουμε. Τι έχει η κόρη μας;
- Από ό,τι φαίνεται αντιμετωπίζει πρόβλημα αλκοολισμού.
- Αυτό τώρα είναι αστείο;
-Τζέσικα σωριάστηκε σήμερα το μεσημέρι έξω από το γραφείο της. Την μετέφεραν με  ασθενοφόρο σε ιδιωτικό νοσοκομείο και διαπιστώθηκε πως είχε πέσει σε κώμα από το ποτό. Λες να θέλω να αστειευτώ με τόσο σοβαρό πρόβλημα; - της είπε και τράβηξε μια δυνατή ρουφηξιά από το πούρο του.
- Πίστευα πάντα πως η Μαριάννα ήταν το πιο ξεροκέφαλο, δυνατό και πεισματάρικο πλάσμα του κόσμου. Ποτέ μου δεν την είδα σαν ένα αδύνατο, άβουλο πλάσμα , που θα έπεφτε στις καταχρήσεις. Δεν ταιριάζουν οι ηττοπάθειες στους Αλεξάκηδες. - του απάντησε εκείνη με στόμφο.
-Κοίτα. Η κόρη μας αντιμετωπίζει ένα κακό δαίμονα. Θέλω να την στηρίξουμε για να την βοηθήσουμε να ορθοποδήσει. Δεν είσαι και η καλλίτερη μάνα του κόσμου  αλλά θα βάλεις τα δυνατά σου αυτή τη φορά. Δεν θα το ξαναπώ. Επιτέλους ας γίνουμε για μια φορά οικογένεια. - της είπε ο Αλεξάκης και οι λεπτές γραμμές των χειλιών της Τζέσικας τραβήχτηκαν έντονα.


Εκείνο το βράδυ η Χριστίνα προσπάθησε ξανά να επικοινωνήσει με την Μαριάννα. Το κινητό της, όμως, ήταν απενεργοποιημένο. Ευτυχώς που είχε το τηλέφωνο του σπιτιού των γονιών της και κάλεσε εκεί. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ακούστηκε η φωνή της οικιακής βοηθού που της είπε πως ο κύριος Αλεξάκης ήταν στο γραφείο του.
- Θα μπορούσατε σας παρακαλώ να του πείτε πως τον ζητά η Χριστίνα η φίλη της Μαριάννας; - είπε εκείνη. Μετά από λίγα λεπτά η φωνή του Αλεξάκη ακούστηκε από την άλλη άκρη.
- Χριστίνα πως είσαι; Χαίρομαι που σε ακούω.
- Κύριε Αλεξάκη σας ζητώ συγγνώμη για την ενόχληση μα δεν μπορώ να βρω πουθενά την Μαριάννα. Ανησυχώ.
- Και καλά κάνεις. Προφανώς δεν έχεις ιδέα από τα σημερινά γεγονότα. Και πώς να έχεις αφού η κόρη μου δεν είναι σε θέση να μιλήσει σε κανένα.
- Χριστέ μου ήξερα πως κάτι σοβαρό είχε συμβεί. Τι είναι αυτή τη φορά κύριε Αλεξάκη;
-Θα σε έπαιρνα έτσι και αλλιώς εγώ στο τηλέφωνο Χριστίνα. Το είχα προγραμματίσει για αύριο. Με πρόλαβες, όμως. Πρώτα θα σε ρωτήσω κάτι για την κόρη μου. Εσύ σαν φίλη της θα ξέρεις αν και πιστεύω πως η Μαριάννα κρύβει καλά τα μυστικά της.
- Τι συμβαίνει; Ρωτήστε με ότι θέλετε.
- Σήμερα το μεσημέρι η Μαριάννα λιποθύμησε και δεν μπορούσε να ανακτήσει τις αισθήσεις της. Την μετέφερα με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο. Διαπιστώθηκε πως είχε πέσει σε κώμα από το αλκοόλ. Γνώριζες αν έπινε η κόρη μου;
- Ξεκίνησε να πίνει πριν τρεις με τέσσερις μήνες. Στην αρχή όλα ήταν ήρεμα. Μια δυο φορές μου εξομολογήθηκε πως είχε μεθύσει. Την παρότρυνα να μην το ξανακάνει. Μου το υποσχέθηκε, αλλά όπως καταλαβαίνετε ζούμε μακριά η μια από την άλλη και δεν μπορούσα να ξέρω στα σίγουρα αν μου έλεγε την αλήθεια.
- Και όπως αποδείχτηκε δεν σου έλεγε. Μπορείς να μου πεις αν την πλήγωνε και την στεναχωρούσε κάτι;
- Κύριε Αλεξάκη η Μαριάννα δεν ανοίγεται εύκολα. Είμαστε σχεδόν δυόμισι χρόνια φίλες και ελάχιστα ξέρω από αυτά που σκέφτεται, θέλει, μισεί ή αγαπά. Έχω όμως βγάλει κάποια δικά μου συμπεράσματα σχετικά με την ψυχοσύνθεση της.
- Θα σου ήταν δύσκολο να μου τα αναφέρεις;
- Κύριε Αλεξάκη με φέρνετε σε δύσκολη θέση.
- Είναι τόσο άσχημα αυτά που βρήκες ώστε σου είναι δύσκολο να μου τα πεις Χριστίνα;
- Κατά κάποιο τρόπο ναι. Όμως, εγώ κύριε Αλεξάκη, ποτέ δεν κρύφτηκα πίσω από το δάχτυλο μου. Πιστεύω πως η κόρη σας βιώνει μια απέραντη μοναξιά. Μια μοναξιά που ξεκινά από την παιδική της ηλικία και φτάνει μέχρι και σήμερα. Δεν θέλω να σας προσβάλω κύριε Αλεξάκη, αλλά νομίζω πως δεν πήρε την αγάπη και το ενδιαφέρον που χρειάζεται ένα παιδί από τους γονείς του. Έτσι, η Μαριάννα κλείστηκε στον εαυτό της. Απομακρύνθηκε από τους ανθρώπους και προσπάθησε να γίνει αντάξια σας. Φαντάζομαι πως ποτέ σας δεν το καταλάβατε αυτό. Η Μαριάννα σας αγαπά πολύ και περιμένει να της δείξετε ενδιαφέρον για ό,τι κάνει. Φαίνεται, όμως, πως εσείς δεν την είδατε ποτέ σας. - απάντησε η Χριστίνα με παράπονο. Για λίγο απόλυτη σιγή επικράτησε από την μεριά του Αλεξάκη. Κατάφερε μετά από λίγο να της πει με μια σπασμένη φωνή.
- Παραδέχομαι… ναι, είναι η αλήθεια πως δεν είχα τον απαραίτητο χρόνο για να τον περάσω μαζί της. Η Μαριάννα μεγάλωσε με νταντάδες και υπηρέτες. Η γυναίκα μου δυστυχώς ήταν απούσα. Απασχολημένη με τους πλούσιους της τάξης της. Ανέλαβα σε μικρή ηλικία τον κολοσσό της περιουσίας του πατέρα μου και έπρεπε να δουλέψω σκληρά για να τα καταφέρω. Πέρασα και εγώ δυσκολίες αλλά δεν πήρα ένα μπουκάλι βότκα και άρχισα να το πίνω για να εξευμενίσω την ζωή.
- Η Μαριάννα μπορεί να μην κληρονόμησε την δική σας ψυχική δύναμη. Μπορεί να ήταν ευάλωτη. Την είδατε ποτέ έτσι; Σαν το μικρό παιδί που θέλει φροντίδα; - τον διέκοψε η Χριστίνα.
- Ομολογώ πως μεγάλωσα την κόρη μου με αξίες και με δύναμη να αντιμετωπίζει μόνη της τα πάντα. Την θεωρούσα σκληρή.
- Κύριε Αλεξάκη, εγώ κρατώ μόνο τον ρόλο της φίλης. Δεν μπλέκομαι στα οικογενειακά σας. Αν και πολύ μικρότερη σας θα σας δώσω μια συμβουλή. Δεν είναι αργά, ακόμα και τώρα να την πάρετε αγκαλιά και να την φιλήσετε. Να μείνετε στο πλάι της ως πατέρας και όχι ως υφιστάμενος. Πατέρα και μητέρα χρειάζεται. - του απάντησε η Χριστίνα.
- Ίσως αυτό να είναι τελικά. Σε ευχαριστώ. Μου έκανε καλό που μιλήσαμε Χριστίνα. Χαίρομαι που η κόρη μου έχει μια φίλη σαν και σένα. Την αγαπάς και την προσέχεις. Είναι τυχερή μέσα στην μοναξιά της. Θα προσπαθήσω να την πλησιάσω. Θα χρειαστεί, όμως, και ψυχολογική υποστήριξη. Θα πρέπει να την δει ψυχολόγος μου είπε ο θεράπων γιατρός της. Θα κάνω ότι περνά από το χέρι μου για να ξεπεράσει το πρόβλημα με το αλκοόλ. Εσύ πότε θα μπορέσεις να έρθεις στην Αθήνα;-
- Αύριο το πρωί θα πάρω την συγκοινωνία του κτελ. Σε τρεις ώρες θα είμαι στην πρωτεύουσα.
- Μπορώ να στείλω τον σοφέρ μου. Θα έρθει να σε παραλάβει εκείνος.
- Όχι. Αλλά σας ευχαριστώ κύριε Αλεξάκη. Θα τα πούμε αύριο. Καληνύχτα σας.
- Καληνύχτα Χριστίνα.. - Είπε ο Λεωνίδας και έκλεισαν το τηλέφωνο. Αμέσως η Χριστίνα έπεσε βαριά σε μια πολυθρόνα. Έφερε τα χέρια της στο πρόσωπο και ξέσπασε σε κλάματα. Όση ώρα μιλούσε με τον Αλεξάκη κρατιόταν με το ζόρι να μην καταρρεύσει. Μόλις όμως έκλεισαν το τηλέφωνο, όλη η ένταση και η στεναχώρια βγήκαν προς τα έξω. Η Μαριάννα είχε πιάσει πάτο και η Χριστίνα θα έπρεπε να την στηρίξει για να μπορέσει να ορθοποδήσει. Ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα που θα απαιτούσε πολύ ψυχικό σθένος από την μεριά της Χριστίνας. Σκούπισε τα μάτια της και πήγε κοντά στην Μισέλ. Η γάτα κοιμόταν στον καναπέ του σαλονιού εδώ και ώρες. Η Χριστίνα την χάιδεψε απαλά και εκείνη άνοιξε τα πανέμορφα μάτια της.
- Θέλω όλη σου την αγάπη Μισέλ. Και την κατανόηση σου βέβαια. Αύριο θα σε πάω στο σπίτι της μαμάς. Η Μαριάννα με χρειάζεται κοντά της. Ίσως μείνω στην Αθήνα λίγες μέρες. Θα με συγχωρέσεις που θα σε αποχωριστώ για λίγο; Θα μου δώσεις ένα φιλάκι; - την ρώτησε με παράπονο και η γάτα που πάντα την καταλάβαινε της έγλυψε το χέρι. η Χριστίνα γέλασε και την πήρε στην αγκαλιά της.
Στο νοσοκομείο η Μαριάννα άνοιξε τα μάτια της και αντίκρισε έξω στη νυχτιά ένα ολόγιομο φεγγάρι. Το κοίταξε για λίγο και έκλεισε τα μάτια της. Το κεφάλι της ήταν βαρύ. Δεν ήξερε που βρισκόταν. Άνοιξε πάλι τα μάτια και αυτή τη φορά κοίταξε ολόγυρα. Κατάλαβε πως βρισκόταν σε δωμάτιο νοσοκομείου. Αλλά γιατί; Πίεσε τον εαυτό της να θυμηθεί. Το κεφάλι της όμως ήταν νεκρό. Δεν μπορούσε καμία εντολή να εκτελέσει. Ένιωθε τόσο μα τόσο εξουθενωμένη. Νεκρική νηνεμία επικρατούσε στον χώρο. Η Μαριάννα ήθελε να κοιμηθεί. Να κοιμηθεί για μέρες, για μήνες, για χρόνια. Αισθανόταν μια ασφάλεια μέσα σε αυτό το βαμμένο απαλό γαλάζιο δωμάτιο. Θα μπορούσε να έμενε εκεί για πάντα. Δεν θα χρειαζόταν πια να δουλέψει, να γράψει βιβλία, να πονέσει, να γελάσει, να κάνει έρωτα και να πληγωθεί από όλους, γιατί θα την προστάτευαν αυτοί οι τέσσερις τοίχοι. Οι κόρες των ματιών της Μαριάννας βάφτηκαν γκριζοπράσινες και βυθίστηκε σε ένα ήρεμο ύπνο. Μέσα του ξέχασε τις έγνοιες και τις πληγές που είχαν ανοίξει στο εσωτερικό της καρδιάς της. Μέσα στα όνειρα που κατέκλυζαν το μυαλό της είδε τον πατέρα και την μητέρα της. Την Χριστίνα και τον Αλέξη που είχε διώξει από την ζωή της χωρίς αιτία. Είδε το σώμα της να περπατά σε ένα πανέμορφο κήπο με χιλιάδες λουλούδια και θεσπέσιες μυρωδιές. Πεταλούδες με όμορφα χρώματα πετούσαν τριγύρω. Πουλιά τιτίβιζαν και από μακριά ακουγόταν μια θεϊκή μελωδία. Ήταν τόσο γλυκιά που η Μαριάννα ξάπλωσε στο χαλί της γης και έχωσε το πρόσωπο της στο νωπό χώμα. Και τότε ,μόνο τότε ,μέσα της πολύ βαθιά ένα ποίημα του πατέρα της ήρθε και κάθισε στα χείλη της. Μέσα στον βαθύ της ύπνο το συλλάβισε.
«Ταξίδια με το νου του έκανε
Στα μάτια του ποτάμια αργοκυλούσαν.
Εικόνες στην ψυχή του έθαβε
Τα όνειρα του άνεμοι σκορπούσαν.

Στα δάση περπατούσε σιωπηλός
Στη μελωδία της φύσης τραγουδούσε
Σαν λύκος του παραμυθιού κακός
Στην πόλη που τον έπνιγε ξυπνούσε.

Στο όνειρο του ήταν αετός
Στα πιο ψηλά βουνά , θεό ζητούσε
Λουζόταν στα ποτάμια τ’ αδαμάντινα
Κοράκι μαύρο στη δουλειά ξυπνούσε».
 
Και τότε αγαλλίασε η ψυχή της και ελαφριά πέταξε προς τον ουρανό. Πετούσε και γελούσε. Πετούσε και γελούσε και όλα έγιναν πολύχρωμα. 


                                     


Αυτό είναι ένα βιβλίο που μιλά για την φιλία. Για το πώς ορισμένοι άνθρωποι έρχονται κοντά και προσπαθούν μαζί  να κάνουν την ζωή τους μοναδική.   Για αυτό και το βιβλίο  αυτό αφιερώνεται ειδικά   στις τέσσερις  ξεχωριστές φίλες  που είναι κοντά μου πολλά χρόνια και με στηρίζουν , όπως και εγώ. Παλέψαμε πολύ για να εδραιώσουμε αυτή τη φιλία. Χωρίς την αγάπη σας δεν θα μπορούσα να γράψω. Ετούτο το βιβλίο είναι το πρώτο που έγραψα και το αγαπώ όσο και εσείς. Για αυτό και σας ανήκει. Είναι δικό σας βιβλίο.  

Στις: Αγγελική, Έφη, Έλλη, Νατάσα.

Στην Χρύσα που αν δεν ήταν εκεί να με καθοδηγήσει δεν θα είχα ξεκινήσει το ταξίδι.
Σε ευχαριστώ για ότι μου έμαθες.  Στον αδερφό μου Γιώργο και στην γυναίκα του Άντζελα που είναι στο πλευρό μου.
Στους γονείς μου και στον Θεό που με  προστατεύει.    
Στους φίλους και φίλες που είναι δίπλα μου: Λάμπρο και Ευγενία Μάθεση, Κώστα Μιχαλάκη, Αντρέα Αυγέρη, Πάνο Παπασωτηρίου, Ρούλα Σοφρά, Παναγιώτη Βελτανισιάν,  Μαρία και  Νίκο Τσίτσο. Φωτεινή και Νίκο Λαυράνο, Σύλβια και Κώστα Γάσπαρη, Στέλλα και Σωτήρη Καρνέση, Στεργιάννα Γιαφεντή και σε όλους όσους ξέχασα. Τα ξαδέρφια μου: Γεωργία και Κωνσταντίνα Φήμη, Τάσο και Λούντα Καραντή, Αποστόλη Αθανασίου, Άντα.   
Στην Αθηνά Γραμματικού που οι συμβουλές της ήταν πολύτιμες, και στον αγαπημένο μου φίλο Δημήτρη Χαρίτο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι από το ομώνυμο ποίημα της Άντζελας Σκοπελίτη Κοφινά.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Το παραμύθι της τέχνης λέει πάντα την αλήθεια
Διονύσης Σαββόπουλος

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

23/10/1925 Γεννήθηκε στην Ξάνθη ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις
24/10/2010 Έφυγε από τη ζωή ανήμερα των γενεθλίων της η τραγουδίστρια του Νέου Κύματος Καίτη Χωματά