103 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
19.10.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Ο χρόνος της φθοράς | Μέρος 9ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά


Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Χριστίνα. Μια γυναίκα λίγο μετά τα τριάντα που θεωρεί την έννοια της φιλίας το μεγαλύτερο αγαθό. Έχει καταφέρει να έχει κοντά της τρεις αγαπημένες φίλες και έναν αδερφικό φίλο που είναι πάντα στο πλευρό της.
Τη Μαρία , την Βίκυ , την Ελένη και τον Ανέστη. Όταν όμως γνωρίζεται με την Μαριάννα Αλεξάκη η ισορροπία στη ζωή της χάνεται. Εκείνη είναι ένα παιδί 23 χρόνων που δουλεύει στον εκδοτικό οίκο του πατέρα της. Έχει θέσει πολύ ψηλούς στόχους για να γίνει συγγραφέας  και θέλει να κάνει μεγάλη καριέρα σε αυτό. Η Μαριάννα σε αντίθεση με την Χριστίνα δεν εμπιστεύεται κανέναν , δεν κάνει φιλίες , φοβάται την μοναξιά  και προσπαθεί να κάνει τους γονείς της να την προσέξουν.
Οι δυο γυναίκες δένονται με μια φιλία και μια δυνατή αγάπη από την αρχή της γνωριμίας τους. Όμως η Μαριάννα απασχολημένη με το κτίσιμο της καριέρας της, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα υψηλά στάνταρ της Χριστίνας για τη φιλία.
Δυο διαφορετικές γυναίκες και δυο ξεχωριστές πορείες. Ένας κύκλος φιλίας  που ξεκινά με τη γνωριμία των δύο γυναικών , συνεχίζεται με τα ψυχικά προβλήματα της Μαριάννας , για να καταλήξει στο φευγιό της Χριστίνας και την τελική τους επανασύνδεση.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ
    
Είχαν περάσει τρεις μήνες από εκείνο το βράδυ που η Χριστίνα  συγχώρησε την φίλη της και τον αγαπημένο της Σταύρο. Αν και το ράγισμα που είχε γίνει στην καρδιά της Χριστίνας από την αδιαφορία της Μαριάννας ήταν βαθύ εντούτοις  εκείνη παρέμενε σε εκείνη την φιλία  πεισματικά. Η Μαρία που την έβλεπε να δίνει καθημερινές μάχες  για να κρατηθεί εκείνη η σχέση , απλά μια μέρα την είχε βρίσει τόσο πολύ , που θα νόμιζε κανείς πως δεν θα της ξαναμιλούσε ποτέ. Ήταν ένα Σάββατο μεσημέρι που την είχε επισκεφτεί μαζί με τον Νίκο.

-Ουδέποτε κατάλαβα  πως μπορείς και υπομένεις αυτή την γυναίκα. Σε γνωρίζω από την κούνια μας. Εμείς οι δυο είχαμε πάντα μια φιλία δυνατή που βασιζόταν στην αλληλοκατανόηση , τον σεβασμό , την αγάπη. Λέξεις που η Αλεξάκη δεν έχει στο λεξιλόγιο της. Σε έγραψε κανονικά όταν εκείνη την νύχτα ο Σταύρος   σου αποκάλυψε το μυστικό του και εσύ πληγώθηκες πολύ. Αν και από ότι κατάλαβα  πιο πολύ σε πείραξε που αυτή η… να μην την ονομάσω τώρα , δεν σε πήρε τηλέφωνο για να της πεις τα γεγονότα. Ο Σταύρος πήγε με άλλη και εσύ δεν μπόρεσες να αντέξεις την αδιαφορία της Αλεξάκη. Και μη χειρότερα. Ευτυχώς που σε ξέρω τόσο καλά. Για σένα η φιλία είναι ανώτερη από τον έρωτα. Φρόντισες και κατάφερες να έχεις κοντά σου φίλους που σε λατρεύουν. Και καλά ως εκεί. Ξαφνικά έρχεται η Αλεξάκη , την βάζεις στην ζωή σου και όλα έρχονται ανάποδα. Εντάξει είναι μικρή , άντε να το δεχτώ πως είναι και ανώριμη αλλά πέρασαν τρεις μήνες και αντί να βάλει μυαλό που σε πλήγωσε τι κάνει; Μα τα ίδια ξανά. Μια φορά το μήνα τηλέφωνο και αν τύχει μια φορά το χρόνο κατεβαίνει στην Πάτρα. Και σε ρωτώ. Αν ήταν άλλη θα την είχες διώξει. Γιατί δεν την διώχνεις; Τι έχει αυτή η ξινή Αλεξάκη ώστε να υπομένεις τόσα πολλά;- της είπε η Μαρία νευριασμένη και ήπιε λίγο από τον καφέ της. Η Χριστίνα την κοίταξε γλυκά. Πήγε κοντά της και την φίλησε στο μέτωπο. Ο Νίκος κάπνιζε σκεφτικός και η Μισέλ άλλαξε πλευρό και συνέχισε τον ύπνο της.
-Σε ότι είπες συμφωνώ. Η Μαριάννα δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί ποτέ στην φιλία. Όμως γνωρίζεις πολύ καλά πως δεν έχω αφήσει ποτέ να μου φύγει φίλος. Δεν το έβαλα στα πόδια και ούτε θα το κάνω. Ήμουν πάντα κοντά σας στις χαρές και στις λύπες σας και θα συνεχίσω να είμαι. Τώρα στο ερώτημα σου πως τι το ιδιαίτερο έχει και την ανέχομαι , δεν έχω απάντηση. Και εγώ με την ίδια απορία ζω. Σαν μια αόρατη δύναμη να μην με  αφήνει να  το πράξω. Σαν κάποιος να μου λέει κάθε φορά μείνε. Σε χρειάζεται. Στο μέλλον θα σε χρειαστεί περισσότερο. Δεν ξέρω  Μαρία. Δεν είμαι μορφωμένη , δεν έχω το έξυπνο μυαλό. Είμαι απλά η Χριστίνα και από την στιγμή που είπα πως θα μείνω φίλη της , θα το κάνω. Μπορεί να βιάστηκα να την βάλω στην παρέα μας. Τώρα όμως είναι εδώ. –
-Συγνώμη που διακόπτω , αλλά έτσι είναι. Μωρό μου αν και γνωρίζω τόσο λίγο την Χριστίνα , μου είναι αδιανόητο να πιστέψω πως θα διώξει αυτούς που αγαπά. Θα το παλέψει. Η Μαριάννα δεν είναι σαν και εσάς. Ίσως να θέλει  αρκετό χρόνο για να μάθει πώς να φέρεται σε φίλη.-
-Πόσο χρόνο Νίκο; Έχουν περάσει δυο χρόνια τώρα που μπήκε στην παρέα. Η Χριστίνα τρέχει συνέχεια δίπλα της όταν υπάρχει ανάγκη. Θα το ξεχάσω εγώ που ο καημένος ο Σταύρος πλήρωσε τον ντέντεκτιβ για να βρει πληροφορίες για το καθίκι τον Αντωνίου που την έδερνε; Και η καλή μας φίλη από εδώ ούτε που της το ανέφερε. Γιατί είναι τόσο ηλίθια που όλα τα κάνει με τον σταυρό.  Έτσι καλή μου δεν πας μπροστά. Καμιά φορά θα πιάσω την Αλεξάκη από το μαλλί θα την βάλω κάτω και θα της  τα πω όλα.- συνέχισε νευριασμένη η Μαρία.
-Αυτό δεν θα το κάνεις ποτέ σου. Μου το υποσχέθηκες. Η Μαριάννα δεν πρέπει να ξέρει.-
-Ε! βέβαια. Εσύ το μόνο που κάνεις είναι να την βοηθάς και εκείνη να σε γράφει όποτε και όσο συχνά μπορεί. Τώρα αυτό λέγεται φιλία; Μαλακία ναι. Φιλία σε καμία περίπτωση.- είπε η Μαρία και κατέβασε τον υπόλοιπο καφέ της με μια γουλιά.
-Έλα τώρα Μαρία μου. Θα δεις που όλα θα πάνε καλά. Κάποια στιγμή η Μαριάννα θα καταλάβει πως δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από εμένα. Θυμήσου πως έχει μεγαλώσει πολύ διαφορετικά από εμάς. Γονείς είναι αυτοί που έχει; Δεν λέω κολυμπάνε στο χρήμα , όμως  αυτή είναι πολύ δυστυχισμένη. Την λυπάμαι.-
-Αυτή την λυπάσαι. Τον εαυτό σου πότε;-
-Στο είχα πει και παλιά. Η Μαριάννα φέρεται έτσι γιατί έχει μάθει να είναι κλεισμένη στον εαυτό της. Πιστεύω πως από μικρή χαλιναγώγησε τα αισθήματα της και τα έκλεισε ερμητικά. Και θα το έκανε αυτό για να μην της λείπει το χάδι του μπαμπά και η μητρική αγκαλιά. Ζώντας λοιπόν μέσα στα στενά όρια του κόσμου της δεν είχε ανάγκη από φίλες  και θερμούς εραστές. Μεγαλώνοντας  αφιερώθηκε  στις σπουδές και στην δουλειά της. Εκεί διοχέτευσε όλη την ενέργεια και το πάθος της. Μετά ήρθε και η συγγραφή των δικών της βιβλίων. Έχει τελειώσει δυο , αλλά ακόμα να τα διαβάσει ο πατέρας της. Πως νομίζεις ότι θα πρέπει να νιώθει αυτή η γυναίκα που οι γονείς της δεν της έδωσαν ποτέ την ανάλογη σημασία; Για ένα παιδί αυτό που μετρά  πάνω απ’ όλα είναι να το αγαπούν και να του το δείχνουν οι γονείς του. Και δεν μπορώ να πιστέψω πως την Μαριάννα δεν την αγαπούν. Όμως τους είναι φοβερά δύσκολο να το εξωτερικεύσουν. Ίσως και εκείνοι να μεγάλωσαν  με παρόμοιους γονείς. Ίσως να μην τους έδειξαν την αγάπη και έτσι και εκείνοι με την σειρά τους έκαναν το ίδιο στην Μαριάννα.-
-Και έτσι να είναι όπως τα λες Χριστίνα , γιατί θα έπρεπε εσύ να βγάλεις το φίδι από την τρύπα; Αν όλα αυτά που υποστηρίζεις έχουν κάποια βάση σου τονίζω πως η Μαριάννα θα χρειαστεί ψυχολόγο. Εσύ γνωρίζεις καλά πόσο με γοητεύει αυτή η επιστήμη. Έχω αγοράσει κατά καιρούς πολλά βιβλία ψυχολογίας και έχω διαβάσει με τις ώρες. Με τις λίγες μου γνώσεις θα έλεγα πως η φίλη σου αντιμετωπίζει κάποιου είδους νεύρωση.-
-Και εγώ σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξα. Ο άντρας της Ελένης έχει αρκετά βιβλία ψυχολογίας και μερικά από αυτά κάνουν λόγο για τις νευρώσεις γενικά. Όταν πριν από δυο χρόνια η Μαριάννα μπήκε στην παρέα μας του ζήτησα να μου δανείσει ορισμένα και άρχισα να διαβάζω. Από τότε είχα καταλάβει πως  ο εσωτερικός της κόσμος ήταν ταραγμένος. Ήθελα να δω τι συμβαίνει. Πολλά από τα παραδείγματα που αναφέρουν τα βιβλία , τα είδα στην συμπεριφορά της Μαριάννας.-
-Ναι αλλά και πάλι κολυμπάς σε βαθιά νερά. Αν έχει  κάποια νεύρωση η και πολλές μαζεμένες εσύ τι μπορείς να προσφέρεις; Χρειάζεται ο ειδικός σε αυτές τις περιπτώσεις.-
-Χρειάζεται την αγάπη και την στήριξη μου Μαρία. Πρώτα χρειάζεται αυτά και μετά τον ειδικό. Και έχει ανάγκη έναν καλό σύντροφο να την αγαπά. Και ένα παιδί ίσως για να του δώσει την αγάπη που στερήθηκε αυτή. Αν τα βρει όλα αυτά θα νιώσει ευτυχισμένη.-
-Ωραία δεν λέω είναι όλα  εκείνα που λες. Είναι όμως όνειρα που δύσκολα θα τα πραγματοποιήσει η Μαριάννα. Φαντάζεσαι εσύ την Αλεξάκη με μωρό;  Δεν υπάρχει περίπτωση να του αφιερώσει τον πολύτιμο χρόνο της. Πρέπει να γράφει τα βιβλία της. Άσχετο αλλά ξέρεις γιατί σε αγαπώ Χριστίνα;-
-Αλήθεια γιατί;- την ρώτησε εκείνη και χαμογέλασε.-
-Γιατί είσαι ονειροπόλα , με αγνή ψυχή. Γιατί πάντα  ψάχνεις και κρατάς τα καλά στοιχεία ενός ανθρώπου. Γιατί τέλος θέλεις να δώσεις ευτυχία ακόμα και σε εκείνους που είναι τυφλοί για να την δουν.-
-Με τόσα καλά λόγια που μου είπες σήμερα , αφού με έβρισες πρώτα , θα το πάρω  επάνω μου και πλέον μόνο με ραντεβού θα μιλάς μαζί μου.- της απάντησε η Χριστίνα και γέλασαν όλοι μαζί.
-Αυτό που σας εύχομαι είναι να παραμείνει έτσι για χρόνια η φιλία σας.- είπε γελώντας ακόμα ο Νίκος.
-Και να ήθελες το αντίθετο αγάπη μου δεν γίνεται. Την έχω συνηθίσει την κυρία από εδώ και δεν μπορώ να την χωρίσω. Αν και ένα διαζύγιο θα ήταν ότι έπρεπε. Τριάντα χρόνια μαζί είναι πολλά.- συνέχισε η Μαρία.
-Η ώρα πέρασε. Χριστίνα κανόνισε να έρθεις με τον Σταύρο σπίτι μας. Να πιούμε ένα κρασί βρε αδερφέ. Θα σας ετοιμάσω κάτι μεζέδες , να γλείφετε τα χέρια σας.- πρότεινε ο Νίκος καθώς σηκωνόταν από τον καναπέ.
-Ακόμα εσύ μαγειρεύεις; Καημενούλη μου. Τι τραβάς και εσύ. Γιατί δεν την αφήνεις  να φτιάξει και αυτή κάτι μια φορά; Πολύ ελαστικό σε βρίσκω.- απάντησε με χαμόγελο πονηρό η Χριστίνα.
-Γιατί αν φτιάξει κάτι η φίλη σου το λιγότερο που θα πάθω θα είναι να πάω στο νοσοκομείο. Άσε που σου λέω. Καλά κάθεται. Είναι τώρα η Μαρία για την κουζίνα;-
-Και πολύ καλά τα είπες αγάπη μου. Εμένα τώρα με ξέρεις Χριστίνα μου. Ούτε καφέ δεν μπορώ να φτιάξω. Ευτυχώς δηλαδή που ο Νίκος είναι εξαίρετος μάγειρας. Θα είχα πεθάνει από την πείνα τώρα. Να το κανονίσεις να έρθετε για φαγητό. Τώρα κοντά.- είπε η Μαρία και αγκάλιασε την Χριστίνα με αγάπη για να της πει.
-Να προσέχεις έτσι; Και μη νοιάζεσαι τόσο για αυτή την ξινή την Αλεξάκη. Δεν θα χαλάσουμε τώρα την ζαχαρένια μας  για μια βλαμένη.- ο  Νίκος φίλησε την Χριστίνα στο μάγουλο και έφυγαν από το σπίτι. Η Χριστίνα μάζεψε τα φλιτζάνια και τα πήγε στην κουζίνα. Δεν πρόλαβε να τα πλύνει όταν χτύπησε το κινητό της. Σκούπισε τα χέρια της και απάντησε.
-Ναι;-
-Εγώ είμαι. Τι κάνεις;- ακούστηκε τρομερά ευδιάθετη η Μαριάννα.
-Πολύ καλά κοριτσάκι μου. Εσύ πως είσαι;-
-Στα κέφια μου. Είμαι με ένα καινούργιο αμόρε στο Μικρολίμανο  και πίνουμε ούζα. Δεν σου έχω πει για τον Μιχάλη έτσι;-
-Δεν έτυχε. Άλλωστε έχουμε να μιλήσουμε σχεδόν ένα μήνα πάλι.-
-Πότε θα σταματήσεις να μετράς τις ημέρες και να κρατάς ημερολόγιο , για το πόσο καιρό έχουμε να τα πούμε;-
-Φαντάζομαι όταν και εσύ θα μου αφιερώσεις λίγο από τον πολύτιμο χρόνο σου. Ζητάω πολλά;-
-Καλά , άσε τώρα αυτά. Λοιπόν δεν έχω πολύ χρόνο γιατί ο λεγάμενος έχει πάει τουαλέτα. Είναι τριάντα χρονών , δουλεύει DJ  σε ένα πολύ προχωρημένο κλαμπ , έχει ένα απίθανο κορμί, μικρός έκανε κολύμβηση και είναι ξανθός με πράσινα μάτια. Σου λέω είναι μανεκέν. Θεός. –
-Χαίρομαι καρδούλα μου που είσαι ευτυχισμένη. Μην πιεις πολύ όμως. Το ούζο βαρά κατακέφαλα.-
-Εσύ σπίτι είσαι;- την ρώτησε η Μαριάννα.
-Ναι. Πριν από λίγο έφυγαν η Μαρία με τον Νίκο. Είχαν έρθει για καφέ.-
-Το ξέρεις πως η πιο παλιά σου φίλη δεν με χωνεύει καθόλου έτσι;-
-Δεν είμαστε με τα καλά μας. Η Μαρία ποτέ της δεν έχει μισήσει άνθρωπο.-
-Εμένα πάντως με έχει στην μπούκα. Τότε που είχε γίνει όλο αυτό με τον Σταύρο και δεν σου συμπαραστάθηκα , μου είχε πει πως θα είναι ένα βήμα ακριβώς πίσω μου. Θα με παρακολουθεί για να μη σε πληγώσω.- απάντησε η Μαριάννα και γέλασε.
-Μου έχει αδυναμία η Μαρία. Αυτό είναι όλο.- είπε σταθερά η Χριστίνα.
-Και εγώ είμαι η κακιά στριμένη φιλενάδα που σε βάζει σε μπελάδες.-
-Μα τι είναι τώρα αυτά που λες; Ποιος σε αποκάλεσε κακιά;-
-Ξέρω τι λέω εγώ. Χριστίνα σταμάτα πια να με προστατεύεις. Είμαι πολύ κακός άνθρωπος.-
-Δε μου λες είσαι μεθυσμένη; Πρώτη φορά σε ακούω έτσι. Για ηρέμησε σε παρακαλώ. Κοίτα εκεί να περάσεις καλά με τον κούκλο και μην πιεις άλλο. Μάλλον σε πείραξε. – της απάντησε σε αυστηρό τόνο η Χριστίνα και έκλεισε το τηλέφωνο. Η Μαριάννα έβαλε ακόμα μια δόση ούζο στο ποτήρι της και το κατέβασε γρήγορα. Όταν ο Μιχάλης ήρθε στο τραπέζι την βρήκε να καπνίζει φορώντας τα γυαλιά του ηλίου της.
-Αν δεν σε πειράζει θέλω να φύγουμε.- του είπε απότομα.
-Ναι. Φυσικά. Έγινε κάτι;-
-Όχι απλά βαρέθηκα. Θέλω να πάω σπίτι μου.-
-Εντάξει πάω να πληρώσω και φύγαμε.- της είπε και χάθηκε από το οπτικό της πεδίο. Λίγη ώρα αργότερα η Μαριάννα βρισκόταν στο καθιστικό του σπιτιού της. Δίπλα της υπήρχε ένα μπουκάλι βότκα. Έψαχνε να βρει τι ήταν αυτό που την ενοχλούσε. Ήξερε πως δεν ήταν το τηλεφώνημα με την Χριστίνα. Μάλλον με τον εαυτό της τα είχε. Ένιωθε αποτυχημένη και τόσο μα τόσο μικρή. Έβαλε μια δόση από το ποτό και ήπιε. Καθόταν εκεί σαν άβουλο πλάσμα με το βλέμμα να κοιτά τον τοίχο και τα τσιγάρα να διαδέχονται το ένα το άλλο.

Η Χριστίνα μετά το τηλεφώνημα με την Μαριάννα είχε πλύνει τα ποτήρια και κάπνιζε σκεφτική. Ένιωθε μια μικρή ταραχή. Αναρωτήθηκε τι ήταν αυτό που την ενόχλησε όταν συζητούσε μαζί της. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Η φίλη της ήταν μεθυσμένη. Πρώτη φορά είχε συμβεί αυτό. Γιατί όμως είχε πιει; Να ήταν η αιτία ο Μιχάλης; Ίσως να περνούσε καλά και να το απολάμβανε. Και αν δεν ήταν αυτό; Τότε τι; Η  Χριστίνα έσβησε το τσιγάρο και προσπάθησε να επιβάλει στον εαυτό της να ηρεμίσει , αλλά δεν τα κατάφερε. Έπρεπε να πάρει την Μαριάννα τηλέφωνο. Να την ακούσει. Θα καταλάβαινε έτσι πολλά. Όμως ήταν ακόμα μεσημέρι και η Μαριάννα θα βρισκόταν σίγουρα στην αγκαλιά του Μιχάλη. Η  Χριστίνα αποφάσισε να τηλεφωνήσει στην φίλη της το βράδυ. Ως τότε θα έβλεπε κάποιες ταινίες , αγκαλιά με την Μισέλ.


Η Μαρία με τον Νίκο εκείνο το βράδυ του Σαββάτου , είχαν βγει για φαγητό με την Βίκυ και τον Γιώργο , σε ένα ακριβό εστιατόριο στο κέντρο της Πάτρας. Ο καιρός ήταν γλυκός για Απρίλη και η θερμοκρασία αρκετά ζεστή. Τα δυο ζευγάρια απολάμβαναν τα εδέσματα και το καλό κρασί. Η διάθεση τους ήταν ανεβασμένη και συζητούσαν ζωηρά. Ο Γιώργος είχε τελικά ανοίξει το μαγαζί με τα αθλητικά είδη  που πήγαινε πολύ καλά. Το ίδιο και η σχέση του με την Βίκυ. Η αγάπη τους είχε ανθίσει και εκείνος την πίεζε για γάμο. Η Βίκυ όμως δεν ήταν έτοιμη.
-Εγώ να το ξέρεις Μαρία μου. Την φιλενάδα σου από εδώ την πιέζω να με παντρευτεί. Φαίνεται όμως  πως δεν με αγαπά πραγματικά για να ενδώσει.- είπε ο Γιώργος και γέλασε,
-Δεν το πιστεύω. Η Βίκυ σε λατρεύει. Είναι όμως ο χαρακτήρας της αυτός. Προχωρά με αργούς ρυθμούς. Θέλει να είναι σίγουρη για το κάθε της βήμα. Και εγώ έτσι είμαι. Η μόνη που διαφέρει είναι η Χριστίνα. Αυτή πιστεύει στους ανθρώπους.- του απάντησε η Μαρία και ο Νίκος που εκείνη την ώρα άναβε το  τσιγάρο του απάντησε.
-Άσε να πάνε φίλε μου. Εγώ για γάμο δεν έχω πει τίποτα. Η Μαρία δεν είναι από τις γυναίκες εκείνες  που από μικρές  ψάχνουν κάποιον για να βολευτούν. Αν θα παντρευτεί θα το κάνει μόνο επειδή το αισθάνεται πραγματικά. Πώς να στο δώσω να το καταλάβεις. Δεν της προσφέρει κάτι ο γάμος σαν θεσμός. Φτάνει εκείνη να αγαπάει κάποιον και νιώθει σα να είναι παντρεμένη μαζί του. Όσο για τα παιδιά; Δεν την ενδιαφέρει το ζήτημα. Αν είναι να έρθουν ας έρθουν.-
-Εγώ είμαι κλασικός άντρας. Αυτοί οι μοντερνισμοί  δε με πείθουν. Ελπίζω μόνο η κυρία  να μην αργήσει να πει το ναι.- απάντησε ο Γιώργος.
-Εσύ κύριε κλασικέ καλά θα κάνεις να ηρεμίσεις λίγο. Μόνο δυο χρόνια είμαστε μαζί. Νωρίς είναι ακόμα.- πήρε τον λόγο η Βίκυ.
-Καλά σου λέει το κορίτσι. Βιαστικός είσαι.- απάντησε η Μαρία και η παρέα γέλασε.

Όταν η Μαριάννα σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου και απάντησε η Χριστίνα από την άλλη άκρη πέτρωσε. Η φωνή της φίλης της είχε τελείως αλλοιωθεί. Ένας άγνωστος φόβος ήρθε και αναπαύτηκε στην καρδιά της. Η Μισέλ που στεκόταν δίπλα της την κοίταξε με τα πελώρια κίτρινα μάτια της.
-Είσαι καλά; Η φωνή σου μέσα σε λίγες ώρες άλλαξε.-
-Απλά δεν έχω διάθεση.-
-Μα εσύ ακούγεσαι σαν πεθαμένη. Ο Μιχάλης είναι μαζί σου;-
-Μη λες ανοησίες Χριστίνα. Και βέβαια δεν είναι. Τον έστειλα σπίτι του.-
-Γιατί κοριτσάκι μου; Και εγώ που νόμιζα πως περνούσες καλά.-
-Εντάξει ήταν ,μέχρι που βαρέθηκα και του είπα να με φέρει στο σπίτι. Έτσι ξαφνικά τα είδα όλα μαύρα.-
-Μαριάννα μου τι σου συμβαίνει; Αυτές οι περίεργες ψυχολογικές μεταπτώσεις δε σου κρύβω πως με έχουν βάλει σε σκέψεις. Η ζωή είναι ωραία μικρή μου. Εσύ γιατί δεν την βλέπεις;-
-Ω! Παράτα με και εσύ με τις φιλοσοφίες σου; Σας βαρέθηκα όλους. Πονά το κεφάλι μου. Τι θέλεις από εμένα Χριστίνα;- της είπε νευρικά.
-Έχεις πιει έτσι δεν είναι;-
-Α! Εκεί ήθελες να καταλήξεις. Μεγάλο κορίτσι είμαι , ότι γουστάρω κάνω. Κηδεμόνας μου είσαι; Λογαριασμό θα σου δώσω;-
-Είμαι η φίλη σου και ενδιαφέρομαι. Σταμάτα να μου επιτίθεσαι κάθε φορά που ανοίγω το στόμα μου. Το καλό σου θέλω. Εσύ είσαι τύφλα στο μεθύσι. Και γιατί παρακαλώ; Τι σου λείπει; Τα έχεις όλα. Είσαι έξυπνη , μορφωμένη , όμορφη , πλούσια. Τι άλλο θα μπορούσε κανείς να ζητήσει μετά από όλα αυτά;-
Μια μικρή παύση επικράτησε  από την μεριά της Μαριάννας. Δευτερόλεπτα αργότερα μίλησε με σχεδόν σπασμένη φωνή.
-Την αγάπη. Αυτή δεν έχω.-  Η Χριστίνα προσπάθησε να την κάνει να τα δει αλλιώς τα πράγματα.
-Και γιατί νομίζεις πως δεν την έχεις; Αν δώσεις αγάπη θα πάρεις. Αν πάψεις να είσαι κλεισμένη στον εαυτό σου και επιτρέψεις στους ανθρώπους να σε πλησιάσουν θα γεμίσει από αγαλλίαση η καρδιά σου.-
-Τους φοβάμαι τους ανθρώπους Χριστίνα. Όσο και αν μου λείπει η αγάπη , ξέρω πως αν ρίξω την άμυνα μου θα με πληγώσουν ανεπανόρθωτα.-
-Μα  έτσι είναι η ζωή Μαριάννα. Δίνεις , παίρνεις , χαίρεσαι , πληγώνεσαι και πάλι από την αρχή. Είχες διαβάσει μικρή τον Πίτερ Παν; -
-Τον Πίτερ Παν; Καλά τι θυμήθηκες τώρα; Ναι μου φαίνεται. Τον κυνηγούσε κάποιος πειρατής έτσι; Θα πρέπει να το είχα διαβάσει , αλλά τώρα δεν θυμάμαι τίποτα.- της είπε και γέλασε. Η Χριστίνα κατάλαβε πως έκανε την Μαριάννα να ξεχάσει κάπως τα προβλήματα της. Έτσι συνέχισε.
-Αν υπάρχει αγάπη , πίστη και νεραιδόσκονη , όλα μπορούν να γίνουν καλλίτερα Μαριάννα. Αν παραμείνουμε στις καρδιές μας παιδιά , θα τα δούμε όλα κάτω από διαφορετικό πρίσμα. Θα μπορέσουμε και εμείς να πετάξουμε.- της απάντησε χαρούμενα. Από την μεριά της Μαριάννας ακούστηκε  ένα πνιχτό γέλιο.
-Είσαι τόσο παιδί Χριστίνα. Είσαι τόσο μα τόσο αφελής και αγνή. Ζεις μέσα σε παραμύθια και τόπους μαγικούς. Η ζωή δεν είναι έτσι. Για την ακρίβεια είναι μια σκύλα και εγώ δεν την αντέχω. Ναι έχω όλα αυτά που ανέφερες πριν. Αναρωτήθηκες ποτέ τι μου λείπει πραγματικά; Οι γονείς μου Χριστίνα. Για αυτούς δεν υπήρξα ποτέ. Δεν γεννήθηκα. Με έχουν μεγαλώσει με μια στείρα αντίληψη για τους ανθρώπους. Πως παραμονεύουν  κάθε στιγμή για να με δουν ανήμπορη. Και τότε θα με χτυπήσουν μέχρι να ματώσω. Δεν άφησα κανέναν ως τώρα να δει μέσα μου. Έφτιαξα μια ψεύτικη εικόνα της Μαριάννας για να μπορέσω να τους αντιμετωπίσω. Και εκεί που τα είχα καταφέρει ήρθες εσύ.- Η Χριστίνα ακούγοντας το όνομα της για λίγο δεν είπε τίποτα. Προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς εννοούσε η φίλη της.
-Δεν καταλαβαίνω. Δεν ήρθα εγώ. Εσύ επέμενες να γίνουμε φίλες. Το θυμάσαι; Λυπάμαι αν νομίζεις πως σου έκανα κακό. Ποτέ μου δεν έχω πειράξει άνθρωπο.- της είπε γρήγορα .Η Μαριάννα την καθησύχασε.
-Όχι Χριστίνα μου. Εσύ να μου κάνεις κακό; Δεν εννοούσα αυτό. Θέλω να σου πω ότι σε σένα άφησα τα τείχη της καρδιάς μου απροστάτευτα. Είσαι ο μοναδικός άνθρωπος στον πλανήτη που επέτρεψα να με γνωρίσει έτσι όπως είμαι. Όλοι οι άλλοι ξέρουν την όμορφη , έξυπνη , και ψυχρή , δυνατή Αλεξάκη. Εσύ κρατάς στα χέρια σου , την Μαριάννα και αυτό δεν στο κρύβω με τρομάζει. Φοβάμαι πως σε έχω αφήσει να δεις  τόσο πολύ μέσα μου, που στο τέλος θα το εκμεταλλευτείς και  θα με πληγώσεις.-
-Για μισό λεπτό; Για να τα λες εσύ όλα αυτά είσαι τόσο μεθυσμένη που δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Γιατί τρέμεις στην ιδέα του να σε πληγώσω; Δεν θα το έκανα ποτέ μου αυτό. Προτιμώ να πεθάνω παρά να σε πονέσω.-
-Είναι πολλά που με απασχολούν. Φοβάμαι πως δεν είμαι αρκετά δυνατή  για να τα βγάλω πέρα στη ζωή. Από την άλλη νιώθω μια απέραντη κούραση. Θέλω να κοιμηθώ για  ένα χρόνο συνέχεια. Να ξαπλώσω , να κλείσω τα μάτια και να πάψει ο θόρυβος να πονά τα αυτιά μου.-
-Ποιος θόρυβος;-
-Αυτόν που κάνουν οι άνθρωποι.- απάντησε ξέπνοα εκείνη.
-Καλή μου Μαριάννα δεν ξέρω τι να πω. Δεν ξέρω πώς να φερθώ , για να πάρω την αγωνία από μέσα σου. Προσπάθησε να σκεφτείς θετικά. Θα το κάνεις;-
-Αν μου δώσεις λίγη νεραιδόσκονη , μπορεί και να τα καταφέρω.- της απάντησε  χαμογελώντας με τη βία η Μαριάννα. Η Χριστίνα από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής συσκευής μπορούσε να δει την φίλη της. Την ένιωθε την πονούσε αλλά  αδυνατούσε να κάνει το παραμικρό. Η ίδια η Μαριάννα μπορούσε να κάνει καλά τον εαυτό της. Φτάνει να το ήθελε. Η Χριστίνα της κράτησε νοητά το χέρι και την πήρε στην αγκαλιά της. Της είπε καλή νύχτα και την έβαλε για ύπνο αφού την σκέπασε στοργικά. Έξω μέσα στα σύννεφα ένα ολόγιομο φεγγάρι άρχισε να κλαίει.  
    Από εκείνο  το Σάββατο και μετά η Μαριάννα δεν μπόρεσε να ξαναβρεί την ψυχική της ηρεμία. Το μυαλό της ήταν απασχολημένο με  μυριάδες φόβους και τρελές ιδέες να διαδέχονται η μια την άλλη. Δούλευε ασταμάτητα για να μην σκέφτεται την απουσία των γονιών της. Όταν έμενε σπίτι συνήθως κοιμόταν. Μπορούσε να κοιμηθεί και μια ολόκληρη μέρα και όταν ξυπνούσε αισθανόταν κουρασμένη. Η Χριστίνα είχε τα δικά της προβλήματα με την δουλειά που σκεφτόταν να αφήσει και δυστυχώς μιλούσαν συνήθως τις Κυριακές. Η Μαριάννα  έκρυβε καλά την θλίψη της και συνέχιζε να πίνει. Και έπινε πολύ. Σχεδόν κάθε βράδυ που γυρνούσε κομμάτια από την δουλειά έβρισκε συντροφιά στο μπουκάλι. Το έπινε καθισμένη στον καναπέ μαζί με ένα πακέτο τσιγάρα. Καθώς οι μέρες διαδέχονταν η μια την άλλη το ποτό της έγινε απαραίτητο. Ένα απόγευμα Σαββάτου που είχε πάει για ψώνια αγόρασε δυο μπουκάλια Βότκα ένα ουίσκι και δυο μπουκάλια κόκκινο κρασί. Γύρισε γρήγορα σπίτι με τον μικρό της θησαυρό και άνοιξε πρώτα το ένα μπουκάλι με το κόκκινο το κρασί. Απλώθηκε στον καναπέ άναψε τσιγάρο και  γέμισε ένα ποτήρι του νερού με κρασί. Άνοιξε την τηλεόραση και έκανε ζάπινγκ στα κανάλια. Ούτε και κατάλαβε πόση ώρα πέρασε , αλλά όταν κάποια στιγμή κοίταξε  το μπουκάλι αυτό είχε τελειώσει. Με ένα χαζό βλέμμα η Μαριάννα το κοίταξε για λίγα λεπτά. Σηκώθηκε , πήγε στην κουζίνα και άνοιξε το μπουκάλι με την Βότκα. Στις εννιά το βράδυ είχε σχεδόν πάει ως τη μέση η Βότκα. Αποφάσισε επιτέλους ότι θα έπρεπε να πάει στο μπάνιο. Μετά από δυο βήματα παραπάτησε και έπεσε με γδούπο στο πάτωμα. Η Μαριάννα με μεγάλη προσπάθεια  κατάφερε να σηκωθεί και να φτάσει ως το μπάνιο. Έβγαλε όλα της τα ρούχα και μπήκε στην μπανιέρα. Άνοιξε το νερό και έριξε αφρόλουτρο μέσα. Ένιωσε πως δεν μπορούσε να κουνηθεί. Το κεφάλι της ήταν άδειο. Δεν την ένοιαζε τίποτα. Ούτε η δουλειά της , ούτε το γράψιμο , ούτε ο Μιχάλης. Δεν ήθελε να κάνει τίποτα. Δεν ήθελε να πάει πουθενά. Δεν ήθελε να φάει , να κοιμηθεί , να γελάσει , να κλάψει. Είχε μέσα της ένα απόλυτο κενό που είχε καλύψει τα πάντα. Έκλεισε τα μάτια της και βυθίστηκε στο νερό. Ο θάνατος ήταν το καλλίτερο που θα μπορούσε να της συμβεί.


Η Χριστίνα έπλενε τα πιάτα στο εστιατόριο. Το μαγαζί διέθετε δυο πλυντήρια πιάτων , αλλά το Σάββατο και την Κυριακή δεν επαρκούσαν και έτσι έπρεπε να πλένει και η ίδια για να μην ξεφύγει από την σειρά. Η ζέστη εκεί μέσα ήταν αφόρητη  και  η Χριστίνα προσπαθούσε να τελειώσει μια στοίβα από ποτήρια , όταν εκείνη την στιγμή η φωνή του διευθυντή ακούστηκε πίσω της.
-Χριστίνα θα σε χρειαστώ στις σαλάτες. Μπορείς να αφήσεις για λίγο τα  άπλυτα .- της είπε γρήγορα.
-Μα Βασίλη δεν μπορώ να είμαι σε δυο πόστα την ίδια στιγμή. Η Λίτσα που είναι;-
-Πνίγεται στις πατάτες. Έλα σε παρακαλώ-
-Καλά έρχομαι αμέσως.- του απάντησε και ξεκίνησε τις παραγγελίες με τις σαλάτες. Τα πόδια της την πονούσαν , την μέση της δεν την ένιωθε και βλαστήμησε την ώρα και την στιγμή που είχε πάει σε εκείνη τη δουλειά. Ευτυχώς η ώρα ήταν δώδεκα το βράδυ. Θα έκανε υπομονή άλλες δυο ώρες και θα πήγαινε σπίτι της να ξαπλώσει. Θα ζητούσε παραίτηση. Δεν πήγαινε άλλο. Τα νεύρα της ήταν σε άσχημη κατάσταση. Και ένιωθε πολύ κουρασμένη. Ένας χρόνος ήταν πολύ σε εκείνη την δουλειά. Ήταν ο καιρός να πάει κάπου αλλού. Τελείωσε γρήγορα με τις σαλάτες και πήγε ξανά στην κουζίνα. Αυτές οι δυο ώρες θα αργούσαν πολύ να τελειώσουν.
Όταν την επόμενη μέρα η Μαριάννα  άνοιξε τα μάτια της και είδε την ώρα στο ρολόι που υπήρχε στο κομοδίνο της , εκείνη έδειχνε έξι το απόγευμα της Κυριακής. Είχε κοιμηθεί μια ολόκληρη μέρα και όμως δεν είχε την δύναμη να σηκωθεί από το κρεβάτι. Άνοιξε το κινητό της και είδε δυο κλήσεις από τον Μιχάλη , μια από τον πατέρα της και πέντε από την Χριστίνα. Αποφάσισε να πάρει την φίλη της. Σίγουρα θα είχε τρελαθεί από την αγωνία. Άκουσε την φωνή της χαρούμενη να της λέει.
-Έλα κορίτσι μου; Σε έπαιρνα όλη την ημέρα σχεδόν. Είσαι καλά;-
-Με είχε πάρει ο ύπνος. Τώρα ξύπνησα.-
-Μα τι ώρα έπεσες εχθές. Ξημερώματα; Στο μπαρ του Μιχάλη είχες πάει;-
-Όχι βέβαια. Να σου πω την αλήθεια δεν θυμάμαι τι ώρα κοιμήθηκα.-
-Δεν θυμάσαι;….μα…. δεν μου λες είχες πιει;-
-Ναι αυτό το θυμάμαι. Τώρα αν με ρωτήσεις πόσο και γιατί , πάλι δε  ξέρω τι να σου απαντήσω.-
-Μαριάννα δεν είσαι καλά. Πίνεις , κοιμάσαι πολύ και έχεις κενά μνήμης. Κάτι σοβαρό σου συμβαίνει.-
-Αηδίες. Όπως πάντα έβγαλες αμέσως πόρισμα και με καταδίκασες στο πυρ το εξώτερον. Μια χαρά είμαι. Απλά μου βγαίνει όλη η κούραση τελευταία. Ξεσπά ο οργανισμός μου.-
-Ναι. Αλλά γιατί πίνεις; Εσύ από τότε που σε γνώρισα έπινες ένα ποτό το μήνα. Τώρα μεθάς. Έχει διαφορά. Μήπως ο Μιχάλης δεν σου φέρεται καλά;-
-Τι να μου κάνει το ανθρωπάκι; Μήπως και βλεπόμαστε καθόλου; Που να βρεθεί ο χρόνος για να μου φερθεί άσχημα. Όχι δεν φταίει αυτός Χριστίνα.-
-Κάποιος πρέπει να ευθύνεται για την αλλαγή σου αυτή.-
-Ο μόνος που έχει όλη την ευθύνη είμαι εγώ. Τον τελευταίο καιρό δεν θέλω να κάνω τίποτα. Δεν θέλω να πάω στη δουλειά , δεν θέλω να φάω , να ξαπλώσω , ακόμα και να ντυθώ. Έχω μια βαρεμάρα.-
-Δεν κάνεις καμιά εξέταση αίματος; Αν σου έχει πέσει ξανά ο αιματοκρίτης θα
-Όχι δεν είναι αυτή η αιτία. Χριστίνα δεν έχω ζαλάδες. Απλά δεν θέλω να κάνω το παραμικρό. Νιώθω τόσο μικροσκοπική και γελοία που φοβάμαι να βγω από το σπίτι.-
-Τότε να πας σε ψυχολόγο. Ίσως να χρειάζεσαι κάτι τέτοιο στην παρούσα φάση.-
-Δεν είμαι τρελή.-
-Δεν είπα ότι είσαι και σταμάτα να διαστρεβλώνεις αυτά που λέω. Δεν είμαι εγώ ο εχθρός σου. Πότε επιτέλους θα το καταλάβεις;-
-Καλά σταμάτα να φωνάζεις. Περνάω μια φάση απραξίας , αυτό είναι όλο. Σιγά τώρα μη πιάσω τους γιατρούς. Ηρέμησε.-
-Εγώ ήρεμη είμαι. Αλλά θα πρέπει να σταματήσεις να πίνεις. Το αλκοόλ δεν θα σου λύσει τα προβλήματα. Όλοι μας έχουμε διάφορα στο κεφάλι μας. Εγώ σήμερα το πρωί παραιτήθηκα από την δουλειά. Πήρα τον διευθυντή και του το είπα. Έμεινε ο άνθρωπος κόκαλο. Είπα με πειράζει στα νεύρα και εγώ θέλω να είμαι καλά. Κρατάω αυτά που με ευχαριστούν και πετάω ότι με χαλά. Αυτή είναι η φιλοσοφία μου.-
-Και καλά κάνεις. Σε θαυμάζω φιλενάδα που μπορείς και φέρεσαι κατά αυτό τον τρόπο. Θα είμαι καλά. Ξεκούραση θέλω και θα  φτιάξω. Θα δεις.-
-Πολύ καλά λοιπόν. Εύχομαι όλα να πάνε κατ’ ευχή. Να προσέχεις.- της απάντησε η Χριστίνα και έκλεισαν το τηλέφωνο. Η Μαριάννα όμως δεν έφτιαξε. Βίωνε μια μορφή κατάθλιψης , αλλά αγνοούσε την ύπαρξη της. Όχι όμως και η Χριστίνα . Γνώριζε πως τα πράγματα ήταν σοβαρά. Αυτό που δεν γνώριζε ήταν το άγνωστο μέλλον. Και εκείνο το φοβόταν. Και είχε δίκιο. Η ζωή θα έφερνε ανυπέρβλητα προβλήματα , θα έβαζε τρικλοποδιές και θα ήταν ανελέητη για την Μαριάννα. Και η Χριστίνα θα έπρεπε  να είναι εκεί. Βράχος που πάνω του θα έσκαγαν τα κύματα με οργή. Θα πάλευε με τον εαυτό της για το αν θα έμενε σε αυτή τη φιλία , η θα έφευγε για πάντα. Τα διλήμματα θα ήταν πολλά , ενώ η Μαριάννα πνευματικά αόρατη. Άναψε τσιγάρο και βγήκε στο μπαλκόνι. Η Μισέλ κοιμόταν σε μια καρέκλα. Πήγε κοντά της και την φίλησε στο κεφάλι. Η γάτα άνοιξε λίγο τα μάτια της την κοίταξε σοβαρά. Η Χριστίνα την πήρε στην αγκαλιά της και την έφερε μέσα στο σπίτι. Την απόθεσε στον καναπέ του σαλονιού , έκλεισε την μπαλκονόπορτα και έβαλε να ακούσει  την αγαπημένη της μουσική υπόκρουση από την ταινία <<Τα χρόνια της αθωότητας>>. Αναστέναξε και προσπάθησε να μην σκέφτεται το μέλλον. Ήθελε μόνο να έχει την ησυχία της. Της ήταν αναγκαία. Δεν μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς την ηρεμία και την τάξη στην ζωή της. Μόνο που η Μαριάννα είχε άλλα σχέδια. Καταστροφικά….
     


Αυτό είναι ένα βιβλίο που μιλά για την φιλία. Για το πώς ορισμένοι άνθρωποι έρχονται κοντά και προσπαθούν μαζί  να κάνουν την ζωή τους μοναδική.   Για αυτό και το βιβλίο  αυτό αφιερώνεται ειδικά   στις τέσσερις  ξεχωριστές φίλες  που είναι κοντά μου πολλά χρόνια και με στηρίζουν , όπως και εγώ. Παλέψαμε πολύ για να εδραιώσουμε αυτή τη φιλία. Χωρίς την αγάπη σας δεν θα μπορούσα να γράψω. Ετούτο το βιβλίο είναι το πρώτο που έγραψα και το αγαπώ όσο και εσείς. Για αυτό και σας ανήκει. Είναι δικό σας βιβλίο.  

Στις: Αγγελική, Έφη, Έλλη, Νατάσα.

Στην Χρύσα που αν δεν ήταν εκεί να με καθοδηγήσει δεν θα είχα ξεκινήσει το ταξίδι.
Σε ευχαριστώ για ότι μου έμαθες.  Στον αδερφό μου Γιώργο και στην γυναίκα του Άντζελα που είναι στο πλευρό μου.
Στους γονείς μου και στον Θεό που με  προστατεύει.    
Στους φίλους και φίλες που είναι δίπλα μου: Λάμπρο και Ευγενία Μάθεση, Κώστα Μιχαλάκη, Αντρέα Αυγέρη, Πάνο Παπασωτηρίου, Ρούλα Σοφρά, Παναγιώτη Βελτανισιάν,  Μαρία και  Νίκο Τσίτσο. Φωτεινή και Νίκο Λαυράνο, Σύλβια και Κώστα Γάσπαρη, Στέλλα και Σωτήρη Καρνέση, Στεργιάννα Γιαφεντή και σε όλους όσους ξέχασα. Τα ξαδέρφια μου: Γεωργία και Κωνσταντίνα Φήμη, Τάσο και Λούντα Καραντή, Αποστόλη Αθανασίου, Άντα.   
Στην Αθηνά Γραμματικού που οι συμβουλές της ήταν πολύτιμες, και στον αγαπημένο μου φίλο Δημήτρη Χαρίτο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι από το ομώνυμο ποίημα της Άντζελας Σκοπελίτη Κοφινά.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Όταν αγαπάς η μισή αγάπη είναι φόβος για το χαμό της αγάπης, η άλλη μισή είναι μίσος για τη σκλαβιά της αγάπης, όλη η αγάπη είναι πόνος που λείπει η αγάπη.Που ’ναι η χαρά της αγάπης; Που ’ναι η αγάπη;
Γιάννης Ρίτσος

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

19/10/1969 Ο Μίκης Θεοδωράκης μεταφέρεται από τη χούντα στο στρατόπεδο Ωρωπού
19/10/1993 Έφυγε από τη ζωή χτυπημένος από την επάρατη νόσο ο τραγουδιστής Διονύσης Θεοδόσης
20/10/1854 Γεννήθηκε ο Γάλλος ποιητής Αρθούρος Ρεμπώ. Πέθανε στις 10.11.1891

ΤΥΧΑΙΑ TAGS