107 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
24.04.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Ο χρόνος της φθοράς | Μέρος 7ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά


Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Χριστίνα. Μια γυναίκα λίγο μετά τα τριάντα που θεωρεί την έννοια της φιλίας το μεγαλύτερο αγαθό. Έχει καταφέρει να έχει κοντά της τρεις αγαπημένες φίλες και έναν αδερφικό φίλο που είναι πάντα στο πλευρό της.
Τη Μαρία , την Βίκυ , την Ελένη και τον Ανέστη. Όταν όμως γνωρίζεται με την Μαριάννα Αλεξάκη η ισορροπία στη ζωή της χάνεται. Εκείνη είναι ένα παιδί 23 χρόνων που δουλεύει στον εκδοτικό οίκο του πατέρα της. Έχει θέσει πολύ ψηλούς στόχους για να γίνει συγγραφέας  και θέλει να κάνει μεγάλη καριέρα σε αυτό. Η Μαριάννα σε αντίθεση με την Χριστίνα δεν εμπιστεύεται κανέναν , δεν κάνει φιλίες , φοβάται την μοναξιά  και προσπαθεί να κάνει τους γονείς της να την προσέξουν.
Οι δυο γυναίκες δένονται με μια φιλία και μια δυνατή αγάπη από την αρχή της γνωριμίας τους. Όμως η Μαριάννα απασχολημένη με το κτίσιμο της καριέρας της, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα υψηλά στάνταρ της Χριστίνας για τη φιλία.
Δυο διαφορετικές γυναίκες και δυο ξεχωριστές πορείες. Ένας κύκλος φιλίας  που ξεκινά με τη γνωριμία των δύο γυναικών , συνεχίζεται με τα ψυχικά προβλήματα της Μαριάννας , για να καταλήξει στο φευγιό της Χριστίνας και την τελική τους επανασύνδεση.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ
    
Το καλοκαίρι ήρθε γοργά. Οι δρόμοι της Πάτρας έσφυζαν από κίνηση. Πολλοί παραθεριστές που είχαν τα εξοχικά τους στα χωριά έξω από την πόλη, είχαν έρθει για τις διακοπές τους. Η Χριστίνα είχε βρει δουλειά τελικά σε ένα εστιατόριο. Κουραζόταν πολύ γιατί ήταν σε τέσσερα πόστα συγχρόνως. Έφτιαχνε τις σαλάτες, έκανε τη λάντζα, καθάριζε και έκανε  την πρωινή προετοιμασία κόβοντας όλα τα  λαχανικά για να μπορεί το μαγαζί να δουλέψει όλη την ημέρα. Σαφώς αυτή η δουλειά ήταν πιο κουραστική από το κρεοπωλείο , αλλά δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Χρειαζόταν τα λεφτά  για να τα φέρει βόλτα. Άλλωστε είχε και ένα στόμα να θρέψει. Η Μισέλ ήταν γάτα με απαιτήσεις. Ήθελε τα εμβόλια της , την ξηρά τροφή, τις βιταμίνες της και την περιποίηση της. Θα έκανε υπομονή για την Μισέλ. Όσο το άντεχε βέβαια. Μετά θα κοιτούσε για κάτι άλλο.
Εκείνο το πρωινό  η  φωνή της Μαριάννας ακούστηκε χλωμή, χωρίς νεύρο η ένταση όπως είχε συνήθως. Η Χριστίνα δεν την κατάλαβε. Την πέρασε για άλλη. Όταν κατάλαβε πως ήταν αυτή, προσπάθησε  να πιάσει κουβέντα , αλλά εκείνη δεν ήταν διατεθειμένη για τίποτα.
-Χριστίνα δεν έχω όρεξη. Απλά πήρα γιατί ήθελα να σε ακούσω.- της είπε άτονα.
-Μαριάννα δεν με ξεγελάς εμένα. Κάτι συμβαίνει. Μήπως σου έχει κατέβει ο αιματοκρίτης ξανά; Κουράζεσαι πολύ και αυτό είναι ότι χειρότερο.-
-Κοίτα δεν έχω κοιμηθεί τις τελευταίες  δυο μέρες. Έχω πολύ δουλειά στο γραφείο , αλλά σήμερα δεν μπόρεσα να πάω γιατί θέλω κάποιον να με ηρεμήσει. Μόνο εσύ μπορείς να το καταφέρεις αυτό. Και μόνο η φωνή σου μου κάνει καλό. Άσε λοιπόν τις πατρικές μαλακίες περί κούρασης κτλ.-
-Καλά λοιπόν. Εντάξει καρδιά μου. Απλά ανησύχησα. Τι να σου πω για να ηρεμήσεις; Δεν ξέρω. Να! Η δουλειά είναι δίκοπο μαχαίρι. Πολύ λάντζα πολύς κόσμος και πολύ πονάω στη μέση μου. Είναι όμως καλά τα λεφτά. Θα μείνω για μικρό χρονικό διάστημα , να βάλω και λίγα στην άκρη και μετά την έκανα.- είπε εκείνη γρήγορα και γέλασε. Από την μεριά της Μαριάννας δεν ακούστηκε το παραμικρό. Ούτε λέξη , ούτε ένας ψίθυρος. Την Χριστίνα την φόβιζε αυτή η νεκρική σιγή. Κάτι σοβαρό είχε εμφανιστεί. Κάτι που είχε αποδυναμώσει τη Μαριάννα.
-Τέρμα οι μαλακίες. Τουλάχιστον από την μεριά μου. Το βράδυ θα έρθω  στην Αθήνα  και το καλό που σου θέλω είναι να μου πεις τι σου συμβαίνει.- είπε απότομα η Χριστίνα. Σαν να ξύπνησε από όνειρο η Μαριάννα της απάντησε.
-Όχι να μην έρθεις. Κάτσε εκεί. Ξέρω πόσο απεχθάνεσαι την Αθήνα. Έχεις και την δουλειά σου.-
-Δε πάει στο διάβολο και αυτή; Θα ζητήσω δυο μέρες ρεπό. Έχω να πάρω δυο βδομάδες. Θα μου το δώσει ο διευθυντής με το καλό η με το άγριο. Όπως και να έχει θα πάρω το λεωφορείο και νωρίς το βράδυ θα είμαι σπίτι σου. Εσύ προσπάθησε να ξεκουραστείς. Θα τα πούμε. Φιλάκια.- της είπε η Χριστίνα και έκλεισε το τηλέφωνο. 
Αμέσως ενημέρωσε τον διευθυντή του μαγαζιού πως της έτυχε κάτι προσωπικό , πήρε τους γονείς της και τον Σταύρο και αφού φίλησε την γάτα και της είπε πως δεν θα αργήσει να γυρίσει , ετοιμάστηκε και έφυγε από την Πάτρα. Όταν έφτασε στο διαμέρισμα της η  ώρα ήταν οχτώ το βράδυ. Χτύπησε την πόρτα και όταν εκείνη άνοιξε αντίκρισε με φρίκη ένα πρόσωπο γεμάτο αμυχές και μαύρους κύκλους κάτω από τα άλλοτε υπέροχα γαλάζια της μάτια. Η Μαριάννα την έβαλε γρήγορα μέσα , έπεσε στην αγκαλιά της και ξέσπασε σε κλάματα.
-Χριστέ μου! Πως είσαι έτσι αγάπη μου; Τι έγινε; Μαριάννα μην κλαις. Έλα , ας καθίσουμε  κάπου.- της είπε και την πήγε στο κρεβάτι της. Με μια γρήγορη ματιά  η Χριστίνα είδε πως το σπίτι παρουσίαζε πόλη μετά από βομβαρδισμό. Πιάτα είχαν σπάσει και κείτονταν στο πάτωμα , ρούχα ήταν πεταμένα εδώ και εκεί. Βιβλία κάλυπταν το τραπέζι του σαλονιού και το κρεβάτι ήταν άνω κάτω. Η Χριστίνα κατάλαβε πως όλα αυτά ήταν δουλειά του Αντωνίου. Ο καλός και γλυκός κύριος Αντωνίου. ΣΚΑΤΑ!
-Με …..με …χτύπησε. Μαλώσαμε εχτές το βράδυ….και….και…-
-Εντάξει κατάλαβα. Δεν χρειαζόταν να μου τα πεις. Ηρέμησε τώρα και θα τα πούμε στην πορεία. Για να σε δω; Κάτσε να σε δω.- της είπε αυταρχικά και την κοίταξε από πάνω ως κάτω. Στο αριστερό της χέρι υπήρχε ένας μώλωπας. Στα πόδια της βρισκόντουσαν περισσότεροι , ενώ στην πλάτη καμάρωνε ένα σχίσιμο ευτυχώς όχι βαθύ. Το πρόσωπο της είχε αρκετά κοψίματα και ένα μελάνιασμα στο κάτω χείλος. Η Χριστίνα αφήνιασε. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτά που έβλεπε. Αν έχανε τώρα την ψυχραιμία της δεν θα μπορούσε να φανεί χρήσιμη στην Μαριάννα. Έτσι κατάπιε τον θυμό της , την φίλησε στο κεφάλι και σηκώθηκε να μαζέψει πρώτα το διαμέρισμα. Της την έδινε η ακαταστασία.
-Κάτσε δίπλα μου. Σε παρακαλώ μη φεύγεις. Φοβάμαι.- της είπε η Μαριάννα κοιτάζοντας την με λατρεία.
-Δεν θα πάω πουθενά. Μείνε όπως είσαι. Θα συγυρίσω το σπίτι και μετά θα σου ετοιμάσω κάτι να φας. Με τσιγάρο και καφέ δεν θα καταφέρεις τίποτα. Ύστερα θα μείνω δίπλα σου. Θα δούμε μαζί ταινίες. Ένα πιτζάμα πάρτι δεν κάναμε ποτέ.- της απάντησε εκείνη και γέλασε  όσο μπορούσε αληθινά. Η Μαριάννα χαμογέλασε βεβιασμένα.
-Δεν θέλω τίποτα. Δεν πεινάω. Μου φαίνεται πως θα κάνω εμετό.- είπε πνιχτά εκείνη.
-Και πεινάς και εμετό δεν θα κάνεις. Αν θέλεις κλείσε για λίγο τα μάτια σου και κοιμήσου. Είμαι σίγουρη πως  θα σε ηρεμίσει αυτό. Έλα σαν καλό κορίτσι κλείσε τα μάτια σου μέχρι να τελειώσω. Έλα μπράβο.- της είπε σχεδόν σε τόνο διαταγής η Χριστίνα και της χαμογέλασε. Η Μαριάννα υπάκουσε σαν πιστό σκυλάκι και τα βλέφαρα της , που ήταν κολλημένα από τα δάκρυα και την κούραση έκλεισαν. Η Χριστίνα έκλεισε την πόρτα πίσω της και άρχισε να καθαρίζει τα δωμάτια που ήταν βουτηγμένα στη νικοτίνη και την κλεισούρα. Μάζεψε τα σπασμένα , άνοιξε τις πόρτες και τα παράθυρα για καθαρό αέρα και έπλυνε ότι βρώμικο υπήρχε στην κουζίνα. Με την ηλεκτρική σκούπα καθάρισε όλα τα δωμάτια και έβαλε τάξη σε οτιδήποτε δεν ήταν στη θέση του. Τελευταίο άφησε το μπάνιο. Μάζεψε τα άπλυτα και τα έβαλε στο πλυντήριο συμμάζεψε την μπανιέρα το σφουγγάρισε και ήρεμη πήγε στην κουζίνα για να ετοιμάσει φαγητό. Έκρινε πως ήταν σωστό να φτιάξει μια σούπα. Το στομάχι της Μαριάννας από την υπερένταση και τους καφέδες θα ηρεμούσε μόνο με λίγο ρύζι και μερικές φρυγανιές. Άνοιξε το ψυγείο και ευτυχώς βρήκε ένα κομμάτι άπαχο στήθος από κοτόπουλο. Το έβαλε σε ζεστό νερό να ξεπαγώσει και  σε λίγη ώρα είχε έτοιμη μια πεντανόστιμη αχνιστή σούπα. Έβαλε λίγη σε ένα μπολ από λευκή πορσελάνη με σιρίτι από γαλάζια δελφίνια και την άφησε να κρυώσει λίγο. Μέχρι να γίνει αυτό έβαλε μια γερή δόση Βότκας σε ένα ποτήρι και βγήκε στο μπαλκόνι για να καπνίσει. Προσπαθούσε να ηρεμίσει πρώτα εκείνη τα νεύρα της. Σίγουρα δεν ήξερε τι είχε προκαλέσει αυτόν τον πανικό , αλλά πίστευε ακράδαντα πως ο κύριος Αντωνίου έπρεπε να είναι πολύ τρελός. Σε λίγο θα μάθαινε τα πάντα ,αλλά το θέμα ήταν τι έπρεπε να κάνει εκείνη σαν φίλη. Δεν ήθελε να το σκεφτεί εκείνη την στιγμή. Η ώρα είχε πάει δέκα το βράδυ και η Μαριάννα έπρεπε να φάει. Έσβησε το τσιγάρο ήπιε μια γουλιά ποτό και μπήκε μέσα στην κουζίνα. Σε ένα δίσκο έβαλε την σούπα με το κοτόπουλο ,ένα κουτάλι, μερικές φρυγανιές, και λίγες χαρτοπετσέτες. Μπήκε αθόρυβα στο υπνοδωμάτιο. Η Μαριάννα κοιμόταν ήσυχα από την δεξιά μεριά του κρεβατιού μπρούμυτα. Φορούσε ένα πράσινο αντρικό μποξεράκι. Τα  μακριά καλλίγραμμα πόδια της ήταν γεμάτα μώλωπες. Η Χριστίνα γύρισε και κοίταξε το κάδρο με το πόστερ της ταινίας<< Οι  Ώρες >>. Οι τρεις γυναίκες την κοιτούσαν σιωπηλά. Προσπάθησε να κοιτά εκείνες παρά  το ταλαιπωρημένο κορμί της φίλης της. Δεν μπορούσε να το αντέξει αυτό. Είχε μπροστά της ένα παιδί που το είχαν χτυπήσει και το είχαν πληγώσει ανεπανόρθωτα. Άραγε οι γονείς της το ήξεραν; Η δε θα το μάθαιναν ποτέ; Και αν το ήξεραν θα τιμωρούσαν τον ένοχο; Η δεν τους  ενδιέφεραν όλα αυτά; Μπορεί να μην είχαν χρόνο για να δουν τι περνούσε το παιδί τους. Εκείνη την στιγμή η Χριστίνα τους μίσησε με όλη την καρδιά της. Άνοιξε το πορτατίφ στο κομοδίνο της και την χάιδεψε απαλά στο κεφάλι.
-Καρδούλα μου , ξύπνα. Σου έφτιαξα μια σούπα για να φας. Θα δεις πως θα μαζευτεί το στομάχι σου.- είπε ψιθυριστά η Χριστίνα και τα μάτια της Μαριάννας άνοιξαν σιγά-σιγά. Σηκώθηκε και με την πλάτη ακούμπησε στο κρεβάτι.
-Γιατί κουράζεσαι; Σου είπα πως δεν πεινάω. Τι ώρα είναι;-
-Περασμένες δέκα.-
-Τι έκανες δυόμισι ώρες; Καθάριζες το αχούρι μου; Τι τραβάς και εσύ με την φίλη την αποτυχημένη που απόχτησες.-
-Αν ξαναπείς τον εαυτό σου έτσι , θα φύγω αμέσως και θα ξεχάσω πως σε γνώρισα.-
-Και αυτό θα ήταν το σωστό. Από την μέρα που με γνώρισες ,  έχω κάνει τη ζωή σου ένα μπουρδέλο όπως και την δική μου.-
-Έλα σταμάτα πια. Και τι δεν θα έδινα για να κλείσεις μια φορά το στόμα σου. Και τι δεν θα έδινα. Μου φαίνεται όμως πως σου αρέσουν τα παιχνίδια. Καλά λοιπόν θα παίξω το παιχνίδι σου. Θα σε ταΐσω εγώ. Άνοιξε λοιπόν το στόμα σου και μη με αναγκάσεις να στο ξαναπώ.- της είπε η Χριστίνα και την κοίταξε έντονα μες τα μάτια. Η Μαριάννα  άνοιξε το στόμα της και κατάπιε την πρώτη κουταλιά.
-Πως σου φαίνεται; Τώρα πεινάς η όχι;- την ρώτησε η Χριστίνα πονηρά.
-Ναι έχεις δίκιο. Πεινάω σα λύκος. Δώσε μου τώρα τον δίσκο και θα φάω μόνη μου. Δεν είμαι δα και κουλή.- της απάντησε και άρχισε να τρώει λαίμαργα. Η Χριστίνα την παρακολούθησε. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί  ενώ τα είχε όλα αυτή η γυναίκα , βασανιζόταν έτσι στις ερωτικές της σχέσεις. Γιατί δεν μπορούσε να βρει κάποιον και να νοικοκυρευτεί. Να αφήσει κατά μέρος τις βλακείες για μεγάλη καριέρα. Και γιατί σε τελική ανάλυση άφησε αυτόν τον αγύρτη να την χτυπήσει. Μετά από λίγο όταν η Μαριάννα είχε φάει ξεκίνησε να της διηγείται  τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας. Η Χριστίνα την άκουγε άφωνη. Εκείνος είχε αποδειχτεί  ένας παράφρων. Την ζήλευε και δεν της επέτρεπε να συνομιλεί με κανέναν άντρα. Την πήγαινε ο ίδιος στο γραφείο της , την έπαιρνε εκατό φορές την ημέρα για να δει που είναι και έβγαιναν σπάνια από το σπίτι της. Η ζωή της είχε γίνει κόλαση. Έτσι το προηγούμενο βράδυ που εκείνη ήθελε να πάνε έξω , ο Αντωνίου δεν συμφώνησε , μάλωσαν και άρχισε να την χτυπά βρίζοντας την. Η Μαριάννα της εξομολογήθηκε πως εκείνος το είχε ξανακάνει και πριν ένα μήνα.
-Γιατί κορίτσι μου δεν διέκοψες μαζί του , όταν έγινε την πρώτη φορά;-
-Ξέρεις είπα πως πάνω στα νεύρα του ξέσπασε. Δεν φανταζόμουν πως θα το επαναλάμβανε. Πώς να το ήξερα;-
-Τι θα κάνεις τώρα; Ελπίζω να χωρίσεις αμέσως. Ο πατέρας σου το ξέρει;-
-Όχι βέβαια και ούτε θα το μάθει. Θα με βρει πολύ αδύναμη αν του πω πως άφησα κάποιον να μου επιβληθεί κατά αυτό τον τρόπο. Στην οικογένεια μου δεν συγχωρούμε τις αδυναμίες.-
-Στην δική μου οικογένεια ο πατέρας μου θα τον είχε σκοτώσει για να με προστατέψει. Τι σόι πατέρας είναι αυτός που θα άφηνε το παιδί του στα χέρια ενός τρελού; Δεν με αφορά όμως.-
-Ναι δεν σε αφορά. Δεν είσαι εσύ η οικογένεια μου. Είσαι η φίλη μου.- της απάντησε ψυχρά εκείνη.
-Άκουσε Μαριάννα δεν θα με πεθάνεις εσύ. Το ότι σε αγαπώ σαν κόρη μου και σου έχω αδυναμία δεν σημαίνει πως μπορείς να με ξεσχίζεις με το να σε βλέπω σε αυτά τα χάλια και από πάνω να με βάζεις στη θέση μου , γιατί ενδιαφέρομαι. Για σένα έχω παρατήσει την δουλειά μου ,  έχω βρεθεί στο προσκέφαλο σου , έχω αφήσει τους γονείς μου και έχω ξεχάσει την γάτα μου. Νομίζεις πως μπορώ να αντέξω για πολύ ακόμα; Ε! πες μου , το νομίζεις;- είπε δυνατά η Χριστίνα και σηκώθηκε από το κρεβάτι.
-Όχι δεν το νομίζω. Έχεις δίκιο. Μπορείς να φύγεις ότι ώρα θελήσεις. Δεν σε κρατάω Χριστίνα.-
-Τώρα μάλιστα. Η αιώνια Μαριάννα. Και όμως έτσι είναι καλή μου φιλενάδα. Εσύ δεν θα έκανες για μένα ούτε τα μισά. Δε θα άφηνες στη μέση μια  διόρθωση βιβλίου η την συγγραφή των δικών σου , για να έρθεις σε μένα. Εδώ δεν έχεις χρόνο ούτε τηλέφωνο πια να με πάρεις. Κάτι τόσο απλό. Σηκώνεις το ακουστικό και μιλάς. Αλλά εσύ και αυτό το θεωρείς χάσιμο χρόνου.-
-Τώρα θέλεις να μαλώσουμε εμείς; Μην φωνάζεις σαν υστερική.  Ορίστε φύγε γιατί εγώ δεν μπορώ να σε διώξω. Είσαι το στήριγμα μου Χριστίνα και αυτό θα είσαι πάντα. Το ξέρω είμαι ατομίστρια , δουλεύω πολύ , δεν δίνω στη θεϊκή σου φιλία , αλλά αυτή είμαι. Το γνωρίζεις αυτό. Γνωρίζεις ακόμα πως δεν μπορώ χωρίς εσένα δίπλα μου. Μου δίνεις κουράγιο με την στήριξη και την αγάπη σου , αλλά αν φύγεις , θα τα βγάλω πέρα. Είμαι σκληρό μπασταρδάκι.-
-Μαριάννα είσαι ένα καλό παιδί που διψά για αγάπη , ενδιαφέρον και στοργή. Δείχνεις σκληρή , μα δεν είσαι. Νομίζεις πως τους έχεις ξεγελάσει όλους ,αλλά ποτέ εμένα. Η ψεύτικη μάσκα της αυτοπεποίθησης που φοράς σε μένα δεν πιάνει. Θεωρώ πως αξίζεις τα μέγιστα. Δεν σε πλήγωσα ποτέ και μου την δίνει όταν το κάνουν οι άλλοι. Δεν τους το επιτρέπω που να πάρει; Θέλω να τους σκοτώσω. Απλά θέλω να τους σκοτώσω για να είσαι ευτυχισμένη.- είπε κλαίγοντας ταραγμένη η Χριστίνα.
-Το ξέρω μάτια μου και το εκτιμώ. Όμως δεν πρέπει και δεν γίνεται να με προστατεύεις συνέχεια. Πρέπει να το κάνω εγώ για μένα. Θα δεις που όλα θα πάνε καλά. Θα τον αφήσω τον Βασίλη. Ηρέμησε. Θα κοιμηθείς εδώ απόψε; Μήπως θέλεις να γυρίσεις στην Πάτρα;-
-Όχι δεν θα πάω πουθενά. Θα μείνω μαζί σου. Θα φύγω αύριο το μεσημέρι. Να βάλω καμιά κωμωδία να δούμε;-
-Ναι το θέλω πολύ. Να γελάσουμε και λίγο μετά τα τόσα κλάματα. Να πάω πρώτα να κάνω ένα μπάνιο; Αισθάνομαι πως βρωμάω.-
-Να πας για να στρώσω και εγώ το κρεβάτι σου. Χάλια είναι.-
-Αμάν με αυτή σου την καθαριότητα. Χαλάρωσε και λίγο.-
-Πήγαινε εσύ. Ξέρω εγώ.-
-Καλά. Δε φτιάχνεις και κανένα ποτό; Μια παγωμένη βότκα πορτοκάλι θα ήταν ότι έπρεπε.-
-Θα σας περιμένει λαίδη μου όταν γυρίσετε από το μπάνιο σας.- της απάντησε με στόμφο η Χριστίνα και γέλασαν δυνατά. Τα μάτια της Μαριάννας είχαν πάρει μια απόχρωση του μενεξέ. Η Χριστίνα ευχήθηκε να τελειώσουν όλα και γρήγορα μάλιστα. Μόνο που η ευχή της δεν έπιασε. Είκοσι μέρες μετά η Χριστίνα πήρε το πρώτο της τηλεφώνημα από τον Λεωνίδα Αλεξάκη. Η κόρη του είχε πέσει από την σκάλα της πολυκατοικίας και είχε σπάσει το πόδι της. Ο Αντωνίου είχε χτυπήσει ξανά. Αυτή όμως την φορά δεν θα την γλύτωνε. Θα τον έπνιγε με τα ίδια της τα χέρια. Πήρε τον Σταύρο στο τηλέφωνο και τον παρακάλεσε να φύγουν για Αθήνα το γρηγορότερο. Όταν την επόμενη μέρα οι δυο τους έφτασαν στο νοσοκομείο βρήκαν τον Λεωνίδα στο διάδρομο και δίπλα του τον Αντωνίου. Συζητούσαν για θέματα της δουλειάς. Η Χριστίνα τον είχε δει μόνο από φωτογραφία , αλλά τον θυμόταν πολύ καλά. Τις σκατόφατσες δεν τις ξεχνούσε ποτέ της. Γνώρισε τον Σταύρο στους δυο άντρες και κοίταξε τον Αντωνίου με μισό μάτι. Ο Λεωνίδας αγνοούσε τον δεσμό τους. Ήξερε μόνο πως έκαναν παρέα λόγο της δουλειάς. Άφησε τους άντρες έξω και μπήκε στο δωμάτιο για να βρει τη Μαριάννα με το πόδι σηκωμένο μέσα στο γύψο και τα χέρια της γεμάτα μελανιές. Ένιωσε να την κυριεύει ένα μίσος τόσο μεγάλο , που έκανε το αίμα να βράζει μέσα στις φλέβες της και να την καίει. Η Μαριάννα δεν γύρισε να την κοιτάξει. Για πρώτη φορά ίσως δεν έριξε τα μάτια της επάνω στη Χριστίνα.
-Κοίταξε με Μαριάννα. Κοίταξε με στα μάτια όπως κάνεις πάντα. Γνωρίζεις πως αγαπώ αυτά τα μάτια που αλλάζουν χρώματα. Θέλω να δω τι χρώμα έχουν αυτή τη φορά.- της είπε αργά και σταθερά. Εκείνη την κοίταξε και η Χριστίνα πήγε από πάνω. Τα μάτια είχαν πάρει μια γκρίζα μουντή απόχρωση.
-Ο μπαμπάς δεν ξέρει τίποτα. Σε παρακαλώ Χριστίνα μην νευριάσεις.-
-Και ούτε θα μάθει ποτέ. Αυτή τη φορά όμως ο Αντωνίου θα φύγει μια και καλή.-
-Τι σκοπεύεις να κάνεις;-
-Κάτι έχω στο μυαλό μου. Ξέρω εγώ. – της απάντησε αποφασιστικά και βγήκε από το δωμάτιο. Έξω μόνο ο Σταύρος και εκείνος υπήρχαν. Ο Αλεξάκης είχε φύγει.
-Δεν έτυχε να γνωριστούμε ποτέ. Είμαι η φίλη της Μαριάννας η Χριστίνα.- του είπε χωρίς να του δώσει το χέρι της.
-Ναι. Μου έχει μιλήσει πολλές φορές για σένα. Είσαι η καλλίτερη της φίλη.- απάντησε εκείνος κα της χάρισε ένα ψεύτικο χαμόγελο.
-Και η μοναδική. Την προσέχω πάντα από τις κακοτοπιές. Αυτό θα κάνω και αυτή τη φορά.- του είπε όλο νόημα πήρε τον Σταύρο και έφυγαν από το νοσοκομείο. Ο Αντωνίου είχε μείνει να την κοιτά με απορία.
-Τι ήταν αυτό που  του είπες;- την ρώτησε ο Σταύρος άναυδος από την συμπεριφορά της.
-Ξέρω εγώ τι λέω Σταύρο. Και τώρα θέλω μια μεγάλη χάρη από εσένα.-
-Ότι θέλεις αγάπη μου.-
-Θέλω να βρούμε έναν ντέντεκτιβ στην Αθήνα. Θα πληρώσεις εσύ γιατί εγώ δεν βγάζω τόσα , να μας βρει πληροφορίες για τον κύριο Αντωνίου. –
-Δε μου λες τρελάθηκες; Τι έκανε ο άνθρωπος;-
-Χτυπά βάναυσα την Μαριάννα εδώ και λίγους μήνες που έχουν δεσμό. Αυτό που είδες εκεί μέσα είναι δικό του έργο και δεν είναι το πρώτο. Δεν είχα το κουράγιο να στα πω. Ξέρω την κατάσταση εδώ και καιρό. Λοιπόν κάτι θα έχει και αυτός μυστικό που δεν θα θέλει να μαθευτεί. Όλοι μας έχουμε. Όταν θα έχω τις αποδείξεις θα τον κρατώ στο χέρι και η Μαριάννα θα ηρεμίσει. Αυτό το κάθαρμα μόνο έτσι θα φύγει από την ζωή της.-
-Το ξέρεις πως αυτά είναι  βρώμικες καταστάσεις;-
-Δεν με ενδιαφέρει. Αν δεν κάνω τις απαραίτητες ενέργειες αυτός στο τέλος θα την σκοτώσει. Δεν υπάρχει περίπτωση να χάσω εγώ η Χριστίνα φίλη. Δεν θα την χάσω τόσο γρήγορα.- του είπε και μπήκε στο αυτοκίνητο. Ο Σταύρος άναψε την πίπα του και μπήκε μέσα. Έβαλε μπρος και το αμάξι ξεκίνησε.  Ένα μήνα μετά η Χριστίνα πήρε ένα τηλεφώνημα στο κινητό της από τον ντέντεκτιβ που είχε προσλάβει ο Σταύρος  να ψάξει τον Αντωνίου. Ήταν μεσημέρι και η Χριστίνα είχε μόλις ξυπνήσει και ετοιμαζόταν για το εστιατόριο.
-Η  κυρία  Χριστίνα  Αγγέλου; -
-Ναι η ίδια. Παρακαλώ;-
-Κυρία Αγγέλου είμαι ο κύριος  Μαραζιώτης. Έχω αναλάβει να βρω στοιχεία για τον κύριο Αντωνίου.-
-Ναι βέβαια. Λοιπόν είχαμε καμιά εξέλιξη;-
-Δεν θα το πιστέψετε αλλά έχω συγκεντρώσει  αρκετά στοιχεία για αυτόν τον κύριο. Έχει μια κρυφή διπλή ζωή , πολύ ενδιαφέρουσα. Αύριο που είναι Κυριακή θα έρθω στην Πάτρα. Να σας δώσω όλα τα στοιχεία και να πάρω την εξόφληση μου. Σας βολεύει;-
-Πολύ κύριε Μαραζιώτη. Μόλις φτάσετε να με πάρετε τηλέφωνο για να συναντηθούμε. Καλλίτερα να έρθετε στο σπίτι μου. Εκεί θα συζητήσουμε με την ησυχία μας.-
-Όπως θέλετε. Λοιπόν αύριο. – της είπε και έκλεισαν το τηλέφωνο. Η Χριστίνα ένιωσε για πρώτη φορά εδώ και καιρό δικαιωμένη. Τώρα μπορούσε να τον νικήσει. Είχε τα μέσα. Είχε επιτέλους στοιχεία για τον κύριο Αντωνίου.
-Τον κύριο Αντωνίου. Σκατά και πάλι σκατά.- αναφώνησε και πήρε την Μισέλ στην αγκαλιά της. Την γέμισε φιλιά και βγήκε στο μπαλκόνι του σπιτιού της. Άναψε τσιγάρο και χαμογέλασε. Οι ώρες του Αντωνίου ήταν μετρημένες. Η Μαριάννα είχε βγει από το νοσοκομείο και είχε πάει σπίτι των γονιών της. Περπατούσε ακόμα με πατερίτσες αλλά κάθε μέρα γινόταν και πιο καλά. Μιλούσαν καθημερινά στο τηλέφωνο , αλλά η Χριστίνα δεν της είχε αναφέρει τι είχε κάνει για να διώξει τον Αντωνίου. Η Μαριάννα δεν θα μάθαινε ποτέ της για όλα αυτά. Βέβαια η Χριστίνα είχε ενημερώσει τα κορίτσια και τον Ανέστη για την βαρβαρότητα του Αντωνίου. Τους είχε πει το σχέδιο της για να τον βγάλει από την ζωή της Μαριάννας.   Οι φίλες της το βρήκαν ακραίο , αλλά ο Ανέστης το υποστήριξε. Μακάρι μόνο να το εκτιμούσε η Μαριάννα της είχε πει. Αλλά η Χριστίνα δεν σκεφτόταν αυτό. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να εκδικηθεί αυτό τον τρελό μπάσταρδο και να τον στείλει στα τσακίδια. Και τελικά το έκανε. Όταν εκείνη και ο Σταύρος συναντήθηκαν επιτέλους με τον ντέντεκτιβ η Χριστίνα έμεινε με ανοιχτό το στόμα.
Ο Μαραζιώτης της έδωσε ένα φάκελο με αρκετές φωτογραφίες. Σε όλες πρωταγωνιστής ήταν ο Αντωνίου και ένας όμορφος γεροδεμένος νεαρός.
-Για να καταλάβω. Έχει δεσμό με άντρα;-
-Όχι. Έχει δεσμό με αρκετούς άντρες. Ο άνθρωπος αυτός τα βράδια ψωνίζεται σε γκέι μπαρ.-
Τι εννοείται με αυτό. Τους πληρώνει για να πάνε μαζί του;-
-Δεν χρειάζεται να τους δίνει χρήματα. Είναι όπως βλέπετε ωραίος άντρας. Απλά δεν μπορεί να μείνει με έναν ερωτικό σύντροφο. Του αρέσει να την βρίσκει κάθε βράδυ και με άλλον.-
-Θα τρελαθώ. Αυτό δεν το περίμενα. Μα είναι ομοφυλόφιλος; Και η φίλη μου δεν είχε καταλάβει τίποτα; Τώρα καταλαβαίνω γιατί την έδερνε. Την μισούσε. Μισεί όλες τις γυναίκες. Και καλά, γιατί δεν μένει με τους άντρες και βγαίνει και με γυναίκες; Αν  είναι γκέι που το πρόβλημα; Κανείς δεν κοιτάζει ποιον βάζουμε στο κρεβάτι μας;- ρώτησε η Χριστίνα.
-Αγάπη μου αν και ο κόσμος προχωρά δεν είναι κοινωνικά αποδεκτό να φιλιούνται δυο άντρες. Εσύ έχεις δει πολλούς στο δρόμο να κρατούνται από το χεράκι;-
-Μα δεν είπα αυτό Σταύρο. Εννοώ πως δεν ήταν ανάγκη να την πέσει στην Μαριάννα για να την πλακώνει στο ξύλο μετά. Να έβγαινε με τους άντρες του και όλα μέλι γάλα.-
-Όλοι μας κυρία Αγγέλου φοράμε τις μάσκες μας. Φοβόμαστε να δείξουμε την αλήθεια και να την πούμε ακόμα και στον εαυτό μας. Αυτός ο κύριος σίγουρα  προσπαθεί να ξεχάσει τα πάθη του. Κάνοντας αυτό πρώτα πληγώνει τον εαυτό του και μετά κάνει κακό στους γύρω του. Όμως τι να πεις. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.- είπε ο Μαραζιώτης.
-Πολύ καλή δουλειά. Σας έχω εδώ τα χρήματα σας. Σας ευχαριστούμε πολύ.- είπε ο Σταύρος.
-Εγώ σας ευχαριστώ. Γεια  σας.- απάντησε ο Μαραζιώτης και έφυγε. Η Χριστίνα κοιτούσε τις φωτογραφίες ξανά και ξανά. Είχε στα χέρια της το υλικό για να καταστρέψει την ζωή και την υπόληψη του Αντωνίου μια για πάντα. Αλλά τότε γιατί τον λυπόταν; Πως μπορούσε να αισθάνεται έτσι για τον άνθρωπο που είχε κάνει τέτοιο κακό στην μικρή της φίλη;
-Τι σκέφτεσαι;- την ρώτησε ο Σταύρος.
-Πως τον λυπάμαι. Για λύπηση είναι να μην μπορείς να διαλέξεις σε ποια μεριά του δρόμου θέλεις να προχωράς. Ποτέ δεν είχα πρόβλημα με τους γκέι , τις τρανσέξουαλ , τους ναρκομανείς και ότι άλλο μπορείς να φανταστείς. Ο καθένας είναι ελεύθερος να αποφασίζει για την ζωή του. Φτάνει να μην κάνει κακό στους άλλους. Νομίζω πως ο κύριος αυτός έχει πρόβλημα ταυτότητας. Κάποια στιγμή  θα πρέπει να διαλέξει. Δεν μπορεί να τα έχει όλα δικά του. Μια χαρά είναι που είναι γκέι. Απλά πρέπει να δει κάποιον ψυχολόγο το γρηγορότερο.-
-Τι θα κάνεις τελικά;-
-Αύριο που το μαγαζί είναι κλειστό θα πάω στην Αθήνα. Έχω να μιλήσω με αυτόν τον  Αντωνίου.-
-Θα πας στον εκδοτικό οίκο; Και αν σε δει η Μαριάννα;-
-Δεν θα με δει. Είναι στο πατρικό της με τις πατερίτσες της. Θα κάνει ακόμα ένα μήνα διακοπές από την δουλειά της. Έτσι με βολεύει.-
-Δεν θέλεις να σε πάω εγώ;-
-Έχεις το δικαστήριο εσύ. Αυτή τη φορά θα πάω μόνη μου στην πρωτεύουσα και το περίεργο είναι πως ανυπομονώ. Ποια ;Εγώ ,που την σιχαίνομαι την Αθήνα.- 
-Καλή επιτυχία. Και κοίταξε μην νευριάσεις πολύ και του σπάσεις κανένα κεφάλι. Σε έχω ικανή.-
-Μα όχι μωρό μου. Είμαι καλό κορίτσι. Θα δεις που όλα θα πάνε καλά.- του απάντησε και τον φίλησε στο στόμα. Ο Σταύρος την έσφιξε επάνω του.


Η ώρα ήταν δώδεκα το μεσημέρι όταν η Χριστίνα αντίκρισε τον εκδοτικό οίκο ΔΙΑ.
Η ζέστη ήταν εμφανής μιας και ήταν Ιούνης μήνας. Έβγαλε τα γυαλιά του ηλίου της και κοίταξε το τεράστιο κτηριακό συγκρότημα. Ήταν τουλάχιστον έξι όροφοι και πολύ εντυπωσιακό. Το κοιτούσε  και αναρωτήθηκε αν τα λεφτά είχαν δώσει στους Αλεξάκηδες την ευτυχία. Αν έκρινε από τα βάσανα της Μαριάννας μάλλον δεν ήταν ευτυχισμένοι. Ο καθένας κουβαλούσε τον δικό του σταυρό. Άλλα εκείνη την στιγμή η Χριστίνα δεν ενδιαφερόταν για τους γονείς της Μαριάννας. Την ενδιέφερε ο σταυρός που κουβαλούσε η φίλη της. Και για αυτό τον λόγο είχε κατέβει στην Αθήνα εκείνη την ημέρα. Φόρεσε ξανά τα γυαλιά της έσφιξε την τσάντα στον ώμο της και με σταθερό βήμα μπήκε στο κτήριο. Μόλις έφτασε στην γραμματεία ζήτησε τον κύριο Αντωνίου.
-Έχετε ραντεβού μαζί του; Σας περιμένει;- την ρώτησε η κοπέλα.
-Όχι δεν με περιμένει. Πείτε του σας παρακαλώ πως τον ζητά η Χριστίνα. Η φίλη της Μαριάννας και θα καταλάβει.-
-Μάλιστα.- είπε η κοπέλα και τον κάλεσε.
-Ναι κύριε Αντωνίου; Σας ζητά κάποια κυρία Χριστίνα. Δεν έχει ραντεβού μαζί σας , αλλά μου είπε πως είναι φίλη της Μαριάννας.-
-Να της πεις να περάσει.- είπε εκείνος κοφτά .
-Μπορείτε να περάσετε. Το γραφείο του είναι στον έκτο όροφο. Ρωτήστε να σας πούνε όταν φτάσετε.- της απάντησε όλο ευγένεια η κοπέλα και η Χριστίνα της χαμογέλασε και μπήκε στο ασανσέρ. Σε λίγα λεπτά έφτασε  και ρώτησε  έναν νεαρό στον διάδρομο ποιο ήταν το γραφείο του κυρίου Αντωνίου. Εκείνος της το έδειξε και η Χριστίνα  χτύπησε την πόρτα.
-Ναι;- απάντησε εκείνος.
-Καλημέρα Βασίλη. Πως είσαι;- του είπε ευδιάθετα εκείνη και ο Αντωνίου σηκώθηκε και της  έδωσε το χέρι του.
-Καλημέρα. Όταν μου είπαν πως ήσουν Αθήνα και μάλιστα εδώ δεν πίστευα στα αυτιά μου. Ήρθες για να δεις την Μαριάννα;-
-Θα σου φανεί περίεργο , αλλά ήρθα για να δω εσένα αποκλειστικά.-  του είπε κοφτά και κάθισε σε μια καρέκλα.
-Δεν καταλαβαίνω. Εμείς δεν γνωριζόμαστε καλά-καλά. Τι θα μπορούσαμε να πούμε;-
-Και όμως εμείς οι δυο έχουμε ένα κοινό παρονομαστή. Ονομάζετε Μαριάννα Αλεξάκη.-
-Και τι με αυτό; Εσύ είσαι η φίλη της και εγώ έχω δεσμό μαζί της.-
-Για αυτό τον δεσμό ήρθα να μιλήσουμε. Θα πρέπει να διακόψεις μαζί της.-
-Τώρα αυτό είναι αστείο; Είσαι με τα καλά σου; Με πιο δικαίωμα έρχεσαι εδώ και με το έτσι θέλω απαιτείς από εμένα να αφήσω την Μαριάννα; Φαντάζομαι δεν ξέρεις πόσο την αγαπώ.-
-Δεν έχεις ιδέα πόσα γνωρίζω. Όλα σου τα έργα. Τους ξυλοδαρμούς , το πέσιμο από την σκάλα ,τους μώλωπες κτλ. Τα ξέρω όλα σιχαμερό κάθαρμα και ήρθα να σου πω ότι ως εδώ ήταν. Οι ώρες σου τέλειωσαν.-
-Στα είπε λοιπόν; Τίποτα δεν σου κρύβει. Ναι έτσι είναι , αλλά δεν θα συμβεί ξανά. Δεν ξέρω τι με πιάνει ώρες-ώρες. Θολώνει το μυαλό μου. Την αγαπώ Χριστίνα και εκείνη το μόνο που κάνει είναι να φλερτάρει συνεχώς.-
-Και καλά κάνει. Μήπως σου έταξε γάμο; Η Μαριάννα δεν ανήκει σε κανέναν.-
-Ανήκει σε μένα τώρα. Κάποια στιγμή πρέπει να ωριμάσει και να μάθει να μην κοροϊδεύει τους άντρες.-
-Είσαι πολύ άρρωστος το ξέρεις; Είσαι ένας τρελός μαλάκας , ένας βρωμερός μπάσταρδος. Αν την ξαναπλησιάσεις θα μάθουν όλοι το μεγάλο σου μυστικό.- του φώναξε εκείνη νευριασμένα.
Ο Αντωνίου γέλασε δυνατά.
-Είσαι τελείως βλαμένη. Για ποιο μυστικό μου μιλάς;-
Η Χριστίνα άνοιξε την τσάντα της  και έβγαλε από μέσα ένα φάκελο. Του τον  άφησε  στο γραφείο και άναψε τσιγάρο. Πέταξε τον καπνό γρήγορα  έξω και τον κοίταξε με νόημα στα μάτια. Ο Αντωνίου άνοιξε το φάκελο και έβγαλε από μέσα ένα σωρό φωτογραφίες. Τα μάτια του γούρλωσαν μεμιάς.
-Δεν καταλαβαίνω. Που τις βρήκες αυτές; Με παρακολουθείς;-
-Δεν είχα όρεξη. Άλλος ανέλαβε την βρομοδουλειά. Δεν συνηθίζω να περνάω τα βράδια μου ψωνίζοντας αγοράκια.-
-Άκουσε να σου πω. Δεν θα με απειλήσει τώρα μια …..μια…-
-Ναι μπορείς να το πεις. Μια απλή γυναικούλα. Μια που δεν έχει τη θέση σου ούτε παίρνει τον υπέρογκο μισθό σου. Θα σου πω όμως κάτι που δεν χρειάζονται πτυχία για να το ξέρεις. Όποιος αγαπά πραγματικά δεν  ξυλοφορτώνει τον έρωτα του. Αν την αγάπησες ποτέ σου.  Αφού ανήκεις σε άλλη κοινωνική ομάδα γιατί δεν το χαίρεσαι; Σου αρέσουν τα αγοράκια; Κανένα πρόβλημα. Η Μαριάννα που κολλάει σε όλα  αυτά; Και γιατί να τρώει ξύλο από την στιγμή που δεν σε ενδιαφέρει η ύπαρξη της στον κόσμο; Γιατί  αυτό το θέατρο του παραλόγου; -
-Πρέπει να προστατέψω το προφίλ μου. Όλη μου τη ζωή φυλάω τον πραγματικό μου εαυτό και στους άλλους δείχνω αυτό που είναι μη επιλήψιμο. Έτσι όλοι μας είμαστε ευτυχισμένοι.-
-Έλα όμως που δεν είναι; Σίγουρα το ότι είσαι γκέι δεν οφείλεται στο γεγονός πως είσαι βάναυσος με τις γυναίκες. Γιατί αν  χτυπάς την Μαριάννα θα έχεις χτυπήσει και άλλες. Αυτό που θα σου προτείνω εγώ είναι να κλείσεις ένα ραντεβού με ψυχολόγο για να αντιμετωπίσεις την οργή σου. Και να φύγεις αμέσως από τον εκδοτικό οίκο. Δεν σε εμπιστεύομαι καθόλου. –
-Δεν είσαι μετά καλά σου. Δεν υπάρχει περίπτωση να παραιτηθώ. Ξέρεις πόσα χρόνια δουλεύω εδώ; Ο Αλεξάκης με έχει σαν γιό του.-
-Ο Αλεξάκης μόλις μάθει πως έδερνες την κόρη του και τα βράδια έδινες το κορμί σου σε παίδαρους θα σε πετάξει έξω με τις κλοτσιές. Μη με αναγκάσεις να σε καταστρέψω μια και καλή. Κάνε ότι σου είπα και όλα θα πάνε καλά.-
-Και εσύ τι το παίζεις τώρα; Η σπάνια φίλη; Κάτι θα θέλεις και εσύ. Μύρισες λεφτά και ήρθες να τα πάρεις; Καλά κάνεις. Με την Μαριάννα κολλητή πολλά μπορείς να κερδίσεις.- της απάντησε ειρωνικά εκείνος και σηκώθηκε από το γραφείο του. Πήγε κοντά στην Χριστίνα έσκυψε κοντά στο πρόσωπο της και της είπε.
-Δεν πάω πουθενά. Δεν σε φοβάμαι. Δεν θα τολμήσεις. –
Με μια γρήγορη κίνηση η Χριστίνα του κατάφερε ένα δυνατό χαστούκι και σηκώθηκε όρθια.
-Κάνε ότι σου είπα αλλιώς θα δεις όλες αυτές τις φωτογραφίες σε εφημερίδες και σε κουτσομπολίστικες εκπομπές της τηλεόρασης. Ξέρεις πόσο λατρεύουν  τις πικάντικες ιστορίες.- του είπε και έφυγε με το κεφάλι ψηλά από το γραφείο του.    
   
     


Αυτό είναι ένα βιβλίο που μιλά για την φιλία. Για το πώς ορισμένοι άνθρωποι έρχονται κοντά και προσπαθούν μαζί  να κάνουν την ζωή τους μοναδική.   Για αυτό και το βιβλίο  αυτό αφιερώνεται ειδικά   στις τέσσερις  ξεχωριστές φίλες  που είναι κοντά μου πολλά χρόνια και με στηρίζουν , όπως και εγώ. Παλέψαμε πολύ για να εδραιώσουμε αυτή τη φιλία. Χωρίς την αγάπη σας δεν θα μπορούσα να γράψω. Ετούτο το βιβλίο είναι το πρώτο που έγραψα και το αγαπώ όσο και εσείς. Για αυτό και σας ανήκει. Είναι δικό σας βιβλίο.  

Στις: Αγγελική, Έφη, Έλλη, Νατάσα.

Στην Χρύσα που αν δεν ήταν εκεί να με καθοδηγήσει δεν θα είχα ξεκινήσει το ταξίδι.
Σε ευχαριστώ για ότι μου έμαθες.  Στον αδερφό μου Γιώργο και στην γυναίκα του Άντζελα που είναι στο πλευρό μου.
Στους γονείς μου και στον Θεό που με  προστατεύει.    
Στους φίλους και φίλες που είναι δίπλα μου: Λάμπρο και Ευγενία Μάθεση, Κώστα Μιχαλάκη, Αντρέα Αυγέρη, Πάνο Παπασωτηρίου, Ρούλα Σοφρά, Παναγιώτη Βελτανισιάν,  Μαρία και  Νίκο Τσίτσο. Φωτεινή και Νίκο Λαυράνο, Σύλβια και Κώστα Γάσπαρη, Στέλλα και Σωτήρη Καρνέση, Στεργιάννα Γιαφεντή και σε όλους όσους ξέχασα. Τα ξαδέρφια μου: Γεωργία και Κωνσταντίνα Φήμη, Τάσο και Λούντα Καραντή, Αποστόλη Αθανασίου, Άντα.   
Στην Αθηνά Γραμματικού που οι συμβουλές της ήταν πολύτιμες, και στον αγαπημένο μου φίλο Δημήτρη Χαρίτο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι από το ομώνυμο ποίημα της Άντζελας Σκοπελίτη Κοφινά.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Ο Έρωτας είναι ο θάνατος.
Μίλτος Σαχτούρης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.

ΤΥΧΑΙΑ TAGS