137 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
25.04.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Ο χρόνος της φθοράς | Μέρος 6ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά


Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Χριστίνα. Μια γυναίκα λίγο μετά τα τριάντα που θεωρεί την έννοια της φιλίας το μεγαλύτερο αγαθό. Έχει καταφέρει να έχει κοντά της τρεις αγαπημένες φίλες και έναν αδερφικό φίλο που είναι πάντα στο πλευρό της.
Τη Μαρία , την Βίκυ , την Ελένη και τον Ανέστη. Όταν όμως γνωρίζεται με την Μαριάννα Αλεξάκη η ισορροπία στη ζωή της χάνεται. Εκείνη είναι ένα παιδί 23 χρόνων που δουλεύει στον εκδοτικό οίκο του πατέρα της. Έχει θέσει πολύ ψηλούς στόχους για να γίνει συγγραφέας  και θέλει να κάνει μεγάλη καριέρα σε αυτό. Η Μαριάννα σε αντίθεση με την Χριστίνα δεν εμπιστεύεται κανέναν , δεν κάνει φιλίες , φοβάται την μοναξιά  και προσπαθεί να κάνει τους γονείς της να την προσέξουν.
Οι δυο γυναίκες δένονται με μια φιλία και μια δυνατή αγάπη από την αρχή της γνωριμίας τους. Όμως η Μαριάννα απασχολημένη με το κτίσιμο της καριέρας της, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα υψηλά στάνταρ της Χριστίνας για τη φιλία.
Δυο διαφορετικές γυναίκες και δυο ξεχωριστές πορείες. Ένας κύκλος φιλίας  που ξεκινά με τη γνωριμία των δύο γυναικών , συνεχίζεται με τα ψυχικά προβλήματα της Μαριάννας , για να καταλήξει στο φευγιό της Χριστίνας και την τελική τους επανασύνδεση.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ
    
Εκείνο το πρωί στο δικαστήριο υπήρχε πολύ ένταση. Η υπόθεση που εξεταζόταν πριν από τον πελάτη του Σταύρου είχε φέρει τα πάνω κάτω. Μια ηλικιωμένη γυναίκα φώναζε και καταριόταν πως η νύφη της  έκλεψε τα λεφτά της και την εκμεταλλεύθηκε επειδή ήταν τυφλή. Ο γιος της την έβριζε που τόλμησε να σύρει τη γυναίκα του στη δικαιοσύνη και η νύφη την αποκαλούσε κακιά και στριμένη. Ο Σταύρος είχε βγει έξω από την αίθουσα και έπινε τον καφέ του απολαμβάνοντας την πίπα του. Τα είχε συνηθίσει όλα αυτά. Λίγο αργότερα μπήκε με τον πελάτη του στην αίθουσα και έψαξε να βρει τον δικηγόρο του αντίδικου. Είδε μια γυναίκα που καθόταν στο γραφείο δίπλα στα έδρανα. Πλησίασε και την ρώτησε.
-Εσείς είσαστε για την υπόθεση Μαρτίνου;-
-Ναι. Είσαστε;- του απάντησε εκείνη.
-Σταύρος Θεοδωρίδης. Καλημέρα σας.-
-Βάσια Νικοδήμου. Τι κάνετε;- του απάντησε και ο Σταύρος ένιωσε την πύρινη ματιά της να τον γδύνει. Για λίγο ξαφνιάστηκε  μα γρήγορα βρήκε τον ρυθμό του και μετά ο καθένας κοίταξε τα χαρτιά του. Εκείνη ήταν μια μελαχρινή , όχι πολύ ψηλή γυναίκα με εκφραστικά καστανά μάτια και όμορφο σώμα. Φορούσε σακάκι και παντελόνι σε γήινα χρώματα , ενώ το βάψιμο της ήταν απλό και περιποιημένο. Ένας λεπτός σκελετός γυαλιών προστάτευε τα μάτια της. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας  ο Σταύρος προσπαθούσε να μη την κοιτάζει , αλλά έπιανε τον εαυτό του να είναι τελείως αδύναμος. Όταν η δίκη  τελείωσε η Βάσια τον πλησίασε και ακούμπησε το χέρι της στην πλάτη του.
-Λοιπόν συνάδελφε ήσουν καταπληκτικός. Έχασα την υπόθεση μιας και δεν είχα τα στοιχεία αυτά που θα με διευκόλυναν. Για να μου φύγει η πίκρα κερνάω καφέ. Τι λες τον πίνουμε μαζί; Νομίζω πως θα έχει ενδιαφέρων να ακούσεις την γκρίνια μου.- του είπε και γέλασε. Ο Σταύρος κοίταξε τις καμπύλες που διαγράφονταν μέσα από το παντελόνι της και το πλούσιο στήθος μέσα από το ανοιχτό πουκάμισο. Χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε να πίνει καφέ μαζί της. Εκείνη τον έτρωγε με τα μάτια  και στην ατμόσφαιρα υπήρχε μια έξαψη που την ένιωσαν και οι δυο. Μετά από αυτό όλα έγιναν αστραπιαία. Βρέθηκαν γυμνοί σε ένα κρεβάτι ξενοδοχείου. Άρχισαν να φιλιούνται και να βαριανασαίνουν. Εκείνη έδειχνε τόσο άνετη και πεπειραμένη που ο Σταύρος ένιωσε μικρό παιδάκι μπροστά της. Ήταν ασυγκράτητη. Τελείωσαν μαζί μέσα σε βογκητά και ξανάρχισαν το ίδιο βίαια. Εκείνη ανέβηκε επάνω του και με ξέφρενες κινήσεις του προκάλεσε δεύτερο οργασμό. Για μια ολόκληρη ώρα ο Σταύρος και η Βάσια έκαναν έρωτα ασταμάτητα. Όταν  τελείωσαν ο Σταύρος ένιωθε πως του είχε στραγγίσει από μέσα του τη ζωή.
-Καλό δεν ήταν;- τον ρώτησε εκείνη ανασαίνοντας με δυσκολία και έχοντας τα μάτια της κλειστά.
-Ήταν καταπληκτικό. Νομίζω πως μετά από αυτό δεν θα έχω τη δύναμη να σηκωθώ από το κρεβάτι.- απάντησε εκείνος μούσκεμα στον ιδρώτα.
-Έλα τώρα; Μη μου πεις πως αυτό ήταν; Σε θέλω ακόμα.- του είπε και τον φίλησε στο λαιμό. Δάγκωσε τις μικρές του ρώγες και κατέβηκε προς τα κάτω. Ο Σταύρος ξετρελάθηκε από την ηδονή και άλλος ένας γύρος ξεκίνησε. Με γρήγορες κινήσεις εκείνη του έδειξε πως ήθελε να είναι εκείνος πίσω της. Σηκώθηκε όρθια με τα χέρια ανοιχτά στον τοίχο και  ο Σταύρος χάθηκε σε ένα σκοτεινό δρόμο. Έξω οι δρόμοι έσφυζαν από κίνηση και καυσαέριο. Τα αυτοκίνητα σαν σε αρένα προσπερνούσαν το ένα το άλλο. Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όλα είχαν καλυφθεί από  ένα πέπλο υγρασίας. Δυο κορμιά προσπαθούσαν να ξεφύγουν  από αόρατους δαίμονες , φωτιές και δράκους. Όλα εκεί μέσα είχαν τυλιχθεί στις φλόγες και η ζωή απλά παρατηρούσε από ψηλά.



Ήταν πια μεσημέρι και ο Ανέστης βρισκόταν στην Αθήνα. Είχε ραντεβού με τον Παναγιώτη στο γραφείο του , στον εκδοτικό οίκο. Όταν μπήκε μέσα , μια ψηλή Ξανθιά κοπέλα με κοντοκουρεμένα μαλλιά και γαλάζια μάτια του συστήθηκε σαν την γραμματέα του Παναγιώτη και τον συνόδεψε στο γραφείο του. Ο Παναγιώτης όταν τον είδε του έσφιξε εγκάρδια το χέρι και τον παρακάλεσε να καθίσει. Χρόνια τώρα από την εποχή που είχε παντρευτεί την Ελένη και είχε μπει στην παρέα ο Παναγιώτης είχε γίνει με τον Ανέστη πολύ καλός φίλος.
-Καφέ; Θα πιεις έναν;- τον ρώτησε εκείνος.
-Αν και μεσημέρι θα πιω. Γαλλικός αν σου βρίσκεται και γλυκός.-
-Μίρκα , σε παρακαλώ αν έχεις την καλοσύνη δυο Γαλλικούς γλυκούς. Τον δικό μου με γάλα.- παρακάλεσε εκείνος την γραμματέα του. Λίγο αργότερα  η Μίρκα  έφερε τους καφέδες. Ο Ανέστης την κοίταξε διακριτικά. Φαινόταν καθαρά πως του άρεσε εκείνη η κοπέλα με το κατάλευκο δέρμα και τις απαλές , σχεδόν αέρινες κινήσεις. Ο Παναγιώτης το κατάλαβε και όταν εκείνη έκλεισε την πόρτα είπε.
-Διακριτικός όπως πάντα , αλλά την έφαγες με τα μάτια. Βλέπω καθαρά πως σου αρέσει κύριε συγγραφέα.-
-Έχει μια χάρη όταν περπατά. Σχεδόν βασιλική. Που την βρήκες; Τέτοια γραμματέα πολλοί θα την ήθελαν. Αυτή είναι ένας άγγελος. Φαντάζομαι τι θα λέει η Ελένη.-
-Λέει διάφορα. Όμως εγώ φίλε μου είμαι πιστός σύζυγος και άλλωστε είμαι ερωτευμένος με την γυναίκα μου. Δεν λέω είναι ωραία γυναίκα η Μίρκα , αλλά αν αρχίσεις να τα προσέχεις αυτά ενώ είσαι παντρεμένος έχεις χάσει το παιχνίδι. Και εσύ δεν πέρασες απαρατήρητος. Την είδα να σε  γλυκοκοιτάζει.-
-Μπα δεν νομίζω. Δεν είμαι και κανένας κούκλος για να τρελαθεί η κοπέλα. Μάλλον ασχημούλη θα με χαρακτήριζα. Είμαι λεπτός με γυαλιά μυωπίας και αρκετά ντροπαλός.-
-Το ξέρεις πως αυτό τρελαίνει τις γυναίκες; Η Μίρκα είναι καθηγήτρια μουσικής και δηλώνει θαυμάστρια σου. Έχει διαβάσει όλα σου τα βιβλία.- του απάντησε ο Παναγιώτης και τον κοίταξε πονηρά. Η συζήτηση μετά στράφηκε προς την έκδοση ενός νέου βιβλίου που είχε τελειώσει ο Ανέστης. Βασικά ήταν μια μελέτη για τα χρόνια της κατοχής με έδρα την Πάτρα. Αφορούσε ντοκουμέντα και υπήρχαν συνεντεύξεις με ανθρώπους που είχαν πάρει μέρος στον πόλεμο και που έζησαν για να πουν τις εμπειρίες τους. Ο Ανέστης  μάζευε το υλικό αυτό πάνω από πέντε χρόνια και είχε ξεθάψει πολλά. Είχε χτυπήσει πόρτες ,είχε μαζέψει φωτογραφίες , γράμματα  και ότι άλλο μπορούσε κανείς να φανταστεί.
-Παναγιώτη στον οίκο που είμαι χρόνια τώρα αυτή η μελέτη τους βρήκε κάπως αρνητικούς. Μίλησα με τον Αλεξάκη πριν από  ένα μήνα και μιας και έληξε και το συμβόλαιο μου μαζί τους , τον παρακάλεσα να μην το ανανεώσουμε για την ώρα. Με άφησε να διαλέξω εγώ ποιος εκδοτικός οίκος θα αναλάβει ετούτο το βιβλίο. Νομίζω πως μπορούμε να συνεργαστούμε σε αυτή την φάση. Άλλωστε ο ΔΙΑΣ   βγάζει περισσότερο μυθιστορήματα. Μια  αλλαγή θα μου κάνει καλό. Έχω άλλωστε την ευχή του Λεωνίδα.-
-Τότε έλα να σφίξουμε τα χέρια.- του είπε ο     Παναγιώτης  και λίγο αργότερα βγήκαν από το γραφείο του.
-Μίρκα είμαι στην ευχάριστη θέση να σε πληροφορήσω πως από σήμερα ο κύριος Γεωργίου θα είναι ανάμεσα στους συγγραφείς του οίκου μας. Θα ήθελα να του ετοιμάσεις το συμβόλαιο και την άλλη εβδομάδα να το υπογράψουμε αμφότεροι. –
-Συγχαρητήρια κύριε. Έχω ξέρετε διαβάσει αρκετά σας βιβλία. Πολύ χαίρομαι που θα είσαστε κοντά μας.- είπε εκείνη δίνοντας το χέρι της. Το σφίξιμο ήταν τόσο απαλό που ο Ανέστης δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη. Μόνο χαμογέλασε και βιάστηκε να φύγει. Πηγαίνοντας να πάρει το αμάξι του , δεν μπόρεσε να δει πέρα από τα γαλάζια νερά που φιλοξενούσαν τα μάτια της Μίρκας.
-Να δεις που την πάτησα φίλε μου.- είπε μόνος του
-Είναι υπέροχος. Τόσο ήρεμος και ντροπαλός. Κοκκίνισε μόλις δώσαμε τα χέρια.- είπε στον εαυτό της η Μίρκα καθισμένη στο γραφείο της.


Ο Σταύρος καθόταν στο σαλόνι του σπιτιού του. Έπινε ένα λικέρ ακούγοντας μουσική από τον αγαπημένο του συνθέτη Νικόλα Πιοβάνι. Σκεφτόταν αυτά που είχε κάνει με την Βάσια. Οι τύψεις είχαν φάει το μυαλό του. Δεν τον άφηναν σε ησυχία. Ήταν απλά μια ερωτική πράξη της στιγμής και τίποτα περισσότερο. Εκείνη του είχε πει πως ήταν παντρεμένη και αγαπούσε τον άντρα της. Της άρεσαν όμως οι αλλαγές. Έτσι ψάρευε εραστές στην αίθουσα του δικαστηρίου. Την έβρισκε με συναδέλφους. <<Τρελό.>> του είχε πει αλλά την ερέθιζε αφάνταστα. Ο Σταύρος δεν έδειξε να ενοχλείται. Ήταν ερωτευμένος με την Χριστίνα και η σχέση τους ήταν βαθιά , με γερές βάσεις. Όμως δεν μπορούσε να συγχωρήσει τον εαυτό του για αυτό το παραστράτημα. Έπρεπε να της το πει. Ήθελε να της το πει αλλά φοβόταν. Η Χριστίνα δεν θα τον συγχωρούσε ποτέ της. Του το είχε πει άλλωστε από την αρχή της γνωριμίας τους.
-Μπορώ να συζητήσω τα πάντα. Όχι όμως την απιστία.- τι να έκανε; Δεν μπορούσε να ζήσει με τις τύψεις να του τριβελίζουν το μυαλό. Τόσο καιρό τώρα απέφευγε να την κοιτάζει στα μάτια. Η Χριστίνα δεν έδειχνε να είχε καταλάβει τίποτα. Ήταν όμως έξυπνη και κάποια στιγμή ίσως να αισθανότανε την αλήθεια. Όχι καλύτερα να έπαιρνε εκείνος το ρίσκο. Θα της το έλεγε ακόμα και αν αυτό σήμαινε να την χάσει για πάντα. Το cd σταμάτησε και εκείνος αφού τελείωσε το λικέρ του , ξεντύθηκε και έπεσε να κοιμηθεί. Δεν μπόρεσε όμως. Τα όνειρα ήταν πολλά , οι τύψεις αβάσταχτες. Έτσι τον βρήκε το πρωί. Ένα πρωινό παγωμένο σαν τις πράξεις του.


Εκείνο το μεσημέρι η Μαριάννα βγήκε γρήγορα έξω από το γραφείο της  χωρίς να δει καθόλου τον άντρα που στεκόταν στο διάδρομο και μιλούσε με μια γυναίκα. Κυριολεκτικά έπεσε επάνω τους και πάρα λίγο να τους έριχνε κάτω.
-Κυρία Αλεξάκη είσαστε καλά; Μα δεν μας είδατε καθόλου;- είπε η γυναίκα που κρατούσε ένα φάκελο και της είχε πέσει κάτω.
-Ω! Συγχωρήστε με. Δεν σας είδα. Δεν ξέρω τι έχω πάθει τον τελευταίο καιρό.- απάντησε εκείνη και ο άντρας γέλασε δυνατά.
-Κυρία Αλεξάκη σας βρίσκω υπέροχη. Έχω να σας δω πολύ καιρό και είχα ξεχάσει  πόσο όμορφη είσαστε. – Ήταν ο Βασίλης Αντωνίου. Το δεξί χέρι του πατέρα της και ένας πολύ γοητευτικός άντρας γύρω στα τριάντα πέντε.
-Πως είσαστε κύριε Αντωνίου;-
-Ας αφήσουμε τον πληθυντικό δε νομίζεις;- η Μαριάννα τον κοίταξε και του χαμογέλασε. Τον πλησίασε περισσότερο. Εκείνος φορούσε ένα μαύρο σακάκι γκρι παντελόνι και λευκό πουκάμισο. Τα μαλλιά του ήταν άψογα κουρεμένα κοντά και φορούσε ένα θεσπέσιο αντρικό άρωμα  του οίκου Boulgary.
-Μιας και είναι  η ώρα του φαγητού σε προσκαλώ σε γεύμα έτσι για να χαλαρώσεις λιγάκι. Σε βλέπω πολύ αγχωμένη. Είσαι πολύ μικρή ακόμα για να έχεις άγχος. Θα γεράσεις γρήγορα αν το αφήσεις να σε πάρει από κάτω.- της είπε και τα μάτια του έπεσαν στο πλούσιο στήθος της.
-Δεν είναι άσχημη ιδέα. Έχεις δίκιο. Μου χρειάζεται ένα διάλλειμα.- του απάντησε και εκείνος την άφησε να περάσει μπροστά. Πήραν το ασανσέρ και κατέβηκαν στο γκαράζ του εκδοτικού οίκου. Η διθέσια σπορ Lotus   μούγκρισε κάτω από τα πόδια τους και η Μαριάννα αισθανόταν πολύ γοητευμένη που ο Αντωνίου την είχε ξεχωρίσει. Ήταν πολύ επιτυχημένος , όμορφος , πλούσιος και ανύπαντρος. Εκείνος οδηγούσε και εκείνη σκεφτόταν πως θα ήθελε να τον ρίξει γρήγορα στο κρεβάτι. Ένα καλό σεξ της ήταν απαραίτητο μετά τον χωρισμό της από τον Αλέξη. Και ο Αντωνίου ήταν ωραίος άντρας με αρρενωπά χαρακτηριστικά. Αυτό που δεν ήξερε η Μαριάννα ήταν πως ο Βασίλης  δεν εκτιμούσε καθόλου τις γυναίκες. Τις θεωρούσε ηλίθιες και ανάξιες σε σχέση με τους άντρες. Είχε και ένα μυστικό βέβαια που προσπαθούσε να το ξεχάσει. Του άρεσαν πολύ περισσότερο οι άντρες και κρυφά μπαινόβγαινε σε γκέι μπαρ. Αλλά διατηρούσε το προφίλ του καθαρό για ευνόητους λόγους.


Στο σπίτι του Γιώργου εκείνο το απόγευμα η κατάσταση ήταν ελαφρώς τεταμένη μεταξύ του ίδιου και της Βίκυς.
-Δεν νομίζεις  πως είναι πια καιρός να ζήσουμε μαζί; Στο λέω αυτό γιατί έχω κουραστεί να έρχεσαι και να φεύγεις και να περνάμε χωριστά τα βράδια μας.-
-Κοίτα είναι ακόμα νωρίς. Δεν σε ξέρω ακόμα πολύ καλά. Φοβάμαι να δεσμευτώ από τώρα.-
-Δυο χρόνια μαζί και ακόμα δεν με ξέρεις; Μα τι είναι τώρα αυτά που λες; Θέλω να σε παντρευτώ. Σε αγαπώ , ταιριάζουμε και θέλω να κάνουμε οικογένεια μαζί. Γιατί να περιμένουμε; Ο γάμος θα ήταν η καλλίτερη λύση.-
-Για ποιόν; Για μένα; Για σένα; Μα δεν ξέρεις τι είναι καλό για μένα η τουλάχιστον τι θεωρώ εγώ καλό.-
-Δηλαδή μου λες ξεκάθαρα πως δεν θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;-
-Όχι αγάπη μου , δεν εννοώ αυτό. Γιατί τώρα μαλώνουμε;  Απλά δεν θέλω τώρα να παντρευτώ. Ίσως σε ένα δυο χρόνια από σήμερα. Ας το αφήσουμε για την ώρα.-
-Άκουσε Βίκυ. Εγώ θέλω να τακτοποιηθώ , να κάνω παιδιά , με μια γυναίκα που θα αγαπώ και θα με θέλει. Αυτή η γυναίκα είσαι εσύ μωρό μου.-
-Και για μένα δεν υπάρχει άλλος. Ας το ξεχάσουμε για σήμερα. Έλα γλυκέ μου σε παρακαλώ;- του είπε ναζιάρικα εκείνη και τον φίλησε. Εκείνος πέρασε τα χέρια του μέσα στα πλούσια μαύρα μαλλιά της και την έσφιξε δυνατά επάνω του. Τα κορμιά τους έγιναν ένα και ο Γιώργος την έκανε δική του.                                  
                  



Στην Πάτρα εκείνο το βράδυ η Μαριάννα μιλούσε με την Χριστίνα στο  τηλέφωνο.
-Μα σου λέω είναι καταπληκτικός. Νιώθω πολύ όμορφα μαζί του. Με κάνει να αισθάνομαι κάποια.-
-Είσαι κάποια Μαριάννα. Δεν χρειάζεται να στο αποδείξει αυτός ο κύριος Αντωνίου. Για μένα είσαι και θα είσαι πάντα σημαντική γιατί είσαι φίλη μου. Τον αγαπάς;- ρώτησε η Χριστίνα την φίλη της που έδειχνε ευτυχισμένη.
-Με ξέρεις τώρα εμένα. Τον αγαπώ , αλλά όχι και ερωτευμένη. Πάει όμως καλά ως εδώ. Βέβαια είναι λίγο κτητικός και ζηλιάρης. Αυτό όμως δείχνει το ενδιαφέρον του για μένα.-
-Δηλαδή;-
-Να , τον εκνευρίζει που φλερτάρω ασύστολα. Είναι τώρα εμένα να μου πεις να μην κοιτάω άλλους άντρες; Το φαντάζεσαι; Μόνο όταν παντρευτώ θα σοβαρευτώ.-
-Εγώ το φαντάζομαι εκείνος δεν μπορεί. Ας είναι. Θα τα πούμε από κοντά όταν βρεις χρόνο. Καλό βράδυ…….-
-Το άλλο Σάββατο θα μπορέσεις;-
-Για ποιο πράγμα;-
-Να  έρθω να σε πάρω από Πάτρα και να σε φέρω στην Αθήνα. Θέλω να γνωρίσεις καλλίτερα τους γονείς μου. Την μητέρα μου δεν την έχεις δει ποτέ.-
-Δεν το αφήνουμε; Το ξέρεις πως μισώ την Αθήνα και αυτή η πόλη με αρρωσταίνει.-
-Χριστίνα δεν καταλαβαίνω το λόγο που εδώ και δυο χρόνια αναβάλλεις την επίσκεψη σου στο πατρικό μου. Έχεις έρθει αρκετές φορές στην Αθήνα στο δικό μου σπίτι , αλλά ποτέ στο πατρικό μου. Και αφού λες πως μισείς την Αθήνα όσο ο διάολος το λιβάνι τι σε πειράζει να πάμε στους γονείς μου; Έχεις κάτι μαζί τους;-
-Μα όχι. Και βέβαια όχι. Έχω όμως ένα μικρό τρακ για το πώς θα με δουν. Μπορεί να μην τους κάνω. Τι δουλειά έχω εγώ τώρα με την τάξη σας; Θα φαίνομαι σαν την μύγα μες το γάλα. –
-Δηλαδή μας σνομπάρεις επειδή έχουμε λεφτά; Ε! και; Τι σημασία έχουν τα λεφτά; Προσωπικά δεν με ενδιέφεραν ποτέ.-
-Επειδή έτυχε να τα είχες. Θέλω να σου πω ότι οι γονείς σκέφτονται πάντα διαφορετικά από τα παιδιά. Βλέπουν με άλλο μάτι τους φίλους τους και κοιτάνε να προστατέψουν τα παιδιά τους από τους εκμεταλλευτές και τους καιροσκόπους. Η μητέρα σου και ο πατέρας σου είμαι σίγουρη ότι σκέφτονται εμένα σαν μια γυναίκα που σου κάνω την φίλη για να καρπωθώ με αυτό τον τρόπο τις γνωριμίες και τα λεφτά σου. Αν όμως είχα τα ίδια λεφτά με σένα θα με δεχόντουσαν με ανοιχτές αγκάλες. –
-Τώρα είσαι σοβαρή; Μα είναι δυνατόν να σκέφτονται κάτι τέτοιο; Εσύ είσαι ο καλλίτερος άνθρωπος που ήρθε ποτέ στη ζωή μου. Ποτέ σου δεν μου ζήτησες λεφτά , ποτέ σου δεν θέλησες να σου γνωρίσω προσωπικότητες και παραμένεις άνεργη εδώ και δυο μήνες ενώ ξέρεις πως αν μου το ζητούσες θα σου έβρισκα αμέσως δουλειά. Είσαι πάντα στο πλευρό μου και με ανέχεσαι δίνοντας μου μόνο καλές συμβουλές.-
-Ναι αλλά εκείνοι δεν το ξέρουν αυτό.-
-Χέστηκα. Κατάλαβες; ΧΕΣΤΗΚΑ. Δεν ακούω τίποτα. Την άλλη Παρασκευή το βράδυ θα είμαι στην Πάτρα και το Σάββατο το πρωί ανεβαίνουμε Αθήνα. Πάμε στους γονείς μου για φαγητό  και την  Κυριακή μεσημέρι σε φέρνω στο σπιτάκι σου. Αυτό είναι το πρόγραμμα και κανόνισε να το μάθεις απέξω.-
-Μα το Σάββατο δεν ………-
-Είπα τελείωσε. Σε φιλώ.- απάντησε με στόμφο η Μαριάννα και έκλεισε το τηλέφωνο. Η Χριστίνα έμεινε με το ακουστικό στο χέρι. Δεν ήξερε τι να κάνει. Και μόνο που θα πήγαινε για  φαγητό στο μέγαρο των γονιών της την έπιανε ζάλη. Αν και τον πατέρα της τον είχε δει μια φορά  εντούτοις τον φοβόταν. Τον πανίσχυρο Λεωνίδα Αλεξάκη. Αυτόν που είχε παντρευτεί την Τζέσικα και είχαν αποκτήσει την Μαριάννα. Η Χριστίνα είχε καταλάβει πως οι γονείς της φίλης της δεν ήταν σαν τους απλούς καθημερινούς γονείς των πολλών ανθρώπων. Η Μαριάννα της είχε πει πως ουδέποτε ασχολήθηκαν μαζί της. Είχαν πιο ενδιαφέροντα πράγματα να κάνουν. Ο μπαμπάς να διευθύνει τον οίκο και παράλληλα να  γράφει και να εκδίδει τα ποιήματα του. Η μαμά να βγαίνει από το ένα Spa  και να μπαίνει στο άλλο. Να παίζει τένις με την κυρία του τάδε διπλωμάτη και να γευματίζει με τις κυρίες των πολιτικών. Δυο άνθρωποι με την ίδια εγωπαθητική συμπεριφορά που έτυχε να είναι γονείς. Και σε μια τέτοια οικογένεια θα έπρεπε τώρα να μπει και η Χριστίνα. Η Χριστίνα που είχε γονείς μάλαμα. Που την έπαιρναν πέντε φορές τηλέφωνο την ημέρα για να δούνε αν είναι καλά και μια αδερφή που την λάτρευε και είχαν μια ισορροπημένη σχέση. Είχε ζήσει σε ένα σπιτικό που ήταν πεντακάθαρο , με όλες τις οικογενειακές αξίες. Πάνω απ’ όλα όμως είχε βιώσει την ανιδιοτελή μεγάλη αγάπη. Τα χάδια , τις αγκαλιές και τα φιλιά που έπαιρνε από τους γονείς της. Εκείνο που θυμόταν έντονα ήταν η μυρωδιά της μαμάς. Αυτή η απαλή γλυκιά μυρωδιά που ανέδυε το σώμα της μάνας. Κάτι ανάμεσα σε βανίλια και κανέλα. Θυμόταν τις ατέλειωτες ώρες που καθόντουσαν μπροστά στο τζάκι τους χειμώνες και  έψηναν κάστανα. Και εκεί η μαμά τους έλεγε παραμύθια. Ιστορίες για ξωτικά και μάγους. Για φτωχούς ξυλοκόπους  που ερωτεύθηκαν πριγκηπέσες. Για τραπεζάκια μαγικά που όταν χτυπούσες τα χέρια σου , γέμιζαν με φαγητά , γλυκά και κρασιά μελιστάλαχτα. Ναι σκεφτόταν η Χριστίνα. Ήταν τόσο ωραία τα παιδικά της χρόνια. Γεμάτα από θεϊκή αγάπη , μυρωδιές παραμύθια , γέλια και αστεία. Και ο πατέρας πάντα με τον καλό του λόγο. Φτωχός ναύτης σε ξένα καράβια. Όταν ερχόταν μετά από κάθε του ταξίδι μοσχοβολούσε αλμύρα και καπνό πίπας. Πετρέλαιο και λάδι. Την κρατούσε στα χέρια του. Εκείνα τα τραχιά γεμάτα ρόζους χέρια. Τα πονεμένα , σφυριλατημένα στο αμόνι της ζωής. Ο γλυκός πατέρας. Για αυτό και εκείνη μετά το σχολείο μπήκε αμέσως στη δουλειά. Ήθελε να τους βοηθήσει. Δεν ήταν καλή στα γράμματα. Έτσι σπούδασε η αδερφή της και εκείνη βοηθούσε στα οικονομικά του σπιτιού. Και με τις οικονομίες της μητέρας , αγόρασαν ένα οικόπεδο έξω από την πόλη. Εκεί έχτισαν δυο καμαρούλες και άφησαν το πατρικό στην Χριστίνα. Δίκαια πράγματα έλεγε ο πατέρας. Η μια σπούδασε και η άλλη θα πάρει το σπίτι. Έτσι είχαν μοιράσει όλα τους τα υπάρχοντα στις δυο κόρες.
-Ο μπαμπάς και η μαμά-  είπε η Χριστίνα και  προσπάθησε να ξεχάσει το επόμενο Σάββατο που θα πήγαινε στους Αλεξάκηδες. Αλλά εκείνο ήρθε και πολύ γρήγορα μάλιστα.
Όταν η Μαριάννα έσβησε την μηχανή στο γκαράζ του σπιτιού η Χριστίνα έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Τα μάτια της κοιτούσαν ένα κτιριακό συγκρότημα που θα πρέπει να είχε γύρω στα δεκαπέντε δωμάτια. Κατ’ αρχήν   περιβαλλόταν από ένα πολύ μεγάλο κήπο. Περιποιημένο  με δέντρα  και λουλούδια και μια τεράστια πισίνα  στο κέντρο. Η Μαριάννα της είχε πει πως υπήρχε και μια άλλη εσωτερική θερμαινόμενη. Μπαίνοντας στο κυρίως σπίτι τους άνοιξε μια λεπτή γυναίκα που η Μαριάννα την προσφώνησε Στέλλα. Μάλλον θα ήταν η οικιακή βοηθός σκέφτηκε η Χριστίνα. Η Μαριάννα με την άνεση του οικοδεσπότη προχωρούσε γοργά , ενώ η Χριστίνα με μικρά αργά  βήματα  ακολουθούσε φοβούμενη μήπως και χαθεί σε αυτό το δαιδαλώδες σπίτι. Παντού υπήρχε χλιδή , όμορφα μπιμπελό , πίνακες , λουλούδια. Δε μπορούσε ποτέ της να φανταστεί τέτοιο αχαλίνωτο πλούτο. Τα χαλιά που κοσμούσαν τα ξύλινα δάπεδα είχαν αλλοπρόσαλλους σχεδιασμούς και χρώματα. Φοβόταν πως θα τα λερώσει με τα φτηνά αθλητικά της μποτάκια , έτσι που πατούσε επάνω τους , η ότι θα την δάγκωναν αν δεν τους φερόταν με υποταγή και ευλάβεια. Όλες αυτές τις σκέψεις διέκοψε η φωνή της Μαριάννας. Είχαν φτάσει σε ένα τεράστιο δωμάτιο  που διέθετε ένα μεγάλο τζάκι  χτισμένο με πράσινη γυαλιστερή πέτρα.
-Λοιπόν να η φίλη μου η Χριστίνα που σας έλεγα καιρό τώρα. Την έπεισα να έρθει να σας γνωρίσει.-  Δυο φιγούρες ντυμένες άψογα σηκώθηκαν από έναν πελώριο καναπέ που βρισκόταν κοντά στο τζάκι για να την χαιρετήσουν. Ο Λεωνίδας ήρθε πρώτος και χαιρέτησε εγκάρδια την Χριστίνα.
-Πως είσαι; Εμείς έχουμε γνωριστεί από παλιά. Χαίρομαι όμως που ήρθες και στο σπίτι μου. Η Μαριάννα ποτέ της δε μας έφερε μια φίλη εδώ. Θα το θεωρήσω λοιπόν καλό οιωνό.-
-Έλα τώρα μπαμπά μην της λες τέτοια γιατί θα το πάρει επάνω της.-
-Αυτό δεν το ξέρεις αγάπη μου. Πως είσαι Χριστίνα. Χαίρομαι που σε γνωρίζω επιτέλους. Θα πρέπει να έχεις κάνει μεγάλη εντύπωση στην κόρη μου για να σε φέρει  στο σπίτι. Ποτέ της δεν είχε φίλες και πάντα της το έλεγα να μην μένει κλειστή στον εαυτό της.- πήρε τον λόγο η Τζέσικα Αλεξάκη. Κοίταξε την Χριστίνα από την κορφή ως τα νύχια και κατέληξε στα αθλητικά της παπούτσια. Μετά έφτιαξε λίγο το ρολόι της και της χαμογέλασε πλατιά. Η Χριστίνα ένιωσε να την πιάνει ζαλάδα. Δεν το έδειξε όμως και της είπε.
-Κυρία Αλεξάκη μεγάλη μου τιμή. Νομίζω πως οι φωτογραφίες σας στις κοσμικές στήλες των περιοδικών σας αδικούν. Από κοντά δείχνεται τριάντα χρονών και πολύ , πολύ πιο όμορφη.- και αυτό ήταν το αδύνατο σημείο της μαμάς Αλεξάκη. Η Χριστίνα που μπορούσε να διαβάσει τις ανθρώπινες ψυχές δεν έπεσε έξω. Η Τζέσικα ήταν ένα φιλάρεσκο εγωκεντρικό  πλάσμα. Μόνο έτσι η Χριστίνα θα την έκανε να την συμπαθήσει. Όχι πως είχε ανάγκη την συμπάθεια της Τζέσικας. Από σεβασμό και μόνο θα ήθελε όλα να κυλίσουν ομαλά.
-Θα πάρεις ένα ποτό Χριστίνα; - ρώτησε ο Λεωνίδας.
-Ένα ουίσκι με πάγο θα ήταν αρκετό. Σας ευχαριστώ.- του απάντησε εκείνη.
-Στέλλα;-
-Μάλιστα κύριε.-
-Ένα ουίσκι με πάγο και από μια βότκα για μένα και την κυρία σου. Εσύ Μαριάννα τι θα πιεις;-
-Ένα ποτήρι κόκκινο κρασί Στέλλα.-
-Πολύ ωραία. Και Στέλλα;-
-Ναι κύριε.-
-Πες να ετοιμάσουν και το τραπέζι. Θα περάσουμε σε λίγο σε αυτό.-
-Μα και βέβαια κύριε.- απάντησε εκείνη και έφυγε αθόρυβα. Η Χριστίνα προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία της. Η όλη εικόνα με την Στέλλα της ήταν τελείως άγνωστη. Μόνο σε ταινίες είχε δει πως κυλούσε η ζωή των πλουσίων. Τέτοια τυπικότητα την άφηνε παντελώς αδιάφορη. Έπρεπε να κάνει υπομονή. Ήπιε λοιπόν το ποτό της συζητώντας διάφορα θέματα με τους γονείς της Μαριάννας και ευχόταν να μην κάνει καμιά γκάφα στο τραπέζι. Η Μαριάννα καθόταν δίπλα της και την κοιτούσε πονηρά στα μάτια. Μετά το ποτό πέρασαν στο τραπέζι. Ένα μεγάλο απόμακρο και παγωμένο έπιπλο από μαύρο ξύλο. Κάθισε  σε μια καρέκλα και κοίταξε τα εδέσματα. Ήταν σίγουρη πως δεν τα γνώριζε. Τι να έτρωγε από αυτά;
-Η μαμά έχει τρέλα με την Γαλλική κουζίνα. Την βρίσκει τρέντι. Έτσι μας υποχρεώνει όλους να την ακολουθήσουμε. Εμένα δεν μου αρέσει. Έχω χρόνια να φάω σπίτι μου. Κάνε υπομονή. Σε λίγο όλα θα τελειώσουν.- της είπε ψιθυριστά η Μαριάννα που καθόταν  απέναντι της.
-Γιατί έχει τόσα πιρούνια και κουτάλια;- την ρώτησε η Χριστίνα.
-Δεν την ξέρεις την  τρέλα των λεφτάδων; Νομίζουν πως  βρίσκονται στα ανάκτορα του Μπάκινχαμ. Δεν υπάρχει ένα φαγητό , αλλά πολλά πιάτα και στο τέλος έρχεται το επιδόρπιο. Ξεκίνα από αυτό που είναι στην αρχή και μετά θα προχωράς. Καημένη σε λυπάμαι που με ανέχεσαι με όλα αυτά που σου κάνω.-
-Δε λες τίποτα. Μη νομίζεις πως δε θα το πληρώσεις το σημερινό. Θα σε φτιάξω εγώ.- είπε και χαμογέλασε η Χριστίνα.
Και η διαδικασία του φαγητού ξεκίνησε με την Χριστίνα να έχει τρελαθεί από το άγχος του να τα κάνει όλα σωστά και την Μαριάννα να απολαμβάνει και να χαμογελά κρυφά με την αμάθεια της. Ήταν οι χειρότερες στιγμές της. Η μαμά Αλεξάκη κομψή μέσα στην τουαλέτα της και ο Λεωνίδας άψογος με το μαύρο του κοστούμι. Και ανάμεσα τους η Χριστίνα φορώντας ξεβαμμένο τζιν ,μαύρη μπλούζα και αθλητικά παπούτσια. Τι δουλειά τώρα είχε αυτή εκεί μέσα; Ήταν μια παραφωνία στο σύνολο. Μια ξένη που την είχαν μπάσει σε ένα  πύργο χωρίς να γνωρίζει το παραμικρό για αυτό. Ονειρεύτηκε πως ήταν στους δικούς της γονείς. Πως ήταν Πάσχα και έτρωγαν το κοκορέτσι μαζί με το τζατζίκι. Την μαγειρίτσα με το μαρούλι και έπιναν κρασί. Τώρα εκείνη έτρωγε κάτι που έμοιαζε με κρέας και είχε δαμάσκηνα. Έπινε σαμπάνια την οποία σιχαινόταν από ανέκαθεν  και για το θεό δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί το χαβιάρι ήταν τόσο αγαπητό σε κάποιους. Ήταν απαίσιο και παραλίγο να το έφτυνε. Ήπιε όμως γρήγορα λίγη σαμπάνια και  το κατέβασε στο στομάχι της. Της ήρθε να κάνει εμετό. Κρατήθηκε όμως. Έπρεπε από εκείνη την δοκιμασία να έβγαινε  νικήτρια. Και τα κατάφερε.
Δυο ώρες μετά βρισκόταν στη μηχανή της φίλης της  και πήγαιναν προς το διαμέρισμα της.
-Τα έπαιξες εκεί μέσα έτσι δεν είναι;- την ρώτησε γελώντας η Μαριάννα όταν επιτέλους έφτασαν σπίτι της και κάθισαν στο σαλόνι.
-Λιγάκι αλλά τα έβγαλα πέρα.-
-Σε έχω ικανή για όλα. Για να ξέρεις πάντως την έχουν πατήσει αρκετοί εκεί μέσα. Εννοώ οι γκόμενοι μου. Ο μπαμπάς είναι πάντα πολύ σοβαρός και η μαμά εντελώς στην κοσμάρα της. Σε παρακολουθούσα που είχες πετρώσει από την τρομάρα σου και ειλικρινά δεν ξέρεις πόσο γέλασα από μέσα μου. Καημενούλα μου.- συνέχισε χαριτολογώντας. Η Χριστίνα δεν της απάντησε. Κοιτούσε απλά το ταβάνι. Η γνωριμία με τους Αλεξάκηδες δεν ήταν το ωραιότερο που θα μπορούσε να συμβεί σε έναν άνθρωπο. Αυτοί οι δυο δεν μπορούσαν να το παίξουν γονείς. Ήταν εντελώς ξένοι με το αντικείμενο. Η Χριστίνα  είχε λυπηθεί εκείνο το βράδυ την φίλη της. Όμως εκείνη την ώρα το μόνο που βρήκε να της πει ήταν:
-Αν δεν σε πειράζει θα ήθελα να παραγγείλεις μερικά σουβλάκια και μια σαλάτα χωριάτικη με πολύ λάδι. Α!     Και μερικά κουτάκια κόκα κόλα θα ήταν παράδεισος.- Από την μεριά της  Μαριάννας ακούστηκε ένα τρανταχτό γέλιο που κράτησε αρκετά. Όταν πήρε μια ανάσα της είπε.
-Σε καταλαβαίνω. Τι να φας τώρα από συκώτι πνιγμένο στο αίμα του , μοσχάρι η και εγώ δεν ξέρω τι άλλο μαγειρεμένο με ανανά και διάφορα άλλα φρούτα η καρπούς και χαβιάρι μαύρο η κόκκινο , δεν έχει καμιά σημασία. Σε έβλεπα που προσπαθούσες να φας ,αλλά σου ήταν αδύνατο από την στιγμή που ήταν όλα άγνωστα γευστικά για σένα. Αλλά και εγώ που έζησα σε αυτό το σπίτι , ποτέ μου δεν μπόρεσα να προσαρμοστώ. Εγώ λέω να πάρουμε και μια μερίδα κοκορέτσι. Και καμιά μπίρα. Τι λες;-
-Ότι είσαι ο καλός μου άγγελος.- απάντησε η Χριστίνα και γέλασαν  μαζί για αρκετά λεπτά.  Όταν λίγο αργότερα ήρθαν τα  εδέσματα και οι δυο γυναίκες έφαγαν με αρκετή όρεξη η ώρα είχε πάει λίγο μετά τις δώδεκα το βράδυ. Ξάπλωσαν στον καναπέ  και άφησαν να παίζει το cd με κλασική μουσική από τον Μπετόβεν.
-Και με τον Αλέξη τέλος; Κρίμα και μου άρεσε πολύ. Τι στο καλό σου έκανε ο άνθρωπος και τον έδιωξες;-
-Μα δεν τον έδιωξα. Είμαστε φίλοι. Απλά δεν μπορώ να τον δω ερωτικά. Μου πέρασε ο ενθουσιασμός. Πώς να στο δώσω να το καταλάβεις; Εγώ δεν είμαι σαν και εσένα με τον Σταύρο που είσαστε ερωτευμένοι. Δεν μπορώ να είμαι έτσι. Δεν μου  βγαίνει. Δεν έχω νιώσει έρωτα για κανέναν. Ενθουσιάζομαι , περνάω καλά μαζί τους και μετά από ένα διάστημα τους βαριέμαι. Δεν ξέρω τι με πιάνει. Τους βαριέμαι τρελά. Αφού να φανταστείς τώρα στα τελειώματα με τον Αλέξη και μόνο που τον έβλεπα να κάθετε στον καναπέ του σπιτιού μου , ήθελα να τον σκοτώσω.-
-Δεν πας καλά. Το ξέρεις αυτό; Δεν πας καθόλου καλά.-
-Το ξέρω πως κάτι δεν είναι φυσιολογικό επάνω μου , αλλά και τι μπορώ να κάνω; Δεν το κάνω επίτηδες. Αφού δεν τους ανέχομαι άλλο γιατί να είμαι μαζί τους; Να τους λέω ψέματα και να κάνουμε έρωτα από συνήθεια; Αν νομίζεις πως αυτό είναι το σωστό να το εφαρμόσω.-
-Όχι ούτε αυτό είναι καλό , απλά βρε κορίτσι μου κοίταξε μέσα σου και δες τι μπορεί να φταίει. –
-Α! Αγαπούλα μου δεν έχω χρόνο να σκεφτώ τέτοια πράγματα. Δεν προλαβαίνω. Άλλωστε τώρα έχω καινούργιο αμόρε. Θέλεις να το δεις; Τον έχω βγάλει φωτογραφία με το κινητό.-
-Δεν καίγομαι. Ξέρεις προτιμούσα τον Αλέξη. Ήταν καλός. Τον είχα γνωρίσει…..-
-Καλά , καλά , ηρέμισε με τον Αλέξη. Κοίτα  αυτός είναι ο Βασίλης. – της είπε γρήγορα και έβαλε μπροστά στα μάτια της το  πρόσωπο του. Η Χριστίνα δεν ενθουσιάστηκε. Για την ακρίβεια δεν της γέμισε το μάτι αυτός ο κύριος   Αντωνίου. Δεν είπε όμως τίποτα στην φίλη της. Την ενδιέφερε να περνά καλά. Να είναι ευτυχισμένη. Μπορούσε να ελπίζει πως κάποια στιγμή εκείνη θα έβρισκε τον έρωτα της ζωής της και θα παντρευόταν. Έτσι θα ησύχαζε και η Χριστίνα  από το βάρος της ευθύνης. Γιατί έτσι το έβλεπε. Αισθανόταν υπεύθυνη για την μικρή της φίλη και αυτό της δημιουργούσε άγχος. Το μόνο που ευχήθηκε ήταν αυτή η καινούργια γνωριμία να της έβγαινε σε καλό. Έτσι είπε.
-Είναι λοιπόν όμορφος , γλυκός και ζηλιάρης. Σε αγαπά και εσύ τον λατρεύεις. Θα φάμε κουφέτα δηλαδή;-
Η Μαριάννα την κοίταξε σοβαρά και έκανε έναν μορφασμό που της δημιούργησε δυο λακκάκια στα κόκκινα από την έξαψη μάγουλα της.
-Χριστίνα παίξε ξανά την κασέτα και σταμάτα εκεί που λες για γάμο. Μη τρελαθούμε κιόλας.- της απάντησε και την κοίταξε βαθιά στα μάτια. Μια χρυσή ανταύγεια εμφανίστηκε μέσα στις κόρες των ματιών της. Η Χριστίνα για λίγο χάζεψε. Πολλές φορές είχε αναρωτηθεί μήπως και η Μαριάννα δεν ήταν του κόσμου τούτου. Τα μάτια της άλλαζαν συχνά χρωματισμούς και εκείνη ένιωθε πως την μάγευαν. Όμως ποτέ δεν αισθάνθηκε φόβο. Τα μάτια αυτά ήταν ήρεμα , καθάρια , αινιγματικά , αλλά ποτέ δεν φανέρωναν κακία.
-Καλά λοιπόν δεν λέω τίποτα. Εύχομαι να ερωτευθείς  και να παντρευτείς το γρηγορότερο , γιατί δεν σε μπορώ άλλο.- μπόρεσε να τραυλίσει η Χριστίνα όταν ξέφυγε από την ματιά της φίλης της.
-Δηλαδή μου λες ξεκάθαρα πως θέλεις να με ξεφορτωθείς; Μωρέ μπράβο φίλη να σου πετύχει! Βρε κάθαρμα αφού έβγαλες καθαρό τον πρώτο μήνα  της γνωριμίας μας δεν έχεις φόβο. Τώρα που κλείσαμε τα δυο χρόνια μπορείς να πάρεις επάξια το Όσκαρ υπομονής.- της απάντησε εκείνη και γέλασε δυνατά. Η Χριστίνα κοίταξε ξανά το ταβάνι. Η σκέψη της φτερούγησε σε εκείνη την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους , στο γραφείο του Ανέστη. Της φαινόταν σαν να ήταν εχθές. Αλλά είχαν περάσει δυο χρόνια. Σαν όνειρο της φαινόταν. Δυο χρόνια φιλίας με την Μαριάννα. Ήταν τα πιο δύσκολα χρόνια που είχε περάσει ποτέ της. Δυο χρόνια που προσπαθούσε να ξετυλίξει το κουβάρι του εσωτερικού της κόσμου και τελικά δεν είχε καταφέρει να κάνει το παραμικρό. Η Μαριάννα ήταν ολόκληρη ένα άλυτο μυστήριο.              

     


Αυτό είναι ένα βιβλίο που μιλά για την φιλία. Για το πώς ορισμένοι άνθρωποι έρχονται κοντά και προσπαθούν μαζί  να κάνουν την ζωή τους μοναδική.   Για αυτό και το βιβλίο  αυτό αφιερώνεται ειδικά   στις τέσσερις  ξεχωριστές φίλες  που είναι κοντά μου πολλά χρόνια και με στηρίζουν , όπως και εγώ. Παλέψαμε πολύ για να εδραιώσουμε αυτή τη φιλία. Χωρίς την αγάπη σας δεν θα μπορούσα να γράψω. Ετούτο το βιβλίο είναι το πρώτο που έγραψα και το αγαπώ όσο και εσείς. Για αυτό και σας ανήκει. Είναι δικό σας βιβλίο.  

Στις: Αγγελική, Έφη, Έλλη, Νατάσα.

Στην Χρύσα που αν δεν ήταν εκεί να με καθοδηγήσει δεν θα είχα ξεκινήσει το ταξίδι.
Σε ευχαριστώ για ότι μου έμαθες.  Στον αδερφό μου Γιώργο και στην γυναίκα του Άντζελα που είναι στο πλευρό μου.
Στους γονείς μου και στον Θεό που με  προστατεύει.    
Στους φίλους και φίλες που είναι δίπλα μου: Λάμπρο και Ευγενία Μάθεση, Κώστα Μιχαλάκη, Αντρέα Αυγέρη, Πάνο Παπασωτηρίου, Ρούλα Σοφρά, Παναγιώτη Βελτανισιάν,  Μαρία και  Νίκο Τσίτσο. Φωτεινή και Νίκο Λαυράνο, Σύλβια και Κώστα Γάσπαρη, Στέλλα και Σωτήρη Καρνέση, Στεργιάννα Γιαφεντή και σε όλους όσους ξέχασα. Τα ξαδέρφια μου: Γεωργία και Κωνσταντίνα Φήμη, Τάσο και Λούντα Καραντή, Αποστόλη Αθανασίου, Άντα.   
Στην Αθηνά Γραμματικού που οι συμβουλές της ήταν πολύτιμες, και στον αγαπημένο μου φίλο Δημήτρη Χαρίτο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι από το ομώνυμο ποίημα της Άντζελας Σκοπελίτη Κοφινά.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Θα ήθελα μια κοινωνία που θα έχει μια γραμμή – οριζόντια – για όλα τα παιδιά που γεννιούνται. Να είναι όλα ίσα στην εκκίνηση. Όταν μου λένε αν είμαι αριστερός, αυτό τους απαντώ.
Θάνος Μικρούτσικος

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.

ΤΥΧΑΙΑ TAGS