98 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
22.10.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Ο χρόνος της φθοράς | Μέρος 5ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά


Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Χριστίνα. Μια γυναίκα λίγο μετά τα τριάντα που θεωρεί την έννοια της φιλίας το μεγαλύτερο αγαθό. Έχει καταφέρει να έχει κοντά της τρεις αγαπημένες φίλες και έναν αδερφικό φίλο που είναι πάντα στο πλευρό της.
Τη Μαρία , την Βίκυ , την Ελένη και τον Ανέστη. Όταν όμως γνωρίζεται με την Μαριάννα Αλεξάκη η ισορροπία στη ζωή της χάνεται. Εκείνη είναι ένα παιδί 23 χρόνων που δουλεύει στον εκδοτικό οίκο του πατέρα της. Έχει θέσει πολύ ψηλούς στόχους για να γίνει συγγραφέας  και θέλει να κάνει μεγάλη καριέρα σε αυτό. Η Μαριάννα σε αντίθεση με την Χριστίνα δεν εμπιστεύεται κανέναν , δεν κάνει φιλίες , φοβάται την μοναξιά  και προσπαθεί να κάνει τους γονείς της να την προσέξουν.
Οι δυο γυναίκες δένονται με μια φιλία και μια δυνατή αγάπη από την αρχή της γνωριμίας τους. Όμως η Μαριάννα απασχολημένη με το κτίσιμο της καριέρας της, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα υψηλά στάνταρ της Χριστίνας για τη φιλία.
Δυο διαφορετικές γυναίκες και δυο ξεχωριστές πορείες. Ένας κύκλος φιλίας  που ξεκινά με τη γνωριμία των δύο γυναικών , συνεχίζεται με τα ψυχικά προβλήματα της Μαριάννας , για να καταλήξει στο φευγιό της Χριστίνας και την τελική τους επανασύνδεση.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
    
-Αγάπη μου να σερβίρω το φαγητό;  Τελείωσες με το μπάνιο σου;- ακούστηκε η φωνή του Νίκου.
-Ναι είμαι έτοιμη.- του απάντησε η Μαρία και ήρθε κοντά του. Τον φίλησε  και εκείνος πέρασε τα χέρια του μέσα από το μπουρνούζι της. Ψηλάφισε το κορμί της και έφτασε στο στήθος της.
-Μη σταματάς καρδιά μου. Μη σταματάς.- τον παρακάλεσε η Μαρία.
-Θα κρυώσει το φαγητό , μωρό μου.- της απάντησε εκείνος και την φίλησε στο στόμα. Της έβγαλε το μπουρνούζι και τα κορμιά τους ενώθηκαν. Δεν υπήρχε περίπτωση να πάνε στο κρεβάτι. Το χαλί της κουζίνας ήταν η καλλίτερη δυνατή λύση. Η Μαρία δεν μπορούσε να περιμένει. Πήρε στα χέρια της το σκληρό του όργανο και το έσπρωξε μέσα της. Ο Νίκος άρχισε με απαλές κινήσεις να πηγαινοέρχεται και λίγο αργότερα τελείωσαν μαζί μέσα σε αναστεναγμούς. Ξάπλωσαν για δευτερόλεπτα και έμειναν αγκαλιασμένοι επάνω στο χαλί. Η  Μαρία είχε ιδρώσει από την ένταση της ερωτικής πράξης και λαχανιασμένη ανέπνεε αργά. Ο Νίκος ήταν το άλλο της μισό. Λειτουργούσαν και οι δυο τους σαν ένας άνθρωπος. Η σχέση τους ήταν η ιδανική. Και αυτός ήταν ο λόγος που πολλές φορές η Μαρία φοβόταν το μέλλον. Την είχε αγχώσει η ιδέα πως όλα αυτά που ζούσε ήταν απλά ένα όνειρο και κάποια στιγμή θα έπρεπε να ξυπνήσει. Και δεν το ήθελε με τίποτα αυτό. Είχαν περάσει αρκετά χρόνια μετά από την τελευταία της αποτυχημένη σχέση που δεν περίμενε πως θα έβρισκε κάποιον για να αγαπήσει. Ο Νίκος ήρθε ξαφνικά και ήταν ότι καλλίτερο της είχε συμβεί. Μακάρι να κρατούσε για πάντα σκεφτόταν. Αλλά ήταν η ώρα του φαγητού και έπρεπε να φάνε. Για αυτό και τον ρώτησε.
-Τι καλό μου έχεις ετοιμάσει σήμερα αγάπη μου , πέρα από αυτό που έφαγα μόλις τώρα; -  είπε γελώντας.
-Έφτιαξα σουφλέ που λατρεύεις , σαλάτα αλά Νίκ και για επιδόρπιο μους σοκολάτα. Τι λες σου άνοιξα την όρεξη;-
-Νομίζω πως η όρεξη μου τα τελευταία χρόνια είναι πολύ καλή. Θα με κακομάθεις- του απάντησε και γέλασαν ακόμα ξαπλωμένοι στο χαλί. Η Μαρία και ο Νίκος ζούσαν μαζί τον τελευταίο μήνα. Έμεναν στο σπίτι της. Η Μαρία μπορεί να έδειχνε γυναίκα χαμηλών τόνων και σεμνή , αλλά στην πραγματικότητα είχε μια δική της τρέλα και ανεξαρτησία. Για αυτό και δεν δίστασε να προτείνει συγκατοίκηση με τον Νίκο. Εκείνος άφησε το σπίτι του και το νοίκιασε σε ένα νιόπαντρο ζευγάρι και έδεσε την ζωή του με την γυναίκα της ζωής του όπως συχνά έλεγε. Η απόφαση τους αυτή ήταν παρμένη με σύνεση μιας και ο δεσμός τους είχε δοκιμαστεί για δυο χρόνια σχεδόν. Η Χριστίνα το δέχτηκε από την αρχή και επιβράβευσε την τόλμη της με ένα θαυμάσιο γεύμα στο σπίτι της. Η Βίκυ δεν το είδε με καλό μάτι. Ήταν πολύ τυπική για κάτι τόσο φιλελεύθερο , αλλά  στην συνέχεια υποχώρησε. Η Χριστίνα έστρωνε το τραπέζι όταν η Μαρία και η Βίκυ έπιναν ένα ποτήρι κρασί στο καθιστικό.
-Εγώ πάντως δεν σκέφτομαι να συζήσω με τον Γιώργο. Περνάμε υπέροχα έτσι. Θα ήταν καλλίτερα να παντρευτούμε. Η οικογένεια μου θα το έβλεπε άσχημο να ζήσουμε έτσι σε ένα σπίτι.-
-Δεν περίμενα κάτι άλλο από εσένα μωρό μου. Δεν βρίσκω άσχημη την ιδέα να ζήσεις με κάποιον ένα διάστημα πριν κάνεις το μεγάλο βήμα του γάμου. Ποτέ δεν ξέρεις. Έξω από το σπίτι όλοι καλοί δείχνουν. Μέσα όμως στον γάμο πολλά μπορεί να βγουν στην επιφάνεια. Είναι πιο σωστό να δοκιμάζεις το κρασί πριν το καταπιείς. Αλλά εσύ είσαι τόσο κολλημένη που δεν θα το κάνεις ποτέ σου.- της απάντησε η Χριστίνα και γέλασε.
-Ναι καλά. Γιατί είμαι κολλημένη Χριστίνα μου; Επειδή σκέφτομαι πιο συνετά; Δεν μ’ αρέσει να με συζητάνε. Αυτό είναι όλο. Και δεν το λέω αυτό για την Μαρία. Απλά εγώ έτσι είμαι.-
-Βίκυ μου εσύ πάντα σκεφτόσουν τον κόσμο. Αυτό θα σε φάει να μου το θυμηθείς. Όπως και αν έχει το τραπέζι είναι έτοιμο. Μπορείτε να έρθετε κυρίες μου.-
-Πότε θα σταματήσετε εσείς οι δυο; Τόσα χρόνια έχω βαρεθεί να σας ακούω. Χριστίνα ο καθένας αποφασίζει για την ζωή του μόνος. Ούτε εσύ με τον Σταύρο έχετε μείνει μαζί  όλα αυτά τα χρόνια. Ελάτε ας γεμίσουμε τα ποτήρια μας και ας πιούμε στην υγειά μας. Καλά τα καταφέραμε ως εδώ.- είπε η Μαρία. Οι τρεις φίλες ήπιαν από μια γουλιά και ξεκίνησαν να τρώνε. Έλειπε βέβαια  από την συντροφιά ακόμα μια κυρία. Η Μισέλ  ήταν κλειδωμένη στην σοφίτα του σπιτιού. Δυστυχώς για την Χριστίνα η  Μαρία με την Βίκυ σιχαινόντουσαν τα ζώα. Τα αγαπούσαν , δεν τα πείραζαν , αλλά δεν μπορούσαν να βρίσκονται στον ίδιο χώρο με αυτά. Ήταν το τίμημα της φιλίας που έπρεπε να πληρώνει μια ζωή η καημένη η Χριστίνα. Απλά το ανεχόταν γιατί αγαπούσε τις φίλες της. Βέβαια όλη την ώρα σκεφτόταν πως όταν τα κορίτσια θα έφευγαν , θα έτρεχε να πάρει στην αγκαλιά της το ζώο. Ήταν το λατρευτό κοριτσάκι της. Έτσι την έβλεπε την γάτα. Πότε θα έφευγαν; Σκεφτόταν την ώρα που μάζεψε τα πιάτα όταν η φωνή της Μαρίας την προσγείωσε απότομα.
-Με την Αλεξάκη πως τα πάτε; Πάλι σκοτωμένες είστε; Σε ρωτάω γιατί θα το θεωρούσα απίστευτο να είστε μέσα στις γλύκες.- Η Χριστίνα προς στιγμή δεν απάντησε. Απλώς κοίταξε την φίλη της.
-Α! τόσο καλά. Είπα και  εγώ;-
-Ξέρεις να με πειράζεις. Σε αυτό σου βγάζω το καπέλο. Τι να σου πω. Τον τελευταίο μήνα μιλήσαμε μόνο τρεις τέσσερις φορές; Πάνω κάτω και αυτές ήταν ότι χειρότερο. Ξέρεις τώρα την Μαριάννα. Πολύ δουλειά , πολύ δουλειά και πολλά νεύρα. Δεν έχει χρόνο για τίποτα. Κάνω υπομονή αυτό είναι όλο.-
-Μα ήδη έχεις κάνει το ακατόρθωτο. Είσαι ακόμα φίλη της. Απορώ πως την αντέχεις. Απορώ πραγματικά πως ένας άνθρωπος  όπως εσύ , που η φιλία γεμίζει το είναι σου και αναζητάς την συντροφιά , αντέχεις αυτή την απόσταση την οποία επέβαλε εκείνη από την πρώτη στιγμή. Σιγά μη δε βρίσκει χρόνο για να σηκώσει το ακουστικό του τηλεφώνου. Αν στο έκανα εγώ  αυτό  , η Ελένη και η Βίκυ θα μας είχες σκυλοβρίσει και θα έφευγες.- απάντησε θυμωμένη η Μαρία.
-Μαρία μου δίκιο έχεις. Το ήξερα όμως από την αρχή πως αυτή η κοπέλα διαφέρει από εμάς. Εσύ δουλεύεις στο δημόσιο , η Βίκυ στο σπίτι της και η Ελένη στο κολέγιο. Αυτές είναι δουλειές με στάνταρ ωράριο. Πας στις οχτώ , φεύγεις στις τρεις. Το να δουλεύει κανείς σε έναν από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους που μάλιστα ανήκει και στον πατέρα της , θα πρέπει να δουλεύει σε σχέση με τους απλούς υπαλλήλους διπλάσιες ώρες. Θέλει να δείξει την αξία της. Ακόμα χτίζει καριέρα.-
-Χτίζει την καριέρα της και γκρεμίζει την φιλία της. Όλα σε αυτή τη ζωή είναι θέμα προτεραιοτήτων. – πετάχτηκε η Βίκυ. Η Χριστίνα την κοίταξε .
-Αν σταθεροποιηθεί σίγουρα θα έχει χρόνο για να τον διαθέσει όπου εκείνη θέλει. Αντέχω ακόμα γιατί καταλαβαίνω και αφουγκράζομαι τις προσπάθειες της για αναγνώριση. Γιατί είμαι το στήριγμα της και γιατί σε τελική ανάλυση είμαι η μοναδική της φίλη και δεν θα ήθελα να την αφήσω.-
-Κανένας δεν σου είπε να παραδόσεις τα όπλα. Απλά ανησυχούμε , γιατί δεν θέλουμε να πληγώνεσαι. Γέρασες και ακόμα δεν έμαθες να κρατάς κάτι και για τον εαυτό σου.- έτσι δεν είναι Βίκυ;- είπε η Μαρία.
-Ναι έτσι είναι. Εσύ όμως ξέρεις καλλίτερα. Εκτός και αν είναι άλλη η αιτία.-
-Δηλαδή; Δε σε καταλαβαίνω.-
-Σε ξέρω χιλιάδες χρόνια πριν. Πάντα σου άρεσαν τα μυστήρια και τα ανεξήγητα φαινόμενα. Τι μυστήριο καλύπτει η Μαριάννα που σε  διαολίζει τόσο ώστε να μένεις φίλη της; Τι έχεις δει Χριστίνα που εμείς ακόμα δεν το έχουμε ανακαλύψει;- την ρώτησε σοβαρά η Βίκυ και η Μαρία ήπιε το υπόλοιπο κρασί της.
Η Χριστίνα άναψε τσιγάρο τράβηξε μια γερή δόση από καπνό  και κατέβασε μονορούφι το κρασί στο ποτήρι της.  
-Κάτι συμβαίνει με αυτό το κορίτσι. Κάτι που έχει να κάνει με την ψυχοσύνθεση της.-
-Αηδίες. Είναι απλά το πιο εγωιστικό και ψυχρό άτομο επάνω στον πλανήτη.- πετάχτηκε νευριασμένη η Μαρία.
-Όχι Μαράκι μου. Δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται. Από την αρχή σχεδόν της γνωριμίας μας κάτι με ξένιζε επάνω της. Πώς να σας το δώσω να το καταλάβετε. Άλλη ήταν και άλλο έδειχνε. Οι κινήσεις της  διακατέχονται από άγχος  και τα λόγια της άλλα λένε και άλλα εννοούν στην πράξη. Εκνευρίζεται εύκολα και το πιο σημαντικό είναι πως έχεις πολλές ψυχικές μεταπτώσεις. Εκεί που είναι στα σύννεφα , αμέσως χώνεται στην κόλαση και αλλάζει η συμπεριφορά της.-
-Εντάξει παίρνω πίσω το εγωιστικό άτομο. Είναι θεότρελη και χρειάζεται ζουρλομανδύα. Αυτό πως σου φαίνεται;- είπε γελώντας τρανταχτά η Μαρία.
-Ούτε αυτό είναι. Αν ήταν τρελή δεν θα μπορούσε να έχει τέτοια δουλειά η να γράφει βιβλία. Όχι πιστεύω πως το πρόβλημα βρίσκεται στο οικογενειακό περιβάλλον και στον τρόπο που την μεγάλωσαν. Κάτι έχει γίνει εκεί. Δεν μου το βγάζετε από το μυαλό. Κάποιος την έχει πληγώσει ανεπανόρθωτα. Ποιος όμως και γιατί;- είπε η Χριστίνα προβληματισμένη.
-Και θα καθίσεις εσύ να βγάλεις το φίδι από την τρύπα; Πρόσεξε γιατί δεν ξέρεις πόσο μεγάλο θα είναι , ούτε και τι δηλητήριο περιέχει. Πάντα φοβόμουν αυτή σου την μανία να εξερευνάς τις ανθρώπινες ψυχές. Για αυτό και ποτέ δεν σε ακολούθησα στις κινηματογραφικές αίθουσες μιας και οι ταινίες που σε γοήτευαν είχαν  μια απόκοσμη μυρωδιά. Ήταν όλες άρρωστες. Τόσο πολύ ,που ευχαριστώ τον θεό γιατί δεν έχασες τα λογικά σου στην πορεία.-
-Θα έχει ενδιαφέρων να την παρακολουθήσω. Και για να σου πω την αλήθεια θα ήθελα να την βοηθήσω , αν πράγματι κάτι συμβαίνει μέσα της. Τι να σας πω βρε κορίτσια , την αισθάνομαι σαν κόρη μου. Ενδιαφέρομαι για εκείνη. Κακό είναι;-
-Κακό είναι που αφιερώσαμε δυο ώρες τώρα για εκείνη. Την τρελή και ψυχρή Αλεξάκη. Βρε δε πάει να πεθάνει κάπου αλλού; Εδώ θα μας βρωμίσει τον τόπο.- απάντησε η Μαρία και γέλασαν και οι τρεις τους.


Λίγες μέρες αργότερα η Χριστίνα  με τα κλειδιά της άνοιξε την πόρτα στο σπίτι του Σταύρου.
-Αγάπη μου είσαι στις ομορφιές σου , αν και λίγο κουρασμένη. – είπε ο Σταύρος όταν την αντίκρισε. Εκείνη τον φίλησε και κάθισαν στον μεγάλο καναπέ του σαλονιού.
-Να βάλω ένα  μπράντι; Με το κρύο που έχει σήμερα θα το απολαύσουμε δίπλα στο τζάκι.-
-Ναι είναι ότι πρέπει για την ώρα. Έχει χιονίσει σε όλη την Ελλάδα. Μόνο εδώ δεν έριξε. Βέβαια κάνει ψωφόκρυο αλλά χιόνι ούτε λόγος.-
-Πάλι σε πήρε το παράπονο; Το γνωρίζω πολύ καλά πως αγαπάς  το χιόνι πιο πολύ και από την μάνα σου , αλλά βρε αγάπη μου πρέπει να το ξεπεράσεις κάποια στιγμή. Μεγάλο κορίτσι είσαι.- της είπε εκείνος και γέλασαν.
-Ναι εντάξει πείραξε με εσύ. Εγώ έχω τον πόνο μου και εσύ το διασκεδάζεις.-
-Καλά ! Άσε τώρα τα νάζια και πες μου γιατί δεν θέλησες να έρθω να σε πάρω εγώ με το αμάξι. Πως βγήκες έτσι στο κρύο; Δεν είναι σήμερα για μηχανή.-
-Α! Σε παρακαλώ ότι και ότι. Την μηχανή δεν την αφήνω με τίποτα. Μου αρέσει να νιώθω τις αλλαγές του καιρού στο σώμα μου. Για αυτό και δεν πήρα ποτέ αμάξι. Πνίγομαι εκεί μέσα. Εγώ είμαι ελεύθερο πνεύμα. Αφού με ξέρεις.-
-Τέλος πάντων. Ναι σε ξέρω. Αλλά βρε παιδί μου θα αρπάξεις κανένα κρυολόγημα έτσι που κυκλοφορείς. Το αυτοκίνητο σε προστατεύει. Αλλά εσύ ούτε λόγος να γίνεται.-
-Βάλε μου τώρα το μπράντι και έλα κάτσε μαζί μου.- του είπε η Χριστίνα και ο Σταύρος της έβαλε μια δόση σε ένα ποτήρι.
-Σου έχω και ένα δωράκι απόψε. Τι λες θα το απολαύσουμε μαζί;-
-Τι δώρο; Πονηρό μωρό μου;-
-Θα δεις;- της απάντησε και σηκώθηκε. Λίγο αργότερα ήρθε κρατώντας ένα μικρό κουτάκι.
-Ορίστε λοιπόν. Άνοιξε το.-
Η Χριστίνα το άνοιξε γρήγορα και βρήκε μέσα ένα πούρο Cohiba.
-Μα αυτό είναι καταπληκτικό. Το θυμόσουν πως αυτή είναι η αγαπημένη μου μάρκα πούρων;-
-Από πάντα. Ποτέ δεν ξεχνώ τις συνήθειες σου. Το καπνίζουμε μαζί τώρα που το τζάκι τριζοβολά;-
-Και το ρωτάς μωρό μου;- του απάντησε και το άναψε. Δαχτυλίδια καπνού γέμισαν το δωμάτιο και το άρωμα του πούρου  χάιδεψε γλυκά την όσφρηση τους. Ξαπλωμένοι στον καναπέ το κάπνισαν αργά. Έβαλαν και δεύτερο ποτό και η Χριστίνα έδειχνε απόλυτα χαλαρωμένη. Ο Σταύρος την φίλησε και εκείνη έχωσε τα χέρια της μέσα  από την μπλούζα του και τον χάιδεψε στο στήθος. Ο Σταύρος χωρίς να ξεκολλήσει τα χείλη του από τα δικά της ξεκούμπωσε το παντελόνι  της και της το έβγαλε. Έβαλε απαλά το δάχτυλο του στον κόλπο της και έπαιξε για λίγο μέσα της. Την έγδυσε με ήρεμες κινήσεις και πέταξε και τα δικά του ρούχα στο πάτωμα. Με την γλώσσα του έγλυψε το μικρό της στήθος και όταν η Χριστίνα άρχισε να ανασαίνει βαριά , μπήκε μέσα της και χάθηκαν σε μια έκσταση πάθους. Το τζάκι έριχνε το κίτρινο φως του στα δυο γυμνά κορμιά που κουνιόντουσαν αργά και με ρυθμό. Όταν ήρθε η κορύφωση της ερωτικής πράξης οι δυο τους έμειναν αγκαλιασμένοι για λίγα λεπτά και μούσκεμα στον ιδρώτα.
-Σε αγαπώ. Μετά από πέντε χρόνια τα αισθήματα μου είναι ίδια. Γιατί δεν παντρευόμαστε; Τι θα αλλάξει με τον γάμο;- της είπε φιλώντας την στο λαιμό.
-Όλα και τίποτα. Δεν θα παντρευτώ ξανά Σταύρο. Το δοκίμασα δε με πήγε και το προσπέρασα. Σε αγαπώ πολύ. Αλλά δεν με ενδιαφέρει η οικογένεια η τα παιδιά. Αν θέλεις να αποχωρήσεις είσαι ελεύθερος. Θα το καταλάβω. Είσαι πια σχεδόν σαράντα. Είναι η στιγμή που ένας άντρας αποζητά τα παιδιά. Εγώ όμως δεν μπορώ να σου τα χαρίσω.- του είπε λυπημένη εκείνη.
-Δεν θέλω να ζήσω με καμιά άλλη Χριστίνα. Εσένα αγαπώ. Ξέχασε ότι είπα. Δεν μ’ αρέσει να σε πιέζω. Λοιπόν πάω στο μπάνιο. Θα έρθεις μαζί μου;- της είπε κλείνοντας το μάτι του και εκείνη τη στιγμή το κινητό της Χριστίνας άρχισε να χτυπά  βγάζοντας τους δυο εραστές από την ηρεμία και την χαλάρωση της στιγμής. Η Χριστίνα κοίταξε την κλήση. Η Μαριάννα την καλούσε. Μετά κοίταξε το ρολόι της. Ήταν δώδεκα το βράδυ. Σίγουρα δεν ήταν για καλό.
-Ναι;- είπε. Από την άλλη άκρη ακούστηκε η φωνή της Μαριάννας σχεδόν άηχη και μακρινή.
-Εγώ είμαι. Συγνώμη που σε ενοχλώ. Κοιμόσουν;-
-Όχι. Είμαι με τον Σταύρο στο σπίτι του. Θα κοιμηθώ εδώ απόψε. Τι συμβαίνει Μαριάννα; Ακούγεσαι χάλια. Τι έγινε;- την ρώτησε εκείνη φανερά ανήσυχη. Ο Σταύρος φόρεσε τα εσώρουχα του και κάθισε δίπλα στην Χριστίνα.
-Μην κάνεις τόσες πολλές ερωτήσεις. Ηρέμισε και θα σου εξηγήσω.-
-Μαριάννα μη με κάνεις τρελή. Δεν είσαι καλά και το νιώθω.-
-Ωραία. Είμαι στο νοσοκομείο. Το απόγευμα μου ήρθε μια ζαλάδα  στη δουλειά και σωριάστηκα κάτω. Ο μπαμπάς με  έφερε εδώ , και οι γιατροί είπαν υπερκώποση. Ο αιματοκρίτης μου έχει πέσει. Είμαι λίγο καλλίτερα τώρα. Μόλις πριν από καμιά ώρα έφυγαν οι γονείς μου και μπόρεσα να σε πάρω. Θα γίνω καλά , αλλά θα μείνω καμιά βδομάδα μέσα για να με εξετάσουν μέσα και έξω.- είπε και γέλασε
Η Χριστίνα κοιτούσε τον Σταύρο πήρε το χέρι του και το κράτησε στο δικό της.
-Όλα αστεία τα βρίσκεις εσύ. Σωριάστηκες κάτω και γελάς και από πάνω. Γελάς με τα χάλια σου.- είπε αυστηρά
-Δε μου λες θα μου κάνεις πάλι ένα από τα γνωστά σου κηρύγματα; Γιατί δεν έχω όρεξη. Και δεν θέλω να μαλώσουμε. Σε πήρα η ίδια τηλέφωνο και στο είπα για να μην λες πως δεν σε σκέφτομαι. Ρε καλά λέω εγώ να τα κρατώ όλα για τον εαυτό μου. Αυτό σου το άγχος για μένα δεν τρώγεται. Αλλά θα σε συγχωρήσω για αυτή τη φορά  επειδή είμαι αρωστούλα. Ο Σταύρος τι κάνει; Δίπλα σου είναι;-
-Ναι θα στον δώσω να μιλήσετε.- απάντησε η Χριστίνα και του έδωσε το κινητό της.
-Έλα Μαριάννα μου; Τι έπαθες ομορφιά μου; Μάλλον δεν έτρωγες πολύ. Αυτό είναι όλο.-
-Μακάρι να τα έβλεπε και η φιλενάδα μου έτσι τα πράγματα. Αχ! Σταύρο μου τι θα κάνω μαζί της;-
-Τίποτα. Σε έχει σαν κόρη της. Ενδιαφέρετε για σένα και σε αγαπά.-
-Και εγώ την αγαπώ αλλά ώρες –ώρες με πιέζει πολύ. Εύχομαι να περάσετε όμορφα το βράδυ σας. Μόλις βγω θα έρθω στην Πάτρα να σας δω.- του είπε γλυκά.
-Θα σε περιμένουμε. Μας έχεις λείψει. Περαστικά σου. – απάντησε εκείνος και έκλεισε το τηλέφωνο.
-Είδες αντιμετώπιση; Και  νεύρα  από πάνω. Εγώ φταίω που ενδιαφέρομαι.- του είπε πληγωμένη η Χριστίνα.
-Έλα τώρα αγάπη μου. Την ξέρεις την φιλενάδα σου. Δεν έχει καμία σχέση με όλες τις άλλες. Είναι στον κόσμο της ,αλλά είναι και πολύ μικρή ακόμα. Καθώς θα μεγαλώνει θα στρώσει. Θα πας να την δεις;-
-Στην Αθήνα; Και βέβαια όχι. Δεν πατάω σε αυτή την σκατόπολη. Με εκνευρίζει αφάνταστα. Ας μείνει στο νοσοκομείο και όταν με το καλό βγει να έρθει εκείνη Πάτρα. Και τώρα λέω να πάμε στο μπάνιο και ότι ήθελε προκύψει.- είπε η Χριστίνα και έφυγε τρέχοντας πρώτη. Ο Σταύρος την ακολούθησε γελώντας.

Όταν ξάπλωσαν λίγη ώρα αργότερα  η Χριστίνα δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ο Σταύρος είχε αφήσει το σώμα και το πνεύμα του στα φτερά του ύπνου. Η Χριστίνα έβλεπε την Μαριάννα να κείτεται ξαπλωμένη σε κρεβάτι του νοσοκομείου χωρίς να έχει κάποιον δίπλα της. Στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι του Σταύρου η Χριστίνα δεν μπορούσε να βρει ηρεμία. Έπρεπε να πάει να δει τη Μαριάννα και από μέσα της έβρισε τον εαυτό της για την ευαισθησία του. Μια φίλη της την χρειαζόταν και εκείνη έπρεπε να τρέξει κοντά της. Η φιλία που ήταν σαν θρησκεία για εκείνη την καλούσε. Έτσι όταν η επόμενη μέρα ξημέρωσε και ο Σταύρος είχε πάει να ετοιμάσει το πρωινό η Χριστίνα σηκώθηκε , ντύθηκε και πήγε στο μπάνιο. Μόλις ετοιμάστηκε μπήκε στην κουζίνα.
-Καλημέρα αγάπη μου. Θέλεις καφέ; Έχω και κρουασάν με σοκολάτα που σ’ αρέσουν και….-
-Πρέπει να πάω κοντά στη Μαριάννα.- του απάντησε πήρε μια κούπα αχνιστό καφέ , άναψε τσιγάρο και ήπιε μια γουλιά.
-Καλημέρα και σε σένα. Είπα και εγώ. Δεν μπορεί να άλλαξες συνήθειες εσύ. Το καθήκον σε καλεί. Η φίλη σου είναι άρρωστη και εσύ δεν βλέπεις την ώρα να φύγεις για την Αθήνα. Ευτυχώς που είναι Σάββατο και δεν έχω δικαστήριο. Θα πάμε μαζί. Ηρέμησε. Φάε το πρωινό σου και φεύγουμε σε λίγη ώρα.- απάντησε ο Σταύρος και εκείνη τον κοίταξε με αγάπη.
 Στις δέκα το πρωί ο Σταύρος και η Χριστίνα πάρκαραν το αμάξι στο προαύλιο του νοσοκομείου και μπήκαν μέσα. Ρώτησαν την ρεσεψιόν σε πιο δωμάτιο είχαν την κυρία Αλεξάκη και πήραν το ασανσέρ. Μπαίνοντας δευτερόλεπτα αργότερα στο δωμάτιο βρήκαν την Μαριάννα να διαβάζει ένα βιβλίο. Η χαρά της ήταν μεγάλη καθώς αντίκρισε την Χριστίνα.
-Αγάπη μου ήρθες. Ήρθες. Και εσύ Σταύρο. Δεν ξέρετε πόσο χαίρομαι που σας βλέπω.-
Η Χριστίνα άφησε να κυλίσουν δυο δάκρια από τα μάτια της την ώρα που φιλούσε το μέτωπο της Μαριάννας.
-Δεν θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου για αυτά που σου κάνει.- είπε ξέπνοα εκείνη και σκούπισε το βρεγμένο πρόσωπο της Χριστίνας με τα δάχτυλα της.
-Δεν κάνει τίποτα. Απλά έκλαψα που σε είδα. Είχα καιρό να σε δω.- απάντησε τραυλίζοντας εκείνη.
-Ποτέ δεν ήσουν καλή στα ψέματα αλλά σε συγχωρώ. Σταύρο μου έλα να σε αγκαλιάσω.- είπε η Μαριάννα. Η Χριστίνα αποτραβήχτηκε από το κρεβάτι και ο Σταύρος πλησίασε και φίλησε στα δυο μάγουλα την Μαριάννα.
-Η φιλενάδα σου δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ. Όταν ξημέρωσε μου ζήτησε να την φέρω να σε δει. Σαν καλός αγαπητικός εκτέλεσα την παράκληση της και όπως βλέπεις είμαστε εδώ.- απάντησε γελώντας εκείνος και κάθισε στον αναπαυτικό καναπέ του δωματίου.
-Μα που το κατάλαβες πως δεν κοιμήθηκα; Είχες πέσει ξερός.- πετάχτηκε η Χριστίνα.
-Βλέπεις καλή μου πως ακόμα και ξερός η σκέψη μου είναι σε σένα. Σε ένιωθα , αλλά δεν είπα τίποτα.-
-Αν βρω και εγώ έναν άντρα που να με αγαπάει τόσο θα τον παντρευτώ Χριστίνα μου.- είπε η Μαριάννα και σηκώθηκε από το κρεβάτι.
-Μα που πας τώρα εσύ; Μείνε στο κρεβάτι.- είπε γρήγορα η Χριστίνα καθώς είδε την Μαριάννα.
-Δεν πέθανα φιλενάδα. Υπερκόπωση έπαθα. Πότε θα ηρεμήσεις; -
-Όταν σε δω έξω από εδώ και καλά στην υγεία σου. Γιατί δεν μένεις σε μια μεριά επιτέλους; Να ηρεμήσεις , να ξεκουραστείς. Μια ζωή δουλεύεις και δουλεύεις και τον εαυτό σου δεν τον κοιτάς.-
-Ωραία θα ξαπλώσω στο κρεβατάκι μου αν μου υποσχεθείς πως δεν θα κλαψουρίσεις ξανά.-
-Εγώ ενδιαφέρομαι και εσύ με κοροϊδεύεις. Ξάπλωσε σε παρακαλώ.- είπε η Χριστίνα και η Μαριάννα την υπάκουσε στωικά.
-Σας χαίρομαι εσάς τις δυο. Μαζί δεν κάνετε και χώρια δεν μπορείτε. Έχετε την ωραιότερη σχέση. Δεν θα βαρεθεί ποτέ η μια την άλλη.- είπε γελώντας ο Σταύρος και  για την επόμενη μια ώρα , κουβέντιασαν για διάφορα θέματα. Η Μαριάννα είχε καλή διάθεση. Μόνο οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια της  πρόδιδαν  την υπερκόπωση. Η Χριστίνα όμως ήξερε πως αυτό ήταν απλά η επιφάνεια. Κάτι άλλο έτρωγε την Μαριάννα  από μέσα. Κάτι πολύ πιο σοβαρό. Να ήταν μόνο ο χαμηλός αιματοκρίτης; Η Χριστίνα δεν μπορούσε να το πιστέψει. Παρακολούθησε λοιπόν όλη την ώρα τις αντιδράσεις της φίλης της και κοίταξε κάτω από την επιφανειακή της διάθεση. Η Μαριάννα έκρυβε καλά έναν πόνο που για τους άλλους παρέμενε αόρατος. Όχι όμως και για τα μάτια της Χριστίνας. Είχε αφήσει τον Σταύρο να μιλά με την φίλης της και εκείνη κοιτούσε έξω από το παράθυρο την κίνηση στην λεωφόρο. Κοιτούσε τα αυτοκίνητα , αλλά ανέλυε τα λόγια , την διάθεση  και τις κινήσεις της Μαριάννας.  Δεν μπορούσε να βρει την αιτία εκείνου του πόνου. Ήταν σίγουρα ψυχικός ,αλλά τι τον προκαλούσε δεν μπορούσε να ξέρει.
-Και εσύ κυρία μου για πόσο ακόμα θα κοιτάς από το παράθυρο; Εμένα ήρθες να δεις και όχι τα αυτοκίνητα.- ακούστηκε η φωνή της Μαριάννας πίσω της. Η Χριστίνα τραντάχτηκε.
-Μιλούσες με τον Σταύρο και δεν ήθελα να σε διακόψω. Απλά ξεχάστηκα για λίγο.-
-Θα πρέπει να φύγουμε. Να την αφήσουμε στην ησυχία της. Τι λες και εσύ;- είπε καθώς σηκώθηκε ο Σταύρος .
-Ναι. Η Μαριάννα μου ,αρκετά μας ανέχτηκε. Τώρα θα ξαπλώσει και θα φάει σαν καλό κορίτσι.- πρόσθεσε η Χριστίνα και η Μαριάννα την κοίταξε σιωπηλά. Το βλέμμα της ζέστανε όλο το σώμα της Χριστίνας. Μόνο τα μάτια της μπορούσαν να το κάνουν αυτό. Εκείνα τα μάτια που έλεγαν σε ευχαριστώ που ήσουν εδώ , αλλά  ποτέ τα χείλη της. Η Χριστίνα την αγκάλιασε και την φίλησε στο κεφάλι. Ο Σταύρος την χαιρέτησε και έφυγαν από το δωμάτιο. Καθώς το αυτοκίνητο έφερνε την Χριστίνα πίσω στην Πάτρα , θυμήθηκε εκείνη την νύχτα που έτρωγαν και γελούσαν στο κινέζικο. Στα χρόνια που θα ερχόντουσαν η Χριστίνα θα γυρνούσε πολλές φορές πίσω.


Ο Παναγιώτης έπλενε λίγα μήλα στην κουζίνα. Στο τραπέζι πίσω του υπήρχαν δυο βιβλία. Ήταν απόγευμα και ο καφές στην καφετιέρα μοσχοβολούσε. Σκούπισε τα χέρια του , καθάρισε τρία μήλα , τα έκοψε , τους έβαλε μέλι και κανέλα και τα πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Η Ελένη έβλεπε στο DVD τα <<Φτερά του έρωτα>> του Βέντερς. Ήταν η αγαπημένη της ταινία. Δίπλα στο κρεβάτι τους υπήρχε ένα βρεφικό κρεβατάκι. Ο Παναγιώτης έσκυψε και κοίταξε το μικρό κοριτσάκι που κοιμόταν ήσυχο.
-Δεν είναι μια κούκλα; Μου φαίνεται πως σου μοιάζει αγάπη μου. Είναι λίγο γεματούλα σαν και σένα.- της είπε και της έδωσε το πιάτο με τα μήλα.
-Σ’ ευχαριστώ μωρό μου. Δεν ξεχνάς ποτέ να τους βάλεις μέλι και κανέλα. Αλήθεια πως μπορείς και το θυμάσαι; Εσύ μόνο τα βιβλία σου δεν ξεχνάς.- τον πείραξε λέγοντας εκείνη.
-Ε! νομίζω πως κάτι καταφέρνω και εγώ να θυμηθώ. – της απάντησε εκείνος με σοβαρό ύφος.
-Έγινε ο καφές; Αν ναι , βάλε μου μια κούπα γεμάτη με γάλα αλλά καθόλου ζάχαρη. Πρέπει να ρίξω τα κιλά της γέννας.-
-Έλα τώρα αγάπη μου. Νομίζω πως αυτά τα κιλά σου πάνε. Ποτέ σου δεν ήσουν στέκα και άλλωστε εμένα μ’ αρέσεις.- απάντησε ο Παναγιώτης και σέρβιρε τους καφέδες. Κάθισε στο κρεβάτι μαζί της και είδαν μαζί το τέλος της ταινίας. Η Ελένη είχε γεννήσει εδώ και πέντε μήνες και θα ήταν με άδεια άλλους εφτά από τη δουλειά της. Το ήθελαν πολύ αυτό το παιδί. Ο Παναγιώτης το ήθελε βέβαια περισσότερο από εκείνη. Από την αρχή του γάμου τους την πίεζε να σκεφτεί το ενδεχόμενο μιας γέννας όσο γινόταν πιο σύντομα. Εκείνη όμως θεωρούσε πως ήταν νωρίς μιας και η δουλειά της δεν είχε  σταθεροποιηθεί. Τελικά πέρασε του Παναγιώτη και μάλλον εκείνος είχε δίκιο. Η Ελένη δεν χόρταινε να κοιτάζει τη νέα ζωή που ανέπνεε δίπλα της. Μέσα στους μήνες της κυοφορίας πέρασε δύσκολες στιγμές. Όσο το παιδί μεγάλωνε , μεγάλωναν και τα προβλήματα. Δε μπορούσε να κοιμηθεί , να καθίσει άνετα. Είχε καούρες στο στομάχι , αϋπνίες και πολλά νεύρα. Όταν όμως το μωρό γεννήθηκε αυτά πέρασαν και η Ελένη χαιρόταν που είχε γίνει μητέρα.
-Με την Χριστίνα έχεις μιλήσει καθόλου; Θέλω να της πεις αν δει τον Ανέστη να μου κάνει ένα τηλέφωνο. Τώρα που ανέλαβα την διεύθυνση αυτού του μικρού εκδοτικού οίκου θα ήταν και μια καλή αρχή να εκδώσουμε μια καινούργια του δουλειά.-
-Θα δεχτεί; Ανήκει εδώ και αρκετά χρόνια στον ΔΙΑ. Λες να αφήσει τον παντοδύναμο Αλεξάκη για τον φτωχό δικό σου; Πολύ φοβάμαι πως δεν θα φύγει από εκεί.-
-Πάρε εσύ την Χριστίνα να τον ενημερώσει και βλέπουμε. Είχες νέα της; Είναι καλά;-
-Είναι μια χαρά. Μιλήσαμε προχθές στο τηλέφωνο. Δουλειά δεν έχει και ψάχνει. Έτσι ήταν πάντα με την Χριστίνα. Όταν ένιωθε πως πνιγόταν έφευγε. Ήταν μια τυχοδιώκτρια στις δουλειές της. Δεν σκεφτόταν  αν την επόμενη δεν θα είχε να φάει. Εκείνη  όταν δεν άντεχε  άλλο έφευγε , έβρισκε καινούργια και μετά  από λίγο ξαναέφευγε. Ποτέ της δεν έμεινε σταθερή σε μια δουλειά πάνω από δυο χρόνια. Εκείνη που είναι βράχος στις σχέσεις της. Τις φιλικές και τις ερωτικές.-
-Ναι αυτό το ξέρω. Τουλάχιστον για τις φίλες της σχίζεται. Σε θεωρώ τυχερή που έχεις την Χριστίνα φίλη. Με την καινούργια πως τα πάει;-
-Είμαι πολύ τυχερή. Όσο για την Μαριάννα τώρα πλέον έχει παλιώσει και αυτή. Της βγάζει το λάδι. Η Χριστίνα κάνει υπομονή ,αλλά η μικρή είναι σκληρό καρύδι. Προχθές μου έλεγε πως έπαθε υπερκόπωση και είναι στο νοσοκομείο. Βέβαια η Χριστίνα πήγε μαζί με τον Σταύρο και την είδε. Σκέφτομαι όμως πως αν κάτι τέτοιο το πάθαινε η φίλη μου , η Μαριάννα μόλις και μετά βίας θα ξέκλεβε καμιά ώρα για να την δει. Τι σου κάνει η καριέρα!-
-Μα δεν είναι μόνο η καριέρα. Είναι ο χαρακτήρας της. Έχει μάθει να συγκρατεί τον εαυτό της και δεν ανοίγεται. Σε πληροφορώ πως αν ποτέ πει της Χριστίνας πόσο την χρειάζεται , θα πέσει να πεθάνει. Και αυτό γιατί θεωρεί αδυναμία  να εξωτερικεύει τα συναισθήματα της. Μερικοί άνθρωποι είναι φοβισμένοι σε όλη τους τη ζωή. Η Μαριάννα είναι ένας τέτοιος άνθρωπος και ίσως δεν θα έπρεπε να γνωριστεί ποτέ με την φίλη μας. Η Χριστίνα ζει για την φιλία. Την θεωρεί το σημαντικότερο πράγμα πάνω στη γη. Κατάφερε να έχει δίπλα της λίγες φίλες που πάντα θα βρίσκουν αρκετό χρόνο για να καλύψουν τις ανάγκες της. Η Μαριάννα βέβαια διαφέρει. Ίσως αυτό να ήταν ένα στοιχείο  που τράβηξε τη φίλη μας κοντά της. Εγώ την βρίσκω έξυπνη , ταλαντούχα μα και ρεαλίστρια που δεν πιστεύει τόσο σε φιλίες. Θα πρέπει λοιπόν όποια είναι κοντά της να της αποδεικνύει από το πρωί ως το βράδυ πως έχει καλές προθέσεις. Πιστεύω πως αγαπά τόσο την Χριστίνα , που αν την χάσει ποτέ της θα καταρρεύσει η εικονική αυτοπεποίθηση της. Δεν θα το δείξει όμως. Θα το παίξει cool. Εγώ από το λίγο που την ξέρω έχω καταλάβει πως είναι ένα φοβισμένο παιδάκι που δεν πιστεύει στον εαυτό του και προσπαθεί συνέχεια να αποδείξει στους άλλους πως αξίζει. Εγώ ξέρω πως αξίζει , αλλά το θέμα  είναι να το πιστέψει και αυτή. Ίσως με την βοήθεια της Χριστίνας να δει κάποτε την προσωπικότητα της με τα μάτια των άλλων.-
-Μπορεί να έχεις δίκιο Παναγιώτη. Εγώ βλέπω και μια διαφορά στο χαρακτήρα της Χριστίνας. Από τότε που την γνώρισε  άρχισε να της αρέσει η νύχτα και τα μπαρ. Καλό της κάνει που γλεντά. Χρόνια είχε να περάσει τόσο καλά. Και γνωρίζουμε πολύ καλά πως τα σκυλάδικα και η νύχτα ήταν από τα πράγματα που μισούσε. Η Μαριάννα κατάφερε το απίστευτο. Τρελά πράγματα.-
-Κοίτα εσύ να μην αποχτήσεις καμιά τέτοια φίλη γιατί το κλείσαμε το σπίτι.- της είπε εκείνος και γέλασαν.
-Το πιο ωραίο είναι πως η Χριστίνα ξεκίνησε να γράφει από την αρχή το βιβλίο που για χρόνια ετοιμάζει.-
-Αν το τελειώσει ποτέ θα το εκδώσω εγώ. –
-Να δω πως θα τα προλάβεις όλα αυτά. Τώρα μάλιστα με το παιδί θα χρειαστώ τη βοήθεια σου περισσότερο από ποτέ. Ξέρεις δεν το έκανα μόνη μου.-
-Όχι αγάπη μου. Έλα μην γκρινιάζεις. Θα τα βολέψουμε.- απάντησε ο Παναγιώτης και την φίλησε απαλά. Έξω ένας αέρας σάρωσε τους πολύβουους δρόμους της Αθήνας.


Βγαίνοντας λίγες  μέρες μετά από το νοσοκομείο η Μαριάννα  το πρώτο που έκανε ήταν να πάει στη δουλειά και να παρουσιαστεί στο γραφείο του πατέρα της.
-Μα καλά. Στις μία το μεσημέρι δεν ήταν να βγεις; Είχα πει πως θα ερχόμουν να σε πάρω. Με ταξί έφυγες;-
-Ναι μπαμπά. Απλά ήθελα να έρθω στη δουλειά. Θα  τρελαινόμουν εκεί μέσα. Από το να  έρθεις εσύ πήρα ταξί και ήρθα. Ξέρω πόσο πολύτιμος είναι ο χρόνος σου. Η μαμά που βρίσκεται;- τον ρώτησε πικραμένα.
-Κάπου έξω από την Ελβετία. Θα σε γελάσω. Πήγε με κάτι άλλες κυρίες να κάνουν σκι. Εχτές με πήρε. Με ρώτησε πότε βγαίνεις και μου είπε να σου μεταφέρω τα περαστικά και καλή ανάρρωση.-
-Τι γλυκιά μανούλα. Πάντα με θυμάται. Δεν παραπονιέμαι.- του είπε και γύρισε να φύγει.
-Μαριάννα;-
-Ναι μπαμπά;-
-Μην της δίνεις σημασία. Μη σε πάρει από κάτω αυτό. Κοίτα τη δική σου ζωή να φτιάξεις. Εμείς χάσαμε την ευκαιρία.-
-Ένα μόνο θα ήθελα να ξέρω. Αν ποτέ πεθάνω θα νοιαστείτε;  Η δε θα το πάρετε χαμπάρι; Έχετε ξεχάσει εντελώς πως κάνατε μαζί ένα παιδί. Αλήθεια γιατί με κάνατε; Γιατί; Δεν μπορούσες να κρατηθείς; Δεν μπορούσες να το κάνεις με κάποια που θα με ήθελε; Και γιατί έπρεπε να το κάνεις με αυτήν την ξενέρωτη , ψυχρή  και χαζή γυναίκα;- φώναξε η Μαριάννα τρελή από τα νεύρα και κοπάνισε με δύναμη την πόρτα του γραφείου. Ο Αλεξάκης  άναψε  ένα πούρο και κοίταξε την κίνηση έξω στο δρόμο. Ένιωθε ενοχές για την μοναχοκόρη του. Δεν της είχε αφιερώσει πολύ χρόνο και αυτό ήταν αγκάθι στις σχέσεις τους. Όμως αυτά τα πράγματα τα κοιτά η μητέρα. Αυτή είναι πιο κοντά στα παιδιά. Ο πατέρας πρέπει να δουλέψει να φέρει τα χρήματα. Αλλά η Τζέσικα δεν ένιωσε ποτέ της την μητρότητα. Δεν ήθελε που είχε μείνει έγκυος. Ο Λεωνίδας το γνώριζε αυτό. Ίσως αν το παιδί ερχόταν πιο μετά που θα είχαν ωριμάσει και οι δυο τους η κατάσταση να ήταν αλλιώς. Αλλά δεν μπορούσε να γίνει τίποτα πια. Ήταν στο χέρι της κόρης του να το ξεπεράσει αυτό και να νικήσει τους δαίμονες της. Να άνοιγε τα φτερά της μακριά από αυτόν , την επιχείρηση ,την Τζέσικα. Να έκανε άλλο επάγγελμα , να παντρευόταν ίσως και να αποκτούσε δικά της παιδιά. Και το κυριότερο από όλα να άφηνε τον εαυτό της ελεύθερο να δώσει. Να πάρει αγάπη ακόμα και αν πληγωνόταν. Μα  εκείνη δεν θα το έκανε ποτέ αυτό. Ο Λεωνίδας χάθηκε μέσα σε δαχτυλίδια καπνού. Το μέλλον της κόρης του τον φόβιζε.   
     


Αυτό είναι ένα βιβλίο που μιλά για την φιλία. Για το πώς ορισμένοι άνθρωποι έρχονται κοντά και προσπαθούν μαζί  να κάνουν την ζωή τους μοναδική.   Για αυτό και το βιβλίο  αυτό αφιερώνεται ειδικά   στις τέσσερις  ξεχωριστές φίλες  που είναι κοντά μου πολλά χρόνια και με στηρίζουν , όπως και εγώ. Παλέψαμε πολύ για να εδραιώσουμε αυτή τη φιλία. Χωρίς την αγάπη σας δεν θα μπορούσα να γράψω. Ετούτο το βιβλίο είναι το πρώτο που έγραψα και το αγαπώ όσο και εσείς. Για αυτό και σας ανήκει. Είναι δικό σας βιβλίο.  

Στις: Αγγελική, Έφη, Έλλη, Νατάσα.

Στην Χρύσα που αν δεν ήταν εκεί να με καθοδηγήσει δεν θα είχα ξεκινήσει το ταξίδι.
Σε ευχαριστώ για ότι μου έμαθες.  Στον αδερφό μου Γιώργο και στην γυναίκα του Άντζελα που είναι στο πλευρό μου.
Στους γονείς μου και στον Θεό που με  προστατεύει.    
Στους φίλους και φίλες που είναι δίπλα μου: Λάμπρο και Ευγενία Μάθεση, Κώστα Μιχαλάκη, Αντρέα Αυγέρη, Πάνο Παπασωτηρίου, Ρούλα Σοφρά, Παναγιώτη Βελτανισιάν,  Μαρία και  Νίκο Τσίτσο. Φωτεινή και Νίκο Λαυράνο, Σύλβια και Κώστα Γάσπαρη, Στέλλα και Σωτήρη Καρνέση, Στεργιάννα Γιαφεντή και σε όλους όσους ξέχασα. Τα ξαδέρφια μου: Γεωργία και Κωνσταντίνα Φήμη, Τάσο και Λούντα Καραντή, Αποστόλη Αθανασίου, Άντα.   
Στην Αθηνά Γραμματικού που οι συμβουλές της ήταν πολύτιμες, και στον αγαπημένο μου φίλο Δημήτρη Χαρίτο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι από το ομώνυμο ποίημα της Άντζελας Σκοπελίτη Κοφινά.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο Χρόνος με το πόδι.
Κώστας Καρυωτάκης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

22/10/1937 Γεννήθηκε ο συνθέτης Μάνος Λοίζος
23/10/1925 Γεννήθηκε στην Ξάνθη ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις

ΤΥΧΑΙΑ TAGS