122 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
22.06.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Τάσος Π. Καραντής

Πένθιμη γεωμετρία

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Τάσος Π. Καραντής

 

 

 

 

 

 

 

Πένθιμη γεωμετρία

Γέλια, δάκρυα

λόγια, φωνές

αναστεναγμοί, χάδια

σιωπές, χρόνια

χειμώνες και καλοκαίρια,

έχουν πια

μετατοπιστεί σ’ έναν αβέβαιο ουρανό.

Πόσες φορές

σεργιάνησα με το στόμα

πάνω στο λευκό σου κορμί;

Κι όμως; Το ’μαθες;

Δεν υπήρξαμε ποτέ!

Τώρα

βραδινός δρόμος

ξανοίγεται

αχανής

χωρίς φεγγάρι

έρημος

με σκόρπια

δεξιά κι αριστερά

σιωπηλά και παγωμένα

τ’ αντικείμενά σου.

Πόσες στιγμές μας

έχουν απεικονιστεί

σ’ αυτά;

Πόσες

-    ζωντανές ακόμα –


φυλακισμένες μνήμες


κρύβονται


αποθηκευμένες


μέσα τους;


Κάπου – κάπου μόνο


τ’ ακούω


να φωνάζουν τ’ όνομά σου


και τρέχω


να χαϊδέψω τ’ αγγίγματά σου


πάνω τους.


Εδώ και καιρό


χαμένος είμαι


στην πένθιμη γεωμετρία


των δικών σου αντικειμένων.

 


Η φωτογραφία


Το στόμα σου

κάποτε

άνθιζε έρωτα

και όνειρα

χόρευαν

στα χείλη σου.

Τώρα

σιωπηλά πουλιά

πετούν

στον ύπνο μου

με τη φωτογραφία σου

στο ράμφος τους.

Κάπου – κάπου

την περνούν

αστραπιαία

μπρος στα μάτια μου

και τότε

δάκρυα τα πλημμυρίζουν.

Πως πάγωσαν έτσι τα τοπία;

Κι αυτός ο ήλιος πως αράχνιασε;

Σακατεύτηκε το κορμί σου

που άλλοτε

πάλευε στα σεντόνια.

Ρυτίδωσε το χαμόγελό σου.

Απόμεινες

μια ξεθωριασμένη οπτασία

με τις φονικές χαρακιές του χρόνου

αποτυπωμένες πάνω σου.

 

Στο τέλος του δρόμου

Η πρώτη μας σχεδία

στο ταξίδι της ζωής

είναι η κούνια μας.

Με τα λευκά παιδικά μας όνειρα

πανιά

και την αθωότητα συνοδοιπόρο

ξανοιγόμαστε

στο δρόμο

ασήμαντοι εραστές

της ηδονής.

Νωρίς – νωρίς

Καταλαβαίνουμε πως

από μικρούς

μας έχει βάψει

ο θάνατος

και δεν είμαστε

τίποτα παραπάνω

από προσωρινοί δραπέτες

στα δίχτυα

ενός άθλιου χρόνου.

Σε μια ταυτότητα

μας έχουν κλειδώσει

με μια ομοιόμορφη μάσκα

στο πρόσωπο

και προχωράμε όλοι μαζί

στην ίδια γραμμή

που οδηγεί στην τελική απουσία

με μόνη ελπίδα

τη φενάκη

πως κάποτε

θα ξημερώσει

σ’ έναν άλλον ουρανό.

Μα το τέρμα είναι γνωστό.

Το τρένο πάντα

στο τέλος του δρόμου

εκτροχιάζεται.

Είναι τότε

που η διαδρομή τελειώνει

στο άπειρο.

 


Φεύγει η ζωή

Φεύγει η ζωή, το ξέρεις.

Ταξιδεύει πάνω σε βάρκα

και γλιστρά

σε σκοτεινά νερά.

Φαίνεται στο σώμα

το ταξίδι

κι ακόμα πιο πίσω

η φλογίτσα

ενός μικρού κεριού

που τρεμοπαίζει.

Μια στάχτη

θα απομείνουμε

κρυμμένα μυστικά

κι αποτυπώματα,

μηνύματα κλειστά

σε μπουκάλια

που θα περιπλανηθούν

σε απέραντες θάλασσες.

Ώσπου κάποιοι

κάποτε

τα όνειρά μας

θα ανακαλύψουν,

καινούρια χαμόγελα

θα πάρουν

τη σκυτάλη

και τα νέα χείλη

που θα σμίξουν

θα ’χουν

την ανάμνηση

του δικού μας

φιλιού.

 


Το μυστικό του ταξιδιού

Το σώμα μου

χρόνια τώρα

κουβαλάει

τη μνήμη

σα βάρος αβάσταχτο.

Είναι χωμένη

παντού

στο μυαλό

στην καρδιά

στα χέρια

στα μάτια

στα αυτιά,

σαν το τέλος

ενός τραγουδιού

που σβήνει

και χάνεται

με την τελευταία νότα

κι ένα κομμάτι φωνής

να καρφώνεται

για πάντα

βαθιά

μέσα μου.

Γι’ αυτό κι έχω γεμίσει

καθρέφτες

γιατί που και πως

να φιλοξενήσω

τόσες εικόνες

που πεισματικά

αρνούνται

να πεθάνουν.

Γι’ αυτό κι είμαι πάντα αδύνατος

γιατί όλο αυτό το παρελθόν

τρέφεται με το αίμα μου

θέλοντας να παραμείνει

χωρίς ηλικία.

Γι’ αυτό τρέχω

με χίλια,

από το φόβο της απόστασης

που όσο πάει και μεγαλώνει

και διαρκώς με ξεθωριάζει.

Κι επειδή ακόμα και τα παραμύθια

κάποτε

τελειώνουν,

φοβάμαι

που δεν ξέρω

αν το μυστικό του ταξιδιού

κρύβεται

στη διαδρομή

ή στο τέρμα.

 


Φθινοπωρινή μελαγχολία

Κυριάρχησε πια η βροχή

πίσω απ’ τα υγρά τζάμια

παρελαύνοντας

νικηφόρα

στους λασπωμένους δρόμους.

Το γυμνό καλοκαίρι

ανίσχυρο

κρύφτηκε

πίσω από έναν μακρινό ήλιο

και στις αυλές των σχολείων

έκανε δειλά – δειλά την εμφάνισή του

το χλωμό συννεφιασμένο πρόσωπο

του φθινοπώρου.

Τα πουλιά

πέταξαν φοβισμένα μακριά

κυνηγημένα

σαν τα όνειρα

των μικρών παιδιών

που σκορπάνε το πρωί.

Έσκυψαν το κεφάλι

οι διαβάτες

ηττημένοι

από τις επιθετικές σταγόνες της βροχής

και βιαστικά

έτρεξαν όπως – όπως

να κρυφτούν

κάτω από σκουριασμένα υπόστεγα.

Σκεπάστηκαν

από νεκρά κίτρινα φύλλα

οι άδειοι δρόμοι

και μια βαριά μουσκεμένη νύχτα

έπεσε

στις έρημες ταράτσες των σπιτιών.

Βυθίστηκε

η πόλη

σε μια θλιμμένη ομίχλη

φθινοπωρινής μελαγχολίας.

 


Περιπλάνηση

Στους παλιούς

θλιμμένους δρόμους

της νοσταλγίας μου

μόνο η φωνή σου

τριγυρνά

στην ερημιά του χρόνου.

Παγωμένα δειλινά

κυριαρχούν

σ’ αυτό το τοπίο

της μνήμης

και κόκκινα όνειρα

ξεβάφουν

συνεχώς.

Ξεχασμένα αντικείμενα

θυμίζουν

πως κάποτε

ζήσαν άνθρωποι εδώ

και κάποια γέλια

ακούγονται ακόμα

παραμορφωμένα

σαν δίσκοι χαλασμένου γραμμοφώνου.

Σαπίζουν τα ρούχα

στην κρεμάστρα

και τ’ άδεια λιμάνια μας

πεθαίνουν

κάτω από βαριά σύννεφα.

κι είναι

τα εφηβικά φιλιά μας

που μάταια

ψάχνω

στο σκοτάδι

κλειδωμένων δωματίων,

μα βρίσκω

σπασμένα παιχνίδια

παρατημένα για πάντα

σε σκονισμένες γωνιές

σαν τα φαντάσματα

στρατιωτών

σε αιώνια σκοπιά,

σαν κιτρινισμένες φωτογραφίες

ενός παιδιού

που γέρασε πια.

Και πότε κλαίω

πότε σιωπώ

βλέποντας

το ανέφικτο της αναζήτησης

καθισμένος

σ’ ένα άδειο τραπέζι

περιτριγυρισμένο

από αναποδογυρισμένες καρέκλες

αυτών που ’χουν φύγει.

Και ίσα που διακρίνω

στα σπασμένα παράθυρα

αόριστα περιγράμματα

γνωστών μορφών

αγαπημένων

που ’χαμε σχεδιάσει

στα χνωτισμένα τζάμια

κάτι κρύες

χειμωνιάτικες νύχτες,

ο παππούς

η γιαγιά

η μάνα

ο πατέρας

εσύ

εγώ.

Χάνουμε σταθερά

λέξεις

απ’ το στόμα

και πρόσωπα

απ’ τα ματιά,

φεύγουν χωρίς επιστροφή.

Και τα είδωλά μας

διαρκώς θολώνουν

αφού καταδικασμένα είναι

μια μέρα

να εξαφανιστούν

απ’ τους καθρέφτες

της ζωής.

Κι ύστερα

θα πάρουν σειρά

τα κορμιά μας

και θα γίνουν

φθαρμένα αγάλματα

τυλιγμένα με μοναξιά

ώσπου να τα φάει ο χρόνος

και να τα σβήσει

η βροχή.

 


Υπόσχεση μνήμης

Αυτός ο άδειος δρόμος

μου θυμίζει εσένα

έτσι καθώς τον κοιτάζω

από το στενό παράθυρο

της θλίψης μου

να βάφεται

στα αιμάτινα χρώματα

του δειλινού

που τόσο σου ταιριάζουν.

Κι είναι φορές

που διακρίνω

ακόμα και τη σκιά σου

να περπατά πάνω του

με το σταθερό βήμα

της φθινοπωρινής βροχής.

Από τότε

που το σχήμα σου

άδειασε

στο άπειρο

πέρασες μέσα μου,

τώρα σε φορώ

στα όνειρά μου

τα δικά σου λόγια μιλώ

με τα δικά σου μάτια

βλέπω τον κόσμο

κι έχω στα χείλη

το κόκκινο χαμόγελό σου.

 


Αποχαιρετιστήριες σκέψεις

Δεν ξέρω

τώρα που έφυγες

τι απόμεινε από σένα;

Η δύση του ήλιου

στο παγωμένο μέτωπό σου,

που θα την διαδεχτεί

μια ξένη για σένα

ανατολή;

Τα απαλά σου ίχνη

σαν τα πατήματα των γλάρων στην άμμο,

που ’ναι καταδικασμένα

να σβήσουν;

ή ο ίσκιος σου

κάτω απ’ το χαμόγελό σου,

που θα χαθεί

σ’ ένα αδιάφορο φως;

Ξοδεύτηκες

σε μάταιες εκλάμψεις

και βρέθηκες

άδειο ρούχο

σε κρεμάστρα,

ένα ρολόι

σταματημένο

στο συρτάρι.

Κι ας ήταν τα όνειρά σου πολλά

αλλά και βιαστικά,

ίσως γιατί το μέλλον σου

ήταν ήδη

παρελθόν.

 


Ο χρόνος

Ο χρόνος λένε

είναι σαν το χιόνι λιώνει

κι απομένει η θύμηση

εκτεθειμένη

σαν μια ανοιχτή πληγή

να μεγενθύνει τον τρόμο μας

για την οριστική σιωπή

που καραδοκεί.

Ο χρόνος

λένε ξανά

είναι

φύλλα ημερολογίου

που ένα – ένα

ξεκολλάνε,

είναι μετρημένα γυρίσματα

των δεικτών του ρολογιού

που κάποτε σταματάνε.

Μήπως πάλι

ο χρόνος

είναι ένα σύντομο όνειρο

που σβήνει

το ξημέρωμα;

Μην είναι σήμερα εσύ;

αύριο μια άδεια θέση στο τραπέζι;

Μα ίσως

ο χρόνος

να ’ναι ένα στρατόπεδο

κι εμείς

οι λιποτάκτες του.

 

Μοναχικά αγάλματα

Όταν παγώνουν

από μοναξιά

οι άνθρωποι

μοιάζουν

με γυμνά αγάλματα

τοποθετημένα

σε κλειστά

έρημα σπίτια.

Πότε κλαίνε

λευκά δάκρυα

και πότε προσπαθούν

να φανταστούν πως κάνουν έρωτα

που όμως μοιάζει σαν πληρωμένος.

Κι όταν η θλίψη

γίνεται βροχή

και κυλάει πάνω τους

στέκονται αντίκρυ

σε καθρέφτες

θέλοντας έτσι

να πολλαπλασιάσουν τα είδωλά τους,

μα κι αυτά είναι σιωπηλοί ίσκιοι

κομμάτια από χώμα και νύχτα.

 


Απουσία

Κι όμως

στα σκοτεινά σου δωμάτια

που φωλιάζουν στη μνήμη μου

κυριαρχεί ακόμα το άρωμά σου

κι όταν ξαπλώνω

στα παγωμένα σεντόνια σου

νιώθω να με τυλίγουν

τα φιλιά σου

σα να ’σαι δίπλα μου.

Κι όλο βρέχει

στο κορμί σου

καθώς περνούν από πάνω του οι νύχτες

με μοναδικό φωτισμό

ένα κόκκινο κραγιόν.

Τώρα πια

άνεμοι

φυσούν μοναξιά

μέσα στους άδειους καθρέφτες

και μόνο εγώ

σε κοιτάω στα μάτια

συμμετέχοντας

σε μια αλλόκοτη κουβέντα

με τη σιωπή σου.

Αν θα ’πρεπε να δώσω σχήμα

στην απουσία σου

θα ’λεγα πως είναι καράβι

που μακραίνει και χάνεται

σ’ απέραντη θάλασσα

ή ατέλειωτη έρημη άσφαλτος

που τρέχει μέσα μου.   

 


Άδειες νύχτες

Είναι κάτι άδειες νύχτες

που ξυπνάω ιδρωμένος

φτύνοντας άλλο ένα μου πρόσωπο

και ψηλαφώντας

άλλη μια βαθιά ρυτίδα

πάνω στο δέρμα.

Είναι κάτι άδειες νύχτες

που δεν μπορώ να γυρίσω

το κεφάλι

πίσω

γιατί με φοβίζει

η παγερή εικόνα

των παιδικών μου ομοιωμάτων

κρεμασμένων καθώς είναι

σε μια σταματημένη διάσταση.

Είναι κάτι άδειες νύχτες

που γίνομαι

ένα με τη βροχή

και λιώνω

σα σταγόνα στο χώμα.

Είναι κάτι άδειες νύχτες

που με μαστιγώνει ο έρωτας

και χάνομαι πίσω στο χρόνο

στους γεμάτους με αμαρτωλά κορμιά

αλήτικους σκοτεινούς μου δρόμους.

    Είναι κάτι άδειες νύχτες

που ακινητοποιημένος

βρίσκομαι

σε όνειρο

χωρίς φωνή στο στόμα

χωρίς να μπορώ να φωνάξω

ούτε ένα όνομα

από ‘κεινες τις σκυφτές σκιές

που περνούν δίπλα μου

μ’ ένα ξεχαρβαλωμένο βάδισμα

σαν αιχμάλωτοι στρατιώτες

που οδηγούνται στο θάνατο.

 


Σ’ ένα υπόγειο

Σ’ ένα υπόγειο

είμαι φυτεμένος

χωρίς φως

μ’ αγκάθια ν’ ανθίζουν

στο σκοτάδι

κι όλα μου τα χρόνια

ξεπουλημένα

για ένα κομμάτι ζωής.

Σ’ ένα υπόγειο

είμαι τοποθετημένος

μ’ ένα σπασμένο χαμόγελο

στο στόμα

κι ένα ραγισμένο καθρέφτη

στα μάτια

αναζητώντας

αδερφό σχήμα

συγκάτοικο στο τίποτα των δυο μας.

Σ’ ένα υπόγειο

μια όμορφη μέρα αλλάζω

και ξεπροβάλλω

μ’ άλλο κορμί, μ’ άλλη φωνή

όταν όλα έξω θα ’χουν γκρεμιστεί

κάτω από μια νέα ανατολή.

Σ’ ένα υπόγειο

πάλι από ψεύτικο όνειρο

ξυπνάω

φυλακισμένος

σε ρυτίδες κι άσπρα μαλλιά

μια ξεχασμένη απ’ όλους

μαχαιριά.

 


Γυμνός

Σε ασπρόμαυρα πλάνα

έχω κρύψει

τα παιδικά μου χρόνια

και τα ’χω σκεπάσει

με τη σκουριά

μιας δακρυσμένης μνήμης

που τ’ αναπαριστά

σε μια εικόνα σέπια.

Σε ερειπωμένο σπίτι

φθινοπωρινής γειτονιάς

φωλιάζουν

τα πρώτα λόγια

που ειπώθηκαν

βυθισμένα τώρα

στη σκόνη

της σιωπής.

Σε ακαθόριστα πρόσωπα

κι ανώνυμα βλέμματα

έχουν χαθεί πια

οι έρωτές μου

αφήνοντας πίσω τους

μόνο

σελίδες ημερολογίου.

Σε χιονισμένο τοπίο

έχει χαραχτεί

η διαδρομή μου

στολισμένο

με απρόσμενα

κόκκινα τριαντάφυλλα

τοποθετημένα

στα χνάρια

της εφηβείας μου.

Σε σμήνη πουλιών

τα όνειρά μου

αποδημούν

μακριά

από έναν ήλιο

που παγώνει

κι εγώ

 γυμνός

έχω ξεμείνει

με σπασμένα φτερά

κάπου

σε μια γωνίτσα

του δρόμου της ζωής.

 


Σαββατόβραδο

Πάλι το πρόσωπό σου

να λιγοστεύει

μεσ’ στη νύχτα

μεσ’ στη μοναξιά

και τα μάτια σου

θαμπά άστρα

αμυδρά να φωτίζουν

έναν ουρανό λησμονιάς.

Μετά η βροχή

σιγανή

να μουσκεύει

τ’ αντικείμενά σου

και να σβήνει

τ’ αποτυπώματα των φιλιών σου

πάνω μου.

Μεγαλώνει βλέπεις την απόσταση

ο χρόνος

κι έχει απομείνει πια

το σαββατόβραδο

σιωπηλό

κλειδωμένο

στους τέσσερις σκοτεινούς τοίχους

του ονείρου.

 


Η τελευταία σελίδα

Η ερημιά των ματιών

και της σιωπής

σα χώμα

έχει σκεπάσει

το πρόσωπό σου

κι εδώ και χρόνια

έχει το βλέμμα σου

βραδιάσει

και το χαμόγελό σου

έχει γεμίσει

αγκάθια.

Σ’ έχει κυριεύσει

η νύχτα

και το μόνο που θυμάσαι

απ’ το φως

είναι ένα αιώνιο ηλιοβασίλεμα

όπου μέσα του

κοιμήθηκαν

τα τριαντάφυλλα

του κορμιού σου.

Τώρα βαδίζεις

στο χειμώνα

με τα χρώματά σου

χιονισμένα

και τα άστρα σου

να πεθαίνουν

παγωμένα

σβήνοντας

σαν τα βλέφαρα που κλείνουν.

Άδειος ουρανός

σκεπάζει πια τα όνειρά σου

κι ένας αέρας δυνατός

γυρίζει βιαστικά

την τελευταία σελίδα

του βιβλίου σου.

 


Άνθρωποι

Είμαστε ένα ελάχιστο κομμάτι

χρόνου

που ταξιδεύει

μέσα μας.

Είμαστε σιωπές

που κρύβουν

λιοντάρια.

Είμαστε όνειρα

ματωμένα

και ποιήματα

που δακρύζουν.

Είμαστε πληγές

σκεπασμένες

κάτω από ατσαλάκωτα προσωπεία.

Είμαστε αλήθειες

μεσ’ στο ψέμα

του κορμιού μας.

Είμαστε φιγούρες

νευρικές,

συγκρουόμενα αυτοκινητάκια

του λούνα - παρκ.

Είμαστε ανώνυμοι επιβάτες

σ’ ένα βαγόνι

που τρέχει ιλιγγιωδώς

και τ’ ονομάζουμε

ζωή.

 


Σκοτεινός καθρέφτης

Γυμνά κι ακίνητα

τα παλιά μας πρόσωπα

ξεθωριάζουν συνεχώς

σε μια παραπεταμένη φωτογραφία

απ’ της λάμπας του χρόνου

το κίτρινο φως.

Σβησμένες εποχές

κρύβουν μέσα τους

τα θολά μας βλέμματα

και στο κρεβάτι

που τα κορμιά μας κάποτε αγκαλιάστηκαν

θα ξαπλώνουν τώρα

οι ξεβαμμένοι ίσκιοι μας.

Σαν καράβια

που γλιστρούν

στο άπειρο της θάλασσας

θα χανόμαστε σιγά – σιγά

μέσα απ’ της φαντασίας μας το φόντο

αφήνοντας πίσω

πεταμένα ρούχα

στο δάπεδο της μνήμης.

Θα κλείσει κάποτε

αυτό το παράθυρο του χτες

εγκλωβίζοντας μέσα του

έρημους αέρηδες

που θα σκορπίσουν

των φιλιών μας τη στάχτη

κάνοντας τη φωτογραφία μας

να μοιάζει

με σκοτεινό καθρέφτη

που μέσα του φωλιάζει

ένα τετράγωνο κομμάτι

νύχτας.

 

Άβυσσος

Φωτιά

ήταν οι νύχτες σου

και φόβος

τα χρόνια σου

π’ άφησαν πίσω τους

σκισμένα χαμόγελα

κι ένα δάσος από ίσκιους.

Βουνά

είναι τώρα τα δάκρυα, υγρά

διάφανα

γεμάτα σιωπές

που αγκαλιάζουν τις πληγές σου.

Γυμνοί

είναι πια οι καθρέφτες σου

καρφωμένοι ψηλά

στου ύπνου σου τους τοίχους

σκεπασμένοι

με μαύρες κουρτίνες

να κρέμονται

πάνω απ’ το παγωμένο βλέμμα σου

που ζητά

απ’ την άβυσσο

διέξοδο

σ’ απατηλό

του ονείρου

ουρανό.

 


Σχήμα συγκατάβασης

Εφαρμόζει σιγά –σιγά

μέσα μας ο χρόνος

σαν απέραντη σκλαβιά

που μάλιστα την αγαπάμε

σαν ελευθερία.

Αλλάζει η μυρωδιά των ρούχων

πάνω στο κορμί

κι η παιδική ζεστασιά τους

με τον καιρό

παγώνει.

Ερημώνουν τα μάτια

απ’ τα χρώματα

και τα τοπία των ονείρων

απομένοντας

ανοιχτά παραθυρόφυλλα

εγκαταλελειμμένων σπιτιών.

Μαραίνονται οι αναμνήσεις

και στροβιλίζονται

τα πρώτα γενέθλια

με τις φωνές τους αλλοιωμένες

μεσ’ στο μυαλό

σα φαντάσματα.

Περνάει η ζωή μας

σα σκιά

χωμένη όπως – όπως

σ’ ένα σχήμα συγκατάβασης

με μια όψη πανικού

φορεμένη σα μάσκα

στο πρόσωπο.

Κρέμεται η νύχτα

ολόγυμνη

πάνω απ’ το κεφάλι μας

σα μάνα

έτοιμη να μας κλειδώσει

για πάντα

στην απέραντη αγκαλιά

του δικού μας

τέλους.

 


Αναπαράσταση

Το πρόσωπό σου

γυάλινο

τεθλασμένο από τη φαντασία

πολιορκεί τα μάτια μου

σαν όνειρο

τοποθετημένο

στ’ αμέτρητα σκηνικά

του ύπνου.

Τα λόγια σου

ηχούν ξανά

σε τούτη την αναπαράσταση

παλεύοντας

να πάρουν σχήμα

και να κυκλοφορήσουν

σαν αίμα

μεσ’ στις φλέβες.

Καίει όμως πάλι

το φάσμα σου

τ’ απότομο φως

του πρωινού

κι απομένει

μόνο η ζεστασιά του κορμιού σου

σα κοιμισμένο πουλί

ανάμεσα στις σιωπηλές παλάμες

της μνήμης.  

 

Ανώνυμοι δρομείς

Είμαστε βάρκες

που τις ξεμακραίνει

η θάλασσα.

Περνά ο καιρός

και ξεβάφει

τα πρόσωπα

αδειάζει σιγά – σιγά

τα όνειρα

απ’ το κεφάλι

λυγίζει

τα γόνατα

λιγοστεύει

τα βήματα

βραχνιάζει τη φωνή.

Κάποτε η διαδρομή

μικρή ή μεγάλη

θα εξισωθεί

με μια στιγμιαία ανάμνηση,

ένα τελευταίο ηλιοβασίλεμα.

Θα στενέψουν

οι τοίχοι

στο κελί

της ζωής

κι ένας αέρας

θα ανοίξει απότομα

την πόρτα.

Θα ξεχαστούν

τα ονόματα

και θα απομείνουμε

φωτογραφίες

ανώνυμων δρομέων

που κάποτε πέρασαν

απ’ το στίβο του χρόνου.

 


Ανάμνηση

Ένας ατέλειωτος

πυρετός

ήταν η ζωή σου.

Ανάμεσα σε παραληρήματα

πέρασαν τα χρόνια.

Δίψασαν οι λέξεις σου

στο στόμα.

Πέτρωσαν τα χείλη σου

έγιναν ράμφος.

Χαράχτηκε το δέρμα σου

γέμισε ρυτίδες

αδιέξοδες διαδρομές

στο άπειρο της ουτοπίας.

Βάφτηκε κόκκινος ο πόνος

μέσα στις φλέβες

και κύλησε παντού

μεσ’ στο κορμί σου.

Σφάλισαν τα μάτια σου

κουρασμένα

απ’ τη μάταιη αναζήτηση

του ήλιου.

Τώρα που βούλιαξες

σ’ απύθμενο σκοτάδι

απέμειναν τα δάκρυά σου

βροχή

στη δική μου νύχτα

κι η ανάμνησή σου

στ’ όνειρά μου

λίγα ξερά φύλλα

που τα σκορπίζει

ο άνεμος.

 

Αναπόληση

Εδώ στέκομαι

στη μέση του χαρτιού

χωρίς κατεύθυνση

να βυθίζομαι

στο όνειρο

μ’ ένα άδειο πρόσωπο

σα μάσκα

και το κορμί μου

λευκό άγαλμα

που βουλιάζει

σε σκοτεινά νερά.

Τώρα μόνο ο ίσκιος μου

θα γονατίζει

στη μνήμη σου.

 


Μοιρολόι

Το βλέμμα σου

κρατώ

σφιχτά

στη μνήμη

τώρα που χάθηκες

στα σύννεφα

του πόνου.

Το γέλιο σου

φορώ

πάνω

στα χείλη

τώρα που πέταξες

σε μαύρο ουρανό.

Τα λόγια σου

μιλώ

μέσα

στο στόμα

τώρα που σώπασες

και δεν έχει

η φωνή σου

γυρισμό.

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Γι’ αυτό που είμαι σίγουρη για μένα είναι πως αγαπάω με ερωτικό πάθος τον Άνθρωπο.
Κατερίνα Γώγου

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

22/6/1973 Ανέβηκε στο θέατρο "Αθήναιον" η θεατρική παράσταση "Το Μεγάλο μας Τσίρκο" του Ιάκωβου Καμπανέλλη σε σκηνοθεσία Κώστα Καζάκου, με το ίδιο και τη Τζένη Καρέζη στους πρώτους ρόλους και το Νίκο Ξυλούρη στα τραγούδια του Σταύρου Ξαρχάκου. Ένα έργο καταδίκη της χούντας, λίγο πριν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και την πτώση της
23/6/2005 Έφυγε από τη ζωή ο ποιητής Μανώλης Αναγνωστάκης