106 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
25.04.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Ο χρόνος της φθοράς | Μέρος 4ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά


Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Χριστίνα. Μια γυναίκα λίγο μετά τα τριάντα που θεωρεί την έννοια της φιλίας το μεγαλύτερο αγαθό. Έχει καταφέρει να έχει κοντά της τρεις αγαπημένες φίλες και έναν αδερφικό φίλο που είναι πάντα στο πλευρό της.
Τη Μαρία , την Βίκυ , την Ελένη και τον Ανέστη. Όταν όμως γνωρίζεται με την Μαριάννα Αλεξάκη η ισορροπία στη ζωή της χάνεται. Εκείνη είναι ένα παιδί 23 χρόνων που δουλεύει στον εκδοτικό οίκο του πατέρα της. Έχει θέσει πολύ ψηλούς στόχους για να γίνει συγγραφέας  και θέλει να κάνει μεγάλη καριέρα σε αυτό. Η Μαριάννα σε αντίθεση με την Χριστίνα δεν εμπιστεύεται κανέναν , δεν κάνει φιλίες , φοβάται την μοναξιά  και προσπαθεί να κάνει τους γονείς της να την προσέξουν.
Οι δυο γυναίκες δένονται με μια φιλία και μια δυνατή αγάπη από την αρχή της γνωριμίας τους. Όμως η Μαριάννα απασχολημένη με το κτίσιμο της καριέρας της, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα υψηλά στάνταρ της Χριστίνας για τη φιλία.
Δυο διαφορετικές γυναίκες και δυο ξεχωριστές πορείες. Ένας κύκλος φιλίας  που ξεκινά με τη γνωριμία των δύο γυναικών , συνεχίζεται με τα ψυχικά προβλήματα της Μαριάννας , για να καταλήξει στο φευγιό της Χριστίνας και την τελική τους επανασύνδεση.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
    
Η  Βίκυ διάβαζε ένα βιβλίο στο δωμάτιο της , όταν άκουσε το κουδούνι της πόρτας να χτυπά.
-Μαμά ανοίγεις;- φώναξε αλλά δεν πήρε απάντηση. Σηκώθηκε και άνοιξε. Αντίκρισε έναν άντρα  γύρω στα τριάντα οχτώ με όμορφα γαλανά μάτια. Εκείνος την κοίταξε μέσα στα μάτια και χαμογέλασε πλατιά. Η Βίκυ ένιωσε τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια της. Μπόρεσε όμως να βρει την αυτοκυριαρχία της και του μίλησε.
-Παρακαλώ , ο κύριος;-
-Γιώργος.  Αποστόλου. Εδώ είναι του κυρίου Γληνού; -
-Ο πατέρας μου δεν βρίσκεται σπίτι αυτή την στιγμή.-
-Όχι , όχι ….τον αδερφό σας θέλω. Είναι μέσα; Έχουμε ραντεβού.- την διέκοψε ο άντρας.
-Ναι εδώ είναι. Θα πρέπει να βρίσκεται στο μπάνιο ακόμα. Μην περιμένετε έξω. Σας παρακαλώ περάστε μέσα .- του είπε ευγενικά  και παραμέρισε για να περάσει εκείνος. Τον πήγε στο καθιστικό και προσφέρθηκε να τον κεράσει ένα ποτό.
-Δεν θα έλεγα όχι για ένα ουίσκι , αν σας βρίσκεται βέβαια.-
-Φυσικά κύριε Αποστόλου. Δυο λεπτά μόνο θα κάνω. Θέλετε πάγο;-
-Ναι και αν θέλεις το Γιώργος μ’ αρέσει περισσότερο. Αυτός ο πληθυντικός κάνει τη συνομιλία κάπως ψυχρή.-
-Πολύ καλά λοιπόν Γιώργο , εγώ είμαι η Βίκυ.- του είπε και του έδωσε το ποτό. Κάθισε απέναντι του.
-Χάρηκα πολύ Βίκυ .- της είπε και χαμογέλασε.
-Δεν θα αργήσει ο αδερφός μου. Όταν μπαίνει στο μπάνιο ξεχνάει να βγει. Θα σου κάνω παρέα , μέχρι ο Αντρέας να εμφανιστεί.- του είπε χωρίς να μπορεί να κρύψει την αμηχανία της. 
-Δεν μου είχε πει ο Αντρέας πως είχε μια τόσο όμορφη αδερφή.- της απάντησε ο Γιώργος και την κοίταξε ξανά μέσα στα μάτια. Εκείνη την στιγμή εμφανίστηκε ο Αντρέας.
-Α! ήρθες απ’ ότι βλέπω. Γνωρίστηκες και με την αδερφή μου; -
-Ναι και την βρήκα υπέροχη. Γιατί δεν μου την είχες αναφέρει ποτέ;-
-Γατί θα την έβρισκες υπέροχη.- είπε ο Αντρέας και γέλασε πονηρά.
-Εμένα θα με συγχωρήσετε. Έχω αφήσει μια δουλειά σε εκκρεμότητα. Γιώργο χάρηκα πολύ για την γνωριμία.- τους είπε και άπλωσε το χέρι της να τον χαιρετήσει.
-Εγώ χάρηκα περισσότερο. Τι λες βγαίνουμε αύριο για καφέ; Είναι μια ευκαιρία να γνωριστούμε καλλίτερα.- της απάντησε και της έσφιξε το χέρι. Η  Βίκυ ένιωσε το αίμα της να παίρνει φωτιά.
-Και βέβαια. – του είπε χωρίς να το σκεφτεί.
-Στις οχτώ είναι καλά;-
-Ναι , θα είμαι έτοιμη.- του απάντησε και ο Αντρέας έμεινε να τους κοιτά σα χαμένος.
Πηγαίνοντας προς το δωμάτιο της η Βίκυ συνειδητοποίησε τι γκάφα είχε κάνει. Ο Γιώργος ήταν ένας άγνωστος φίλος του αδερφού της.  Ουδέποτε ο Αντρέας της είχε κάνει γνωστή την ύπαρξη του. Και εκείνη είχε δεχτεί να βγει μαζί του έτσι. Στα ξαφνικά. Και η Βίκυ δεν ήταν ποτέ τόσο άνετη με τους άντρες. Ήταν πολύ επιφυλακτική , και τους περνούσε από το κόσκινο. Ό αποτυχημένος γάμος της καλλίτερης φίλης της , την είχε σημαδέψει από παλιά. Ο Μάνος είχε μπει σαν τον σίφουνα στην ζωή της Χριστίνας , την είχε παρασύρει , την είχε πληγώσει και μετά είχαν χωρίσει. Και αυτό ήταν ένα γεγονός που  την είχε βάλει σε σκέψεις. Ότι λάμπει συνήθως δεν είναι χρυσός. Έπιανε όμως τον εαυτό της να μην μπορεί να αντισταθεί στην γοητεία εκείνου του άντρα. Η Βίκυ στα τριάντα δύο της δεν είχε ερωτευθεί ακόμα. Είχε βέβαια καλή ερωτική ζωή , αλλά τίποτα πιο σοβαρό. Όχι πως την απασχολούσε ο γάμος και η οικογένεια , αλλά θα ήθελε κάτι μόνιμο και σταθερό. Κάτι που να την ολοκλήρωνε. Δεν είχε όμως βρει κάποιον που να είναι ,τόσο άντρας όσο θα ήθελε εκείνη. Άντρας που ο λόγος του να είναι βαρύς σαν τον βράχο. Που να εμμένει στις αποφάσεις του , αφού πρώτα τις είχε ζυγιάσει καλά. Που να παραδέχεται τα λάθη του και να μην  θεωρούσε υπεύθυνους τους άλλους για την ατυχία του. Που να μην φοβόταν τις προκλήσεις  και κυρίως να μην έλεγε ψέματα για τα πραγματικά του συναισθήματα.  Τα σκεφτόταν όλα αυτά εκείνη την στιγμή η Βίκυ και απλώς χαμογέλασε πλατιά. Τέτοιοι άντρες είχαν εκλείψει προ πολλού. Δεν υπήρχε πλέον αυθεντικότητα και οι σχέσεις των δύο φύλλων είχαν μπει στα στεγανά και ασφυκτικά όρια μιας καριέρας. Όλοι προσπαθούσαν να την χτίσουν , για να χάσουν στην πορεία τον εσωτερικό τους κόσμο και να βυθιστούν στην λαίλαπα των νευρώσεων και των άθλιων ερωτικών συνευρέσεων. Γιατί ήταν και αυτό ένα γεγονός. Η ερωτική ζωή είχε πάρει φθίνουσα πορεία. Ελάχιστοι έκαναν έρωτα γιατί το ένιωθαν. Οι περισσότεροι έκαναν , γιατί έπρεπε να κάνουν κάποια στιγμή. Τώρα αν έφταναν στην αποκορύφωση αυτό ήταν αλλουνού παπά ευαγγέλιο. Και όταν ένας άντρας δεν τελειώνει κάτι που αρχίζει, τότε να μην του έχεις εμπιστοσύνη.
-Ας είναι. Θα δούμε τι φρούτο είναι αυτός ο Γιώργος και η προχωράμε , η τον στέλνω πακέτο στη μαμάκα του.- είπε μόνη της και κάθισε να διαβάσει το βιβλίο , που είχε αφήσει στη μέση.

Η Μαριάννα έπινε  τον καφέ  της στο διαμέρισμα. Το τραπέζι του καθιστικού φιλοξενούσε διάφορα βιβλία. Το τασάκι ήταν γεμάτο αποτσίγαρα και ο καφές κόντευε να τελειώσει. Έκανε ένα διάλλειμα. Σηκώθηκε και έβαλε μια δόση γαλλικό καφέ. Καθώς τον ανακάτευε , θυμήθηκε έντονα εκείνη την νύχτα με την Χριστίνα ,που έκαναν και οι δυο τους κατάθεση ψυχής. Πήγε στην κρεβατοκάμαρα της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Κοίταζε και ξαφνικά μούντζωσε τον εαυτό της. Η Μαριάννα του καθρέφτη την κοιτούσε σαν χαζή.
-Να ηλίθια. Τι σε έπιασε , μου λες , να τα πεις όλα;-
Το είδωλο της δεν ήξερε τι να απαντήσει. Δεν μπορούσε να της πει πως εκείνη έφταιγε και όχι αυτό. Η Μαριάννα ξαναπήγε στο καθιστικό. Άναψε τσιγάρο. Και έφερε στο νου της όλα όσα είχαν πει και αναλύσει εκείνη τη βραδιά , πρώτα στο κινέζικο και μετά στο σπίτι της. Μα πως είχε εμπιστευτεί σε μια ξένη κομμάτια από την παιδική της ηλικία και την δυσαρέσκεια της για τον χαρακτήρα της μητέρας της; Πως είχε μπορέσει να της πει πως έκανε τα πάντα , για να  πάρει ένα μπράβο από τον Αλεξάκη; Και μετά να αναφέρει τον Αλέξη και τους προηγούμενους άντρες της ζωής της; Δεν ήταν έτσι η Μαριάννα. Δεν εμπιστευόταν κανέναν και τίποτα στην ζωή της. Και ξαφνικά γνωρίζει την Χριστίνα και όλα αυτά  αλλάζουν.
-Τι με έπιασε τώρα και ζητάω φίλες και έχω κολλήσει ασφυκτικά στην Χριστίνα;
Δηλαδή θέλω να μπω σε βάσανα; Οι φίλοι κοιτάνε να σε ζηλεύουν , να σου βγάζουν τα μάτια  και να σε μαχαιρώνουν πίσω από την πλάτη σου. Τα θέλω όλα αυτά να τα ζήσω; Αλλά γιατί τώρα;  Και γιατί με την συγκεκριμένη γυναίκα; Τι βρήκα στην Χριστίνα που , δε βρήκα όλα αυτά τα χρόνια σε καμία άλλη;- είπε στον εαυτό της. Έσβησε το τσιγάρο και άναψε άλλο. Η Μαριάννα Αλεξάκη είχε τρομοκρατηθεί  με την εισβολή της Χριστίνας στην ζωή της. Μια βδομάδα είχε περάσει από τότε και παρόλο που  η φιλία τους είχε μεγαλώσει , δεν μπορούσε  να βγάλει από το μυαλό της το γεγονός πως ανοίχτηκε πολύ. Και αυτό ήταν ανήκουστο για τον  χαρακτήρα της. Η Μαριάννα δεν μιλούσε ποτέ για τον εαυτό της. Δεν ανοιγόταν. Ήταν άνθρωπος αυθόρμητος , με μεγάλο κύκλο γνωριμιών , αλλά ήταν και φοβερά καχύποπτη. Οι γνωριμίες μετά το σχολείο δεν κατάφεραν να γίνουν φιλίες. Δεν υπήρξε κάποια φίλη που να της πρόσφερε ένα αίσθημα ασφάλειας , για να ανοιχτεί έστω και λίγο. Με την Χριστίνα τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Από την πρώτη στιγμή που την είδε ένιωσε πως την ήξερε από χρόνια. Δίπλα της γνώρισε ασφάλεια και σιγουριά. Το κατάλαβε από εκείνη την νύχτα στο γραφείο του Ανέστη. Όταν την κοίταξε στα μάτια. Τα μάτια της Χριστίνας δεν είχαν δόλο η μοχθηρία. Δεν ήταν κουτοπόνηρα. Ήταν και τα δυο μαζί σαν μια λίμνη με καθάρια  ήρεμα νερά. Τότε τι φοβόταν; Φοβόταν την δέσμευση της φιλίας. Η Χριστίνα πίστευε σε εκείνη με όλη της την καρδιά. Η Μαριάννα δεν είχε ιδέα τι είναι να μοιράζεσαι τα όνειρα , τους φόβους τις χαρές και τις λύπες με κάποιον άλλο. Το θεωρούσε κουτό ένας άνθρωπος να ξέρει και τις πιο κρυφές σου σκέψεις. Έτσι θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί από το πιο αθώο ψέμα , ως το πιο μεγάλο μυστικό. Και εκείνη είχε πει σχεδόν τα πάντα. Σιχάθηκε τον εαυτό της που παρασύρθηκε. Την πλήγωνε αυτό. Τόσα χρόνια άμυνα προς τους ανθρώπους πήγαν χαμένα μέσα σε μερικές ώρες. Η Μαριάννα Αλεξάκη ένιωσε το στομάχι της να ανακατεύεται. Σηκώθηκε γρήγορα και μπήκε στο μπάνιο όπου και ξέρασε. Όταν μισή ώρα αργότερα βγήκε έστειλε μήνυμα στην Χριστίνα.
-Το Σάββατο το μεσημέρι θα έρθω στην Πάτρα. Κανόνισε να με παραλάβεις από κάπου. Δεν το ξέρω το σπίτι σου. Και στον Ανέστη είχα πάει βράδυ. Δεν θυμάμαι τίποτα από την πόλη. Το βράδυ θα βγούμε για ξίδια. Κερνάω εγώ βέβαια.-
Η απάντηση της Χριστίνας ήρθε λίγα λεπτά αργότερα.
-Πάμε όπου θέλεις , αλλά κερνάω εγώ. Είμαι η μεγαλύτερη σε ηλικία και επιβάλλεται.-
<<Τώρα πια δεν γίνεται να κάνω πίσω. Έχω εκτεθεί όσο και αυτή. Αν είναι να μου την φέρει , ας μου την φέρει. Έτσι θα έχω ένα καλό λόγω για όποιον ξινίσει που θα μάθει πως δεν έχω αποκτήσει φίλους. Και αυτό που θα μου δώσει χαρά  θα είναι πως εγώ έχω δίκιο. Φιλία δεν υπάρχει. >> είπε  από μέσα της. Το στομάχι της είχε ηρεμήσει. Αισθανόταν μια χαρά. Έβαλε λίγο καφέ ακόμα και ξαπλώθηκε στον καναπέ.
Το Σάββατο δεν άργησε να έρθει. Η Χριστίνα είχε πάει με τα πόδια ως την εκκλησία του Αγ. Ανδρέα. Εκεί είχαν δώσει ραντεβού οι δυο γυναίκες. Η Μαριάννα το βρήκε εύκολα. Η Χριστίνα δυσκολεύτηκε να την αναγνωρίσει. Η μηχανή της Μαριάννας ήταν μια μαύρη ΚLV  KAWASAKI  1000. Όταν σταμάτησε μπροστά της και έβγαλε το κράνος και τα γάντια η Χριστίνα την κοιτούσε σαν χαζή. Ίσως να περίμενε να δει την Μαριάννα με την Πόρσε του πατέρα της. Αντί αυτού είχε μπροστά της μια πανέμορφη μηχανή. Μια από εκείνες που ονειρευόταν μια ζωή να καβαλήσει. Η μηχανή άστραφτε από γυαλάδα και καθαριότητα , η Μαριάννα γελούσε με την σαστιμάρα της  και η Χριστίνα εξακολουθούσε να μην ξέρει τι να πει.
-Δε μου λες τι έπαθες; Περίμενα να με υποδεχτείς με χαρά. Πρώτη φορά βλέπεις μηχανή στη ζωή σου;- είπε η Μαριάννα και κατέβηκε.
-Μα …μα … όχι και βέβαια όχι….ξέρεις δεν σε περίμενα έτσι.-
-Πως έτσι δηλαδή; Τι έχω;-
-Τίποτα βρε Μαριάννα μου. Να χάζεψα με την μηχανή σου. Είναι μια γλύκα. Μια τέτοια ονειρεύομαι να πάρω κάποια στιγμή. Καλώς όρισες. Χαίρομαι που σε βλέπω. Θα είσαι κουρασμένη για αυτό θα πάμε κατευθείαν στο σπίτι μου. Έχω φτιάξει μουσακά. Θα πεινάς φαντάζομαι.-
-Δε λες τίποτα. Και μ’ αρέσει ο μουσακάς. Γλύφω από τώρα τα δάχτυλα μου.-
-Λοιπόν θα ανέβω στη μηχανή και θα σου λέω από πού να πας για το σπίτι μου.-   
       -Εντάξει. Ανέβα.  Φύγαμε. – είπε η Μαριάννα και η μηχανή πετάχτηκε μπροστά. Πέρασαν μέσα από το κέντρο της πόλης. Παντού υπήρχε πολύ κίνηση μιας και ήταν Σάββατο και τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά ακόμα. Λίγο αργότερα έφτασαν στην μονοκατοικία της Χριστίνας. Η Μαριάννα κλείδωσε την μηχανή και πήρε μια μικρή βαλίτσα με τα απαραίτητα που είχε φέρει για το διήμερο. Η Χριστίνα την πέρασε στο σπίτι.
-Αυτό είναι το φτωχικό μου. Ελπίζω να σου φανεί άνετο. Βέβαια δεν είναι πολύ μεγάλο , σαν το δικό σου.-
-Είναι μια χαρά. Εσύ το διακόσμησες;- την ρώτησε κοιτάζοντας  ένα γύρο όλα τα δωμάτια , η Μαριάννα.
-Ναι. Ξέρεις δεν το ήθελα φανταχτερό. Όπως βλέπεις έχει λίγα έπιπλα και πολύ ελεύθερο χώρο για να κινούμαι με ευκολία.-
-Μου αρέσει ο συνδυασμός πίνακες με αφίσες κινηματογραφικές , που έχεις βάλει. Κάτι ανάλογο έχω κάνει και εγώ. Θα το πρόσεξες φαντάζομαι στο σπίτι μου.-
-Ναι το είδα. Μόνο που οι δικοί σου πίνακες μάλλον θα είναι αυθεντικοί. Εμένα είναι απλά χαρτιά.-
-Εντάξει ο μπαμπάς ήθελε να μου χαρίσει κάποιους από την σπάνια συλλογή του. Δεν του χάλασα το χατίρι. – είπε γελώντας εκείνη.
-Το είχα φανταστεί. Δηλαδή ο Μονέ  και ο Πόλλοκ είναι αυθεντικοί έτσι; Σε ζηλεύω. Είσαι τυχερή.-
-Μπα μη το λες. Από μια άποψη μπορεί να είμαι τυχερή. Από άλλη όμως θα ήθελα να είχα την δική σου τύχη.- της απάντησε θλιμμένα η Μαριάννα. Η Χριστίνα γύρισε αλλού την συζήτηση. Είδε πως το κέφι της καινούργιας της φίλης άλλαζε από την μια στιγμή στην άλλη.
-Λοιπόν θα πάω την βαλίτσα στο υπνοδωμάτιο που θα κοιμηθείς εσύ. Είναι δίπλα στην δική μου κρεβατοκάμαρα. Μετά αν θέλεις κάνε ένα μπάνιο και τρώμε. Μου έχει φύγει το στομάχι από την πείνα.-
-Θα κάνω μπάνιο μετά. Ας φάμε πρώτα. Πεινάω σαν λύκος.-
-Τότε κυρία μου , να πλύνετε τα χέρια σας και να έρθετε στο τραπέζι.- είπε γελώντας η Χριστίνα. Η Μαριάννα μπήκε στην τουαλέτα και η Χριστίνα  ετοίμασε μια σαλάτα. Έβαλε λίγη φέτα σε ένα πιάτο και έκοψε ψωμί. Μετά έβγαλε δυο ποτήρια , πιρούνια  και σερβίρισε το φαγητό. Η Μαριάννα την παρακολουθούσε σιωπηλή να τα ετοιμάζει όλα πολύ γρήγορα.
-Φυσικά δεν θα ήθελες να σε βοηθήσω. Έτσι δεν είναι;- την ρώτησε.
-Όχι δεν χρειάζομαι βοήθεια. Είσαι προσκεκλημένη μου και οφείλω να τα κάνω όλα εγώ. Άλλωστε με ευχαριστεί να φροντίζω όσους θεωρώ φίλους μου.- της απάντησε και χαμογέλασε.
-Μμμμμ, μυρίζει υπέροχα. Λοιπόν ,καλώς  σε βρήκα Χριστίνα μου. Τώρα θα φάω και μην τολμήσεις να με διακόψεις.- της είπε γελώντας και ρίχτηκε στο φαγητό. Η Χριστίνα έκανε το σταυρό της και έφαγε ήσυχα παρατηρώντας την Μαριάννα να τρώει σε απίστευτα  γρήγορους ρυθμούς. Σε λιγότερο από δέκα λεπτά είχε αδειάσει το πιάτο της είχε φάει μισό κιλό ψωμί και είχε πιει δυο ποτήρια κόκα κόλα.
-Να σου πω; Έχεις και άλλο; Πεινάω.- της είπε  σαν να την εκλιπαρούσε.
Η Χριστίνα γέλασε τρανταχτά.
-Μα και βέβαια Μαριάννα μου. Ολόκληρο ταψί έφτιαξα. Μπα σε καλό σου. Και δεν σου φαίνεται πως τρως πολύ. –
-Να μωρέ. Δεν τυχαίνει πάντα να τρώω σπιτικό φαγητό και όταν το βρίσκω το ταράζω. Δεν ξέρω να μαγειρεύω καθόλου Χριστίνα. Είμαι μια χαμένη. Έτσι δεν είναι; Έλα σε μένα μπορείς να το πεις. Η καινούργια σου φίλη είναι ένα μάτσο χάλια.-
-Τι λες βρε κορίτσι μου; Δεν είσαι χάλια. Απλά δεν έτυχε ποτέ σου να ασχοληθείς. Πως και δεν σου έδειξε η μητέρα σου; -  την ρώτησε και το πρόσωπο της Μαριάννας συννέφιασε. Η Χριστίνα ευχήθηκε από μέσα της να μην είχε πετάξει κοτσάνα. Η φίλη της μεταμορφώθηκε  μέσα σε δευτερόλεπτα. Η Μαριάννα  την κοίταξε μέσα στα  μάτια και της απάντησε.
-Ήταν πάντα απασχολημένη με τις δικές της δουλειές. Στο σπίτι μας έχουμε δυο μαγείρισσες και κανείς μας δεν  μαγειρεύει. Έχουμε και τρεις κηπουρούς. Έτσι κανείς μας δεν ξέρει από λουλούδια και φυτά. Έχουμε και τέσσερεις καθαρίστριες. Όπως καταλαβαίνεις μόνο να ντυνόμαστε και να φεύγουμε για την δουλειά ξέρουμε. Όλα τα άλλα τα φροντίζουν …. , άλλοι.-  είπε και κοίταξε το πιάτο της. Η Χριστίνα διέκρινε αμέσως  , πως μάνα και κόρη δεν θα έπρεπε να ήταν δεμένες.
-Και εγώ μη νομίζεις; Έτσι από σπόντα έμαθα. Καμιά Κυριακή παρακολουθούσα την μητέρα μου , όταν δεν είχα σχολείο. Συνήθως πίναμε καφέ στην κουζίνα και εκείνη συγχρόνως ετοίμαζε και το φαγητό. Και πόσες γυναίκες σήμερα ξέρουν να μαγειρεύουν; Όλες στην δουλειά είναι και χτίζουν την καριέρα τους. Που χρόνος για φαγητό.- απάντησε η Χριστίνα και  έβαλε ακόμα μια μερίδα στο πιάτο της Μαριάννας. Ευτυχώς που η όψη της είχε αλλάξει. Τα μάτια της όμως είχαν πάρει μια γκρίζα απόχρωση. Η Χριστίνα  αναρωτήθηκε γιατί η φίλη της , άλλαζε τόσο γρήγορα την διάθεση της.  Όταν μια ώρα πριν είχαν βρεθεί , ήταν ευδιάθετη. Όταν της έδειξε τους χώρους του σπιτιού έδειξε ενδιαφέρον για το πώς είχε διακοσμήσει και ξαφνικά στο φαγητό όταν ανάφερε την μητέρα της η Χριστίνα , απλά η Μαριάννα έπεσε στο μαύρο έρεβος , για να ξαναβγεί στο φως όταν η Χριστίνα έκανε πιο ανάλαφρη την συζήτηση. Ήταν πολύ περίεργες αυτές οι ψυχολογικές μεταπτώσεις και η Χριστίνα φρόντισε σε όλη τη διάρκεια του φαγητού να μην ρωτήσει τίποτα προσωπικό την φίλη της. Είχε φανεί άλλωστε καθαρά πως  το οικογενειακό περιβάλλον έκρυβε κάποιο πόνο που η Μαριάννα είχε φροντίσει να ξεχάσει. Κάτι την ενοχλούσε , σκεφτόταν η Χριστίνα καθώς έτρωγαν που δεν το αφήνει να βγει στην επιφάνεια. Ήταν όμως αποφασισμένη πως για την ώρα αυτό δεν την ενδιέφερε. Όλοι οι άνθρωποι είχαν προβλήματα. Και η Μαριάννα είχε τα δικά της.  Μετά το πέρας του φαγητού οι δυο γυναίκες αποσύρθηκαν στα δωμάτια τους για να ξεκουραστούν. Η Μαριάννα έπεσε ξερή για ύπνο και σηκώθηκε στις εννιά το βράδυ. Η Χριστίνα πέρασε τον χρόνο της διαβάζοντας ένα βιβλίο αστυνομικής λογοτεχνίας που είχε ξεκινήσει πριν από πέντε μέρες και δεν είχε καταφέρει  να το τελειώσει. Κατά τις πέντε πήγε στην κουζίνα και έφτιαξε έναν καφέ να πιει. Χτύπησε την πόρτα στο δωμάτιο της Μαριάννας , αλλά δεν πήρε απάντηση. Άνοιξε δειλά την πόρτα για να την δει να κοιμάται ανάσκελα με το ένα χέρι κάτω από το κεφάλι της. Η Χριστίνα χαμογέλασε και έκλεισε την πόρτα. Είχε ξεχάσει πως η φίλη της ήταν ακόμα μικρό παιδί. Λίγο μετά τα είκοσι δυο. Ακόμα δεν είχε ζήσει τίποτα. Η εικόνα της Μαριάννας που κοιμόταν αποτυπώθηκε στην μνήμη της Χριστίνας. Ίσως γιατί εκείνο το μεσημέρι στην Πάτρα η Μαριάννα κοιμόταν γαλήνια και η Χριστίνα την ένιωσε σαν κόρη της , που ήθελε φροντίδα και προστασία. Όλα εκείνο το μεσημέρι ξεκινούσαν με καλό οιωνό. Η Μαριάννα ήταν πολύ νέα. Η Χριστίνα είχε φτάσει στην ωριμότητα μιας τριαντάρας και κάτι, γυναίκας.  Συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις αναπτύσσετε μια φιλία που βασίζεται στην αλληλοκατανόηση. Η μικρότερη γυναίκα έρχεται πιο κοντά στην μεγαλύτερη για να συλλέξει γνώσεις , εμπειρίες , να πάρει συμβουλές. Η μεγαλύτερη προσδοκά να χαρίσει αγάπη και στοργή σε ένα πλάσμα που κάτω από άλλες συνθήκες ίσως να ήταν και κόρη της. Κάπως έτσι σκεφτόταν η Χριστίνα μπορούν να φτιαχτούν σχέσεις αλώβητες στον χρόνο της φθοράς. Τουλάχιστον είχαν κάποιες προοπτικές. Η μικρότερη συνήθως θαυμάζει και αγαπά την μεγαλύτερη. Την ακούει , θέλει να της μοιάσει. Την βλέπει σαν πρότυπο. Μόνο που η Χριστίνα δεν μπορούσε να ξέρει , πως κάτω από το δέρμα , τους ιστούς και το αίμα της Μαριάννας κρυβόταν ένας διάβολος , που περίμενε υπομονετικά να βγει από την φυλακή που τον είχαν κλεισμένο. Και ήταν παντοδύναμος. Τρεφόταν από τις σκέψεις , τα άγχη και τους φόβους της. Ρουφούσε την διανοητική της υπόσταση και την μετέτρεπε σε μιζέρια , σε μοναξιά , έκανε  τον κοινωνικό περίγυρο εχθρικό. Το μόνο λάθος της Μαριάννας ήταν να εμπιστευθεί την Χριστίνα. Να  την αφήσει να της γίνει απαραίτητη. Να κρεμαστεί ουσιαστικά επάνω της για όλα και τελικά εκείνη να απομακρυνθεί από την φιλία τους. Δεν το ήθελε η Μαριάννα αυτό , αλλά ο τρόμος προς τους ανθρώπους την ανάγκαζε να φερθεί σχεδόν σαδιστικά σε οτιδήποτε καλό την πλησίαζε. Το βασικό άγχος που από μικρή την στοίχειωνε είχε πάρει πια την μορφή εσωτερικής σύγκρουσης που την οδηγούσε σε νεύρωση. Το θέμα ήταν το εξής: ήταν μιας μορφής η νεύρωση που μεγάλωνε μέσα της , η εκείνη γεννούσε και άλλες; Η Χριστίνα χωρίς να το ξέρει είχε μπλεχτεί πολύ βαθιά. Όταν θα καταλάβαινε  θα ήταν πολύ αργά για να γυρίσει πίσω. Έτσι ήταν ο χαρακτήρας της. Της άρεσε να λύνει μυστήρια. Μόνο που τα μυστήρια της ζωής ήταν κομματάκι δυσκολότερα από άλλα. Η Χριστίνα θα χάριζε όλη της την ενέργεια  με αποτέλεσμα να χάσει την ψυχική της γαλήνη. Η Μαριάννα θα απομακρυνόταν όλο και περισσότερο , από την φιλία και τον ίδιο της τον εαυτό. Αλλά εκείνο το απόγευμα η Χριστίνα έπινε τον καφέ της στο τραπέζι της κουζίνας. Η φίλη της κοιμόταν και το βράδυ θα έβγαιναν να διασκεδάσουν. Και έτσι έγινε. Όταν έφτασαν στο μπαρ άρχισαν με ένα ποτό που στην συνέχεια έγιναν σφηνάκια και μετά τα εφτά η Χριστίνα δεν μπορούσε να δει μπροστά της. Είχε πολλά χρόνια να πιει. Εκείνο το βράδυ όμως ήπιε πολύ. Ούτε που το κατάλαβε. Περνούσαν πολύ καλά και γελούσαν συνέχεια. Η Μαριάννα είχε πολύ κέφι. Όταν δε ,μπήκαν ελληνικά τραγούδια σηκώθηκε και χόρεψε. Η Χριστίνα την καμάρωνε από την θέση της. Δεν ήξερε να χορεύει και δεν τα πήγαινε καλά με ελληνικά κομμάτια. Εκείνη κυρίως άκουγε ροκ. Τα τελευταία χρόνια απολάμβανε την κλασική μουσική. Την ηρεμούσε από την ένταση της ημέρας. Εκείνο το βράδυ όμως δεν είχε άλλη επιλογή. Απλά ευχόταν να κουραζόταν γρήγορα η Μαριάννα για να φύγουν. Η Χριστίνα  βέβαια δεν  ήταν ποτέ τυχερή. Έτσι όταν το ρολόι στο χέρι της έδειξε τέσσερεις τα χαράματα , η Μαριάννα αποφάσισε να φύγουν. Ευτυχώς που το μπαρ ήταν κοντά στο σπίτι  γιατί αλλιώς καμιά τους δεν θα το έβρισκε. Η Μαριάννα ήταν σε καλλίτερη μοίρα και έτσι βοήθησε την Χριστίνα να πάει στο κρεβάτι της. Την ξάπλωσε και της έβγαλε τα παπούτσια. Μετά την σκέπασε και είδε την γάτα να ανεβαίνει στο κρεβάτι. Η Μισέλ μύρισε για δευτερόλεπτα την Μαριάννα και ξάπλωσε στα πόδια της κυράς της.
-Να μου την προσέχεις μαλλιαρό πλασματάκι. Αν πάθει κακό με σένα θα τα βάλω. – Η γάτα χασμουρήθηκε και την πήρε ο ύπνος. Η Μαριάννα τις κοίταξε και τις δυο και συνειδητοποίησε πως λάτρευε την Χριστίνα. Ευχήθηκε μόνο να την αγαπούσε και εκείνη. Δεν θα της το έλεγε της Χριστίνας. Αυτό θα την έκανε να αισθάνεται γυμνή.
Ήξερε να κρύβει τα αισθήματα της για να προστατεύει τον εαυτό της. Όχι δεν θα της το έλεγε ποτέ. Καλλίτερα να μην γνώριζε , γιατί αν γνώριζε  ίσως το εκμεταλλευόταν. Ίσως να την πλήγωνε ανεπανόρθωτα και αυτό δε θα το άντεχε. Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που την είδε σαν φίλη και όχι σαν μια γνωριμία από την οποία θα κοίταζε να επωφεληθεί. Για αυτό και την αγαπούσε. Την εκτιμούσε για την καθαρότητα της ψυχής της. Αλλά δεν θα της έλεγε τίποτα. Την Χριστίνα την ήθελε για τον εαυτό της. Την χρειαζόταν. Ήθελε να την προσέξει , να ενδιαφερθεί. Κανείς ως εκείνη την στιγμή δεν την είχε κοιτάξει. Δεν την είχε αγαπήσει. Δεν την είχε πάρει μια αγκαλιά για να κουρνιάσει. Αλλά η Χριστίνα της φερόταν ευγενικά , προστατευτικά. Σαν άξια μάνα. Μάνα , είπε χαμηλά καθώς ξεντυνόταν για να πέσει στο κρεβάτι. Εκείνη δεν είχε μάνα. Μάνα δεν ήταν κάποια που σε γεννούσε , αλλά οποιαδήποτε ήταν κοντά σου σε όλες τις φάσεις της ζωής σου. Που σου έδινε αγάπη αληθινή. Αλλά η Μαριάννα δεν είχε αυτή την πολυτέλεια. Έκλεισε το φως με την μορφή της γυναίκας που την γέννησε στα μάτια της. Μετά την πήρε ο ύπνος. Έξω στην πόλη ξημέρωνε Κυριακή.

Μια μέρα μετά η Μαρία είχε τελειώσει τη δουλειά της. Ήταν τρεις το μεσημέρι όταν  έφυγε από το γραφείο της. Με τα πόδια πήγε μια βόλτα να χαζέψει στα μαγαζιά που ήταν κλειστά εκείνη την ώρα. Μετά θα πήγαινε στο σπίτι της για να ξεκουραστεί. Κοιτούσε ένα όμορφο ταγιέρ όταν κάποιο αμάξι της κορνάρισε. Η Μαρία δεν έδωσε στην αρχή σημασία. Όταν όμως η κόρνα ακούστηκε πιο δυνατά την επόμενη φορά , γύρισε το κεφάλι της και αντίκρισε τον Νίκο. Είχε παρκάρει και της έκανε νόημα να πάει κοντά του. Άνοιξε το παράθυρο του αυτοκινήτου και της μίλησε.
-Τι κάνετε; Με θυμάστε; Θέλετε να σας πάω κάπου;- ήταν ο Νίκος Κωνσταντινίδης και η Μαρία δεν τον είχε ξεχάσει.
-Τι κάνετε; Και βέβαια σας θυμάμαι. Μια βόλτα έκανα στα μαγαζιά και πάω σπίτι μου. Μην κάνετε τον κόπο. Είναι λίγο μακριά από το κέντρο της πόλης. Σας ευχαριστώ που προσφερθήκατε. –
-Μα σας παρακαλώ. Δεν είναι κόπος για μένα. Και εγώ προς το σπίτι μου πηγαίνω. Ελάτε μέσα.- η Μαρία μην μπορώντας να αρνηθεί , άνοιξε την πόρτα και κάθισε στο μπροστινό κάθισμα. Ο Νίκος την κοίταξε και χαμογέλασε. Τα μάτια του αγκάλιασαν όλο το κορμί της Μαρίας. Εκείνη ρίγησε.
-Ευχαριστώ , αν και δεν έπρεπε. Σίγουρα θα έχετε κάτι καλλίτερο να κάνετε.-
-Εγώ θεωρώ πως αυτό που κάνω τώρα με ευχαριστεί πολύ. Και ας αφήσουμε τον πληθυντικό. Συνήθως απομακρύνει τους ανθρώπους.- της είπε και το αμάξι ξεκίνησε. Πέρασε μέσα από το κέντρο της πόλης και συνέχισε την πορεία του και έξω από αυτή. Ο Νίκος άρχισε να της λέει για την δουλειά του και την οικογένεια του. Ήταν ο μικρότερος μετά από δυο μεγαλύτερα αγόρια. Τα δυο του αδέρφια ζούσαν στην Γερμανία , με τις οικογένειες τους. Είχε τέσσερα ανίψια , και το μεγαλύτερο  η Αμαλία σπούδαζε γιατρός. Αυτό το είπε με πολύ καμάρι ο Νίκος και συνέχισε να της λέει πως σπούδασε  αρχιτέκτονας , και πως οι γονείς του είχαν πεθάνει. Ζούσε μόνος του στο πατρικό τους μια μονοκατοικία με πολλά λουλούδια. Όσο εκείνος μιλούσε η Μαρία ανακάλυψε πόσο της άρεσε η φωνή του. Ήρεμη και μπάσα. Ήταν ερωτική. Σίγουρα αυτό ήταν. Ερωτική και ερεθιστική. Ηχούσε στα αυτιά της σαν το κύμα που ξεβράζεται σε μια αμμουδερή παραλία. Μέχρι να φτάσουν στο σπίτι της ο Νίκος είχε πει τα πάντα για τον εαυτό του. Και εκείνη ελάχιστα. Θα έπρεπε να ήταν πιο ανοιχτή …..
-Θα ήθελα να τα ξαναπούμε , αν δεν σε πειράζει.-
-Πώς; …..ναι βέβαια.- είπε εκείνη σαν να ξύπνησε από όνειρο. Αυτή είναι η κάρτα μου και έχει το νούμερο του κινητού μου. Αν κάποια στιγμή θελήσεις παρέα , πάρε με.-
-Και εγώ θα ήθελα να σε ξαναδώ.- του απάντησε. Άνοιξε την πόρτα του χαμογέλασε και μπήκε στο σπίτι της. Μέχρι να αφήσει την τσάντα της στο τραπέζι της κουζίνας είχε αποφασίσει να βγει μαζί του. Θα τον έπαιρνε τηλέφωνο το Σάββατο. Θα έπαιρνε και την Χριστίνα. Ήθελε να της τα πει. Ο Νίκος οδηγούσε και σφύριζε έναν εύθυμο σκοπό. Αισθανόταν πολύ καλά. Σαν να πετούσε. Ένιωθε ανάλαφρος σαν πούπουλο. Η Μαρία έφταιγε. Σίγουρα αυτή η γυναίκα είχε κάτι επάνω της που τον ενθουσίαζε. Του άρεσε πολύ. Τώρα το μόνο που σκεφτόταν ο Νίκος ήταν εάν και πότε εκείνη θα έπαιρνε τηλέφωνο.
Η Βίκυ ήταν με τον Γιώργο. Είχαν βγει για τρίτη φορά και δεν έκρυβε τον ενθουσιασμό της. Είχαν βγει για καφέ. Ο Γιώργος στα τριάντα οχτώ  του ήταν ιδιοκτήτης μιας αλυσίδας αθλητικών μαγαζιών. Είχε ήδη τρία στην Αθήνα ένα στην Θεσσαλονίκη και ετοιμαζόταν να ανοίξει ένα καινούργιο στην Πάτρα. Θα γινόταν συνέταιρος με τον αδερφό της Βίκυς  μιας και γνωριζόντουσαν από τον στρατό. Ο Αντρέας είχε πουλήσει την δική του επιχείρηση μια καφετερία και άνοιγε τα πανιά του για το εμπόριο αθλητικών ειδών. Η Βίκυ με τον Γιώργο συζητούσαν διάφορα θέματα. Ήταν ενημερωμένος και του άρεσε να αναλύει. Διάβαζε πολύ ποίηση και μυθιστορήματα και το αγαπημένο του άθλημα ήταν η κωπηλασία. Σε αυτήν όφειλε και το γεροδεμένο του σώμα. Σε σχέση με τη Μαρία , η Βίκυ κατάλαβε από πολύ νωρίς πως ήταν ερωτευμένη. Δε μπορούσε να το κρύψει , αλλά ούτε και ο Γιώργος. Ήταν η πρώτη φορά που και οι δυο αισθανόντουσαν έτσι.

Το τηλέφωνο στο σπίτι της Χριστίνας χτύπησε τρεις φορές μέχρι να το σηκώσει.
-Ναι;-
-Έλα Χριστίνα μου η Βίκυ είμαι. Είσαι καλά; Μήπως ενοχλώ;-
-Όχι μωρό μου. Απλά με έβγαλες από το μπάνιο-
-Κλείνω τότε και σε παίρνω σε δέκα λεπτά.-
-Συμβαίνει κάτι; Να ανησυχώ;-
-Όχι καλέ. Έχω κάτι καλό να σου πω. Σε παίρνω σε δέκα.- της είπε και το έκλεισε.
Η Χριστίνα μπόρεσε ευτυχώς να στεγνώσει τα μαλλιά της , όταν το τηλέφωνο ξαναχτύπησε.
-Λοιπόν; Είσαι έτοιμη;-
-Θα με σκάσεις σήμερα. Ναι είμαι έτοιμη. Για ρίξε τώρα την βόμβα.-
-Αγάπη μου πριν από δέκα μέρες και κάτι γνώρισα έναν υπέροχο άντρα. Είμαι ερωτευμένη στο φουλ. –
-Κάτσε βρε κορίτσι μου. Πως τα είπες όλα τόσα απότομα. Για μισό λεπτό να έρθω στα ίσια μου. Προσπάθησε να μου τα πεις όλα από την αρχή.- της απάντησε και για δέκα λεπτά η Βίκυ της εξήγησε τα πάντα.
-Μάλιστα. Το βρίσκω καταπληκτικό το όλο θέμα. Δε μου λες το κάνατε;- ρώτησε πονηρά η Χριστίνα.
-Χριστίνα μου τι λες; Τέσσερεις φορές έχουμε βγει όλες και όλες.-
-Ε! και; Δεν σου φάνηκαν αρκετές; Η φίλη μου η Μαριάννα θα το είχε κάνει με την πρώτη.-
-Αυτή είναι μικρή και τρελή. Δεν έχουμε τα ίδια χρόνια με την μικρή σου φιλενάδα. Είμαστε μεγαλύτερες και πιο ώριμες. Κάποια πράγματα τα φιλτράρουμε κάπως.-
-Πρόσεχε μόνο μήπως με το πολύ φιλτράρισμα μείνει ο έρωτας σου χωρίς θερμίδες. Το light  έχει άνοστη γεύση. –
-Σταμάτα πια …θεότρελη; Τι ήθελα και στα είπα; Τώρα θα μου σπάσεις τα νεύρα. Αλλά εγώ φταίω. Λες και δεν σε ξέρω.-
-Βίκυ μου ξέρεις ποιο ήταν πάντα το πρόβλημά σου;-
-Ποιο;-
-Ότι  όσο καιρό σε ξέρω , συμπεριφέρεσαι πάντα 20 χρόνια μετά την ηλικία σου. Τέλος πάντων. Να τον φέρεις να τον γνωρίσουμε. Και που είσαι. Αν δεν μου αρέσει να το ξέρεις δεν σε δίνω. Θα σε πάρει μόνο ο καλλίτερος , ο πιο πλούσιος και ο πιο όμορφος.-  Η Βίκυ γέλασε δυνατά.
-Εντάξει φιλενάδα. Σε ευχαριστώ για τις συνηθισμένες σου κακίες. Σε φιλώ.-
-Φιλιά μωράκι μου.- Η Χριστίνα έκλεισε το τηλέφωνο και γέλασε. Τα νέα της Βίκυς ήταν τα καλλίτερα των τελευταίων δεκαεφτά χρόνων που την ήξερε. Ευχήθηκε να πάνε όλα καλά και πήγε να μαζέψει το μπάνιο. Δεν πρόλαβε. Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά.
-Τι έγινε μάτια μου και άλλα νέα έχεις.- είπε νομίζοντας πως ήταν η Βίκυ.
-Που το ξέρεις. Βουλωμένο γράμμα διαβάζεις;- ακούστηκε  από την άλλη γραμμή η φωνή της Μαρίας.
-Μαρία μου εσύ είσαι; Και εγώ νόμισα πως ήταν η Βίκυ. Μόλις πριν λίγα δευτερόλεπτα κλείσαμε το τηλέφωνο και μου είπε τα πιο ωραία νέα που θα μπορούσα να ακούσω. Το ξέρεις πως βρήκε γκόμενο και πολύ καλό μάλιστα;-
-Μη μου το λες. Πότε καλέ;-
-Τώρα κοντά. Είναι δεν είναι δέκα μέρες. Δηλώνει ερωτευμένη παρακαλώ. Δεν είναι τέλειο;-
Α! για αυτό δεν έχει πάρει τηλέφωνο τόσες μέρες. Η βρώμα. Όλα μουλωχτά τα κάνει. Αλλά έτσι ήταν  πάντα. Ποτέ δεν έβγαζε λέξη για τα προσωπικά της. Χαίρομαι όμως. Και που να ακούσεις τα δικά μου. Εγώ βέβαια δεν δηλώνω ερωτευμένη ακόμα , αλλά για εκεί θα μου βγει , αν αφήσω τον εαυτό μου ελεύθερο.-
-Δε το πιστεύω. Μη μου λες τρέλες τώρα γιατί το έμφραγμα δε το γλυτώνω. Δηλαδή οι δυο πιο αγαπημένες μου φίλες το έπαθαν ταυτόχρονα; Και τώρα που το λες , εσύ μικρή παλιοβρόμα έχεις μια βδομάδα να με πάρεις τηλέφωνο.- είπε η Χριστίνα και γέλασε.
-Τώρα ένα δίκιο το έχεις. Μάλλον σε γράψαμε , αλλά ήταν για καλό. Θα μας συγχωρέσεις;- την παρακάλεσε ψεύτικα η Μαρία.
-Άντε. Θα κάνω την καρδιά μου πέτρα. Αλλά και οι δυο την ίδια χρονική στιγμή μου φέρνει λίγο από την <<Ζώνη του Λυκόφωτος>>.-
-Στον κόσμο σου εσύ. Πότε θα σταματήσεις να τα βλέπεις και να τα ξαναβλέπεις όλα αυτά; Δεν κουράστηκες;-
-Ποτέ ομορφιά μου. Αφού την ξέρεις την ανωμαλία μου. Λοιπόν σε ακούω.- της απάντησε η Χριστίνα και η Μαρία  είπε όλα τα τελευταία γεγονότα.
-Δεν ξέρω Χριστίνα , αλλά μ’ αρέσει τόσο που θα βάλω τις φωνές.- είπε ξέπνοα η Μαρία στο τέλος της διήγησης της.
-Α!  όχι , δεν θα βάλεις εσύ της φωνές . Εγώ θα τις βάλω που όλα αυτά μου φαίνονται σαν όνειρο.-
-Αλλά δεν είναι καλή μου. Ένα από τα παιχνίδια της μοίρας είναι και μάλιστα από τα πιο παράδοξα. Όπως και να έχει εγώ είμαι ευτυχισμένη που βρήκα τον Νίκο και η Βίκυ τον Γιώργο. Για σένα δε μιλάω. Ο Σταύρος είναι το καλό σου το άστρο.-
-Ευτυχώς που για μια φορά η  τύχη μου χαμογέλασε και μένα. Είχα απελπιστεί μετά τον χωρισμό μου με τον Μάνο. Πίστευα πως δεν θα έβρισκα άντρα με καλό χαρακτήρα. Με προσέχει πολύ.-
-Αυτό είναι αλήθεια. Δεν σκέφτεσαι όμως να κάνετε κάτι πιο μόνιμο; Να παντρευτείτε εννοώ.-
-Μαρία μου γνωρίζεις τις απόψεις μου σε αυτό το θέμα. Το έκανα μια φορά και δεν πρόκειται να το επαναλάβω , ακόμα και αν ο Σταύρος ήταν ο θεός. Είμαστε καλά έτσι.-
-Ναι αλλά αν εκείνος θελήσει παιδί; -
-Μπορεί να το κάνει με όποια θέλει. Όχι όμως μαζί μου. Δεν μου έχει καμία υποχρέωση η δέσμευση. Μην ξεχνάς πως είμαστε μαζί για να περνάμε καλά. Γιατί τώρα να βάλουμε μπελάδες πάνω στο κεφάλι μας; Τον αγαπώ , με λατρεύει τέλος.-
-Τι να σου πω βρε παιδί μου. Ορισμένες φορές  έχω την εντύπωση πως είσαι ακόμα μωρό παιδί. Πετάς στα σύννεφα και όλα βαίνουν καλώς. Και αν βρεθεί κάποια άλλη που θα του δώσει ότι του στερείς εσύ; Τότε τι γίνεται;-
-Θα πληγωθώ , θα κλάψω και μετά θα μου περάσει. Μα τι θέλεις να σου πω Μαρία μου; Έτσι γίνεται στη ζωή. Εσύ όμως φρόντισε από τώρα να του κάνεις καμιά ντουζίνα μωρά του Νίκου , έτσι ώστε να τον δέσεις για τα καλά.- συνέχισε η Χριστίνα και γέλασε δυνατά.
-Τι να σου πω τώρα; Είσαι απαίσια. Δεν είχα όρεξη να αραδιάζω από δω και από εκεί μωρά. Το ξέρεις πως ναι ,τα αγαπώ , δικά μου να μην είναι. Τέλος πάντων σιγά μην συγχυστούμε από τώρα. Νέες είμαστε ακόμα. Ας το γλεντήσουμε κάποια χρόνια. Η άλλη τι κάνει;-
-Ποια;-
-Η καινούργια. Η Αλεξάκη.-
-Ένα περίεργο πράγμα με σένα. Από την αρχή την αποκαλείς Αλεξάκη. Έχει όνομα ξέρεις.-
-Ναι το γνωρίζω , αλλά δεν μου βγαίνει το Μαριάννα. Λοιπόν τι κάνει;-
-Καλά είναι. Πριν από δυο εβδομάδες είχε έρθει Πάτρα. Έμεινε σπίτι μου. Βγήκαμε έξω , διασκεδάσαμε. Μόνο που…-
-Που , τι; Κάτι έγινε έτσι;-
-Μαράκι μου αυτό που με βάζει σε σκέψεις είναι πως αλλάζει πολύ γρήγορα η ψυχική της διάθεση. Εκεί που χαμογελά , αμέσως το πρόσωπο της συννεφιάζει και εκεί που θολώνει το μάτι της γελά με κέφι. Είναι παράξενες αυτές οι μεταπτώσεις.-
-Της είπες κάτι που ενδεχόμενος την πείραξε; Κατά λάθος εννοώ.-
-Όχι μωρέ. Λέγαμε πως δεν έχει ασχοληθεί με την μαγειρική. Της άρεσε πολύ ο μουσακάς μου. Και εγώ της είπα πως μπορεί να ρωτήσει την μητέρα της για να μάθει. Ε! και εκεί σκοτείνιασαν όλα.-
-Θα πρέπει τότε να συμβαίνει κάτι με το οικογενειακό περιβάλλον. Την έχεις ρωτήσει για τους γονείς της;-
-Που να προλάβω. Όλες και όλες τρεις φορές έχουμε συναντηθεί  , αλλά  κάτι μου είχε πει για την μητέρα της. Πως δεν ενδιαφέρεται για την κόρη της.-
-Να μου το θυμηθείς. Δεν μου φαίνεται  σόι η καινούργια. Θα έχεις προβλήματα.-
-Πάντα προστατευτική απέναντι μου. Για χρόνια τώρα με προστατεύεις από τις κακές παρέες. Μην ανησυχείς. Μεγάλο κορίτσι είμαι. Τι θα μου κάνει η νεαρά;-
-Θα σε βάλει σε μπελάδες. Και εσύ τρελαίνεσαι να λύνεις γρίφους. Αλλιώς δεν θα μου έκανες λόγω για τις ψυχολογικές μεταπτώσεις της Αλεξάκη. Κάτι επάνω της σε τραβάει σαν μαγνήτης. Θα θελήσεις να λύσεις το μυστήριο που την περιβάλει και θα πληγωθείς μετά. Αυτό γίνεται πάντα. Θα ξεχάσω εγώ όταν ανακάλυψες εκείνον τον Λάβκραφτ και λίγο έλειψες να πεθάνεις από ασιτία;  Άσε που η έρημη η μάνα σου φοβόταν πως είχες μπλέξει σε παραθρησκευτικό κύκλωμα. Πόσα να σου θυμηθώ;  Η  τότε που έκλαιγες και  έβριζες όλο τον κόσμο που δεν έδωσαν το βραβείο ερμηνείας στην Μισέλ Φάιφερ για τα χρόνια της αθωότητας του Σκορσέζε; Θέλεις και άλλα; Σε ξέρω πως όταν σε παθιάζει κάτι , θα πρέπει να το ερευνήσεις για να έρθει η ισορροπία στη ζωή σου.-
-Το γεγονός πως ξέρεις τα πάντα για μένα καταντά εκνευριστικό.  Δεν πιστεύω όμως πως κρύβει κάτι τόσο ενδιαφέρον όσο ο Λάβκραφτ ας υποθέσουμε. Κάτι όμως την τρώει. Μπορεί να φταίει το οικογενειακό περιβάλλον. Εγώ πάντως με τόσα λεφτά θα ήμουν ευτυχισμένη.-
-Εσύ μπορεί. Όχι όμως και εκείνη. Οι πλούσιοι είναι η πιο άτυχη φάρα στον πλανήτη. Τα έχουν όλα αλλά δε τα βλέπουν. Θέλουν και άλλα που όταν τα αποχτήσουν απλώς τα πετάνε. Τέλος πάντων αρκετά ασχοληθήκαμε με αυτή. Τι λες πίνουμε ένα καφέ την Κυριακή; Θέλω να καλέσω σπίτι μου τον Νίκο και σε θέλω εδώ για να μου πεις μια γνώμη. Θα έρθεις;- την παρακάλεσε με νόημα η Μαρία.
-Και το ρωτάς ομορφιά μου; Τι ώρα ;-
-Στις εφτά είναι καλά;-
-Ναι . θα είμαι στην ώρα μου.-
-Εσύ έλα παρά δέκα. Να είσαι εδώ όταν θα τον υποδεχτώ.-
-Ότι πεις. Χαλάω εγώ χατίρι στην αγάπη μου;- είπε η Χριστίνα και έκλεισαν το τηλέφωνο. Η Μαρία έφτιαξε καφέ και κάθισε στο σαλόνι να δει μια ελληνική κωμωδία. Όμως δεν μπορούσε να μην σκεφτεί την Χριστίνα. Την αγαπούσε πολύ και ήξερε πως οι περισσότεροι την είχαν πληγώσει. Η φίλη της ήξερε να δίνει και ποτέ της δεν έπαιρνε , αλλά ούτε και ζητούσε. Η Μαρία ήταν αυτόπτης μάρτυς στους λιγοστούς της έρωτες. Την είχε δει να κλαίει αλλά και να συγχωρεί  αμέσως , που πολλές φορές είχε ορκιστεί να την σκοτώσει. Και αυτό γιατί έκανε κακό στον εαυτό της. Και ξαφνικά εκεί που όλα ήταν ήρεμα σκάει μύτη η Αλεξάκη. Τι ήθελε τώρα αυτή; Καλά ήταν η Χριστίνα για χρόνια ολόκληρα μετά τον χωρισμό της από τον Μάνο. Εκείνες οι στιγμές να μην γυρνούσαν ποτέ πίσω. Η Χριστίνα πέρασε πολλά μέχρι να στηθεί στα πόδια της. Και όμως χώρισαν σαν δυο καλοί φίλοι. Ε! λοιπόν αυτό η Μαρία δεν θα το έκανε ποτέ της. Θα τον είχε βρίσει και θα τον έστελνε στα τσακίδια. Μα πως μπόρεσε να χωρίσει φιλικά μαζί του , όταν την είχε απογοητεύσει σε όλα; Και η Χριστίνα πως μπορούσε να ξεχάσει τόσο εύκολα; Η Μαρία δεν το είχε καταλάβει ποτέ της αυτό. Και τώρα η Αλεξάκη. Αυτή σίγουρα θα έκανε άνω κάτω την ηρεμία της Χριστίνας. Η σχέση τους ξεχώριζε. Από την νύχτα στο σπίτι του Ανέστη , το κατάλαβε. Τις κοιτούσε που μιλούσαν ασταμάτητα και έδειχναν πως απολάμβαναν η μια την παρέα της άλλης. Όμως η Μαρία είχε αισθανθεί πως εκείνη η γυναίκα ήταν ψυχρή. Μια ρεαλίστρια. Δεν υπήρχε περίπτωση να δώσει στην φιλία αυτά  που η φίλη της ζητούσε. Η Χριστίνα ήταν ρομαντική και η Αλεξάκη γυναίκα που θα ακολουθούσε τους στόχους της , όσο μακριά και αν την πήγαιναν. Καθώς έπινε τον καφέ της ήξερε πολύ καλά πως στα χρόνια που θα ακολουθούσαν θα έδινε μάχη για να κρατήσει την Χριστίνα της υγιή. Η Αλεξάκη ήταν ο εχθρός. Δεν είχε ενδείξεις βέβαια , αλλά κάτι μέσα της την προετοίμαζε. Ο χρόνος θα δικαίωνε την Μαρία. Ήταν ο μόνος άνθρωπος που είχε καταλάβει πως ο αέρας που περιέβαλε την Αλεξάκη ήταν εκείνος της μούχλας.



Η ζωή κυλούσε ήρεμα στην Πάτρα. Οι μήνες ερχόντουσαν και έφευγαν , οι εποχές άλλαζαν. Μια γυναικεία φιγούρα καθόταν πάνω σε ένα βράχο και κοιτούσε την θάλασσα. Ήταν χειμώνας και εκείνη φορούσε ένα μαύρο μπουφάν , τζιν παντελόνι , μποτάκια , κασκόλ και γάντια. Το κρύο δεν την ενοχλούσε. Το ευχαριστιόταν. Τα μακριά ως τους ώμους μαλλιά της ήταν μαζεμένα προς τα πίσω με ένα φιόγκο. Ανάσαινε βαθιά , λες και ήθελε να βάλει στα πνευμόνια της όλη την αλμύρα της θάλασσας. Όλη την παγωνιά του χειμώνα. Ήταν πολύ πρωί μιας κρύας Κυριακής. Η Χριστίνα αγαπούσε την θάλασσα του χειμώνα. Θεωρούσε πως τότε έπαιρνε διάφορα χρώματα. Γκρίζα και πράσινη , σκούρα μπλε και χαλκοπράσινη , η άλλες φορές γαλάζια με λευκά κύματα. Το καλοκαίρι ήταν μόνο γαλάζια. Τίποτα το ενδιαφέρον. Από μικρή η Χριστίνα όταν ένιωθε προβληματισμένη , η είχε κακή διάθεση , πήγαινε μια βόλτα στη θάλασσα για να την δει. Είχαν περάσει δυο χρόνια από εκείνη τη νύχτα που η Χριστίνα είχε γνωρίσει την Μαριάννα. Η Μαρία είχε πέσει μέσα στις προβλέψεις της. Η Μαριάννα έδειξε τον καλό της εαυτό μόνο τον πρώτο χρόνο. Μετά είχε απλά αποτραβηχτεί. Δούλευε ασταμάτητα και τον ελεύθερο χρόνο της έγραφε. Δυο χρόνια τώρα έγραφε το καινούργιο της βιβλίο. Με αυτό έλεγε της Χριστίνας
-Να δεις που θα πάω μπροστά. Είμαι σίγουρη πως ο μπαμπάς θα το λατρέψει.-
Μόνο που ο μπαμπάς δεν το διάβαζε και ούτε είχε ακόμα διαβάσει το πρώτο της , που το είχε γράψει στα φοιτητικά της χρόνια. Η Χριστίνα είχε καταλάβει πως η Μαριάννα  δεν είχε στήριξη και αγάπη από πουθενά. Ο πατέρας της την αντιμετώπιζε σαν υπάλληλο και η μητέρας της σαν……σαν….σαν έναν άνθρωπο που απλά υπήρχε στη ζωή της. Η Χριστίνα προσπαθούσε να την καταλάβει και έκανε υπομονή. Φαινόταν όμως πως είχε κουραστεί. Την προηγούμενη μέρα είχαν τσακωθεί. Η αλήθεια ήταν πως τους τελευταίους μήνες μάλωναν συχνά και ο λόγος ήταν πως δεν μιλούσαν πια στο τηλέφωνο ούτε και βρισκόντουσαν. Η Χριστίνα πάντα έβρισκε χρόνο να την πάρει τηλέφωνο , αλλά η Μαριάννα ήταν στον κόσμο της. Τα τηλεφωνήματα τους ήταν του στυλ : Γεια , καλά είσαι;  Ναι αλλά τώρα πνίγομαι. Θα τα πούμε αργότερα. Και τελικά δεν τα έλεγαν. Η Χριστίνα κοίταξε την θάλασσα και αναστέναξε. Θυμήθηκε  το χτεσινό βράδυ που η Μαριάννα είχε κατέβει στην Πάτρα για να μιλήσουν.
-Το μόνο που σκέφτηκες είναι γιατί έχω να σε πάρω τηλέφωνο ένα μήνα. Με ρώτησες καθόλου τι έχω περάσει;- έλεγε η Μαριάννα.
-Ακόμα και αν σε ρωτούσα , δεν θα μου έλεγες τίποτα. Τα κρατάς όλα για τον εαυτό σου. Είμαι η μοναδική φίλη που ακόμα σε υπομένω , ενώ όλες οι άλλες έφυγαν. Ακόμα και έτσι εσύ δεν αισθάνεσαι πως πρέπει να πεις κάποια πράγματα. Ε! την άλλη φορά θα γίνω μάντης για να δω τι περνάς. Είναι το μόνο που δεν έχω κάνει ακόμα.-
-Εγώ κλείνομαι στον εαυτό μου. Αυτή είμαι και έτσι λειτουργώ. Δεν θέλω να ξέρει κανένας τι περνάω. Στους γονείς μου δεν δίνω αναφορά. Γιατί θα έπρεπε να δίνω σε σένα; Δεν το καταλαβαίνω αυτό.-
-Ναι βέβαια. Γιατί να δώσεις αναφορά σε μένα; Ποια είμαι εγώ; Δεν σου είμαι τίποτα. Είμαι απλά μια ηλίθια που θέλει να ξέρει ανά πάσα στιγμή αν είσαι καλά. Αυτό είμαι και συγγνώμη κιόλας  που ανησυχώ. Δεν θα το ξανακάνω. Φαίνεται πως όποιος σου δίνει σημασία εσένα , εσύ τον γράφεις. Όταν πάλι δεν σου δίνουν τρώγεσαι με τα ρούχα σου. Μήπως κάνω λάθος;-
-Ανησυχείς συνέχεια. Με κουράζει αυτό. Αν πεθάνω θα το μάθεις μη στεναχωριέσαι. Δηλαδή αν τρελαθείς από αγωνία νομίζεις πως αυτό θα με σώσει από τις κακοτοπιές; Δεν παθαίνω τίποτα. Χριστίνα κανένας δεν μου δημιουργεί άγχος. Ούτε η δουλειά μου , ούτε οι γονείς , ούτε και οι γκόμενοι. Τους έχω βάλει όλους στη θέση τους. Μόνο εσύ με αγχώνεις και δεν σε έχω βάλει ποτέ στη θέση σου.-
-Άντε λοιπόν , τι περιμένεις; Βάλε με στη θέση μου.-
Και τότε η Μαριάννα την κοίταξε με αυτά τα μάτια που κατά περίεργο τρόπο άλλαζαν αποχρώσεις. Ενώ ήταν γαλάζια υπήρχαν στιγμές  που γίνονταν μαβιά , αχνό πράσινο η σκούραιναν περισσότερο και έδειχναν σαν μπλε βαθύ. Άλλες φορές πάλι χρύσιζαν. Τα μάτια της Μαριάννας ήταν ότι πιο παράξενο και αξιόλογο επάνω της. Στην αρχή η Χριστίνα δεν τα καταλάβαινε. Τα θεωρούσε ένα διπλό αίνιγμα. Με τον καιρό συνειδητοποίησε πως αν ήξερε να τα διαβάζει θα μάθαινε τα πάντα η έστω κάτι από αυτά που σκεφτόταν και ήθελε. Της πήρε δυο χρόνια σχεδόν αλλά τελικά τα είχε καταφέρει. Η Μαριάννα μιλούσε με τα μάτια παρά με το στόμα. Με μια ματιά της είχε πει τα πάντα. Νόμιζε πως έτσι όλοι την καταλάβαιναν και ήταν εντάξει με τον εαυτό της. Λίγοι όμως ήταν αυτοί που θα έμπαιναν στην διαδικασία να εκβαθύνουν στον τρόπο με τον οποίο μιλούσε η Μαριάννα. Δεν ήταν εύκολο και αν ήταν , ποιος τελικά θα το έκανε; Εκείνο το βράδυ το βλέμμα της προς την Χριστίνα δεν ήταν εχθρικό. Εχθρικό βλέμμα , σκεφτόταν και εξακολούθησε να κοιτάζει τη θάλασσα. Στα δυο αυτά χρόνια δεν θυμόταν να έχει δει κάποια εχθρότητα στα μάτια της φίλης της. Η Μαριάννα την κοιτούσε πάντα με λατρεία. Σαν να ήταν το πιστό της σκυλάκι.
Και θυμήθηκε τον χτεσινό τους διάλογο.
-Όχι εσένα δεν σε βάζω στη θέση σου. Μπορώ να το κάνω. Μπορούσα να το κάνω κάθε φορά που με εκνεύριζες , αλλά όχι και σε παρακαλώ σταμάτα να βγάζεις συμπεράσματα για το τι σκέφτομαι και τι θέλω. Δεν είσαι στο μυαλό μου. Εσύ το μόνο που κάνεις  όταν δεν σε παίρνω τηλέφωνο , είναι να βγάζεις τα δικά σου συμπεράσματα  για τις πράξεις μου. Από το πρωί ως το βράδυ αναλύεις και στο τέλος της ημέρας με έχεις καταδικάσει , τραβάς τις κουρτίνες και αγχώνεσαι η αρρωσταίνεις. Μη μου πεις πως δεν είναι έτσι γιατί θα τρελαθώ. Σε ξέρω πολύ καλά φιλενάδα.- είπε και τα μάτια της την είχαν κοιτάξει από πάνω ως κάτω. Η Χριστίνα δεν είχε αρθρώσει λέξη. Έτσι ήταν όπως τα έλεγε η Μαριάννα. Έπιανε τον εαυτό της να έχει γίνει τόσο καχύποπτος όσο δεν ήταν ποτέ του. Η Χριστίνα καχύποπτη. Μα πώς; Τι ρωτούσε όμως; Κάνοντας παρέα με την Μαριάννα είχε υιοθετήσει πολλά στοιχεία του χαρακτήρα της. Η Μαριάννα όταν η Χριστίνα δεν την έπαιρνε τηλέφωνο δεν έβαζε κακό με το νου της. Και γιατί να βάλει; Η γαϊδούρα; Αυτή  ήταν μια ρεαλίστρια του κερατά , μια γυναίκα υψηλών στόχων. ΣΚΑΤΑ. Αυτό ήταν. ΣΚΑΤΑ. Ψόφαγε για λίγη στοργή , για λίγη σημασία. Ήξερε μόνο να δίνει στη δουλειά , ενώ η φιλία και ο έρωτας υπήρχαν στην κατώτερη βαθμίδα της κλίμακας που είχε φτιάξει η Μαριάννα.
Η Χριστίνα άναψε τσιγάρο και η θάλασσα βρυχήθηκε στα βαθιά. Ήταν σίγουρη πως η μεγάλη καριέρα δεν θα της έφερνε την ευτυχία. Στο τέλος θα έμενε μόνη της. Όταν κάποια στιγμή δεν επενδύεις στις ανθρώπινες σχέσεις και περιμένεις η καριέρα να σου καλύψει τα κενά και τη μοναξιά , τότε έχεις χάσει. Η φίλη της θα το καταλάβαινε πολύ αργά. Όπως φερόταν στην Χριστίνα το ίδιο έκανε και στους άντρες. Ο Αλέξης είχε παραμείνει στη ζωή της , αλλά η σχέση τους είχε τελειώσει. Η Χριστίνα έσβησε το τσιγάρο. Ανέβηκε στη μηχανή της και γύρισε στην Πάτρα και στο σπίτι της. Έφτιαξε καφέ και τον ήπιε παρέα με την γάτα που κοιμόταν στην αγκαλιά της. Αποφάσισε να ξεχάσει το χτεσινό τους μάλωμα. Δεν θα έβγαζε τίποτα αν το σκεφτόταν. Η Μαριάννα δεν θα άλλαζε συμπεριφορά και εκείνη έπρεπε να κοιτάξει να βρει δουλειά. Η Χριστίνα είχε σχεδόν ένα μήνα που είχε παραιτηθεί από το σούπερ μάρκετ. Δεν μπορούσε να αντέξει την πίεση. Τέσσερα χρόνια ήταν πολλά. Θα ξεκουραζόταν και θα έψαχνε κάτι άλλο να κάνει. Ήταν και μια καλή ευκαιρία να ξεκινήσει το βιβλίο που ήθελε να γράψει. Τόσα χρόνια το βασάνιζε στο μυαλό της. Έγραφε μια δυο αράδες , το ξεχνούσε και άντε πάλι από την αρχή. Ίσως να μην ήταν έτοιμη ακόμα. Ίσως το υλικό που είχε συλλέξει να μην ήταν αρκετό. Η Μαριάννα ήθελε να της βρει δουλειά. Είχε γνωριμίες σε όλη την Ελλάδα. Η Χριστίνα όμως δεν την άφηνε σε καμία περίπτωση. Ήξερε να τα βγάζει μόνη της πέρα.


-Αλέξη νομίζω πως σου είχα πει ότι τελειώσαμε. Δεν καταλαβαίνω την στάση σου. Επιτέλους γιατί δεν μπορούμε να μείνουμε φίλοι;-
Το ρεστοράν στα προάστια της Αθήνας είχε αρκετό κόσμο. Η Μαριάννα με τον Αλέξη ήταν σχεδόν μια ώρα εκεί. Είχαν βγει για μεσημεριανό σαν δυο φίλοι , όπως νόμιζε  η ίδια αλλά κατά τη διάρκεια του φαγητού , εκείνος την πίεζε για επανασύνδεση. Το γεγονός είχε εξοργίσει την Μαριάννα που ξέσπασε σε φωνές σαν να μην υπήρχε κόσμος τριγύρω της. Όταν το κατάλαβε , χαμήλωσε τη φωνή της και συνέχισε.
-Δεν πάει άλλο. Το βλέπεις και εσύ. Καλά περάσαμε όσο κράτησε. Μου είναι αδύνατο να σε δω ξανά ερωτικά , πόσο μάλλον να δεχτώ την παράλογη πρόταση γάμου που μου έκανες μόλις πριν λίγο. Είσαι με τα καλά σου; Εγώ να παντρευτώ; Θα γίνει κάποια στιγμή στο μέλλον , αλλά όχι τώρα. Ας μείνουμε φίλοι σε παρακαλώ.-
-Μου είναι αδιανόητο να σε δω σαν φίλη. Κανένας άντρας δε μπορεί να το κάνει αυτό. Πάντα βλέπουμε την γυναίκα ερωτικά.-
-Κάνεις λάθος Αλέξη. Έχω πολλούς φίλους άντρες με τους οποίους δεν κάνω έρωτα.-
-Νομίζεις αγάπη μου. Νομίζεις. Όλοι τους σε βλέπουν ερωτικά και σε φαντασιώνονται. Ας πιούμε το κρασί μας για να μην πάει χαμένο και τέλειωσε το φαγητό σου. Αφού έτσι θέλεις θα το δεχτώ.-
-Δηλαδή  παραιτείσαι από το να με διεκδικήσεις;- του είπε εκείνη κοιτάζοντας τον πονηρά.
-Μα αυτό δεν θέλεις; Μη μου πεις πως τώρα δέχεσαι την πρόταση γάμου. Μάλλον είσαι τρελή. Δεν γίνεται να τα θέλεις όλα.-
-Δεν ξέρω τι θέλω αλλά να μου υποσχεθείς πως δεν θα πάψεις να προσπαθείς. Αισθάνομαι καλά έτσι.-
Το γέλιο του Αλέξη ακούστηκε δυνατό στη μεγάλη αίθουσα. Κάποιοι θαμώνες γύρισαν και τον κοίταξαν. Η Μαριάννα γέλασε και  τσούγκρισαν τα ποτήρια τους.
<<Αυτή η Αλεξάκη είναι θεότρελη.>> σκέφτηκε ο Αλέξης.
<<Πάντα θα με αγαπά>>. Είπε από μέσα της η Μαριάννα.
Ξαπλωμένη το βράδυ της ίδιας ημέρας στο κρεβάτι της η Μαριάννα Αλεξάκη θυμήθηκε την συζήτηση με τον Αλέξη και την πρόταση γάμου που της είχε κάνει. Μέχρι εκείνη την στιγμή ήταν η τέταρτη πρόταση γάμου που απέρριπτε. Όλοι εκείνοι οι άντρες που την είχαν αγαπήσει θέλησαν να ζήσουν όλη τους τη ζωή μαζί της. Γιατί λοιπόν τους αντιμετώπιζε τόσο ψυχρά; Ήταν άντρες που της είχαν αρέσει και είχε πέσει στο κρεβάτι μαζί τους. Γιατί λοιπόν φοβόταν τόσο την δέσμευση;  Ήθελε να της δείχνουν στοργή , ενδιαφέρον , αγάπη. Τι διάολο κουβαλούσε μέσα της που όταν τα έβρισκε αυτά απλά έφευγε; Αφού τα αποζητούσε πως τα πέταγε; Ίσως να μην ήταν οι κατάλληλοι άντρες. Μικρή ήταν ακόμα. Μια ζωή παντρεμένη θα ήταν αν το αποφάσιζε. Ναι σίγουρα έτσι ήταν τα πράγματα. Η Μαριάννα χασμουρήθηκε και τέντωσε το κορμί της. Γιατί να καθίσει να αναλύσει τώρα τις προτάσεις γάμου; Ήταν πολύ  κουρασμένη. Έπρεπε να κοιμηθεί. Να κοιμηθεί και να διαγράψει από την μνήμη της την σημερινή μέρα. Όλα όσα έκανε , όσα ειπώθηκαν , όσα έμειναν απέξω. Έτσι αύριο θα ξεκινούσε μια καινούργια μέρα και ήθελε να είναι ξεκούραστη και κεφάτη για να την υποδεχτεί. Έσβησε το μικρό πορτατίφ στο κομοδίνο της και την πήρε γρήγορα ο ύπνος. Κοιμήθηκε σαν πουλάκι χωρίς έγνοιες να την απασχολούν. Χωρίς τύψεις να την τρώνε. Και γιατί να είχε τύψεις δηλαδή; Επειδή είπε όχι στον Αλέξη; Στον Αλέξη που την λάτρευε που την είχε γεμίσει με δώρα και που έπινε νερό στο όνομα της; Σιγά καλέ. Και εκείνη του είχε κάνει δώρα. Απλά τον έπαιρνε τηλέφωνο όταν τον θυμόταν ,είχε κοιμηθεί με άλλον όσο καιρό ήταν μαζί και βαριόταν όταν την πήγαινε κινηματογράφο. Κατά τα άλλα η Μαριάννα ένιωθε πως δεν τον είχε πληγώσει και πως του είχε φερθεί καλά. Ποτέ της δεν είχε πληγώσει κανέναν. Ήταν πάντα σωστή και δίκαια. Για αυτό και κάθε βράδυ κοιμόταν χωρίς να ταράζει το υποσυνείδητο της. Εκείνη ήταν σωστή. Όλοι οι άλλοι γύρω της είχαν προβλήματα. Οι τρεις γυναικείες φιγούρες στο δωμάτιο της την κοίταξαν και κούνησαν τα κεφάλια τους. Η Μαριάννα Αλεξάκη ήταν βαθιά νυχτωμένη ακόμα. Θα περίμεναν μήπως και αναλογιστεί κάποια στιγμή τις ευθύνες της. Απλά θα περίμεναν. Έτσι και αλλιώς δεν μπορούσαν να βγουν από τα στενά όρια του κάδρου και να την πλακώσουν στο ξύλο. Θα άφηναν τις ώρες να περάσουν.

 

Αυτό είναι ένα βιβλίο που μιλά για την φιλία. Για το πώς ορισμένοι άνθρωποι έρχονται κοντά και προσπαθούν μαζί  να κάνουν την ζωή τους μοναδική.   Για αυτό και το βιβλίο  αυτό αφιερώνεται ειδικά   στις τέσσερις  ξεχωριστές φίλες  που είναι κοντά μου πολλά χρόνια και με στηρίζουν , όπως και εγώ. Παλέψαμε πολύ για να εδραιώσουμε αυτή τη φιλία. Χωρίς την αγάπη σας δεν θα μπορούσα να γράψω. Ετούτο το βιβλίο είναι το πρώτο που έγραψα και το αγαπώ όσο και εσείς. Για αυτό και σας ανήκει. Είναι δικό σας βιβλίο.  

Στις: Αγγελική, Έφη, Έλλη, Νατάσα.

Στην Χρύσα που αν δεν ήταν εκεί να με καθοδηγήσει δεν θα είχα ξεκινήσει το ταξίδι.
Σε ευχαριστώ για ότι μου έμαθες.  Στον αδερφό μου Γιώργο και στην γυναίκα του Άντζελα που είναι στο πλευρό μου.
Στους γονείς μου και στον Θεό που με  προστατεύει.    
Στους φίλους και φίλες που είναι δίπλα μου: Λάμπρο και Ευγενία Μάθεση, Κώστα Μιχαλάκη, Αντρέα Αυγέρη, Πάνο Παπασωτηρίου, Ρούλα Σοφρά, Παναγιώτη Βελτανισιάν,  Μαρία και  Νίκο Τσίτσο. Φωτεινή και Νίκο Λαυράνο, Σύλβια και Κώστα Γάσπαρη, Στέλλα και Σωτήρη Καρνέση, Στεργιάννα Γιαφεντή και σε όλους όσους ξέχασα. Τα ξαδέρφια μου: Γεωργία και Κωνσταντίνα Φήμη, Τάσο και Λούντα Καραντή, Αποστόλη Αθανασίου, Άντα.   
Στην Αθηνά Γραμματικού που οι συμβουλές της ήταν πολύτιμες, και στον αγαπημένο μου φίλο Δημήτρη Χαρίτο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι από το ομώνυμο ποίημα της Άντζελας Σκοπελίτη Κοφινά.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν σαν στήλες δύο - δύο μες στα γραφεία.
Κώστας Καρυωτάκης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.

ΤΥΧΑΙΑ TAGS