97 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
25.04.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Ο χρόνος της φθοράς | Μέρος 3ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά


Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Χριστίνα. Μια γυναίκα λίγο μετά τα τριάντα που θεωρεί την έννοια της φιλίας το μεγαλύτερο αγαθό. Έχει καταφέρει να έχει κοντά της τρεις αγαπημένες φίλες και έναν αδερφικό φίλο που είναι πάντα στο πλευρό της.
Τη Μαρία , την Βίκυ , την Ελένη και τον Ανέστη. Όταν όμως γνωρίζεται με την Μαριάννα Αλεξάκη η ισορροπία στη ζωή της χάνεται. Εκείνη είναι ένα παιδί 23 χρόνων που δουλεύει στον εκδοτικό οίκο του πατέρα της. Έχει θέσει πολύ ψηλούς στόχους για να γίνει συγγραφέας  και θέλει να κάνει μεγάλη καριέρα σε αυτό. Η Μαριάννα σε αντίθεση με την Χριστίνα δεν εμπιστεύεται κανέναν , δεν κάνει φιλίες , φοβάται την μοναξιά  και προσπαθεί να κάνει τους γονείς της να την προσέξουν.
Οι δυο γυναίκες δένονται με μια φιλία και μια δυνατή αγάπη από την αρχή της γνωριμίας τους. Όμως η Μαριάννα απασχολημένη με το κτίσιμο της καριέρας της, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα υψηλά στάνταρ της Χριστίνας για τη φιλία.
Δυο διαφορετικές γυναίκες και δυο ξεχωριστές πορείες. Ένας κύκλος φιλίας  που ξεκινά με τη γνωριμία των δύο γυναικών , συνεχίζεται με τα ψυχικά προβλήματα της Μαριάννας , για να καταλήξει στο φευγιό της Χριστίνας και την τελική τους επανασύνδεση.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
    
Πλησίαζε το τέλος του Μάρτη. Ήταν ξημέρωμα Κυριακής  και η καμπάνες  του Αγ. Αντρέα στην Πάτρα χτύπησαν για την καθιερωμένη λειτουργία. Η Χριστίνα ήταν στο σπίτι της. Τεντώθηκε για λίγο  μέσα από τα σκεπάσματα , άνοιξε τα μάτια και έψαξε να βρει τη Μισέλ. Δεν την είδε πάνω στο κρεβάτι της , ούτε και μέσα στο δωμάτιο. Την φώναξε δύο φορές και αμέσως την είδε να ξεπροβάλει από την πόρτα. Με ένα ακροβατικό σάλτο , η γάτα ανέβηκε στο κρεβάτι και μετά επάνω στο στήθος της. Αγκάλιασε την Χριστίνα με τα μαλλιαρά χεράκια της και την έγλυψε στο πρόσωπο , γουργουρίζοντας από αγάπη. Η Χριστίνα την φίλησε στο κεφάλι.
-Που ήσουν κορίτσι μου; Σου έλειψα καθόλου; Σε λατρεύω.-
Η Μισέλ συνέχισε να γουργουρίζει και να την κοιτά με τα πελώρια μάτια της.
-Έλα τεμπέλα , πάμε να σου βάλω φρέσκο νερό και τροφή. Έχω να κάνω την καθαριότητα του σπιτιού και θέλω να ετοιμάσω τα πάντα πριν πάω στους γονείς μου. Θα φάω εκεί το μεσημέρι.-  Η Μισέλ την κοίταξε στα μάτια.
-Μόνο για λίγες ώρες θα σε αφήσω μόνη σου χαρά μου. Μετά θα περάσουμε μαζί την Κυριακή. –  Η γάτα χασμουρήθηκε και την ακολούθησε με το αέρινο περπάτημα της. Η Χριστίνα της έβαλε φαγητό και νερό και μπήκε στο μπάνιο για να πλυθεί. Η γάτα έχωσε τη μουσούδα της στο πορσελάνινο μπολ και μασούλισε ήσυχα την ξηρά τροφή της. Με το σπίτι η Χριστίνα τελείωσε μέσα σε μια ώρα. Έφτιαξε καφέ και κάθισε να τον πιει. Εκείνη την στιγμή χτύπησε το κινητό της.
-Ναι;-
-Αποκλείεται να σε ξύπνησα τέτοια ώρα , έτσι δεν είναι;- άκουσε τον Ανέστη από την άλλη άκρη της γραμμής να ρωτά.
-Όχι βέβαια. Αφού με ξέρεις. Πίνω τον καφέ μου. –
-Δεν είχα καμία αμφιβολία γι’ αυτό. Εσύ κοιμάσαι με τις κότες και ξυπνάς με τα κοκόρια.- της απάντησε και γέλασαν δυνατά και οι δυο τους.
-Εσύ αγάπη μου πως και τόσο νωρίς; -
-Είχα κάποιες πολύ πρωινές δουλειές. Για άλλο όμως σε πήρα.-
-Συμβαίνει κάτι;-
-Όχι καλή μου. Απλά την άλλη εβδομάδα θα γίνει η παρουσίαση του βιβλίου και στην Αθήνα. Θα πάμε μαζί έτσι δεν είναι; Θα κάνεις την καρδιά σου πέτρα και θα έρθεις για το χατίρι μου στην Αθήνα. Δε θα με αφήσεις να το περάσω μόνος μου αυτό;-
-Όχι βέβαια. Ναι θα έρθω. Αν και το γνωρίζεις πως θα είμαι σαν το ψάρι έξω από το νερό. Με πνίγει η πρωτεύουσα.-
-Έχεις δίκιο. Και εμένα δεν μ’ αρέσει αλλά είναι αναγκαίο κακό. Έχω και την νεαρά Αλεξάκη που με έχει πρήξει. Θα την φέρεις την αδερφική σου φίλη έτσι δεν είναι; Μη τυχόν και δεν έρθει; Και άλλα τέτοια. Τη φλασιά είναι αυτή που έχει πάθει μαζί σου;-
-Η Αλεξάκη. Την είχα ξεχάσει εντελώς. Ξέρεις τι μου είπε τότε πριν ένα μήνα στο σπίτι σου; Πως θέλει να γίνουμε φίλες.  Έτσι στα ξαφνικά.-
-Δεν το πιστεύω. Είχα πάντα την εντύπωση πως αυτή η γυναίκα  είναι πολύ κλειστή για να έχει φίλους. Κάποιες φορές που την είχα πετύχει στον εκδοτικό οίκο μου είχε φανεί πολύ εργασιομανής. Στη δουλειά της ξέρεις  είναι πολύ σοβαρή και μετρημένη. Δεν έχεις και τίποτα να χάσεις. Τέτοιους ανθρώπους πρέπει να τους έχει κανείς φίλους. Ποτέ δεν ξέρεις που θα σου χρειαστούν.-
-Δεν νομίζω πως θα χρειαστώ ποτέ την κυρία Αλεξάκη. Οι δρόμοι μας είναι τελείως διαφορετικοί.-
-Και όμως οι δρόμοι σας  συμπίπτουν. Εκείνη έχει έναν δικό της εκδοτικό οίκο και εσύ χρόνια τώρα προσπαθείς να γράψεις ένα βιβλίο. Συγγραφέας και εκδότης πάνε πακέτο μωρό μου.-
-Γνωρίζεις πολύ καλά πως ουδέποτε ζήτησα χάρες από τους γνωστούς και τους φίλους. Σε αυτή τη ζωή πορεύτηκα μόνο με την αξία μου. Ακόμα και αν η Αλεξάκη γινόταν το άλλο μου μισό , να είσαι σίγουρος πως χάρη δεν θα ζητούσα. Είμαι πολύ περήφανη για να ανεχτώ κάτι τόσο μικροαστικό. –
-Μα με την αξία σου αν το έγραφες εκείνο το βιβλίο εκείνη θα το έβγαζε προς τα έξω. Και ξέρεις πως πιστεύω ακράδαντα στο ταλέντο σου.-
-Κάτσε πρώτα να το γράψω και βλέπουμε.-
-Καλά , ότι πεις. Δε μου λες τα κορίτσια θα έρθουν;-
-Από ότι ξέρω θα πάνε μια εκδρομή στη Μονεμβάσια.-
-Εντάξει λοιπόν , πάλι μείναμε τα δυο μας. Η εκδήλωση είναι για το άλλο Σάββατο. Με βολεύει και εμένα και τον κόσμο που θα παραβρεθεί. Είναι για τις εφτά το βράδυ. Τι λες θα μπορέσεις να φύγεις από τη δουλειά σου;-
-Μα θα είμαι σε άδεια για δεκαπέντε μέρες.-
-Τέλεια. Θα ξαναμιλήσουμε μέσα στην άλλη εβδομάδα. Τι λες πάμε κινηματογράφο την Τετάρτη;-
-Και βέβαια αγάπη μου. Είδες κάτι καλό;-
-Σου λέει κάτι το BROKEBACK MOUNTAIN;
-Ναι είναι θεϊκό φιλμ. Πήρε και Όσκαρ. Πέρα όμως από αυτό ο σκηνοθέτης είναι από τους αγαπημένους μου. Δε θα το έχανα για τίποτα στον κόσμο.-
-Δεν σε πειράζει το θέμα του;-
-Όχι. Εσένα;-
-Αφού με ξέρεις. Ποτέ δεν είχα παρωπίδες για την ζωή. Εκείνη  σίγουρα έχει γράψει πιο ανατρεπτικά σενάρια από τον κινηματογράφο.-
-Τότε είμαστε σύμφωνοι για την Τετάρτη. Θα το ευχαριστηθούμε. Θα πάμε φαντάζομαι για φαγητό μετά. Έχουμε να κάνουμε τις αναλύσεις των χαρακτήρων.-
-Και βέβαια. Αυτό είναι το ωραιότερο κομμάτι της σχέσης μας. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ ταινία χωρίς την ανάλυση σε βάθος των ηρώων από  εμάς .-
-Ανέστη μου τότε τα λέμε την Τετάρτη και μετά το Σάββατο. Μετά από μια τέτοια ταινία θα έχω γεμίσει τις μπαταρίες μου για να αντιμετωπίσω την κυρία Αλεξάκη. Θα γυρίσουμε Πάτρα το ίδιο βράδυ η θα μείνουμε σε ξενοδοχείο της Αθήνας;-
-Καλλίτερα να κοιμηθούμε στην Αθήνα. Αύριο κιόλας θα κλείσω δωμάτιο στο Χίλτον. Θα σου πάρω το πιο ακριβό. Θα νιώσεις βασίλισσα. –
-Στην Αθήνα  ακόμα και από χρυσάφι να είναι φτιαγμένο το δωμάτιο εγώ θα αισθάνομαι σαν κουρελιάρα. Σε ευχαριστώ όμως. Είσαι μοναδικός.-
-Σε φιλώ. Α! και δώσε χαιρετίσματα στους γονείς σου και στην Μαρίνα.- είπε ο Ανέστης και έκλεισαν το τηλέφωνο.       


Το Σάββατο ήρθε πολύ γρήγορα. Η Χριστίνα είχε ένα φοβερό άγχος για το τι θα φορούσε. Την απασχολούσε βέβαια το ότι πήγαινε στην Αθήνα και ήθελε να ουρλιάξει. Την πρωτεύουσα δεν την αγαπούσε. Ήταν μια πόλη χωρίς φινέτσα , χρώμα , και πράσινο. Όλοι έτρεχαν με ξέφρενους ρυθμούς και ποτέ δεν υπήρχε μια στιγμή ησυχίας μέσα της. Αλλά δεν μπορούσε να χαλάσει το χατίρι του αδερφικού της φίλου. Όταν ο Ανέστης χτύπησε το κουδούνι η Χριστίνα βγήκε και τον συνάντησε.
-Είσαι μια κούκλα σήμερα. Θα κάνουμε απίστευτη είσοδο.- της είπε γλυκά.
-Σταμάτα ψεύτη; Σε έχω καταλάβει χρόνια τώρα. Δεν είμαι εγώ για σικάτες εμφανίσεις. Μούλιασα για δυο ώρες μέσα στα άλατα γιατί η μυρωδιά του κρέατος έχει ποτίσει το κορμί μου. Όπως βλέπεις νύχια δεν έχω καθόλου για να βάψω , οι παλάμες μου είναι γεμάτες από κάλλους και πονάω παντού. Έβαλα όμως τα δυνατά μου για εσένα και θέλω να πιστεύω πως κατάφερα να γίνω μια γοητευτική συνοδός.- απάντησε και τον φίλησε πεταχτά στα χείλη.
-Αν βρω γυναίκα που να με νιώθει όπως εσύ , θα την παντρευτώ. Θα τα πας περίφημα , όπως πάντα.-
Πάψε πια  κόλακα; Κάποια μέρα θα την βρεις. Το αισθάνομαι. Φεύγουμε;-
-Ναι το αμάξι σας περιμένει δεσποσύνη μου.- της είπε και έσκασαν στα γέλια.


Εκείνη την ώρα η Μαριάννα έπινε τον καφέ της ακούγοντας  κάποια ροκ κομμάτια. Είχε αρκετές ώρες μπροστά της για να ετοιμαστεί. Είχε αποφασίσει να φορέσει ένα μαύρο μακρύ φόρεμα  και να μαζέψει επάνω τα πλούσια μαλλιά της. Για σήμερα ειδικά είχε πάρει την εφεδρική πόρσε του μπαμπά. Δεν μπορούσε να πάει με την μηχανή στην αίθουσα εκδηλώσεων του εκδοτικού οίκου. Το σιχαινόταν αυτό. Ίσως γιατί της άρεσαν τα απλά πράγματα , αλλά δεν είχε ποτέ την πολυτέλεια να τα κατακτήσει. Γεννήθηκε πάμπλουτη και  αυτό ήταν ένα φοβερό πλήγμα  που την ακολουθούσε από μικρή. Στο σπίτι τους έμπαιναν υπουργοί , βουλευτές , ποιητές , σκηνοθέτες , καταξιωμένοι δημοσιογράφοι και διάφοροι επιχειρηματίες. Ποτέ της δεν μπόρεσε να παίξει στην γειτονιά με τα άλλα παιδιά. Να λερωθεί με χώματα  και να μαλώσει με τα αγόρια. Για την Μαριάννα η παιδική ηλικία σήμαινε ιδιωτικά σχολεία , μπάνιο σε  ακριβές πισίνες γεύματα σε λέσχες , ταξίδια στο εξωτερικό παιχνίδια που ακόνιζαν το πνεύμα και βόλτα με τις νταντάδες  στο δάσος που  εκτεινόταν έξω από το εξοχικό της οικογένειας στο Πήλιο. Που λοιπόν να γνωρίσει φίλες;  Πόσο ποθούσε να έχει μια κολλητή. Αλλά αυτό ήταν μακρινό όνειρο. Κάποιες φορές ένιωθε πως ήταν ξεκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο. Και όταν έβλεπε φίλους  δεμένους με περισσή αγάπη , την έπιανε το παράπονο. Όπως ο Ανέστης  με την Χριστίνα. Ήταν λέει αδερφικοί φίλοι. Από μικρά παιδιά. Είχε ο ένας τον άλλον. Εκείνη δεν είχε τίποτα. Μόνο μια δουλειά , έναν δυνατό απρόσιτο πατέρα και μια ηλίθια μητέρα.  Είχε και πολλά λεφτά , αλλά αυτό δεν την έκανε ευτυχισμένη. Η Χριστίνα όμως θα την έκανε. Αν γινόταν φίλη της , θα την είχε κοντά της μια ζωή. Θα μπορούσε να βασιστεί επάνω της .Θα είχε ένα στήριγμα. Θα είχε και αυτή μια αδερφική φίλη. Για αυτό και θα την έκλεβε από εκείνον. Ο Ανέστης την είχε από πάντα. Τι θα τον πείραζε να δώσει και λίγο στη Μαριάννα; Από το λίγο που την είχε γνωρίσει η Χριστίνα φαινόταν καθαρός χαρακτήρας. Ήταν ήρεμη , γλυκιά , απλός άνθρωπος και χαρούμενος. Θα ήταν τονωτικό για τον κλειστό κόσμο της Μαριάννας μια τέτοια φίλη. Ναι έπρεπε να την πάρει κοντά της. Έπρεπε να την έχει μόνο αυτή. Ήθελε να την κάνει να την εμπιστευτεί. Μια φίλη. Ναι αυτό χρειαζόταν. Μια φίλη που θα την αγαπούσε , δεν θα την ζήλευε και δεν θα κοιτούσε να την χτυπήσει  στα κρυφά. Η Χριστίνα ήταν η ιδανική και θα την έπαιρνε με το μέρος της.  Άναψε και δεύτερο τσιγάρο και αποτελείωσε  τον καφέ της με ένα χαμόγελο νίκης στα χείλη της.


Όταν η Χριστίνα  και ο Ανέστης έφτασαν στο χώρο της παρουσίασης , τους πλησίασε ο Λεωνίδας Αλεξάκης. Κομψά ντυμένος με ένα σκούρο κοστούμι και τα γκρίζα του μαλλιά προσεχτικά χτενισμένα προς τα πίσω , έδωσε στην Χριστίνα την εντύπωση ενός πανίσχυρου άντρα. Και δεν έπεσε έξω. Ο Ανέστης  έκανε τις συστάσεις και ο Αλεξάκης φάνηκε να εντυπωσιάζεται από την Χριστίνα.
-Κυρία μου χαίρομαι που γνωρίζω την καλή φίλη του Ανέστη.  Αν μου επιτρέπετε είσαστε πολύ όμορφη με αυτό το σύνολο.- της απεύθυνε τον λόγω ευγενικά.
-Χαίρομαι κύριε Αλεξάκη που σας  γνωρίζω. Ο φίλος μου λέει τα καλλίτερα λόγια για εσάς και τον εκδοτικό σας οίκο.- απάντησε εκείνη .
-Για μένα αλήθεια τι λέει;- ακούστηκε η φωνή της Μαριάννας ακριβώς πίσω από την Χριστίνα. Για μια στιγμή εκείνη φάνηκε να τα χάνει. Σε λιγότερο από δευτερόλεπτο η Μαριάννα βρέθηκε μπροστά στα μάτια της Χριστίνας και την κοίταξε έντονα.
-Δε μου έχει μιλήσει ποτέ για σας κυρία Αλεξάκη. Όταν δεν γνωρίζεις καλά  έναν άνθρωπο δεν μπορείς και να εκφράσεις γνώμη. – απάντησε πολύ ψύχραιμα η Χριστίνα.
-Διπλωματική απάντηση Χριστίνα και κόψε σε παρακαλώ τα κυρία Αλεξάκη. Είπαμε πως θα γίνουμε φίλες.-
-Μαριάννα μου αποφάσισες πως θέλεις φίλη; Νόμισα πως είχες.- μπήκε στην κουβέντα ο Λεωνίδας.
-Όχι μπαμπά δεν μπόρεσα ποτέ μου να αποχτήσω φίλους. Θυμάσαι; Ποτέ δεν έπαιξα με τα παιδιά της γειτονιάς. Και στα ιδιωτικά σχολεία  που με έστελνες ήταν όλες φοβερά σνομπ.-
-Ποτέ δεν είναι αργά  , άλλωστε η Χριστίνα δείχνει καλός άνθρωπος. Ελπίζω να τα πάτε καλά. Δεν είναι εύκολη υπόθεση η κόρη μου Χριστίνα. Δεν ανοίγεται εύκολα. Αν σου αρέσουν οι προκλήσεις δέξου την φιλία της. Αν δεις πως δεν την αντέχεις μπορείς να επιστρέψεις το εμπόρευμα. – είπε και γέλασε τρανταχτά.
-Τώρα μάλιστα μπαμπά. Ακόμα και αν ήθελε την πρόκληση έτσι όπως με παρουσίασες θα το βάλει στα πόδια.- είπε η Μαριάννα φανερά ενοχλημένη.
-Αυτό θα το δείξει ο χρόνος Μαριάννα. Είμαι πολύ δυνατός χαρακτήρας και θα το δεις αυτό στην πορεία.- είπε  χαμογελώντας η Χριστίνα.
-Είναι πολύ καλή η παρέα σας , αλλά εμένα θα με συγχωρήσετε. Ήδη άρχισαν να καταφθάνουν οι ομιλητές μας και θα πρέπει να τους υποδεχτώ.- απάντησε ο Λεωνίδας και αποχώρησε.
-Λοιπόν τι λέτε πάμε ως τον μπουφέ να πάρουμε κάτι;- είπε η Μαριάννα.
-Ναι καλή ιδέα. Θα ήθελα κάτι να πιω.- είπε ο Ανέστης.
Έτσι και οι τρεις τους  προχώρησαν και η Χριστίνα με την Μαριάννα πήραν από ένα πιάτο με μεζεδάκια ενώ ο Ανέστης ένα ποτήρι ουίσκι. Κάθισαν σε ένα τραπέζι και απόλαυσαν τα εδέσματα.
-Χριστίνα θα ήθελες κάτι να πιεις;- ρώτησε ευγενικά η Μαριάννα.
-Εσύ θα πιεις; Δε μου αρέσει να πίνω μόνη
-Μα και βέβαια. Τι θα έλεγες για μια βότκα;-
-Με χυμό λεμονιού αν θέλεις.-
-Δε το πιστεύω; Και εγώ έτσι την πίνω. Πάω να φέρω τα ποτά μας.-
Όσο η Μαριάννα περίμενε να της φτιάξουν τα ποτά ο Ανέστης βρήκε την ευκαιρία να κάνει το σχόλιο του.
-Φαίνεται να σε προσέχει πολύ η Αλεξάκη. Θα είναι απελπισμένη από φιλίες , δεν υπάρχει άλλη εξήγηση.-
-Δεν άκουσες τι είπε στον πατέρα της; Δεν έχει καθόλου φίλους. Αυτό με προβληματίζει ξέρεις Ανέστη. Δείχνει φυσιολογική , αλλά δεν είναι. Κάτι δεν πάει καλά μαζί της. Και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί λύσσαξε να κάνει εμένα κολλητή της.-
-Τι θα κάνεις τελικά; Θα ενδώσεις στη φιλία που αποζητά;-
-Ειλικρινά δεν ξέρω. Όταν με κοιτά νιώθω πως μέσα από αυτά τα μάτια υπάρχει κάποιο μυστήριο που θέλω να ανακαλύψω.  Το τι θα βρω είναι αυτό που φοβάμαι. Έχω πολύ καλούς φίλους εδώ και χρόνια. Εσένα και τα κορίτσια. Τι παραπάνω θα μου έδινε η Μαριάννα;-
-Ίσως και τίποτα. Όμως ποτέ δεν ξέρεις. Θα σου έλεγα να δεχτείς την πρόκληση. Μπορεί να φανεί ενδιαφέρουσα.-
-Θα δω. Όπως λέω συχνά ο χρόνος είναι ο μεγαλύτερος κριτής.-
-Έφτασαν και τα ποτά. Λοιπόν στην υγειά του Ανέστη  και της αδερφικής του φίλης. Σας εύχομαι να είσαστε πάντα μαζί , αγαπημένοι. Ανέστη εύχομαι και άλλες επιτυχίες στα βιβλία σου.- είπε η Μαριάννα και τσούγκρισαν τα ποτήρια τους.  Μέσα στην αίθουσα ο κόσμος που ερχόταν μπορούσε να καθίσει  στα μικρά τραπέζια που ήταν στολισμένα με λευκά τραπεζομάντιλα και κόκκινα τριαντάφυλλα. Ο Ανέστης λίγο μετά σηκώθηκε και πήγε κοντά στον Λεωνίδα για να δέχονται μαζί τους προσκεκλημένους. Ήδη ο χώρος άρχισε να γεμίζει και κάποια πηγαδάκια σχηματίστηκαν από εκείνους που επέμεναν να κάθονται όρθιοι. Οι δυο γυναίκες είχαν μείνει μόνες και απολάμβαναν τα ποτά τους καπνίζοντας. Η Χριστίνα βέβαια βαριόταν πολύ. Αυτού του είδους οι συγκεντρώσεις δεν της άρεσαν καθόλου. Εκείνη την ώρα σκεφτόταν πόσο θα ήθελε να ήταν στο κρεβάτι της αγκαλιά με την Μισέλ και να ακούει τις 4 εποχές του Vivaldi. Αυτό όμως ήταν ένα όνειρο που εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Και για να είμαστε σοβαροί , ποιο μπορούσε; Για αυτό και τα ονόμασαν όνειρα είπε στον εαυτό της. Αναστέναξε. Τα πόδια της την πέθαιναν. Τα τακούνια είχαν βγει για να ταλαιπωρούν κάτι κουρασμένες γυναίκες όπως αυτή. Ποτέ δεν τα αγάπησε.
-Μια πεντάρα για τις σκέψεις σου. Μη μου πεις ξέρω. Βαριέσαι αφόρητα και θέλεις να πας σπίτι σου. Αυτό δεν είναι;-
-Ναι αυτό. Είσαι απίθανη το ξέρεις; Πως και το κατάλαβες;-
-Μα σε παρακολουθώ σε βάθος. Αναλύω κάθε σου κίνηση , η χειρονομία που θα κάνεις.-
-Δηλαδή έτσι θα κάνεις από δω και πέρα; Θα με παρακολουθείς στενά;-
-Όχι βρε Χριστίνα μου. Απλά μου αρέσει να παρακολουθώ τους ανθρώπους , πάντα με την καλή έννοια. Το κατάλαβα πως όλα αυτά είναι κουραστικά για σένα. Και για μένα μη νομίζεις , βάσανο είναι. Τους βαριέμαι όλους αυτούς τους ξερόλες. Είναι  όμως μέρος της δουλειάς.-  Η Χριστίνα δεν πρόλαβε να απαντήσει. Ο Αλεξάκης είχε  ξεκινήσει την ομιλία του , έχοντας δίπλα του τον Ανέστη. Αφού παρουσίασε το συγγραφικό του έργο  , την σκυτάλη ξεκίνησαν να παίρνουν οι διάφοροι ομιλητές  που ανέλυσαν την κάθε πτυχή των βιβλίων του. Οι δυο γυναίκες παρακολούθησαν όλες τις ομιλίες και όταν η εκδήλωση τελείωσε  και ο κόσμος άρχισε να χαιρετά τον συγγραφέα η Μαριάννα είπε.
-Τι θα κάνεις μετά;-
-Φαντάζομαι πως θα πάω να ξεραθώ στο ξενοδοχείο. Ο Ανέστης έχει κλείσει δωμάτια στο Χίλτον. Θα κάνω ένα μπάνιο και θα κοιμηθώ.-
-Έχω μια καλλίτερη ιδέα. Να πάμε έξω για φαγητό και ποτό. Νωρίς είναι ακόμα. Να υποθέσω πως κοιμάσαι με τις κότες;-
-Και ξυπνώ με τα κοκόρια , ναι.-
-Δεν θα μου την σκάσεις τόσο εύκολα Χριστινάκι μου. Λοιπόν πάω να πάρω την άδεια από τον αδερφικό σου φίλο.-
-Ποια άδεια; Μα τι λες;-
-Θα δεις. Θα δεις.- της απάντησε και σηκώθηκε από την καρέκλα. Ο Ανέστης εκείνη την στιγμή χαιρετούσε κάποια κυρία όταν είδε την Μαριάννα να καταφτάνει χαμογελώντας.
-Λοιπόν πως σου φάνηκε η παρουσίαση; Καλά τα πήγαμε έτσι;- της είπε.
-Ναι όλα ήταν τέλεια. Για άλλο όμως σε θέλω. Η Χριστίνα μου είπε πως θα  κοιμηθείτε στο Χίλτον.-
-Ναι. Θα φάμε εκεί και θα ξεκουραστούμε. Αύριο το πρωί θα φύγουμε για Πάτρα. Η Χριστίνα σιχαίνεται την Αθήνα. Αν μείνει εδώ παραπάνω το πιο πιθανό είναι να αυτοκτονήσει. Άλλωστε ζει με την γάτα της και όσο σκέφτεται πως είναι μόνη της στο σπίτι πάει να τρελαθεί.-
-Ώστε έχει γάτα; Λατρεύω τα ζώα. Κοίτα ήρθα να σου ζητήσω την άδεια. Της πρότεινα να πάμε έξω για φαγητό και ποτό. Θέλω να μου δώσεις την φίλη σου απόψε. Πρέπει να την γνωρίσω. Πως αλλιώς θα γίνουμε φίλες; Θα  κοιμηθούμε στο δικό μου σπίτι και αύριο το πρωί την φέρνω στο ξενοδοχείο. Που το πρόβλημα;-
-Δεν υπάρχει πρόβλημα. Αλλά θα μου την προσέχεις. Κάηκες αν μου πάθει κάτι.- της απάντησε γελώντας ο Ανέστης.
-Μα και βέβαια. Μείνε ήσυχος. Θα σου προσέχω την αγαπημένη σου φίλη και ίσως στην κλέψω κάποια μέρα. Τι λες; Θα με αφήσεις;- απάντησε ευδιάθετη εκείνη.
-Αυτό εξαρτάται από εκείνη Μαριάννα. Διακρίνω μια αμοιβαία συμπάθεια μεταξύ σας. Η Χριστίνα είναι υπέροχος άνθρωπος. Αν σε δεχτεί σαν φίλη , αυτό θα είναι για μια ζωή. Όμως πρόσεχε. Έχει πολύ υψηλά στάνταρ για την έννοια της φιλίας. Θα χρειαστεί να δουλέψεις πολύ.-
Η Μαριάννα δεν απάντησε. Άρπαξε γρήγορα την Χριστίνα και βγήκανε έξω. Την έβαλε στην πόρσε και αυτή τινάχτηκε μπροστά.
-Που θα πάμε; Ξέρεις κάπου κοντά στο ξενοδοχείο να είναι , έτσι ώστε αν αργήσουμε  να πάω να ξαπλώσω. Είμαι πτώμα από την κούραση.- έσπασε την σιωπή η Χριστίνα.
-Θα σε πάω σε ένα απίθανο κινέζικο. Δεν πεινάς; Να συνδυάσουμε  το φαγητό με το ποτό. Θα πάρουμε ένα εξαίσιο κόκκινο κρασί , που έχω  δοκιμάσει και άλλες φορές. Ξέρεις διεγείρει τις αισθήσεις.- απάντησε η Μαριάννα και συνέχισε να μιλά ασταμάτητα. Η Χριστίνα άναψε τσιγάρο και σκεφτόταν πως έτσι ξαφνικά αποφάσισε να φύγει μαζί της. Ήταν μόλις η δεύτερη φορά που την είχε συναντήσει μέσα σε ένα μήνα και χωρίς να γνωρίζει το παραμικρό για τον χαρακτήρα της έπιανε τον εαυτό της να συζητά μαζί της σαν να την ήξερε από χρόνια. Εκείνη οδηγούσε νευρικά. Ανέβαζε και κατέβαζε ταχύτητες  σαν επαγγελματίας οδηγός. Το αμάξι ήταν σπόρ με δερμάτινο μαύρο σαλόνι. Η Μαριάννα είχε βάλει μουσική  από το ραδιόφωνο να παίζει χαμηλά. Ήταν ένα πολυτελέστατο αμάξι και στην Χριστίνα  έκανε εντύπωση η πλούσια έκδοση με όλα τα φουλ έξτρα  που περιείχε.
-Θα πρέπει να είναι πολύ ακριβό αυτοκίνητο , έτσι δεν είναι;- την ρώτησε.
-Ναι φαντάζομαι. Είναι το εφεδρικό της οικογένειας. –
-Δεν είναι δικό  σου δηλαδή.-
-Όχι. Του μπαμπά είναι. Εγώ κυκλοφορώ με μηχανή. Δεν αισθάνομαι και τόσο άνετα με τα αμάξια. Σήμερα όμως δεν μπορούσα να κατέβω στην παρουσίαση με κράνος και γάντια και   έτσι το πήρα.-
-Και εγώ μηχανή έχω. Μικρού κυβισμού όμως. Ονειρεύομαι να πάρω κάποτε πιο μεγάλη. Έχω όμως γραμμάτια με το σπίτι μου και έτσι δεν μου μένουν αρκετά.-
-Τι δουλειά κάνεις;-
-Είμαι κρεοπώλης σε ένα μεγάλο σούπερ μάρκετ στο κέντρο της Πάτρας. Δύσκολη δουλειά και τα λεφτά της πείνας. Όμως καλύπτω τις ανάγκες μου.-
Η Μαριάννα δεν απάντησε  και η Χριστίνα κοίταξε  από το παράθυρο την φωταγωγημένη πρωτεύουσα. Παντού υπήρχε κίνηση , οι άνθρωποι έτρεχαν σαν σε αγώνα δρόμου και τα φανάρια αναβόσβηναν για να ελέγξουν αυτοκίνητα και πεζούς.
-Μήπως θα μπορούσες να ανοίξεις το παράθυρο;- είπε η Χριστίνα.
-Δεν κρυώνεις;-
-Όχι ιδιαίτερα. Αγαπώ το κρύο. Μου φτιάχνει την διάθεση. Και ο παγωμένος αέρας με βοηθά να μη με πάρει ο ύπνος.-  απάντησε η  Χριστίνα και την κοίταξε.
Η Μαριάννα την κοίταξε πιο έντονα και ξεκούρασε το βλέμμα της στα χέρια της Χριστίνας. Εκείνη αναρωτήθηκε γιατί το έκανε αυτό. Κάτι σε αυτό το βλέμμα την έκανε να αισθάνεται γυμνή εσωτερικά. Η φωνή της Μαριάννας την έβγαλε από αυτή τη σκέψη.
-Έχεις ωραία δάχτυλα.-
-Τώρα δε μιλάς σοβαρά; Τα δάχτυλα μου είναι κοντά και χοντρά . Καμιά σχέση με τα μακριά και λεπτά , που είναι τα δικά σου. Αυτά είναι τα ιδανικά.-
-Εμένα μου αρέσουν πολύ. Δείχνουν δυνατά και δουλεμένα.-
-Όσο γι’ αυτό να είσαι σίγουρη. Που να δεις και τις παλάμες μου. Είναι γεμάτες από κάλλους. Όταν δεν αποχωρίζεσαι τον μπαλντά , αυτά παθαίνεις.- είπε η Χριστίνα και άναψε τσιγάρο.
-Τις πρόσεξα στην παρουσίαση. Πρέπει να αισθάνεσαι περήφανη που κάνεις μια τόσο δύσκολη και βαριά δουλειά.  Λίγες θα την διάλεγαν. Μου αρέσει που είσαι τόσο δυναμική. Σαν και μένα. Τα βγάζεις μόνη σου πέρα.- της είπε  κοιτάζοντας μπροστά. Η Χριστίνα πέταξε τον καπνό γρήγορα από μέσα της και γέλασε δυνατά.
-Τι  αστείο είπα;-
-Το ξέρεις Μαριάννα , πως είσαι ο πρώτος άνθρωπος που ακούω να μου λέει πως πρέπει να καμαρώνω; Μάλλον δεν με έχεις δει ποτέ σου εν ώρα εργασίας. Είμαι  γεμάτη από αίματα και λίπος.-
-Μα θα έρθω να σε δω. Δεν θα γλυτώσεις τόσο εύκολα από εμένα. Φτάσαμε. Έχω μια πείνα που δε βλέπω μπροστά μου. Έλα θα περάσουμε όμορφα. – είπε η Μαριάννα γελώντας. Κλείδωσε το αμάξι και μπήκαν στο μαγαζί. Η Χριστίνα βρέθηκε σε έναν χώρο αρκετά μεγάλο και διακοσμημένο με τα χρώματα της Άπω Ανατολής. Στο κέντρο του μαγαζιού υπήρχε ένα σιντριβάνι και στους γύρω τοίχους βρισκόντουσαν ενυδρεία με εξωτικά ψάρια. Μια όμορφη Κινέζα ντυμένη με την παραδοσιακή της ενδυμασία , πλησίασε τις δυο γυναίκες και με άπταιστα Ελληνικά  ρώτησε αν ήταν μόνες.
-Ναι και θα θέλαμε ένα τραπέζι ήσυχο και μακριά από τον κόσμο.- είπε η Μαριάννα και χάρισε στην Κινέζα ένα αστραφτερό χαμόγελο. Εκείνη τις οδήγησε στο τραπέζι τους που βρισκόταν σε μια γωνιά του μαγαζιού και δίπλα σε ένα ενυδρείο. Οι δυο γυναίκες κάθισαν η μία απέναντι στην άλλη. Η Χριστίνα περιεργάστηκε τον χώρο. Άναψαν ταυτόχρονα τσιγάρο και δευτερόλεπτα αργότερα μια άλλη Κινέζα  έφερε δυο λευκές  μικρές πετσέτες  , μέσα σε ένα μπολ από πορσελάνη. Η Χριστίνα τις κοίταξε και μετά κοίταξε την Μαριάννα σαν να της έλεγε <<Και τώρα τι κάνω;>>  Εκείνη χαμογέλασε.
-Όταν σου πρότεινα φαγητό  σε κινέζικο , δεν  ήξερα πως  πας για πρώτη φορά. Κουταμάρα μου. Μπορεί να μη σου αρέσει η κουζίνα τους. Αυτές οι πετσέτες είναι για να καθαρίσεις τα χέρια σου πριν το φαγητό. Καίνε , αλλά σου αφήνουν μια υπέροχη αίσθηση.-
-Δεν έχω φάει ποτέ σε κινέζικο εστιατόριο , αλλά πάντα ήμουν ανοιχτή σε νέες γεύσεις και έτσι δε σου το είπα. Έχεις δίκιο , η πετσέτα έκανε απαλά τα χέρια μου.-
-Θα παραγγείλω εγώ , αν δε σε πειράζει. Μη φοβάσαι , δεν θα σου δώσω να φας ωμό ψάρι.-
-Έτσι και αλλιώς , δεν το τρώω ούτε μαγειρεμένο. Το σιχαίνομαι.-
Όταν ήρθαν τα εδέσματα και το κρασί  άρχισαν να μιλούν τρώγοντας για διάφορα θέματα. Υπήρχε μια οικειότητα μεταξύ τους , που αν τις έβλεπε κάποιος για πρώτη φορά θα νόμιζε πως γνωρίζονταν τουλάχιστον δέκα χρόνια. Η Μαριάννα τύπος κλειστός για τους άλλους είχε ανοιχτεί σε θέματα προσωπικά. Έλεγε για την δουλειά ,  τα  συγγραφικά της όνειρα , τους άντρες. Από την άλλη η Χριστίνα έκπληκτη έβλεπε να της ξεφεύγουν τα λόγια από το στόμα της. Είπαν σχεδόν τα πάντα μέσα σε δυο ώρες και το κρασί τελείωσε χωρίς να το καταλάβουν. Γελούσαν και κάπνιζαν , έτρωγαν , έπιναν  και είχαν χάσει την αίσθηση του τόπου και του χρόνου. Μετά από χρόνια , όταν η Χριστίνα  θα έφερνε στο μυαλό της εκείνες τις στιγμές , θα μονολογούσε πως δεν ήταν τυχαίες. Όλα γίνονταν για ένα σκοπό. Η ζωή είχε αποφασίσει να ενώσει τόσο ξαφνικά αυτές τις δύο , γιατί έτσι ήθελε. Εκείνες δεν το γνώριζαν. Γελούσαν και έπιναν σε ένα ευχάριστο περιβάλλον. Η ζωή ήξερε περισσότερα. Οι δυο γυναίκες στην ουσία δεν ταίριαζαν σε τίποτα. Ήταν εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες , που απλά ήταν μαζί. Ήταν μαζί γιατί έτσι τους έβγαινε. Ήταν μαζί γιατί δεν θα μπορούσαν να είναι χώρια. Ήταν μαζί γιατί έτσι αποφάσισε η ζωή. Εκείνη ήταν υπεύθυνη για τα πάντα. Αυτή ένωνε και χώριζε. Η ζωή. Η ζωή που ποτέ δεν έδειχνε τα χαρτιά της. Εκείνες δε το ήξεραν. Γελούσαν , κάπνιζαν και μιλούσαν , για όλους και για όλα. Για τα όνειρα τους , τους φόβους , τον έρωτα , την φιλία. Εκείνο το κρύο βράδυ η Χριστίνα και η Μαριάννα ένωσαν τις ζωές , τα όνειρα , τις δυσκολίες , τις ελπίδες και τα θέλω τους με μια αόρατη κλωστή. Με μια δυνατή κλωστή. Τα έδεσαν  χωρίς να το ξέρουν σε μια κοινή μοίρα. Και όμως δεν κατάλαβαν τίποτα. Είχαν γίνει φίλες μέσα σε ένα κόσμο που δεν πίστευε  στα όνειρα , στις αξίες , στις ανθρώπινες σχέσεις. Η Μαριάννα δεν πίστευε σε όλα αυτά. Δεν ήξερε τι θα πει εμπιστοσύνη , αλληλοβοήθεια , και πάνω απ’ όλα φιλία. Ήταν γραμμένο στα άστρα πως εκείνη η γνωριμία μόνο καλό δεν θα έφερνε. Η Χριστίνα είχε απέναντι της το σκληρό άκαμπτο προσωπείο της ζωής. Το μόνο σίγουρο ήταν πως θα πληγωνόταν ανεπανόρθωτα. Όμως δε θα το έβαζε κάτω. Θα προσπαθούσε για την Μαριάννα. Θα κοιτούσε να βρει τα φαντάσματα που έτρωγαν το σαρκίο της. Θα έψαχνε για την λύση που θα έφερνε την ισορροπία στην φιλία τους. Ο χρόνος θα έφερνε καταιγίδες και χειμώνες. Εκείνο το βράδυ όμως , αυτές απλά γελούσαν ενώ έξω οι φωτεινοί σηματοδότες αναβόσβηναν. Τα αυτοκίνητα πηγαινοέρχονταν και ο βοριάς τρυπούσε τα κορμιά των άστεγων , που κοιμόντουσαν στα παγκάκια , στις πλατείες , στις αφώτιστες γωνιές εκείνης της άθλιας πόλης.

-Λοιπόν πως σου φάνηκε το φαγητό;- ρώτησε η Μαριάννα όταν πια είχαν πληρώσει και έβγαιναν έξω από το κινέζικο.
-Πολύ καλό και ελαφρύ. Νιώθω το στομάχι μου άδειο.-
-Ναι η κουζίνα τους είναι υπέροχη. Δεν σου κάθονται τα  φαγητά .- απάντησε και μπήκαν στο αμάξι.
-Και τώρα θα πάμε σε ένα καταπληκτικό μπαρ κοντά στη γειτονιά μου. Είναι μικρό και ήσυχο. Να πιούμε ένα τελευταίο ποτό. Τι λες;-
-Νομίζω πως θα κοιμηθώ στο αμάξι. Δεν με πας στο ξενοδοχείο;-
-Ούτε λόγος για αυτό. Θα κοιμηθείς σπίτι μου. Ας πιούμε εκεί το ποτό μας. Έχεις δίκιο και εγώ είμαι κουρασμένη.-
-Μα ο Ανέστης θα  τρελαθεί από την αγωνία , αν δεν πάω. –
-Τον ενημέρωσα τον Ανέστη. Τον πήρα τηλέφωνο όταν πήγα στην τουαλέτα του κινέζικου. Του είπα πως θα σε πάρω σπίτι μου για να κοιμηθείς. Αύριο το πρωί στις δέκα θα σε πάω στο Χίλτον , να φύγετε για Πάτρα. Είδες ;όλα μέλι , γάλα.-
-Πότε πρόλαβες και τα έκανες όλα αυτά; Μαριάννα δεν με γνωρίζεις καθόλου. Πως και αποφάσισες να με  φιλοξενήσεις σπίτι σου;-
-Να σου πω την αλήθεια δεν πρόλαβα να το σκεφτώ αυτό. Όλα σήμερα μου βγαίνουν ασυναίσθητα. Απλά περνάω πολύ καλά μαζί σου. Με εμπνέεις.-
-Μα πότε  το έκανα αυτό; Στις τέσσερις ώρες που είμαστε μαζί; Είναι λίγο τρελό αν το σκεφτείς. –
-Δεν θέλω να σκεφτώ τίποτα τώρα. Μου φτάνει η καλή παρέα. Χρόνια είχα να περάσω τόσο καλά. – της είπε και πάρκαρε το αμάξι σε ένα γκαράζ.
-Εδώ μένω. Στον τέταρτο όροφο. Η μάλλον ο τέταρτος όροφος είναι όλος δικός μου. Τέλος πάντων. Πέρνα μέσα. Θα πάμε με το ασανσέρ.-
Η Χριστίνα δεν μπόρεσε να της πει το παραμικρό. Την ακολούθησε και σε λίγο μπήκαν στο διαμέρισμα της. Η Μαριάννα άναψε τα φώτα και η Χριστίνα βρέθηκε σε ένα μεγάλο δωμάτιο που ήταν το καθιστικό.
-Κάθισε όπου σε βολεύει. Πάω να αλλάξω και έρχομαι. Αν θέλεις βάλε λίγη μουσική. Εκεί στο τραπεζάκι υπάρχουν αρκετά σι ντι.- είπε και χάθηκε από το οπτικό της πεδίο. Το μόνο που ήθελε εκείνη την στιγμή η Χριστίνα ήταν να βγάλει τα παπούτσια της. Τα τακούνια την είχαν πεθάνει. Τα έβγαλε λοιπόν και απλώθηκε στον δερμάτινο καναπέ. Έκλεισε τα μάτια της  και ονειρεύτηκε πως ήταν στο σπίτι της αγκαλιά με την Μισέλ. Πόσο της έλειπε εκείνη την στιγμή η γάτα της. Αλλά δυστυχώς  ήταν ξαπλωμένη σε έναν ξένο καναπέ , σε ένα άγνωστο διαμέρισμα και με μια καινούργια φίλη , που δεν γνώριζε τίποτα για την ζωή της. Αναρωτιόταν πως είχε μπλεχτεί έτσι. Αν και είχε περάσει πολύ ευχάριστα τις ώρες που ήταν μαζί με την Μαριάννα δεν ξεχνούσε πως θα έπρεπε να είναι επιφυλακτική με την νέα της γνωριμία. Η Μαριάννα έδειχνε να είναι ευχάριστος άνθρωπος , να διαθέτει χιούμορ και να είναι απλή στα φερσίματα της. Μια καινούργια φίλη είπε στον εαυτό της. Πάντα της άρεσαν οι γνωριμίες. Μόνο που. Δεν μπορούσε να το προσδιορίσει ακόμα. Μόνο που ένιωθε λίγο χαζή όταν την κοιτούσε η Μαριάννα. Τα μάτια της είχαν κάτι από μυστήριο. Σαν να ήθελαν να μάθουν τα πάντα για την Χριστίνα. Η  Χριστίνα δεν είχε να κρύψει τίποτα. Συνήθως οι άνθρωποι όταν την γνώριζαν καταλάβαιναν τα πάντα. Ήταν σαν ανοιχτό βιβλίο. Τότε γιατί η Μαριάννα την κοιτούσε τόσο περίεργα; Τα μάτια της  σίγουρα  ήταν το πιο ωραίο κομμάτι επάνω της. Όχι επειδή ήταν γαλάζια. Αλλά ; ναι , αυτό ήταν. Τα  μάτια της Μαριάννας άλλαζαν συνέχεια χρωματισμούς. Στην εκδήλωση νωρίς το απόγευμα όταν την πρωτοείδε είχαν μια απόχρωση μωβ. Στο κινέζικο είχαν απλά πρασινίσει. Ίσως αυτό να την έκανε να αισθάνεται άβολα η Χριστίνα. Δεν καταλάβαινε τα μάτια της και……………..
-Σε πήρε ο ύπνος καλή μου;- άκουσε την φωνή της να λέει απαλά.
Η Χριστίνα τραντάχτηκε για λίγο και άνοιξε τα μάτια της.
-Δε μου πάει το ξενύχτι εμένα τελικά. Συγνώμη. Έκλεισα για λίγο τα μάτια μου για να ξεκουραστούν και αφέθηκα.-
-Δε χρειάζεται να απολογείσαι. Εγώ φταίω που σε ταλαιπώρησα. Να φέρω κάτι να πιούμε; Λίγο κρασί ;-
-Θα προτιμούσα κάτι γλυκό. Μήπως έχεις κάποιο λικέρ; -
-Έχω Καλούα.-
-Τέλεια. Από τα αγαπημένα μου. Θα ήθελα λίγη.-
-Πάω να φέρω. Πάγο να βάλω;-
-Όχι σκέτη μ’ αρέσει.-  Η Μαριάννα έφυγε και ήρθε αμέσως φέρνοντας δυο ποτήρια με το λικέρ. Κάθισε δίπλα της και απλώθηκε βάζοντας τα πόδια της σε ένα μικρό σκαμπό. Για λίγο δεν ειπώθηκε τίποτα. Ο χώρος γέμισε από καπνό και η Μαριάννα σηκώθηκε ,έσβησε τα φώτα και άναψε ένα τεράστιο αρωματικό κερί που ήταν μέσα σε μια πιατέλα , επάνω στο τραπεζάκι του καθιστικού. Επέστρεψε στον καναπέ και ξάπλωσε κοιτάζοντας το ταβάνι. Η Χριστίνα κάπνιζε κοιτάζοντας το πάτωμα. Μέχρι να σβήσουν τα τσιγάρα δεν είπαν λέξη. Σαν να προσπαθούσαν να καταλάβουν η μία την άλλη. Να δουν τι ήταν αυτό που τις κρατούσε μαζί. Η Χριστίνα ήταν πολύ κουρασμένη για να αναλύσει τα γεγονότα της ημέρας. Έτσι σηκώθηκε σιγά και πήρε κάποια σι ντι για να βάλει μουσική. Η Μαριάννα έδειχνε να προτιμά την ροκ μουσική , αλλά υπήρχαν και κλασικοί συνθέτες επάνω στο τραπεζάκι. Η Χριστίνα διάλεξε τον αγαπημένο της  Βιβάλντι και άφησε τις τέσσερις εποχές να πλημμυρίσουν τον χώρο. Η Μαριάννα χαμογέλασε.
-Άσε να το μαντέψω εγώ. Είναι ο λατρεμένος σου και δεν μπορείς χωρίς αυτόν.-
-Ναι έτσι είναι. Έπεσες διάνα. Γενικά όμως μ’ αρέσει η κλασική μουσική. Και η κινηματογραφική μουσική. Οι συνθέσεις βέβαια , όχι τα τραγούδια.-
-Εγώ ακούω τα πάντα. Από ποπ , ροκ , κλασική , τσιφτετέλια , ότι μπορεί να κατεβάσει ο νους σου. Ανάλογα με την διάθεση.-
-Εγώ συνήθως ακούω τους κλασικούς. Είμαι της ήπιας μουσικής.-
-Όπως την βρίσκει ο καθένας. Ελπίζω να πέρασες καλά σήμερα.-
-Ναι ήταν πολύ ωραία. Μου έδωσες την εντύπωση πως γνωριζόμαστε από χρόνια. Δεν συνηθίζω βέβαια να κοιμάμαι σε ξένα σπίτια , αλλά φαίνεται πως έχεις μάθει να περνά πάντα το δικό σου.-
-Σε ενόχλησε αυτό; Εμένα έτσι μου βγαίνει. Δεν ήθελα να σε αποχωριστώ το απόγευμα. Ήθελα να έχουμε τον χρόνο να γνωριστούμε.-
-Θα σε ρωτήσω ξανά. Γιατί; Και γιατί εμένα; Δεν είμαι κάποια του συναφιού σου  Μαριάννα. Δεν τελειώσαμε μαζί το σχολείο , σε περνάω περίπου δέκα χρόνια , ζω στην Πάτρα και δουλεύω , σε κρεοπωλείο. Οι γονείς μου είναι φτωχοί άνθρωποι , έχω μια αδερφή παντρεμένη και δασκάλα στο επάγγελμα , έναν ανιψιό , τρεις καλές φίλες , έναν υπέροχο Ανέστη και κυκλοφορώ με μια παλιά μηχανή. Δεν μου αρέσουν τα πάρτη  και οι συνεστιάσεις τα ακριβά ξενοδοχεία και σιχαίνομαι την Αθήνα. Σε όλα αυτά που σου είπα , βρίσκεις κάτι στο οποίο να συγκλίνουμε εμείς οι δύο;-
-Ναι σε όλα.-
-Δεν σε καταλαβαίνω. Μην μιλάς με γρίφους.-
-Πριν λίγη ώρα σου είπα πως με εμπνέεις. Για όλα αυτά που ανέφερες γίνεσαι σημαντική για μένα. Σε θαυμάζω Χριστίνα  , αυτό είναι. Μακάρι να είχα όλα αυτά που έχεις εσύ. Σε ζηλεύω Χριστίνα για την βρώμικη δουλειά που κάνεις , τους φίλους που έχεις , και την παλιά σου μηχανή. Αυτά ήθελα πάντα. Αλλά η ζωή μου έδωσε πολλά λεφτά  , αμέτρητα πάρτη , ξενοδοχεία με πισίνα  σάουνα και πολυτελή αμάξια. Αλλά συγχρόνως μου στέρησε τους φίλους. Δεν έχω πουθενά να πιαστώ.-
-Στο χέρι του καθένα μας είναι να βρει φίλους. Η φιλία είναι σαν όλες τις σχέσεις. Θέλει πολύ δουλειά για να εδραιωθεί. Μήπως φταις εσύ που δεν βρήκες ανθρώπους , για να έρθουν κοντά σου;-
-Μπορεί. Δεν ξέρω. Ήμουν πάντα απασχολημένη με την δουλειά μου.-
-Αν δεν δώσεις Μαριάννα , δεν θα πάρεις. Είναι νόμος αυτό.-
-Θέλω πολύ να προσπαθήσω μαζί σου. Τι λες θα με αφήσεις;-
-Σε ελεύθερη χώρα ζούμε κορίτσι μου. Για μένα όμως η φιλία είναι το πρώτο κεφάλαιο στη ζωή μου. Εσύ έχεις την δουλειά. Στην  πορεία μάλλον θα χαθούμε. Είναι άλλες οι προτεραιότητες μας. Απαιτώ πολλά από έναν φίλο. Πάνω απ’ όλα χρόνο για να τα λέμε και να βρισκόμαστε. Αλλά  μάλλον δεν θα μπορέσω να σου πω όχι. Δεν ξέρω , αλλά θέλω πολύ να ανακαλύψω τον εσωτερικό σου κόσμο. Φαίνεται πως τελικά θα γίνουμε φίλες. Και με αυτό θα ήθελα να με πας σε ένα κρεβάτι και να με αφήσεις να κοιμηθώ ως τις οχτώ το πρωί. Λοιπόν θα με βάλεις για ύπνο;- της είπε και γέλασαν δυνατά.  Η φλόγα του κεριού τρεμόπαιξε και παραλίγο να σβήσει. Την τελευταία στιγμή όμως με μια ανάσα φώτισε αμυδρά το δωμάτιο και τις δυο φιγούρες των γυναικών που καθόντουσαν στον καναπέ .




Στο σπίτι της Ελένης μια εβδομάδα μετά , στην Πλάκα, επικρατούσε ησυχία. Ο άντρας της ο Παναγιώτης βρισκόταν στο γραφείο του. Διάβαζε για την αυριανή παράδοση στο πανεπιστήμιο. Η Ελένη ήταν στην κουζίνα και ετοίμαζε το βραδινό φαγητό , που θα γινόταν  και αυριανό μεσημεριανό. Το ψητό στο φούρνο είχε πάρει το σωστό χρώμα και ήταν έτοιμο. Έκλεισε τον διακόπτη και έστρωσε τραπέζι. Μετά από δευτερόλεπτα φώναξε τον Παναγιώτη και εκείνος ήρθε κρατώντας ένα βιβλίο στα χέρια του. Κάθισε στο τραπέζι χωρίς να πάρει τα μάτια του από τις σελίδες. Έβαλε λίγο κρασί στο ποτήρι και ήπιε μια γουλιά. Η Ελένη σερβίρισε το φαγητό τους και άρχισαν να τρώνε. Ο Παναγιώτης της έστειλε ένα φιλί και της έκλεισε το μάτι. Μετά έτρωγε και διάβαζε μαζί. Η Ελένη δεν είπε τίποτα. Τον είχε συνηθίσει πια. Ο άντρας της  ήταν ένας ήπιος άνθρωπος , που λάτρευε τη δουλειά του και το διάβασμα. Ο Παναγιώτης ήταν διδάκτωρ πανεπιστημίου. Στα σαράντα του ήταν ένας επιτυχημένος πανεπιστημιακός , ερωτευμένος με την γυναίκα του και ευτυχισμένος. Η Ελένη τον χάζευε. Το γεγονός πως εκείνος διάβαζε από το πρωί ως το βράδυ , της φαινόταν απίστευτο. Αυτό το κουσούρι τον ακολουθούσε παντού. Συχνά η Ελένη έβρισκε εφημερίδες, περιοδικά , βιβλία κτλ στα πιο απίθανα μέρη. Βιβλία του Παναγιώτη υπήρχαν στο σαλόνι , εφημερίδες πάνω στο γραφείο του  και περιοδικά μέσα στην τουαλέτα. Το τραπεζάκι στο χολ είχε ξεχασμένα βιβλία δύο εβδομάδων , το κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι τους ,φιλοξενούσε κάποια περιοδικά για τον κινηματογράφο , ενώ το συρτάρι με τα εσώρουχα του έκρυβε μια συλλογή ποιημάτων από Έλληνες της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ο Παναγιώτης ήταν ένας άντρας με κανονικό ανάστημα, μελαχρινός  , με γυαλάκια και έξυπνο πρόσωπο. Με την Ελένη είχαν γνωριστεί  σε μια έκθεση ζωγραφικής  στην Πάτρα και από τότε δεν χώρισαν. Οι δουλειά του όμως ήταν στο πανεπιστήμιο της Αθήνας και αναγκάστηκε και η Ελένη να φύγει μαζί του μετά τον γάμο τους. Έτσι η Χριστίνα στερήθηκε μια από τις πιο αγαπημένες της φίλες. Όμως είχε συγχωρήσει τον Παναγιώτη. Η αλήθεια ήταν πως τον αγαπούσε πολύ , γιατί ήταν ένας ευγενικός και καλόκαρδος άντρας. Η φίλη της ήταν καλά και ευτυχισμένη. Βέβαια το ζευγάρι κατέβαινε συχνά στην Πάτρα. Μετά το πέρας του φαγητού η Ελένη μάζεψε το τραπέζι και ο Παναγιώτης γύρισε ξανά στο γραφείο του.
-Θα αργήσεις να τελειώσεις;- του είπε.
-Δεν νομίζω μωρό μου. Σε μισή ώρα το πολύ. Τι λες πίνουμε κάτι δυνατό μετά; Θα ήθελα τρελίτσες , για το βράδυ.- της απάντησε με νόημα.
-Κύριε καθηγητά , σας βρίσκω πολύ πονηρό. Τέτοια λέτε στο αμφιθέατρο;-
-Όχι αγάπη μου , αυτά τα αφήνω για σένα.-
-Εντάξει ,τότε σε μισή ώρα θα έχω τελειώσει και τα πιάτα.- του είπε και ξαφνικά θυμήθηκε την Χριστίνα. Δεν είχαν μιλήσει εδώ και δέκα μέρες. Της έλειπε η φωνή της και αποφάσισε να την πάρει τηλέφωνο. Σχημάτισε τον αριθμό και περίμενε.
-Ναι;-
-Εγώ είμαι ζουζούνα. Τι κάνεις;-
-Καρδούλα μου μια χαρά. Εσύ;-
-Ναι. Έπλενα τα πιάτα και ξαφνικά σε θυμήθηκα.-
-Μάλιστα. Ο Παναγιώτης είναι καλά;-
-Τι ήταν αυτό το μάλιστα; Θέλεις να πεις πως σε ξέχασα τελείως; Εσύ κυρά μου που είσαι; Γιατί δεν με έχεις πάρει τηλέφωνο; Ο Παναγιώτης είναι μια χαρά και ως συνήθως……………….ΔΙΑΒΑΖΕΙ.- είπαν συγχρόνως και οι δυο τους και άρχισαν να γελάνε δυνατά. Η Μισέλ στο σαλόνι της Χριστίνας άνοιξε τα μάτια της και ο Παναγιώτης στο γραφείο σήκωσε το βλέμμα του πάνω από το βιβλίο.
-Τι να σου πω και τι να αφήσω. Να ,πριν μια βδομάδα περίπου έκανα μια καινούργια φίλη. –
-Δηλαδή να υποθέσω πως θα γίνουμε εκατό οι φιλενάδες σου πια; Οι εκατό  μεγάλες  σου αγάπες , μετά την γάτα , και τον κινηματογράφο;-
-Καλά τα είπες. Μου έδωσες και κατάλαβα. Βρε κακό κορίτσι , μετά από αυτά τα δυο σας έχω; Κακίες πετάς βραδιάτικα.-
-Παραδέξου το. Η Μισέλ είναι πάνω από όλα.-
-Δεν το έκρυψα ποτέ. Είναι το πάθος μου.-
- Έτσι μπράβο. Και τώρα πάμε πιο κάτω. Γνώρισες λες μια καινούργια φίλη. Που την γνώρισες , και πότε;-
-Θυμάσαι την παρουσίαση του βιβλίου του Ανέστη; Εσείς δεν ήρθατε γιατί ο Παναγιώτης ήταν στο κρεβάτι με πυρετό. Ε ! να. Η εκδήλωση έγινε στην αίθουσα παρουσιάσεων του εκδοτικού οίκου. Εκεί πήγα όπως ξέρεις με τον Ανέστη. Δεν ήθελα να τον αφήσω μόνο του και γνωρίστηκα με την κόρη του εκδότη. Την Μαριάννα Αλεξάκη. Θυμάσαι που πριν ένα μήνα σου είχα πει για εκείνη , όταν είχε έρθει στην Πάτρα. Τότε είχε γίνει μια μικρή δεξίωση στο σπίτι του φίλου μας. Εκείνη είχε έρθει να πει δυο λόγια , μιας και ο πατέρας της δεν μπόρεσε να παραβρεθεί.-
-Ναι θυμάμαι. Θυμάμαι όμως που μου είχες αναφέρει πως την είχες βρει κομματάκι αλλοπρόσαλλη. Τι άλλαξε από τότε;-
-Τίποτα. Ακόμα έτσι την κατατάσσω. Απλά είναι αστεία και κεφάτη. Το περίεργο είναι πως μετά την εκδήλωση έφυγα μαζί της για φαγητό και το βράδυ κοιμήθηκα στο σπίτι της και  όχι στο ξενοδοχείο που μου είχε κλείσει δωμάτιο ο Ανέστης. Το πιστεύεις πως έφυγα με μια άγνωστη έτσι στα ξαφνικά;-
-Για σένα μπορώ να πιστέψω πως κλέφτηκες με τον Ιντιάνα Τζόουνς. Σε έχω ικανή.-
-Καλά κορόιδευε εσύ. Μου είναι αδιανόητο όμως πως της ανοίχτηκα και της είπα πολύ προσωπικά γεγονότα. Της είπα για τον αποτυχημένο γάμο μου , την σχέση με τον Σταύρο. Ξέρεις όλα αυτά.-
-Χριστίνα μου εσύ ανοίγεσαι σε όλους. Είσαι η μοναδική φίλη που έχω , η οποία δεν φυλά ποτέ κάτι για τον εαυτό της. Δίνεσαι σε όλους και τις περισσότερες φορές πληγώνεσαι. Δεν ξέρω. Ελπίζω η καινούργια σου φίλη να σου φερθεί όπως σου αξίζει. Με αγάπη και συμπαράσταση. Κράτα όμως και εσύ μια πισινή. Αυτό ποτέ δεν έβλαψε κανέναν.-
-Μάλιστα δασκάλα μου. Τίποτα άλλο;- απάντησε η Χριστίνα γελώντας.
-Και τι δουλειά κάνει αυτή η Αλεξάκη;-
-Α! αυτό θα σ’ αρέσει πολύ. Δουλεύει στον εκδοτικό οίκο του πατέρα της. Έχει τελειώσει φιλολογία και κάνει τις διορθώσεις στα κείμενα. Γράφει όμως και βιβλία. Αυτό την ενδιαφέρει. Να γίνει συγγραφέας. –
-Κατά μάνα , κατά κύρη. Ο πατέρας της είναι γνωστός ποιητής και πολύ πλούσιος τύπος. Φαντάζομαι θα το ξέρεις αυτό.
-Ε! και;  Ας είναι ποιητής , ας είναι και Κροίσος. Δεκάρα δεν δίνω.-
-Το γνωρίζεις πως κρατάς στα χέρια σου μια μεγάλη ευκαιρία; Την ευκαιρία της ζωής σου. Για χρόνια τώρα στέλνεις τα διηγήματα σου σε διάφορους εκδότες. Και χρόνια τώρα προσπαθείς να γράψεις το πρώτο σου βιβλίο. Κανείς δεν σε έχει πάρει στα σοβαρά. Τώρα όμως ήρθε η δική σου στιγμή. Η Μαριάννα σαν φίλη σου θα τα εκδώσει.-
-Δεν είσαι με τα καλά σου. Το ξέρεις πως τέτοια πράγματα δεν κάνω εγώ.-
-Μα και βέβαια όχι. Θα πας με τον σταυρό και θα μείνεις στάσιμη. Ξύπνα Χριστίνα. Χωρίς διασυνδέσεις τίποτα δεν προχωρά.-
-Μα τι μου λες τώρα; Να εκμεταλλευτώ την γνωριμία αυτή για να προωθήσω τον εαυτό μου και να προβληθώ; Δεν υπάρχει περίπτωση να ζητήσω από την Μαριάννα την παραμικρή χάρη , είτε για μένα είτε για άλλους.- ανέβασε την φωνή της η Χριστίνα.
-Καλά τότε. Λες και δεν ξέρω την τιμιότητα σου. Συγνώμη , δεν έπρεπε να στα πω αυτά. Αλλά που να πάρει έχεις ταλέντο και κανείς δε σου δίνει σημασία.-
-Συγχωρεμένη αγάπη μου. Θέλω να τα πούμε και από κοντά. Πότε κατεβαίνετε Πάτρα;-
-Λέμε για το Σάββατο το πρωί. Θα σε πάρω τηλέφωνο από την μητέρα μου και περνάω από το σπίτι σου το μεσημεράκι. Να πιούμε και έναν καφέ βρε κορίτσι μου;-
-Εντάξει. Τα λέμε τότε λοιπόν. Φιλιά και στον Παναγιώτη
-Πρέπει πρώτα να δω σε ποιες σελίδες βιβλίου έχει χαθεί , για να τον βγάλω από αυτές. Νομίζω πως το πρόβλημα του είναι για τα X FILES. –
-Και εγώ αυτό πιστεύω. Να καλέσουμε τον Μώλντερ και την Σκάλυ; Σίγουρα θα αναλάβουν την υπόθεση. – απάντησε η Χριστίνα και γέλασαν ξανά. Έκλεισαν το τηλέφωνο και η Χριστίνα έβαλε μια δόση ουίσκι σε ένα ποτήρι. Το κούνησε για λίγο ρυθμικά και εκείνη τη στιγμή,  θέλησε να ακούσει την μουσική υπόκρουση από την ταινία<< Τα χρόνια της αθωότητας.>> Μετά μπήκε σε σκέψεις. Με την Μαριάννα μετά από εκείνη τη νύχτα είχαν συνεχή επικοινωνία. Τα τηλέφωνα έπεφταν βροχή και τα μηνύματα στα κινητά δεν έλεγαν να σταματήσουν. Θυμήθηκε πως όταν την επόμενη μέρα γύρισε στην Πάτρα τα είχε βάλει με τον εαυτό της. Δεν μπορούσε να του συγχωρήσει το γεγονός ότι είχε πει τα πάντα. Η Ελένη είχε δίκιο. Ποτέ της δεν είχε κρατήσει κάτι για τον εαυτό της. Σε αυτή όμως την γνωριμία τα πράγματα ξέφυγαν από τον έλεγχο. Για τον Μάνο ήξεραν μόνο η οικογένεια και οι κολλητές τις φίλες. Και οπωσδήποτε ο Ανέστης. Ναι μεν η Χριστίνα ήταν άνθρωπος αυθόρμητος και ευχάριστος , έκανε γρήγορα φιλίες και είχε πλήθος γνωστούς. Εκείνο  όμως το βράδυ είχε πει και τις πιο κρυφές της σκέψεις σε μια άγνωστη. Αν η Μαριάννα είχε κακό χαρακτήρα και ήταν μια κουτσομπόλα που δεν κράταγε κλειστό το στόμα της , πολλά προσωπικά της Χριστίνας θα έβγαιναν παράρτημα σε εφημερίδες του Αλεξάκη. Δεν ήθελε όμως να σκεφτεί άλλο. Η μουσική ακουγόταν μελωδική και η Χριστίνα είχε χαλαρώσει. Έσκυψε και πήρε την γάτα αγκαλιά. Έκλεισε τα μάτια της. Ο Μπερστάιν είχε απλώσει τις μαγικές του νότες σε όλο το σπίτι.

 

Αυτό είναι ένα βιβλίο που μιλά για την φιλία. Για το πώς ορισμένοι άνθρωποι έρχονται κοντά και προσπαθούν μαζί  να κάνουν την ζωή τους μοναδική.   Για αυτό και το βιβλίο  αυτό αφιερώνεται ειδικά   στις τέσσερις  ξεχωριστές φίλες  που είναι κοντά μου πολλά χρόνια και με στηρίζουν , όπως και εγώ. Παλέψαμε πολύ για να εδραιώσουμε αυτή τη φιλία. Χωρίς την αγάπη σας δεν θα μπορούσα να γράψω. Ετούτο το βιβλίο είναι το πρώτο που έγραψα και το αγαπώ όσο και εσείς. Για αυτό και σας ανήκει. Είναι δικό σας βιβλίο.  

Στις: Αγγελική, Έφη, Έλλη, Νατάσα.

Στην Χρύσα που αν δεν ήταν εκεί να με καθοδηγήσει δεν θα είχα ξεκινήσει το ταξίδι.
Σε ευχαριστώ για ότι μου έμαθες.  Στον αδερφό μου Γιώργο και στην γυναίκα του Άντζελα που είναι στο πλευρό μου.
Στους γονείς μου και στον Θεό που με  προστατεύει.    
Στους φίλους και φίλες που είναι δίπλα μου: Λάμπρο και Ευγενία Μάθεση, Κώστα Μιχαλάκη, Αντρέα Αυγέρη, Πάνο Παπασωτηρίου, Ρούλα Σοφρά, Παναγιώτη Βελτανισιάν,  Μαρία και  Νίκο Τσίτσο. Φωτεινή και Νίκο Λαυράνο, Σύλβια και Κώστα Γάσπαρη, Στέλλα και Σωτήρη Καρνέση, Στεργιάννα Γιαφεντή και σε όλους όσους ξέχασα. Τα ξαδέρφια μου: Γεωργία και Κωνσταντίνα Φήμη, Τάσο και Λούντα Καραντή, Αποστόλη Αθανασίου, Άντα.   
Στην Αθηνά Γραμματικού που οι συμβουλές της ήταν πολύτιμες, και στον αγαπημένο μου φίλο Δημήτρη Χαρίτο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι από το ομώνυμο ποίημα της Άντζελας Σκοπελίτη Κοφινά.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Άλογα περήφανα οι επιθυμίες μου γονάτισαν κάθισαν χάμω.
Μίλτος Σαχτούρης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.

ΤΥΧΑΙΑ TAGS