164 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
20.08.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Ο χρόνος της φθοράς | Μέρος 2ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά


Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Χριστίνα. Μια γυναίκα λίγο μετά τα τριάντα που θεωρεί την έννοια της φιλίας το μεγαλύτερο αγαθό. Έχει καταφέρει να έχει κοντά της τρεις αγαπημένες φίλες και έναν αδερφικό φίλο που είναι πάντα στο πλευρό της.
Τη Μαρία , την Βίκυ , την Ελένη και τον Ανέστη. Όταν όμως γνωρίζεται με την Μαριάννα Αλεξάκη η ισορροπία στη ζωή της χάνεται. Εκείνη είναι ένα παιδί 23 χρόνων που δουλεύει στον εκδοτικό οίκο του πατέρα της. Έχει θέσει πολύ ψηλούς στόχους για να γίνει συγγραφέας  και θέλει να κάνει μεγάλη καριέρα σε αυτό. Η Μαριάννα σε αντίθεση με την Χριστίνα δεν εμπιστεύεται κανέναν , δεν κάνει φιλίες , φοβάται την μοναξιά  και προσπαθεί να κάνει τους γονείς της να την προσέξουν.
Οι δυο γυναίκες δένονται με μια φιλία και μια δυνατή αγάπη από την αρχή της γνωριμίας τους. Όμως η Μαριάννα απασχολημένη με το κτίσιμο της καριέρας της, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα υψηλά στάνταρ της Χριστίνας για τη φιλία.
Δυο διαφορετικές γυναίκες και δυο ξεχωριστές πορείες. Ένας κύκλος φιλίας  που ξεκινά με τη γνωριμία των δύο γυναικών , συνεχίζεται με τα ψυχικά προβλήματα της Μαριάννας , για να καταλήξει στο φευγιό της Χριστίνας και την τελική τους επανασύνδεση.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

    
Η επόμενη ημέρα ξημέρωσε κρύα , αλλά χωρίς τα μαύρα σύννεφα της βροχής. Η Πάτρα σιγά –σιγά ξυπνούσε. Η Χριστίνα είχε σηκωθεί από τις έξι το πρωί. Εκείνη τη στιγμή το ρολόι στο χέρι της έδειχνε εφτά και μισή.  Είχε  τελειώσει με την καθαριότητα του σπιτιού και  ήπιε την τελευταία γουλιά από τον καφέ της. Στις οχτώ παρά τέταρτο έβαλε φαγητό στη Μισέλ , καθάρισε από τα περιττώματα την άμμο υγιεινής και έβαλε  καθαρό νερό στο μπολ για να πιει το κορίτσι της , την φίλησε στο κεφάλι και έφυγε για την δουλειά της. Όταν έφτασε στο μαγαζί , φόρεσε τη λευκή της ποδιά , χτύπησε την κάρτα και ξεκίνησε να φτιάχνει τη βιτρίνα του κρεοπωλείου. Έβγαλε και τοποθέτησε πρώτα τα κοτόπουλα , μετά τις μπριζόλες , που τις είχε κομμένες από την προηγούμενη ημέρα αφού πρώτα τους άλλαξε χαρτί στον δίσκο. Αφού τοποθέτησε όλα τα προϊόντα έβαλε πιπεριές ανάμεσα στα κρέατα και μαϊντανό. Μετά πήρε δυο ανανάδες  και επάνω τους σφήνωσε σουβλάκια από χοιρινό. Αν τα κοιτούσες είχες την αίσθηση πως έμοιαζαν με παραγεμισμένους σκαντζόχοιρους.  Δίπλα από τις χοιρινές  και επάνω τους είχε κόψει φέτες λεμονιού. Στα κομμάτια από αρνί και κατσίκι  είχε εναποθέσει μια κανάτα με κόκκινο κρασί. Στα μοσχαρίσια κρέατα είχε βάλει μικρές ντομάτες ανάμεσα τους και φέτες από πορτοκάλι. Όταν η καλλιτεχνία της βιτρίνας πήρε  τέλος , έφτιαξε τον καφέ της. Πρόλαβε να πιει δυο γουλιές όταν οι πελάτες ξεκίνησαν την συνηθισμένη τους επιδρομή. Η Χριστίνα τους παρομοίαζε πάντα με  άγριους. Ήθελαν όλοι να εξυπηρετηθούν αμέσως , να πάρουν το καλλίτερο και να φύγουν για να γεμίσουν τις απύθμενες κοιλιές τους. Στις μία και μισή που η κίνηση έσπασε , η Χριστίνα άναψε το πρώτο τσιγάρο στη δουλειά της. Δεν είχε προλάβει να πλύνει τα χέρια της που κόλλαγαν από το αίμα ούτε και να καθαρίσει τα νύχια της με το μαχαίρι που ήταν γεμάτα λίπος. Η ποδιά της παρουσίαζε την εικόνα δολοφόνου μετά από τη σφαγή των αθώων θυμάτων του. Είχε συνηθίσει πλέον αυτή την εικόνα του εαυτού της. Η μυρωδιά  του κρέατος δεν την ενοχλούσε καθόλου , ούτε τα λερωμένα ρούχα η το αίμα ξεραμένο στα χέρια της. Την ενοχλούσαν οι άνθρωποι που δεν είχαν αισθήματα. Οι νέοι ποιητές που δεν τους έδιναν την ευκαιρία να βγάλουν τα γραφόμενα τους προς τα έξω. Οι πάντες είχαν κολλήσει στους παλιούς και κλασικούς ποιητές. Λες και δεν γράφονταν πια αξιόλογοι στίχοι. Την ενοχλούσαν τα ψέματα και οι αλήθειες που δεν εκφράζονταν. Την ενοχλούσε ο έρωτας που πλέον γινόταν μέσω μηνυμάτων στο ίντερνετ και τα κινητά τηλέφωνα. Η κατάντια των αντρών που είχαν γίνει αδιάφοροι στο παλιό κλασικό καμάκι και που δεν έκαναν έρωτα πια. Όλοι ήταν στημένοι στο ποδόσφαιρο και στον υπολογιστή. Και όταν κάποια προσπαθούσε λίγο περισσότερο ένιωθαν εγκλωβισμένοι και γυρνούσαν στο απάνεμο λιμάνι της αντροπαρέας , η ακόμη χειρότερα καθόντουσαν σπίτι και έκλαιγαν την μοίρα τους. Η Χριστίνα δεν ταίριαζε σε αυτή την εποχή , της αποσάθρωσης των αισθημάτων και των αξιών. Αναζητούσε τη μοναξιά και τον διαλογισμό. Δεν της άρεσαν τα  ακριβά ρούχα , τα δήθεν , τα πρέπει και τα ξεφαντώματα σε μοδάτα κλαμπ , που έμοιαζαν με ανθρώπινες αρένες. Εκείνη έγραφε ποιήματα και διηγήματα στον ελεύθερο χρόνο της. Παρατήρησε  πως η βιτρίνα είχε σχεδόν αδειάσει. Έπρεπε να κόψει πάλι κρέατα. Έσβησε το τσιγάρο και επιδόθηκε σε αυτό που ήξερε να κάνει καλά.


Εκείνο το πρωινό η Μαριάννα είχε πάει στους γονείς της στην Κηφισιά. Θα συναντούσε τον πατέρα της για να συζητήσουν θέματα της δουλειάς. Όταν μπήκε τους βρήκε στο καθιστικό να τρώνε το πρωινό τους.
-Καλημέρα σας.-
-Καλώς την. Πως και τόσο πρωί εσύ;- είπε ο πατέρας της.
-Μα καλά , δε μου είπες εχτές να έρθω στις  εννιά γιατί κάτι προέκυψε;-
-Ναι βέβαια , το είχα ξεχάσει. Θα φας κάτι; Να πω στην Στέλλα να σου φέρει πιάτο;-
-Όχι. Θα πιω όμως ένα φλιτζάνι καφέ.- του απάντησε  και κάθισε απέναντι τους.
-Μου φαίνεσαι λίγο χλωμή αγάπη μου. Μήπως δεν τρως καλά;- πήρε τον λόγο η μητέρα της , φτιάχνοντας το χρυσό ρολόι στο δεξί της χέρι.
-Απορώ μαμά πως και το πρόσεξες αυτό. Εσύ συνήθως κοιτάς αν σου πετά καμιά τούφα από τα μαλλιά σου.-
- Γίνεσαι  άδικη Μαριάννα. Σαν μάνα θέλω το καλό σου.-
-   Τώρα το θυμήθηκες αυτό;-
-Σταματήστε. Τζέσικα  εσύ δεν έχεις κάπου να πας; - μπήκε στη μέση ο Λεωνίδας.
-Ναι έχω ραντεβού με την μανικιουρίστα μου. Φεύγω λοιπόν.-  Πήγε κοντά στη Μαριάννα και την φίλησε απαλά στο κεφάλι. Έστρωσε το παντελόνι της και τους άφησε μόνους.
-Πως την ανέχεσαι μπαμπά; Δεν έχει καθόλου μυαλό αυτή η γυναίκα.- είπε ξέπνοα η Μαριάννα ανάβοντας τσιγάρο.
-Δε θέλω να μαλώνετε και στο έχω ξεκαθαρίσει αυτό. Μπορεί να μην έχει μυαλό όπως λες , αλλά δεν παύει να είναι μάνα σου. Σε γέννησε.-
-Ναι ξέρω. Όμως μόνο αυτό έκανε. Την απασχολούσαν πιο σοβαρά πράγματα , όπως ας πούμε πότε θα πάει για μασάζ η πότε θα κολυμπήσει στην πισίνα του τάδε πολυτελέστατου ξενοδοχείου.-
-Δεν θα αλλάξουμε τη μητέρα σου. Αυτή είναι. Σε παρακαλώ να ασχοληθούμε με αυτό για το οποίο θέλησα να σε δω. Πάμε όμως καλλίτερα στο γραφείο μου- .της απάντησε ο πατέρας της και σηκώθηκε από το τραπέζι. Η Μαριάννα τον ακολούθησε . Κλείνοντας την πόρτα ο Λεωνίδας κάθισε στο γραφείο και άναψε το πούρο του.
-Λοιπόν όπως θα ξέρεις σήμερα το βράδυ θα γίνει μια μικρή παρουσίαση ενός συγγραφέα που εκπροσωπούμε στην Πάτρα. Ήταν να πάω εγώ , αλλά δε θα μπορέσω. Θέλω να πας εσύ. Θα υπάρχουν κάποιοι δημοσιογράφοι που θα καλύψουν το θέμα , μιας και θα μπει σε μια από τις εφημερίδες μας. Θα μιλήσεις εσύ. Σου έχω το βιογραφικό του σε αυτό τον φάκελο. Μπορείς να το διαβάσεις και να γράψεις ένα μικρό λόγο. Ο Ανέστης είναι λαμπρός νέος. Η παρουσίαση είναι για τις εννιά το βράδυ. Το αργότερο ως τις έντεκα θα έχεις φύγει.-
-Δε μου αφήνεις περιθώρια για να αρνηθώ μπαμπά. Έτσι δεν είναι;-
-Έχεις κάτι καλλίτερο να κάνεις; Στο φινάλε η δουλειά σου είναι. Πρέπει να γίνεις αετός όταν κάποια μέρα αναλάβεις τον οίκο και τις δυο εφημερίδες μας. Να έχεις γνώσεις. Να ξέρεις την πιάτσα.-
-Εντάξει μπαμπά. Αν και ξέρεις πολύ καλά πως εγώ το μόνο που θέλω είναι να γίνω συγγραφέας. Πότε επιτέλους θα κοιτάξεις το βιβλίο που έγραψα πριν δυο χρόνια;-
-Όχι τώρα. Όχι τώρα Μαριάννα. Δεν έχω χρόνο. Κάποια στιγμή θα γίνει και αυτό. Μικρή είσαι ακόμα. Άλλοι βγάζουν το πρώτο τους βιβλίο στα σαράντα. Άλλοι πάλι καθόλου. Λοιπόν. Μέσα στο φάκελο υπάρχει η διεύθυνση  και το τηλέφωνο του , σε περίπτωση που δυσκολευτείς να βρεις το σπίτι. Έχω μιλήσει με τον Ανέστη και σε περιμένει. Ο καιρός είναι κρύος. Θα έλεγα να πάρεις το εφεδρικό αμάξι. Μια πόρσε δεν θα σε χάλαγε πιστεύω;-
-Και όμως θα με έκανε άρρωστη. Θα πάω με την μηχανή μπαμπά. Νιώθω πιο άνετα έτσι και κυρίως δεν θα πουλήσω μούρη. Θα τα πούμε τη Δευτέρα στη δουλειά.- του απάντησε και τον φίλησε στο μάγουλο.
Βγαίνοντας έξω από το σπίτι η Μαριάννα τα χείλη της ήταν σφιγμένα και το πρόσωπο της τραβηγμένο από θυμό. Πότε επιτέλους θα της έδιναν σημασία. Γιατί δεν έβλεπαν πως ούρλιαζε; Είχε ανάγκη ένα χάδι , μια αγκαλιά. Κανείς όμως δεν έκανε το παραμικρό για να την δει καλλίτερα. Ανέβηκε στη μηχανή. Φόρεσε το κράνος και τα γάντια και τράβηξε για το δικό της διαμέρισμα. Είχε να μελετήσει το βιογραφικό του Ανέστη και να γράψει δυο λόγια , για την βραδινή συγκέντρωση.


Η Μαρία είχε τελειώσει το φαγητό της.  Σηκώθηκε , πήρε το πιάτο και το έβαλε στο πλυντήριο. Ευτυχώς που υπάρχουν και αυτά , είπε στον εαυτό της , αλλιώς όλα τα πιάτα της εβδομάδας θα ήταν αραδιασμένα στην κουζίνα και οι κατσαρίδες θα έκοβαν βόλτες. Η Μαρία δεν φημιζόταν για την τάξη και την καθαριότητα , σε σχέση με την φίλη της την Χριστίνα. Βαριόταν γενικά όλες τις δουλειές του σπιτιού. Όχι όμως και την μαγειρική. Εκεί μάλλον ήταν πιο καλή. Την ένοιαζε μόνο η εξωτερική της εμφάνιση. Το σώμα , το δέρμα , τα μαλλιά. Ξόδευε μια περιουσία για την περιποίηση τους. Είχε σχεδόν εφτά ώρες μέχρι να πάει στην παρουσίαση και σκέφτηκε να κοιμηθεί , και ύστερα να ασχοληθεί με την εξωτερική της τελειότητα.
Την ίδια ώρα η Βίκυ έβλεπε  μια ξένη ταινία στην τηλεόραση. Σκεφτόταν πως την Κυριακή θα έκανε γενική καθαριότητα στο σπίτι της μιας και οι γονείς της θα έλειπαν. Η Βίκυ σε αντίθεση με την Μαρία , δεν χάλαγε άσκοπα λεφτά σε καλλυντικά και κραγιόν. Η εμφάνιση της ήταν πάντα προσεγμένη , τα ρούχα της κομψά , αλλά θεωρούσε γελοίο να δώσει 20 ευρώ για  ένα ρουζ.
-Ωραία , μέχρι της εννιά έχω αρκετές ώρες να ξεκουραστώ.- είπε. Σηκώθηκε έσβησε την τηλεόραση και πήρε ένα βιβλίο. Ξάπλωσε στον καναπέ και αφέθηκε να διαβάζει.


Η Χριστίνα έφτασε στις οχτώ και μισή στο σπίτι του Ανέστη. Της άνοιξε ο ίδιος και αφού την φίλησε είπε.
-Έλα μαζί μου για λίγο στο γραφείο. Έχει έρθει η κόρη του εκδότη μου και θέλω να στην γνωρίσω. Δυστυχώς δε μπόρεσε  ο ίδιος . Ξέρεις τώρα πως είναι με αυτούς τους ανθρώπους. Έχουν πάντα πολλά να κάνουν. Θα μιλήσει εκείνη για την συγγραφική μου πορεία. –
-Το προτιμώ το γραφείο σου. Είναι σκάλες ανώτερο από τον κόσμο. Το ξέρεις πως δεν αισθάνομαι και πολύ άνετα  στις κατά καιρούς  συγκεντρώσεις  για τα βιβλία σου.-
-Αλλοίμονο και αν δεν το ήξερα.- της απάντησε  και άνοιξε την πόρτα του γραφείου του. Η Χριστίνα είδε την πλάτη μιας γυναίκας που σημείωνε σε ένα χαρτί.
-Χριστίνα θα ήθελα να σου γνωρίσω τη Μαριάννα Αλεξάκη. Είναι η κόρη του εκδότη μου. Μαριάννα από εδώ η αδερφική μου φίλη. Η Χριστίνα.-
-Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν για κλάσματα του δευτερολέπτου στα μάτια.
-Χάρηκα πολύ. – είπε γρήγορα η Χριστίνα και της έσφιξε το χέρι  εγκάρδια.
-Και εγώ. Χαίρομαι που γνωρίζω την αδερφική φίλη του Ανέστη. Είναι τόσο ενδιαφέρον να έχει κάποιος φίλους που να βρίσκονται ανά πάσα στιγμή κοντά του. Σας θαυμάζω για αυτό. Εγώ δεν είχα ποτέ.- απάντησε η Μαριάννα και κοίταξε ξανά την  Χριστίνα μέσα στα μάτια. Η τελευταία έσκυψε το κεφάλι. Αισθάνθηκε άβολα με αυτό το έντονο κοίταγμα της Μαριάννας. Σαν να προσπαθούσε να μπει στο μυαλό της. Λίγο αργότερα οι τρεις τους πήγαν προς το σαλόνι όπου είχαν μαζευτεί  η οικογένεια του Ανέστη φίλοι , γνωστοί και οι δύο δημοσιογράφοι από τις εφημερίδες του Αλεξάκη. Η Μαριάννα άνοιξε τη βραδιά  βγάζοντας τον λόγο που είχε ετοιμάσει. Ύστερα φωτογραφήθηκε μαζί του , πήρε ένα ποτό και άναψε τσιγάρο. Πλησίασε την Χριστίνα που μιλούσε σε ένα καναπέ με τις φίλες της.
-Για σας. Με λένε Μαριάννα Αλεξάκη.- είπε εύθυμα στην παρέα των γυναικών. Η Χριστίνα έκανε τις συστάσεις. Η Μαρία και η Βίκυ έδωσαν τα χέρια τους.
-Ξέρεις Χριστίνα πως θα γίνει μια πιο μεγάλη παρουσίαση στην Αθήνα τον επόμενο μήνα; Το τελευταίο βιβλίο του αδερφικού σου φίλου πήγε πολύ καλά και ο πατέρας μου θα δώσει μια δεξίωση στον εκδοτικό μας οίκο , προς τιμήν του.-
-Α! ναι; Όχι δεν το ήξερα.-
-Θα πρέπει να έρθεις στην Αθήνα.-
-Ωχ! Τώρα με έπιασες.-
-Τι εννοείς;-
-Σιχαίνομαι την Αθήνα. Μου προκαλεί νευρικότητα. Θα είναι πολύ δύσκολο για μένα να  είμαι εκεί.-
-Ξέχασε το καλή μου. Θα έρθεις θες δεν θες. Και θα έρθεις για μένα.-
-Ορίστε;-
-Αν δεν έρθεις θα φροντίσω να μην γίνει η παρουσίαση. Νομίζω πως θέλω να γίνουμε φίλες. Δεν ξέρω αλλά κάτι μου λέει πως δεν πρέπει να σε χάσω.-
-Μήπως είσαι τρελή; Μόλις πριν μισή ώρα γνωριστήκαμε. Για ποια φιλία μιλάς; Δεν με ξέρεις καν για να απαιτείς την φιλία μου.-
-Δεν μου χρειάζεται αυτό. Έχουμε μπροστά μας όλα τα χρόνια για να μάθουμε η μια την άλλη. Και ναι πάντα ήμουν τρελή. Λοιπόν θα έρθεις;-
Είσαι το πιο αλλόκοτο πλάσμα που γνωρίζω. Θα δούμε. Σε ένα μήνα πολλά μπορούν να συμβούν…..δεν ξέρω. ….-
-Τίποτα δεν θα συμβεί. Λοιπόν τα λέμε σε ένα μήνα.- της είπε και την κοίταξε πάλι έντονα. Η Χριστίνα είχε μείνει με ανοιχτό στόμα. Η Μαριάννα άφησε το ποτό της στο τραπέζι του σαλονιού. Χαιρέτησε τον Ανέστη και τους γονείς του και  έφυγε για την Αθήνα.
Η Χριστίνα σαν υπνωτισμένη κάθισε με τις φίλες της.
-Τι λέγατε με την νεαρά; Μικρή στα χρόνια μου φάνηκε.- είπε πίνοντας λίγο από το ποτό της η Μαρία.
-Τι; Α ναι. –
-Μήπως  χάθηκες λίγο;- ρώτησε η Βίκυ.
-Δεν ξέρω πώς να σας το πω κορίτσια. Αυτή η Μαριάννα είναι πολύ αλλόκοτη.-
-Δηλαδή;- είπε η Μαρία.
-Απαίτησε να γίνουμε φίλες , λέγοντας μου πως αν δεν πάω στην Αθήνα τον επόμενο μήνα για να παραστώ στην δεξίωση  για το βιβλίο του Ανέστη δεν θα γίνει καθόλου δεξίωση.-
-Έλα Παναγία μου. Τι ήταν αυτό τώρα; Τρελό είναι το κορίτσι;-
-Μαρία μου ιδέα δεν έχω. Θέλει λέει να γίνουμε φίλες γιατί έχει καλό προαίσθημα για μας.-
-Πρώτη φορά στη ζωή μου ακούω τέτοιες τρέλες. Και τι απάντησες;-
-Τι να έλεγα; Μάλλον , θα δούμε και τα λοιπά.-
-Ε! αυτό και αν  είναι παράξενο. Τι σκέφτεσαι;- είπε η Βίκυ.
-Μα τι να σκεφτώ; Ακόμα είμαι μουδιασμένη. Φαίνεται πως οι άνθρωποι που έχουν πολλά λεφτά είναι και τρομερά εγωιστές και νομίζουν πως τους ανήκει όλος ο κόσμος. Από την άλλη αν με καλέσει ο Ανέστης δεν θα μπορώ να κάνω και διαφορετικά. Τον έχω σαν αδερφό.-
-Ναι σίγουρα. Όμως να μου το θυμηθείτε κορίτσια. Το δικό μου ένστικτο λέει πως με αυτήν θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα.- είπε σκεφτική η Μαρία.-
-Ναι ο χρόνος είναι αυτός που καθορίζει τα πάντα.- απάντησε η Χριστίνα.
-Και αυτός που φθείρει εξίσου.- συνέχισε η Βίκυ.
-Ο χρόνος της φθοράς. Ναι αυτός. –απάντησε η Χριστίνα και άναψε τσιγάρο.
Έξω ο ουρανός γέμισε από αστραπές.


Την Δευτέρα ο Σταύρος  χάζευε κάποιες βιτρίνες στο κέντρο της Πάτρας. Ήθελε να αγοράσει ένα καινούργιο κοστούμι. Μόλις είχε βγει από το δικαστήριο και είχε δυο ώρες ελεύθερες πριν πάει σε μια συνάντηση με κάποιον πελάτη. Το πρωινό ήταν πολύ ψυχρό. Φύσαγε και ο αέρας διαπερνούσε τα ανθρώπινα κορμιά  σαν τις σφαίρες από ένα σαρανταπεντάρη. Ότι και αν έβαζες επάνω σου , δεν ήταν αρκετό για να σε ζεστάνει. Ο Σταύρος φορούσε  ένα μάλλινο παντελόνι , δερμάτινα μαύρα παπούτσια , μια γκρι ζιβάγκο μπλούζα και μαύρο παλτό. Στο δεξί του χέρι κρατούσε μια ακριβή δερμάτινη τσάντα και  γάντια. Πηγαινοερχόταν στις βιτρίνες των καταστημάτων , ώσπου είδε ένα θαυμάσιο σύνολο. Μπήκε μέσα και είπε στον υπάλληλο πως θα το δοκίμαζε. Λίγο αργότερα με το κοστούμι βαλμένο σε μια τσάντα μπήκε σε μια καφετερία και παρήγγειλε ένα καπουτσίνο. Έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του παλτού την πίπα του , και αφού την γέμισε απόλαυσε τον καφέ του καπνίζοντας.


Εκείνο το απόγευμα της Δευτέρας η Χριστίνα είχε ρεπό από την δουλειά της και είχε κλείσει ραντεβού με την μεγαλύτερη αδερφή της την Μαρίνα για να τα πούνε. Όταν ήρθε γύρω στις έξι κάθισε στον μεγάλο καναπέ του σαλονιού και απλώθηκε όπως έκανε κάθε φορά που ερχόταν. Ενώ οι Χριστίνα έφτιαχνε τους καφέδες στην κουζίνα η Μισέλ ήρθε και χώθηκε στα πόδια της Μαρίνας. Εκείνη την πήρε αγκαλιά και την χάιδεψε. Η Μισέλ της έγλυψε τα χέρια και εκείνη γέλασε,.
-Δε μου λες μαλλιαρό πλασματάκι , περνάς καλά με την μικρή μου αδερφή;- την ρώτησε. Η Μισέλ απλά χασμουρήθηκε και γουργούρισε.
-Τι θέλω και ρωτάω; Η γούνα σου είναι χτενισμένη στην εντέλεια και έχεις πάρει κιλά τερατάκι.- συνέχισε να λέει η Μαρίνα και την άφησε να κοιμηθεί στον καναπέ.
-Την έχεις κάνει σαν αρκούδα. Πόσες φορές την ταΐζεις  την ημέρα;-
-Μαρίνα μου η Μισέλ είναι λιγόφαγη γάτα. Όλο αυτό το πάχος που λες είναι η γούνα της. Επειδή όμως την στείρωσα πέρσι , λογικό ήταν να πάρει λίγα κιλά. Ο γιατρός της με διαβεβαίωσε πως αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό. Αν δω πάλι πως τα κιλά της γίνουν επικίνδυνα για την υγεία της θα της κάνω δίαιτα. Δεν θα αφήσω να πάθει κάτι το κορίτσι μου. –
-Καλά για αυτό είμαι σίγουρη. Εσύ χωρίς φαγητό ζεις. Χωρίς νερό , αέρα , έρωτα επιβιώνεις. Χωρίς την Μισέλ όμως , θα πεθάνεις την ίδια στιγμή.- είπε πειράζοντας την αδερφή της η Μαρίνα.
-Καλά εσύ αν δεν με πειράξεις δε μπορείς. Δε με νοιάζει όμως. Την λατρεύω την γάτα και ας είναι αυτό το μόνο μου αμάρτημα.-
-Μακάρι να ήταν το μόνο, αλλά έχεις και άλλα. Ας πούμε το γεγονός ότι έχεις να δεις τον μπαμπά και τη μαμά πέντε μέρες τώρα;-
-Πάλι έκαναν παράπονα; Αλήθεια γιατί δεν τα λένε αυτά σε μένα; Ήταν μια φορτωμένη εβδομάδα η προηγούμενη. Ποτέ δεν άργησα τόσο να πάω να τους δω. Έχουν δίκιο. Τους λείπω όπως και σε μένα. Και βρε παιδί μου δε μου μένει και χρόνος. Με τόσα που καταπιάνομαι ανάσα δεν παίρνω. Εσύ τουλάχιστον με καταλαβαίνεις.-
Και βέβαια την καταλάβαινε. Η Μαρίνα είχε σπουδάσει Αρχαιολόγος και δίδασκε στο λύκειο. Είχε όμως και άλλες δραστηριότητες πέρα από το  σχολείο. Έγραφε ποιήματα και είχε εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές. Αρθρογραφούσε στον τοπικό τύπο με θέματα αρχαιολογίας και έγραφε σε τρία πολιτιστικά περιοδικά εκτός των συνόρων της Πάτρας. Ακόμα ήταν πρόεδρος στο σύλλογο για την προστασία των αδέσποτων ζώων  και σε έναν άλλο σύλλογο που σίτιζαν τους φτωχούς της περιοχής της. Πολύπλευρο ταλέντο η Μαρίνα παντρεμένη με ένα παιδί αλλά πάντα έβρισκε χρόνο για τους γονείς.
-Κοίτα να πας αύριο κιόλας από το σπίτι.-
-Και βέβαια. Μετά τη δουλειά θα φάω μαζί τους. Γιατί χαμογελάς;-
-Να θα ήθελα μια χάρη ακόμα.-
-Τι χάρη είναι αυτή δηλαδή; Όταν παίρνεις αυτό σου το ύφος φοβάμαι για το χειρότερο.-
-Αν νομίζεις πως το χειρότερο είναι το να γράψεις σε ένα ακόμα περιοδικό , τότε τι να πω;-
-Δε το πιστεύω αυτό. Και άλλο περιοδικό; Μα ήδη γράφω σε δύο . Που να προλάβω και τρίτο; Μετά δεν θα περνάω ούτε έξω από το σπίτι των γονιών μας.-
-Κοίτα. Ένας φίλος από το  Πανεπιστήμιο που ζει στην Λευκάδα , ετοιμάζεται να εκδώσει ένα περιοδικό που θα αφορά το νησί με θέματα από την Λαογραφία , την Ιστορία και τον πολιτισμό γενικά. Το περιοδικό θα έχει και άλλες στήλες όπως μουσική , κινηματογράφο , διηγήματα , ποιήματα κτλ. Δεν έχει όμως βρει άτομο για τη στήλη του κινηματογράφου και εγώ σκέφτηκα εσένα. Τι λες θα μου κάνεις αυτή την χάρη;-
-Και να ήθελα  να  πω όχι δεν γίνεται. Εσύ σίγουρα θα του είπες πως η μικρή σου αδερφούλα θα τον βγάλει από την δύσκολη θέση.- της απάντησε η Χριστίνα.
-Είσαι καλή σε αυτό που κάνεις και δεν καταλαβαίνω γιατί να μην βγεις πιο έξω από την Πάτρα.-
-Μαρίνα δεν έχεις καταλάβει ένα πράγμα και ας είσαι αδερφή μου. Αγαπώ τον κινηματογράφο και μου φτάνει που γράφω για αυτόν σε μια τοπική εφημερίδα. Μου είναι αρκετό. Ποτέ δεν ονειρεύτηκα να πάω παραπέρα. Γράφω γιατί αυτό με ευχαριστεί , χωρίς να πληρώνομαι. Δεν είμαι δημοσιογράφος η κριτικός και δεν θα ήθελα ποτέ κάτι τέτοιο. Εκείνο που ήθελα πάντα είναι εδώ και χρόνια πραγματικότητα. Κάποιοι με διαβάζουν και εγώ είμαι ευχαριστημένη.-
-Αξίζεις για καλύτερα πράγματα. Θα μπορούσες να γίνεις κριτικός και να γράφεις σε κινηματογραφικά περιοδικά , αλλά εσύ είσαι τόσο χοντροκέφαλη που άφησες το ταλέντο σου να πάει χαμένο.-
-Άκουσε με. Για να γίνει κάποιος κριτικός απαιτούνται γνώσεις , που εγώ δεν έχω και τα αγγλικά μου είναι για πέταμα. Άλλωστε και τα προσόντα να είχα , δεν θα πήγαινα με τίποτα να δουλέψω στην Αθήνα. Ξέρεις πως μισώ αυτή την πόλη και ουδέποτε θα ζούσα εκεί. Σταμάτα λοιπόν τα περί ταλέντου. Εξήγησε μου τι ακριβώς θέλει να γράφω ο γνωστός σου και ας πιούμε τον καφέ μας.-
Η Μαρία είχε χωθεί για τα καλά σε μια ντουζίνα χαρτιά. Στο γραφείο είχε πέσει πολύ δουλειά  και η ώρα ήταν μόλις οχτώ. Δεν είχε σηκώσει κεφάλι από την ώρα που είχε πάει. Ο προηγούμενος πελάτης ήταν ένας ηλικιωμένος  , ο οποίος είχε πρόβλημα ακοής. Έτσι η Μαρία είχε αναγκαστεί να ουρλιάζει κυριολεκτικά για να μπορέσει να συνεννοηθεί μαζί του. Όταν εκείνος έφυγε , μπόρεσε να πιει λίγο από τον καφέ της και να πέσει ξανά με τα μούτρα στη δουλειά. Ήταν τόσο χαμένη μέσα  στα χαρτιά της που όταν ο επόμενος πελάτης μίλησε , εκείνη απλά τραντάχτηκε.
-Συγνώμη. Με έστειλαν εδώ για τα χαρτιά μου. Μήπως μπορείτε να τα δείτε;-
Η φωνή ήταν ευγενική με μια βραχνή χροιά και ήρεμη. Η Μαρία σήκωσε τα μάτια της και αντίκρισε έναν όμορφο άντρα γύρω στα τριάντα έξι. Τα πλούσια μαύρα του μαλλιά ήταν χτενισμένα προς τα πίσω και καθώς ήταν σκυμμένος κάποια μικρά τσουλούφια  έπεφταν άτακτα στο πρόσωπο του. Είχε μεγάλα καστανά μάτια και σαρκώδη χείλη. Φορούσε ένα δερμάτινο σακάκι , τζιν παντελόνι και δερμάτινα  μποτάκια. Στα χέρια του κρατούσε τα χαρτιά αλλά η Μαρία δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω του. Ήταν μία από τις λίγες φορές που έπιανε τον εαυτό της να θαυμάζει τόσο έναν άντρα. Ίσως γιατί ήταν από τις γυναίκες που δεν  εντυπωσιάζονταν εύκολα. Κρατούσε πάντα αποστάσεις και ήταν επιφυλακτική σε σχέση με τη φίλη της την Χριστίνα που έμπλεκε συναισθηματικά όλα σχεδόν τα πράγματα.
-Θα αργήσουμε και άλλο; Αμάν πια. Αυτό το δημόσιο θέλει πέταμα. Κανείς τους δεν δουλεύει και την πληρώνει ο απλός πολίτης.- ακούστηκε κάποιος να λέει αγανακτισμένα από το τέλος της ουράς. Αμέσως  , άρχισαν και οι υπόλοιποι να βρίζουν την κατάντια του Ελληνικού κράτους και να προσπαθούν να βρουν μια λύση για το χάλι του.
-Ελπίζω να μην φταίω εγώ για όλη αυτή την ένταση.- είπε ο νέος άντρας.
Η Μαρία είχε τελειώσει με τα χαρτιά του. Τον κοίταξε άλλη μια φορά μέσα στα μάτια και είπε.
-Κύριε….-
-Κωνσταντινίδης. Νίκος Κωνσταντινίδης.- απάντησε.
-Κύριε  Κωνσταντινίδη από εμένα έχετε τελειώσει.-
-Σας ευχαριστώ πολύ.- της  απάντησε και την κοίταξε στα μάτια χαμογελώντας. Έκανε στροφή και βγήκε με αργό , στητό περπάτημα από το γραφείο. Η Μαρία κράτησε στο μυαλό της το δυνατό μυώδη κορμί του. Ήταν ήδη ερωτευμένη , αλλά θα περνούσε λίγος καιρός μέχρι να το νιώσει. Στο παρελθόν η Μαρία είχε κάποιους δεσμούς που όμως της είχαν αφήσει μια πικρή γεύση στο στόμα. Αν και ήταν προσεχτική και δεν άφηνε τον εαυτό της να παρασυρθεί από τον έρωτα , η μοίρα της είχε στείλει άντρες που απλά δεν κρατούσαν τον λόγο  τους σε αυτά που έκαναν και έλεγαν. Περίμενε πολύ να μεστώσουν οι γνωριμίες της για να καταλήξουν σε έρωτα. Αλλά ακόμα  και εκείνη  είχε πιαστεί αδιάβαστη από την πανουργία των αντρών. Έκτοτε πρόσεχε ακόμα πιο πολύ , μέχρι να δώσει την καρδιά της σε κάποιον. Της άρεσαν κυρίως οι αθλητικοί τύποι , με σκούρα χαρακτηριστικά  και νευρώδη σκληρά χέρια. Ήθελε τον άντρα , πολύ άντρα  με δυναμισμό και σταράτα λόγια. Δυστυχώς είχε καταλάβει πως οι άντρες , οι πραγματικοί είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης. Οι περισσότεροι ήταν παιδιά της μαμάς , είχαν χιλιάδες νευρώσεις , έλεγαν ψέματα και ήταν χάλια στο κρεβάτι. Πολλές φορές είχε πει στην Χριστίνα πως ονειρευόταν κάποιον που σε μια δεδομένη στιγμή θα βάραγε μπουνιά στο τραπέζι για να περάσει το δικό του                        Να καταλάβεις βρε παιδί μου πως μυρίζει ο τόπος αντρίλα. Τα χρόνια όμως είχαν περάσει χωρίς η Μαρία να βρει εκείνο τον άντρα. Έτσι δούλευε και κοιτούσε να περνά καλά με τις φίλες και την οικογένεια της. Ήταν ευτυχισμένη. Και αν δεν έβρισκε ποτέ τον κύριο τέλειο δεν θα στεναχωριόταν ούτε λεπτό. Ήξερε να περνά  με τον καλλίτερο τρόπο την ζωή της.


Η Μαριάννα βρισκόταν στο γραφείο της . Ήταν πρωί. Τα χέρια της δούλευαν ασταμάτητα στον ψυχρό υπολογιστή. Είχε τόσα να τελειώσει που και πέντε μέρες αν καθόταν στην ίδια στάση δε θα της έφταναν. Από την άλλη ήταν και φανερά εκνευρισμένη. Ο πατέρας της καθυστερούσε συνεχώς να διαβάσει το βιβλίο της. Δε μπορούσε να καταλάβει γιατί το έκανε αυτό. Αυτός και η μητέρα της την αντιμετώπιζαν πάντα σαν να μην υπήρχε καθόλου. Αφοσιωμένοι  στις δικές τους ασχολίες δεν τους έμενε χρόνος για να ασχοληθούν με την μοναχοκόρη τους. Έπιανε τον εαυτό της να κατηγορεί τους πάντες και τα πάντα. Από  μικρό παιδί είχε μεγαλώσει με νταντάδες και υπηρέτες. Οι γονείς φάνταζαν στα μάτια της δυο τεράστιοι γίγαντες , που τους κοιτούσε από μακριά. Δεν θυμόταν να είχε μυρίσει ποτέ την μυρωδιά της μητρικής αγκαλιάς. Δεν ήξερε ακόμα πως μύριζε η μάνα της. Τώρα που το σκεφτόταν χτυπώντας τα πλήκτρα του υπολογιστή δεν ήξερε τι θα πει μάνα. Ο πατέρας της δεν ήταν καλλίτερος. Είχε όμως κοφτερό  μυαλό και για αυτό τον θαύμαζε η Μαριάννα. Από την μεριά του ο Αλεξάκης ήταν ένας σοβαρός άντρας που δεν μιλούσε πολύ και που πάντα περνούσε το δικό του. Ήταν εγωιστής και αυταρχικός με την κόρη του. Ώρες –ώρες εκείνη ένιωθε πως την καταδυνάστευε . Τον αγαπούσε όμως και προσπαθούσε πολύ να γίνει αντάξια του. Για αυτό και μπήκε στο φιλολογικό  τμήμα του πανεπιστημίου. Από την εφηβεία της έγραφε ποιήματα για να μοιάσει στον μπαμπά. Εκείνος τους έριχνε μια ματιά και της έλεγε πως θέλουν δουλειά ακόμη. Και η Μαριάννα προσπαθούσε και προσπαθούσε , αλλά μάταιος κόπος. Δεν θα έφτανε ποτέ τον Αλεξάκη. Και ήθελε τόσο να της πει ένα μπράβο. Όμως ποτέ στην  ζωή της δεν το είχε ακούσει αυτό. Συνέχιζε να παλεύει. Έγινε φιλόλογος και μόλις πήρε το πτυχίο της μπήκε αμέσως στον εκδοτικό οίκο κάνοντας τις διορθώσεις στα κείμενα των συγγραφέων. Το πρώτο της βιβλίο το είχε γράψει ενώ ακόμα σπούδαζε στο πανεπιστήμιο. Είχε ξεκινήσει εδώ και ένα χρόνο και δεύτερο ,αλλά  ο μπαμπάς Λεωνίδας δεν είχε ακόμα διαβάσει το πρώτο για να πει την γνώμη του. Και η Μαριάννα το μόνο που ήθελε ήταν να γίνει συγγραφέας. Μόνο αυτό την απασχολούσε. Δούλευε αγόγγυστα  από τις εννιά το πρωί ως και  τις δέκα το βράδυ πολλές φορές για να τα προλάβει όλα  και να αποδείξει στον πατέρα της πως κάτι κάνει και εκείνη. Σκεφτόταν πως έτσι ίσως ρίξει και μια ματιά στο βιβλίο της. Εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο.
-Ναι;-
-Τι κάνεις μωρό μου; Χάθηκες πάλι.- άκουσε την φωνή του Αλέξη να της λέει.
-Πνίγομαι στη δουλειά. Να σε πάρω αργότερα;-
-Όχι θέλω να τα πούμε τώρα. Έχω μια βδομάδα να σε δω. Ήθελα να ξέρω αν εμείς οι δύο έχουμε σχέση η όχι.- ακούστηκε να λέει θυμωμένος. Η Μαριάννα φούντωσε  και ένιωσε να της ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι.
-Αλέξη τη συμπεριφορά είναι αυτή; Δεν μπορείς να καταλάβεις πως δουλεύω και δεν έχω χρόνο για τέτοιου είδους συζητήσεις; Δηλαδή τι  θέλεις , να παρατήσω τη δουλειά μου για να έρθω να σε βρω; Αυτό θέλεις;-
-Αυτό που θέλω είναι πως θα περάσω το απόγευμα από το γραφείο σου.-
-Έλα κατά τις εννιά το βράδυ. Θα κάτσω ως αργά σήμερα για να τελειώσω κάποιες υποχρεώσεις.-
-Καλά λοιπόν , θα τα πούμε αργότερα.- της απάντησε και έκλεισε το τηλέφωνο. Η Μαριάννα έμεινε με το ακουστικό στο χέρι. Αυτή η κουβέντα με τον Αλέξη θα είχε άσχημη κατάληξη το βράδυ. Σκεφτόταν πως ήταν δύο μήνες τώρα μαζί  και στην αρχή τα πήγαιναν μια χαρά. Δεν ήταν ο μεγάλος έρωτας αλλά τον αγαπούσε με έναν δικό της τρόπο. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι τον είχε πιάσει ξαφνικά και έκανε παράπονα. Τον τελευταίο μήνα της τηλεφωνούσε ως και πέντε φορές την ημέρα για να δει που ήταν και τι έκανε. Αυτή η πίεση για την Μαριάννα ισοδυναμούσε με θάνατο. Από μικρή δεν έδινε λογαριασμό σε κανέναν. Ήταν χαρακτήρας ελεύθερος , ανεξάρτητος , ανυπότακτος. Όταν ξεκίνησε τις σπουδές της , έφυγε και από την οικογενειακή εστία , για να ζήσει μόνη της. Ο Λεωνίδας της χάρισε ένα πολυτελέστατο διαμέρισμα , την άφησε να το διακοσμήσει μόνη της  και πλήρωσε υπέρογκα ποσά για να έχει όλες τις ανέσεις η μοναχοκόρη του. Ήταν ένα αρκετά μεγάλο ρετιρέ μιας πολυκατοικίας που ήταν στο όνομα του. Και βέβαια δεν ήταν η μόνη. Ο Αλεξάκης είχε τουλάχιστον τριάντα διαμερίσματα που νοίκιαζε σε όλη σχεδόν την Αθήνα. Έτσι από τα δεκαοχτώ της ζούσε μόνη και πήγαινε τα Σαββατοκύριακα να δει τους γονείς της. Αυτό το έκανε για να μην γκρινιάζουν. Αν περνούσε από το χέρι της θα προτιμούσε να μην τους έβλεπε καθόλου. Το θέμα ήταν πως δεν είχε μάθει να της δίνουν σημασία. Οι γονείς της την αντιμετώπιζαν πάντα ψυχρά. Πως ένας Αλέξης απαιτούσε τώρα την προσοχή της; Δεν είχε το δικαίωμα. Ήταν ένας ξένος. Ένα κρεβάτι που μοιραζόντουσαν μια στο τόσο δεν του έδινε τον πρώτο λόγΟ για να της επιβληθεί. Ποτέ δεν άφησε κανέναν να της ορίζει τη ζωή. Η δουλειά είχε πάντα το προβάδισμα. Ακόμα και οι λιγοστές φίλες που είχε από το σχολείο την άφησαν σιγά- σιγά , γιατί απλά δεν άντεξαν τα εξαντλητικά ωράρια της δουλειάς της και το γεγονός πως δεν τις έπαιρνε τακτικά τηλέφωνο. Οι σχέσεις των ανθρώπων ήθελαν το χρόνο τους. Έπρεπε κάποιος να ιδρώσει για να πετύχει τον σεβασμό και την αλληλοκατανόηση των φίλων. Η Μαριάννα δεν είχε την όρεξη να προσπαθήσει. Ούτε και την ενδιέφερε βασικά  η φιλία , ο έρωτας και γενικά οι σχέσεις. Της έκλεβαν τον πολύτιμο χρόνο της. Η δουλειά ήταν πάντα μπροστά και εκείνη ήταν ευτυχισμένη. Η τουλάχιστον έτσι νόμιζε.
Με όλα εκείνα που είχε να γράψει , δεν κατάλαβε πως πέρασε η ώρα. Όταν όμως είδε τον Αλέξη να  είναι στην πόρτα του γραφείου της , του χάρισε το πιο όμορφο χαμόγελο που διέθετε εκείνη τη στιγμή. Η έκφραση του δεν άλλαξε. Ήταν έτοιμος να εκραγεί.
-Είσαι έτοιμη;- μπόρεσε να πει.
-Ναι δύο λεπτά να πάρω τα πράγματα μου. Πήγαινε εσύ και έρχομαι.-
Εκείνος άναψε ένα πούρο και έφυγε για το αμάξι του. Λίγα λεπτά αργότερα η Μαριάννα έκλεινε την πόρτα του  αυτοκινήτου και το σπορ αμάξι άρχισε να τρέχει στις λεωφόρους της Αθήνας.
-Τι ξέσπασμα ήταν αυτό; Πρώτη φορά σε βλέπω έτσι;- έσπασε την αμηχανία της σιωπής εκείνη.
-Νόμιζα πως κάτι είχαμε εμείς. Κάτι που οι φυσιολογικοί άνθρωποι το ονομάζουν σχέση. Το πρόβλημα είναι πως αυτή τη σχέση δεν την έχεις ακουστά και ούτε σε ενδιαφέρει να μάθεις και τι σημαίνει. Είναι απλό Μαριάννα. Με αγαπάς;-
-Άκουσε να δεις Αλέξη. Το σε αγαπώ είναι μια λέξη που όλοι την λένε πολύ συχνά και έχει χάσει το βάρος της. Προτιμώ να δείχνω στον άλλο με πράξεις την αγάπη μου.- του απάντησε ήρεμα.
-Ούτε και αυτό κάνεις όμως. Ένας άνθρωπος που αγαπά κάποιον , θέλει να τον βλέπει. Εσύ όμως το μόνο που θέλεις να βλέπεις είναι το γραφείο σου και η καριέρα. Όλα τα άλλα υπάρχουν σαν ντεκόρ θεάτρου , για να καλύπτουν τα κενά.-
-Κάνεις λάθος .Αγάπη δεν είναι να μην σε ενοχλώ κάθε τρεις και λίγο με τηλέφωνα; Να είσαι ελεύθερος να βγεις όποτε θέλεις , με όποιους θέλεις ;  Να μην σου κάνω σκηνές  ζήλιας ;  Να σου αφήνω το προβάδισμα για το πότε μπορείς εσύ να βρεθούμε κτλ; Τι άλλο θέλεις ; αυτά όλα δεν είναι  πράξεις από μέρους μου; -
-Έτσι τοποθετείς εσύ την αγάπη; Σαν να έχεις να κάνεις με την κολλητή σου. Δεν την ενοχλείς στη δουλειά της , βγαίνεις με όλο τον κόσμο και σίγουρα δεν κάνεις μαζί της σκηνές ζήλιας. Απόλυτα φυσιολογικό , αν είχες αυτή τη στιγμή την φίλη απέναντι σου. Όμως τι κρίμα έχεις τον Αλέξη. Και ο Αλέξης είναι άντρας και θέλει να του δείχνεις πως τον χρειάζεσαι , θέλει να τον ζηλεύεις , και δεν γουστάρει σε καμία περίπτωση να βγαίνει με όλο τον κόσμο , αφού όλος του ο κόσμος είσαι εσύ.-
-Μιλάς σκληρά. Δεν νομίζω να έχεις το δικαίωμα να  ζητάς αποκλειστικότητα .Δεν είσαι ο πατέρας μου για να σου δίνω αναφορά  πέντε φορές την ημέρα για το που είμαι και δεν καταλαβαίνω όλη αυτή την συζήτηση και την πίεση που ασκείς επάνω μου. Απλά δεν το καταλαβαίνω. Σου είχα από την αρχή εξηγήσει πως δεν δεσμεύομαι  και δεν σκέφτομαι να παντρευτώ αν δεν πετύχω πρώτα τους στόχους μου. Δεν είμαστε καλά έτσι; Γιατί να μαλώνουμε;-
-Όχι δεν είμαστε καλά. Νομίζω πως σε ερωτεύομαι. Αρχίζεις και μου λείπεις όλο και περισσότερο. Δε φταίω εγώ. Απλά έτσι αισθάνομαι.-
Δεν σου ζήτησα να με ερωτευθείς Αλέξη. Το ξέρω πως ακούγεται πολύ ρεαλιστικό αυτό , αλλά εγώ δεν είμαι ερωτευμένη. Περνάω καλά , ζω τις στιγμές και το βράδυ πάω σπίτι μου διαγράφω τα πάντα , για να μπορέσω την επόμενη μέρα να αρχίσω από την αρχή χωρίς να σκέφτομαι έρωτες , πόνο , και δεσμεύσεις. Με βοηθά αυτό να έχω αρμονία μέσα μου.-
-Πρώτη φορά ακούω άνθρωπο να λέει πως διαγράφει τις στιγμές. Χωρίς παρελθόν , δεν έχουμε παρόν και δεν προχωράμε στο μέλλον. Τι σόι άνθρωπος είσαι εσύ; Δεν βαριέσαι με μοναδική παρέα τον εαυτό σου και την καριέρα σου;-
-Όχι γιατί είναι τα μοναδικά στοιχεία που δεν θα με πληγώσουν ποτέ. Όλα τα άλλα κάποια στιγμή θα με πουλήσουν.- του απάντησε και ο Αλέξης δεν μίλησε. Είχαν φτάσει στο σπίτι του. Πάρκαρε το αμάξι στο γκαράζ και αμίλητοι μπήκαν μέσα. Άναψε τα φώτα  και κάθισαν στον καναπέ.
-Τι θα πιεις ; - την ρώτησε.
-Μια βότκα αν θέλεις με πάγο.-
-Θα πιω και εγώ μια.- της απάντησε και όταν ετοίμασε τα ποτά κάθισε δίπλα της και της έδωσε το ποτήρι.
-Η Μαριάννα ήπιε μια γουλιά και άναψε τσιγάρο.
-Δεν θέλω να μαλώνουμε αγάπη μου. Είμαστε και  οι δυο μας πολυάσχολα άτομα και με πολλές ευθύνες στις δουλειές μας. Γιατί τώρα να μπούμε στη διαδικασία  του έρωτα; Ξέρεις πόσο ψυχοφθόρος είναι; Σε διαλύει , σε φέρνει στα όρια της παράνοιας , δεν μπορείς να δουλέψεις , δεν μπορείς να κοιμηθείς. – του είπε και έχωσε τα δάχτυλα της στα πλούσια μαλλιά του. Στο σπίτι επικρατούσε νεκρική ησυχία. Ο Αλέξης την αγκάλιασε και εκείνη τον φίλησε στο μέτωπο. Μετά τα λεπτά της χείλη βρήκαν τα δικά του και τότε εκείνα άνοιξαν  και οι γλώσσες τους μπερδεύτηκαν με πάθος. Εκείνος την  έσπρωξε απαλά προς τα πίσω , έτσι ώστε να ξαπλώσει στον καναπέ. Με ήρεμες κινήσεις που έδειχναν πως ήξερε τι κάνει , της έβγαλε την μπλούζα , το παντελόνι και τα παπούτσια. Μετά το χέρι του κινήθηκε ανάμεσα στα πόδια της. Η Μαριάννα έβγαλε μια μικρή πνιχτή κραυγή.  Αγκάλιασε το καλοσχηματισμένο κορμί του και τον φίλησε στο λαιμό. Η γλώσσα του βρήκε το πλούσιο στήθος της  και έπαιξε μαζί του , ενώ τα χέρια του χάιδευαν κάθε σπιθαμή του σώματος της. Ενώ οι φλόγες από τα δυο κηροπήγια έστελναν ένα χαμηλό κίτρινο φως στο δωμάτιο , μπήκε μέσα της και τα κορμιά τους συσπάστηκαν από την ηδονή. Άρχισαν να λικνίζονται ενωμένα σαν τους χορευτές. Ο Αλέξης δεν σταματούσε να της ψιθυρίζει στο αυτί  και η Μαριάννα αναστέναζε χαμένη σε μια άβυσσο πόθου. Τα πάντα ξεχάστηκαν. Εκείνος είχε γίνει ξανά ο υπέροχος εραστής. Αυτό που ήθελε εκείνη. Έναν άντρα που θα την αγαπά , θα την ανέχεται και δεν θα την διεκδικεί στενά. Δεν την μπορούσε την δέσμευση και δεν ήθελε κάτι μόνιμο , γιατί βαριόταν εύκολα. Μέχρι εκείνη την ηλικία , η Μαριάννα είχε αλλάξει αρκετούς εραστές και δεν είχε κρατήσει κανέναν τους πάνω από ένα χρόνο. Συνήθως  της γινόντουσαν μια βαρετή συνήθεια όταν εκείνοι ζητούσαν κάτι παραπάνω. Και όλα αυτά γιατί εκείνη δεν άφηνε τον εαυτό της να ερωτευθεί. Ίσως αυτό να την αποσπούσε από την καριέρα της και η καριέρα ήταν το μόνο που μετρούσε. Βέβαια οι άντρες δεν θα της έλειπαν ποτέ. Ήταν μια γυναίκα που σε καμιά περίπτωση δεν περνούσε απαρατήρητη. Ήταν πολύ όμορφη , ψηλή , με μακριά ξανθά μαλλιά , μεγάλα γαλάζια μάτια , λεπτά χείλη. Έξυπνη , με καλή αίσθηση του χιούμορ , δυναμική , τελειομανής σχεδόν με όλα. Ρεαλίστρια πάνω από όλα και κλειστή προς τους άλλους. Γυναίκα εκεί που έπρεπε και άντρας για να  επιβιώσει σε μια δουλειά απαιτητική. Η Μαριάννα ήταν μια προσωπικότητα  που έλαμπε στο σκοτάδι και οι άλλοι απλά την θαύμαζαν. Το μόνο πρόβλημα ήταν πως εκείνη δεν τα έβλεπε όλα αυτά. Μέσα της ένιωθε αποτυχημένη , μόνη , χωρίς καμία εμπιστοσύνη στον εαυτό της. Φοβόταν τους ανθρώπους , δεν έκανε φιλίες και δεν έδειχνε ποτέ τα αισθήματα της. Όχι πως δεν είχε. Αλλά τα είχε παγώσει. Τα είχε ξεχάσει , γιατί δεν ήθελε να πληγωθεί. Τρόμαζε και μόνο στην ιδέα του να αφεθεί να την  πληγώσουν. Έτσι η ψυχρότητα και η αδιαφορία προς τις σχέσεις της η την φιλία της έδιναν την ισορροπία για να ζήσει. Από μικρή είχε μάθει να κλείνεται στον εαυτό της. Οι γονείς της δεν την βοήθησαν να αναπτύξει εκείνες τις άμυνες που θα την έκαναν μια δυνατή γυναίκα για να ζήσει σε ένα χαοτικό κόσμο. Μεγάλωσε με ένα μόνιμο βασικό άγχος  προς τους ανθρώπους και στην πορεία θα γινόταν η νεύρωση που θα την έφερνε πιο κοντά στα φαντάσματα του μυαλού της.

Η Χριστίνα ήταν ακόμη πολύ μακριά απ’ όλα αυτά. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι της ετοίμαζε η ζωή. Αν και από μικρή την γοήτευαν οι γρίφοι , τα απόκρυφα , οι φόνοι και γενικά η ψυχολογία των ανθρώπων , η ζωή της είχε καμωμένο το μεγαλύτερο μυστήριο που θα έπρεπε να αναλύσει και να βγει αλώβητη στην αντίπερα όχθη. Η Μαριάννα Αλεξάκη θα γινόταν ο σταυρός που θα έπρεπε να κουβαλήσει και να αποθέσει σε ένα  απάνεμο λιμάνι. Θα γινόταν η προσωπική της σταυροφορία που θα παράσερνε μαζί της και τα υπόλοιπα αγαπημένα της πρόσωπα. Και η Χριστίνα θα έπρεπε να τα γευτεί όλα αυτά τα τρελά γιατί η Αλεξάκη θα γινόταν φίλη της με το ζόρι. Ήταν τέτοια η προσωπικότητα εκείνης της γυναίκας που κανείς δεν μπορούσε να της αντισταθεί. Και η Χριστίνα λάτρευε τις δυσκολίες και τα παράξενα. Της άρεσε να ερευνά τις ψυχές των ανθρώπων και να μαθαίνει από αυτούς. Ήταν αναπόφευκτο αυτές οι δυο γυναίκες να γνωριστούν και να πορευτούν σε  ένα αλλόκοτο και σκληροτράχηλο δρόμο. Εκείνη όμως την νύχτα που η Χριστίνα άνοιξε τα μάτια της δεν φανταζόταν όλα αυτά. Γύρισε και είδε τον Σταύρο να κοιμάται δίπλα της. Η αναπνοή του έβγαινε ήρεμη. Τον φίλησε με τα μάτια της και σκέφτηκε πόσο τον αγαπούσε. Αυτή η σχέση την έκανε να αισθάνεται πως πετά στα σύννεφα. Μετά τον χωρισμό της από τον Μάνο ο Σταύρος ήταν ο ήρεμος και γλυκός σύντροφος που δεν την πίεζε ποτέ και την άφηνε ελεύθερη χωρίς προστριβές και ζήλιες που θα καταστρέφανε τον ευάλωτο ψυχικό της κόσμο. Γιατί η Χριστίνα ήταν ένας άνθρωπος που τα αισθήματα έπαιζαν τον πρώτο λόγο στην ζωή της. Είχε μάθει από μικρή να μην φοβάται να τα δείξει. Μεγαλωμένη σε μια αγαπημένη και δεμένη οικογένεια είχε πολλά εφόδια όταν ξεκινούσε την ζωή της. Η μητέρα της ήταν το παν για όλους στο σπίτι. Ήταν  κοντά στις δυο κόρες της , συζητούσαν τα πάντα μαζί και είχε συνέχεια ανοιχτή την αγκαλιά της όταν η Χριστίνα και η Μαρίνα την χρειαζόντουσαν. Και ο πατέρας της αν και στα μικρά της χρόνια έλειπε πολύ από το σπίτι λόγω της δουλειάς του , ήταν προσιτός και γλυκός απέναντι στα κορίτσια όταν γυρνούσε από τα αδιάκοπα ταξίδια του στη θάλασσα. Ήταν φτωχοί άνθρωποι που έπρεπε να δουλεύουν καθημερινά για τις ανάγκες τους. Μετά το λύκειο η Χριστίνα βρήκε δουλειά σε ένα φούρνο γιατί ήθελε να ξεκουράσει τους γονείς της που τότε σπούδαζαν την Μαρίνα στο πανεπιστήμιο. Η μεγαλύτερη χαρά της ήταν όταν πήρε στα χέρια της τον πρώτο της μισθό. Πενιχρός μεν , αλλά ήταν μια καλή αρχή δε. Η Χριστίνα είχε ξυπνήσει δίπλα στον Σταύρο λίγο μετά τις τέσσερις τα χαράματα μετά από έναν ξαφνικό αέρα που είχε σηκωθεί. Το σπίτι του Σταύρου ήταν λίγο έξω από την πόλη και χωμένο στα δέντρα. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και αφού σκεπάστηκε με την ρόμπα του , βγήκε στο μπαλκόνι. Έκλεισε προσεχτικά την μπαλκονόπορτα και ατένισε τα φυλλώματα των δέντρων που ο αέρας τα κουνούσε ρυθμικά. Ο Μάρτης μόλις είχε μπει , αλλά έκανε κρύο. Αυτό όμως ήταν το πάθος της Χριστίνας. Τον αγαπούσε τον χειμώνα με μια περίεργη διαστροφή θα έλεγε κανείς. Το χειμώνα της άρεσαν όλα. Από τα ρούχα και τα φαγητά ως τα φρούτα και τις μυρωδιές. Εκείνη τη στιγμή έξω μοσχοβολούσε καμένο ξύλο από κάποιο τζάκι. Ήταν ευτυχισμένη. Ευτυχισμένη που μπορούσε να στέκεται εκεί  μέσα στα άγρια σκοτάδια , να μυρίζει τον καθαρό αέρα , να αγαπάει και να αγαπιέται. Αφού χάιδεψε  ερωτικά με το βλέμμα της τα δέντρα , τον ουρανό με τα αστέρια και φίλησε τον παγωμένο αέρα , μπήκε στο δωμάτιο και χώθηκε στα σκεπάσματα. Ο Σταύρος μέσα στον ύπνο του ήρθε κοντά της και την αγκάλιασε. Ένιωσε το κορμί της παγωμένο.
-Πάλι είχες βγει στο μπαλκόνι;- την ρώτησε με τα μάτια κλειστά.
-Ναι αγάπη μου. Κοιμήσου , είναι ακόμη νύχτα.- του απάντησε και έξω ο παγωμένος αέρας χτύπησε αλύπητα τα παντζούρια.


Την ίδια ώρα η Μαριάννα είχε ξυπνήσει. Βρισκόταν στον καναπέ του Αλέξη , με εκείνον να κοιμάται πάνω στο στήθος της. Τον μετακίνησε απαλά και σηκώθηκε. Μάζεψε τα ρούχα της , ντύθηκε και βγήκε από το σπίτι του. Μια ριπή κρύου αέρα την χτύπησε στο πρόσωπο. Σκεπάστηκε με το παλτό της καθώς έβγαινε στον δρόμο. Περπάτησε λίγο μέχρι να βρει ένα ταξί που την κατέβασε ως το σπίτι της. Έφτασε στις πέντε τα χαράματα. Αισθανόταν κουρασμένη. Είχε αφήσει τον Αλέξη μετά την ερωτική τους συνεύρεση και είχε φύγει σαν τον κλέφτη. Γιατί τα έκανε όλα αυτά; Γιατί αναρωτήθηκε; Τι επιτέλους την φόβιζε τόσο στις σχέσεις της; Γιατί δεν άφηνε τα αισθήματα και την καρδιά να την οδηγήσουν; Δεν ήταν μόνο η καριέρα στο γράψιμο. Όχι δεν ήταν αυτό. Ξάπλωσε  γυμνή στο άδειο της κρεβάτι και χαμογέλασε. Είχε καταφέρει η κουβέντα με τον Αλέξη να τελειώσει πριν καλά αρχίσει. Κάθε φορά που υπήρχε μια μικρή ένταση από μέρους του , κατέληγαν  στο να κάνουν έρωτα , μια λύση που την βόλευε αφάνταστα. Της  άρεσε  αυτό. Την έκανε να σπρώχνει τον καιρό , να πάει πιο πέρα. Για πόσο όμως; Αυτό δεν έδειχνε να την προβληματίζει εκείνη την κρύα βραδιά σε τούτη τη βρώμικη πόλη. Θα κοιτούσε να κρατήσει για όσο γινόταν τον Αλέξη κοντά της κυρίως για το κρεβάτι. Ήταν καλός εραστής αλλά πέρα από αυτό της ήταν αδιάφορος. Ένας τυπικός όμορφος άντρας που δεν έμοιαζε σε τίποτα με τον πατέρα της. Τον γίγαντα Αλεξάκη. Ο μπαμπάς ήταν άντρας με τα όλα του. Κανείς από  τους   εραστές της  Μαριάννας δεν του έφερνε  έστω και ελάχιστα. Αν έβρισκε έναν σαν τον μπαμπά θα ένιωθε ασφαλής. Θα μπορούσε να την γοητέψει να την κάνει πιόνι του. Να της επιβληθεί , να την κατακτήσει για πάντα. Φτάνει να της έλεγε κοριτσάκι μου μπράβο είσαι καλή σε ότι κάνεις. Και η ψυχρή Μαριάννα θα έλιωνε σαν το βούτυρο. Έκλεισε τα μάτια της με την εικόνα του Λεωνίδα να την φιλά με στοργή στο μέτωπο. Έξω ο αέρας παρέσυρε σκουπίδια και χώμα στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών καθώς τα σήκωνε ψηλά η μανία του.
Ο Αλέξης ξύπνησε πέφτοντας από τον καναπέ για να διαπιστώσει πως η Μαριάννα είχε γίνει καπνός. Έτριψε τα μάτια του και σηκώθηκε γυμνός για να πάει στο μπάνιο. Άνοιξε το νερό που καυτό έτρεξε στο σώμα του. Έμεινε εκεί να σκέφτεται πως θα ήταν τα πράγματα αν η Μαριάννα του αφιέρωνε τον πολύτιμο χρόνο της. Αν αυτή η σχέση ήταν υγιείς. Αλλά δεν ήταν. Κάτι προβλημάτιζε εκείνη τη γυναίκα και δεν ήξερε τι έφταιγε πάνω της. Ήταν τόσο όμορφη , τόσο νέα. Κάτι όμως την έτρωγε και δεν μπορούσε να το βρει. Βγαίνοντας από το μπάνιο με μια πετσέτα περασμένη στη μέση του κοίταξε το ρολόι. Η ώρα ήταν 5:30 το πρωί. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Πήγε στην κουζίνα και έφτιαξε καφέ. Άναψε τσιγάρο και  προσπάθησε να μπει στην ψυχολογία της. Αδύνατον. Αυτά που έλεγε και έκανε ήταν εξωπραγματικά. Θα προτιμούσε να του έλεγε δεν σε γουστάρω πια παρά αυτές τις μπούρδες περί ελευθερίας και ζήλιας. Μα για ποιον τον είχε περάσει; Για κάποια από τις φίλες της; Και τώρα που θυμόταν δεν είχε δει τη Μαριάννα ποτέ με  φίλη. Άλλο και τούτο. Να μην είχε φίλες; Μα ποιος άνθρωπος δεν είχε φίλους; Έστω και έναν. Ούτε τους γονείς της είχε γνωρίσει. Ποτέ δεν τον είχε καλέσει στο πατρικό της. Βρισκόντουσαν κυρίως για φαγητό έξω και μετά στο σπίτι του όπου έκαναν έρωτα ,η στο δικό της ,πάλι για τον ίδιο λόγο. Αν και αυτά τα μικρά δεν τα είχε προσέξει στην αρχή , τώρα τον εκνεύριζαν ανεξήγητα. Τον είχε στην απομόνωση όλους αυτούς τους μήνες , χωρίς να του εξηγήσει γιατί. Κάπνισε το τσιγάρο του και άναψε άλλο. Και τώρα όπως και άλλοτε τον είχε παρατήσει και φύγει μέσα στην νύχτα. Ενώ θα μπορούσε να κοιμηθεί μαζί του. Και ήθελε τόσο να την αντικρύσει όταν θα άνοιγε τα μάτια του. Όμως όχι. Και πάλι όχι. Αυτή η γυναίκα δεν μπορούσε να μείνει πολύ σε ένα μέρος. Σαν κάτι να την κυνηγούσε.  Έτρεχε σε ξέφρενους ρυθμούς  στη δουλειά της , και δεν ξεκουραζόταν ποτέ. Που ήθελε να φτάσει; Τι προσπαθούσε να αποδείξει ; ο Αλέξης δεν ήταν σίγουρος για τίποτα. Ήξερε μόνο πως δεν μπορούσε να την βγάλει από το μυαλό του και αυτό γινόταν βραχνάς κάθε λεπτό που περνούσε. Ο καφές είχε τελειώσει και έβαλε δεύτερη δόση. Ο αέρας συνέχιζε έξω να σαρώνει τα πάντα στο διάβα του.

 

Αυτό είναι ένα βιβλίο που μιλά για την φιλία. Για το πώς ορισμένοι άνθρωποι έρχονται κοντά και προσπαθούν μαζί  να κάνουν την ζωή τους μοναδική.   Για αυτό και το βιβλίο  αυτό αφιερώνεται ειδικά   στις τέσσερις  ξεχωριστές φίλες  που είναι κοντά μου πολλά χρόνια και με στηρίζουν , όπως και εγώ. Παλέψαμε πολύ για να εδραιώσουμε αυτή τη φιλία. Χωρίς την αγάπη σας δεν θα μπορούσα να γράψω. Ετούτο το βιβλίο είναι το πρώτο που έγραψα και το αγαπώ όσο και εσείς. Για αυτό και σας ανήκει. Είναι δικό σας βιβλίο.  

Στις: Αγγελική, Έφη, Έλλη, Νατάσα.

Στην Χρύσα που αν δεν ήταν εκεί να με καθοδηγήσει δεν θα είχα ξεκινήσει το ταξίδι.
Σε ευχαριστώ για ότι μου έμαθες.  Στον αδερφό μου Γιώργο και στην γυναίκα του Άντζελα που είναι στο πλευρό μου.
Στους γονείς μου και στον Θεό που με  προστατεύει.    
Στους φίλους και φίλες που είναι δίπλα μου: Λάμπρο και Ευγενία Μάθεση, Κώστα Μιχαλάκη, Αντρέα Αυγέρη, Πάνο Παπασωτηρίου, Ρούλα Σοφρά, Παναγιώτη Βελτανισιάν,  Μαρία και  Νίκο Τσίτσο. Φωτεινή και Νίκο Λαυράνο, Σύλβια και Κώστα Γάσπαρη, Στέλλα και Σωτήρη Καρνέση, Στεργιάννα Γιαφεντή και σε όλους όσους ξέχασα. Τα ξαδέρφια μου: Γεωργία και Κωνσταντίνα Φήμη, Τάσο και Λούντα Καραντή, Αποστόλη Αθανασίου, Άντα.   
Στην Αθηνά Γραμματικού που οι συμβουλές της ήταν πολύτιμες, και στον αγαπημένο μου φίλο Δημήτρη Χαρίτο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι από το ομώνυμο ποίημα της Άντζελας Σκοπελίτη Κοφινά.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Το λαϊκό τραγούδι κάθεται απ’ έξω κρυώνει και πονάει και λεφτά δεν έχει να πληρώσει να μπει μέσα.
Θωμάς Γκόρπας

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

20/8/1949 Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη ο τραγουδοποιός Νικόλας Άσιμος
21/8/1903 Γεννήθηκε ο συνθέτης Κώστας Γιαννίδης (Γιάννης Κωνσταντινίδης)
21/8/1976 Γεννήθηκε ο τραγουδιστής Νίκος Βέρτης
21/8/2008 Έφυγε από τη ζωή νικημένος από τον καρκίνο ο στιχουργός και φιλόλογος Ηλίας Κατσούλης

ΤΥΧΑΙΑ TAGS