79 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
25.04.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Ο χρόνος της φθοράς | Μέρος 1ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά


Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Χριστίνα. Μια γυναίκα λίγο μετά τα τριάντα που θεωρεί την έννοια της φιλίας το μεγαλύτερο αγαθό. Έχει καταφέρει να έχει κοντά της τρεις αγαπημένες φίλες και έναν αδερφικό φίλο που είναι πάντα στο πλευρό της.
Τη Μαρία , την Βίκυ , την Ελένη και τον Ανέστη. Όταν όμως γνωρίζεται με την Μαριάννα Αλεξάκη η ισορροπία στη ζωή της χάνεται. Εκείνη είναι ένα παιδί 23 χρόνων που δουλεύει στον εκδοτικό οίκο του πατέρα της. Έχει θέσει πολύ ψηλούς στόχους για να γίνει συγγραφέας  και θέλει να κάνει μεγάλη καριέρα σε αυτό. Η Μαριάννα σε αντίθεση με την Χριστίνα δεν εμπιστεύεται κανέναν , δεν κάνει φιλίες , φοβάται την μοναξιά  και προσπαθεί να κάνει τους γονείς της να την προσέξουν.
Οι δυο γυναίκες δένονται με μια φιλία και μια δυνατή αγάπη από την αρχή της γνωριμίας τους. Όμως η Μαριάννα απασχολημένη με το κτίσιμο της καριέρας της, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα υψηλά στάνταρ της Χριστίνας για τη φιλία.
Δυο διαφορετικές γυναίκες και δυο ξεχωριστές πορείες. Ένας κύκλος φιλίας  που ξεκινά με τη γνωριμία των δύο γυναικών , συνεχίζεται με τα ψυχικά προβλήματα της Μαριάννας , για να καταλήξει στο φευγιό της Χριστίνας και την τελική τους επανασύνδεση.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ


"ΠΩΣ ΑΛΛΑΖΟΥΝΕ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ
ΣΑΝ ΣΚΙΕΣ ΠΕΡΠΑΤΟΥΝ
ΚΥΝΗΓΑΝΕ ΝΑ ΚΡΥΨΟΥΝ ΤΗ ΜΙΖΕΡΙΑ
ΜΑΤΑΙΑ ΟΜΩΣ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ"

                                            ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΦΙΝΑΣ

    
Το πρωινό είχε πέσει βουβό στην γκρίζα πόλη. Τα αυτοκίνητα έτρεχαν σα τρελά για να καλύψουν μια απόσταση. Την απόσταση σπίτι-δουλειά. Η βροχή που έριχνε ήταν καταρρακτώδης. Οι φωτεινοί σηματοδότες  , βρώμικοι σαν τους πολιτικούς , αναβόσβηναν  για να δείξουν την πειθαρχία στα αγχωμένα οχήματα. Οι οδηγοί με μάτια γεμάτα τρέλα περίμεναν το τεράστιο μποτιλιάρισμα να αρχίσει κάπως να μικραίνει , για να φτάσουν επιτέλους στη δουλειά τους. Μάταιος κόπος. Τίποτα δεν άλλαζε προς το καλύτερο σε αυτή τη μεγαλούπολη που όσοι δεν ήξεραν την έλεγαν Αθήνα και όσοι κοιτούσαν κάτω από την επιφάνεια  την ονόμαζαν  απλά βρικόλακα. Και έτσι ήταν. Κατέτρωγε τις καρδιές , σκότωνε ανελέητα τα αισθήματα και σφυροκοπούσε  τα κεφάλια των πολιτών με το μυρωδάτο νέφος της. Αυτός ο βρικόλακας δεν κοιμόταν ποτέ. Από το πρωί ως το βράδυ ρούφαγε και ρούφαγε τα θέλω και τα όνειρα. Για να αντέξει κάποιος μέσα σε αυτόν τον πανάθλιο βούρκο θα έπρεπε να μη νιώθει τίποτα. Για να σηκωθεί κάποιος ψηλά θα έπρεπε 
να πατήσει πάνω σε  άλλα πτώματα πιο αδύναμα. Ποιος είπε  πως ο πόλεμος γίνεται στα πεδία των μαχών; Πόλεμος υπάρχει σε καθημερινή βάση μεταξύ των δυνατών , που ξερίζωσαν την καρδιά τους , και των αδυνάτων που έκαναν τα πάντα βάζοντας μπροστά το συναίσθημα.

Το ξυπνητήρι χτύπησε δυνατά. Μια –δυο – τρεις . Ένα μακρύ , λεπτό χέρι βγήκε από τα σκεπάσματα και το έκλεισε. Στο σκοτεινό δωμάτιο του πολυτελούς διαμερίσματος δεν ακούστηκε άλλος θόρυβος. Απέξω η βροχή με τον αέρα χτυπούσε αλύπητα τα αλουμίνια παραθυρόφυλλα. Ένα πανάκριβο χαλί  υπήρχε κάτω από το διπλό κρεβάτι μαζί με ένα ζευγάρι γυναικείες παντόφλες. Στον τοίχο δίπλα και πάνω από το κρεβάτι μέσα σε ένα κάδρο υπήρχε μια κινηματογραφική αφίσα. Η Κίντμαν η Μούρ και η Στρίπ πόζαραν για τις <<Ώρες>> που φεύγουν και δεν γυρίζουν πίσω. Βγαίνοντας κανείς από την κρεβατοκάμαρα διέσχιζε έναν διάδρομο και αριστερά βρισκόταν η κουζίνα. Σε σχήμα Γ  βαμμένη σε πράσινο χρώμα με όλες τις οικιακές συσκευές εντοιχιζόμενες.  Δεξιά έμπαινες στο σαλόνι που ήταν σε κόκκινους χρωματισμούς και εκεί έβρισκες μια οθόνη πλάσμα και ένα τεράστιο οικιακό Home cinema. Λίγο πιο αριστερά υπήρχαν πολλά μουσικά CD τοποθετημένα σε μια σιντοθήκη.  Περνώντας κανείς το χολ έμπαινε σε ένα γραφείο από μαύρο ξύλο  που είχε επάνω του έναν υπολογιστή. Απέναντι από το γραφείο υπήρχε μια βιβλιοθήκη που έπιανε όλο τον τοίχο. Ήταν γεμάτη από βιβλία. Δίπλα στο παράθυρο ένα φυτό εσωτερικού χώρου έδινε  μια άλλη νότα στο δωμάτιο που ήταν βαμμένο στο χρώμα του πάγου. Το μπάνιο του διαμερίσματος ήταν το πιο όμορφο στολίδι του. Με μπλε σκούρο πλακάκι στο δάπεδο και ψηφίδα στους τοίχους. Η μπανιέρα ήταν στρογγυλή  άσπρη  και με μπλε βρύσες. Μέσα στο μπάνιο που ήταν σαν γήπεδο μπάσκετ ξεπρόβαλλαν εκατοντάδες καλλυντικά , κρέμες , κολόνιες  και περιοδικά που ήταν ακουμπισμένα σε ένα τραπεζάκι. Στην ντουλάπα υπήρχαν πετσέτες σε διάφορους χρωματισμούς , μικρές , μεγάλες , μεσαίες. Μπουρνούζια , και εσώρουχα.
Το ξυπνητήρι ακούστηκε ξανά. Αυτή τη φορά ακούστηκε βαριά και άχαρα μια φωνή.
-Γαμώτο μου. Κωλοξυπνητήρι.-


Τα σκεπάσματα τραβήχτηκαν βίαια και ένα γυναικείο κορμί ξεπρόβαλε. Τεντώθηκε και σηκώθηκε γρήγορα από το κρεβάτι. Αγνόησε τις παντόφλες  και πάτησε στο χαλί. Δεν πρόλαβε να κάνει δεύτερο βήμα  και ένα ωχ βγήκε από το στόμα της. Στη φτέρνα του δεξιού της ποδιού το κόκκινο χρώμα του αίματος έβαψε το πανάκριβο χαλί.
-Την πουτάνα μου, πάλι ξέχασα να μαζέψω τα γυαλιά από το ποτήρι που έσπασα εχτές.- μονολόγησε. Κίνησε για την κουζίνα. Έβαλε τον καφέ να γίνεται στη καφετιέρα και πήγε στο μπάνιο. Το ζεστό νερό έτρεξε στο πλούσιο από καμπύλες κορμί της Μαριάννας. Το αφρόλουτρο σκέπασε το λαιμό , τους ώμους , την κοιλιά , το πλούσιο στήθος της. Λίγο αργότερα φόρεσε το μαύρο της μπουρνούζι , τύλιξε  το κεφάλι  της με μια λευκή πετσέτα και κάθισε στην τουαλέτα που υπήρχε στο μπάνιο για να στεγνώσει τα μακριά ξανθά της μαλλιά. Όταν στέγνωσαν κοιτάχτηκε καλύτερα στον καθρέφτη και είδε το είδωλο της να την κοιτάζει βλοσυρά. Άλλη μια μέρα είχε ξημερώσει βαριά και χλωμή σαν το δικό της πρόσωπο. Έβγαλε το μπουρνούζι  και γυμνή πήγε ως την κρεβατοκάμαρα. Φόρεσε ένα τζιν παντελόνι μαύρη μπλούζα και ένα ζευγάρι μπότες. Πήγε ξανά στο μπάνιο και έβαλε λίγη πούδρα στο πρόσωπο της. Σκιά στα μάτια λίγο μολύβι και κραγιόν. Κοιτάχτηκε ξανά.
-Τώρα πήρα λίγο χρώμα .- είπε στον εαυτό της και σηκώθηκε. Πήγε στο υπνοδωμάτιο να πάρει το κινητό της τηλέφωνο που το είχε αφήσει στο κομοδίνο και το βλέμμα της στάθηκε στην αφίσα.
- Περνάνε οι ώρες  τα χρόνια , οι στιγμές. Τελικά κάνουμε όλοι μας αυτά που θέλουμε στη ζωή μας;- ρώτησε τις τρεις γυναίκες , αλλά δεν πήρε απάντηση.  Στην κουζίνα έβαλε ένα φλιτζάνι καφέ  σκέτο και πρόσθεσε γάλα. Ήπιε μια γουλιά και άναψε ένα μάλμπορο. Καθισμένη στο  τραπέζι της κουζίνας  καπνίζοντας αντιλήφθηκε πως την πονούσε το πόδι.
-Τι μαλάκας  που είμαι. Δεν κοίταξα καθόλου την πληγή στην πατούσα. Τώρα όμως δεν προλαβαίνω. Θα την δω μάλλον το βράδυ. – είπε και αφού έσβησε το τσιγάρο στο τασάκι , πήρε μια τεράστια μαύρη τσάντα , έβαλε το κινητό της στο μπουφάν , κλείδωσε την πόρτα και κατέβηκε   τα σκαλιά της πολυκατοικίας. Έξω στο δρόμο η  βροχή είχε μανιάσει.



Στην Πάτρα το πρωινό ήταν εξίσου βροχερό. Η Χριστίνα είχε σηκωθεί από τις  έξι  το πρωί. Στη δουλειά της πήγαινε στις  οχτώ ,αλλά έπρεπε να κάνει κάθε μέρα την καθαριότητα του σπιτιού της ώστε να μην την έχει το μεσημέρι που γυρνούσε
κουρασμένη από τη δουλειά. Έτσι μπορούσε  να ξαπλώνει για καμιά ώρα , πριν επιστρέψει το απόγευμα στο μαγαζί. Όταν η ώρα πήγε οχτώ ακριβώς έφτασε με του μικρού κυβισμού μηχανή της και χτύπησε την κάρτα της. Δούλευε σε ένα μεγάλο  σούπερ μάρκετ στο τμήμα του κρεοπωλείου. Στα  τριάντα δύο  της η Χριστίνα είχε κάνει πολλές δουλειές. Κατά καιρούς είχε δουλέψει σε φούρνο , σε ένα πλωτό ιχθυοτροφείο , είχε γίνει καθαρίστρια σπιτιών και μαγαζιών , είχε πιάσει δουλειά σε ιατρείο ζώων  , είχε τυλίξει σουβλάκια και τώρα  είχε ξεμείνει στο σούπερ μάρκετ. Δύσκολη δουλειά. σκέτο χαμαλίκι. Όμως της άρεσε. Αυτή η μυρωδιά του κρέατος , τα μαχαίρια , οι μπαλτάδες. Τούτη η δουλειά είχε νεύρο. Όπως και αυτή στο ιχθυοτροφείο. Ταΐζε τα ψάρια και τους έκανε εμβόλια. Τα χέρια της τότε δεν τα ένιωθε. Όταν είχε βρει εκείνη τη δουλειά  ήταν αρχές Δεκέμβρη. Το κρύο ήταν τσουχτερό πάνω σε αυτή τη μικρή πλωτή πολιτεία. Ήταν η μόνη γυναίκα μέσα σε έξι άντρες. Φορούσε την τσιράδα , τις γαλότσες  και ένα σκούφο στα μαλλιά. Η δουλειά ξεκινούσε στις εφτά και μισή το πρωί.


Έπρεπε όμως να είναι εκεί από τις  εφτά μαζί  με το υπόλοιπο προσωπικό για να μπουν στην βάρκα που θα τους πήγαινε στο ιχθυοτροφείο. 
-Σκληρή δουλειά.- μονολόγησε , φορώντας τη λευκή ποδιά της και ξεκινώντας να φτιάχνει τη βιτρίνα του μαγαζιού.


-Ειρήνη ειδοποίησες την μικρή; Να έρθει πιο νωρίς  σήμερα  γιατί δεν θα προλάβει.-
-Κώστα την πήρα τηλέφωνο πριν από μια ώρα. Ήταν μπλεγμένη στην κίνηση , αλλά με διαβεβαίωσε πως θα το έχει έτοιμο το βιβλίο ως το μεσημέρι.-
-Τι περιμένεις από μικρή και τρελή. Αντί να καθίσει σπίτι της  ήρθε εδώ και της βγαίνει ο πάτος. Και είναι όλα δικά της. Μοναχοκόρη είναι. Θα μπορούσε να ξεκινήσει από ψηλά. Ο μπαμπάς όμως την έφερε  και έδωσε εντολή σε όλους μας να την τρέχουμε από το πρωί ως το βράδυ. Να μου το θυμηθείς πως θα τα φτύσει στην πορεία. Κανένας δεν αντέχει αυτό το ωράριο. Θέλει να γράψει και δικό της βιβλίο. Αυτή σίγουρα δε θα προλαβαίνει να κοιμηθεί.-
-Μπα μη το λες. Η μικρή έχει τσαγανό. Να δεις που θα τα καταφέρει. Είναι πανέξυπνη , έχει θράσος , δουλεύει πολύ , καπνίζει άλλο τόσο , τρώει ελάχιστα και μιλά ασταμάτητα. Μη τη φοβάσαι αυτή. Τους  άλλους να φοβάσαι που είναι γύρω της.-
-Τι λες για φαγητό το μεσημέρι; Ξέρω ένα πολύ καλό μαγαζί εδώ κοντά.-
-Καλά ως τις τρεις έχουμε καιρό. Να δω πως θα τα πάω με όλα αυτά που έχω να τελειώσω.- του είπε η Ειρήνη.
-Εργασιομανή μου εσύ!-
-Πρόσεξε σου έπεσε η στάχτη στον καφέ.-
-Που; -που;. –
-Καλό έτσι; Φιλιά. -
Ο Κώστας χαμογέλασε. Τι σου είναι οι γυναίκες σκέφτηκε. Έσβησε το τσιγάρο του , έβαλε τα γυαλιά και στρώθηκε στον υπολογιστή.


-Το κέρατο μου γαμώ. Τι σκατόκαιρος είναι αυτός; Τίποτα δεν βλέπω.-
Ο φωτεινός σηματοδότης άναψε κόκκινος. Φρένα στρίγγλισαν και η Μαριάννα ως δια μαγείας  πρόλαβε να σταματήσει την μηχανή μεγάλου κυβισμού που οδηγούσε.
-Να μαλακισμένη.- φώναξε στην οδηγό του προπορευμένου αμαξιού που είχε πατήσει απότομα  φρένο και την μούντζωσε. Εκείνη απλά την διαολόστειλε και  το αμάξι της τινάχτηκε εμπρός.
-Κατάλαβες φίλε μου; Και την μαλακία της έκανε και είναι και από πάνω. Λίγο έλειψε να τρακάρω.- μονολόγησε νευριασμένη η Μαριάννα.


-Χριστίνα φέρε μου σε παρακαλώ να δω τις παραγγελίες στα κρέατα.-
Ο διευθυντής  του σούπερ μάρκετ βρισκόταν μπροστά από τη βιτρίνα με τα εδέσματα. Η Χριστίνα είχε τσεκάρει τις ελλείψεις και του έδωσε την καρτέλα.
-Μην ξεχάσεις να κόψεις μπριζόλες για αύριο το πρωί μιας και δεν θα έρθει ο Θανάσης. Είναι Σάββατο αύριο  και θα είσαι μόνη  σου.-
-Εντάξει κύριε Γιάννη , το έχω υπ’ όψη μου.-
Το τηλέφωνο στο κρεοπωλείο χτύπησε δυο φορές πριν το σηκώσει η Χριστίνα.
-Ναι;-
      
-Έλα Χριστίνα , ο Ανέστης είμαι. Είσαι καλά;-
-Καλά γλυκέ μου , εσύ;-
-Τρέχω. Για αυτό σε πήρα τηλέφωνο. Σου ξαναθυμίζω πως αύριο στις εννιά το βράδυ θα κάνω την παρουσίαση του βιβλίου. Δε το ξέχασες;-
-Όχι Ανέστη μου. Θα είμαι εκεί στην ώρα μου. Φιλιά.-
-Φιλιά και από εμένα.-
Η Χριστίνα έκλεισε το τηλέφωνο και χαμογέλασε. Άναψε τσιγάρο μιας και δεν είχε πελάτες και ήπιε μια γουλιά καφέ. Με τα  δάχτυλα της γεμάτα  ξεραμένο αίμα , γεύτηκε τον καπνό με μια γεύση διαφορετική από αυτή που νιώθουν χιλιάδες άλλοι καπνιστές. Ο καπνός ανέβηκε προς τα πάνω , ενώ  ο κόσμος που πηγαινοέρχονταν στο μαγαζί ήταν φιγούρες αδιάφορες για τη Χριστίνα. Έκλεισε τα μάτια και βρέθηκε στην οργιώδη φύση της Αγγλίας του 1870. Είδε σκηνές από την αγαπημένη της ταινία και θυμήθηκε ατάκες μαζί με το άδοξο τέλος της. Οι πρωταγωνιστές ζωντάνεψαν μπροστά της. Ο  Τζούντ  μέσα στο νεκροταφείο έβλεπε  την γυναίκα που αγάπησε να τον εγκαταλείπει για πάντα. Ο έρωτας ποτέ δεν ήταν βολικός σκεφτόταν η Χριστίνα  ενώ έξω η βροχή χτυπούσε τη τζαμαρία του μαγαζιού.


Στις  εννιά και μισή η Μαριάννα έφτασε στον εκδοτικό οίκο  που ήταν ιδιοκτησία του πατέρα της Λεωνίδα. Ο Αλεξάκης ένας άντρας κοντά στα δυο μέτρα καταγόταν από πολύ πλούσια οικογένεια . Οι δικοί του είχαν κάνει περιουσία στην Αμέρικα , όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο παππούς του. Ξεκίνησε ο παππούς Αλεξάκης , νέο παιδί αμούστακο τότε να πλένει πιάτα σε εστιατόριο στη Νέα Υόρκη. Ήταν δουλευταράς και γρήγορος. Δεν άργησε να μπει μέτοχος στην επιχείρηση. Λίγα χρόνια αργότερα το αγόρασε. Μετά  πήρε και άλλο και άλλο , και τελικά έφτιαξε μια ολόκληρη αλυσίδα από εκείνα τα εστιατόρια. Ο πατέρας του Λεωνίδα μαζί με τα δυο του αδέρφια επεκτάθηκαν και σε άλλες επιχειρήσεις και έφτιαξαν ένα εκδοτικό οίκο στην Νέα Υόρκη. Συνέχισαν με κάμποσες εφημερίδες και τελικά ήρθαν και στην Ελλάδα και άνοιξαν έναν από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους τον ΔΙΑ. Ο πατέρας της Μαριάννας σπούδασε δικηγόρος , αλλά τον κέρδισαν τα βιβλία. Ήταν ο ίδιος ποιητής και μάλιστα καταξιωμένος. Βέβαια ήταν πάνω από όλα ένας έξυπνος επιχειρηματίας. Η μαμά Αλεξάκη η Τζέσικα  ήταν καθαρόαιμη Αμερικάνα. Προτιμούσε την κοσμική ζωή και την ενδιέφερε μόνο η εξωτερική της  εμφάνιση. Όμορφη γυναίκα με ψιλή κορμοστασιά και ανύπαρκτο μυαλό. Της άρεσε να κάνει παρέα  με άλλες κοσμικές , πλούσιες  κυρίες της καλής κοινωνίας. Δεν  νοιαζόταν  σχεδόν καθόλου για την μοναχοκόρη της Μαριάννα  , αλλά περισσότερο για τα λεφτά του Λεωνίδα επειδή μπορούσε να τα ξοδεύει. Η Μαριάννα είχε μεγαλώσει σε ένα πλούσιο περιβάλλον , αλλά δυστυχώς δεν είχε πάρει την αγάπη που θα την βοηθούσε να γίνει καλύτερος  άνθρωπος. Εκείνο όμως το βροχερό πρωινό η Μαριάννα δε σκεφτόταν τίποτα  από όλα αυτά. Πήρε έναν καφέ και ανέβηκε στον πέμπτο όροφο που ήταν το γραφείο της. Μπαίνοντας μέσα έβγαλε το μπουφάν που έσταζε νερό . Άφησε το κράνος στο πάτωμα και άνοιξε τον υπολογιστή της. Δεν πρόλαβε να ανάψει τσιγάρο και ο προϊστάμενος της μπήκε μέσα.
-Τι έγινε Μαριάννα; Νωρίς μας ήρθες.-
-Δεν αφήνεις  ρε Κώστα τα αστεία; Ξέρεις τι γαμημένη κίνηση έχει έξω; Βρέχει σα πούστης από τα ξημερώματα και τα νεύρα μου είναι τσατάλια.-
-Άκουσε Μαριάννα , πρέπει να τελειώσεις την επιμέλεια του βιβλίου πριν τις δυο το μεσημέρι. Δεν ξέρω τι θα κάνεις. Κάνε τα μαγικά σου , πάρε αμφεταμίνες , γίνε σούπερ γκερλ.


  Το θέμα είναι πως θέλω το βιβλίο έτοιμο το μεσημέρι στο γραφείο μου. Την Δευτέρα θα ξεκινήσουμε την  έκδοση.  Ο πατέρας σου ήταν απόλυτος σε αυτό.-
-Τώρα σοβαρολογείς; Ούτε για κατούρημα δεν θα πάω.-
Αυτό δε με απασχολεί καθόλου μικρή μου. Στις  δύο  στο γραφείο μου.- της απάντησε και έκλεισε την πόρτα φεύγοντας.
-Τον μαλάκα. Ωραία μας μπήκε το πρωινό. Με φόρα.- είπε η Μαριάννα και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ . Το στομάχι της γουργούρισε. Δεν είχε φάει τίποτα και έτσι θα πήγαινε ως το μεσημέρι. Το πληκτρολόγιο πήρε φωτιά. Το Σάββατο θα αργούσε πολύ να έρθει.



 Η ώρα είχε πάει  μία και μισή το μεσημέρι. Η Μαριάννα είχε τελειώσει το βιβλίο. Έβγαλε τα γυαλιά της και πήρε τον αναπτήρα. Έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα της , όταν ένιωσε ένα δυνατό πόνο στο δεξί της χέρι. Ήταν έντονος και μούδιασε όλο το μπράτσο της.
-Γαμώτο τι είναι αυτό;- είπε. Άρχισε να το τρίβει. Όμως ο πόνος δεν σταματούσε.
-Που να πάρει. Ευτυχώς που τελείωσα την δουλειά μου. Το κωλοβιβλίο είναι έτοιμο.-
Άναψε το τσιγάρο. Ο καφές ήταν ο τρίτος της ημέρας που έπινε. Πεινούσε και από πάνω , αλλά αυτό έκανε προσπάθειες να το ξεχάσει. Το τσιγάρο είχε καεί. Γρήγορα άναψε άλλο. Ο πόνος στο χέρι δεν έλεγε να σταματήσει. Άνοιξε την τσάντα της και πήρε δυο παυσίπονα με λίγο νερό. Δεν είχε χρόνο να του δώσει σημασία. Ήταν άλογο κούρσας και θα έπρεπε να φτάσει στην αφετηρία νωρίς.


Η Χριστίνα έφυγε στις  τέσσερις  από το μαγαζί.  Ευτυχώς που το σπίτι της ήταν κοντά. Με την μηχανή ήταν εκεί σε ένα λεπτό. Δεν πεινούσε καθόλου και ας είχε φάει μόνο ένα σάντουιτς στη δουλειά. Το μόνο που ήθελε τώρα ήταν να κάνει  ένα μπάνιο. Έβγαλε τα βρώμικα ρούχα και τα έβαλε στο καλάθι με τα άπλυτα. Το νερό έτρεξε χλιαρό στο κορμί της. Σιχαινόταν να κάνει μπάνιο με καυτό. Αυτό που την εκνεύριζε ήταν οι υδρατμοί  που κάλυπταν τον καθρέφτη  και μετά έπρεπε να στεγνώσει με το πιστολάκι  για να δει το είδωλο της. Ίσως και για αυτό δεν έκλεινε σχεδόν ποτέ την πόρτα του μπάνιου. Λίγο αργότερα σκεπάστηκε με το λευκό της μπουρνούζι και τύλιξε τα μαλλιά της με μια πετσέτα. Έκανε να πάρει το πιστολάκι από το έπιπλο του μπάνιου όταν είδε τη Μισέλ να κάθεται ακριβώς έξω από την πόρτα και να την κοιτάζει με αυτά τα πελώρια πορτοκαλί μάτια της. Η γάτα της Χριστίνας ήταν μια τρίχρωμη Περσίας. Ήταν καθαρόαιμη και την είχε κοντά της σχεδόν 4 χρόνια. Την λάτρευε εκείνη τη γάτα που ήταν σοβαρή και αρκετά νωθρή για να κάνει την οποιαδήποτε ζημιά στο σπίτι. Είχαν μια εξαιρετική σχέση μεταξύ τους που βασιζόταν στην πραγματική αγάπη και την αρμονική συμβίωση. Η Μισέλ ποτέ δεν ενοχλούσε την Χριστίνα με νιαουρίσματα και γρατζουνίσματα σε πράγματα του σπιτιού. Ήταν μια γάτα που απολάμβανε την ησυχία την καθαριότητα και την τάξη , όπως ακριβώς και η κυρά της. Τα δυο κορίτσια είχαν μια τέλεια χημεία και αυτό τις ευχαριστούσε όσο τίποτε άλλο.
Η Χριστίνα εδώ και λίγα χρόνια  ζούσε μόνη της στο σπίτι που της έδωσαν οι γονείς της. Όταν η Χριστίνα  παντρεύτηκε σε μικρή ηλικία με το Μάνο ο πατέρας και η μητέρα της έφυγαν για να μείνουν στο εξοχικό τους σπίτι που βρισκόταν έξω από την Πάτρα. Το έκαναν αυτό για να ετοιμαστεί το σπίτι για τους νεόνυμφους. Ο έρωτας όμως του ζευγαριού χάθηκε λίγα χρόνια αργότερα και η Χριστίνα  έμεινε με τους γονείς της. Δεν ήθελε με τίποτα να ζήσει μόνη της.


Έτσι πέρασαν αρκετά χρόνια και κάποια στιγμή ένιωσε την ανάγκη να εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία και να γυρίσει στο σπίτι της. Είδε καθαρά πως η συγκατοίκηση με τους γονείς  δεν μπορούσε πια να είναι εφικτή. Ήταν μεγάλοι άνθρωποι , αλλιώς μαθημένοι και ήθελαν να τα μαθαίνουν όλα. Όχι πως την έλεγχαν η της έκαναν τη ζωή δύσκολη. Αλλά όταν ζεις μαζί με άλλους ανθρώπους αναγκαστικά για κάποια πράγματα θα έδινες αναφορά. Έτσι η Χριστίνα ξανάβαψε το σπίτι της , πήρε καινούργια έπιπλα και βολεύτηκε εκεί με τη Μισέλ. Όσο στέγνωνε τα μαλλιά της η γάτα είχε κουλουριαστεί στα πόδια της. Έσκυψε και την πήρε αγκαλιά. Την φίλησε στο κεφάλι και εκείνη τις έγλυψε τα χέρια.
-Έλα καρδιά μου , η κυρά σου πρέπει να μαζέψει το μπάνιο. Μην κάθεσαι στα νερά , θα λερώσεις την γούνα σου.- της είπε και την άφησε πάνω στο χαλί της κουζίνας. Η Μισέλ αμέσως αποκοιμήθηκε.
-Τεμπέλα. Μόνο για φαγητό και ξάπλες είσαι.- της φώναξε γελώντας. Έβγαλε το μπουρνούζι της και φόρεσε ένα ζευγάρι γκρι φόρμες , καθαρές κάλτσες και παντόφλες. Έριξε μια ματιά  στον ουρανό από το παράθυρο της κουζίνας. Μολυβένια σύννεφα κρέμονταν από πάνω. Το σπίτι ήταν κρύο. Άναψε τα καλοριφέρ και ετοίμασε ένα καφέ ελληνικό με γάλα. Σίγουρα θα έβρεχε ξανά και ίσως να έβρεχε ασταμάτητα όλο το βράδυ.


Η Ελένη ήταν ακόμα στο σχολείο. Τα μαθήματα των παιδιών είχαν τελειώσει , αλλά εκείνη είχε ακόμη αρκετή δουλειά να κάνει με τις διορθώσεις  σε ένα διαγώνισμα. Στο ιδιωτικό κολέγιο που δούλευε δυο χρόνια τώρα επικρατούσε πολύ άγχος και όλοι οι δάσκαλοι έπρεπε να είναι  στην πρίζα ανά πάσα στιγμή. Το μισούσε αυτό. Αυτές οι τυπικότητες και τα δήθεν διέλυαν το νευρικό της σύστημα. Έμενε όμως , για τα λεφτά που ήταν καλά. Είχε παντρευτεί εδώ και λίγους μήνες και τα έξοδα έτρεχαν. Η ώρα είχε πάει πέντε το απόγευμα. Σηκώθηκε από το γραφείο της και κοίταξε έξω από το τζάμι τον ουρανό. Ήταν σκοτάδι πια. Κάτι αστραπές φάνηκαν μακριά στον ορίζοντα.
-Πάλι θα βρέξει. Τουλάχιστον να προλάβω να πάω σπίτι και μετά ας ρίξει καρεκλοπόδαρα.- είπε η Ελένη.
-Τελικά η Αθήνα είναι άσχημη όλες τις εποχές του χρόνου , ενώ το χειμώνα γίνεται ακόμη πιο γκρίζα.- συνέχισε να μονολογεί σιγά , λες και κάποιος θα την άκουγε. Σε αυτό το κολέγιο ακόμα και οι τοίχοι είχαν αυτιά.


Ο Αλέξης έπινε καπουτσίνο στο πολυτελέστατο σπίτι που είχε λίγο έξω από την Αθήνα. Καθόταν σε ένα μαύρο δερμάτινο καναπέ στο σαλόνι και απλά χάζευε μια ταινία περιπέτειας στο DVD. H μεγάλη επίπεδη οθόνη φωτιζόταν από πολλά χρώματα. Το τέλειο σύστημα ήχου τον έκανε να ζει την κάθε στιγμή της ταινίας , αλλά το μυαλό του δεν ήταν εκεί. Σκεφτόταν εκείνη. Πόσες μέρες είχε να την δει; Δύο μόνο. Και όμως για τον Αλέξη ήταν σα να είχαν περάσει αιώνες. Έπιανε τον εαυτό του να είναι ερωτευμένος μαζί της , και αυτό δεν του άρεσε , μιας και δεν είχε νιώσει έτσι για καμιά γυναίκα. Ήταν τριάντα χρονών ιδιοκτήτης ενός από τα μεγαλύτερα νυχτερινά στέκια της πρωτεύουσας , όμορφος , με διασυνδέσεις και περιζήτητος στο γυναικείο φύλλο γιατί παρέμενε ακόμα εργένης. Με εκείνη είχαν γνωριστεί πριν από ένα μήνα  και είχαν βγει αρκετές φορές. Νόμιζε πως θα τελείωνε  γρήγορα μαζί της , αλλά έπιανε τον εαυτό του να την χρειάζεται κάθε μέρα και πιο πολύ. Του ήταν απαραίτητη. Άναψε ένα πούρο και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του. Έκλεισε την τηλεόραση και έβαλε να ακούσει τη συμφωνία νούμερο 2 και 6 του Μπετόβεν , με την συμφωνική της Βοστόνης ,που τον χαλάρωνε. Δεν ήξερε αν θα έπρεπε να της τηλεφωνήσει. Σίγουρα θα ήταν στο γραφείο της και θα δούλευε ασταμάτητα. Ώρες-ώρες τον πείραζε αυτό. Γιατί να μην είχε παραχωρήσει και σε αυτόν ένα μικρό μέρος από τη ζωή της; Στην αρχή της γνωριμίας τους ξετρελάθηκε με τον αυθόρμητο χαρακτήρα , την ανεξαρτησία και την επιλογή της να κάνει μεγάλη καριέρα σαν συγγραφέας. Μετά όμως αισθάνθηκε , μικρός , χαμένος μπροστά της. Ήταν τόσο σίγουρη για τις επιλογές της και δεν άφηνε τίποτα και κανέναν να την αποσπάσει από αυτές. Ακόμα και όταν έκαναν έρωτα , ένιωθε πως δεν την είχε , ενώ πολλές φορές που το κινητό της είχε χτυπήσει , τον είχε απλά παρατήσει και είχε φύγει. Αναρωτήθηκε αν τον ήθελε έστω και λίγο. Αν ναι , δεν του το είχε δείξει ως τώρα. Ίσως θα έπρεπε να περιμένει.


Η Μαριάννα είχε παραδώσει  το βιβλίο έτοιμο στο γραφείο του Κώστα και έπινε τον τέταρτο καφέ της. Κάθε Παρασκευή ο εκδοτικός οίκος έκλεινε πιο νωρίς από τις άλλες ημέρες. Έσβησε το τσιγάρο της , πήρε το μπουφάν και το κράνος και κατέβηκε στο πάρκινγκ. Ανέβηκε στη μαύρη μηχανή της πάτησε γκάζι και εξαφανίστηκε στην τσιμεντούπολη.


Πίσω στη Πάτρα η Χριστίνα έπινε  τον καφέ της στο σαλόνι παρακολουθώντας μια παλιά ταινία στο DVD , όταν άκουσε έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και βγήκε έξω. Αστραπές χαράκωναν το μαύρο του ουρανού και σταγόνες βροχής άρχισαν να πέφτουν σιγά –σιγά στην αρχή , αλλά μετά από δευτερόλεπτα με μανία , πάνω από την πόλη. Μπήκε γρήγορα μέσα , έκλεισε τα παντζούρια και χώθηκε στον καναπέ. Η Μισέλ άνοιξε τα μάτια της  και την κοίταξε , άλλαξε πλευρό και χουζούρεψε πάνω στο χαλί. Η Χριστίνα άναψε τσιγάρο και στα αυτιά της άκουσε τη βροχή να πέφτει. Τη μισούσε τη βροχή. Όσο και αν λάτρευε τον χειμώνα , τη βροχή δεν την μπορούσε με τίποτα. Μέσα σε λίγη ώρα η βροχή είχε κατακτήσει τα πάντα. Οι δρόμοι είχαν πλημμυρίσει , τα αμάξια με δυσκολία προχωρούσαν , γιατί οι οδηγοί δεν έβλεπαν και τα μαγαζιά δεν είχαν καθόλου δουλειά . Οι λίγοι πεζοί που κυκλοφορούσαν έτρεχαν με τις ομπρέλες στα χέρια για να πάνε στα σπίτια τους.


Η Μαρία έπαιρνε ένα ζεστό μπάνιο και σκεφτόταν πως είχε ένα ολόκληρο διήμερο για να ξεκουραστεί. Το καλό με το να είναι κάποιος στο δημόσιο είναι πως είχε ένα Σαββατοκύριακο στη διάθεση του , για να κάνει ότι θελήσει. Η Μαρία ξόδευε πολύ χρόνο για να φροντίζει τον εαυτό της. Το μπάνιο ήταν μια αδιάκοπη ιεροτελεστία γι’ αυτήν. Συνήθως καθόταν μέσα στη μπανιέρα μια με μιάμιση ώρα. Μετά σειρά είχαν τα μαλλιά ,οι κρέμες για το πρόσωπο , οι ενυδατικές για το σώμα και ο κατάλογος των προϊόντων περιποίησης δεν είχε τελειωμό. Όσο ήταν στο μπάνιο  άκουγε τη βροχή και απλά χαιρόταν  που βρισκόταν στο σπίτι της. Τη βροχή τη σιχαινόταν. Αμέσως έφερε στο μυαλό της τη Χριστίνα. Ευτυχώς που με την καλύτερη της φίλη μοιραζόταν την ίδια απέχθεια για τον υγρό καιρό. Λάτρευαν το χειμώνα , το κρύο , το χιόνι , τον παγωμένο αέρα όταν φυσούσε δυνατά , μα τη βροχή; Αυτή δεν την αγάπησαν ποτέ. Η Μαρία με τη Χριστίνα μεγάλωσαν στην ίδια γειτονιά. Πήγαν στο ίδιο Δημοτικό , συνέχισαν στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο και δεν έπαψαν ποτέ να είναι μαζί. Εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες , ταίριαξαν γιατί στη Μαρία άρεσε ο παιδιάστικος  απλός και ευαίσθητος χαρακτήρας της φίλης της. Η Χριστίνα ήταν ένας εύκολος άνθρωπος. Ανοιχτό βιβλίο για τους άλλους. Συνήθως δεν κρατούσε τίποτα για τον εαυτό της και ήταν παρών όταν κάποιος την χρειαζόταν. Ήταν απλός άνθρωπος και της άρεσε να συζητά με τις ώρες. Μοιράζονταν μαζί το ίδιο πάθος για την αστυνομική λογοτεχνία και τα βιβλία της Αγκάθα Κρίστι. Ο Σέρλοκ Χόλμς τις γοήτευε από τα εφηβικά τους χρόνια και ο Ιούλιος Βερν είχε την τιμητική τους στις βιβλιοθήκες τους. Όταν ήταν μικρές αντάλλαζαν τα βιβλία του και έτσι  τα είχαν διαβάσει σχεδόν όλα. Τα μυστήρια και οι αστυνομικές υποθέσεις ήταν αυτά που τις έκαναν να αναλύουν με τις ώρες  τα εγκλήματα και τους φόνους. Στην  Χριστίνα όμως άρεσε και η λογοτεχνία τρόμου. Στην ηλικία των δεκαπέντε ανακάλυψε τον Ποε. Λάτρεψε την αφήγηση του <<Άρθρουρ  Γκόρντον Πυμ>> που έγινε το αγαπημένο της βιβλίο , αλλά ο Ποε δεν ήταν αρκετός. Ώσπου βρήκε τον Λάβκραφτ. Έπαθε τέτοιο τρελό έρωτα που πήρε διαστάσεις εξωπραγματικές. Για μήνες δεν έβγαινε από το σπίτι , εκτός για να πάει στη δουλειά , δεν μπορούσε να φάει κανονικά , γιατί έπαιρνε τις ιστορίες του στο τραπέζι και τις διάβαζε και γενικά δε μπορούσε να σηκώσει το κεφάλι της. Μιλούσε στην οικογένεια της διαβάζοντας τις περισσότερες φορές. Μέχρι που κάποια στιγμή η μητέρα της η καημένη η κυρία Κατίνα , πήρε τηλέφωνο τη Μαρία και ρώτησε να μάθει τι ήταν όλα αυτά που διάβαζε η κόρη της.
-Μήπως κορίτσι μου είναι τίποτα παραθρησκευτικά βιβλία και την έχουν κατακτήσει άθεοι άνθρωποι; Καμιά από αυτές τις οργανώσεις που λατρεύουν τον σατανά;- την είχε ρωτήσει.
-Όχι θεία Κατίνα. Μη στεναχωριέστε. Είναι απλά ένας συγγραφέας που γράφει ιστορίες τρόμου. Τίποτε άλλο. Την ξέρετε τώρα την Χριστίνα. Της αρέσουν τα μυστήρια και πιο πολύ να διαβάζει. Θα της περάσει. Μια φάση είναι μόνο.- της είχε απαντήσει η Μαρία και η κυρία Κατίνα μπόρεσε να ηρεμήσει. Η Μαρία στέγνωνε τα μαλλιά της και χαμογελούσε. Η μητέρα της Χριστίνας ήταν η δεύτερη μάνα της. Την αποκαλούσε θεία. Την αγαπούσε τόσο εκείνη την απλή και αγράμματη γυναίκα που μόνο καλά λόγια είχε να πει για τον καθένα. Ήταν επιπλέον και μια ακούραστη ήρεμη δύναμη για τα δυο της παιδιά. Τα αγαπούσε όσο τίποτε στον κόσμο και ήταν πάντα στο πλευρό τους. Μάνα με Μ κεφαλαίο σκεφτόταν. Όπως και η δική της ,η κυρά Ελένη. Που δεν της είχε χαλάσει ποτέ την καρδιά με κακίες και φοβέρες. Που από μικρή μόνο αγάπη και φιλιά είχε πάρει. Για αυτό και η Μαρία με τη Χριστίνα αγαπιόντουσαν πραγματικά. Είχαν πάρει αγάπη και μπορούσαν να την χαρίζουν απλόχερα. Η φιλία τους ήταν χτισμένη σε γερές βάσεις. Τίποτα δεν είχε απειλήσει ποτέ αυτή την αρμονία. Αύριο σκέφτηκε καθώς έβγαινε από το μπάνιο θα την πάρω τηλέφωνο. Έχουμε μια βδομάδα να τα πούμε. Για χρόνια ολόκληρα η Χριστίνα πήγαινε μια φορά την εβδομάδα στο σπίτι της Μαρίας , για να την δει και να τα πούνε. Αυτή η γλυκιά τους συνήθεια ήταν από τα πιο γοητευτικά στοιχεία που είχε η σχέση τους.

Η Χριστίνα σκεφτόταν πως αύριο μετά τη δουλειά  θα πήγαινε στην παρουσίαση ενός καινούργιου βιβλίου του φίλου της του Ανέστη. Η παρουσίαση ήταν προγραμματισμένη για τις εννιά το βράδυ στο τεράστιο σπίτι του φίλου της. Ο Ανέστης ήταν ο γιος ενός πλούσιου βιομήχανου και μιας δασκάλας. Το σπίτι του βρισκόταν έξω από την πόλη σε μια έκταση δεκαπέντε στρεμμάτων. Εκεί ο πατέρας του είχε φτιάξει ένα πανέμορφο σπίτι που αριθμούσε δέκα  δωμάτια εξωτερική  πισίνα , γήπεδο μπάσκετ  σάουνα και εσωτερική πισίνα για το χειμώνα. Ο Ανέστης λάτρευε το κολύμπι και γενικά τα αθλήματα. Έπαιζε πολύ συχνά μπάσκετ με τον πατέρα του που ήταν εξίσου αθλητής μιας και στα νιάτα του έπαιζε ποδόσφαιρο. Η μητέρα του ήταν χαμηλών τόνων και της άρεσε πολύ να διαβάζει. Είχε μάλιστα εκδώσει και δυο βιβλία λαογραφικού χαρακτήρα. Από εκείνη είχε πάρει την αγάπη του για το διάβασμα ο Ανέστης και σιγά-σιγά άρχισε να γράφει και εκείνος ,κυρίως μυθιστορήματα. Ο φίλος της ήταν μοναχογιός και υπήρξε το καμάρι για τους δικούς του. Ο Ανέστης ήταν φίλος της Χριστίνας από τότε που θυμόταν τον εαυτό της. Από το νηπιαγωγείο , στο δημοτικό και μετά στο Λύκειο. Στο πανεπιστήμιο μόνο δεν τον ακολούθησε. Εκείνος είχε σπουδάσει φιλολογία. Με την Μαρία και τον Ανέστη η Χριστίνα μπορούσε να περάσει όλη της ζωή. Ήταν τα δυο πρόσωπα που εμπιστευόταν και συζητούσε τα πάντα μαζί τους. Με τον Ανέστη όμως ταίριαζαν σε έναν σημαντικό τομέα. Τον κινηματογράφο. Ήταν και οι δυο τους μανιώδεις σινεφίλ.  Έβλεπαν πάντα μαζί κάθε καινούργια ενδιαφέρουσα ταινία και αυτό που τους ευχαριστούσε περισσότερο  ήταν η ανάλυση και η σε βάθος εξερεύνηση των χαρακτήρων. Οι δυο τους δεν ήταν απλοί θεατές , που θα πήγαιναν κινηματογράφο για να περάσουν δυο ξέγνοιαστες ώρες.  Τους ενδιέφεραν οι κοινωνικές ταινίες  και μετά οι ταινίες εποχής. Μπορούσαν να τα δουν όλα , αλλά προτιμούσαν τις καλλίτερες. Για την Χριστίνα ο κινηματογράφος ήταν πηγή ζωής. Ήταν ο μόνος χώρος που μπορούσε να είναι ελεύθερη  ψυχικά και σωματικά. Από την νηπιακή ηλικία την γοήτευε η σκοτεινή αίθουσα. Κάτι εκεί μέσα λειτουργούσε σαν διεγερτικό στο νευρικό της σύστημα. Παρακαλούσε συνέχεια τους γονείς της να την πηγαίνουν στον κινηματογράφο κάθε Σάββατο η Κυριακή που δεν είχε σχολείο. Ο πατέρας της έλειπε πολλές φορές και για μήνες και έτσι η κυρά Κατίνα επωμιζόταν το βαρύ φορτίο των εικόνων. Όχι πως δεν της άρεσε η σκοτεινή αίθουσα , αλλά να ,εκείνη ήθελε να βλέπει τις παλιές ελληνικές ταινίες και μάλιστα τις κωμωδίες. Η Χριστίνα όμως κυνηγούσε τα ξένα έργα με ακαταλαβίστικη πλοκή. Και δεν υπήρχε καμία περίπτωση να διαλέξει κωμωδίες. Και έτσι για χρόνια και μέχρι να μεγαλώσει αρκετά η Χριστίνα για να πηγαίνει μόνη της στον κινηματογράφο , αναγκαζόταν μετά τους τίτλους του τέλους να λέει ξανά από την αρχή την υπόθεση της ταινίας στη μητέρα της.
Μια βροντή ακούστηκε μακριά και η  Χριστίνα χαμογέλασε με τις σκέψεις της.


Η Βίκυ μόλις είχε τελειώσει το μάθημα με τους δύο μαθητές της και όταν έφυγαν, περίμενε τους επόμενους για να ξεκινήσει την παράδοση. Η Βίκυ διάλεξε να γίνει δασκάλα γιατί αγαπούσε πολύ τα παιδιά. Είχε χρόνια που περίμενε τον διορισμό της , αλλά αυτός είχε καθυστερήσει. Έτσι ξεκίνησε να κάνει φροντιστήριο στην αρχή στα παιδιά της γειτονιάς της. Με τα χρόνια όμως , όλο και περισσότεροι γονείς της εμπιστεύονταν τα παιδιά τους και έτσι εκείνη ξέχασε το δημόσιο και δούλευε στο σπίτι της. Έξω έβρεχε δυνατά. Η Βίκυ είπε στη μητέρα της να της φτιάξει ένα καυτό τσάι. Δευτερόλεπτα αργότερα τα παιδιά που είχαν μάθημα , ήρθαν και εκείνη ξεκίνησε τη δουλειά της. Δούλευε όλη την εβδομάδα από το μεσημέρι ως το βράδυ , ενώ κάποιες Κυριακές έκανε πρωινά μαθήματα. Ανάλογα με τις ανάγκες των παιδιών διαμόρφωνε και το πρόγραμμα. Εκείνο το διήμερο όμως δεν είχε τίποτα να κάνει εκτός από το Σάββατο που είχε την παρουσίαση του βιβλίου του Ανέστη. Θα πήγαινε εκεί μαζί με τα κορίτσια και ίσως μετά έβγαιναν για ποτό. Τα μικρά καθάρματα σκέφτηκε , δεν την είχαν πάρει ένα τηλέφωνο εδώ και μια βδομάδα. Η Βίκυ ήξερε την Χριστίνα την Μαρία και τον Ανέστη από το γυμνάσιο. Μπήκε στην παρέα τους και έδεσαν μεταξύ τους. Όλοι τους σε σχέση με την Χριστίνα ήταν χαμηλών τόνων. Η Χριστίνα ήταν η δυναμική της παρέας , η νευρική και το πνεύμα το ελεύθερο.  Δεν έμπαινε σε κάποια φόρμα  και στις δουλειές της ήταν τυχοδιώκτρια. Είχε αλλάξει πάνω από έξι και αυτό γιατί δεν της άρεσε να σκύβει το κεφάλι. Ήταν ένα μείγμα από διάφορους χαρακτήρες. Όσα στραβά , όμως και να είχε οι φίλοι της την αγαπούσαν γιατί είχε καρδιά μικρού παιδιού , με αμέτρητες ευαισθησίες. Η Χριστίνα ήταν ένα ερωτικό άτομο. Δενόταν πάντα με κάτι που αγαπούσε. Από τη γάτα της , μέχρι ένα συγκεκριμένο τραγούδι , κάποια ταινία , η ακόμα και μια αγαπημένη γωνιά ενός σπιτιού. Δεν μπορούσε να λειτουργήσει αν πρώτα δεν το είχε αγαπήσει. Και σε αυτό συμπεριλαμβάνονταν και η παρέα της. Θα έδινε και τη ζωή της αν της το ζητούσαν. Μπορεί να ακουγόταν τρελό. Άλλοι άνθρωποι θα το σκεφτόντουσαν  ένα λεπτό. Η Χριστίνα δεν θα κόμπιαζε καθόλου. Χαμογέλασε  στη σκέψη αυτή. Κοίταξε τα παιδιά στα θρανία τους. Έλυναν κάποιες ασκήσεις που τους είχε βάλει. Η βροχή χτυπούσε το παράθυρο απ’ έξω και εκείνη τελείωσε το τσάι της και είπε στα παιδιά να φέρουν τα γραπτά τους.


Η ώρα ήταν οχτώ το βράδυ. Ο Σταύρος καθόταν στο δωμάτιο του. Απέναντι σε ένα καβαλέτο βρισκόταν ο τελευταίος του πίνακας. Τον είχε παιδέψει πάνω από έξι μήνες , αλλά εκείνο το βράδυ θα έμπαιναν οι τελευταίες πινελιές. Έξω είχε σταματήσει να βρέχει και είχε ανοίξει την μπαλκονόπορτα για να μυρίσει τη βροχή. Τον αγαπούσε το χειμώνα και απολάμβανε τη βροχή. Και εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε το μίσος της Χριστίνας για αυτή. Του είχε πει από την πρώτη μέρα της γνωριμίας τους , πως αν κάτι την χαλά , αυτό ήταν η βροχή. Την θεωρούσε εκνευριστική. Ο Σταύρος κατέβασε μια γουλιά ουίσκι από το ποτήρι που βρισκόταν στο τραπεζάκι δίπλα του. Σηκώθηκε και τεντώθηκε. Σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου και πήρε τη Χριστίνα. Η φωνή της ακούστηκε βραχνή από την άλλη μεριά.
-Έλα γλυκιά μου , εγώ είμαι. Σε καμιά ώρα θα τελειώσω τον πίνακα και είπα να σε ακούσω. Πως είσαι;-
-Μα έλα τώρα μωρό μου. Αφού ξέρεις πως όταν ο καιρός είναι υγρός θέλω να αυτοκτονήσω. Έγινε ωραίος ο πίνακας;-
-Φαντάζομαι πως είναι εντάξει. Εμένα μου αρέσει , αλλά μιας και είμαι ο δημιουργός δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός. Τι λες , έρχεσαι από εδώ να τον δεις;-
-Το θυμάσαι αγάπη μου , πως , όταν βρέχει , δεν έχω διάθεση να πάω πουθενά. Έτσι δεν είναι;-
-Αύριο; Τι λες;-
-Κομματάκι δύσκολο. Αύριο το βράδυ έχω την παρουσίαση του βιβλίου στο σπίτι του Ανέστη και μετά θα βγω με τα κορίτσια για ποτό. Ας το κανονίσουμε για την Κυριακή το βράδυ.-
-Εντάξει θα ετοιμάσω κάτι για να φάμε.-
-Οκ λοιπόν , κάνε τα μαγικά σου , μιας και η μαγειρική σου είναι  σκάλες ανώτερη από τη δική μου και θα έρθω στις οχτώ.- η  Χριστίνα έκλεισε το τηλέφωνο. Ο Σταύρος σε ότι και αν έκανε ήταν τελειομανής. Τον αγαπούσε πολύ και η σχέση τους εδώ και χρόνια κυλούσε ήρεμα. Ήταν και οι δυο άνθρωποι που λάτρευαν την ησυχία. Τους άρεσε το διάβασμα , η κλασική μουσική και ο κινηματογράφος. Εκείνος ήταν δικηγόρος , αλλά το χόμπι του ήταν η ζωγραφική. Είχε παρουσιάσει στην Πάτρα δύο εκθέσεις του στο δημαρχιακό μέγαρο που είχαν πάει καλά και το όνομα του στο πολιτιστικό γίγνεσθαι της πόλης ακουγόταν συχνά. Η Χριστίνα και εκείνος έγραφαν στον τοπικό τύπο και σε ένα , δυο πολιτιστικά περιοδικά. Ο Σταύρος ήταν καλλιτέχνης με ευαισθησίες. Ότι και αν έκανε το έκανε με στυλ. Στον έρωτα ήταν ένας γλυκός εραστής. Με την Χριστίνα είχαν γνωριστεί όταν ανέλαβε το διαζύγιο της από τον Μάνο. Κάπου οχτώ χρόνια πίσω. Την είχε βοηθήσει να ξεπεράσει όλα τα στάδια  μιας τόσο επίπονης διαδικασίας. Ο έρωτας ήρθε μετά την φιλία που είχαν φτιάξει σε  γερές βάσεις. Περνούσαν πολύ καλά μαζί. Το παράπονο του Σταύρου ήταν πως η Χριστίνα δεν ήθελε να ξανακούσει για γάμο. Και στην συγκατοίκηση που της είχε προτείνει εκείνη  ήταν αρνητική. Ξόδευαν τον χρόνο τους  ανάμεσα στα δυο σπίτια τους. Το διαμέρισμα του Σταύρου βρισκόταν στο ρετιρέ ενός πανάκριβου συγκροτήματος  με πολυτελέστατα διαμερίσματα και μεγάλους χώρους. Δεν βρισκόταν στο κέντρο της Πάτρας  αλλά σε μια πιο αραιοκατοικημένη περιοχή με πολύ πράσινο λίγο πιο έξω από αυτή. Ο Σταύρος ήταν πολύ πλούσιος. Η περιουσία που είχε περιέλθει στα χέρια του μετά το θάνατο των γονιών του σε αεροπορικό δυστύχημα , ήταν πολύ σεβαστή. Για την ακρίβεια δεν χρειαζόταν να δουλέψει. Είχε εισοδήματα από μαγαζιά , ξενοδοχεία , και διαμερίσματα. Όμως εκείνος ήθελε τα δικά του λεφτά. Αυτά που έβγαζε  με τις μάχες που έδινε στα δικαστήρια. Και με αυτά τα λεφτά είχε αγοράσει τον προσωπικό του χώρο , τον είχε διακοσμήσει με λιγοστά αλλά μοντέρνα έπιπλα και τον είχε χρωματίσει με απαλά χρώματα. Είχε ένα τεράστιο τζάκι στον χώρο υποδοχής που αποτελούσε την αγαπημένη γωνιά της Χριστίνας. Υπήρχαν δυο καναπέδες το καβαλέτο και οι μπογιές του Σταύρου ένα μεγάλο χαμηλό τραπέζι ανάμεσα στους καναπέδες και ένα κινούμενο μπαρ σε μια άλλη γωνιά μαζί με ένα φωτιστικό δαπέδου. Η κουζίνα σε λευκό χρώμα χωρούσε μέσα όλες τις τελευταίας τεχνολογίας οικιακές συσκευές. Του Σταύρου του άρεσε πολύ να μαγειρεύει. Πολύ συχνά έφτιαχνε και δικές του συνταγές. Τον γοήτευαν οι νέες γεύσεις και τα καλά  κρασιά , κυρίως τα κόκκινα. Το μπάνιο του σπιτιού αποτελούσε άλλον ένα αγαπημένο χώρο της Χριστίνας. Ο Σταύρος είχε επιλέξει να κυριαρχεί μόνο το λευκό και το μαύρο. Οι βρύσες ήταν μαύρες και είχαν μπορντούρα από νίκελ. Το πλακάκι του πατώματος ήταν μαύρο και στον τοίχο λευκό με λιγοστές πινελιές  από το σκούρο της νύχτας. Η κρεβατοκάμαρα αποτελούσε το αγαπημένο δωμάτιο του Σταύρου. Την είχε βάψει σε απαλό γαλάζιο. Το κρεβάτι ήταν  σε σκούρο μαύρο ξύλο. Στο δωμάτιο υπήρχαν δυο πίνακες του Τζάκσον Πόλλοκ. Ένας πάνω από το κρεβάτι του και ένας ακριβώς απέναντι. Οι κουρτίνες  ήταν και αυτές  στο χρώμα του δωματίου  στο οποίο υπήρχε μέσα και ένας διάδρομος γυμναστικής  μιας και ο Σταύρος  ήθελε να κάνει το πρωινό του τρέξιμο  πριν να πάει στη δουλειά. Ο διάδρομος τον εξυπηρετούσε καλλίτερα από το να έτρεχε στο δρόμο.  Έτσι μετά την άσκηση και το πρωινό του μπάνιο , έπινε τον καφέ του και έφευγε από το σπίτι. Για την Χριστίνα ο Σταύρος ήταν το απάνεμο λιμάνι της και ένας άνθρωπος που είχε πάντα τον χρόνο για να την ακούσει. Καταλάβαινε τις ανάγκες της και αγαπούσε πολύ τους φίλους της. Αυτό ήταν ένας σημαντικός παράγοντας που τους έφερνε κοντά , πέρα από τα κοινά ενδιαφέροντα που είχαν. Ο Σταύρος κατανοούσε  την αξία της φιλίας  που πρέσβευε εκείνη. Αγαπούσε τα κορίτσια και τον Ανέστη σαν δικούς του ανθρώπους . Εκείνος ήταν μοναχογιός και του χρειαζόταν μια μεγάλη και αγαπημένη παρέα. Μάλλον τους θεωρούσε αδέρφια του και χαιρόταν να τους καλεί στο σπίτι του για φαγητό και ποτό.
Ο Σταύρος άναψε την πίπα του και  όρθιος στο μπαλκόνι ήπιε το ποτό του.

 

Αυτό είναι ένα βιβλίο που μιλά για την φιλία. Για το πώς ορισμένοι άνθρωποι έρχονται κοντά και προσπαθούν μαζί  να κάνουν την ζωή τους μοναδική.   Για αυτό και το βιβλίο  αυτό αφιερώνεται ειδικά   στις τέσσερις  ξεχωριστές φίλες  που είναι κοντά μου πολλά χρόνια και με στηρίζουν , όπως και εγώ. Παλέψαμε πολύ για να εδραιώσουμε αυτή τη φιλία. Χωρίς την αγάπη σας δεν θα μπορούσα να γράψω. Ετούτο το βιβλίο είναι το πρώτο που έγραψα και το αγαπώ όσο και εσείς. Για αυτό και σας ανήκει. Είναι δικό σας βιβλίο.  

Στις: Αγγελική, Έφη, Έλλη, Νατάσα.

Στην Χρύσα που αν δεν ήταν εκεί να με καθοδηγήσει δεν θα είχα ξεκινήσει το ταξίδι.
Σε ευχαριστώ για ότι μου έμαθες.  Στον αδερφό μου Γιώργο και στην γυναίκα του Άντζελα που είναι στο πλευρό μου.
Στους γονείς μου και στον Θεό που με  προστατεύει.    
Στους φίλους και φίλες που είναι δίπλα μου: Λάμπρο και Ευγενία Μάθεση, Κώστα Μιχαλάκη, Αντρέα Αυγέρη, Πάνο Παπασωτηρίου, Ρούλα Σοφρά, Παναγιώτη Βελτανισιάν,  Μαρία και  Νίκο Τσίτσο. Φωτεινή και Νίκο Λαυράνο, Σύλβια και Κώστα Γάσπαρη, Στέλλα και Σωτήρη Καρνέση, Στεργιάννα Γιαφεντή και σε όλους όσους ξέχασα. Τα ξαδέρφια μου: Γεωργία και Κωνσταντίνα Φήμη, Τάσο και Λούντα Καραντή, Αποστόλη Αθανασίου, Άντα.   
Στην Αθηνά Γραμματικού που οι συμβουλές της ήταν πολύτιμες, και στον αγαπημένο μου φίλο Δημήτρη Χαρίτο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι από το ομώνυμο ποίημα της Άντζελας Σκοπελίτη Κοφινά.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Ο Έρωτας είναι ο θάνατος.
Μίλτος Σαχτούρης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.

ΤΥΧΑΙΑ TAGS