125 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
24.01.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Οικογένεια Γ. Π. | Μέρος 20ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά

Μια μεγάλη οικογένεια. Ένα ολόκληρο σόι και πολλά ξαδέρφια σκιαγραφούν τον καμβά του βιβλίου. Είναι άνθρωποι με πάθη και ενοχές , που προσπαθούν να κάνουν την ζωή τους υποφερτή. Είναι τα πιόνια στην μεγάλη σκακιέρα της ζωής και συνήθως είναι οι χαμένοι. Μέσα από τους αδύναμους αυτούς ήρωες και το αδιέξοδο της ζωής τους έρχεται στην επιφάνεια  όλη η βρωμιά που κρύβεται κάτω από το πέπλο της φαινομενικά καλής οικογένειας.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 ΜΑΙΟΣ
"ΓΕΡΟΣ ΤΥΦΛΟΣ ΠΟΥ ΜΕ ΜΕΤΡΑΕΙ ΜΕ ΤΟ ΚΑΝΤΑΡΙ
                    ΜΕ ΣΠΡΩΧΝΕΙ ,ΠΕΦΤΩ ΣΤΑ ΒΑΘΙΑ ΝΑ ΚΟΛΥΜΠΗΣΩ
                    ΜΕΣ ΣΤΗΣ  ΖΩΗΣ ΤΗΝ ΑΓΡΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ ΑΝ ΛΥΓΙΣΩ
                    ΣΤΕΡΙΑ ΔΕ ΘΑ ΒΡΩ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕ ΠΑΕΙ."
                                                                         
                                                                             ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΦΙΝΑΣ

    
Στις δέκα το πρωί της ίδιας μέρας ο Σπύρος έμπαινε στο μαγαζί της Ελισάβετ. Εκείνη μόλις τον είδε τον αγκάλιασε και τον φίλησε.
-Ήρθα να μου φτιάξεις ένα καφέ αγάπη μου. Θα το κάνεις αυτό για μένα;- Της είπε γλυκά εκείνος.
-Μα και βέβαια μωρό μου. Είναι ευκαιρία να πιω και εγώ. Από το πρωί καθαρίζω τα ράφια και δεν πρόλαβα. Εσύ που χάθηκες; Έχω λίγες μέρες να σε δω.-
-Ελισάβετ βρήκα τον δολοφόνο του Σωτήρη. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε βρίσκεται στα χέρια της δικαιοσύνης.- Της είπε σταθερά εκείνος  ανάβοντας τσιγάρο. Η Ελισάβετ έμεινε να τον κοιτάζει σα χαζή.
-Μα……….Πότε;…….Ποιος είναι;……….Και να μη μου πεις το παραμικρό;- Του απάντησε εκείνη και κάθισε δίπλα του.
-Σε είχα ενημερώσει πως θα παίζαμε ένα θέατρο. Για αυτό και αφήσαμε να διαδοθεί πως τελικά πιάστηκε ο Στέφανος για τον φόνο του Σωτήρη. Το δόλωμα  έπιασε τελικά το μεγάλο ψάρι. Θα μπορούσα να στο έλεγα με πιο ήπιο τρόπο , αλλά με ξέρεις τώρα. Δεν έχω καλούς τρόπους. Πιστεύω πως αν είναι να ειπωθεί κάτι πρέπει να λέγεται όπως είναι , χωρίς φρου-φρου και αρώματα.- Είπε και τίναξε την στάχτη του τσιγάρου στο τασάκι. Η Ελισάβετ δεν  του απάντησε. Έφτιαξε τους καφέδες και τους ήπιαν σιωπηλά.
-Και δεν θα μου πεις ποιος είναι;-
-Όχι. Θα ήθελα όμως μια μεγάλη χάρη. Θέλω να καλέσεις όλη την οικογένεια. Τα πρώτα σου ξαδέρφια , την δεύτερη ξαδέλφη σου την Λίνα , τους θείους και τις θείες σου. Θέλω να τους μιλήσω.-
-Και τι θα τους πεις;-
-Πως έγιναν όλα αυτά. Με ποια σειρά διαδραματίστηκαν τα γεγονότα και τι συμφέρον είχε ο δολοφόνος από το θάνατο του Σωτήρη. Δε θα μου χαλάσεις το χατίρι;-
-Όχι βέβαια. Καλύτερα να βρεθούμε στο δικό μου σπίτι. Τι ώρα και πότε;-
-Αύριο το απόγευμα. Γύρω στις έξι είναι καλά. Είναι Κυριακή και κανείς δε δουλεύει. Θα έχουμε αρκετό χρόνο για να μιλήσουμε. Όμως ως αύριο το απόγευμα δε θα πεις σε κανέναν ότι πιάστηκε ο δολοφόνος. Δεν άφησα να διαρρεύσει τίποτα έξω από τους τέσσερις τοίχους της αστυνομίας. Θα τους πεις πως τους καλώ εγώ , έτσι για να μιλήσουμε. –
-Εντάξει Σπύρο. Θα κάνω ότι  μου είπες. Απόψε το βράδυ θα έρθεις σπίτι για φαγητό;-
-Δεν θα το έχανα με τίποτα. Το ξέρεις πως λατρεύω τη μαγειρική σου.- Της απάντησε εκείνος την φίλησε και έφυγε από το μαγαζί. Η Ελισάβετ άρχισε να παίρνει τα ξαδέρφια και τις θείες της στο τηλέφωνο. Μέσα σε μισή ώρα είχε κανονίσει τα πάντα.
Ο Σπύρος οδηγούσε προς το διαμέρισμα του Παύλου. Μόλις έφτασε  έξω από την πολυκατοικία μπήκε μέσα και ανέβηκε  ως τον τρίτο όροφο. Χτύπησε το κουδούνι και περίμενε. Ο Παύλος άνοιξε αμέσως την πόρτα.
-Κύριε αστυνόμε; Εσείς εδώ; ……. Ο θεέ μου. Η Σοφία. Έπαθε κάτι η Σοφία;- Του απάντησε τρελός από την αγωνία και ο Μάντεκας πέρασε στο εσωτερικό του διαμερίσματος.
-Κύριε Πράτη ηρεμίστε. Όλα είναι μια χαρά.- Τον καθησύχασε εκείνος.
-Τι να ηρεμίσω κύριε Μάντεκα; Από εχτές το απόγευμα που η Σοφία πήγε να επισκεφτεί μια φίλη της , δεν έχει δώσει σημεία ζωής. Το κινητό της είναι κλειστό. Δεν την βρίσκω πουθενά. Και τώρα βλέπω εσάς μπροστά μου. Τι άλλο να σκεφτώ; Πως είχε κάποιο ατύχημα και σκοτώθηκε.-
-Πότε είπατε πως έφυγε από εδώ;-
-Χτες. Χτες κατά τις εφτά παρά τέταρτο.-
-Σε ποια φίλη της είπε πως θα πήγαινε;-
-Δε μου ανέφερε το όνομα της. Μου είπε πως θα έπιναν ένα καφέ  και σε δυο ώρες θα γυρνούσε πίσω. Είχα και εγώ δουλειά. Διόρθωνα κάποια τεστ. Αλλά καθίστε. Τόση ώρα είσαστε όρθιος.- Του είπε εκείνος ευγενικά και ο Σπύρος διάλεξε μια πολυθρόνα του καθιστικού.
-Κύριε Πράτη πόσο καιρό είσαστε με την Σοφία;-
-Λίγους μήνες. Αγαπηθήκαμε όμως πολύ γρήγορα. Βέβαια εκείνη είναι παντρεμένη ακόμα , αλλά έχει κινήσει τις διαδικασίες του διαζυγίου. Δε μου είπατε όμως. Είναι καλά; Γιατί δεν ήρθε σπίτι. Είχα ήδη αποφασίσει να πάω στην αστυνομία για να την ψάξουν. Με προλάβατε με την επίσκεψη σας.-
-Είναι καλά κύριε Πράτη , αλλά δυστυχώς για εκείνη και ευτυχώς για εσάς , δεν θα έρθει ποτέ σε αυτό το σπίτι , η σε κάποιο άλλο.-
-Τι μου λέτε τώρα; Θα τρελαθώ. Έφυγε δηλαδή; Μα γιατί; Θα παντρευόμασταν.-
-Όχι κύριε Πράτη. Δεν έφυγε. Απλά μετακόμισε .-
-Που; Σε άλλη χώρα;-
-Όχι , όχι. Πιο κοντά. Στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού , προς το παρόν , γιατί μετά δε ξέρω που θα την μεταφέρουν.- Απάντησε κυνικά ο Σπύρος και ο Παύλος έμεινε άναυδος.
-Στη φυλακή;…………Η Σοφία στη φυλακή; Δηλαδή τώρα αυτό είναι αστείο; Για ποιο παράπτωμα τη βάλατε πίσω από τα κάγκελα;-
-Για τον φόνο του Σωτήρη , και για απόπειρα δολοφονίας που προηγούμενου από εσάς εραστή της. Του Γιάννη. Βέβαια εσείς δεν έχετε ιδέα για όλα αυτά.- Συνέχισε ψυχρά ο Σπύρος. Ο Παύλος δεν μπορούσε να πιστέψει αυτά που άκουγε. Το πρόσωπο του είχε κιτρινίσει.
-Η Σοφία σκότωσε τον Σωτήρη;-
-Ναι αυτή. Είχε τους λόγους της. Τα λεφτά του πατέρα σας. Του φυσικού σας πατέρα κύριε Πράτη. Του Αλέκου Ρέικο. –
-Και γιατί σκότωσε τον Σωτήρη; Θα μπορούσε να σκότωνε εμένα.-
-Μα κύριε Πράτη εσάς σας χρειαζόταν. Από την στιγμή που ο πρωτότοκος αδερφός σας θα έβγαινε από τη μέση , θα έριχνε τα ερωτικά της δίχτυα σε εσάς και μετά το γάμο σας θα είχε όσα λεφτά ποθούσε η ψυχή της. Ήταν ένα πολύ διαβολικό σχέδιο. Εκείνη δε θα φαινόταν πουθενά. Σαν ύποπτο θα πιάναμε τον Στέφανο μιας και οι δυο άντρες είχαν ερωτικό δεσμό. Είχε βρει τα πάντα για εσάς. Ίσως από καθαρή τύχη. Κανείς δεν ήξερε για το παρελθόν σας. Ούτε εσείς το γνωρίζατε. Η Σοφία ήταν μια πολύ έξυπνη γυναίκα που τα είχε σχεδιάσει όλα πολύ μεθοδικά. Μόνο που δεν ήξερε πως θα αναλάμβανα εγώ την υπόθεση. Λυπάμαι κύριε Πράτη , αλλά η γυναίκα που διαλέξατε να αγαπήσετε είναι μια στυγνή δολοφόνος.-
-Δηλαδή όλα ήταν ένα καλοστημένο θέατρο;-
-Μια τέλεια παράσταση , αλλά ήταν και η τελευταία που έπαιξε η Σοφία.-
-Και όλα αυτά πίσω από την πλάτη μου; Και να μην έχω καταλάβει τίποτα;-
-Κύριε Πράτη η ανθρώπινη φύση έχει πολλές παραμέτρους. Ο κάθε άνθρωπος  είναι μια ξεχωριστή οντότητα. Αυτό όμως που δεν  αλλάζει  είναι το καλό και το κακό που υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο. Στη Σοφία υπερίσχυσε το κακό στον ψυχικό της κόσμο. Δεν είχε αναστολές. Δεν είχε αισθήματα. Δε φοβόταν τίποτα και πίστευε πως ήταν πολύ –πολύ έξυπνη. Αυτή η σιγουριά ήταν που την πρόδωσε. Όποιος νομίζει πως έχει το αλάθητο , πως είναι υπεράνθρωπος , πως εκείνος είναι πάνω από όλους , κάτι σαν το θεό για παράδειγμα , στο τέλος γκρεμίζεται στα τάρταρα. Προσπαθήστε να δείτε την θετική πλευρά όλων αυτών που μάθατε σήμερα. Αν αυτή η γυναίκα δεν είχε πιαστεί , θα την παντρευόσασταν και στο μέλλον θα σας έβγαζε από την μέση με κάποιο τρόπο. Γιατί αυτό θα έκανε. Τέτοιοι χαρακτήρες  τα θέλουν όλα δικά τους. Νομίζετε πως θα σταματούσε στον ένα φόνο; Θα  μάθετε τα πάντα γύρω από τις κινήσεις αυτής της γυναίκας κύριε Πράτη αν έρθετε αύριο στις έξι το απόγευμα στο σπίτι της Ελισάβετ. Ελπίζω να μη σας πειράζει το γεγονός πως εκεί θα βρίσκεται όλη της η οικογένεια. Έχω ζητήσει απ’ όλους να παραβρίσκονται εκεί , γιατί θα τους ενημερώσω για  τις ενέργειες και τα στοιχεία που μάζεψα , για την Σοφία.-
-Ναι. Θα το ήθελα πολύ. Πρέπει να μάθω. Έχω ανάγκη να μάθω.- Απάντησε στεναχωρημένος εκείνος.
-Σήμερα δεν ήρθα μόνο για αυτό κύριε Πράτη. Έχω αφήσει μια δουλειά στη μέση. Εδώ και μήνες βρίσκεται σε αυτή την πόλη ο φυσικός σας πατέρας. Θέλει να σας γνωρίσει. Και φαντάζομαι πως το θέλετε και εσείς. Σας έχω μιλήσει για το παρελθόν σας που για χρόνια αγνοούσατε. Ο Αλέκος Ρέικο μας περιμένει στο ξενοδοχείο του. Είναι μια ευκαιρία να ξαναρχίσετε τη ζωή σας από την αρχή και εκείνος να αποχτήσει ξανά το γιο που του στέρησε η ζωή. Ο Σωτήρης  , ο αδερφός σας χάθηκε , αλλά εσείς ζείτε. Λοιπόν; Τι λέτε; -
-Θα το ήθελα με όλη μου τη ψυχή κύριε Μάντεκα .-

Το Βράδυ της ίδιας μέρας ο Σπύρος έτρωγε στο σπίτι της Ελισάβετ. Οι δυο τους αμίλητοι απολάμβαναν το φαγητό και έπιναν κόκκινο κρασί.
-Ήταν εξαιρετικό Ελισάβετ.-
-Αισθάνομαι καλά μου το λες αυτό.-
-Ελισάβετ θέλω  να σου μιλήσω.-
-Για ποιο θέμα;-
-Για μένα.-
-Δε χρειάζεται να μάθω τίποτα Σπύρο. Μου φτάνει που σε αγαπώ.-
-Και εγώ σε αγαπώ , αλλά πρέπει να με αφήσεις να σου μιλήσω για μένα. Για το παρελθόν μου. Αν είναι να συνεχίσουμε δεν θέλω μυστικά ανάμεσα μας.- Της είπε και εκείνη τον άφησε να μιλήσει. Ο Σπύρος ξεκίνησε την εξιστόρηση των γεγονότων που σημάδεψαν τη ζωή του. Η Ελισάβετ τον  άκουγε με προσοχή. Ο ψυχικός πόνος του Σπύρου που τον κουβαλούσε από οχτώ χρονών παιδί ήταν αβάσταχτος για τους λεπτούς ώμους της Ελισάβετ. Όταν μετά από λίγη ώρα ο Σπύρος μπόρεσε να πάρει μια ανάσα η Ελισάβετ του είπε.
-Και την βλέπεις ακόμα την Αρετή;-
-Ναι. Πολύ συχνά. Όχι μόνο όταν κοιμάμαι , αλλά και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Πιο πολύ την βλέπω όταν έχω λύσει κάποιο φόνο και έχω πιάσει τον δράστη. Νομίζω πως θα με στοιχειώνει για πάντα.
-Το βρίσκω λογικό. Ήταν η αδερφή σου. Την αγαπούσες. Δεν είχες άλλον πέρα από αυτήν για να μιλήσεις και να εμπιστευτείς. Και χάθηκε με βάναυσο τρόπο. Και μετά αφιερώθηκες στη δουλειά σου. Και είναι εκείνη η δουλειά που σου καλύπτει το κενό της Αρετής. Εγώ δεν ήρθα στη ζωή σου Σπύρο για να πάρω τη θέση της. Αυτή δεν θα την πάρει κανείς  στην καρδιά σου. Είμαι εδώ γιατί σε αγαπώ και αν με θες θα μείνω.-
-Η δουλειά μου Ελισάβετ είναι μια ανθρωποφάγος. Επικίνδυνη. Έχει πολύ τρέξιμο και άγχος. Θα την αντέξεις;-
-Από τη στιγμή που μπορείς εσύ θα τα καταφέρω και εγώ.- Του απάντησε εκείνη και τον φίλησε.

  
Η επόμενη μέρα είχε ξημερώσει μουντή από τα μαύρα σύννεφα που είχαν γεννηθεί στον ουρανό. Ήταν  Κυριακή. Ο  καιρός ήταν ζεστός , αλλά ήταν και βροχερός. Η Ελισάβετ  είχε σηκωθεί από τις εφτά το πρωί για να ετοιμάσει και να καθαρίσει το σπίτι. Κοίταξε το ρολόι της. Είχε περάσει ήδη μια ώρα. Βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε τη θάλασσα. Η Λώρα ήρθε και τρίφτηκε στα πόδια της. Η Ελισάβετ την πήρε αγκαλιά και την φίλησε στο κεφάλι. Η γάτα την έγλυψε στο πρόσωπο και εκείνη την έσφιξε επάνω της με αγάπη. Μπήκε μέσα στο σπίτι και την άφησε στον καναπέ. Η γάτα έπλυνε τη γούνα της και βυθίστηκε σε ένα ήρεμο ύπνο. Απ’ έξω άρχισε να βρέχει.
Όταν η ώρα πήγε έξι το απόγευμα εκείνης της ημέρας όλη η οικογένεια και τα πρώτα ξαδέρφια είχαν μαζευτεί στο σαλόνι της Ελισάβετ. Σαν καλή οικοδέσποινα εκείνη είχε φτιάξει καφέδες και τσάι για τους καλεσμένους της , και τα είχε συνοδεύσει με βουτήματα , κέικ σοκολάτας και σάντουιτς. Ο Σπύρος Μάντεκας έφτασε  δέκα λεπτά μετά τις έξι , συνοδευμένος από τον Ρέικο  τον Παύλο. Η Ελισάβετ τους καλοδέχτηκε και έκανε τις συστάσεις στην οικογένεια. Μετά κάθισε δίπλα στον Στέφανο και τον Γιώργο , ενώ ο Σπύρος αφού ήπιε τον καφέ του σηκώθηκε όρθιος και πήρε τον λόγο.
-Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω που δεχτήκατε την πρόσκληση μου για να βρεθούμε όλοι μας εδώ. Η πρόσκληση  μου έχει συγκεκριμένο σκοπό. Η δουλειά μου σε αυτή την πόλη τελείωσε. Από την Παρασκευή το βράδυ ο δολοφόνος του Σωτήρη βρίσκεται στα χέρια της δικαιοσύνης.- Τους είπε και στο σαλόνι ακουστήκανε ανακατεμένες οι φωνές των παραβρισκόμενων. Όλοι μιλούσαν αναμεταξύ τους. Για λίγο επικράτησε ένα μικρό χάος , αλλά ο Σπύρος επενέβη την κατάλληλη στιγμή.
-Όπως λοιπόν έλεγα και θα σας παρακαλέσω να σταματήσετε να μιλάτε μεταξύ σας , ο δολοφόνος είναι στα χέρια της αστυνομίας. Αυτή η υπόθεση με ταλαιπώρησε για πολλούς μήνες. Και αυτό γιατί αυτός που διέπραξε το φόνο δεν μπορούσε να συνδεθεί με αυτόν. Φαινομενικά έδειχνε να είναι ένα έγκλημα μίσους. Ο Σωτήρης δεν ήταν καλό παιδί. Εκβίαζε τον Στέφανο να συνδεθούν ξανά ερωτικά. Στο παρελθόν είχαν υπάρξει εραστές.- Ο Μάρκος έριξε μια ματιά στο γιο του. Εκείνος έσκυψε το κεφάλι του.
-Όταν λοιπόν έγινε ο φόνος οι υποψίες έπεσαν στον Στέφανο.- Ο Γιώργος κράτησε το χέρι του αγαπημένου του. Εκείνος τον κοίταξε με αγάπη.
-Ο Στέφανος ήταν ο μόνος που είχε συμφέρον να βγάλει τον Σωτήρη από τη μέση.- Συνέχισε λέγοντας ο Σπύρος κοιτάζοντας τον Στέφανο.
-Κύριε Μάντεκα συγγνώμη που για την παρέμβαση, αλλά οφείλετε να μας πείτε ποιος σκότωσε τον Σωτήρη.- Είπε ο Μάρκος.
-Από αύριο θα το ξέρουν οι πάντες στην πόλη. Δεν θα σας το κρύψω. Είναι η Σοφία Αστρίτη.- Απάντησε εκείνος και ο Βασίλης έκρυψε το πρόσωπο με τα χέρια του.
-Μα πως είναι δυνατόν ; Μια γυναίκα; Η Σοφία; Η Σοφία είναι η δολοφόνος του άντρα μου;- Πετάχτηκε λέγοντας  η Λίνα. Οι υπόλοιποι είχαν μείνει άναυδοι  από την αποκάλυψη αυτή. Ο Ιάσωνας κοιτούσε την Έλενα, ο Στέφανος τον Γιώργο και η Αγγελική τον Μάντεκα. Οι μόνοι που φαινόντουσαν ψύχραιμοι ήταν ο Αλέκος με τον Παύλο.
-Για να κάνει τον φόνο η Σοφία θα πρέπει να είχε ένα πολύ σοβαρό λόγο.- Απάντησε στον Σπύρο η Αγγελική.
-Μα είχε. Τα λεφτά. Είναι ο πιο σοβαρός λόγος για να τελέσει κάποιος ένα έγκλημα.-
-Είπατε τα λεφτά. Ποια λεφτά; Ο Σωτήρης έπαιρνε ένα μισθό. Δημόσιος υπάλληλος ήταν όχι  εκατομμυριούχος.- Είπε μπαίνοντας στην κουβέντα η Βούλα.
-Θα σας τα εξηγήσω όλα. Ακούστε με προσεχτικά λοιπόν και θα καταλάβεται. Θα σας πάω αρκετά χρόνια πίσω. Σχεδόν τριάντα πέντε με τριάντα έξι. Ήταν τότε που ο Αλέκος Ρέικο και η γυναίκα του η Ελπίδα αποφάσισαν να χωρίσουν. Είχαν ένα γιο πέντε χρόνων τον Σωτήρη. Η Ελπίδα όμως ανακαλύπτει πως είναι έγκυος σε ένα δεύτερο παιδί. Για τους δικούς της λόγους δε το λέει στον Αλέκο. Γεννά το παιδί στην Αθήνα  και το παραδίδει στα χέρια μιας πολύ καλής φίλης. Της Ρίας Μεντράνη. Η εν λόγο κυρία ήταν νοσοκόμα σε ένα ορφανοτροφείο. Η Ελπίδα την παρακαλεί να παραδώσει το παιδί στο ίδρυμα και να φροντίσει να δοθεί για υιοθεσία. Η Μεντράνη της το υπόσχεται και η Ελπίδα φεύγει στον Καναδά. Η συμφωνία των δυο γυναικών έλεγε πως η Μεντράνη θα ήταν μπροστά σαν μάρτυρας , όταν το παιδί θα δινόταν σε ανάδοχους γονείς και θα μάθαινε ποιοι τον υιοθέτησαν για να ξέρει ανά πάσα στιγμή που να το βρει. Δεν ήθελε η Ελπίδα με κανένα τρόπο να χαθούν τα ίχνη του παιδιού.  Με το που η υιοθεσία πραγματοποιείται η Μεντράνη στέλνει στον Καναδά αντίγραφα της πράξης για να γνωρίσει η Ελπίδα το όνομα και το επώνυμο των ανάδοχων γονιών. Και εκεί κλείνει αυτό το κεφάλαιο. Στην Ελλάδα τώρα ο Σωτήρης μεγαλώνει  με τη γιαγιά του και καθώς ενηλικιώνεται κόβει κάθε δεσμό με τον πατέρα του που ως τότε ζει στην Γαλλία απασχολημένος με τις επιχειρήσεις του. Η μητέρα του τον έχει ξεχάσει και ο πατέρας του τον βλέπει μια φορά το χρόνο. Το παιδί μισεί θανάσιμα τους γονείς του. Αλλάζει το επώνυμο του με το πατρικό της μητέρας του   και το κάνει από Ρέικο σε  Δρέζης. Ο Σωτήρης παλεύει μόνος του. Σπουδάζει και πιάνει δουλειά σε μια τράπεζα. Με τα χρόνια και την καλή του διαγωγή θα γίνει διευθυντής. Οι ερωτικές του προτιμήσεις στρέφονται γύρω από τους άντρες. Κάποια στιγμή θα γνωρίσει τον Στέφανο. Για λίγο καιρό θα κάνουν σχέση. Μετά όμως ο Στέφανος θα γνωρίσει τον Γιώργο , θα ερωτευθούν και θα αποφασίσουν να ζήσουν μαζί. Ο Σωτήρης δε μπορεί να δεχτεί την απόρριψη. Σε όλη του τη ζωή νιώθει προδομένος από τους άλλους και πιο πολύ από την οικογένεια του. Έτσι βάζει σκοπό της ζωής του να ξανακερδίσει τον Στέφανο. Αρχίζει να μαθαίνει τα πάντα για την οικογένεια του και τους συγγενείς. Κρυφά κινείται με γρήγορους ρυθμούς και θα εντοπίσει μια δεύτερη ξαδέλφη του Στέφανου , την Λίνα που είναι αδέσμευτη και πολύ όμορφη. Την πολιόρκησε και την κατάφερε να τον παντρευτεί , αν και δεν νομίζω πως θα μπορούσε να του αντισταθεί καμιά γυναίκα. Ήταν ένας πολύ γοητευτικός άντρας. Έτσι απόχτησε το εισιτήριο για να μπει στην οικογένεια σας. Θα μάθαινε με αυτό τον τρόπο όλες τις κινήσεις του Στέφανου. Για λίγα χρόνια όμως ο Σωτήρης δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα. Η δουλειά του τον μετέθεσε δε μια επαρχιακή πόλη. Εκεί ο Σωτήρης πνίγεται. Πείθει την Λίνα να νοικιάσουν σπίτι στην γενέτειρα πόλη της όπου βρίσκονται οι γονείς , η αδερφή της και το σόι της , αλλά και επειδή εκεί έχει γυρίσει ο Στέφανος για να αράξει για πάντα. Παίρνει λοιπόν ξανά μετάθεση και η Λίνα αφήνει το μαγαζί που έχει ανοίξει εκεί και γυρίζουν εδώ. Σε αυτή την παραλιακή πόλη με την θάλασσα να γλείφει την στεριά και τα ψαροκάικα να ανοίγονται κάθε πρωί στο πέλαγος. Ο Σωτήρης αμέσως με το που φτάνει εδώ καταστρώνει το σχέδιο του. Ζώντας στο ίδιο χώρο με τον πρώην εραστή του , μπορεί πια να  ζητήσει αυτό που τόσο καιρό είχε στερηθεί. Την ερωτική τους συνεύρεση. Αρχίζει να τον πολιορκεί και συγχρόνως να τον εκβιάζει πως θα τα πει όλα στο Γιώργο , ο οποίος δεν έχει ιδέα για τον παλιό τους δεσμό. Ο Στέφανος όμως είναι αποφασισμένος να τελειώνει μια και καλή με τον Σωτήρη.  Εξομολογείται τα πάντα στο Γιώργο. Εκείνος θα μείνει στο πλευρό του και θα προσέχει την κάθε κίνηση του Σωτήρη. Αλλά ο Σωτήρης είναι σκληρό καρύδι. Μια νύχτα που ο Στέφανος έκανε μπάνιο μόνος του στην παραλία , κάτω από το σπίτι του , θα καταφέρει να τον χτυπήσει στο  κεφάλι  και όταν εκείνος χάσει τις αισθήσεις του , να τον βιάσει.- Η Αθηνά με τον Κώστα κοίταξαν με συμπόνια τον ανιψιό τους.  Η Αγγελική γύρισε και κοίταξε τον Μάρκο. Εκείνος έδειχνε απόλυτα ήρεμος.
-Μη έχοντας άλλη λύση ο Στέφανος όταν συνέρχεται θα προσπαθήσει να παίξει θέατρο στον Σωτήρη. Του λέει ψέματα πως θα ήθελε να συνεχίσουν την παλιά τους σχέση και του προτείνει να πιούνε για να το γιορτάσουν. Είναι η στιγμή που ο Στέφανος έχει αποφασίσει να σκοτώσει τον εκβιαστή του.- Είπε ο Σπύρος και ο Στέφανος τον κοίταξε στα μάτια κάτι που δεν είχε κάνει όλη την ώρα που μιλούσε ο αστυνόμος.
-Δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Τότε δεν ήμουν σε θέση να σκεφτώ λογικά.- Απάντησε ο Στέφανος στην ομήγυρη.        
-Και όμως επικράτησε η λογική σου. Έβαλες τα χέρια σου γύρω από το λαιμό του , την ώρα που ο Σωτήρης έπεφτε αναίσθητος από το ποτό. Τα έσφιξες με δύναμη , αλλά σταμάτησες αμέσως. Δεν μπορούσες να τον σκοτώσεις. Δεν ήσουν φονιάς. Έτσι ο Στέφανος σέρνει τα βήματα του ως το σπίτι και πέφτει για ύπνο , αφήνοντας τον Σωτήρη να κοιμάται στην παραλία .- Ο Σπύρος  ζήτησε ακόμα ένα φλιτζάνι καφέ από την Ελισάβετ και κάθισε για λίγο. Άναψε τσιγάρο και τους κοίταξε όλους. Η Αθηνά του είπε.
-Και όμως κύριε Μάντεκα δεν βλέπω την εμπλοκή της Σοφίας σε αυτή τη σκηνή.-
-Δεν έχω τελειώσει ακόμα την διήγηση μου. Θα χρειαστεί να κάνετε λίγη υπομονή ακόμα.- Της απάντησε εκείνος ευγενικά και η Αθηνά του χαμογέλασε. Πίνοντας λίγες γουλιές από τον καφέ του ο Σπύρος σηκώθηκε και πάλι όρθιος. Βηματίζοντας πάνω κάτω στο δωμάτιο συνέχισε την ιστορία του.
-Ένα τρίτο άτομο παρακολουθούσε τους δυο άντρες , που νόμιζαν πως ήταν μόνοι τους στην παραλία. Και ας έρθουμε τώρα στο κεφάλαιο Σοφία. Η Σοφία λοιπόν γεννήθηκε σε αυτή την πόλη από δυο ανθρώπους που έτυχε να παντρευτούν , και να αποχτήσουν δυο παιδιά. Εκείνη και τον αδερφό της. Και λέω έτυχε να παντρευτούν  , γιατί με την ψυχρότητα και την μιζέρια τους , δημιούργησαν ένα βαθύ χάσμα  στον ψυχικό κόσμο της. Δεν ήταν φτωχοί , αλλά ούτε και πλούσιοι. Ο πατέρας είχε αρκετά χτήματα στην πόλη και λίγα ακίνητα , αλλά δυστυχώς δεν ήθελε να τα αποχωριστεί με τίποτα. Ήταν ένας στεγνός και αδιόρθωτος τσιγκούνης. Ένας άνθρωπος που ποτέ δεν είπε μια καλή κουβέντα στη γυναίκα του , που με τη σειρά της αναγκάστηκε να υπακούει στη θέληση του. Η παιδική ζωή της Σοφίας ήταν φτωχική και στερημένη πρώτα από την αγάπη και μετά από τα υλικά αγαθά. Ποτέ δεν είχε λεφτά στην τσέπη της. Τελείωσε το σχολείο , μπήκε στο πανεπιστήμιο και με πολύ φτώχια κατάφερε να το τελειώσει. Η αγάπη της για το χρήμα θα πρέπει να σχηματίστηκε από τις κακουχίες στο οικογενειακό περιβάλλον.  Μεγαλώνοντας σκεφτόταν πως θα αποχτήσει πολλά λεφτά. Ο Βασίλης ήταν ο ιδανικός σύντροφος. Ήταν εργένης χωρίς γονείς και αδέρφια , διέθετε ακίνητη περιουσία και είχε δική του επιχείρηση. Μπήκε στο δρόμο του και τα κατάφερε να την ερωτευθεί. Της έφτιαξε το φροντιστήριο για να δουλέψει και μέσα από αυτό η Σοφία να αποχτήσει τα δικά της λεφτά.  Αλλά ο Βασίλης δεν ήταν ο ιδανικός εραστής. Εκείνη προτιμούσε τους βίαιους άντρες που μιλούσαν βρώμικα. Αυτός που της ταίριαζε ήταν ο Γιάννης , ο φίλος του Ιάσωνα. Μετά τον γάμο της με τον Βασίλη έμπλεξε μαζί του. Και ως τότε η Σοφία ήταν ευτυχισμένη. Η μανία της για το χρήμα όμως εξακολουθούσε να φουντώνει. Ένιωθε ασφάλεια μόνο αν είχε πολλά λεφτά. Ο Βασίλης της αγόραζε συχνά  γούνες , κοσμήματα , τσάντες , αξεσουάρ. Η Σοφία δεν τρελαινόταν για αυτά. Είχε κρατήσει κάποια , και τα άλλα τα πουλούσε σε ένα μαγαζί στην Αθήνα. Σε μια ποντικότρυπα , κάπου στην Αθήνα. Το γνώριζε αυτό το μέρος  από τότε που ήταν φοιτήτρια. Για να εξοικονομήσει λίγα χρήματα πουλούσε κρυφά τα κοσμήματα της μητέρας της. Εκείνη δε τα φορούσε ποτέ  και έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να ανακαλύψει την κλοπή. Θα αναρωτηθείτε που τα έμαθα όλα αυτά. Είχε κάνει το λάθος να τα πει στον Γιάννη και εκείνος θυμωμένος που τον είχε χωρίσει ήρθε στην αστυνομία και μου τα είπε. Αν δεν υπήρχε ο Γιάννης ίσως να μην είχα συνδέσει ποτέ την Σοφία με το έγκλημα. Το μαγαζί λοιπόν αυτό ήταν ιδιοκτησία κάποιου Μενέλαου Βράχου. Μούτρο μεγάλο. Η Σοφία τον ήξερε καλά και πήγαινε πολύ συχνά σε αυτόν. Μάλιστα τα έπιναν και μαζί. Ο γέρος ύστερα , άρχιζε να λέει ιστορίες , για διάφορους πελάτες που ερχόντουσαν στο μαγαζί. Ήξερε για τον καθένα από μια προσωπική ιστορία να διηγηθεί. Και εδώ έρχεται ο παράγοντας τύχη. Η  μάλλον ζωή , γιατί αυτή στήνει τα πιο παράξενα παιχνίδια. Η Ρία Μεντράνη πήγαινε στο ίδιο μαγαζί για να δώσει ενέχυρο πολλές φορές τα κοσμήματα που είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά της. Ο άντρας της Μεντράνη είχε πάθος με την χαρτοπαιξία. Αρκετές φορές δεν τα έβγαζαν πέρα γιατί είχαν και τρία παιδιά. Η Μεντράνη δεν θα έλεγε ποτέ το μυστικό της φίλης της σε ξένους. Στον άντρα της όμως το είχε πει. Και ήταν εκείνος που χωρίς να το ξέρει εκείνη πήγαινε στον Μενέλαο για να τα πιει. Μετά τα χαρτιά ο άντρας της Ρίας το είχε ρίξει στο ποτό. Ο Μενέλαος ήταν γερό ποτήρι και του άρεσε να πίνει πάντα με παρέα. Σε μια λοιπόν από αυτές τις συναντήσεις ο άντρας της Μεντράνη του είπε την ιστορία του Ρέικο. Ο Μενέλαος την βρήκε ενδιαφέρουσα και μετά από χρόνια έτυχε να την πει και στη Σοφία. Ο κύκλος είχε κλείσει. Η Σοφία ακούγοντας το επίθετο του δεύτερου υιοθετημένου γιου του Ρέικο αναγνώρισε τον Παύλο. Ο Σωτήρης είχε αλλάξει το επίθετο του και είχε πάρει το πατρικό της μητέρας του. Δεν ήταν καθόλου δύσκολο να το βρει η Σοφία. Αμέσως κατέστρωσε στο μυαλό της το σχέδιο εξόντωσης του Σωτήρη. Το θέμα όμως ήταν πως θα έβγαζε τον Σωτήρη από τη μέση  χωρίς να την ανακαλύψει ποτέ η αστυνομία; Σε αυτό την βοήθησε ο παράγοντας τύχη. Έτυχε να ακούσει μια συνομιλία  του Στέφανου με τον Σωτήρη στο δάσος ένα βράδυ. Εκείνη είχε βγει με τον Γιάννη ραντεβού. Είχαν κάνει έρωτα και η Σοφία έκανε μια βόλτα ως τη θάλασσα. Άκουσε τους δυο άντρες να μαλώνουν και έστησε αυτί. Από την στιγμή που ο κρυφός δεσμός των δυο αντρών βγήκε στην επιφάνεια η Σοφία προχώρησε στην εφαρμογή της δολοφονίας. Άρχισε να παρακολουθεί στενά τις κινήσεις του Σωτήρη. Εκείνη την μοιραία νύχτα του φόνου παρακολούθησε τα πάντα και τις κινήσεις των δυο αντρών. Είδε τον Σωτήρη να κοιμάται αναίσθητος στην παραλία και τον Στέφανο να προσπαθεί να τον πνίξει. Μετά ο Στέφανος να το μετανιώνει και να φεύγει από την παραλία μεθυσμένος. Η Σοφία πλησίασε τον Σωτήρη και του έλιωσε το κεφάλι. Ήξερε πως την επόμενη θα έπιαναν τον Στέφανο σαν δράστη του φονικού. Ήταν ο μόνος ύποπτος. Οι δυο άντρες είχαν κάνει έρωτα και στο λαιμό του Σωτήρη υπήρχαν μώλωπες από τα χέρια του Στέφανου. Τα είχε σχεδιάσει όλα τόσο καλά. Μετά είχε σειρά ο Παύλος. Τον πλησίασε  και τον έκανε δικό της. Δυστυχώς δεν προέβλεψε τον παράγοντα ζήλεια. Ο Γιάννης με πληγωμένο τον εγωισμό του και όχι την αγάπη του για εκείνη  ,ήρθε μια μέρα στο γραφείο μου και με έκανε να δω την αλήθεια. Από την άλλη είχα στα χέρια μου ένα στοιχείο που δεν άφησα να διαρρεύσει. Αυτή η φωτογραφία εδώ , δείχνει ένα αχνό σημάδι στην άμμο. Είναι το σίγμα κεφαλαίο , αλλά ανάποδα. Μοιάζει αν το προσέξετε με το μι. Μπορεί κάποιος να το δει και ως λάμδα.- Τους είπε και η φωτογραφία πέρασε από χέρι σε χέρι.
-Το είχε σχηματίσει ο Σωτήρης λίγο πριν ξεψυχήσει. Υποδηλώνει τον δολοφόνο του. Στην  αρχή οι αστυνομικοί εδώ το συνέδεσαν με το όνομα του Στέφανου και θεώρησαν εκείνον ως δράστη. Δεν ήταν όμως έτσι. Το λάμδα θα μπορούσε να δείχνει την γυναίκα του την Λίνα ως δολοφόνο του. Τολμώ να πω ότι θεωρούσα τη Λίνα ως πιθανό δράστη.  Βέβαια δεν είχα αποκλείσει μέσα στο μυαλό μου την ιδέα να τον είχε σκοτώσει μια γυναίκα που το όνομα της να ξεκινούσε με το σίγμα. Και αυτό γιατί σύμφωνα με την γνώμη του ιατροδικαστή τα χτυπήματα θα μπορούσαν να είχαν γίνει από γυναίκα. Δεν είχαν μεγάλη δύναμη. Αλλά δεν είχα τον συνδετικό κρίκο που θα με οδηγούσε στην Σοφία. Φαίνεται όμως πως με βοήθησε και εμένα η τύχη ,  με όλες τις πληροφορίες που μου έδωσε ο Γιάννης και με το θέατρο που έπαιξε στην Σοφία πριν δυο μέρες στο σπίτι του. Του είχαμε βάλει πομπό και  όταν ήρθε εκείνη , μετά από τον εκβιασμό που της έκανε , για να μιλήσουν  , μπόρεσε να  της αποσπάσει την ομολογία της για τον φόνο.- Είπε ο Σπύρος και κάθισε σε μια πολυθρόνα.
-Και είχαμε τόσα χρόνια αυτή τη γυναίκα στην οικογένεια μας;- Απάντησε με θλιμμένη φωνή η Ανθή.
-Πιστεύω πως το είχε βάλει σκοπό να σας καταστρέψει όλους.- Της απάντησε εκείνος.
-Νομίζω πως θα ξεράσω.- Ακούστηκε να λέει ο Βασίλης και έφυγε γρήγορα από το δωμάτιο. Μπήκε στο μπάνιο και έκανε εμετό.
-Θα πάω κοντά του.- Απάντησε η Έλενα .
-Αυτά ήταν συνταρακτικά γεγονότα. Φοβάμαι πως θα μας στοιχειώνουν για χρόνια. Κανείς μας δεν θα μπορέσει να ξεχάσει.- Συνέχισε η Ελισάβετ.
-Όχι. Το σωστό θα ήταν να μη ξεχαστούν , αλλά να μας θυμίζουν τα λάθη που κάναμε και τα μυστικά που κρύψαμε.- Της απάντησε η Αγγελική.
-Γιατί μπορούμε να τα θάψουμε για τους άλλους και εμείς να φορέσουμε τη μάσκα της αυτοπεποίθησης , αλλά η ζωή θα τα βρει και θα τα αναγκάσει να βγουν στην επιφάνεια. Πάντα υπάρχει κάποιο τίμημα για αυτά που λέμε , που ζητάμε , που μισούμε , που ονειρευόμαστε. – Είπε ανάβοντας τσιγάρο ο Στέφανος. Ο Σπύρος δε μίλησε. Προσπαθούσε να δει την μορφή της Αρετής. Σηκώθηκε όρθιος και πήγε στο παράθυρο. Το άνοιξε και κοίταξε έξω την βροχή που έπεφτε στην πόλη. Η Αρετή όμως δεν ήταν εκεί. Απογοητευμένος άναψε τσιγάρο και το άφησε να καίει ανάμεσα στα χείλη του. Η Ελισάβετ τον πλησίασε.
-Τι έχεις;-
-Δεν ξέρω. Αυτός ο καιρός με χαλά. Η βροχή είναι τόσο μελαγχολική. – Της απάντησε  και συνέχισε να  την κοιτά.
Λίγη ώρα μετά και ενώ όλοι οι συγγενείς είχαν φύγει ο Σπύρος καθόταν με την Ελισάβετ στον καναπέ. Εκείνη είχε καταλάβει πως κάτι πιο σοβαρό από την διάθεση του καιρού τον απασχολούσε. Τρύπωσε στην αγκαλιά του και είπε.
-Τι σε προβληματίζει; Είναι κάτι σχετικό με τη δουλειά;-
-Όχι. Όχι δεν έχει να κάνει με αυτήν. Έπιασα την δολοφόνο , εξήγησα τα πάντα στην οικογένεια σου και πιστεύω πως από σήμερα θα βρείτε την ψυχική σας γαλήνη και θα μπορέσετε να κοιτάξετε και πάλι μπροστά.-
-Τότε τι έχεις αγάπη μου;-
-Η Αρετή.-
-Τι συμβαίνει με εκείνη;-
-Δεν την είδα καθόλου σήμερα. Κάθε φορά που πιάνω τον δράστη , η Αρετή εμφανίζεται μπροστά μου. Είναι ευτυχισμένη που φέρνω σε πέρας την αποστολή μου. Δεν την είδα όμως καθόλου τις τελευταίες ώρες. Νοιώθω πολύ παράξενα για αυτό. Πώς να το αναλύσω το γεγονός;-
-Μήπως προσπαθεί να σου πει κάτι;-
-Δεν έχω ιδέα. Τι ακριβώς θέλει να κάνω;-
-Μη στεναχωριέσαι. Ότι και αν είναι θα στο δείξει.- Του απάντησε εκείνη και ο Σπύρος την φίλησε απαλά στα χείλη.

Στο σπίτι της Έλενας και του Ιάσωνα το ζευγάρι κουβέντιαζε ,όλα όσα είχαν μάθει νωρίτερα από τον Σπύρο Μάντεκα.
-Ακόμα δε μπορώ να το πιστέψω. Όλα αυτά είχαν γίνει μέσα στους κόλπους αυτής της οικογένειας και εμείς ζούσαμε ξέγνοιαστοι;- Ρώτησε νευριασμένος ο Ιάσωνας.
-Σε όλες τις οικογένειες τα ίδια και χειρότερα γίνονται. Γιατί να διαφέρει η δική μας;-
-Είσαι σοβαρή τώρα Έλενα; Δηλαδή έχουν  και άλλες δολοφόνους ,επίδοξους βιαστές και ομοφυλόφιλους της κακιάς  ώρας;-
-Τώρα εσένα ο Στέφανος σε πείραξε;-
-Όχι , αλλά είναι γνωστό πως από εκείνον ξεκίνησαν όλα. Αν δεν είχε γνωρίσει τον Σωτήρη , αν δεν είχε χωρίσει μαζί του , αν εκείνος δεν είχε παντρευτεί την Λίνα , για να μπορέσει να μπει στην οικογένεια , και τα λοιπά και τα λοιπά.-
-Είσαι άδικος Ιάσωνα. Σιγά τώρα μην αναλύουμε την κάθε μας κίνηση για να μη δώσουμε αφορμή σε μια δολοφόνο να διασπάσει την οικογένεια μας. Το μέλλον δεν μπαίνει σε καλούπι.- Του είπε εκείνη και τον φίλησε.

Δυο μέρες μετά η Έλενα και η Γιώτα ήταν ξαπλωμένες στο κρεβάτι της δεύτερης. Η ώρα ήταν εφτά το απόγευμα.
-Τώρα που ο αστυνόμος ξεδιάλυνε το τοπίο με την υπόθεση της δολοφονίας του Σωτήρη θα ηρεμίσουμε όλοι μας.- Είπε η Γιώτα κρατώντας στην αγκαλιά της την Έλενα.
-Φοβάμαι μήπως σκοτεινιάσει ξανά.- Της απάντησε εκείνη.
-Γιατί το λες αυτό;-
-Ξεχνάς πως υπάρχει ακόμα ένα μυστικό που ακόμα δεν έχει γίνει γνωστό;-
-Το δικό μας;-
-Ποιο άλλο Γιώτα;-
-Και λοιπόν; Τι θέλεις να γίνει;-
-Δεν θέλω να γίνει τίποτα , αλλά φοβάμαι. Δεν μπορώ να σκεφτώ πως θα σε χάσω.-
-Δεν θα με χάσεις. Το δικό μας μυστικό θα παραμείνει κρυμμένο.-
-Πως είσαι τόσο σίγουρη;-
-Δεν είμαι. Απλά πιστεύω πως η ζωή είναι με το μέρος μας. Δε θα μας προδώσει. Δεν έχει λόγο να το κάνει.-
-Ναι , σιγά μη μας φοβηθεί.-
-Όχι, αλλά έχει διαίσθηση. Ξέρει πως η αγάπη μας είναι αληθινή. Και η ζωή γυναίκα είναι. Μπορεί να καταλάβει.- Της απάντησε εκείνη και την φίλησε. Έξω ένα κίτρινο φεγγάρι έριχνε τις χρυσές του αχτίδες στην αλμυρή επιφάνεια της θάλασσας.

Ώρες αργότερα ο Σπύρος ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι της Ελισάβετ. Εκείνη κοιμόταν  δίπλα του ήρεμη. Ο Σπύρος κοίταζε το ταβάνι. Δεν τον έπαιρνε ο ύπνος. Κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο. Έδειχνε δυο μετά τα μεσάνυχτα. Σηκώθηκε απαλά για να μη την ξυπνήσει , ντύθηκε και βγήκε από το δωμάτιο. Διέσχισε τον διάδρομο που έβγαζε στην κουζίνα και από εκεί βγήκε στο μπαλκόνι. Η Λώρα τον ακολούθησε σιωπηλά. Ο Σπύρος την χάιδεψε και την πήρε στην αγκαλιά του. Κοίταξε το φεγγάρι και προσπάθησε να δει μέσα του την αδερφή του. Μετά κοίταξε τη θάλασσα και ευχήθηκε επιτέλους να δει  το πρόσωπο της Αρετής μέσα στο υγρό στοιχείο. Η Αρετή όμως δεν ήταν εκεί. Δυο δάκρυα κύλισαν στο πρόσωπο του , γιατί εκείνη τη στιγμή ο αστυνόμος Σπύρος Μάντεκας συνειδητοποίησε πως η Αρετή δεν θα ερχόταν ξανά. Η αδερφή του ήξερε πως επιτέλους μια άλλη γυναίκα θα έπαιρνε για πάντα την θέση της στην καρδιά του. Ήταν πια ο καιρός ο Σπύρος  να αφήσει πίσω του το παρελθόν που τον πλήγωνε και του στερούσε τον αέρα , για χρόνια. Η Αρετή θα μπορούσε πια να ξεκουραστεί στον αιώνιο ύπνο της. Σκουπίζοντας τα μάτια του ο Σπύρος ψέλλισε.
-Καλή αντάμωση αδερφούλα μου. Μια μέρα θα σε ξαναδώ και τότε θα σμίξουμε και δε θα χωρίσουμε ποτέ.- Κοίταξε τη θάλασσα για ακόμα μια φορά. Πήρε βαθιά ανάσα και με την γάτα ακόμα στην αγκαλιά του , πήγε στο κρεβάτι. Άφησε το ζώο πάνω στα σκεπάσματα και κοίταξε την Ελισάβετ με αγάπη. Χώθηκε μέσα την κράτησε μέσα στην  αγκαλιά του. Αμέσως βυθίστηκε σε ένα γλυκό ύπνο. Και τότε εμφανίστηκε η Αρετή. Με το ροζ φουστανάκι και τα καστανά της μαλλιά ,έσκυψε και φίλησε τον Σπύρο στο κεφάλι. Για λίγο κοίταξε το ζευγάρι που κοιμόταν ευτυχισμένο και χαμογέλασε. Ένα λευκό φως την περίελουσε και η Αρετή σηκώθηκε στον αέρα , για να χαθεί δευτερόλεπτα αργότερα στον ουρανό , ενώ το φεγγάρι της φώτιζε το δρόμο προς τον παράδεισο.     


                            ΚΑΤΕΡΙΝΑ .Π .ΚΟΦΙΝΑ
                                                        25\11\ 2007

 

Το βιβλίο αυτό είναι  εξαιρετικά αφιερωμένο στην μνήμη των παππούδων μου Αποστόλη  Φήμη και  Γιώργο  Κοφινά. Στην μνήμη του πατέρα μου Παναγιώτη Γεωργίου Κοφινά. Ελπίζω να είσαστε περήφανοι για μένα. Μεγάλωσα με τις δικές σας αξίες. Σας χρωστώ τα πάντα.
Στις υπέροχες φίλες μου που μου δίνουν την  αγάπη και την συμπαράσταση τους όλα αυτά τα χρόνια. Στις: Αγγελική Σοφρά, Έλλη Κορού, Έφη Μερκούρη, Νατάσα Μπερή. Η φιλία σας ήταν πάντα κοντά μου τις ώρες που δεν μπορούσα να δω στο σκοτάδι. 
Στην Χρύσα. Εσύ ήσουν η κινητήρια δύναμη που με ώθησε να γράψω. Ένα μόνο ευχαριστώ δεν θα μπορούσε να με καλύψει. Να είσαι πάντα καλά.
Στις φίλες μου Ελισάβετ Σπανού, Ελένη Μουτζούρη, Νικολέτα Πισκοπάνη,  Χαρά Μονιού, Έρη Μαυράκη. Στην φίλη συντηρήτρια έργων τέχνης Ελισάβετ Τζουμουσλή και στον μαρμαροτεχνίτη Νότη Γιανουλάτο. Όπως και σε  όλους τους εργαζόμενους στο μουσείο της Σαλαμίνας. Σας ευχαριστώ παιδιά για την αγάπη σας.    
Στον κολλητό μου φίλο και παλιό σημαθητή Παναγιώτη Βελτανισιάν που η βοήθεια και η καλή του γνώμη με στηρίζει πάντα και στην αγαπημένη μου φίλη Δήμητρα Λαλάγκα.         
Στις φίλες μου αρχαιολόγους: Τριανταφυλλιά  Κάτουλα, Όλγα Παπαχρήστου, Μαρία Παπακωνσταντίνου, Σοφία Ζύρμπα, Μάχη Καπετανοπούλου, Εύη Μικρομάστορα.
Στον φίλο αρχαιολόγο Αντρέα Μήλιο και σε, όλους τους τεχνίτες της ανασκαφικής ομάδας του 2007-2008 που έγινε στην οδό Ολύμπου στη Σαλαμίνα.  Βασίλη Τζιβάκο, Κώστα Μιχάλαρο  Τάκη Σιγάλα , Δημήτρη Κοτζιά  και ιδιαίτερα στον Βαγγέλη Τσιλιβίγκο.  
Στον ξάδερφο μου Παναγιώτη Παπασωτηρίου  για την πολύτιμη αγάπη του και στον φίλο μου Αντρέα Αυγέρη για την υπομονή του και την δυνατή του φιλία. 
Ειδικά στην φίλη μου Δήμητρα Σκούφου που πιστεύει σε εμένα. 
Στον αδερφό μου Γιώργο Κοφινά που είναι πάντα δίπλα μου και μου χαρίζει την αγάπη του. Χωρίς αυτή τίποτα δεν έχει αξία.
Στην νύφη μου Άντζελα που με βοηθά  με την καλή της γνώμη και την
ενεργητικότητα της στις διορθώσεις των βιβλίων μου.
Στην Τούφα, την Λώρα, την Φοίβη, τον Μάξιμο, τον Νίο,  και τον Όσκαρ.  Τις αγαπημένες μου γατούλες που με συντροφεύουν με την αγάπη τους. 
Στον θεό και τους αγίους που πάντα με βοηθάνε σε δύσκολους καιρούς.

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Ο Έρωτας είναι ο θάνατος.
Μίλτος Σαχτούρης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

24/1/2012 Πέθανε σε νοσοκομείο της Αθήνας, λίγες ώρες μετά από τροχαίο δυστύχημα ο σκηνοθέτης Θεόδωρος Αγγελόπουλος.
25/1/1925 Γεννήθηκε στην Αθήνα ο συνθέτης Γιώργος Ζαμπέτας