83 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
18.06.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Οικογένεια Γ. Π. | Μέρος 19ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά

Μια μεγάλη οικογένεια. Ένα ολόκληρο σόι και πολλά ξαδέρφια σκιαγραφούν τον καμβά του βιβλίου. Είναι άνθρωποι με πάθη και ενοχές , που προσπαθούν να κάνουν την ζωή τους υποφερτή. Είναι τα πιόνια στην μεγάλη σκακιέρα της ζωής και συνήθως είναι οι χαμένοι. Μέσα από τους αδύναμους αυτούς ήρωες και το αδιέξοδο της ζωής τους έρχεται στην επιφάνεια  όλη η βρωμιά που κρύβεται κάτω από το πέπλο της φαινομενικά καλής οικογένειας.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 ΑΠΡΙΛΗΣ

    
Η Σοφία ξύπνησε λίγες μέρες μετά πολύ πρωί. Ο Παύλος κοιμόταν ακόμα δίπλα της. Κοίταξε το ρολόι στο δεξί της χέρι. Ήταν πέντε τα χαράματα. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και πήγε στην κουζίνα. Έφτιαξε ένα ελληνικό καφέ και άναψε τσιγάρο. Το μυαλό της θυμόταν ότι κίνηση είχε εκτελέσει και τι είχε κάνει σωστά. Με το Παύλο τα είχε καταφέρει μια χαρά. Της έμενε μόνο μια λεπτομέρεια. Ο Ρέικο έπρεπε να συναντήσει τον δεύτερο γιο του. Να μάθει για αυτόν. Όλη του η περιουσία θα πήγαινε στον Παύλο. Και ο Παύλος της είχε κάνει πρόταση γάμου. Μόλις θα έβγαινε το διαζύγιο της με τον Βασίλη θα παντρευόταν τον Παύλο. Ναι. Όλα είχαν έρθει όπως τα είχε σχεδιάσει. Ήταν πολύ τυχερή τελικά. Από την ημέρα που εκείνος ο Μενέλαος της είχε διηγηθεί  την ιστορία της Μεντράνη , ως τη νύχτα που τυχαία είχε ακούσει την κουβέντα του Σωτήρη με τον Στέφανο, στο δάσος. Ποιος να το περίμενε πως ο Σωτήρης ήταν αδερφή. Ο Μενέλαος της είχε πει πως η φίλη της Μεντράνη λεγόταν Ρέικο. Πολλά λεφτά. Είχε ένα γιο τον Σωτήρη , με τον άντρα της. Χώρισαν όμως και μετά κατάλαβε πως ήταν έγκυος. Το έκρυψε από τον Ρέικο. Αυτός ήταν εφοπλιστής. Ζούσε στη Γαλλία. Εκείνη γέννησε το παιδί στην Αθήνα  το άφησε στη Μεντράνη να το πάει στο ορφανοτροφείο και πήγε στον Καναδά. Ναι ήταν πολύ τυχερή η Σοφία. Με αυτή την ιστορία και με έρευνα που έκανε εκείνη προσωπικά ανακάλυψε πως ο Σωτήρης ήταν ο γιος του Ρέικο , αλλά είχε αλλάξει το πατρικό του όνομα. Προτίμησε να πάρει αυτό από το γένος της μητέρας του. Βέβαια δεν είχε μάθει για τον Σωτήρη πρώτα. Όταν ο Μενέλαος της είχε πει την ιστορία της Μεντράνη , είχε αναφέρει το όνομα και το επίθετο του Παύλου. Η Σοφία κατάλαβε πως ήταν το αγόρι της Ελισάβετ. Κρατούσε στα χέρια της ένα θησαυρό. Για τον Ρέικο έψαξε μόνη της και βρήκε στοιχεία. Είχε ένα γιο τον Σωτήρη. Έψαξε παντού για εκείνον ,αλλά δε βρήκε τίποτα και τότε στράφηκε στην Μεντράνη. Από εκεί και μετά όλα έγιναν πολύ εύκολα , γιατί κρατούσε στα χέρια της ένα θεϊκό μέλλον. Αν έπαιζε σωστά τα χαρτιά της η περιουσία του Ρέικο θα γινόταν δική της. Όμως υπήρχε ένα εμπόδιο. Ο Σωτήρης. Ο Σωτήρης που είχε αλλάξει το επίθετο του. Για αυτό και η Λίνα δεν είχε καταλάβει ποιον είχε παντρευτεί. Η ηλίθια καμήλα , αν είχε το μυαλό της Σοφίας  τώρα θα κολύμπαγε στο χρυσάφι. Ήταν γνωστό στην οικογένεια πως ο Σωτήρης είχε μεγαλώσει χωρίς γονείς. Τους είχε πει πως ήταν ορφανός.  Η Σοφία έψαχνε τρόπο να βγάλει τον Σωτήρη από τη μέση και μια καλοκαιρινή νύχτα κρυφάκουσε τυχαία μια πικάντικη συζήτηση μεταξύ του Σωτήρη και του Στέφανου. Είχε κάνει λίγη ώρα πριν έρωτα με τον Γιάννη και τον είχε αφήσει μεθυσμένο να κοιμάται στο αυτοκίνητο. Εκείνη  θα έκανε μια βόλτα ως τη θάλασσα. Τα πεύκα έφταναν ως την ακτή. Είχε ένα ολόγιομο φεγγάρι  και διέκρινε δυο αντρικές φιγούρες να είναι όρθιες και να λογοφέρουν. Πλησίασε χωρίς να την πάρουν είδηση. Αναγνώρισε τη φωνή του Στέφανου.
-Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να μου αναστατώνεις τη ζωή.- Έλεγε εκείνος.
-Θα κάνω ότι μου αρέσει. Σιγά μη σε αφήσω σε αυτόν.- Έλεγε η άλλη φωνή. Η Σοφία δεν μπορούσε να ξεχωρίσει σε ποιανού ήταν. Δεν άργησε όμως να το μάθει.
-Αρκετά τράβηξε το παραμύθι Σωτήρη. Δεν ξέρω τι τρέλα κουβαλάς , αλλά είμαι ευτυχισμένος με τον Γιώργο. Πρέπει να με ξεχάσεις και δεν θέλω να πάρεις άλλη φορά τηλέφωνο στο σπίτι. Ο Γιώργος δεν ξέρει τίποτα. Δεν θέλω λοιπόν να μάθει.-
-Αυτό να το ξεχάσεις. Δεν ήρθα εδώ για το κλίμα και να ζήσω με την Λίνα ως τα βαθιά μου γεράματα. Για σένα ήρθα και το ξέρεις. Ήρθα και θα μείνω. Μη μου πεις πως ξέχασες το καλό κρεβάτι που κάναμε; Εγώ σου ταιριάζω και όχι ο άλλος ο νερόβραστος.-
-Άφησε με στην ησυχία μου. Δεν θα στο ξαναπώ. Μη με φτάσεις στα άκρα. Έχω φτιάξει πια τη ζωή μου. Έχω μια καλή δουλειά και ένα σπίτι. Νομίζεις πως θα σε αφήσω να το καταστρέψεις;-
-Δεν είναι στο χέρι σου αγοράκι και εμένα δε με φοβίζεις. Θα τα πούμε σύντομα.- Είχε πει γελώντας ο Σωτήρης και είχε φύγει με το αμάξι του. Ναι. Όλα της είχαν έρθει πολύ βολικά. Γιατί ο κρυφός δεσμός των δυο αντρών και ο εκβιασμός του Σωτήρη για τον Στέφανο ήταν αιτία δολοφονίας. Και αν ο Σωτήρης πέθαινε θα έβγαιναν όλα στη φόρα. Και ποιον θα έπιαναν ως δράστη; Μα φυσικά τον Στέφανο. Η Σοφία εκείνη τη νύχτα συνέλαβε την ιδέα της δολοφονίας του Σωτήρη. Μετά σειρά θα είχε η κατάκτηση του Παύλου. Θα τον έπαιρνε πολύ εύκολα από την Ελισάβετ. Έτσι είχε σχεδιάσει τότε , αλλά και σε αυτό την βοήθησε η τύχη. Η Ελισάβετ είχε χωρίσει με τον Παύλο λίγο μετά. Ο δρόμος για την Σοφία ήταν ανοιχτός. Θα χώριζε με τον Γιάννη και θα ξεμυάλιζε τον Παύλο. Για τον Βασίλη είχε άλλο σχέδιο. Και αυτό γιατί ήξερε πως η Αγγελική γνώριζε τον δεσμό της με τον Γιάννη. Λίγο καιρό μετά από εκείνη τη συνάντηση με το άγνωστο αυτοκίνητο που την είχε δει ,όταν έκανε έρωτα με τον Γιάννη στο δάσος η Σοφία είχε θυμηθεί μια μικρή λεπτομέρεια. Ο δεξιός καθρέφτης του άγνωστου αμαξιού έλειπε. Είχε κοιτάξει φευγαλέα το αυτοκίνητο και της είχε κάνει εντύπωση. Έτσι όταν μετά την ψυχρή συμπεριφορά της Ελισάβετ στο νοσοκομείο , όταν ο θείος Μάρκος είχε μπει στην εντατική , κατάλαβε πως κάποιος μέσα στην οικογένεια την είχε δει. Αλλά ήξερε πως δεν ήταν η Ελισάβετ. Γνώριζε το αμάξι της γιατί το χρώμα του ήταν κόκκινο. Έπρεπε λοιπόν να δει όλα τα αυτοκίνητα των μελών της οικογένειας. Και κατέληξε στην Αγγελική. Και βέβαια η Αγγελική θα το είχε αναφέρει μόνο στην Ελισάβετ. Ήταν πολύ αγαπημένες οι δυο τους. Μια μέρα πριν το συμβάν στο δάσος ,μέσα στο πάρκινγκ του νοσοκομείου, κάποιος είχε τρακάρει το αμάξι της Αγγελικής και της είχε ξεριζώσει κυριολεκτικά τον δεξιό καθρέφτη. Η Αγγελική το είχε παραγγείλει να της το φέρουν από την Αθήνα , αλλά η παραγγελία της είχε καθυστερήσει. Η Σοφία ήξερε πως θα την παρακολουθούσαν στενά. Αυτή η οικογένεια ήταν πολύ ενωμένη. Ότι και αν τους τύχαινε το συζητούσαν και έβρισκαν λύση. Η Αγγελική δεν θα έμενε με σταυρωμένα τα χέρια. Μετά την Ελισάβετ και αφού θα είχαν συλλέξει στοιχεία εναντίων της Σοφίας θα το έλεγαν στους υπόλοιπους. Τα στοιχεία όμως θα έπρεπε να ήταν ατράνταχτα και η Αγγελική θα έκανε τα πάντα για να τα μαζέψει. Με ποιο τρόπο; Με το να προσλάβει ντέντεκτιβ. Η Σοφία ήξερε πολύ καλά τα μέτρα που θα έπαιρνε η ξαδέλφη του άντρα της και ήταν αποφασισμένη να τα εκμεταλλευτεί. Δεν πήρε καμιά προφύλαξη. Πήγαινε στο σπίτι του Γιάννη και έκαναν έρωτα χωρίς να τραβήξουν τις κουρτίνες η να κλείσουν τα φώτα. Ο ντέντεκτιβ θα μπορούσε να βγάλει ζουμερές φωτογραφίες. Όπως και έγινε. Πίστευε πως η Αγγελική αργά η γρήγορα θα το έλεγε στο Βασίλη. Όταν όμως είδε πως αργούσε άρχισε να πιστεύει πως αυτό το υλικό δεν θα ήταν αρκετό για να κάνει τον Βασίλη να την χωρίσει. Γιατί αυτό ήθελε. Να αποφύγει η ίδια να του ζητήσει διαζύγιο. Ήθελε να την  διώξει εκείνος. Με αυτό τον τρόπο θα απέφευγε τις φωνές. Γιατί αν η οικογένεια θα το έλεγε στο Βασίλη , δ ε θα τον άφηναν να τα βγάλει πέρα μόνος του. Κάποιος θα ήταν μαζί του τη στιγμή που θα την έδιωχνε , για να αποφευχθεί μεγαλύτερη κρίση. Και έτσι είχε γίνει. Είχε βέβαια βοηθήσει και η Σοφία σε αυτό. Την ευκαιρία της την έδωσε η Έλενα. Ένα απόγευμα κατάλαβε πως την είχε πάρει από πίσω με το αμάξι της. Εκείνη πήγαινε στον Παύλο. Η Έλενα την ακολούθησε ως εκεί και η Σοφία της έδωσε το υλικό που έψαχνε. Μετά από αυτό η οικογένεια θα έπαιρνε την απόφαση να τα αποκαλύψει όλα στον Βασίλη. Ήταν θέμα ημερών. Κανείς δεν ήξερε ως τότε πως η Σοφία είχε ξελογιάσει και τον Παύλο. Όταν το έμαθαν ο θείος Μάρκος ήταν αυτός που ανέλαβε να το αναφέρει στον Βασίλη. Και έτσι με τον Μάρκο στο πλευρό του ο Βασίλης δε μπόρεσε να ξεσπάσει βίαια. Η Σοφία έφυγε από το σπίτι χωρίς να δεχτεί ούτε ένα χαστούκι. Ούτε μια βρώμικη λέξη , ούτε ταραχή ούτε φασαρία. Ναι .Όλα  είχαν πάει όπως τα είχε σχεδιάσει. Αυτό όμως που την ενοχλούσε ήταν πως ο Στέφανος δεν πιάστηκε για τον φόνο του Σωτήρη. Αυτός ο Σπύρος Μάντεκας έφταιγε. Ήταν πολύ έξυπνος. Δεν περίμενε αυτή την εξέλιξη για τον φόνο , αλλά δεν φοβόταν τίποτα. Είχε καλύψει τα ίχνη της. Η γριά η Μεντράνη δεν την είχε δει ποτέ της. Με λίγο εκφοβισμό τα ξέρασε όλα. Με τον Μενέλαο δεν μπορούσαν να την συνδέσουν. Δεν ήξερε κανείς τις δοσοληψίες της μαζί του…….Και όμως. Κάτι είχε πει στο Γιάννη. Πολύ παλιά. Και σιγά μη τα θυμόταν. Ο Γιάννης είχε το μυαλό του μόνο στο σεξ. Τα άλλα δεν τον απασχολούσαν. Έσβησε το τσιγάρο και τελείωσε τον καφέ της. Με λίγη καλή τύχη ακόμα θα έπαιρνε το διαζύγιο και θα παντρευόταν τον Παύλο Ρέικο. Θα πήγαιναν στην Γαλλία και εκεί θα ζούσε το όνειρο της. Επιτέλους θα γινόταν πλούσια. Αυτό μόνο την ενδιέφερε. Θα είχε λεφτά. Πολλά λεφτά και θα έφευγε για πάντα από την Ελλάδα και τη μιζέρια της οικογένειας της. Την φτώχια που της είχε επιβάλει ο πατέρας της. Την τσιγκουνιά , το ξερό ψωμί , το λιγοστό φαγητό. Πόσο τα σιχαινόταν  όλα αυτά τα φαντάσματα του παρελθόντος.  Μια ζωή στερημένη από τις απολαύσεις. Ακόμα και το πανεπιστήμιο άφραγκη το έβγαλε. Ο πατέρας της είχε νοικιάσει ένα υπόγειο,  χωρίς εσωτερική θέρμανση και ανέσεις. Ένα κρεβάτι , ένα τραπεζάκι μικρό με δυο καρέκλες. Μια στενή και υγρή τουαλέτα , που έβλεπε στον τοίχο της διπλανής πολυκατοικίας. Τέσσερα ολόκληρα χρόνια στην Αθήνα , το μόνο που ευχόταν ήταν να τελειώσει και να δουλέψει , για να έχει τα δικά της λεφτά. Πιο πολύ όμως ήθελε να βρει κάποιον με φουσκωμένο πορτοφόλι. Κάποιον που να της εξασφάλιζε την άνεση και την ασφάλεια. Ο Βασίλης ήταν ο ιδανικός γαμπρός για εκείνη την εποχή. Δεν το αγάπησε ποτέ της. Ίσως αν ήταν πιο δυναμικός στο κρεβάτι να του είχε δοθεί. Ο Βασίλης όμως ήταν ήρεμος , ευγενικός , ρομαντικός. Της αγόραζε κοσμήματα της χάριζε δώρα. Δεν τον ήθελε έτσι τον άντρα η Σοφία. Άναψε και άλλο τσιγάρο. Ο Μάντεκας. Δε μπορούσε να βγάλει τον Μάντεκα από το μυαλό της. Πως και μπλέχτηκε αυτός ένας αστυνομικός από την Αθήνα; Τι δουλειά είχε σε αυτή την πόλη; Σε αυτό το φόνο; Ο Μάντεκας είχε κοφτερό μυαλό. Το κατάλαβε όταν τους  είχε επισκεφτεί  στο σπίτι τους. Προσπάθησε στα μάτια του να ενοχοποιήσει τον Στέφανο, αλλά δε τα κατάφερε. Ο Μάντεκας ήξερε πως έπρεπε να ψάξει αλλού για τον δολοφόνο.
-Ε! Ας ψάξει. Δε θα βρει τίποτα δεν είχα εγώ σχέσεις με τον Σωτήρη. Ότι και να κάνει πάντα στον Στέφανο θα καταλήγει. Στο τέλος θα αναγκαστεί να τον κλείσει μέσα.- Είπε σιγά μόνη της και κοίταξε το ρολόι στον τοίχο της κουζίνας. Η ώρα ήταν έξι το πρωί. Θα ξάπλωνε για λίγο και όταν ο Παύλος έφευγε για το σχολείο εκείνη θα πήγαινε να βρει τον Ρέικο. Θα του έλεγε τα πάντα για τον Παύλο και πως σκόπευαν να παντρευτούν. Δεν θα έχανε ούτε ένα λεπτό. Τα λεφτά την περίμεναν. Ήταν δικά της τώρα. Και αν την ρωτούσε πως είχε μάθει για τον Παύλο; Θα έλεγε τα συνηθισμένα της ψέματα. Η μητέρα της ήταν ξαδέλφη με την θετή μητέρα του Παύλου. Θα έβρισκε κάτι αν αυτό δεν αρκούσε στον εφοπλιστή. Ήξερε εκείνη. Όταν η Σοφία έβαζε στο μυαλό της  ένα σχέδιο , το έφτανε ως το τέλος του. Ο Παύλος ανέπνεε σιγά. Η Σοφία είχε ερεθιστεί αφάνταστα με όλα όσα είχε καταφέρει. Τρίφτηκε επάνω του και άρχισε να τον φιλά. Ο Παύλος ξύπνησε και έκαναν έρωτα.


Στις έντεκα το πρωί της ίδιας μέρας η Σοφία  χτυπούσε την πόρτα στο δωμάτιο του Ρέικο. Της άνοιξε εκείνος και την ρώτησε.
-Η κυρία;-
-Καλημέρα σας. Ονομάζομαι Σοφία. Δε με ξέρετε , αλλά  έχω πληροφορίες για τον γιο σας.-
-Τον Σωτήρη;-
-Όχι τον άλλο. Τον υιοθετημένο.-
-Εγώ ήρθα εδώ για τον φόνο του Σωτήρη κυρία μου.-
-Φαίνεται πως δεν γνωρίζεται κύριε Ρέικο ότι έχετε και άλλο ένα παιδί.- Του απάντησε και μπήκε στο δωμάτιο με  χάρη εκείνη.
-Συγγνώμη είπατε τον άλλο μου γιο; Δε σας καταλαβαίνω.- Της απάντησε ξαφνιασμένος ο Ρέικο και η Σοφία του είπε όλη την ιστορία . Έξω από το ξενοδοχείο σε ένα βαν η Έλλη  με το Σπύρο κατέγραφαν  όλη την συνομιλία από τον  εγκατεστημένο κοριό που είχαν βάλει στο δωμάτιο του Αλέκου.
-Αν είναι αλήθεια αυτά που μου λέτε τότε θα χρειαστώ αποδείξεις κυρία μου.- Είπε ο Ρέικο όταν η Σοφία τελείωσε την διήγηση της.
-Μα φυσικά. Άλλωστε αν δε με πιστεύεται μπορείτε να ρωτήσετε την πρώην γυναίκα σας. Δική της ιδέα ήταν να κρύψει τον Παύλο για πάντα. Εγώ κύριε Ρέικο ήρθα αμέσως σε εσάς όταν έμαθα την αλήθεια. Ήταν καθαρή τύχη να σας πετύχω εδώ. Αλλιώς θα επικοινωνούσα μαζί σας στην Γαλλία. Ο Παύλος δεν γνωρίζει τίποτα. Νομίζει πως είναι γιος του Πράτη.-
-Τότε θα χρειαστεί να τον φέρετε σε επαφή μαζί μου.-
-Ναι. Αλλά θα μου δώσετε λίγο καιρό να ετοιμάσω το έδαφος. Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται από τη μια μέρα στη άλλη.-
-Όπως θέλετε. Δεν ξέρω πώς να σας ευχαριστήσω. Έχασα πρόσφατα τον πρώτο μου γιο και το να μαθαίνω πως έχω και δεύτερο μου δίνει ελπίδες. Θα μιλήσω αμέσως με την γυναίκα μου στον Καναδά. Ίσως χρειαστεί να πάω ως εκεί , αν όλα αυτά που μου είπατε έχουν βάση.-
-Θα δείτε πως λέω την αλήθεια.- Του είπε εκείνη , τον χαιρέτησε και έφυγε από το ξενοδοχείο.  Ο Ρέικο χαμογέλασε και άναψε ένα πούρο. Πήρε αμέσως στο κινητό του τον Σπύρο.
-Πως τα πήγα;- Τον ρώτησε.
-Πολύ καλά. Ήξερα πως εκείνη η γυναίκα θα έκανε μια πρώτη επαφή μαζί σου.-
-Ποια είναι; Τι ρόλο έπαιξε στην υπόθεση;- Τον ρώτησε ο Ρέικο γιατί ο Σπύρος τον είχε αφήσει στο σκοτάδι.
-Λίγη υπομονή ακόμα Αλέκο. Μετά όλα θα στρώσουν.- Του απάντησε εκείνος και  έκλεισαν το τηλέφωνο.
-Και τώρα Έλλη πάμε για την δεύτερη φάση του σχεδίου.- Είπε ο Σπύρος και το μικρό Βαν έφυγε από το ξενοδοχείο και πήρε τον δρόμο για το φοροτεχνικό γραφείο του Ιάσωνα. Μόλις έφτασαν ο Σπύρος και δυο αστυνομικοί μπήκαν γρήγορα μέσα και πήγαν στο γραφείο που δούλευε ο Στέφανος. Εκείνος τους κοίταξε με απορία.
-Κύριε Στέφανε Αυγερινόπουλε  σας  συλλαμβάνω για τον φόνο του Σωτήρη Δρέζη.- Είπε ο Σπύρος και οι αστυνομικοί του πέρασαν τις χειροπέδες. Ο Στέφανος με  βαριά βήματα ακολούθησε τους αστυνομικούς στο βαν και τους άφησε να τον βάλουν μέσα ενώ ο Ιάσωνας έβριζε θεούς και δαίμονες για την εισβολή της αστυνομίας στο γραφείο και την συμπεριφορά τους απέναντι στον ξάδερφο του. Φτάνοντας λίγο αργότερα στο αστυνομικό τμήμα ο Στέφανος οδηγήθηκε στο κρατητήριο και ξάπλωσε στο κρεβάτι.

Γυρίζοντας την ίδια ώρα στο διαμέρισμα του Παύλου η Σοφία βρήκε στην είσοδο της πολυκατοικίας τον Γιάννη να την περιμένει.
-Τι θέλεις εσύ εδώ;- Του είπε με θυμό.
-Νόμιζες πως θα μου ξεφύγεις; Ώστε με τον Παύλο; Τι έχει αυτός που δεν έχω εγώ;- Της απάντησε εκείνος.
-Άφησε με Γιάννη. Εμείς έχουμε τελειώσει.-
-Τίποτα δεν τελειώνει αν δε το πω εγώ. Θα σε περιμένω.-
-Δεν είσαι με τα καλά σου.-
-Θα έρθεις. Και κάτι άλλο. Βούιξε η πόλη σήμερα.-
-Για ποιο θέμα;-
-Δε το έμαθες; Πιάσανε τον δολοφόνο του Σωτήρη.-
-Ποιος ήταν;-
-Ο Στέφανος Αυγερινόπουλος. Εγώ έπεσα από τα σύννεφα.-
-Μόνο εγώ πίστευα πως ήταν ένοχος. Όλοι οι υπόλοιποι μου τον υποστηρίζατε. Τελικά πείστηκε και ο αστυνόμος.- Του είπε εκείνη με σιγουριά.
-Λοιπόν δεν ξέρω τι θα κάνεις αλλά αύριο στις εφτά να είσαι στο σπίτι μου. Αλλιώς θα χαρακώσω την εμφάνιση του δικού σου. Και το εννοώ. Το κατάλαβες; Αύριο.-
Της είπε με νόημα ο Γιάννης  και έφυγε από κοντά της. Η Σοφία ανέβηκε στο διαμέρισμα του Παύλου και έβαλε γρήγορα μια δόση ουίσκι. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά και άναψε τσιγάρο. Τα μάτια της πετούσαν φλόγες από τα νεύρα. Ο Γιάννης έπρεπε να φύγει από τη μέση. Της χαλούσε τα σχέδια. Αλλά το ευχάριστο της ημέρας ήταν που πιάστηκε επιτέλους ο  Στέφανος για τον φόνο. Τώρα πια ο κόσμος ήταν στα πόδια της. Η Σοφία απασχόλησε το μυαλό της με το πώς θα έβγαζε τον Γιάννη από τον δρόμο της. Της ήταν πολύ δύσκολο. Ο Γιάννης δεν ήταν ο Σωτήρης. Δεν μπορούσε να τον μεθύσει και μετά να του λιώσει το κεφάλι. Δεν ήταν εύκολος αντίπαλος ο Γιάννης. Αν και με τον Σωτήρη της είχε πάλι χαμογελάσει η τύχη. Από τη νύχτα εκείνη  που είχε μάθει για τους δυο άντρες  δεν άφησε από τα μάτια της τον Σωτήρη. Τον παρακολουθούσε συνήθως τα βράδια, που και εκείνη μπορούσε να φεύγει από το φροντιστήριο , το οποίο δεν έκλεινε ούτε τα καλοκαίρια. Η Σοφία είχε και θερινά τμήματα Ισπανικών και Γερμανικών, για να μπορεί όσο γίνεται να είναι  έξω από το σπίτι. Εκείνη  τη νύχτα του φόνου είχε πάρει από πίσω τον Σωτήρη. Τον είδε να παρακολουθεί τον Στέφανο που έκανε μπάνιο γυμνός στην παραλία. Παρακολούθησε τον βιασμό του μετά το ύπουλο χτύπημα του Σωτήρη και περίμενε. Περίμενε ωσότου βρει την κατάλληλη στιγμή. Όταν οι δυο άντρες τελικά άρχισαν να πίνουν , ήξερε πως εκείνη η βραδιά θα αργούσε πολύ να τελειώσει. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως η συμπεριφορά του Στέφανου είχε αλλάξει ραγδαία , προς τον βιαστή του  αλλά αυτό την βόλευε στα σχέδια της. Αν μεθούσαν ο Σωτήρης θα ήταν εύκολη λεία.  Γύρισε λοιπόν στο σπίτι της  και βρήκε τον Βασίλη να βλέπει ένα ποδοσφαιρικό αγώνα στο σαλόνι. Ετοίμασε δυο ποτά. Αλλά στου Βασίλη είχε βάλει αρκετή ποσότητα υπνωτικού. Της ήταν πολύ εύκολο. Έπαιρνε η ίδια υπνωτικά χάπια για να κοιμάται όταν είχε αϋπνίες. Τις τα είχε γράψει πρώτη φορά ένας γιατρός , από τότε που ήταν στο πανεπιστήμιο. Από το πολύ διάβασμα πολύ συχνά δεν την έπαιρνε ο ύπνος. Από την υπερένταση  τα μάτια της έμεναν μονίμως ανοιχτά. Έτσι από τότε όταν αισθανόταν πως δεν μπορούσε να κοιμηθεί έπαιρνε ένα χάπι που την βοηθούσε να χαλαρώσει. Με τρία χάπια που είχε διαλύσει στο ποτό του Βασίλη , εκείνος έπεσε σε λίγη ώρα για ύπνο. Η Σοφία τον έβαλε στο κρεβάτι , πήρε από το τζάκι του σπιτιού τη μασιά  και με το αυτοκίνητο της πήγε ξανά στην παραλία. Οι δυο άντρες έπιναν ακόμα. Η Σοφία δεν είχε παρά να περιμένει. Όταν ο Στέφανος εγκατέλειψε την παραλία τρεκλίζοντας από το μεθύσι η Σοφία περίμενε ακόμα μισή ώρα. Μετά φόρεσε γάντια πήρε τη μασιά στο δεξί της χέρι και πλησίασε τον Σωτήρη. Σαν πρώτη της κίνηση ήταν να τον σκουντήσει με το πόδι της. Ήθελε να δει αν αντιδρούσε σε ερεθίσματα. Ο Σωτήρης παρέμεινε ακίνητος. Η Σοφία έσφιξε τη μασιά στο χέρι της τη σήκωσε ψηλά και την κατέβασε με δύναμη στο κεφάλι του Σωτήρη. Ένα βογκητό ακούστηκε από εκείνον. Η Σοφία τον χτύπησε ξανά για δεύτερη φορά. Τότε τα μάτια του Σωτήρη άνοιξαν. Για δευτερόλεπτα μονάχα την είδε. Ήταν από πάνω του και χαμογελούσε με μοχθηρία. Η μασιά  έπεσε ξανά και ξανά στο κρανίο του Σωτήρη. Αίμα πιτσίλησε το παντελόνι της Σοφίας και η άμμος πήρε ένα πορφυρό κόκκινο χρώμα. Η Σοφία δεν πτοήθηκε. Τον χτύπησε άλλες δυο φορές με όση δύναμη διέθετε. Ο Σωτήρης έδειχνε να είναι νεκρός. Η Σοφία πήγε ως τη θάλασσα. Έπλυνε την μασιά και την άφησε δίπλα στο θύμα ,  έριξε λίγο νερό στο παντελόνι της για να φύγει το πιο πολύ αίμα και έστρωσε τα μαλλιά της. Έσβησε  τα ίχνη των παπουτσιών της με τα χέρια της καθώς περπατούσε προς τα πίσω με τα γόνατα και έφυγε από την παραλία. Δεν είδε την σχεδόν άψυχη κίνηση του χεριού του Σωτήρη. Μπόρεσε να σχηματίσει το κεφαλαίο γράμμα του ονόματος της στην άμμο και μετά να πεθάνει. Η Σοφία γυρίζοντας σπίτι  πέταξε τα γάντια και έβαλε στο πλυντήριο τα ρούχα που φορούσε μαζί με τα παπούτσια. Τα έπλυνε τα στέγνωσε στο στεγνωτήριο και τα σιδέρωσε. Έκανε μπάνιο ήπιε ένα ουίσκι  και πήρε ένα   υπνωτικό χάπι. Μετά  ξάπλωσε δίπλα στον Βασίλη που κοιμόταν ξερός. Αλλά η αστυνομία την επόμενη μέρα είχε φωτογραφίσει το σημάδι που έκανε ο Σωτήρης στην άμμο. Αυτό όμως το στοιχείο δεν αποκαλύφτηκε. Το ήξεραν μόνο οι αρχές και ο Μάντεκας. Τώρα  την Σοφία την απασχολούσε ο Γιάννης. Τι θα έκανε μαζί του; Αν τον έβγαζε από τη μέση θα γινόταν γνωστή η σχέση τους στην αστυνομία από την οικογένεια του Βασίλη. Θα την θεωρούσαν ύποπτη. Όχι δεν ήθελε να ρισκάρει την ελευθερία της. Η αυτοκτονία θα ήταν πιο βολική. Αλλά από τι θα αυτοκτονούσε ο Γιάννης; Αυτός ο άνθρωπος δεν είχε ευαισθησίες; Ένα κάθαρμα ήταν και τίποτα παραπάνω. Ναι αλλά αυτό δε το ήξεραν στη πόλη. Ο Γιάννης ήταν αξιαγάπητος σε όλους. Ναι η αυτοκτονία θα ήταν το πιο σωστό. Θα έλεγαν όλοι πως τον πλήγωσε η φυγή της Σοφίας και δεν άντεξε τον χωρισμό τους. Θα του έδειχνε εκείνη. Ήξερε πως ο Γιάννης είχε ένα σαρανταπεντάρι όπλο στο κομοδίνο της κρεβατοκάμαρας του. Το είχε πάντα γεμάτο. Η Σοφία ανέπνευσε ήρεμη. Βέβαια για να σκοτώσει τον Γιάννη θα χρειαζόταν μια μικρή βοήθεια. Θα του ζητούσε να πιούνε ένα ποτό και θα του έριχνε μέσα υπνωτικό. Μετά θα τον άφηνε στον καναπέ θα του έβαζε στο χέρι το  όπλο και θα πυροβολούσε το κεφάλι του. Το σπίτι του Γιάννη ήταν  έξω από την πόλη και δεν υπήρχαν κοντά του σπίτια. Ήταν ιδανική τοποθεσία για φόνο. Η Σοφία άναψε τσιγάρο. Όλα είχαν τακτοποιηθεί στο μυαλό της και επιτέλους ο Στέφανος είχε κλειστεί μέσα. Τελικά δεν ήταν και πολύ έξυπνος εκείνος ο αστυνομικός. Γέλασε δυνατά.
Αλλά η Σοφία δεν ήξερε πως την ίδια ώρα ο Μάντεκας ήταν με τον Στέφανο στο κρατητήριο και συζητούσαν σιγά.
-Το ξέρω πως  αιφνίδια έγινε η σύλληψη σου , αλλά δεν γινόταν να σου πω την αλήθεια. Έπρεπε να σε δουν στη δουλειά και να το πιστέψουν. Από το σόι σου μόνο η οικογένεια σου και η Ελισάβετ ξέρουν την αλήθεια. Δεν πρέπει να ξέρει κανείς το παραμικρό για το θέατρο που έχουμε στήσει εδώ. Μπορεί να τιναχτούν όλα στον αέρα.-
-Δεν με πειράζει κύριε αστυνόμε. Δηλαδή τον βρήκατε τον δολοφόνο του Σωτήρη;-
-Ναι , αν και ήταν πολύ δύσκολη υπόθεση.-
-Δεν θα μου πείτε ποιος είναι ;-
-Θα κάνεις λίγη υπομονή Στέφανε. Όλα θα φανούν στην ώρα τους. Κάνε υπομονή.-
Του απάντησε ο Σπύρος και του πρόσφερε ένα τσιγάρο.      

Το απόγευμα της επόμενης ημέρας  ακριβώς στις εφτά η Σοφία χτυπούσε το κουδούνι στο σπίτι του Γιάννη. Στο πίσω μέρος της μονοκατοικίας στην εξωτερική περίμετρο και κρυμμένοι ανάμεσα στα πεύκα μέσα στο βαν της αστυνομίας η Έλλη και ο Σπύρος ήταν έτοιμοι να ακούσουν την συνομιλία τω δυο πρώην εραστών. Λίγο πιο βαθιά στο δάσος υπήρχαν έξι αστυνομικοί που περίμεναν το σήμα του Σπύρου για να εισβάλουν στο σπίτι. Όλα ήταν έτοιμα για την μεγάλη παράσταση του Γιάννη. Μέσα από τα ρούχα του φορούσε ένα πομπό που κατέγραφε τα πάντα για να μπορεί η αστυνομία να ακούει.
-Καλώς την. Πέρασε μέσα.- Της είπε εκείνος όταν την είδε και έκλεισε την πόρτα πίσω της. Έξω από την πόρτα στο εξωτερικό πατάκι για το σκούπισμα των παπουτσιών ο Γιάννης είχε αφήσει το κλειδί της πόρτας μετά από υπόδειξη του Σπύρου.
-Θα πιεις κάτι;-
-Ένα ουίσκι. Κάνει ψύχρα .- Του απάντησε εκείνη και κάθισε. Ο Γιάννης το ετοίμασε και της το έδωσε.
-Εσύ δε θα πιεις;- Τον ρώτησε εκείνη.
-Έχω πιει αρκετά πριν έρθεις.- Η Σοφία δεν έδειξε πως απογοητεύτηκε.
-Λοιπόν Γιάννη τι με ήθελες; Αν θυμάμαι καλά εμείς οι δυο έχουμε χωρίσει.-
-Εσύ με χώρισες. Εγώ δεν συμφώνησα ποτέ. Και γιατί σε παρακαλώ μου έκρυψες πως τα έφτιαξες με τον Παύλο;-
-Δεν ήμουν υποχρεωμένη. Δηλαδή τι το παίζεις τώρα; Μπάτσος;  Κοίτα εδώ. Τελειώσαμε εμείς οι δυο και με τον Βασίλη παίρνω διαζύγιο. Θα παντρευτώ τον Παύλο.-
-Τον γιο του Ρέικο έτσι; Τον χαμένο γιο του εφοπλιστή. Αυτή ήταν η δουλειά που ετοίμαζες; Έχεις βάλει στο μάτι τα φράγκα του Ρέικο. Ο Παύλος ήταν απλώς το μέσον για να φτάσεις σε αυτά. Γιατί μη μου πεις πως τον αγάπησες; Εσύ είσαι ανίκανη να νοιώσεις  αγάπη. Είσαι νεκρή μέσα σου.-
-Που τα έμαθες  όλα αυτά;-
-Έψαξα καλή μου. Τι νόμιζες; Πως θα σε άφηνα έτσι τόσο εύκολα; Με χρησιμοποίησες. Πέρασες καλά μαζί μου , αλλά δε σου αρκούσε αυτό. Ήθελες λεφτά κοσμική ζωή , ταξίδια και πολλά εκατομμύρια. Και έτσι  διπλάρωσες τον Παύλο. Ιδέα δεν έχω που βρήκες το παρελθόν του, αλλά σου βγάζω το καπέλο. Τα κατάφερες. Όσο για το που τα έμαθα αυτό ήταν εύκολο. Ο Ρέικο έχει τόσους μήνες στην πόλη. Και σε μια κλειστή κοινωνία όπως είμαστε εδώ , ο κόσμος μιλά πολύ.  Και για να το ξέρεις ,δεν είσαι εσύ αυτή που κέρδισε.-
-Τι εννοείς Γιάννη; Δε μπορείς να με σταματήσεις. Ήδη ξέρεις πολλά. Είσαι επικίνδυνος για την ασφάλεια μου. Δεν θα σε αφήσω να καταστρέψεις ότι έφτιαξα. Γιατί κουράστηκα πολύ για να φτάσω ως εδώ.-
-Και τι θα κάνεις. Θα με σκοτώσεις; Γιατί μόνο ως πεθαμένος δεν θα μπορέσω να σου κάνω κακό.-
-Και γιατί νόμισες πως ήρθα σήμερα εδώ; Για να θυμηθούμε τα παλιά; Θα σε σκοτώσω Γιάννη.- Του απάντησε σοβαρά εκείνη. Ο Γιάννης ξέσπασε σε ένα σαρκαστικό γέλιο που κράτησε αρκετά και γύρισε την πλάτη του στην Σοφία. Πήρε το μπουκάλι με το ουίσκι και κατέβασε μερικές γουλιές. Μέχρι να γυρίσει ξανά προς το μέρος της , εκείνη είχε πάει ως την κρεβατοκάμαρα και κρατούσε στα χέρια της το όπλο. Τον σημάδεψε στο κεφάλι με σταθερό χέρι.
-Μπα. Από ότι βλέπω δε το βάζεις κάτω Σοφία. Τολμώ να πω ότι έχεις αρκετό θράσος για να με σημαδεύεις με το δικό μου όπλο μέσα στο σπίτι μου.- Της απάντησε ειρωνικά και εκείνη την ώρα η ομάδα των αστυνομικών έμπαινε μέσα στο σπίτι αθόρυβα , με τον Σπύρο να ηγείτο της ομάδας.
-Δεν έχεις ιδέα με ποια τα βάζεις Γιάννη. Ποιος νομίζεις πως έβγαλε από την μέση τον Σωτήρη; Ποιος; Εγώ Γιάννη. Εγώ τον σκότωσα. Νομίζεις πως θα σταματήσω τώρα; Μέχρι και ο αστυνομικός δεν μπόρεσε να βγάλει άκρη και έκλεισε μέσα τον Στέφανο. Τα είχα οργανώσει όλα στην εντέλεια.- Του είπε και πάτησε την σκανδάλη. Το όπλο όμως ήταν άδειο. Η Σοφία πυροβόλησε δυο , τρεις , τέσσερις φορές κατά του Γιάννη. Τότε εμφανίστηκε μπροστά της ο Σπύρος.
-Ακίνητη.- Της είπε δυνατά και οι υπόλοιποι αστυνομικοί την κύκλωσαν και της πέρασαν χειροπέδες.
-Σοφία Αστρίτη συλλαμβάνεσαι για τον φόνο του Σωτήρη. Αν πεις οτιδήποτε θα χρησιμοποιηθεί εναντίων σου. – Συνέχισε ψυχρά ο Σπύρος. Η Σοφία τον κοιτούσε με μάτια που πετούσαν φλόγες.
-Δεν έχεις τίποτα εναντίων μου. Με ποιο δικαίωμα με συλλαμβάνεις; Ο Στέφανος είναι ο ένοχος. Εσύ ο ίδιος τον έπιασες εχτές.- Του απάντησε εκείνη δυνατά.
-Τολμώ να πω ότι η παράσταση πήγε πολύ καλά. Όλοι οι ηθοποιοί έδωσαν το καλύτερο τους εαυτό κυρία Αστρίτη. Αλλά εσείς κλέψατε τις εντυπώσεις. Δεν περίμενα πως μια τόσο έξυπνη δολοφόνος δεν υποπτεύτηκε πως ο πρώην  εραστής της φορούσε πομπό. Αν και έχω όλα τα στοιχεία που σας συνδέουν με τον φόνο του Σωτήρη , είχα την ευχαρίστηση να μαγνητοφωνήσω και την ομολογία σας. Να κάνετε από τώρα το κουμάντο σας , γιατί θα περάσετε όλα σας τα χρόνια στη φυλακή. Σας το λέω πολύ φιλικά αυτό.- Της απάντησε ο Σπύρος και η Σοφία με πρόσωπο τεντωμένο από τα νεύρα τον έφτυσε. Ο Σπύρος σκούπισε το σάλιο της και είπε στους αστυνομικούς.
-Οδηγήστε την κυρία Αστρίτη στο  αστυνομικό τμήμα για τα περαιτέρω.- Η Σοφία βγήκε από το σπίτι με την συνοδεία των αστυνομικών. Ο Σπύρος είπε του Γιάννη.
-Πως είσαι;-
-Πολύ καλά. Ποτέ μου δεν ήμουν καλύτερα.-
-Έξυπνο αυτό με το πιστόλι. Πως το σκέφτηκες;-
-Η Σοφία με είχε απειλήσει και άλλη φορά πως θα με σκοτώσει. Ήξερε πως είχα ένα όπλο στο κομοδίνο μου ,και μάλιστα γεμάτο. Όταν μου είπες πως έπρεπε να παίξω τον ρόλο μου και να την εκνευρίσω για να ομολογήσει , είπα πως θα ήταν καλύτερα να πάρω τα μέτρα μου. Έτσι έβγαλα τις σφαίρες. Η Σοφία είναι αδίσταχτη γυναίκα.-
-Και πολύ καλά έκανες. Σε ευχαριστώ για την βοήθεια.-
-Δεν έκανα τίποτα κύριε αστυνόμε.-
-Γιάννη;-
-Ναι;-
-Την επόμενη φορά σκέψου δυο φορές ποια γυναίκα θα βάλεις στο κρεβάτι σου.- Του απάντησε ο Σπύρος και έφυγε. Ο Γιάννης άναψε τσιγάρο και φύσηξε τον καπνό μακριά.

Λίγη ώρα μετά ο Σπύρος και η Έλλη βρίσκονταν στο αστυνομικό τμήμα. Την Σοφία  προσωρινά την είχαν βάλει στο κρατητήριο. Θα έπαιρνε και αυτή σιγά –σιγά τον δρόμο για την φυλακή. Ο Σπύρος καθόταν με την Έλλη στο γραφείο του. Εκείνη θα έφευγε την επόμενη ημέρα με το μαγνητοφωνημένο υλικό. Ο Σπύρος κοίταξε έξω από το παράθυρο. Βαθύ σκοτάδι είχε καλύψει την πόλη. Ήταν Μάρτης ακόμα και ο καιρός ήταν ψυχρός. Η Έλλη τον κοιτούσε. Ο άντρας που αγαπούσε χρόνια τώρα, είχε δώσει σε άλλη την καρδιά του.
-Σπύρο τα κατάφερες και πάλι. Θα πρέπει να νιώθεις γεμάτος.-
-Από τι Έλλη; Που έπιασα ακόμα ένα δολοφόνο; Που μπήκα πάλι ως το λαιμό στη βρωμιά; Στη σαπίλα της ανθρώπινης ψυχής; Ε! Και; Δεν θα μου δώσουν βραβείο. –
-Τουλάχιστον τώρα αυτές σου τις σκέψεις , θα τις μοιράζεσαι με μια σύντροφο. Μπορείς να το δεις θετικά. Είναι ο καιρός να ηρεμίσεις επιτέλους. Να κοιτάξεις και εσύ την προσωπική σου ευτυχία. Ζεις σε πολύ ξέφρενους ρυθμούς όλα αυτά τα χρόνια. Όσους δολοφόνους και αν πιάσεις , άλλοι τόσοι θα βγαίνουν στην επιφάνεια. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το σύστημα Σπύρο, αλλά μπορούμε να καλυτερεύσουμε την ζωή μας.-
-Το ξέρω Έλλη. Αρκετά όμως για σήμερα. Τι λες. Πάμε να φάμε; Είναι ευκαιρία να πούμε και τίποτα άλλο , πέρα από  αυτά  της δουλειάς.- Της πρότεινε ευγενικά και βγήκαν από το κτήριο της αστυνομίας.

Ο Ρέικο εκείνη την  ώρα μιλούσε με την Ελπίδα στο τηλέφωνο.
-Τον βρήκα το γιο μας. Είναι σε αυτή την ίδια πόλη που ζούσε και ο Σωτήρης μας. Το πιστεύεις; Ζούσαν εδώ χωρίς να γνωρίζουν πως ήταν αδέρφια. Είναι καθηγητής χημείας στο λύκειο.-
-Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι για σένα.-
-Θα έρθω μαζί με το γιο μας στον Καναδά. Νομίζω πως θα ήταν καλό να σε γνωρίσει.-
-Ναι. Θα το ήθελα πολύ Αλέκο. – Του απάντησε  εκείνη.

Στο σπίτι της Αθηνάς και του Κώστα το ζευγάρι έτρωγε το βραδινό του. Η Αθηνά σκεφτόταν  πως η κόρη της είχε διαλέξει τον αστυνόμο Σπύρο Μάντεκα για να μείνει στο πλευρό της. Ήταν ένας άγνωστος άντρας και δεν ήξεραν τίποτα για το παρελθόν του. Την φόβιζε αυτό.
-Δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου αυτόν τον αστυνομικό.-
-Αχ! Βρε Αθηνά μου. Πάλι αυτό σκέφτεσαι;- Της είπε γελώντας ο άντρας της.
-Για εσάς τους πατεράδες όλα είναι εύκολα. Ποτέ δεν βλέπεται πιο πέρα.-
-Μα τι να κάνω τώρα Αθηνά; Αστυνομικός είναι ο άνθρωπος. Και μάλιστα με πτυχία και επιτυχίες στον τομέα του. Αυτά μου είπε η Ελισάβετ. Δεν είναι κανένας αλήτης. Τι τρώγεσαι λοιπόν με τα ρούχα σου;-
-Θα ήθελα να ήξερα περισσότερα για αυτόν. Αυτό είναι όλο.-
-Όπως έμαθες και για τον Παύλο; Αθηνά μου η ψυχή του ανθρώπου είναι άβυσσος. Τι να λέμε τώρα;-
-Συμφωνώ μαζί σου, αλλά έχω τους ενδοιασμούς μου. Μάνα είμαι. Δεν είδες τι μας έτυχε με τον Μηνά; Μέσα στο ίδιο μας το σπίτι; Είναι να τρελαίνεται κανείς.-
-Μη τους βάζεις όλους στο ίδιο καζάνι Αθηνά. Η υπόθεση του Μηνά είναι ξεχωριστή.-
-Θέλω να πω Κώστα με αυτό πως ο καθένας από εμάς άλλο δείχνει και άλλο είναι. Αυτό φοβάμαι κα με τον αστυνομικό.-
-Ανησυχείς χωρίς λόγο Αθηνά. Πιστεύω πως όλα θα πάνε καλά αυτή τη φορά. Μου φαίνεται πως τελικά θα δούμε με νυφικό την Ελισάβετ μας.-


Την επόμενη ημέρα η πόλη ξύπνησε  με ένα μεγαλόπρεπο ήλιο Ο Σπύρος είχε σηκωθεί από τις έξι το πρωί. Έκανε το μπάνιο του και στις οχτώ πήρε το πρωινό του στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου. Ένα ελληνικό καφέ και ένα σάντουιτς με τυρί και ζαμπόν. Λίγη ώρα μετά η Έλλη έκανε την εμφάνιση της. Πήρε για τον εαυτό της χυμό πορτοκάλι ,φρυγανιές και μαρμελάδα και μια ομελέτα με δυο στρογγυλά ψωμάκια. Ήταν ένα ηλιόλουστο Σάββατο . Η θάλασσα είχε γεμίσει λευκά κύματα με το νερό της να αφρίζει στα ανοιχτά και τα ψαροκάικα στο μόλο να κουνιούνται με ρυθμό γιατί φυσούσε αρκετά.
-Πότε θα φύγεις για την Αθήνα;- Την ρώτησε ο Σπύρος.
-Κατά τις δώδεκα το μεσημέρι. Εσύ πότε λες να ανέβεις;-
-Μέσα στον άλλο μήνα. Η δουλειά μου τελείωσε εδώ με την σύλληψη του δολοφόνου  αλλά έχω ακόμα κάποιες εκκρεμότητες να τελειώσω.-
-Θα έρθεις με την Ελισάβετ επάνω;-
-Όχι. Για την ώρα θα κρατήσουμε την καθημερινότητα μας. Εκείνη έχει ένα μαγαζί εδώ και εγώ την δουλειά μου στο σώμα. Θα μας πάρει λίγο καιρό για να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε. Πιστεύω όμως πως αν μείνουμε μαζί θα αναγκαστεί εκείνη να έρθει στην πρωτεύουσα. Και δυστυχώς για την Ελισάβετ που μισεί την Αθήνα.-
-Αν σε αγαπά θα έρθει .-
-Λοιπόν Έλλη εγώ είναι ώρα να φύγω. Σήμερα έχω κανονίσει με τον Ρέικο να του γνωρίσω το γιο του. Μετά θα ετοιμάσω μια συγκέντρωση της οικογένειας. Θα τους μαζέψω όλους. Ξαδέρφια , θείους και θείες και θα τους μιλήσω πως έφτασα στον δολοφόνο του Σωτήρη.-
-Γιατί μου φαίνεται πως αυτή την εικόνα την έχω ξαναδεί;-
-Ποια εικόνα Έλλη;- Ρώτησε ο Σπύρος με απορία.
-Τον ντέντεκτιβ περιτριγυρισμένο από πολλούς ύποπτους για ένα φόνο. Και στο τέλος εκείνος να φτάνει στην λύση του μυστηρίου και να τους αποκαλύπτει τον δράστη. Ναι. Ναι. Ο περίφημος Βέλγος ντέντεκτιβ Ηρακλής Πουαρό στα αστυνομικά διηγήματα της Αγκάθα Κρίστι. Αυτός και τα φαιά του γκρίζα κύτταρα. Δεν είναι τέλειο; Το ίδιο θα κάνεις και εσύ τώρα.- Του είπε εκείνη γελώντας.
-Να υποθέσω πως μικρή τέτοια διάβαζες και αποφάσισες να μπεις στο σώμα; Μα αυτά Έλλη μου είναι παραμυθάκια για παιδιά.-
-Μα καλά. Εσύ δεν διάβασες ποτέ σου; Όλοι έχουν διαβάσει τα βιβλία της. Η γυναίκα είχε το πιο έξυπνο μυαλό.-
-Δεν είχα την πολυτέλεια Έλλη να διαβάσω αστυνομικά μυθιστορήματα. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν δύσκολα. Αναγκάστηκα να χάσω νωρίς την παιδική μου αθωότητα.- Της απάντησε εκείνος και γύρισε το κεφάλι του προς το παράθυρο που έβλεπε στη θάλασσα. Η Έλλη κατάλαβε πως χτύπησε άθελα της την αχίλλειο πτέρνα του συνεργάτη της. Συνέχισε λοιπόν λέγοντας του ανέμελα.
-Ποτέ δεν είναι αργά. Να διαβάσεις εννοώ κάποιο μυθιστόρημα της. Θα σου αρέσει.-
-Κάποτε είχα διαβάσει στην Αμερική που σπούδαζα τον Σέρλοκ Χόλμς. Ήταν ενδιαφέρον σαν χαρακτήρας. Οπιομανής , μάγος τον μεταμφιέσεων , και είχε δίπλα του έναν πολύ καλό φίλο. Έναν γιατρό. Τον Γουότσον. Μου άρεσε αυτός ο συνδυασμός για την επίλυση μιας ιστορίας. Άλλα όπως σου είπα  είναι ρομαντικές ιστορίες που συνήθως γράφουν οι συγγραφείς. Ωραίες , αλλά δε παύουν να είναι παραμύθια. – Της απάντησε εκείνος καθώς συνέχιζε να κοιτάζει τη θάλασσα.          


 

Το βιβλίο αυτό είναι  εξαιρετικά αφιερωμένο στην μνήμη των παππούδων μου Αποστόλη  Φήμη και  Γιώργο  Κοφινά. Στην μνήμη του πατέρα μου Παναγιώτη Γεωργίου Κοφινά. Ελπίζω να είσαστε περήφανοι για μένα. Μεγάλωσα με τις δικές σας αξίες. Σας χρωστώ τα πάντα.
Στις υπέροχες φίλες μου που μου δίνουν την  αγάπη και την συμπαράσταση τους όλα αυτά τα χρόνια. Στις: Αγγελική Σοφρά, Έλλη Κορού, Έφη Μερκούρη, Νατάσα Μπερή. Η φιλία σας ήταν πάντα κοντά μου τις ώρες που δεν μπορούσα να δω στο σκοτάδι. 
Στην Χρύσα. Εσύ ήσουν η κινητήρια δύναμη που με ώθησε να γράψω. Ένα μόνο ευχαριστώ δεν θα μπορούσε να με καλύψει. Να είσαι πάντα καλά.
Στις φίλες μου Ελισάβετ Σπανού, Ελένη Μουτζούρη, Νικολέτα Πισκοπάνη,  Χαρά Μονιού, Έρη Μαυράκη. Στην φίλη συντηρήτρια έργων τέχνης Ελισάβετ Τζουμουσλή και στον μαρμαροτεχνίτη Νότη Γιανουλάτο. Όπως και σε  όλους τους εργαζόμενους στο μουσείο της Σαλαμίνας. Σας ευχαριστώ παιδιά για την αγάπη σας.    
Στον κολλητό μου φίλο και παλιό σημαθητή Παναγιώτη Βελτανισιάν που η βοήθεια και η καλή του γνώμη με στηρίζει πάντα και στην αγαπημένη μου φίλη Δήμητρα Λαλάγκα.         
Στις φίλες μου αρχαιολόγους: Τριανταφυλλιά  Κάτουλα, Όλγα Παπαχρήστου, Μαρία Παπακωνσταντίνου, Σοφία Ζύρμπα, Μάχη Καπετανοπούλου, Εύη Μικρομάστορα.
Στον φίλο αρχαιολόγο Αντρέα Μήλιο και σε, όλους τους τεχνίτες της ανασκαφικής ομάδας του 2007-2008 που έγινε στην οδό Ολύμπου στη Σαλαμίνα.  Βασίλη Τζιβάκο, Κώστα Μιχάλαρο  Τάκη Σιγάλα , Δημήτρη Κοτζιά  και ιδιαίτερα στον Βαγγέλη Τσιλιβίγκο.  
Στον ξάδερφο μου Παναγιώτη Παπασωτηρίου  για την πολύτιμη αγάπη του και στον φίλο μου Αντρέα Αυγέρη για την υπομονή του και την δυνατή του φιλία. 
Ειδικά στην φίλη μου Δήμητρα Σκούφου που πιστεύει σε εμένα. 
Στον αδερφό μου Γιώργο Κοφινά που είναι πάντα δίπλα μου και μου χαρίζει την αγάπη του. Χωρίς αυτή τίποτα δεν έχει αξία.
Στην νύφη μου Άντζελα που με βοηθά  με την καλή της γνώμη και την
ενεργητικότητα της στις διορθώσεις των βιβλίων μου.
Στην Τούφα, την Λώρα, την Φοίβη, τον Μάξιμο, τον Νίο,  και τον Όσκαρ.  Τις αγαπημένες μου γατούλες που με συντροφεύουν με την αγάπη τους. 
Στον θεό και τους αγίους που πάντα με βοηθάνε σε δύσκολους καιρούς.

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Το παραμύθι της τέχνης λέει πάντα την αλήθεια
Διονύσης Σαββόπουλος

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

18/6/1939 Γεννήθηκε ο ηθοποιός και τραγουδιστής Γιώργος Μαρίνος
19/6/1951 Πέθανε ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός
19/6/1970 Γεννήθηκε ο τραγουδιστής Αντώνης Ρέμος

ΤΥΧΑΙΑ TAGS