163 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
19.10.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Οικογένεια Γ. Π. | Μέρος 18ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά

Μια μεγάλη οικογένεια. Ένα ολόκληρο σόι και πολλά ξαδέρφια σκιαγραφούν τον καμβά του βιβλίου. Είναι άνθρωποι με πάθη και ενοχές , που προσπαθούν να κάνουν την ζωή τους υποφερτή. Είναι τα πιόνια στην μεγάλη σκακιέρα της ζωής και συνήθως είναι οι χαμένοι. Μέσα από τους αδύναμους αυτούς ήρωες και το αδιέξοδο της ζωής τους έρχεται στην επιφάνεια  όλη η βρωμιά που κρύβεται κάτω από το πέπλο της φαινομενικά καλής οικογένειας.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 ΜΑΡΤΗΣ

     "ΕΧΟΥΝ ΣΤΕΡΕΨΕΙ ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ
      ΜΟΥ ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΦΛΕΓΟΝΤΑΙ ΟΙ ΚΟΙΛΑΔΕΣ
      Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ
      ΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ ΠΕΣΑΝ ΣΑΝ ΧΑΛΑΖΙ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΜΟΥ
      ΝΑΥΑΓΙΣΜΕΝΟΣ ΣΤΑ ΠΕΛΑΓΗ ΤΟΥ ΜΥΑΛΟΥ"

                                                                                                                       
                                             ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΦΙΝΑΣ

Την επόμενη μέρα ο Σπύρος ήταν στο γραφείο του και κάπνιζε σκεφτικός. Ταξινομούσε στο μυαλό του όλα τα στοιχεία που είχε για τον φόνο του Σωτήρη. Ήξερε τώρα που βάδιζε , αλλά ήθελε και άλλα στοιχεία για να μπορέσει να τυλίξει μια και καλή τον δολοφόνο. Σίγουρα εκείνη την στιγμή δεν περίμενε πως η τύχη θα τον βοηθούσε σημαντικά. Η φωνή που άκουσε τον έβγαλε από τις σκέψεις αυτές.
-Είσαστε ο αστυνόμος Σπύρος Μάντεκας;-
-Ναι. Εσείς;-
-Είμαι ο Γιάννης.-
-Δεν σας γνωρίζω κύριε. Τι θα θέλατε;-
-Θέλω να σας μιλήσω για μια υπόθεση. Για την υπόθεση του φόνου που ερευνάτε. –
-Και τι ξέρετε εσείς για αυτό;-
-Εγώ τίποτα. Αλλά έχω βάσιμες υποψίες πως μια γυναίκα είναι μπλεγμένη στην υπόθεση.-
-Σε ποια αναφέρεστε κύριε;-
-Στην Σοφία. Την γυναίκα του Βασίλη. Ήμασταν εραστές.-
-Α! Ώστε αυτός ο Γιάννης είσαστε. Ναι. Τώρα το θυμήθηκα το όνομα σας. Καθίστε σας παρακαλώ.- Του είπε ευγενικά ο Σπύρος και ο Γιάννης κάθισε στην καρέκλα που του υπέδειξε εκείνος.
-Λοιπόν τι έχετε να μου πείτε; Και κατά πρώτον γιατί ήρθατε τόσο αργά. Ο φόνος έχει γίνει από το καλοκαίρι και τώρα είμαστε στον Φεβρουάριο.-
-Γιατί τώρα κατάφερα να συνδέσω τα λόγια της. Τόσο καιρό δεν είχα δώσει σημασία. Βέβαια δε το κάνω για τον Σωτήρη. Ούτε τον ήξερα και πολύ καλά. Εγώ απλά θέλω να την εκδικηθώ , που χωρίσαμε και τώρα ζει με τον Παύλο.-
-Αυτόν τον Παύλο τον γνωρίζετε;-
-Ελάχιστα. Το πολύ να έχουμε μιλήσει πέντε  , έξι φορές.-
-Γιατί πιστεύετε πως σας άφησε;-
-Μου είχε πει πως ήθελε να αλλάξει ζωή. Δεν της ταίριαζε αυτή που έκανε. Ήθελε λέει ανώτερα πράγματα. Είχε σκοπό να φύγει από την πόλη. Θα πήγαινε να ζήσει αλλού. Μάλλον εννοούσε στο εξωτερικό. Ετοίμαζε μια μεγάλη δουλειά. Πολλά λεφτά. Τον άντρα της τον κορόιδευε χρόνια τώρα. Ο φουκαράς δεν είχε καταλάβει τίποτα. Της αγόραζε χρυσαφικά , γούνες , ακριβά αξεσουάρ και το αυτοκίνητο με το οποίο κυκλοφορεί. Και ξέρετε τι τα  έκανε όλα αυτά; Είχε βρει στην Αθήνα μια τρύπα. Έναν ενεχειροδανιστή. Κάποιον Μενέλαο και του πήγαινε τα δώρα του άντρα της. Αυτός τα αγόραζε και της έδινε λεφτά.-
-Μα είχε ανάγκη τα χρήματα;-
-Όχι κύριε αστυνόμε , αλλά η Σοφία λάτρευε το χρήμα. Δεν είχε ποτέ δικά της λεφτά. Ο Βασίλης έχει περιουσία ,αλλά δεν της ανήκει. Αυτή ήθελε δικό της παραδάκι. Έπαιρνε λοιπόν ότι της έδινε αυτός ο Μενέλαος και εκείνη το κατέθετε σε ένα δικό της μυστικό λογαριασμό σε μια τράπεζα. Έξυπνη γυναίκα. Εμένα μου τα έλεγε γιατί περνούσε καλά με το κορμί μου. Ήταν άλογο κούρσας η Σοφία , όπως και εγώ. Τέλος πάντων όταν την πίεσα να μείνει μαζί μου , με απείλησε πως αν θέλω το καλό μου , θα ήταν σωστό να μην της είμαι εμπόδιο. Της είπα γελώντας πως θα με σκότωνε αν μπορούσε; Και εκείνη δεν μου απάντησε. Απλά , τα χαρακτηριστικά του προσώπου της είχαν τραβηχτεί και στα μάτια της είχε απλωθεί μια κακιά μοχθηρία. Αυτά τα σκέφτηκα πολύ αργότερα. Όταν με εγκατέλειψε για χάρη του Παύλου. Το έμαθα μόνος μου, γιατί την παρακολούθησα. Σκέφτηκα λοιπόν πώς αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να είχε μπλέξει στα δίχτυα της και τον Σωτήρη. Είναι αδίσταχτη.-
-Σας έχει πει περισσότερα για αυτή την δουλειά που ετοίμαζε;-
-Είχε ανακαλύψει μια μεγάλη ιστορία μου είχε πει. Ήταν πολύ τυχερή που ήταν παρών στην σωστή ώρα και στον κατάλληλο τόπο. Την είχα ρωτήσει αν ήταν τίμια δουλειά και είχε απαντήσει πως με τον σταυρό δεν πάει κανείς μπροστά.-
-Για τον φόνο του Σωτήρη σας είχε αναφέρει κάτι; Τι πίστευε εκείνη;-
-Πως ο Στέφανος ήταν ο δολοφόνος. Και εγώ της είχα πει πως αυτή η αδερφή ούτε τα οπίσθια της δεν ήξερε να ξύσει. Σιγά μην είχε σκοτώσει τον Σωτήρη.-
-Δηλαδή δεν πιστεύετε πως ο δολοφόνος είναι ο Στέφανος;-
-Σε καμία περίπτωση.-
-Της είχατε αναφέρει τη γνώμη σας;-
-Ναι. Και βέβαια.-
-Και τι σας είχε απαντήσει;-
-Πως δεν ήξερα τι έλεγα. Σίγουρα τον είχε σκοτώσει ο Στέφανος γιατί ο Σωτήρης τον εκβίαζε.- Τα μάτια του Σπύρου πήραν φωτιά.
-Και πως ήξερε εκείνη πως ο Σωτήρης εκβίαζε τον Στέφανο; Αυτό το γνώριζαν μόνο οι δυο άντρες.-
-Τους είχε ακούσει να συζητάνε μια νύχτα.-
-Θυμάστε ποια νύχτα ήταν αυτή;-
-Από ημερομηνία όχι, αλλά ήταν μια νύχτα που είχαμε πάει στο δάσος να κάνουμε έρωτα στο αμάξι μου. Πηγαίναμε συχνά. Πολλές φορές πίναμε και καπνίζαμε με τις ώρες. Ήταν γερό ποτήρι η Σοφία. Ήξερε να απολαμβάνει την κάθε στιγμή. Ένα τέτοιο  βράδυ που εγώ είχα πιει αρκετά με είχε αφήσει να κοιμάμαι στο αυτοκίνητο. Δεν ξέρω που είχε πάει. Συνήθως έκανε μια βόλτα ως τη θάλασσα , που εκτεινόταν εκεί που τελείωνε το δάσος. Πόση ώρα έλειψε δεν θυμάμαι να σας πω. Με ξύπνησε και μου είπε……… Ναι το θυμάμαι πολύ καλά. <<Όταν έρχεται η νύχτα οι σκιές ξεπροβάλλουν  και τα μυστικά αιωρούνται στις πευκοβελόνες των δέντρων>>. Δεν είχα καταλάβει τι προσπαθούσε να μου πει και μου εξήγησε πως είχε ακούσει τον Σωτήρη της Λίνας να εκβιάζει τον Στέφανο για να είναι μαζί. Ήμουν όμως φτιαγμένος από το ποτό και δεν έδωσα σημασία για τους δυο άντρες. Αδερφές έχει γεμίσει όλος ο κόσμος. Το έβαλα στην άκρη το περιστατικό. Και τι με ένοιαζε εμένα που βρισκόντουσαν ερωτικά τα αγοράκια; Όταν όμως χώρισα με την κυρία άρχισα να αναλύω και την παραμικρή φράση.-
-Αλλά γιατί;-
-Γιατί κύριε Μάντεκα ένιωθα τόσο μικρός απέναντι της. Είχα πιαστεί κοροΐδο. Και μάλιστα από μια γυναίκα. Ποιος εγώ. Ο Γιάννης. Αυτό δε μπορούσα να το χωνέψω.-
Ο Σπύρος άναψε τσιγάρο και πρόσφερε ένα και στον Γιάννη.
-Θα χρειαστώ την βοήθεια σας. Νομίζω πως τώρα έχω μαζέψει αρκετές πληροφορίες. Μου μένει κάτι ακόμα όμως για να προχωρήσω.-
-Τι ακριβώς θέλετε να κάνω;-
-Το δόλωμα. Η καλύτερα τον άντρα που θα νευριάσει το φίδι και θα το κάνει να βγει μόνο του από την τρύπα. Θα σας παρέχουμε όλες τις προφυλάξεις , αλλά θα πρέπει να ξέρετε πως είναι επικίνδυνο το όλο εγχείρημα.-
-Και ποιόν θα νευριάσω;- Ρώτησε ο Γιάννης.-
-Μα φυσικά την Σοφία. Θα κάνετε τα πάντα για να την εκνευρίσετε και να αρχίσει να μιλά. Είμαι σίγουρος πως θα έχει να μας πει αξιόλογα πράγματα.-
-Είμαι από τώρα στη διάθεση σας.- Του είπε ο Γιάννης και ένα σαρδόνιο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του.


Ο Γιώργος ετοίμαζε δυο καφέδες στην κουζίνα του σπιτιού. Ο Στέφανος έκανε το μπάνιο του. Βγαίνοντας λίγο αργότερα με το άσπρο του μπουρνούζι κάθισε στην καρέκλα και ήπιε μια γουλιά καφέ. Ο Γιώργος τον πλησίασε και τον φίλησε στα μαλλιά. Κάθισε δίπλα του και άναψε τσιγάρο.
-Η ξαδέλφη σου η Ελισάβετ νομίζω πως είναι η μόνη που θα πρέπει να σε αγαπά τόσο πολύ.- Του είπε πονηρά ο Γιώργος πίνοντας τον καφέ του.
-Δηλαδή; Δεν το κατάλαβα το υπονοούμενο.-
-Πήγε και ερωτεύθηκε  τον αστυνομικό που έχει αναλάβει την υπόθεση του φόνου. Λες και το έκανε επίτηδες. Αν παντρευτούν αυτοί οι δυο , ο κύριος Μάντεκας θα γίνει πρώτος σου ξάδερφος. Αυτή η Ελισάβετ. Μα πως τα καταφέρνει μου λες;- Συνέχισε γελώντας εκείνος.
-Είσαι τελείως τρελός. Έτσι δεν είναι αγόρι μου; Έτυχε. Απλή τύχη και τίποτα παραπάνω.-
-Μα αυτό λέω και εγώ. Απλά μας βολεύει και από πάνω. Ακόμα και αν ήσουν εσύ ο δολοφόνος όλο και κάτι θα έκρυβε.- Συνέχισε γελώντας ο Γιώργος.
-Σε πληροφορώ δεν θα έκρυβε τίποτα. Θα με έχωνε μέσα. Δεν είδες τι έκανε του Μηνά; Είναι άκαμπτος αυτός και καλά κάνει.-
-Με το φόνο όμως τα βρήκε σκούρα.-
-Αυτό δε το ξέρουμε. Η  αστυνομία πηγαίνει σιγά και σταθερά. Επεξεργάζεται την κάθε υπόθεση μαζεύοντας όλα τα στοιχεία. Μετά συνδέει τα κομμάτια. Στο τέλος πάντα φτάνει στο σκοπό της.-
-Δεν ξέρω Στέφανε. Μακάρι να βρεθεί ο δολοφόνος γιατί στην πόλη με κοιτάζουν με μισό μάτι. Να ! Σου λένε. Ο γκόμενος του μανιακού δολοφόνου.-
-Αηδίες. Όλα αυτά είναι μέσα στο μυαλό σου. Ο αστυνόμος θα βρει την άκρη , αν δεν την έχει βρει ήδη.- Του απάντησε ο Στέφανος και τον φίλησε.

Και είχε δίκιο. Ο Σπύρος Μάντεκας ήταν με τον Αλέκο Ρέικο δυο μέρες μετά. Συζητούσαν στο μπαρ του ξενοδοχείου.
-Αλέκο μου έφερες τα χαρτιά της υιοθεσίας του Παύλου;-
-Ναι εδώ τα έχω. Τα έβγαλα σε αντίτυπα και κράτησα τα  πρωτότυπα.- Ο Σπύρος διάβασε τα έντυπα και τον ρώτησε.
-Εδώ υπάρχουν υπογραφές και από τον διευθυντή του ορφανοτροφείου και από τους γιατρούς και βέβαια από την νοσοκόμα την φίλη της πρώην γυναίκας σου. Πως και την άφησαν να εμπλακεί στην υιοθεσία; Το ρωτώ αυτό γιατί μια απλή νοσοκόμα ήταν. Αυτές οι δουλειές γίνονται συνήθως από τους υψηλά ιστάμενους.-
-Ναι το ξέρω. Η γυναίκα μου  ανέφερε πως εκείνη η φίλη της ήταν πέντε χρόνια σε αυτή τη δουλειά και την αγαπούσαν όλοι. Και μιας και το βρήκε , εκείνη όπως τους είχε πει ένιωθε απέναντι στο βρέφος μια παραπάνω ευθύνη και αγάπη για  αυτό. Και έτσι την άφησαν να είναι παρών στις διαδικασίες.-
-Ξέρουμε το όνομα αυτής της κυρίας;-
-Ναι. Την έλεγαν Ρία Μεντράνη.-
-Πολύ καλά. Αλέκο τώρα έχω όλα τα στοιχεία στα χέρια μου. Η υπόθεση είναι πια τελειωμένη.-
-Ναι αλλά εγώ θέλω να γνωρίσω το παιδί μου. Πρέπει να με πας να τον γνωρίσω Σπύρο.-
-Θα γίνει και αυτό πολύ σύντομα Αλέκο. Εγώ που μίλησα μαζί του μου είπε πως δεν είχε ιδέα για την υιοθεσία. Ο άνθρωπος δεν ήξερε τίποτα. Δεν του είχαν μιλήσει οι γονείς του.-
-Του είπες για μένα;-
-Του ανέφερα ότι είναι γιος σου , αλλά δεν ξέρει πως είσαι εδώ.-
-Και τώρα τι θα γίνει;-
-Αυτό που με απασχολεί τώρα είναι ο δολοφόνος του Σωτήρη.-
-Και πιστεύεις πω τον σκότωσε ο  άλλος μου γιος;-
-Όχι. Τώρα Αλέκο ξέρω ποιος είναι ο δολοφόνος. Και δεν είναι ο Παύλος. Μπορείς να ηρεμίσεις , αλλά δεν θα πεις σε κανέναν τίποτα μέχρι να πιάσω τον δράστη.-
-Μα πως τον ανακάλυψες;-
-Αυτό δεν έχει τόση σημασία , όσο το ότι θέλω να τον κάνω να φανερωθεί μόνος του.-
-Θα το κάνει;-
-Στοχεύω πάντα στην ανθρώπινη ψυχολογία Αλέκο.  Ένας έξυπνος δολοφόνος δεν μπορεί να κρατήσει όλη τη χαρά μέσα του. Δεν μπορεί να πνίξει την έπαρση που νιώθει για το επίτευγμα του. Έχει ευφυΐα και θέλει να το δείξει στους υπόλοιπους. Και κάποια στιγμή αν εξοργιστεί πολύ αρχίζει να λέει ιστορίες. Να του ξεφεύγουν λόγια. Μπορείς να μου έχεις εμπιστοσύνη. Θα σου κάνω μια ερώτηση τώρα. Μήπως και τώρα κοντά είχες τηλεφώνημα από μια κυρία;-
-Τι κυρία. Δεν καταλαβαίνω.-
-Κάποια κυρία θα σε πάρει η στο τηλέφωνο η θα ζητήσει προσωπική επαφή μαζί σου. Θα σου αναφέρει πως γνωρίζει την ύπαρξη ενός δεύτερου γιου. Ενός γιου που είναι υιοθετημένος και αγνοείς εσύ πως υπάρχει.-
-Σπύρο μου , δεν έχω ιδέα για ποιο πράγμα μιλάς.-
-Αλέκο δεν χρειάζεται να ξέρεις τις παραμέτρους αυτής της υπόθεσης. Εδώ και λίγες μέρες τα τηλεφωνήματα σου στο ξενοδοχείο παρακολουθούνται. Όλο το δωμάτιο στο οποίο μένεις έχει κοριούς. Καταγράφουμε κάθε συνομιλία που έχεις η που θα έχεις. Πιστεύω πως ο δολοφόνος του Σωτήρη θα έρθει σε επαφή μαζί σου. Χωρίς εσένα δεν θα μπορέσει να πραγματοποιήσει τα θέλω του.-
-Και είναι γυναίκα; Μα;………. Και πότε βάλατε κοριό; Ιδέα δεν έχω.-
-Αυτές είναι δουλειές της αστυνομίας.- Του απάντησε ο Σπύρος και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη.

Το ίδιο βράδυ η Αγγελική , η Έλενα , η Γιώτα και η Ελισάβετ έπιναν ένα ποτό στο σπίτι της Γιώτας. Είχαν μαζευτεί για να συζητήσουν τα δραματικά γεγονότα που είχαν χτυπήσει την οικογένεια τους. Ήταν Μάρτης  μήνας και το κρύο ήταν τσουχτερό. Έξω στην πλάση η μυρωδιά του καμένου ξύλου από το τζάκι στο σπίτι της Γιώτας , είχε γεμίσει την ατμόσφαιρα μεθυστικές αναθυμιάσεις. Ο ουρανός ήταν γεμάτος από λευκά σύννεφα. Κανείς όμως δεν μπορούσε να τα διακρίνει μέσα στην σκοτεινιά της νύχτας. Το φορτίο που κουβαλούσαν τα σύννεφα ήταν λευκό, απαλό χιόνι , που άρχισε να πέφτει απαλά τώρα από ψηλά. Οι νιφάδες ήταν πολύ μικρές και μόλις ακουμπούσαν στη γη πέθαιναν αμέσως. Η Ελισάβετ ήταν όρθια στο παράθυρο του σαλονιού και κοιτούσε  έξω. Δε μπορούσε να δει τη θάλασσα , αλλά μύριζε την αύρα της που ανακατεμένη με τα κούτσουρα που καιγόντουσαν στο τζάκι της Γιώτας ανέδυαν μια θεϊκή μυρωδιά. Είχε ανοίξει λίγο το παράθυρο και ρουφούσε άπληστα τον αέρα. Η Αγγελική την κοιτούσε για λίγα λεπτά καθώς οι άλλες δυο γυναίκες κουβέντιαζαν δίπλα της. Χαμογέλασε και της είπε.
-Τις παλιές συνήθειες δεν μπορείς να τις ξεχάσεις. Έτσι δεν είναι Ελισάβετ μου;-
-Ε! Ποιες συνήθειες;- Της απάντησε εκείνη χαμένη σε σκέψεις.
-Να μυρίζεις τον αέρα του χειμώνα με πάθος. Από μικρή το έκανες αυτό.-
-Λατρεύω το χειμώνα. Δε το έκρυψα ποτέ μου.-
-Θα έλεγα καλύτερα πως έχεις μια παθιασμένη σχέση μαζί του. Ερωτική. Ναι , ερωτική μπορώ να την χαρακτηρίσω.-
-Με ξέρεις πολύ καλά. Τίποτα δεν άλλαξε από τότε που μικρή , μου άρεσε να παίζω με το χιόνι. Η αγάπη μου για τον χειμώνα και τις χαμηλές θερμοκρασίες δεν άλλαξε , αλλά αλλάξαμε εμείς. Οι άνθρωποι εννοώ.- Της απάντησε θλιμμένα εκείνη. Έκλεισε το παράθυρο , τράβηξε την κουρτίνα και κάθισε στον καναπέ , απέναντι από το τζάκι.
-Τι έχουν οι άνθρωποι;- Την ρώτησε η Γιώτα.
-Τι δεν έχουν να με ρωτήσεις. Δεν έχουν καρδιά. Ψυχή. Αισθήματα δεν έχουν. Είναι μέσα τους νεκροί. Έχουν σαπίσει εσωτερικά και αυτοί ενδιαφέρονται για την εξωτερική τους εικόνα. Να μη ξεβάψει. Να μη λερωθεί , να μη σπάσει. Σε όλη μου τη ζωή πίστευα πως κάπου υπάρχει ανθρωπιά. Γελάστηκα όμως. Αυτός που με πλήγωσε περισσότερο ήταν ο Μηνάς. Αυτό το γεμάτο κακία πρόσωπο , που με έβριζε και με χτυπούσε , δεν ήταν του ξαδέρφου μου. Κάποιος  άλλος είχε μπει στο σώμα  του και τον εξουσίαζε.- Της απάντησε η Ελισάβετ και ήπιε λίγο από το ποτό της.
-Η απόπειρα βιασμού σου από τον Μηνά κλόνισε όλη την οικογένεια. Και ακόμα δε μπορώ να καταλάβω γιατί μας έκρυψες όλη αυτή την ιστορία. Μιλάω για τον έρωτα του , προς εσένα. Γιατί θεώρησες καλό να μη μας το αναφέρεις; Τι σκέφτηκες τότε;-
Της απάντησε σε αυστηρό τόνο η Αγγελική.
-Δε σκέφτηκα τίποτα. Δε το θεώρησα σοβαρό. Ένας άντρας σου εξομολογείται τον έρωτα του. Εσύ του λες όχι ευχαριστώ , δεν ενδιαφέρομαι. Σταματάς να έχεις πολλές επαφές μαζί του και πιστεύεις πως το έχει καταλάβει. Και ξαφνικά σου χτυπά την πόρτα στο σπίτι σου , του ανοίγεις και προσπαθεί να κάνει έρωτα μαζί σου με τη βία. Από εκεί και πέρα Αγγελική τι θα μπορούσα να είχα αποφύγει; -
-Τίποτα. Ο Μηνάς θα το έκανε αυτό. Ο καταπιεσμένος του έρωτας βρήκε διέξοδο στη βία. Η αγάπη του έγινε ζήλια. Μίσος. Εσύ έβγαινες με τον Σπύρο. Σας είχε δει , γιατί σε παρακολουθούσε , χωρίς να το ξέρεις. Θα μπορούσε πολύ απλά να είχε γυρίσει σελίδα και να έφτιαχνε τη ζωή του. Δε το έκανε. Ήθελε να σε έχει δική του με κάθε τρόπο. Δε μπορούσε να σκεφτεί καθαρά.- Απάντησε μπαίνοντας στη συζήτηση η Έλενα.
-Έχετε σκεφτεί κάτι; Πως ο ένας παρακολουθεί τον άλλο σε αυτή την οικογένεια. Η Αγγελική παρακολούθησε την Σοφία , η Έλενα έκανε το ίδιο , ο Μηνάς την Ελισάβετ και ο Μάντεκας όλους σας. Σα να μην έχετε τη δική σας ζωή , αλλά να βρίσκετε ενδιαφέρον στις ζωές των άλλων. Αναρωτηθήκατε ποτέ αν εμείς και βάζω και τον εαυτό μου μέσα , και ας μην ανήκω στην οικογένεια , κουβαλάμε την δική μας διαστροφή; Την σαπίλα για την οποία έκανες λόγο πιο πριν Ελισάβετ;- Συνέχισε η Γιώτα.
-Ναι. Το έχω σκεφτεί και για αυτό είμαι τόσο θλιμμένη , όλο αυτό τον καιρό μετά το γεγονός με τον Μηνά. Μέσα σε ένα χρόνο αυτό το σόι που όλοι θαύμαζαν και εκτιμούσαν έγινε ο περίγελος  της πόλης. Βγήκαν τόσα και τόσα στη φόρα και πολύ φοβάμαι πως δεν θα σταματήσουν εδώ.- Είπε η Ελισάβετ και άναψε τσιγάρο. Η Έλενα κοίταξε την Γιώτα. Το δικό τους μυστικό είχε παραμείνει μυστικό. Η Γιώτα την κοίταξε αποφασιστικά. Ήταν σαν να της έλεγε πως δεν θα άφηνε κανένα να μάθει για αυτές. Κανείς δε θα μάθαινε ποτέ του.

-Σου έχει πει ο Σπύρος τι γίνεται με την υπόθεση του φόνου; Νομίζω πως  καθυστερεί πολύ.- Ρώτησε η Αγγελική την Ελισάβετ.
-Η αλήθεια είναι πως συλλέγει ακόμα στοιχεία. Από την αρχή μου είχε πει ότι ο δολοφόνος του Σωτήρη είναι μέσα σε αυτή την οικογένεια , η στο ευρύτερο φιλικό της περιβάλλον. Όποιος τον σκότωσε ήξερε για τον κρυφό δεσμό με τον αδερφό σου.-
-Και αυτό είναι το περίεργο Ελισάβετ. Ο Στέφανος το είχε επτασφράγιστο μυστικό και δεν πιστεύω ο Σωτήρης να το είχε διαδώσει. Φρόντιζε πολύ την δημόσια εικόνα του.- Απάντησε η Αγγελική.
-Σκεφτήκατε καθόλου να είχε ακούσει κάποιος μια συνομιλία τους; Τυχαία βέβαια. οι άνθρωποι κρυφακούνε. Αυτό θα έπρεπε να το ξέρετε.- Είπε η Γιώτα.
-Ωραία όλα αυτά. Αλλά ποιος θα ήθελε να πιαστεί ως δολοφόνος ο Στέφανος; Και ποιόν σκοπό θα εξυπηρετούσε αυτή η κίνηση;- Ρώτησε η Έλενα.
-Ποιος είχε όφελος να πεθάνει ο Σωτήρης και να καταδικαστεί ο Στέφανος;- Συνέχισε η  Ελισάβετ και κοίταξε τα δυο κούτσουρα που τριζοβολούσαν στο τζάκι. Κανένας δεν απάντησε. Ίσως γιατί όλες τις απαντήσεις τις είχε ο Σπύρος. Έτσι την επόμενη μέρα στις έντεκα το πρωί εκείνος  βρισκόταν έξω από την αυλόπορτα μιας φτωχικής μονοκατοικίας κάπου στο Πέραμα. Πέρασε μέσα και χτύπησε την πόρτα του σπιτιού. Δευτερόλεπτα αργότερα μια ηλικιωμένη γυναίκα του άνοιξε.
-Καλημέρα σας. Είστε η κυρία Μεντράνη;- Την ρώτησε.
-Μάλιστα.-
-Είμαι ο αστυνόμος του εγκληματολογικού Σπύρος Μάντεκας. Μιλήσαμε πριν μια μέρα.- Της απάντησε και  της έδειξε την ταυτότητα του.
-Ναι κύριε αστυνόμε. Περάστε μέσα σας παρακαλώ.- Του απάντησε εκείνη και ο Σπύρος βρέθηκε στο εσωτερικό του σπιτιού. Ήταν φτωχικό , αλλά πολύ καθαρό. Υπήρχαν λιγοστά έπιπλα μέσα . Ένα σερβάν , ένα τραπέζι και κάποιες καρέκλες. Στα δεξιά υπήρχε μια μικρή κουζίνα και πιο δίπλα το μπάνιο. Το κεντρικό δωμάτιο ήταν καθιστικό και κρεβατοκάμαρα μαζί , μιας και σε μια γωνιά υπήρχε ένα κρεβάτι.
-Καθίστε. Να σας φτιάξω ένα καφέ αστυνόμε;-
-Αν δε σας κάνει κόπο;-
-Δεν θα αργήσω. Πως τον πίνετε;-
-Σκέτο χωρίς ζάχαρη.- Της απάντησε εκείνος και άναψε τσιγάρο. Λίγο αργότερα η ηλικιωμένη γυναίκα έφερε τον καφέ και δε δυσκολία κάθισε δίπλα του σε μια καρέκλα.
-Γεράματα παιδί μου.- Του είπε μορφάζοντας από το πόνο.
-Υποφέρετε από κάτι;-
-Τα πόδια μου δε με βαστάνε πια. Τι να σου κάνουν και αυτά. Μια ζωή στη βιοπάλη δεν είχα που να σταθώ.-
-Κυρία Μεντράνη δουλεύατε  ως νοσοκόμα;- Την ρώτησε ο Σπύρος μπαίνοντας αμέσως στο θέμα.
-Είχα τελειώσει νοσηλευτική και όταν πήρα το πτυχίο μου δούλεψα πρώτα σε μια ιδιωτική κλινική στην Αθήνα. Έμεινα κάποια χρόνια εκεί. Δεν μου εξηγήσατε τι ακριβώς με θέλατε κύριε αστυνόμε. Δεν μπλέχτηκα ποτέ μου σε βρώμικες υποθέσεις.-
-Όχι. Και βέβαια όχι. Ερευνώ μια υπόθεση δολοφονίας.-
-Και τι σχέση έχω εγώ με αυτή;-
-Εσείς καμία. Γνωρίζετε όμως την μητέρα αυτού που δολοφονήθηκε.-
-Ποια είναι;-
-Η Ελπίδα Ρέικο.- Της είπε ο Σπύρος και η ηλικιωμένη γυναίκα τον κοίταξε με μάτια που πρόσδιναν ταραχή.
-Την γνωρίζατε. Έτσι δεν είναι;-
-Ήταν φίλη μου. Πολύ καλή. Έχουμε χάσει όμως την επικοινωνία μας. Πέρασαν τα χρόνια. Εκείνη ζει στην Αμερική. Έχω πολλά χρόνια να την δω.-
-Πόσα;-
-Περίπου……….Θα πρέπει να είναι τριάντα πέντε με τριάντα έξι χρόνια.- Είπε εκείνη.
-Πριν λοιπόν από τριάντα πέντε χρόνια η κυρία Ρέικο γέννησε ένα παιδί. Ένα αγόρι. Το έδωσε σε εσάς  να το πάτε στο ορφανοτροφείο που δουλεύατε τότε. Εκείνη είχε χωρίσει ένα χρόνο πριν από τον άντρα της. Είχαν ήδη ένα γιο. Τον Σωτήρη. Έτσι δεν είναι;- Η γυναίκα είχε σκύψει το κεφάλι της. Σήκωσε το πρόσωπο της δειλά.
-Ναι. Έτσι έγιναν όλα. Δεν ήθελε ο Αλέκος να μάθει πως ήταν έγκυος  όταν χώρισαν. Γέννησε το παιδί και φτιάξαμε μια ιστορία. Ένα ψέμα για να το δεχτούν στο ορφανοτροφείο. Είπα στη διεύθυνση πως το βρήκα σε ένα στενάκι δίπλα στο ίδρυμα νωρίς ένα πρωί. Με πίστεψαν. Δούλευα πέντε χρόνια εκεί και με αγαπούσαν. Το ανέλαβαν και το δώσαμε σε μια πολύ καλή οικογένεια τρεις μήνες μετά. Όταν έγιναν τα χαρτιά της υιοθεσίας μου επέτρεψαν να είμαι μπροστά. Μιας και το είχα βρει εγώ ήταν συναισθηματικό το δέσιμο που είχα με το μωρό. Άλλωστε και η Ελπίδα ήθελε να γνωρίζει τα πάντα για την τύχη του παιδιού. Ήξερε από την αρχή το επίθετο των ανάδοχων γονιών , αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί σας ενδιαφέρουν όλα αυτά.-
-Γιατί κυρία Μεντράνη ο πρωτότοκος γιος του Αλέκου και της Ελπίδας , ο Σωτήρης δολοφονήθηκε το καλοκαίρι που μας πέρασε , σε μια παραθαλάσσια πόλη.-
-Πώς; Χριστέ μου. Μα γιατί; Δεν ήξερα τίποτα. Καημένη Ελπίδα. Ποιος να το περίμενε;-
-Είδατε; Η ζωή είναι απρόβλεπτη.-
-Για αυτό ψάχνεται το δεύτερο παιδί; Παύλο το λένε. Ο καημένος ο Αλέκος. Να έχει και άλλο παιδί και να μη το γνωρίζει.-
-Κυρία Μεντράνη  γνωρίζεται κάποια Σοφία;- Την ρώτησε αυστηρά ο Μάντεκας.
-Όχι δε μου λέει τίποτα το όνομα.-
-Τότε θα σας το θέσω διαφορετικά. Σας πήρε κάποια άγνωστη για σας γυναίκα; Να σας ζητήσει να της επιβεβαιώσετε πως ο δεύτερος γιος του Ρέικο λέγετε Παύλος Πράτης;- Η Μεντράνη άρχισε να έχει μια ελαφριά τρεμούλα στα χέρια.
-Μη φοβάστε. Ψάχνω να βρω μια αλήθεια. Μόνο αυτό.-
-Πως το ξέρατε; Ναι. Με πήρε κάποια. Δεν την ήξερα. Είναι μήνες τώρα. Πριν να τελειώσει  το καλοκαίρι. Δεν ήξερα πως έμαθε το τηλέφωνο μου. Μου είπε πως αν δεν της έλεγα το επίθετο του Παύλου θα με κατέδιδε στην αστυνομία. Είχε μάθει για το ψέμα που είχα πει τότε στο ορφανοτροφείο. Όπως καταλαβαίνετε φοβήθηκα πολύ. Αλλά δε με ρώτησε μόνο για αυτό. Ήθελε να μάθει αν ο  πρωτότοκος γιος του Ρέικο είχε κρατήσει το επίθετο του πατέρα του. Δεν κατάλαβα τι το ήθελε αυτό. Της είπα πως δεν είχε λόγο να το αλλάξει και μετά με ρώτησε το επίθετο της Ελπίδας. Το πατρικό της.   Της είπα λοιπόν ότι ήξερα. Από τότε δεν με ενόχλησε ξανά.-
-Κυρία Μεντράνη αυτή η άγνωστη γυναίκα θα μπορούσε να μάθει για εσάς; Εννοώ προσωπικά δεδομένα; Προσπαθήστε να θυμηθείτε. Μήπως πηγαίνατε σε κάποιο σύλλογο; Είχατε ασχοληθεί με κάτι που αναγκαστικά θα σας έφερνε σε επαφή με πολύ κόσμο;-
-Όχι. Με τρία παιδιά δε μου έμενε χρόνος ούτε στην εκκλησία να πάω. Είχα δύσκολη ζωή , γιατί ο άντρας μου χαρτόπαιζε και πολύ συχνά δεν είχαμε λεφτά. Δούλευε στις οικοδομές, εγώ στο ίδρυμα , αλλά με τρία παιδιά και με εκείνον να χάνει όσα έβγαζε , αναγκαζόμουν να πουλάω ότι είχα και δεν είχα.-
-Τι πουλούσατε;-
-Από την οικογένεια μου είχα κληρονομήσει κάποια κοσμήματα. Από την συχωρεμένη τη γιαγιά μου. Ήταν από την Σμύρνη. Τι να έκανα και εγώ; Πήγαινα σε ένα μαγαζί από αυτά που δανείζεσαι χρήματα. Ήταν στην Αθήνα. Έπρεπε να ζήσουμε. Πήγαινα πολύ συχνά. Αυτός που το είχε ήταν άνθρωπος του υπόκοσμου. Η ανάγκη βλέπεται. Αλλιώς δεν ήθελα ούτε να τον βλέπω. Μπορεί αυτή η γυναίκα να με είχε δει από εκεί.- Ο Σπύρος της χαμογέλασε. Το παζλ είχε σχεδόν ολοκληρωθεί.
-Είχατε πει ποτέ σε εκείνον τον μαγαζάτορα την ιστορία σας αυτή με την υιοθεσία;-
-Χριστός φυλάει. Όχι βέβαια. τι δουλειά είχε αυτός με τα προσωπικά μου. Όχι. Με την Ελπίδα μας έδενε η φιλία. Και εγώ ποτέ δεν την πρόδωσα.- Του είπε εκείνη αποφασιστικά.
-Ο άντρας σας το ήξερε;-
-Άντρας μου ήταν. Και βέβαια ήξερε τις υποθέσεις που με αφορούσαν. Αλλά έχει πεθάνει τώρα πια.-
-Κυρία Μεντράνη μήπως έχετε τη διεύθυνση αυτού του ανθρώπου;-
-Ναι. Σε κάποιο συρτάρι θα είναι  του μπουφέ. – Του απάντησε και ο Σπύρος την βοήθησε να σηκωθεί.
-Α! Να το. – Αναφώνησε και έδωσε στον Σπύρο μια πολύ παλιά κάρτα. Ο Σπύρος άναψε τσιγάρο.
-Κυρία Μεντράνη με βοηθήσατε πολύ.-
-Αλήθεια; Και θα τον πιάσετε τώρα τον δολοφόνο του Σωτήρη;- Τον ρώτησε με αγωνία.
-Τον έχω εντοπίσει και σε λίγο καιρό θα τον κλείσω στη φυλακή.- Της απάντησε ο Σπύρος και βγήκε έξω από το σπίτι.

Μια ώρα μετά ο Μάντεκας βρισκόταν στην διεύθυνση του εγκληματολογικού τμήματος της αστυνομίας και μπήκε στο γραφείο του  υφιστάμενου του.
-Σπύρο. Επιτέλους ήρθες. Και νόμιζα πως θα έμενες για πάντα σε αυτή την πόλη. Τι έγινε σε μάγεψε η θάλασσα;- Του είπε γελώντας και τον χτύπησε φιλικά στη πλάτη.
-Έχω στα χέρια μου το δολοφόνο. Ξέρω ποιος είναι. Η ιστορία έχει πολύ βάθος. Για αυτό και μου πήρε τόσο χρόνο για να την ανακαλύψω. Και αυτό βέβαια βάζοντας τον παράγοντα τύχη. Αυτή τη φορά το καλό μου άστρο με βοήθησε πολύ.- Του απάντησε ο Σπύρος και κάθισε σε μια καρέκλα.
-Δηλαδή ακόμα μια επιτυχία για τον Σπύρο Μάντεκα;-
-Δε το βλέπω έτσι. Η επιτυχία είναι άγευστη. Σημασία είναι να είσαι ο εαυτός σου. Να παραμείνεις ο ίδιος μέσα από τις αντιξοότητες της ζωής. Ήρθα να σε ενημερώσω προσωπικά και να σου πω να μου δανείσεις την Έλλη για λίγο καιρό. Θα την χρειαστώ μαζί μου σε εκείνη την πόλη. Είναι πολύ καλή στις παρακολουθήσεις και την καταγραφή των συνομιλιών.-
-Είναι στη διάθεση σου. Πότε θα φύγεις;-
-Αύριο το πρωί. Δεν προλαβαίνω να την δω τώρα. Έχω και μια άλλη δουλειά. Να της πεις πως θα περάσω αύριο το πρωί στις εννιά να την πάρω από το σπίτι της. Θα έχετε γρήγορα νέα μου.- Του είπε ο Σπύρος και έφυγε γρήγορα.
-Σε αυτό δεν αμφέβαλα ποτέ μου Μάντεκα.- Είπε εκείνος και χαμογέλασε.     

Φεύγοντας από το κτήριο της αστυνομίας ο Σπύρος πήγε κατευθείαν στη διεύθυνση εκείνου του μαγαζιού που του είχε δώσει η Μεντράνη. Το βρήκε εύκολα. Ήταν ένα υπόγειο. Κατέβηκε τα σκαλοπάτια που ήταν μαύρα από την βρώμα και βρέθηκε σε ένα χώρο που μύριζε μούχλα και νικοτίνη. Ένα χλωμό φως έριχνε τη σκιά του πάνω σε ένα γραφείο. Πιο πέρα στον πάγκο υπήρχαν δυο γυναικείες γούνες , δυο , τρία δερμάτινα σακάκια και μερικά μπουκάλια ουίσκι. Το μαγαζί δούλευε με ότι του έδιναν οι πελάτες του. Δεν αγόραζε μόνο χρυσαφικά και κοσμήματα. Εκείνη την ώρα δεν υπήρχε κανένας πελάτης. Άλλωστε ήταν και η ώρα περασμένη. Σε λίγο θα έκλεινε για μεσημέρι. Ο Σπύρος είδε ένα αρκετά ηλικιωμένο άντρα με μεγάλη κοιλιά και λίγα μαλλιά να κάθεται στο γραφείο και να εξετάζει ένα ζευγάρι διαμαντένια σκουλαρίκια.
-Ποιος είναι υπεύθυνος εδώ;- Ρώτησε ο Μάντεκας. Ο ηλικιωμένος σήκωσε τα μάτια του και του απάντησε βαριεστημένα.
-Είναι αργά καλόπαιδο. Θα κλείσω σε δυο λεπτά. Έλα το απόγευμα.- Μετά ξανακοίταξε τα σκουλαρίκια. Ο Σπύρος έβγαλε την ταυτότητα του και την κόλλησε πάνω στα γυαλιά του ιδιοκτήτη.
-Αστυνόμος Σπύρος Μάντεκας.- Του είπε και ο άντρας τον κοίταξε τώρα με προσοχή.
-Πως σε λένε;- Τον ρώτησε αυστηρά.
-Μενέλαο.-
-Το άλλο; -
-Μενέλαο βράχο , κύριε αστυνόμε. Το μαγαζί είναι εντάξει. Έντιμο που λένε. Με τα χαρτιά του και τις εφορίες του. Κομπλέ.-
-Ναι. Όσο σε βλέπω και με βλέπεις. Άκουσε εδώ παππού. Ήρθα για κάποιες πληροφορίες.-
-Δεν ξέρω τίποτα εγώ.- Απάντησε εκείνος και σηκώθηκε από μια λιγδιασμένη καρέκλα που καθόταν.
-Μη μου τα μασάς εμένα και άρχισε να ξερνάς , γιατί όχι μόνο θα σου κλείσω αυτή την ποντικότρυπα , αλλά για όσο ζήσεις δεν θα σε αφήσω σε χλωρό κλαρί.- Τον προειδοποίησε ο Σπύρος και ο άντρας άλλαξε συμπεριφορά.
-Ε! Δεν είπαμε και τίποτα κυρ αστυνόμε.-
-Λοιπόν πριν  από χρόνια  είχες μια πελάτισσα εδώ. Μια κυρία Μεντράνη.-
-Ναι. Που είχε  άντρα της έναν χαρτοπαίχτη. Καλό παιδί ,αλλά η φουκαριάρα τα είχε πουλήσει όλα για χάρη του. Αυτός όμως αντί να σταματήσει το χαρτί έπαιζε πιο πολύ. Μετά από τον καημό του , το έριξε στο πιοτό. Ερχόταν εδώ σε μένα και μου ζητούσε κανένα μπουκάλι ουίσκι. Τα πουλούσα πολύ φτηνά. Τα είχαμε πιει πολλές φορές μαζί. Κρυφά βέβαια από την κυρά του.-
-Σου είχε αναφέρει για ένα παιδί που είχε βρει η γυναίκα του έξω από το ορφανοτροφείο που δούλευε; Και πρόσεξε τι θα μου πεις.-
-Μα δεν το έχω κρυφό κυρ αστυνόμε. Μόνο που δεν το είχε βρει στη τύχη. Μια φίλη της το είχε γεννήσει. Μια πολύ πλούσια και επειδή είχε χωρίσει με τον άντρα της δεν ήθελε αυτός να το μάθει. Και ο άντρας της Μεντράνη το είχε καημό. Μου είχε εξομολογηθεί πως θα μπορούσαν με αυτό το μυστικό να βγάλουν πολλά λεφτά. Η γυναίκα του όμως δεν ήθελε ούτε να ακούσει για κάτι τέτοιο. Ο μικρός μου είχε πει , άξιζε μια περιουσία.-
-Σου είχε πει πως το έλεγαν το παιδί.-
-Αμέ. Παύλο Πράτη.-
-Και δε μου λες. Αυτή την ιστορία την έχεις πει και αλλού; -
-Πώς να θυμάμαι ρε καλόπαιδο; Τόσοι έρχονται εδώ. Καμιά φορά κλείνω πιο νωρίς και πίνουμε κανένα ποτό. Λέμε πολλές ιστορίες. Που να θυμάμαι τώρα;- Ο Σπύρος έβγαλε μια φωτογραφία από την εσωτερική τσέπη του μαύρου του παλτό.
-Την αναγνωρίζεις αυτή;- Ο γέρος έβαλε τα γυαλιά του.
-Η κυρά Σοφία είναι. Και βέβαια την ξέρω. Με εφοδιάζει με γούνες και κοσμήματα. Σπαθί γυναίκα. Έξυπνη. Πολλές φορές έχουμε πιει μαζί. Γερό ποτήρι αδερφάκι μου.-
-Και δε μου λες. Είπες και σε εκείνη την ιστορία του Πράτη;-
-Που να θυμάμαι τώρα; Πολλά λέμε όταν πίνουμε. Μπορεί και να την είπα.-
-Και ανέφερες και το όνομα της κυρίας Μεντράνη;-
-Ε! Ιστορία χωρίς αρχή , μέση και τέλος γίνεται;- Του είπε ο Μενέλαος και χασμουρήθηκε. Το χνώτο του βρώμαγε ουίσκι με σκόρδο. Ο Σπύρος άναψε τσιγάρο για να μπορέσει να αποφύγει την μπόχα.
-Εντάξει γέρο. Να το ξέρεις πως θα σε καλέσω σε κατάθεση.-
-Ότι θες κυρ αστυνόμε . Ελπίζω να βοήθησα.-
-Και με το παραπάνω. Λοιπόν έφυγα και εσύ μακριά από στραβοτιμονιές. Και πού είσαι; Καλό θα είναι να κόψεις τις ιστορίες όταν πίνεις.-
-Γιατί;-
-Γιατί μπορεί να σου κοστίσουν τη ζωή.- Είπε ο Σπύρος σοβαρά και όταν βγήκε από την τρύπα ανέπνευσε καθαρό αέρα. Ένιωθε μια ανακούφιση μέσα του. Στο μυαλό όλα τα κομμάτια είχαν μπει στη σωστή τους θέση. Τώρα όλα είχαν ένα νόημα και το σημάδι στην άμμο του είχε υποδείξει τον δολοφόνο. Τώρα ήξερε πως το είχε σχηματίσει ο Σωτήρης λίγο πριν πεθάνει. Ο Σπύρος μπήκε στο αυτοκίνητο του. Στο κάθισμα του συνοδηγού καθόταν η Αρετή. Ο Σπύρος την φίλησε στο κεφάλι. Εκείνη του χάιδεψε το πρόσωπο.
-Αρετή τα κατάφερα. Άργησα αυτή τη φορά , αλλά έφερα την αποστολή μου στο τέλος.- Της είπε.
-Σπύρο μπορείς τώρα να ξεκουραστείς.- Του απάντησε εκείνη και χάθηκε από μπροστά του.
-Να ξεκουραστώ; Τι εννοείς; Αρετή; Αρετή; Που είσαι;- Της φώναξε εκείνος. Δυο δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπο του. Άναψε τσιγάρο με χέρια που έτρεμαν. Για λίγο δε μπόρεσε  να κουνηθεί. Είχε μείνει με τα χέρια στο τιμόνι και το τσιγάρο κολλημένο στα χείλη του. Το μυαλό του όμως δούλευε ασταμάτητα. Κατάφερε να βάλει μπρος το αμάξι και πήγε γρήγορα στο πρώτο ξενοδοχείο που βρήκε μπροστά του. Γδύθηκε και βυθίστηκε σε ένα ύπνο με πολλούς εφιάλτες. Είδε ξανά στον ύπνο του την Αρετή η οποία  κάτι του είπε σιγά στο αυτί , αλλά ήταν τόσο κουρασμένος που δεν αντέδρασε.

Την  επόμενη μέρα ο Σπύρος μαζί με την Έλλη ταξίδευαν προς την παραθαλάσσια πόλη. Είχε πολύ παγωνιά στην ατμόσφαιρα. Ο χειμώνας δεν έλεγε να αποχωριστεί το ψυχρό του προσωπείο. Η Έλλη κοίταζε έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου. Είχε να δει τον συνάδελφο της πολύ καιρό. Τώρα που τον είχε δίπλα της ένιωθε μια νευρικότητα.
-Λοιπόν Έλλη; Πως τα περνάς στην Αθήνα;- Την ρώτησε εκείνος.
-Την Αθήνα τη συνηθίζει κανείς. Στο γραφείο όμως μου λείπει το μυαλό σου. Το μόνιμα κολλημένο στα χείλη σου τσιγάρο και το απλανές σου βλέμμα όταν χάνεσαι.- Του απάντησε και γέλασαν δυνατά.
-Δεν έχεις άδικο Έλλη μου. Όταν με πιάνει αυτό δεν μιλάω σε κανένα.-
-Σα να βλέπεις φάντασμα είσαι. Χαμένος εντελώς.-
-Ναι έτσι ήμουν.-
-Γιατί τώρα άλλαξε κάτι;- Τον ρώτησε με νόημα.
-Ξέρεις δε το περίμενα , αλλά κάτι  έγινε όσο ήμουν σε αυτή την πόλη.- Η καρδιά της Έλλης θρυμματίστηκε μόλις άκουσε αυτά.
-Γνώρισες τον έρωτα;- Του είπε προσπαθώντας να φανεί άνετη.
-Ναι. Είμαι ερωτευμένος. Δεν περίμενα ποτέ κάτι τέτοιο στη ζωή μου. Το είχα αποκλείσει. Η δουλειά ξέρεις. Η δουλειά δε σου αφήνει περιθώρια. Από την άλλη είμαι και εγώ. Φοβάμαι να μπλέξω με κάποια. Και αν της κάνω κακό;-
-Μα τι είναι τώρα αυτά που λες; Τι κακό να κάνεις;-
-Ζούμε με τα αποβράσματα Έλλη. Αν κάποιος θελήσει να σου κάνει κακό θα ψάξει να βρει το πιο κοντινό σου πρόσωπο.-
-Αυτός δεν είναι λόγος να μη βρεις την ευτυχία.-
-Φαίνεται πως έτσι το είδα και εγώ και τελικά ενέδωσα.-
-Πως την λένε;- Του είπε με δυσκολία και χαμογέλασε ψεύτικα.
-Ελισάβετ.-
-Ωραίο όνομα. Είναι καιρός να αράξεις και εσύ.- Του είπε η Έλλη.


Φτάνοντας πριν το μεσημέρι στο αστυνομικό τμήμα της πόλης ο Σπύρος και η Έλλη παρουσιάστηκαν στον διοικητή. Εκεί ο Σπύρος τους εξήγησε το σχέδιο του. Αν και είχε όλα τα στοιχεία που ήθελε θα έβαζε τον Γιάννη να  κάνει το δόλωμα. Μετά πήγε την Έλλη στο δικό του ξενοδοχείο και της έκλεισε δωμάτιο. Δεν βιαζόντουσαν τώρα. Θα δούλευαν με αργούς ρυθμούς για να γίνουν όλα όπως έπρεπε. Ξαπλώνοντας το ίδιο βράδυ στο κρεβάτι του ο Σπύρος πήγε ξανά χρόνια πίσω. Είδε την Αρετή να του διαβάζει μπροστά στο τζάκι και τα κάστανα να περιμένουν αχνιστά στο τραπέζι της κουζίνας.  Έκλαψε με λυγμούς και έτσι τον πήρε ο ύπνος. Αμέσως εμφανίστηκε η Αρετή. Του χάιδεψε τα μαλλιά και τον σκέπασε  με την κουβέρτα. Μετά κάθισε δίπλα του και άρχισε να του διαβάζει παραμύθια. Ο Σπύρος κοιμόταν ανάλαφρος σαν το πούπουλο.


 

Το βιβλίο αυτό είναι  εξαιρετικά αφιερωμένο στην μνήμη των παππούδων μου Αποστόλη  Φήμη και  Γιώργο  Κοφινά. Στην μνήμη του πατέρα μου Παναγιώτη Γεωργίου Κοφινά. Ελπίζω να είσαστε περήφανοι για μένα. Μεγάλωσα με τις δικές σας αξίες. Σας χρωστώ τα πάντα.
Στις υπέροχες φίλες μου που μου δίνουν την  αγάπη και την συμπαράσταση τους όλα αυτά τα χρόνια. Στις: Αγγελική Σοφρά, Έλλη Κορού, Έφη Μερκούρη, Νατάσα Μπερή. Η φιλία σας ήταν πάντα κοντά μου τις ώρες που δεν μπορούσα να δω στο σκοτάδι. 
Στην Χρύσα. Εσύ ήσουν η κινητήρια δύναμη που με ώθησε να γράψω. Ένα μόνο ευχαριστώ δεν θα μπορούσε να με καλύψει. Να είσαι πάντα καλά.
Στις φίλες μου Ελισάβετ Σπανού, Ελένη Μουτζούρη, Νικολέτα Πισκοπάνη,  Χαρά Μονιού, Έρη Μαυράκη. Στην φίλη συντηρήτρια έργων τέχνης Ελισάβετ Τζουμουσλή και στον μαρμαροτεχνίτη Νότη Γιανουλάτο. Όπως και σε  όλους τους εργαζόμενους στο μουσείο της Σαλαμίνας. Σας ευχαριστώ παιδιά για την αγάπη σας.    
Στον κολλητό μου φίλο και παλιό σημαθητή Παναγιώτη Βελτανισιάν που η βοήθεια και η καλή του γνώμη με στηρίζει πάντα και στην αγαπημένη μου φίλη Δήμητρα Λαλάγκα.         
Στις φίλες μου αρχαιολόγους: Τριανταφυλλιά  Κάτουλα, Όλγα Παπαχρήστου, Μαρία Παπακωνσταντίνου, Σοφία Ζύρμπα, Μάχη Καπετανοπούλου, Εύη Μικρομάστορα.
Στον φίλο αρχαιολόγο Αντρέα Μήλιο και σε, όλους τους τεχνίτες της ανασκαφικής ομάδας του 2007-2008 που έγινε στην οδό Ολύμπου στη Σαλαμίνα.  Βασίλη Τζιβάκο, Κώστα Μιχάλαρο  Τάκη Σιγάλα , Δημήτρη Κοτζιά  και ιδιαίτερα στον Βαγγέλη Τσιλιβίγκο.  
Στον ξάδερφο μου Παναγιώτη Παπασωτηρίου  για την πολύτιμη αγάπη του και στον φίλο μου Αντρέα Αυγέρη για την υπομονή του και την δυνατή του φιλία. 
Ειδικά στην φίλη μου Δήμητρα Σκούφου που πιστεύει σε εμένα. 
Στον αδερφό μου Γιώργο Κοφινά που είναι πάντα δίπλα μου και μου χαρίζει την αγάπη του. Χωρίς αυτή τίποτα δεν έχει αξία.
Στην νύφη μου Άντζελα που με βοηθά  με την καλή της γνώμη και την
ενεργητικότητα της στις διορθώσεις των βιβλίων μου.
Στην Τούφα, την Λώρα, την Φοίβη, τον Μάξιμο, τον Νίο,  και τον Όσκαρ.  Τις αγαπημένες μου γατούλες που με συντροφεύουν με την αγάπη τους. 
Στον θεό και τους αγίους που πάντα με βοηθάνε σε δύσκολους καιρούς.

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Το παραμύθι της τέχνης λέει πάντα την αλήθεια
Διονύσης Σαββόπουλος

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

19/10/1969 Ο Μίκης Θεοδωράκης μεταφέρεται από τη χούντα στο στρατόπεδο Ωρωπού
19/10/1993 Έφυγε από τη ζωή χτυπημένος από την επάρατη νόσο ο τραγουδιστής Διονύσης Θεοδόσης
20/10/1854 Γεννήθηκε ο Γάλλος ποιητής Αρθούρος Ρεμπώ. Πέθανε στις 10.11.1891

ΤΥΧΑΙΑ TAGS