90 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
22.06.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Οικογένεια Γ. Π. | Μέρος 12ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά

Μια μεγάλη οικογένεια. Ένα ολόκληρο σόι και πολλά ξαδέρφια σκιαγραφούν τον καμβά του βιβλίου. Είναι άνθρωποι με πάθη και ενοχές , που προσπαθούν να κάνουν την ζωή τους υποφερτή. Είναι τα πιόνια στην μεγάλη σκακιέρα της ζωής και συνήθως είναι οι χαμένοι. Μέσα από τους αδύναμους αυτούς ήρωες και το αδιέξοδο της ζωής τους έρχεται στην επιφάνεια  όλη η βρωμιά που κρύβεται κάτω από το πέπλο της φαινομενικά καλής οικογένειας.
Κατερίνα Π. Κοφιν

 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

<<ΠΕΠΛΟ Η ΝΥΧΤΑ ΑΠΟΨΕ ΑΠΛΩΝΕΙ
     ΜΑΥΡΟ ΣΕΝΤΟΝΙ ΣΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ ΚΕΝΤΑ.
     ΑΓΡΥΠΝΑ ΜΑΤΙΑ ΦΕΓΓΙΖΟΥΝ ΣΤΑ ΠΑΡΚΑ
     ΨΥΧΕΣ ΠΟΥ ΝΑΥΑΓΙΑ ΔΙΨΟΥΝ ΣΤΑ ΒΑΘΙΑ>>

                                           ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΦΙΝΑΣ



Ο Σπύρος εκείνη την βροχερή μέρα είχε επισκεφτεί την χήρα του θύματος. Είχαν περάσει μόνο δυο εβδομάδες  από την κηδεία του άντρα της και η Λίνα έδειχνε ακόμα πολύ ταλαιπωρημένη. Ο Σπύρος καθόταν στον αναπαυτικό καναπέ του καθιστικού της. Εκείνη του έφερε ένα καφέ και κάθισε απέναντι του.
-Κυρία μου ξέρω πως δεν σας είναι ευχάριστο να είμαι εδώ αυτές τις ώρες. Καταλαβαίνω τον πόνο σας. Χρειάζομαι όμως και άλλες πληροφορίες για να συνεχίσω.-
-Νομίζω πως τα είπα όλα στην πρώτη μου κατάθεση κύριε Μάντεκα.-
-Δεν μου φτάνει αυτό. Προσωπικά  κοιτάζω να έχω επαφή με τους ανθρώπους που καλύπτουν το άμεσο περιβάλλον του θύματος η του θύτη.-
-Και τι θέλετε ακόμα να σας πω;- Του απάντησε εκείνη και άναψε τσιγάρο με χέρια που έτρεμαν.
-Ξέρατε πως ο άντρας σας ήταν κρυφός ομοφυλόφιλος;- Της είπε απότομα. Η Λίνα γέλασε δυνατά.
-Φαντάζομαι πως όχι ,γιατί δεν θα δεχόμουν να τον παντρευτώ. Όλη μου η ζωή στηρίχτηκε πάνω σε ένα ψέμα.- Του απάντησε σοβαρά και τον κοίταξε  έντονα στα μάτια. Μετά έσκυψε το κεφάλι της και τράβηξε μια γερή ρουφηξιά από το τσιγάρο της.
-Γνωρίζεται καθόλου την οικογένεια του; Από πού ερχόταν αυτός ο άνθρωπος;-
-Ποτέ δεν μου ανέφερε κάτι για τους γονείς του.-
-Εσείς δεν τον ρωτήσατε;-
-Βέβαια , αλλά μου είχε πει πως ήταν ορφανός.-
-Άρα δεν ξέρατε πως ήταν γιος του εφοπλιστή Αλέκου Ρέικο.-
-Πως τον είπατε; Εφοπλιστής; Όχι βέβαια. μα πως είναι δυνατόν;-
-Οι γονείς του είχαν χωρίσει όταν εκείνος , ήταν πέντε χρονών. Η μητέρα του έφυγε για τον Καναδά. Παντρεύτηκε ξανά και από τότε ο σύζυγος σας δεν την είδε.-
-Ο πατέρας του ζει στην Ελλάδα;- Ρώτησε ταραγμένη η Λίνα.
-Όχι. Ζει στην Γαλλία.-
-Μα τότε δεν ξέρει κανείς τους για τον θάνατο του.-
-Όχι κυρία μου. Ο άντρας σας είχε ξεγράψει  την οικογένεια του εδώ και χρόνια. Τον μεγάλωσε η γιαγιά του που και εκείνη πέθανε εδώ και τρία χρόνια.-
-Κύριε Μάντεκα , ίσως να σας φαίνομαι ηλίθια , αλλά όλα αυτά που μου λέτε τώρα , είναι  άγνωστα για μένα.-
-Σας πιστεύω. Από ότι έμαθα ο γάμος σας παρουσίαζε προβλήματα όταν ζούσατε  σε εκείνη την ορεινή πόλη.-
-Ναι. Είχαμε απομακρυνθεί.-
-Δεν σκεφτήκατε πως ίσως να είχε παράνομο δεσμό;-
-Και βέβαια. Πίστευα  τότε πως υπήρχε κάποια άλλη γυναίκα στη ζωή του. Ποτέ δεν φανταζόμουν πως θα ήταν ο ξάδερφος μου. Το σοκ για μένα ήταν ισχυρό.-
-Το γνωρίζω αυτό. Σας ευχαριστώ για τον χρόνο σας . – Της είπε ο Μάντεκας και σηκώθηκε. Η Λίνα τον πήγε ως την πόρτα.
-Τα θερμά μου συλλυπητήρια για την απώλεια σας.-
-Σας ευχαριστώ αστυνόμε.- Του απάντησε και εκείνος βγήκε από το σπίτι.

Μια ώρα μετά ο Σπύρος καθόταν στο γραφείο του στο αστυνομικό τμήμα της πόλης. Κοιτούσε ξανά και ξανά το αχνό σχήμα του κεφαλαίου γράματος  της αλφαβήτου. Το είχαν τραβήξει αρκετές φωτογραφίες. Αν αυτό ήταν το μοναδικό αποδειχτικό στοιχείο που υποδείκνυε τον δολοφόνο , μάλλον θα του έπαιρνε πολύ καιρό του Σπύρου για να ανακαλύψει την ταυτότητα του. Και αυτό γιατί δεν μπορούσε να είναι σίγουρος αν το έκανε το χέρι του θύματος , η αν το έκανε ο δολοφόνος για να παραπλανήσει τις αρχές. Το γράμα ήταν το(  Σ )   Αλλά υπήρχε μια γραμμή από το κέντρο του ως κάτω που θα μπορούσε να έδειχνε το (Λ) , μπορούσε όμως κάποιος να το περάσει για το (Μ) αν το έβλεπε ανάποδα όπως το είχε σχηματίσει ο Σωτήρης . Αν ήταν πραγματικά το (Σ) τότε υποδείκνυε τον Στέφανο ως δολοφόνο. Ο Σπύρος άναψε τσιγάρο και ήπιε λίγο από τον παγωμένο του καφέ. Γιατί αλήθεια ο Σωτήρης είχε σχηματίσει , αν το έκανε αυτός  , εκείνο το γράμα;  Και αν εκείνος ο Σπύρος Μάντεκας έκανε τελικά λάθος; Αν όλα ήταν ξεκάθαρα μπροστά του και έψαχνε στα τυφλά να βρει τον δολοφόνο; Όχι. Σίγουρα όχι. Το ένστικτο του δεν τον είχε προδώσει ποτέ. Ο Στέφανος ήταν αθώος. Αλλά αν το σχήμα δεν είχε γίνει από τον Σωτήρη  ποιος είχε όφελος να ενοχοποιήσει τον Στέφανο; Ο Σπύρος είχε επισκεφτεί  όλο το σόι του Στέφανου και όλα τα ξαδέρφια του. Όλοι ήταν στο πλευρό του και όλοι πίστευαν στην αθωότητα του. Κανείς από όσους μίλησε δεν έδειξε να τον ζηλεύει , η να τον εχθρεύεται. Εκτός; Εκτός , από την γυναίκα του Βασίλη Αστρίτη. Την Σοφία. Εκείνη έδειξε πως ο Στέφανος θα μπορούσε να ήταν ένοχος. Δεν το είχε εκφράσει καθαρά , αλλά κάτι στα λόγια και στη συμπεριφορά εκείνης της γυναίκας έδειχνε πως θα ήθελε ο Στέφανος να καταδικαστεί. Αλλά γιατί; Τι θα μπορούσε να είχε κοινό με  έναν γκέι μια γυναίκα σαν την Σοφία; Γιατί ο αστυνόμος είχε καταλάβει πως η Σοφία έψαχνε για προβλήματα. Φαινόταν καθαρά στη συμπεριφορά της πως δεν της έφτανε ένας άντρας. Ήθελε πολλούς. Τα πράγματα αντί να ξεδιαλύνουν έμπλεκαν και πιο πολύ. Ο Σπύρος έσβησε το τσιγάρο και άναψε άλλο.
Έξω από το αστυνομικό τμήμα η βροχή που είχε στην αρχή ξεκινήσει δειλά-δειλά , τώρα είχε ενταθεί και χοντρές σταγόνες έπεφταν από τον ουρανό.

Η Γιώτα το ίδιο βράδυ  έπινε ένα ποτό στο σπίτι της. Η ώρα ήταν εννιά όταν χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας. Η Γιώτα άνοιξε την πόρτα και είδε μπροστά της την Ελισάβετ που φορούσε ένα αδιάβροχο.
-Κορίτσι μου πως και από εδώ; Πέρασε μέσα. Βρέχει έξω.- Της είπε.
-Ήθελα να σε δω.-
-Γιατί έγινε κάτι;-
-Κερνάς ποτό;-
-Αυτό μου έλειπε. Ουίσκι;-
-Ναι.- Η Γιώτα έβαλε σε ένα  κρυστάλλινο ποτήρι μια μεγάλη δόση ποτό και πρόσθεσε λίγο πάγο. Το έδωσε στην Ελισάβετ που εκείνη την ώρα είχε ανάψει τσιγάρο. Ήπιε λίγο από το ποτό της και κοίταξε την Γιώτα με πονηρό χαμόγελο.
-Λοιπόν σε ακούω.- Της είπε εκείνη.
-Νομίζω πως είμαι ερωτευμένη. – Είπε γρήγορα η Ελισάβετ και η Γιώτα έσκασε στα γέλια.
-Καλό ήταν αυτό φιλενάδα. Μόνο μη μου πεις πως ερωτεύθηκες γυναίκα , γιατί δεν θα το αντέξω δεύτερη φορά.-
-Όχι παιδί μου. Ποια γυναίκα; Άντρας είναι και μάλιστα βαρύς και ασήκωτος.-
-Μα καλά , εσύ δεν είσαι με τον Παύλο;-
-Με τον Παύλο χώρισα.-
-Δεν είμαστε με τα καλά μας. Πότε; Εγώ δεν ξέρω τίποτα.-
-Το είχα αναφέρει στην Έλενα , πριν από ένα μήνα.-
-Φαίνεται πως θα ξέχασε να μου το πει.-
-Λογικό είναι. Αυτή δεν βλέπει μπροστά της από την ημέρα που γίνατε ζευγάρι.-
-Ναι έχεις δίκιο.- Απάντησε γελώντας η Γιώτα.
-Λοιπόν αν σου πω ποιος είναι θα μείνεις με το στόμα ανοιχτό.-
-Τον ξέρουμε δηλαδή; Ποιος είναι; Θα με σκάσεις. Μίλα. –
-Ο αστυνόμος Σπύρος Μάντεκας.-
-Μισό λεπτό. Ο αστυνό………… αυτός …….Αυτός που ανέλαβε να διαλευκάνει τον φόνο του Σωτήρη;-
-Αυτός και κανείς άλλος.-
-Ε! Τώρα νομίζω πως μπορώ να πεθάνω  σίγουρη πως έχω δει και έχω ακούσει τα πάντα σε αυτή την ζωή. Μα καλά πότε τον είδες και πρόλαβες να τον ερωτευθείς;-
-Όπως ξέρεις έχει έρθει εδώ και  βλέπει  όλους όσους ήταν στο οικογενειακό περιβάλλον του Σωτήρη και του Στέφανου. Πριν λίγες εβδομάδες πέρασε και από το μαγαζί μου. Και αυτό ήταν. Μου έκανε ερωτήσεις για τον Στέφανο και του έφτιαξα ένα καφέ.-
-Και μετά τι έγινε;-
-Τίποτα. Τι να γίνει μωρέ; Αλλά δεν μπορώ να τον βγάλω από το μυαλό μου.-
-Και τώρα τι θα κάνεις;-
-Θα τον κατακτήσω. Τι άλλο;-
-Μα ακόμα δεν πρόλαβες να χωρίσεις από τον Παύλο  και αμέσως ερωτεύθηκες άλλον; Πως μπόρεσες;-
-Εσύ τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να αναρωτιέσαι. Ήξερες πως με τον Παύλο δεν ζούσα τον μεγάλο έρωτα. Καλός ήταν και καλά μου φέρθηκε. Δεν είναι όμως αυτό που ψάχνω. Κάτι το συγκλονιστικό.-
-Και το κατάφερε αυτό , μέσα σε μια στιγμή ο κύριος αστυνόμος του εγκληματολογικού;-
-Ναι τα κατάφερε. Αν δεν τον αποχτήσω θα πεθάνω. Για αυτό ήρθα σήμερα να στα πω όλα. Θα έσκαγα.-
-Και πολύ καλά έκανες. Να βάλω ακόμα ένα ποτό;-
-Το ήπια το άλλο και δεν το κατάλαβα; Ναι θα ήθελα άλλο ένα.-
-Καημενούλα. Τελικά τυφλώθηκες σαν και μένα.- Της απάντησε η Γιώτα και γέλασαν.

-Έχουμε νεότερα Σπύρο;- Ρώτησε το επόμενο πρωί ο αρχηγός τον Μάντεκα στο τηλέφωνο.
-Μου φαίνεται πως τα πράγματα γίνονται πιο δύσκολα.-
-Γιατί το λες αυτό;-
-Νομίζω , και το ένστικτο μου δεν με έχει προδώσει ποτέ , πως ψάχνουμε για δολοφόνο γυναίκα και όχι άντρα.-
-Τι μου λες. Πως το συμπέρανες αυτό;-
-Είδα το πτώμα και εγώ και μίλησα με τον ιατροδικαστή. Τα χτυπήματα που δέχτηκε το θύμα δεν ήταν από αντρικό χέρι. Αν τον είχε σκοτώσει ο Αυγερινόπουλος , με ένα  δυο χτυπήματα θα τον είχε σκοτώσει. Χρειάστηκαν έξι και πέρασαν ένα , δυο λεπτά μέχρι να πεθάνει , έτσι ώστε να προλάβει να σχηματίσει και εκείνο το γράμα αν δεχτούμε πως το έκανε αυτός.-
-Ποια γυναίκα , αν όχι η δική του Σπύρο είχε συμφέρον να τον βγάλει από τη μέση;-
-Αυτό είναι που ψάχνω τώρα πια. Κάτι έχω στο μυαλό μου. Το θέμα είναι αν θα πρέπει να λάβω σοβαρά εκείνο το αχνό γράμα. Το έχετε δει. Θα μπορούσε να είναι το σίγμα , το μι και το λάμδα. Μπορεί το θύμα να ήθελε να υποδείξει τον δολοφόνο του , μπορεί ο δολοφόνος να ήθελε να ενοχοποιήσει τον Στέφανο.-
-Σπύρο εμπιστεύομαι την κρίση σου εδώ και χρόνια. Έχεις απόλυτη ελευθερία κινήσεων και όσο χρόνο χρειαστείς για να εξιχνιάσεις το έγκλημα. Καλή σου μέρα.- Του απάντησε ο αρχηγός και έκλεισαν το τηλέφωνο.


Η Αγγελική , η Ελισάβετ  και η Έλενα είχαν καθίσει εκείνο το Σαββατιάτικο απόγευμα στον καναπέ στο σπίτι της Αγγελικής. Έπιναν τον καφέ τους  προσπαθώντας να βρουν μια λύση , στο έγκλημα που είχε ανακατέψει τα ήσυχα , φαινομενικά , νερά της οικογένειας. Κάπνιζαν και οι τρεις τους. Η Έλενα κοιτούσε το πάτωμα. Η Αγγελική κρατούσε στα χέρια της το ποτήρι του καφέ και η Ελισάβετ δάγκωνε τα ούλα της.
-Αυτό που μας βρήκε οικογενειακός δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια. Ούτε και θα καταλάβω τι σκεφτόταν ο αδερφός μου. Πως μπόρεσε και μας το έκρυψε αυτό; Σε σένα τουλάχιστον Ελισάβετ. Δεν έπρεπε να το κρατήσει για τον εαυτό του. Τώρα πως θα ξεμπλέξει;- Αναρωτήθηκε η Αγγελική.
-Από την στιγμή που ξέρουμε όλοι μας πως δεν τον σκότωσε αυτός  , δεν υπάρχει  πρόβλημα.- Της απάντησε η Ελισάβετ.
-Ναι , αλλά το έμαθαν όλοι στη μικρή μας κοινωνία. Το στίγμα του δολοφόνου θα τον κυνηγά από εδώ και πέρα.-
-Κουταμάρες. Όποιος πει κακό για τον Στέφανο , θα τον πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια.- Πετάχτηκε η Έλενα.
-Εύκολο να το λες. Η ρετσινιά όμως του κόλλησε πια.-
-Αγγελική μου σταμάτα πια. Αυτό που μετρά είναι να πιαστεί ο δολοφόνος. Μετά όλοι θα ξαναβρούμε τους χαμένους μας  ρυθμούς.- Απάντησε η Έλενα.
-Μα γιατί; Πως μπόρεσε να μη μας το πει;- Συνέχισε η Αγγελική.
-Τέτοια μυστικά δεν λέγονται. Άλλωστε όλοι μας τέτοια κουβαλάμε. Κανείς δεν είναι τέλειος.- Απάντησε η Ελισάβετ και η Έλενα την κοίταξε έντονα.
-Συμφωνώ. Πόσοι από εμάς  δείχνουν καλοί και μέσα τους είναι βούρκος; Πολλές φορές έχω δει ανθρώπους να με απογοητεύουν με τον χειρότερο τρόπο , όπως με την……………..- είπε η Αγγελική και σταμάτησε απότομα. Η Έλενα ταράχτηκε.
-Ποια σε απογοήτευσε;- Την ρώτησε και η Ελισάβετ κοίταξε την Αγγελική.
-Δεν είναι τίποτα. Μια γνωστή μου.- Είπε γρήγορα εκείνη, αποφεύγοντας να κοιτάξει την Έλενα στα μάτια.
-Κορίτσια συμβαίνει κάτι;- Ρώτησε η Έλενα και άναψε τσιγάρο. Η Ελισάβετ κράτησε το χέρι της Αγγελικής.
-Ας το μάθει. Είδες τι έπαθε ο Στέφανος που δεν είπε σε κανέναν το μυστικό του;-
-Μα τι έγινε λοιπόν; Τι μου κρύβεται;- Συνέχισε η Έλενα. Η Αγγελική πήρε το λόγο.
-Δεν θα σου πω τις παραμέτρους  αυτής της υπόθεσης. Αλλά ξέρω από σοβαρή πηγή πως η Σοφία η γυναίκα του Βασίλη έχει ερωτικό δεσμό με τον κολλητό του άντρα σου.- Είπε αυστηρά η Αγγελική. Ακούγοντας αυτά , η Έλενα κατάπιε το σάλιο της και έβηξε δυνατά. Η Αγγελική της έφερε ένα ποτήρι νερό να πιει. Όταν συνήλθε η Έλενα είπε.
-Δεν είναι δυνατόν; Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό. Η Σοφία; Αυτή η ευγενική , τυπική , μετρημένη και ευχάριστη γυναίκα;-
-Ναι , αυτή η παλιοβρόμα. Μας δουλεύει χρόνια τώρα όλους μας. Από εκείνη δεν το περίμενα ποτέ αυτό.- Της απάντησε όλο νεύρα η Αγγελική.
-Και πως το μάθατε;-
-Την είδα εγώ με τα ίδια μου τα μάτια. Έκανε η ξετσίπωτη έρωτα στο δάσος με τον Γιάννη. Καλός είναι και αυτός. Είχα βγει μια βόλτα και στην επιστροφή είπα να περάσω από τον χωματόδρομο που περνά μέσα από τα πεύκα. Είδα ένα αμάξι και το προσπέρασα γρήγορα. Εκείνη την στιγμή ένα γυναικείο κεφάλι  εμφανίστηκε στο πίσω τζάμι του αυτοκινήτου. Ήταν η Σοφία. Τον άντρα δεν τον είχα δει. Αποφάσισα όμως να προσλάβω ντέντεκτιβ από την Αθήνα. Αυτός μου έφερε στα χέρια μου ζουμερές φωτογραφίες του παράνομου ζευγαριού.-
-Δεν το πιστεύω.- Απάντησε έντρομη η Έλενα και κοίταξε με νόημα την Ελισάβετ.
-Τα ξέρω όλα από τον χειμώνα , αλλά το είπα μόνο στην Ελισάβετ.-
-Και τι σκέφτεσαι να κάνεις;-
-Προς το παρόν  δεν μπορώ να το πω στον Βασίλη. Δεν με αφήνει η Ελισάβετ.-
-Θα του το πεις όμως κάποια στιγμή. Έτσι δεν είναι;-
-Τώρα Έλενα δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα άλλο , πέρα από τον Στέφανο.- Είπε εκείνη.
-Μα πότε έγιναν όλα αυτά; Νόμιζα πως ήταν ευτυχισμένη με τον Βασίλη.- Συνέχισε η Έλενα.
-Αυτό έδειχναν. Τουλάχιστον ο ξάδερφος μας. Την αγαπά πολύ. Της έχει προσφέρει τα πάντα και εκείνη τον ξεπληρώνει με αυτό τον τρόπο. Γυμνή την πήρε. Δυο αλλαξιές ρούχα δεν είχε. Της άνοιξε το φροντιστήριο και την γέμισε δώρα. Αν την είχα μπροστά μου θα την έπνιγα την τσούλα.- Απάντησε η Αγγελική θυμωμένη.
-Ο Γιάννης είναι κολλητός του Ιάσωνα. Μου φαίνεται τόσο περίεργο. Πως και δεν κατάλαβε τίποτα ο άντρας σου;- Ρώτησε η Ελισάβετ την Έλενα.
-Μα λέγονται τώρα αυτά; Τι περίμενες δηλαδή να του πει ο Γιάννης; Ιάσωνα βγάζω τα μάτια μου με την γυναίκα του πρώτου σου ξαδέρφου; - Της απάντησε η Αγγελική.
-Αυτό που δεν καταλαβαίνω εγώ είναι πότε γνωρίστηκαν  αυτοί οι δυο. Πότε τα έψησαν; Μια απλή καλημέρα λένε όταν βρίσκονται  και άντε καμιά καλησπέρα.- Αναρωτήθηκε η Έλενα.
-Χρειάζεται νομίζεις πολύ δουλειά για να ψηθεί μια τέτοια κατάσταση; Θα του κουνήθηκε  αυτή και ο άλλος σαν άντρας έπεσε όπως το ώριμο σύκο.- Συνέχισε η Αγγελική.
-Ας αφήσουμε τώρα την Σοφία. Πιστεύω πως αργά η γρήγορα η παράνομη σχέση θα γίνει γνωστή. Όποιος παίζει με τη φωτιά στο τέλος πάντα καίγεται.- Τους απάντησε η Ελισάβετ και ήπιε λίγο από τον καφέ της. Η Αγγελική με την Έλενα άναψαν τσιγάρο.

Δυο μέρες μετά ο Παύλος περπατούσε στο κέντρο της πόλης. Κοίταζε κάποιες βιτρίνες με ρούχα. Στρίβοντας σε ένα στενό ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τη Σοφία.
-Καλημέρα Παύλο; - Του είπε εκείνη όλο χαρά.
-Τι κάνεις Σοφία; Καλημέρα.-
-Για δουλειές βγήκες;- Τον ρώτησε εκείνη.
-Όχι ακριβώς. Θέλω να αγοράσω ρούχα. Ακόμη δεν έχω βρει κάτι που να μου ταιριάζει.-
-Προσέχεις πολύ την εμφάνιση σου. Για αυτό και η Ελισάβετ δεν σε αποχωρίζεται.- Συνέχισε εκείνη γελώντας. Ο Παύλος δεν της απάντησε και το πρόσωπο του συσπάστηκε. Η Σοφία κατάλαβε πως είχε χτυπήσει φλέβα χρυσού. Με προσποιητή ευαισθησία του είπε.
-Συμβαίνει κάτι Παύλο μου; Δεν είναι καλά η Ελισάβετ;-
-Να…ξέρεις. Δεν είμαστε πια μαζί με την ξαδέλφη σου.-
-Πως; Μα πότε έγινε αυτό; Αλλά καλύτερα να τα πούμε με την ησυχία μας. Να σε κεράσω ένα καφέ; Θα τα πούμε όλα εκεί.- Του πρότεινε εκείνη και ο Παύλος δέχτηκε. Λίγη ώρα μετά έπιναν τον καφέ τους σε μια καφετερία κοντά στην θάλασσα.
-Παύλο μου συγγνώμη που σου ανέφερα την Ελισάβετ αλλά θέλω να πιστέψεις πως δεν γνώριζα το παραμικρό. Μα γιατί χωρίσατε; - Του είπε όλο ενδιαφέρον η Σοφία και άναψε τσιγάρο.
-Είναι τώρα δυο μήνες σχεδόν. Δεν είχαμε τίποτα σοβαρό , αλλά μαλώναμε συχνά για ασήμαντα πράγματα. Η Ελισάβετ μου είπε πως δεν είναι ερωτευμένη μαζί μου , και θα ήταν  πιο σωστό να χωρίζαμε για να τραβήξει ο καθένας τον δρόμο του. Δεν σου κρύβω πως , με πόνεσε αυτό , αλλά δεν μπορούσα να την κρατήσω με το ζόρι κοντά μου.-
-Ναι έχεις δίκιο. Κρίμα όμως. Για την Ελισάβετ εννοώ. Δεν βρίσκεις εύκολα τόσο όμορφους άντρες όπως εσύ.- Του είπε όλο νόημα και χαμογέλασε.
-Δεν παίζει ρόλο η ομορφιά Σοφία μου. Τα αισθήματα μετράνε.-
-Ναι αλλά δεν ξέρει τι χάνει.- Συνέχισε εκείνη και τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια.


Ο αστυνόμος Σπύρος Μάντεκας βρισκόταν ξανά στο σπίτι της Λίνας.
-Μα δεν καταλαβαίνω κύριε αστυνόμε. Μου λέτε πως τον άντρα μου ίσως να τον σκότωσε γυναίκα;-
-Ναι. Αυτό ακριβώς σας εξηγώ.-
-Ποια γυναίκα θα ήταν αυτή;-
-Κάποια που θα την ωφελούσε προσωπικά ο θάνατος του , η κάποια που έκανε το έγκλημα από καθαρή εκδίκηση.-
-Δηλαδή θα μπορούσα να τον είχα σκοτώσει και εγώ;-
-Τον σκοτώσατε;-
-Όχι βέβαια. Με κανένα τρόπο. Με θεωρείτε ύποπτη;-
-Ναι σας θεωρώ.-
-Με ποια αιτιολογία;-
-Θα μπορούσατε να είχατε μάθει με κάποιο τρόπο τον παράνομο δεσμό του. θυμώσατε. Νιώσατε προδομένη και εκείνο το βράδυ , τον είχατε  παρακολουθήσει. Βρήκατε την ευκαιρία και όταν έφυγε ο ξάδερφος σας  από την παραλία , τον βγάλατε από την μέση.-
-Ωραία τα λέτε εσείς. Μόνο που ξεχάσατε  πως εκείνο το βράδυ ήμουν με τους γονείς μου , έξω για φαγητό. Μετά κοιμήθηκα στο πατρικό μου. Ο Σωτήρης είχε πάρει δουλειά στο σπίτι και θα δούλευε ως αργά. Το έκανε συχνά και αποφάσισα να τον αφήσω στην ησυχία του. Τελικά όπως αποδείχτηκε  είχε άλλου είδους δουλειά.- Είπε νευριασμένη εκείνη.
-Δεν το ξέχασα κυρία μου και πιστεύω το άλλοθι σας.- Η Λίνα έριξε τους τόνους στην συζήτηση.
-Αν ο άντρας μου ήταν γκέι όπως μάλλον έτσι είναι , αλλά ακόμα δεν θέλω να το πιστέψω, δεν βλέπω τον λόγο να τον σκοτώσει μια γυναίκα. Θα περίμενα να τον δολοφονήσει ένας πρώην εραστής του. Και βέβαια δεν πιστεύω πως τον σκότωσε ο Στέφανος. Αν και ήταν ο μόνος που είχε λόγους για να το κάνει. Θεωρώ όμως πως ο ξάδερφος μου δεν μπορεί να φερθεί τόσο βάναυσα σε έναν συνάνθρωπο του. Έχει καλή καρδιά.-
-Ούτε και εγώ πιστεύω πως το έπραξε. Ομολογώ πως αυτό το έγκλημα  έχει πολλές παραμέτρους. Είμαι όμως αποφασισμένος να το διαλευκάνω.- Της απάντησε και αφού την καλημέρισε έφυγε από το σπίτι. Με το αυτοκίνητο του πήγε ως το αστυνομικό τμήμα. Εκείνη την ώρα περνούσε έξω από αυτό πεζή η Ελισάβετ. Ο Σπύρος την πλησίασε.
-Καλημέρα.- Της είπε και η Ελισάβετ ξαφνιασμένη που τον είδε τόσο απρόσμενα του χάρισε το πιο αστραφτερό της χαμόγελο.
-Σπύρο; Τι ευχάριστη έκπληξη. Χαίρομαι πολύ που σε βλέπω.-
-Και εγώ Ελισάβετ. Πως και από τα μέρη μας; Ήθελες κάτι;-
-Όχι. Εγώ με την αστυνομία δεν είχα ποτέ στενούς δεσμούς. Αποφάσισα σήμερα να περπατήσω λίγο. Έκλεισα το μαγαζί μου και περιπλανήθηκα στις βιτρίνες των μαγαζιών. Ούτε που το κατάλαβα πως έφτασα έξω από το αστυνομικό τμήμα. Εσύ τώρα έρχεσαι;-
-Όχι στη δουλειά. Έρχομαι από το σπίτι της ξαδέλφης σου της Λίνας.-
-Θα ήθελα πολύ να μάθω τι είπατε και για αυτό θα σου πρότεινα , μιας που είναι και μεσημέρι να με συνοδέψεις για φαγητό. Αν βέβαια δεν σε βγάζω έξω από τα καθιερωμένα της δουλειάς σου.- Του απάντησε η Ελισάβετ και τον κοίταξε έντονα μέσα στα μάτια. Ο Σπύρος της χαμογέλασε.
-Νομίζω πως είναι η σωστή ώρα για φαγητό. Δε θα αρνηθώ την πρόσκληση σου.- Της είπε  και της άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου του. Η Ελισάβετ μπήκε μέσα και εκείνος ξεκίνησε. Λίγη ώρα μετά έτρωγαν σε μια ταβέρνα λίγο έξω από την πόλη και μέσα στα πεύκα του δάσους. Η Ελισάβετ ένιωθε πολύ όμορφα που ήταν κοντά του και ο Σπύρος είχε καταλάβει πως δεν περνούσε απαρατήρητος από εκείνη. Η αλήθεια ήταν πως την είχε συμπαθήσει από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους , την Ελισάβετ.
-Λοιπόν ; Τι την ήθελες την Λίνα;- Τον ρώτησε εκείνη πίνοντας λίγο από το κρασί της. Ο Σπύρος άναψε τσιγάρο.
-Κανονικά δεν θα έπρεπε να σου μιλήσω για θέματα , της υπηρεσίας.-
-Μήπως με υποπτεύεσαι για δολοφόνο;- Του απάντησε γελώντας εκείνη. Ο Σπύρος σοβαρός συνέχισε.
-Ακόμα δεν εμπιστεύομαι κανέναν σας.- Της είπε με το τσιγάρο κολλημένο στα χείλη του.
-Κύριε αστυνόμε σας βρίσκω πολύ επιφυλακτικό. Όμως σας το λέω στα σίγουρα. Δεν τον σκότωσα εγώ τον Σωτήρη. Αν και θα έπρεπε. Τέτοιο κάθαρμα που ήταν και φτηνά την γλύτωσε με  ένα λιωμένο κρανίο.-
-Το γνωρίζω αυτό Ελισάβετ. Εκείνο το μοιραίο βράδυ ήσουν μαζί με την ξαδέλφη σου την Αγγελική στον κινηματογράφο. Φύγατε από τον θερινό στις δώδεκα το βράδυ και μετά πήγατε για ένα ποτό σε ένα κλαμπ. Γυρίσατε στις δυο τα χαράματα. Μάλιστα κοιμήθηκες στο σπίτι της ξαδέλφης σου γιατί είχες πει δυο ποτά παραπάνω και φοβήθηκες να οδηγήσεις.-
-Μωρέ μπράβο λεπτομέρειες; Δε μου λες εκεί ήσουν και μας έβλεπες;-
-Τα λες όλα αυτά στην πρώτη σου κατάθεση και στην δεύτερη , χωρίς να ξεχάσεις το παραμικρό. Άλλωστε το επιβεβαιώνει και ο γείτονας της ξαδέλφης σου , που σας είδε να γυρνάτε εκείνη την ώρα στο σπίτι. Εκείνος είχε ξυπνήσει από τις φωνές του σκύλου του , που τον είχε ξεχάσει δεμένο στην αυλή του σπιτιού. Την ώρα λοιπόν που είχε βγει για να τον λύσει , είδε εσάς να γυρίζεται σπίτι.-
-Αυτή η περίεργη δουλειά που κάνεις σου αφήνει καθόλου χρόνο για τις γυναίκες; Η μήπως σε κρατά όλο δικό της;- Τον ρώτησε πονηρά εκείνη. Ο Σπύρος γέλασε τρανταχτά.
-Αυτή τώρα ήταν πρόταση για να βρεθούμε και κάπου αλλού;- Την ρώτησε.
-Δεν απάντησες στην ερώτηση μου;-
-Τι θέλεις να μάθεις Ελισάβετ; Η δουλειά μου είναι πολύ απαιτητική. Δουλεύω όλη την ημέρα. Δεν έχω χρόνο και  συνήθως οι γυναίκες κουράζονται με αυτό το ωράριο.-
-Μάλλον αυτές που θα πέρασαν από την ζωή σου δεν θα ήταν οι κατάλληλες. Το σκέφτηκες καθόλου αυτό;-
-Για να σου πω την αλήθεια , δεν είχα χρόνο.- Της απάντησε γελώντας εκείνος.
-Δεν παντρεύτηκες ποτέ σου;-
-Όχι. Και αυτό το γλίτωσα για την ώρα. Εσύ;-
-Δεν βρήκα τον κατάλληλο.- Του απάντησε και γέλασαν. Η Ελισάβετ άναψε τσιγάρο και ήπιε λίγο ακόμα από το κρασί της.
-Από την ημέρα που δολοφονήθηκε ο Σωτήρης όλη μας η οικογένεια αναστατώθηκε. Και όταν μάθαμε πως όλα τα στοιχεία ήταν  εναντίων του Στέφανου τρελαθήκαμε.-
-Αυτός ο φόνος έχει πολλά σκοτεινά σημεία. Από την αρχή όμως και πριν γνωρίσω προσωπικά τον Στέφανο  ήξερα πως δεν είναι αυτός ο ένοχος.-
-Γιατί το πιστεύεις αυτό;-
-Από την κατάθεση του. Ήταν περιεκτική και δεν παρέλειψε τίποτα. Αν είχε κάνει αυτός τον φόνο θα φρόντιζε να κρύψει  κάτι η να έπεφτε σε αντιφάσεις. Αλλά ο Στέφανος όσες φορές ανακρίθηκε είπε ακριβώς τα ίδια.-
-Μα τότε ποιος ; Και γιατί;-
-Αυτό είναι που πρέπει να ανακαλύψω Ελισάβετ. Υπάρχουν ενδείξεις πως ίσως να τον σκότωσε γυναίκα.-
-Γυναίκα; Πως είναι δυνατόν;-
-Ο Σωτήρης ήταν πολύ μεθυσμένος. Δεν μπορούσε να αντιδράσει. Τον χτύπησαν έξι φορές με μια μασιά. Η φορά όμως που αυτή ανεβοκατέβηκε δεν είχε μεγάλη δύναμη. Πιθανολογούμε πως ίσως να έγινε ο φόνος από γυναίκα. Ένας άντρας με ένα δυο χτυπήματα θα τον άφηνε νεκρό. Κοιτάμε λοιπόν και αυτή την πιθανότητα.-
-Μα τότε αμέσως γίνεται ύποπτη η Λίνα. Θεέ μου , δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό.-
-Η Λίνα έχει άλλοθι για εκείνη την νύχτα. Είχε βγει με τους γονείς της για φαγητό. Είχε αφήσει τον Σωτήρη στο σπίτι μόνο του , γιατί ήθελε να δουλέψει για την τράπεζα. Το έκανε συχνά αυτό. Η Λίνα επέστρεψε στο σπίτι των γονιών της και κοιμήθηκε εκεί.-
-Τότε είναι καλυμμένη.-
-Ως ένα σημείο Ελισάβετ.-
-Γιατί;-
-Ο φόνος έγινε μεταξύ δώδεκα με τέσσερις τα ξημερώματα. Η Λίνα θα μπορούσε εύκολα να φύγει από το πατρικό της. Κανείς δεν θα την έβλεπε. Μπορούσε λοιπόν να πάει να τον σκοτώσει και να γυρίσει να κοιμηθεί σαν καλό κορίτσι. Είχε πολύ χρόνο στη διάθεση της.-
-Μα αν το είχε κάνει αυτό , θα έπρεπε να ήξερε για τον δεσμό του άντρα της. Αυτή δεν είχε ιδέα. Μόλις έμαθε για τον φόνο , έπαθε νευρικό κλονισμό και σχεδόν για μια εβδομάδα ήταν στο νοσοκομείο.-
-Ίσως αυτό να την έχει σώσει μέχρι στιγμής.-
-Μα την υποπτεύεσαι στα αλήθεια λοιπόν;-
-Όλους τους υποπτεύομαι. Αυτή είναι η δουλειά μου. Η Λίνα βέβαια  δεν είχε να κερδίσει τίποτα από τον θάνατο του άντρα της. Εκείνη είχε περιουσία και όχι αυτός. Αν και δεν είναι αυτή η αλήθεια.-
-Δηλαδή; Δεν σε καταλαβαίνω.-
-Φαίνεται πως ο Σωτήρης δεν είχε αποκαλύψει σε κανέναν το οικογενειακό του περιβάλλον.-
-Από ότι ξέρω ήταν ορφανός. Τον είχε μεγαλώσει η γιαγιά του.-
-Αυτό Ελισάβετ είναι ψέμα. Ο Σωτήρης είχε γονείς και μάλιστα ο πατέρας του είναι πάμπλουτος εφοπλιστής που ζει στη Γαλλία.-
-Δεν το πιστεύω αυτό. Μα γιατί να πει ψέματα; Ποιο λόγο είχε;-
-Οι γονείς του είχαν χωρίσει  όταν εκείνος ήταν πέντε ετών. Σχεδόν αμέσως η μητέρα του έφυγε για την Αμερική. Ο πατέρας του φρόντισε να μη του λείψει τίποτα  και τον έδωσε στη μητέρα του να τον μεγαλώσει. Εκείνος έφυγε για την Γαλλία. Είμαι σίγουρος πως η ψυχολογία του μικρού Σωτήρη τραυματίστηκε ανεπανόρθωτα τότε. Θεώρησε τους γονείς του νεκρούς , γιατί μέσα του τους είχε διαγράψει. Στηρίχτηκε στις δικές του δυνάμεις. Σπούδασε και μπήκε στην τράπεζα. Με τον πατέρα του είχε κόψει κάθε επαφή από τα είκοσι του χρόνια. Την μητέρα του δεν την είχε δει από τότε που τον άφησε. Ακόμα δεν επέτρεψε στον πατέρα του να του εξασφαλίσει μια άνετη ζωή. Δεν πήρε χρήματα ποτέ από εκείνον. Ήταν μοναχογιός. Ο πατέρας του δεν απόχτησε άλλο παιδί. Η Λίνα θα ήταν ύποπτη αν τα ήξερε όλα αυτά. Δεν γνώριζε όμως τίποτα , όπως και όλοι εσείς. Πίστευε πως ο άντρας της ήταν ένας απλός εργαζόμενος που την αγαπούσε.-
-Μίλησες με τον πατέρα του Σωτήρη;-
-Τον βρήκα στο τηλέφωνο. Ταράχτηκε πολύ, όταν έμαθε για τον θάνατο του. Τον περιμένω στην Ελλάδα τον άλλο μήνα για να μιλήσουμε για τον χαρακτήρα του παιδιού του. Ακόμα δεν έχω αποκαλύψει στην Λίνα την πραγματική ιστορία του Σωτήρη και πως έκρυψε από όλους την οικογένεια του. Μόνο εσύ το ξέρεις και θα σε παρακαλούσα να μη πεις τίποτα.-
-Μα και βέβαια. Την μητέρα του την βρήκες;-
-Με δυσκολία αλλά τα κατάφερα.-
-Τι σου είπε;-
-Πως λυπάται πολύ. Τίποτα άλλο.-
-Δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου;-
-Την θεώρησα αδιάφορη Ελισάβετ. Άλλωστε μου είπε πως έχει ξαναπαντρευτεί και έχει άλλα παιδιά.-
-Τον καημένο τον Σωτήρη. Μα τότε η μοίρα του ήταν προδιαγραμμένη. Με τέτοιους γονείς σίγουρα ένιωθε προδομένος. Τι κρίμα.- Του είπε και άναψε τσιγάρο.
-Οι ανθρώπινες ψυχές Ελισάβετ κρύβουν μέσα τους μεγάλο πόνο. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μη πονά.- Της είπε και ξαφνικά  είδε μπροστά του την Αρετή. Τα μάτια του Σπύρου βούρκωσαν. Η Ελισάβετ το είδε.
-Μα τι έχεις Σπύρο; Σε απασχολεί κάτι;- Τον ρώτησε με ενδιαφέρον.
-Δεν είναι τίποτα. Τι λες να πληρώσουμε τον λογαριασμό; Θα πάω για λίγο στο ξενοδοχείο μου να ξαπλώσω.- Της απάντησε γρήγορα και η Ελισάβετ συμφώνησε. Μόλις μπήκαν στο αμάξι του της είπε.
-Να σε πάω στο σπίτι σου;
-Καλύτερα στο μαγαζί. Έχω αφήσει εκεί το αμάξι μου.-
-Όπως θέλεις.-  Συνέχισε  εκείνος και ξεκίνησε.

Στο σπίτι της Βούλας και του Μάρκου η Αγγελική και ο Στέφανος  έπιναν ένα ποτό στο σαλόνι , το βράδυ της ίδιας μέρας. Ο Μάρκος διάβαζε την εφημερίδα του στο γραφείο του και η Βούλα ετοίμαζε φαγητό στην κουζίνα.
-Ο μπαμπάς πως είναι;- Ρώτησε ο Στέφανος την Αγγελική.
-Νομίζω καλά. Δείχνει να έχει συμβιβαστεί με το κακό που μας βρήκε.-
-Τα έχει βάλει μαζί μου; Τι σου  είπε;-
-Όχι. Θεωρεί το συμβάν ένα άτυχο περιστατικό. Ελπίζει και αυτός , όπως όλοι μας να βρεθεί ο δολοφόνος και να συνεχίσουμε τη ζωή μας.-
-Δεν τον σκότωσα εγώ Αγγελική. Σου το ορκίζομαι.-
-Στέφανε το ξέρω. Κανείς δεν πιστεύει πως το έκανες εσύ. Ούτε και αυτή η Λίνα.-
-Μίλησες μαζί της;-
-Την έχω πάρει δυο τρεις φορές τηλέφωνο. Δεν σου κρατά θυμό. Πιστεύει πως ήσουν το θύμα σε μια σειρά από άτυχα γεγονότα.-
-Φοβάμαι να την αντικρύσω. Ντρέπομαι. –
-Μη σε απασχολεί αυτό.-
-Από την άλλη σπάω το κεφάλι μου να βρω ποιος θα μπορούσε να τον σκοτώσει και μετά να τα κανονίσει έτσι , ώστε να βρεθώ εγώ κατηγορούμενος. Κανείς , μα κανείς δεν ήξερε για τον δεσμό μας.-
-Είσαι σίγουρος για αυτό;-
-Μα βέβαια.-
-Κάπου τότε κάνεις λάθος. Αν το έγκλημα έγινε με σκοπό  να ενοχοποιήσουν εσένα , τότε θα ήξεραν για την σχέση σας. Μόνο έτσι μπορώ να το εξηγήσω.-
-Το κάθαρμα. Ακόμα και πεθαμένος δεν με αφήνει σε ησυχία.-
-Προσπάθησε να το ξεχάσεις. Δεν ωφελεί να τα θυμάσαι. Χαλάς τον εαυτό σου.- Του είπε εκείνη και η Βούλα μπήκε στο δωμάτιο.
-Το φαγητό είναι έτοιμο. Περάστε αν θέλετε.- Τους είπε.
-Ναι μαμά ερχόμαστε.- Απάντησε ευγενικά ο Στέφανος. Μετά πήγε στο καθιστικό και βοήθησε τον πατέρα του να σηκωθεί. Του έδωσε το μπαστούνι και χωρίς να τον κοιτάξει στα μάτια τον οδήγησε στην κουζίνα. Κάθισαν όλοι μαζί και ο Στέφανος γέμισε τα ποτήρια με κρασί. Όταν ήπιαν όλοι ο Μάρκος του είπε.
-Βλέπω πως ακόμη νιώθεις άβολα απέναντι μου. Να ξέρεις πως πιστεύω την αθωότητα σου. Στο είχα πει από την πρώτη στιγμή που μάθαμε για τον φόνο.-
-Νιώθω ντροπή μπαμπά. Σε ντρόπιασα. Δεν το ήθελα. Προσπάθησα αυτό τον άνθρωπο  να τον αποφύγω. Δεν τα κατάφερα και να που φτάσαμε.-
-Έχεις την συμπαράσταση μας αγόρι μου. Θα δεις που όλα κάποια στιγμή θα φτιάξουν.- Απάντησε η μητέρα του.
-Θα ήθελα να το πιστέψω αυτό. Η υπόθεση όμως είναι δύσκολη. Κανείς άλλος εκτός από εμένα δεν είχε συμφέρον να τον σκοτώσει.-
-Αυτό δεν το ξέρεις. Οι ψυχές των ανθρώπων κρύβουν μυστικά. Υπάρχει πολύ σαπίλα στις καρδιές τους.- Του είπε η Αγγελική και θυμήθηκε την Σοφία. Τίποτα άλλο δεν ειπώθηκε εκείνο το βράδυ. Η οικογένεια έφαγε και μετά ο Στέφανος γύρισε σπίτι του. Ο Γιώργος έβλεπε μια ταινία στην τηλεόραση.
-Πως πήγε;-
-Καλά. Ο πατέρας μου με έχει συγχωρήσει για όλα.- Του απάντησε εκείνος και κάθισε δίπλα του. Ο Γιώργος τον φίλησε.
-Να φτιάξω δυο ποτά να πιούμε;- είπε στη συνέχεια.
-Ναι θα το ήθελα πολύ. Μια βότκα με αρκετό πάγο.- Ο Γιώργος έφερε τα ποτά λίγο αργότερα και ξαπλωμένοι στον καναπέ τα απόλαυσαν.


Η Σοφία έκλεισε το φροντιστήριο εκείνο το βράδυ και με το αυτοκίνητο της πήγε γρήγορα στο σπίτι του Γιάννη. Εκείνος της άνοιξε γυμνός την πόρτα και αμέσως την άρπαξε και την πήγε στο κρεβάτι. Της έκανε έρωτα βίαια και βρώμικα και μετά από ώρα έπιναν ουίσκι  πάνω στο κρεβάτι με τον ιδρώτα να καλύπτει τα γυμνά τους κορμιά.
-Πως σου φάνηκε; Καλός δεν ήμουν;- Την ρώτησε εκείνος και με το χέρι του την χάιδεψε στα γεννητικά της όργανα. Ήταν προφανές πως ο Γιάννης ήθελε ξανά να της κάνει έρωτα. Η Σοφία όμως ήταν χαμένη σε σκέψεις. Δεν του απάντησε. Κρατούσε το ποτήρι με το ουίσκι στο χέρι της και κοιτούσε το πάτωμα.
-Φαίνεται πως δεν σου άρεσε. Μπορώ να γίνω ακόμα πιο βίαιος μωρό μου. Τι θα έλεγες αν σε έδενα και σε βίαζα άγρια; -
-Μου άρεσε Γιάννη.- Του απάντησε εκείνη ψυχρά.
-Τι έχεις; Τον τελευταίο καιρό δείχνεις αφηρημένη. Φταίω εγώ;-
-Όχι. Φυσικά και όχι. Εσύ είσαι καλός εραστής. Ο καλύτερος που θα μπορούσα να είχα ποτέ. Απλά με απασχολούν και άλλα.-
-Τι άλλα δηλαδή; Εμείς δεν μπορούμε να μάθουμε;-
-Ετοιμάζω μια μεγάλη δουλειά. Αν τα καταφέρω θα γίνω πλούσια και θα φύγω από αυτή την σκατόπολη. Θα φύγω μακριά από όλους.-
-Και από εμένα;-
-Εκεί που θα πάω δεν θα μπορέσεις να με ακολουθήσεις.-
-Και που θα πας δηλαδή;-
-Αρκετά μακριά από εδώ. Το οργανώνω πολύ καιρό τώρα.-
-Και τι δουλειά είναι αυτή; Βρώμικη;-
-Φυσικά βρώμικη. Με το σταυρό δεν κάνεις καριέρα.-
-Ώστε σκοπεύεις να με αφήσεις κοριτσάκι;-
-Γιάννη οι προτεραιότητες μου έχουν αλλάξει. Θα φύγω και κανείς δεν θα μπορέσει να με σταματήσει. Πρόσεξε μη μπεις στο δρόμο μου. Σε προειδοποιώ.-
-Και τι θα μου κάνεις Σοφία; Θα με σκοτώσεις;- Της απάντησε εκείνος γελώντας. Τα χείλη της Σοφίας έγιναν μια λεπτή ίσια γραμμή. Το δεξί της χέρι  έσφιξε  το ποτήρι με το ουίσκι που κρατούσε.
-Έλα τώρα μωρό μου. Για αστείο το είπα. Εσύ δεν μπορείς να σκοτώσεις ούτε κουνούπι. Έλα πάμε για άλλο ένα γύρο. Με ένα καλό κρεβάτι ίσως να το σκεφτείς δεύτερη φορά αν θα με εγκαταλείψεις.- Της είπε εκείνος και την πήρε σηκωτή  για το κρεβάτι. Της έκανε άγριο έρωτα και η Σοφία έδειχνε πως απολάμβανε τον αντρισμό του. Μέσα της όμως έβραζε. Τα είχε βαρεθεί όλα. Ένιωθε κουρασμένη. Ο Γιάννης της ήταν άχρηστος πια. Τώρα την ενδιέφερε ο Παύλος. Θα έπαιρνε το αγόρι της Ελισάβετ. Αυτό θα της έδινε λίγη χαρά στην σκοτεινή και παγωμένη της καρδιά. Καθώς ο Γιάννης έφτανε στην κορύφωση η Σοφία  τον ακολούθησε με έναν ψεύτικο οργασμό.      

 

Το βιβλίο αυτό είναι  εξαιρετικά αφιερωμένο στην μνήμη των παππούδων μου Αποστόλη  Φήμη και  Γιώργο  Κοφινά. Στην μνήμη του πατέρα μου Παναγιώτη Γεωργίου Κοφινά. Ελπίζω να είσαστε περήφανοι για μένα. Μεγάλωσα με τις δικές σας αξίες. Σας χρωστώ τα πάντα.
Στις υπέροχες φίλες μου που μου δίνουν την  αγάπη και την συμπαράσταση τους όλα αυτά τα χρόνια. Στις: Αγγελική Σοφρά, Έλλη Κορού, Έφη Μερκούρη, Νατάσα Μπερή. Η φιλία σας ήταν πάντα κοντά μου τις ώρες που δεν μπορούσα να δω στο σκοτάδι. 
Στην Χρύσα. Εσύ ήσουν η κινητήρια δύναμη που με ώθησε να γράψω. Ένα μόνο ευχαριστώ δεν θα μπορούσε να με καλύψει. Να είσαι πάντα καλά.
Στις φίλες μου Ελισάβετ Σπανού, Ελένη Μουτζούρη, Νικολέτα Πισκοπάνη,  Χαρά Μονιού, Έρη Μαυράκη. Στην φίλη συντηρήτρια έργων τέχνης Ελισάβετ Τζουμουσλή και στον μαρμαροτεχνίτη Νότη Γιανουλάτο. Όπως και σε  όλους τους εργαζόμενους στο μουσείο της Σαλαμίνας. Σας ευχαριστώ παιδιά για την αγάπη σας.    
Στον κολλητό μου φίλο και παλιό σημαθητή Παναγιώτη Βελτανισιάν που η βοήθεια και η καλή του γνώμη με στηρίζει πάντα και στην αγαπημένη μου φίλη Δήμητρα Λαλάγκα.         
Στις φίλες μου αρχαιολόγους: Τριανταφυλλιά  Κάτουλα, Όλγα Παπαχρήστου, Μαρία Παπακωνσταντίνου, Σοφία Ζύρμπα, Μάχη Καπετανοπούλου, Εύη Μικρομάστορα.
Στον φίλο αρχαιολόγο Αντρέα Μήλιο και σε, όλους τους τεχνίτες της ανασκαφικής ομάδας του 2007-2008 που έγινε στην οδό Ολύμπου στη Σαλαμίνα.  Βασίλη Τζιβάκο, Κώστα Μιχάλαρο  Τάκη Σιγάλα , Δημήτρη Κοτζιά  και ιδιαίτερα στον Βαγγέλη Τσιλιβίγκο.  
Στον ξάδερφο μου Παναγιώτη Παπασωτηρίου  για την πολύτιμη αγάπη του και στον φίλο μου Αντρέα Αυγέρη για την υπομονή του και την δυνατή του φιλία. 
Ειδικά στην φίλη μου Δήμητρα Σκούφου που πιστεύει σε εμένα. 
Στον αδερφό μου Γιώργο Κοφινά που είναι πάντα δίπλα μου και μου χαρίζει την αγάπη του. Χωρίς αυτή τίποτα δεν έχει αξία.
Στην νύφη μου Άντζελα που με βοηθά  με την καλή της γνώμη και την
ενεργητικότητα της στις διορθώσεις των βιβλίων μου.
Στην Τούφα, την Λώρα, την Φοίβη, τον Μάξιμο, τον Νίο,  και τον Όσκαρ.  Τις αγαπημένες μου γατούλες που με συντροφεύουν με την αγάπη τους. 
Στον θεό και τους αγίους που πάντα με βοηθάνε σε δύσκολους καιρούς.

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Αν δεν είχαμε τους ποιητές σ' αυτή τη χώρα, δεν ξέρω με ποιον άλλο τρόπο θα έβρισκαν δρόμο τα δάκρυα.
Στέλλα Βλαχογιάννη

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

22/6/1973 Ανέβηκε στο θέατρο "Αθήναιον" η θεατρική παράσταση "Το Μεγάλο μας Τσίρκο" του Ιάκωβου Καμπανέλλη σε σκηνοθεσία Κώστα Καζάκου, με το ίδιο και τη Τζένη Καρέζη στους πρώτους ρόλους και το Νίκο Ξυλούρη στα τραγούδια του Σταύρου Ξαρχάκου. Ένα έργο καταδίκη της χούντας, λίγο πριν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και την πτώση της
23/6/2005 Έφυγε από τη ζωή ο ποιητής Μανώλης Αναγνωστάκης