124 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
20.08.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Οικογένεια Γ. Π. | Μέρος 10ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά

Μια μεγάλη οικογένεια. Ένα ολόκληρο σόι και πολλά ξαδέρφια σκιαγραφούν τον καμβά του βιβλίου. Είναι άνθρωποι με πάθη και ενοχές , που προσπαθούν να κάνουν την ζωή τους υποφερτή. Είναι τα πιόνια στην μεγάλη σκακιέρα της ζωής και συνήθως είναι οι χαμένοι. Μέσα από τους αδύναμους αυτούς ήρωες και το αδιέξοδο της ζωής τους έρχεται στην επιφάνεια  όλη η βρωμιά που κρύβεται κάτω από το πέπλο της φαινομενικά καλής οικογένειας.
Κατερίνα Π. Κοφινά

ΙΟΥΛΙΟΣ

Ο Ιούλιος είχε μπει δυναμικά και η ζέστη ήταν αφόρητη στην παραθαλάσσια πόλη.
Η Ελισάβετ σκεφτόταν πως θα ήταν καλό να μαζέψει τα ξαδέρφια και τους φίλους τους να πάνε για ένα βραδινό μπάνιο στη θάλασσα. Το ιδανικό μέρος ήταν η παραλία κάτω από το σπίτι του Στέφανου. Είχε μια μεγάλη αγκάλη με καθαρή άμμο και δροσερά νερά. Το σκεφτόταν όλη  εκείνη την εβδομάδα και αποφάσισε να το κανονίσει. Τους πήρε έναν-έναν στο τηλέφωνο και σχεδόν όλοι δέχτηκαν. Μόνο ο Βασίλης με την Σοφία θα έλειπαν γιατί είχαν δουλειές στη Αθήνα. Θα έμεναν εκεί δυο τρεις μέρες.  Τελικά εκείνο το βράδυ του Σαββάτου μια μεγάλη παρέα είχε μαζευτεί στην παραλία και απολάμβαναν τα παγωμένα καθάρια νερά της θάλασσας. Οι γυναίκες είχαν ετοιμάσει φαγητά και μεζέδες , είχαν φέρει παγωμένες μπίρες και κρασί. Μετά το μπάνιο επιδόθηκαν όλοι με όρεξη στο φαγητό. Η Αγγελική έπινε την μπίρα της συζητώντας με την Ελισάβετ. Η Έλενα γελούσε λίγο πιο πέρα  με τον Στέφανο. Ο Γιώργος καθόταν μόνος του σε ένα βράχο και παρακολουθούσε τον Σωτήρη που ταΐζε την Λίνα στο στόμα. Η Γιώτα καθόταν με τον Ιάσωνα και τον Παύλο.  Έπιναν κρασί και κάπνιζαν.
-Ελισάβετ μου οφείλω να σου δώσω συγχαρητήρια. Ήταν πολύ καλή η ιδέα σου να έρθουμε εδώ για μπάνιο και φαγητό. Το χρειαζόμουν αυτό. Με το νοσοκομείο και το ιατρείο έχω γίνει ράκος.- Της είπε η Αγγελική.
-Δεν θα πάρεις άδεια;-
-Μια εβδομάδα τον Αύγουστο. Και πολύ μου είναι.-
-Να μην είσαι αυστηρή με τον εαυτό σου.-
-Δεν γίνεται. Έχω πολλές υποχρεώσεις.-
-Ο θείος πως είναι;-
-Πολύ καλά. Με τις φυσιοθεραπείες  έγινε θαύμα. Εχτές τον σήκωσα από το καροτσάκι και έμεινε όρθιος για λίγα λεπτά. Θα τα καταφέρει τελικά.-
-Δεν είχα καμιά αμφιβολία για τον θείο.- Της απάντησε εκείνη και είδε τον Γιώργο να έρχεται προς το μέρος τους.
-Καλώς τον.- Του είπε χαρούμενα η Αγγελική. Εκείνος κάθισε δίπλα της και την φίλησε στα μαλλιά.
-Αγγελική μου ,πάντα όμορφη. Εσύ κορίτσι μου δεν θα χαλάσεις ποτέ σου.- Της απάντησε εκείνος και η Αγγελική γέλασε δυνατά.
-Κάτι τέτοια μας λες και μετά δεν μπορούμε να σε μισήσουμε. – Είπε γελώντας η Ελισάβετ.
-Κορίτσια μου λείψατε όλους αυτούς τους μήνες.-
-Και εμάς. Ευτυχώς που τα βρήκες με τον ξάδερφο μου. Είχα σκάσει από τη στεναχώρια μου, όταν τον εγκατέλειψες.- Συνέχισε λέγοντας η Ελισάβετ. Η Αγγελική άναψε τσιγάρο.
-Του χρειαζόταν αυτό το ταρακούνημα. –
-Έχεις απόλυτο δίκιο. Τώρα όμως σας βλέπω μια χαρά. Ο αδερφός μου έχει πλέον κατασταλάξει και είσαστε όπως στην αρχή.- Συνέχισε η Αγγελική.
-Είμαστε πιο ερωτευμένοι από ποτέ..- Απάντησε εκείνος κοιτάζοντας από μακριά τον Σωτήρη με βλέμμα εχθρικό. Τα κορίτσια δε το κατάλαβαν. Κοιτούσαν τη θάλασσα. Εκείνη την ώρα ήρθε στην παρέα τους ο Στέφανος.
-Τι κάνετε εσείς εδώ; -
-Μια χαρά. Τα λέμε.- Του απάντησε η Ελισάβετ.
-Θα πεταχτώ μέχρι  το σπίτι να φέρω δυο μπουκάλια παγωμένο νερό. Έχει αφόρητη ζέστη.-
-Σε εμένα το λες; Για αυτό σιχαίνομαι το καλοκαίρι. Μέχρι να φύγει θα είμαι σε μόνιμη κατάθλιψη.- Του απάντησε γελώντας η Ελισάβετ. Ο Στέφανος ανηφόρησε για το σπίτι. Ο Γιώργος ξάπλωσε στην άμμο και έκλεισε τα μάτια του. Δεν είδε τον Σωτήρη που ακολούθησε τον Στέφανο. Η Λίνα είχε μπει στη θάλασσα. Ο Σωτήρης ανέβηκε γρήγορα και τον πλησίασε καθώς εκείνος  έμπαινε στη βεράντα του σπιτιού.
-Τι έγινε Στέφανε;-
-Τι θέλεις;- Του είπε απότομα εκείνος.
-Εσένα βέβαια.-
-Σήκω και φύγε. Δεν θέλω να μας δει μαζί κανείς.-
-Γιατί; Ξάδερφος σου είμαι και εγώ. Την Λίνα παντρεύτηκα.-
-Έτυχε.-
Του απάντησε εκείνος και μπήκε στο σπίτι. Ο Σωτήρης τον ακολούθησε και έκλεισε την πόρτα.
-Φύγε γιατί θα φωνάξω τους υπόλοιπους.-
-Δώσε μου αυτό που θέλω και θα φύγω.-
-Έχεις τρελαθεί εντελώς; Η Λίνα βρίσκεται στην παραλία. Νομίζεις πως θα σου κάτσω σαν την άβουλη γυναικούλα;-
-Μα δεν θέλω τώρα. Απλά να κλείσουμε ένα ραντεβού.-
-Ποτέ. Με ακούς; Ποτέ.-  Ο Σωτήρης τον άρπαξε με βία και προσπάθησε να τον φιλήσει. Εκείνη την στιγμή μπήκε στο σπίτι ο Γιώργος. Άρπαξε με δύναμη τον Σωτήρη και τον πέταξε κάτω.
-Φύγε μαλάκα , γιατί θα σε σπάσω στο ξύλο αυτή τη στιγμή.-
-Βλέπω δεν το κράτησες κλειστό το στοματάκι σου. Του τα είπες όλα;- Ρώτησε ο Σωτήρης καθώς σηκωνόταν.
-Ναι. Αυτή τη φορά δεν το άφησα μέσα μου , όπως τότε στην Αθήνα. Αν το έκανα θα έχανα οριστικά τον Γιώργο. Και μετά θα πέθαινα.- Του απάντησε εκείνος και πλησίασε τον Γιώργο. Του κράτησε το χέρι. Ο Σωτήρης σκύλιασε καθώς είδε το δέσιμο τους. Τον πλήγωσε αυτή η εικόνα. Έβλεπε καθαρά πως θα ήταν αδύνατο να χωρίσει τους δυο ερωτευμένους άντρες.
-Δεν τελειώσαμε. Εμείς οι δυο θα τα ξαναπούμε.- Απάντησε εχθρικά στον Στέφανο και έφυγε από το σπίτι.
-Ευτυχώς που ήρθες. Αυτός ήταν έτοιμος να με βιάσει.- Του είπε τρομαγμένος ο Στέφανος.
-Καθόμουν με τα κορίτσια  και είχα ξαπλώσει στην άμμο. Είχα κλείσει τα μάτια μου. Όταν τα άνοιξα λίγο αργότερα και δεν τον είδα πουθενά αυτόν τον αλήτη , κατάλαβα πως σε είχε ακολουθήσει. Έτσι ήρθα γρήγορα στο σπίτι. Είσαι καλά τώρα;-
-Ναι. Είδες  με τι έχουμε να κάνουμε;-
-Δεν με φοβίζουν οι δυσκολίες. Θα τα καταφέρουμε. Μη φοβάσαι τίποτα. Πάμε τώρα στην παραλία; Αρκετά ασχοληθήκαμε με αυτόν τον ηλίθιο.- Όταν έφτασαν  βούτηξαν στην θάλασσα. Το ίδιο είχαν κάνει η Γιώτα με την Έλενα. Η Ελισάβετ  κοιτούσε  αυτά τα δυο ζευγάρια με αγάπη. Αναστέναξε. Ευχήθηκε όλα να πήγαιναν  καλά για αυτούς. Ο Ιάσωνας κάπνιζε με τον Παύλο και γελούσαν. Η Αγγελική έτρωγε και ο Σωτήρης με την Λίνα κοιτούσαν την θάλασσα αμίλητοι. Το φεγγάρι  από ψηλά φώτιζε κάποιους ανθρώπους προσπαθώντας να τους δείξει  τον σωστό δρόμο. Άδικος κόπος. Τα ανθρώπινα πάθη που τους κατέκλυζαν ήταν πιο δυνατά , και από το ορμητικό ρεύμα του ποταμού. Όλα κατρακυλούσαν προς τα κάτω. Η τεράστια δίνη θα τους πήγαινε στον πάτο της  ζωής.

Λίγες μέρες μετά η Έλενα έμπαινε στο μαγαζί της Ελισάβετ. Εκείνη όταν την είδε την αγκάλιασε με αγάπη και της πρόσφερε παγωμένο καφέ. Η Έλενα  κάθισε σε μια καρέκλα και άναψε τσιγάρο.
-Ξέρω γιατί ήρθες.- Της είπε η Ελισάβετ ήρεμα.
-Νιώθω πολύ άσχημα που έμαθες για μένα και την Γιώτα. Δεν θέλω να χαλάσει η σχέση μου μαζί σου. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω;-
-Πολύ καλά. Μη φοβάσαι Έλενα. Δεν έχει αλλάξει τίποτα μεταξύ μας. Συνεχίζω να σε αγαπώ και να σε εκτιμώ.-
-Μετά από όλα αυτά που έμαθες για μένα;-
-Εντάξει. Δεν ήταν  και το πιο καλό νέο , αλλά τώρα τι θα ήθελες να κάνω;-
-Δεν ξέρω. Βρίσε με. Κάνε με βούκινο στην πόλη. Μπορείς να το πεις στον Ιάσωνα. Οτιδήποτε , παρά αυτή την ανεκτικότητα που βλέπω.-
-Κοριτσάκι μου , για πια με πέρασες; Δεν είμαι η θεία σου η Κατίνα εγώ και δεν πρόκειται να φερθώ ποτέ με αυτό τον τρόπο. –
-Κάνω έρωτα με την καλύτερη σου φίλη. Δεν σε πειράζει αυτό;-
-Αν αυτή δεν έχει πρόβλημα , δεν βλέπω τον λόγο να  έχω εγώ.-
-Μα καλά. Πως είσαι τόσο ήρεμη;- Της απάντησε εκείνη και  έσβησε το  τσιγάρο.
-Και τι να κάνω βρε Έλενα; Να σε δείρω; Μικρό κορίτσι είσαι;-
-Όχι , αλλά είμαι παντρεμένη με τον πρώτο σου ξάδερφο και έχω ένα παιδί.-
-Αυτό που με ανησυχεί είναι να μη καταλάβει τίποτα ο Ιάσωνας και χωρίσετε.-
-Όχι. Δεν θα γίνει αυτό. Τον αγαπώ.-
-Εσένα φοβάμαι πιο πολύ. Έχεις να αντιμετωπίσεις δυο ανόμοιους δεσμούς. Πως θα τα καταφέρεις; Είναι δύσκολο για σένα.-
-Ακόμα δεν έχω πέσει στα ψυχοφάρμακα.- Της απάντησε εκείνη γελώντας.
-Φοβάμαι όμως για την εσωτερική σου ηρεμία.-
-Το ξέρω. Είμαι  όμως αποφασισμένη να τα καταφέρω για όλους μας.-
-Τότε σου εύχομαι καλή επιτυχία.-
-Σε ευχαριστώ Ελισάβετ που με στηρίζεις. Το ξέρω πως δεν σου είναι εύκολο να το δεχτείς. Για κανένα πιστεύω δεν είναι ευχάριστο. Δυστυχώς όμως δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Και θα πρέπει εδώ να σου αποκαλύψω πως το δεσμό αυτό τον ξέρει και ο Στέφανος.-
-Και τι σου είπε;-
-Μου χάιδεψε τα μαλλιά και με πήρε στην αγκαλιά του.-
-Ήμουν σίγουρη πως θα φερόταν με αυτό τον τρόπο. Ο Στέφανος  είναι ο πιο ανέμελος χαρακτήρας στην οικογένεια.-
-Αλήθεια Ελισάβετ. Το περίμενες αυτό από εμένα;-
-Όχι , αλλά η ζωή είναι απρόβλεπτη.-
-Δεν είχα δει καμιά γυναίκα ως τώρα ερωτικά. Δεν ξέρω πως έγινε και αγάπησα τη Γιώτα.-
-Και εκείνη αυτό μου είπε. Μη το σκέφτεσαι. Κοίτα να ζήσεις όλες τις στιγμές μαζί της. –
-Και αυτό κάνω. Εσύ με τον Παύλο , όλα καλά;-
-Τα ίδια. –
-Δε σε βλέπω ενθουσιασμένη. Συμβαίνει κάτι;-
-Θα το πιστέψεις , αν σου πω , ότι τον τελευταίο καιρό , δεν είμαι σίγουρη για τον δεσμό μας;-
-Πρώτη φορά σε ακούω να μιλάς με τέτοια θλίψη. Τι  έγινε  Ελισάβετ;-
 -Δε το έχω πει σε κανέναν. Συμβαίνει εδώ και λίγους μήνες. Δεν είμαι ερωτευμένη μαζί του. Μάλιστα νομίζω πως δεν τον ερωτεύθηκα ποτέ μου.-
-Τι λες τώρα; Πέφτω από τα σύννεφα. Δείχνατε τόσο καλά μαζί.-
-Τα φαινόμενα συνήθως είναι ψεύτικα.-
-Και τι θα κάνεις;-
-Θα του μιλήσω. Θα νιώσω ελεύθερη όταν χωρίσουμε.-
-Τόσο χάλια δηλαδή.-
-Τόσο. Άσε με Έλενα. Δεν ξέρω και πώς να του το φέρω. Θα τον πληγώσω. Πρέπει όμως να γίνει.-
-Να κάνεις αυτό που λέει η καρδιά σου.-
-Το έχω βάλει σκοπό. Ο Παύλος αξίζει καλύτερη τύχη. Αν μείνω μαζί του θα γίνω δυστυχισμένη.-

Στο σπίτι του Μάρκου και της Βούλας το ζευγάρι συζητούσε.
-Να σου φέρω τον καφέ σου Μάρκο;-
-Ναι , σε ευχαριστώ.-  Καθόταν στον καναπέ του καθιστικού έχοντας το μπαστούνι δίπλα του. Ο Μάρκος επιτέλους μπορούσε με δυσκολία βέβαια να κινηθεί μόνος του. Η διάθεση του είχε φτιάξει και ήταν αισιόδοξος. Η Βούλα τον βοηθούσε και δεν έφευγε από το πλευρό του.
-Ωραίο τον έφτιαξες.-
-Με λίγη ζάχαρη. Όπως τον πίνεις πάντα.- Του απάντησε εκείνη και κάθισε δίπλα του. Ο Μάρκος πήρε το χέρι της και το έσφιξε στο δικό του , με αγάπη.
-Ήταν δύσκολοι όλοι αυτοί οι μήνες για σένα. Κουράστηκες με τις παραξενιές μου.- Της  είπε γλυκά.
-Εσύ παράξενος; Ποτέ Μάρκο μου. Αυτό που φοβόμουν ήταν μήπως ψυχικά  δεν τα κατάφερνες. Σε είχα συνηθίσει δυνατό. Πραγματικά οι πρώτοι μήνες ήταν φρικτοί για όλους μας.-
-Εσένα και τα παιδιά σκεφτόμουν Βούλα. Δεν ήθελα να σας γίνω βάρος.-
-Αγάπη μου τι λες τώρα; Βάρος εσύ; Ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό κάτι τέτοιο.-Του είπε και τον κοίταξε όλο αγάπη στα μάτια.
-Γέρασα Βούλα. Και τώρα δεν μπορώ να κινηθώ όπως πρώτα. Το εγκεφαλικό είναι ύπουλο νόσημα.-
-Εσύ να σκέφτεσαι θετικά.-
-Κακά τα ψέματα. Μπορεί να πάθω και άλλο.-
-Σε παρακαλώ. Ας αλλάξουμε θέμα.- Τον παρακάλεσε εκείνη και τον φίλησε απαλά στα χείλη.
-Ο Στέφανος είναι ευχαριστημένος  στην καινούργια του δουλειά;-
-Τα πάει περίφημα. Ο Ιάσωνας του φέρεται άψογα.-
-Επιτέλους , δείχνει σημάδια βελτίωσης. Πιστεύω να καταστάλαξε στη ζωή του.-
-Ευτυχώς για εκείνον Μάρκο μου. Θα σου πω όμως και κάτι που δεν γνωρίζεις. Δεν θέλω όμως να νευριάσεις. Να το δεχτείς ήρεμα.-
-Δεν θα ενοχληθώ Βούλα. Άλλωστε από τον γιο μας τα έχω ακούσει πια όλα. Τι έγινε αυτή τη φορά;-
-Ο Στέφανος ζει μαζί με το πρώην αγόρι του, στο σπίτι της Αγγελικής. Τα βρήκαν μεταξύ τους. Ο Γιώργος πήρε μετάθεση από τη δουλειά του , για εδώ και όπως φαίνεται ζουν πολύ αρμονικά.-
-Δεν μπορώ να αλλάξω τον γιο μου. Η ζωή είναι δική του. Θα ήθελα  βέβαια να παντρευόταν μια καλή κοπέλα και να έκανε παιδιά. Οι ερωτικές του όμως προτιμήσεις , αποκλείουν μια φυσιολογική ζωή. Δεν έχω σκοπό να του εναντιωθώ στο μέλλον. Στο παρελθόν δε μας βγήκε σε καλό και τον χάσαμε από κοντά μας. Το έχω δεχτεί  μέσα μου Βούλα. Σίγουρα δεν θα πεθάνω από αυτό τον καημό.- Της απάντησε γελώντας. Η Βούλα του χαμογέλασε.

Λίγες μέρες μετά ,ο Παύλος βρισκόταν με την Ελισάβετ στο σπίτι του. Έπιναν ένα ποτό. Η Ελισάβετ αμίλητη κάπνιζε σκεφτική. Εκείνος δεν ήξερε πώς να της μιλήσει. Η σχέση τους περνούσε κρίση εδώ και μήνες. Διαφωνούσαν πολύ συχνά και για ασήμαντα θέματα.
-Δεν ξέρω τι έφταιξε με μας τους δυο. Θέλω όμως να το κουβεντιάσουμε ήρεμα και να καταλήξουμε κάπου. Μεγάλοι άνθρωποι είμαστε. Μπορούμε να επικοινωνήσουμε.- Είπε εκείνος σπάζοντας την σιωπή που επικρατούσε στο σπίτι. Η Ελισάβετ τον κοίταξε κατάματα. Ήξερε πως μέσα της ο Παύλος αποτελούσε παρελθόν. Έπρεπε όμως και εκείνος να το καταλάβει αυτό.
-Παύλο μου , ξέρω πως για κάποιους μήνες τώρα η σχέση μας δεν προχωρά. Έχει μείνει στάσιμη και λιμνάζει από την καθημερινότητα. Όταν γνωριστήκαμε ήταν αλλιώς. Πώς να στο πω; Ήμουν εντυπωσιασμένη.-
-Αλλά δεν ήσουν ερωτευμένη. Έτσι δεν είναι;-
-Δεν θέλω να το πάρεις στραβά , αλλά ναι. Ίσως τελικά να μην ήταν έρωτας αυτό που ένιωσα στην αρχή. Για αυτό και πιστεύω πως το πιο σωστό θα ήταν να τραβήξεις τον δρόμο σου. Η τύχη σου είναι με άλλη γυναίκα. Μια γυναίκα που θα μείνει στο πλευρό σου. Που θα σε αγαπήσει αληθινά.- Του απάντησε εκείνη και του κράτησε το χέρι. Στα μάτια  του Παύλου φάνηκαν δυο σταγόνες δάκρυα.
-Για μένα Ελισάβετ ήσουν η ιδανική γυναίκα.- Της είπε εκείνος λυπημένα.
-Είσαι ένας αξιολάτρευτος άντρας. Αν μείνω μόνο κακό θα σου κάνω. Είναι κρίμα να σε πληγώσω. Δεν είναι δίκαιο για σένα. Θα το ήθελες αυτό;-
-Όχι. Θέλω η γυναίκα που είναι στο πλευρό μου  να με αγαπά και να ξέρει, τα αισθήματα της.-
-Ήμουν σίγουρη πως θα σκεφτόσουν λογικά. Εμείς θα παραμείνουμε φίλοι. Δεν θέλω να κόψουμε την καλημέρα. Εκτός βέβαια αν δεν θέλεις εσύ.-
-Δεν είναι σωστό να γίνουμε δυο εχθροί. Θα μείνουμε φίλοι.- Της απάντησε εκείνος.
-Συγγνώμη Παύλο. Ποτέ μου δεν ήθελα να σε πληγώσω.-
-Το γνωρίζω αυτό. Θα μου πάρει λίγο καιρό να σε ξεχάσω , αλλά πιστεύω πως θα τα καταφέρω στο τέλος.-
-Μου δίνεις κουράγιο όταν μιλάς θετικά.- Του απάντησε εκείνη  και τον αγκάλιασε.

Ο Στέφανος εκείνο το βράδυ είχε κατέβει στην παραλία κάτω από το σπίτι του , για να βουτήξει στη θάλασσα. Ο Γιώργος είχε φύγει για δυο μέρες στην Αθήνα. Η αδερφή του είχε γεννήσει το δεύτερο παιδί της , και εκείνος την είχε επισκεφτεί για να κρατήσει το ανίψι , στην αγκαλιά του. Ο Στέφανος βγήκε γυμνός από την θάλασσα και ξάπλωσε στην άμμο μπρούμυτα. Χαλαρώνοντας τον πήρε ο ύπνος , καθώς τον νανούρισε ο ήχος που έκαναν τα κύματα , όταν έφταναν στην ακρογιαλιά. Ο Σωτήρης τον παρακολουθούσε από μακριά. Είδε πως ήταν μόνος του και τον πλησίασε αθόρυβα. Ο Στέφανος ένιωσε κάτι βαρύ στο πίσω μέρος του κεφαλιού του και έχασε τις αισθήσεις του. Ο Σωτήρης στεκόταν από πάνω του. Άρχισε να γδύνεται σιγά.
-Μωρό μου , το περίμενα πολύ καιρό. Ελπίζω να το ευχαριστηθείς όπως και εγώ.- είπε γελώντας και βίασε τον Στέφανο άγρια. Όταν επιτέλους το πάθος του ξέσπασε , μπήκε στη θάλασσα και κολύμπησε ανανεωμένος. Ο Στέφανος που είχε βρει κάπως τις αισθήσεις του και ανήμπορος να σηκωθεί άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε προς τη θάλασσα. Ο Σωτήρης κολυμπούσε στα βαθιά. Ένα τρελό μίσος φάνηκε στο πρόσωπο του Στέφανου. Εκείνη τη στιγμή πήρε την μεγάλη απόφαση να σκοτώσει τον Σωτήρη. Θα τον έπνιγε με τα ίδια του τα χέρια. Ο Σωτήρης όμως ήταν πιο δυνατός από εκείνον. Σκέφτηκε να παίξει θέατρο μαζί του. Θα τον καλόπιανε και θα τον μεθούσε. Θα του έλεγε πως απόλαυσε το άγριο σεξ μαζί του , για να του ρίξει στάχτη στα μάτια. Έπρεπε επιτέλους να τελείωνε μια και καλή . Σηκώθηκε με δυσκολία και ανηφόρισε προς το σπίτι. Μπήκε μέσα και πήρε από το ψυγείο ένα μπουκάλι παγωμένη Βότκα και δυο ποτήρια. Μετά κατέβηκε στην παραλία. Ο Σωτήρης εκείνη την ώρα έβγαινε μέσα από τη θάλασσα. Ο Στέφανος είχε ξαπλώσει προκλητικά στην άμμο.
-Δεν πιστεύω να μου θύμωσες έτσι; - Τον ρώτησε και κάθισε δίπλα του.
-Ήσουν πολύ βίαιος. Δεν ήταν ανάγκη να με χτυπήσεις πρώτα.-
-Φοβήθηκα πως θα μου αρνηθείς για άλλη μια φορά.-
-Είχα ξεχάσει πόσο καλός εραστής ήσουν. Με τον Γιώργο δεν είναι έτσι.- Του απάντησε εκείνος και τον χάιδεψε στο στήθος. Ο Σωτήρης άρχισε να φουντώνει.
-Αν θέλεις μπορώ να σε ευχαριστήσω ξανά. Έχω πολύ όρεξη όταν είμαι μαζί σου.-
-Ας πιούμε πρώτα. Έφερα παγωμένη Βότκα. Επιτέλους να ξεχάσουμε τις κακές στιγμές.-
-Το λες αλήθεια;-
-Ναι. Με τέτοιες επιδόσεις θα ήταν κουτό από την μεριά μου να σε απορρίψω.-
-Και ο Γιώργος;-
-Ο Γιώργος είναι ο μεγάλος μου έρωτας. Δεν είμαι  όμως από αυτούς που μένουν πιστοί. Μου αρέσεις Σωτήρη. Χρειάζομαι τον ζωώδη ερωτισμό σου.- Του απάντησε ο Στέφανος και τον τράβηξε κοντά του. Έκαναν ξανά έρωτα και όλη την ώρα ο Στέφανος είχε κλείσει τα μάτια του. Σιχαινόταν ακόμα και την αναπνοή εκείνου του ανθρώπου , που είχε κολλήσει πίσω του και αγκομαχούσε δυνατά. Θα έπαιζε όμως τον ρόλο του ως το τέλος. Εκείνη τη νύχτα όλα θα τέλειωναν για πάντα. Ήταν αποφασισμένος. Λίγη ώρα μετά μπήκαν μαζί στη θάλασσα και κολύμπησαν. Βγήκαν κα άρχισαν να πίνουν και να μιλάνε για διάφορα θέματα. Κάπνιζαν και γελούσαν. Ο Σωτήρης έδειχνε έναν άλλο εαυτό. Σκεφτόταν πως η αλλαγή στη συμπεριφορά του Στέφανου ήταν , ένα θαύμα σταλμένο από το θεό. Μέσα του ένιωσε πανέτοιμος για να σταθεί στο πλευρό του αγαπημένου του. Έτσι θα μπορούσε να αντέξει τα πάντα. Ακόμα και αυτή την ηλίθια  τη γυναίκα του. Θα άντεχε από εδώ και πέρα να της κάνει τρελό έρωτα και εκείνη να δείχνει ευτυχισμένη. Ένα καλό κρεβάτι ήθελαν όλες οι γυναίκες και δεν ζητούσαν τίποτα άλλο. Τις σιχαινόταν όλες. Και πιο πολύ την μητέρα του. Αυτή ήθελε χρόνια τώρα να σκοτώσει. Και αφού δεν τα κατάφερε ξέγραψε μέσα του τις γυναίκες. Τις σιχάθηκε τόσο πολύ που όταν τις έβλεπε γύριζε αλλού το κεφάλι του , με αποστροφή. Οι γονείς του είχαν χωρίσει όταν εκείνος ήταν πέντε ετών. Η μητέρα του έφυγε στην Αμερική και ο πατέρας του , τον άφησε στα χέρια της γιαγιάς του. Εκείνη τον είχε μεγαλώσει.  Ο πατέρας του πλούσιος εφοπλιστής έφυγε στην Γαλλία. Τον έβλεπε μόνο Χριστούγεννα και Πάσχα. Βέβαια δεν του είχε λείψει τίποτα. Όλα τα είχε ο Σωτήρης. Εκτός από την μητρική αγάπη. Όταν ήταν δεκαέξι ετών γνώρισε και τον βιασμό. Ο πατέρας του καλύτερου του φίλου ,τον είχε στριμώξει μια μέρα στο μπάνιο του σπιτιού του. Ο Σωτήρης είχε πάει στο σπίτι του φίλου του , για να διαβάσουν μαζί. Εκείνος όμως είχε ξεχάσει το ραντεβού τους. Ο πατέρας  του φίλου του τον παρακάλεσε να περιμένει. Ο γιος του δεν θα αργούσε να γυρίσει , του είχε πει. Ήταν μόνοι στο σπίτι. Κάποια στιγμή ο Σωτήρης είχε μπει στην τουαλέτα. Μόλις κατέβασε το παντελόνι του , άκουσε το κλειδί να γυρίζει στην πόρτα. Γύρισε  το κεφάλι του και είδε τον κύριο Νίκο να  τον κοιτάζει με λαγνεία. Τα κατάλαβε όλα σε μια στιγμή. Όμως δεν  φοβήθηκε. Ήξερε μέσα του πως σιχαινόταν τις γυναίκες. Έτσι και αλλιώς οι άντρες πάντα τον γοήτευαν. Τους θεωρούσε ανώτερους σε όλα. Αμέσως γδύθηκε και βοήθησε και εκείνον να βγάλει τα ρούχα του. Έκαναν έρωτα δυο φορές. Από εκείνη την ημέρα ο πατέρας του φίλου του έγινε εραστής του. Και έμειναν μαζί ως την ημέρα που εκείνος πέθανε από καρδιακή προσβολή. Τον είχε αγαπήσει πολύ εκείνο τον άντρα. Του είχε μάθει τα πάντα και ήταν πολύ τρυφερός . Όταν εκείνος πέθανε ο Σωτήρης έκανε την στρατιωτική του θητεία , κοντά στον Έβρο. Από εκεί και μετά σπούδασε λίγα χρόνια στην Αμερική. Προσπάθησε να βρει τη μάνα του , αλλά δεν τα κατάφερε. Φαίνεται πως εκείνη είχε αλλάξει το όνομα της. Τα σκεφτόταν όλα αυτά ο Σωτήρης καθώς έπινε την Βότκα του , ξαπλωμένος στην υγρή αμμουδιά  , παρέα με τον Στέφανο. Το δυνατό ποτό του είχε φέρει στην αρχή εφορία και μετά μέθη.  Ο Στέφανος είχε φέρει και δεύτερο μπουκάλι που ήδη έφτανε στο τέλος του και ένα τρίτο περίμενε τη σειρά του. Τα  μάτια του είχαν κοκκινίσει. Ο Στέφανος του χάιδευε την πλάτη και τον φιλούσε στο λαιμό. Ο Σωτήρης είχε ξετρελαθεί από τον πόθο που έκαιγε το κορμί και παρέλυε τα μέλη του. Έπεσε πάνω στον Στέφανο και τον γύρισε μπρούμυτα. Ήθελε ξανά να του κάνει έρωτα. Πήρε το μπουκάλι με την λιγοστή Βότκα και κατέβασε γρήγορα το υπόλοιπο. Το μπουκάλι έπεσε από τα χέρια του και καθώς ο Σωτήρης χάιδευε ερωτικά για να διεγείρει τον ερωτικό του παρτενέρ, ξαφνικά έπεσε αναίσθητος από το μεθύσι. Ο Στέφανος σηκώθηκε αμέσως όρθιος , ντύθηκε και πήγε από πάνω του. Γέλασε. Τώρα οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί. Εκείνος είχε το πάνω χέρι. Για μια στιγμή σκέφτηκε να τον βιάσει εκείνος άγρια. Του ήρθε όμως να κάνει εμετό και μόνο που το σκέφτηκε. Ο Σωτήρης κοιμόταν βαθιά. Έμοιαζε με πεθαμένο. Ο Στέφανος έσκυψε και έβαλε τα δυο χέρια στο λαιμό του. Τα  έσφιξε μα δύναμη. Ένας ρόγχος ακούστηκε από το λαιμό του Σωτήρη. Ο Στέφανος σταμάτησε  απότομα.
-Θεέ μου. Τι πάω να κάνω;- Μονολόγησε μόνος του. Σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε  πρώτα τη θάλασσα  και μετά  το γυμνό κορμί του βιαστή του. Όχι δεν μπορούσε να τον σκοτώσει. Του ήταν αδύνατο να το κάνει αυτό. Τον Σωτήρη τον σιχαινόταν πιο πολύ και από τα περιττώματα. Δεν ήταν όμως δολοφόνος. Δεν γινόταν να του πάρει την ζωή με τέτοιο τρόπο. Τον κοίταξε για άλλη μια φορά. Πήρε από την άμμο το άδειο μπουκάλι της Βότκας ,τα τσιγάρα του και τον άφησε να κοιμάται στην παραλία. Ανέβηκε στο σπίτι του , έκλεισε πόρτες και παράθυρα και αφού έκανε μπάνιο , ξάπλωσε στο κρεβάτι του και κοιμήθηκε.
Μισή ώρα μετά τα κύματα έσκαγαν ρυθμικά στην ακτή. Κάτω από το σπίτι του Στέφανου μια φιγούρα κινήθηκε προς τη μεριά του Σωτήρη. Στο ένα χέρι της φιγούρας που φορούσε γάντια υπήρχε μια μασιά από τζάκι. Η μασιά ανυψώθηκε και έπεσε με δύναμη στο κεφάλι του Σωτήρη. Εκείνος με δυσκολία άνοιξε τα μάτια του. Είδε μόνο για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου , τον δολοφόνο του. Τα βλέφαρα του πετάρισαν. Η μασιά  ανυψώθηκε ξανά , και ξανά , και ξανά και ξανά και ξανά. Η φιγούρα απομακρύνθηκε αφού έπλυνε το εργαλείο του φόνου στη θάλασσα. Λίγο πριν ξεψυχήσει εκείνος έκανε ένα σχήμα στην άμμο. Έμοιαζε με το κεφαλαίο <<Σ>>     η με ανάποδο <<Μ>> δεν ξεχώριζε πολύ καλά. Η θάλασσα στα βαθιά ρίγησε από ένα ζεστό αεράκι.

Την επόμενη μέρα ο Στέφανος ξύπνησε στις δώδεκα το μεσημέρι. Σηκώθηκε τρεκλίζοντας και μπήκε στο μπάνιο. Πρώτα έκανε εμετό. Το κεφάλι του το ένιωθε βαρύ , όσο ένα βουνό , από το αλκοόλ της προηγούμενης νύχτας. Έκανε μπάνιο και βγαίνοντας , πήγε στην κουζίνα. Πήρε τηλέφωνο τον Γιώργο.
-Που είσαι;  Τον ρώτησε σχεδόν ξέπνοος. 
-Μόλις έφτασα. Παίρνω ένα ταξί και έρχομαι σπίτι.- Του απάντησε εκείνος. Ο Στέφανος  έφτιαξε καφέ και τον ήπιε  αργά στο τραπέζι της κουζίνας. Εκεί τον βρήκε ο Γιώργος όταν μπήκε στο σπίτι. Κατάλαβε αμέσως πως κάτι είχε αλλάξει. Η όψη του Στέφανου είχε χάσει την ζωντάνια της. Έμοιαζε να είχε γεράσει απότομα , μέσα σε λίγες ώρες.
-Τι έγινε; Πως είσαι έτσι;- τον ρώτησε εκείνος.
-Εχτές το βράδυ ο Σωτήρης με βίασε.-
-Τι έκανε λέει; Μη με τρελαίνεις τώρα.-
-Έκανα μπάνιο στη θάλασσα. Ξάπλωσα για λίγο στην άμμο.  Φαίνεται πως μα παρακολουθούσε.  Δεν τον κατάλαβα. Με χτύπησε με σιδερογροθιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Έχασα τις αισθήσεις μου και με βίασε.-
-Το κάθαρμα. Ο αλήτης. Βρήκε την ευκαιρία που έλειπα. Αυτή τη φορά θα τον πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια.- Απάντησε τρελός από θυμό ο Γιώργος.
-Άδικος κόπος. Το προσπάθησα εγώ εχτές. Είχα αποφασίσει να τον σκοτώσω. Του έκανα λοιπόν γλύκες και τον πότισα δυο μπουκάλια παγωμένη Βότκα. Έπεσε ξερός κάτω. Μετά τον πλησίασα  και πήγα να τον στραγγαλίσω. Αλλά δεν το έκανα. Δεν μπορούσα Γιώργο. Τελικά τον άφησα γυμνό στην παραλία και ήρθα στο σπίτι. Φαντάζομαι τώρα , θα έχει φύγει και εκείνος. Αν βέβαια κατάφερε να ξυπνήσει. Είχε πιει πολύ. – Ο Γιώργος σηκώθηκε όρθιος.
-Πάμε στην παραλία.- Του είπε αποφασιστικά.-
-Να κάνουμε τι;-
-Αν είναι εκεί θα τον σπάσω στο ξύλο. Μετά θα τα πούμε όλα στη Λίνα. Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο.-
-Άσε καλύτερα. Μετά το χτεσινό πήδημα , θα έχει γεμίσει τις μπαταρίες του. Θα κάνει καιρό να με ενοχλήσει.-
-Μπορείς να ακούσεις τι λες; Είσαι βλάκας; Τώρα είναι που δεν θα σε αφήσει σε ησυχία.- Του είπε εκείνος και βγήκε από το σπίτι. Άρχισε να κατηφορίζει προς την παραλία. Ο Στέφανος τον ακολούθησε. Φτάνοντας κάτω ο Γιώργος είδε τον Σωτήρη ξαπλωμένο  στην άμμο.
-Κοιμάται ακόμα το κάθαρμα.- Είπε στο Στέφανο και τον πλησίασαν. Το θέαμα που αντίκρισαν , τους έκανε να μείνουν άναυδοι στη θέση τους. Το κεφάλι του Σωτήρη ήταν στην κυριολεξία λιωμένο. Το πρόσωπο του δε φαινόταν. Δίπλα του η άμμος είχε βαφτεί κόκκινη. Ήταν στην ίδια θέση που τον είχε αφήσει το προηγούμενο βράδυ ο Στέφανος , με τη διαφορά πως ήταν νεκρός.
-Θεέ μου….!- Φώναξε  Γιώργος και έβαλε το χέρι στο στόμα του. Αμέσως ξέρασε λίγο πιο πέρα.
-Δεν…..δεν….τον…σκό…. Δεν τον σκότωσα εγώ. Εχτές όταν τον άφησα κοιμόταν μεθυσμένος.- Τραύλισε ο Στέφανος. Ο Γιώργος ξέπλυνε το στόμα του με λίγο θαλασσινό νερό.
-Και τώρα τι κάνουμε; Αυτός είναι φόνος.- Είπε σιγά ο Γιώργος.
-Πίστευα πως είχα αποφύγει για πάντα τις κακοτοπιές. Τώρα θα μαθευτούν όλα. Δεν σκέφτομαι πια τον εαυτό μου ,αλλά τον πατέρα μου. Αυτό το γεγονός θα τον πεθάνει.- Απάντησε αποκαμωμένος ο Στέφανος.
-Τι λες τώρα; Αφού δεν φταις εσύ. Άλλος τον σκότωσε.-
-Εγώ είμαι ο βασικός ύποπτος. Πέθανε κάτω από το σπίτι μου. Είχε πιει και είναι γυμνός. Κάναμε πολλές φορές έρωτα εχτές. Θα τον εξετάσουν. Θα βρουν σπέρμα. Το δικό μου σπέρμα.-
-Μα είπες πως σε βίασε.-
-Στην αρχή. Μετά είχα την τρελή ιδέα να τον μεθύσω και να τον πνίξω. Κάναμε πολλές φορές έρωτα. Θα τα βρουν όλα. Είμαι χαμένος.-
-Πως μπόρεσες να κάνεις έρωτα μαζί του; Τι σκεφτόσουν;- Του φώναξε εκείνος.
-Εμάς τους δυο. Αν του έδινα αυτό που ήθελε θα μας άφηνε στην ησυχία μας.-  Ο Γιώργος πήγε κοντά του. Τον αγκάλιασε και τον σήκωσε από την άμμο που είχε καθίσει.
-Πάμε σπίτι μας. Ότι και να γίνει θα το αντιμετωπίσουμε μαζί. Τώρα πρέπει να πάρω την αστυνομία  τηλέφωνο , να αναφέρω το φόνο. Δεν γίνεται αλλιώς.-  Οι δυο άντρες ανηφόρισαν για το σπίτι.

Μια εβδομάδα  μετά το περιστατικό ο Σπύρος Μάντεκας διάβαζε μια εφημερίδα στο γραφείο του. Σε μια στιγμή τα μάτια του έλαμψαν. Έσβησε το τσιγάρο που είχε καεί σχεδόν όλο ανάμεσα στα δάχτυλα του και σηκώθηκε όρθιος. Λίγο αργότερα χτυπούσε την πόρτα του αρχηγού.
-Καλημέρα σας.- Του είπε μπαίνοντας μέσα.
-Καλημέρα Σπύρο. Έχεις πιει καφέ; Να παραγγείλω ένα;-
-Όχι, ευχαριστώ. Έχω πιει δυο από το πρωί. Ήθελα να σας μιλήσω.-
-Τι συμβαίνει;-
-Δεν ξέρω αν μάθατε για ένα φόνο που έγινε σε μια παραθαλάσσια πόλη , έξω από την Αθήνα.-
-Ναι το γνωρίζω.-
-Ξέρετε αν έχουν ύποπτο για τον φόνο;-
-Κάποιον Στέφανο Αυγερινόπουλο. Το θύμα βρέθηκε με λιωμένο το κεφάλι στην παραλία , κάτω από το σπίτι του φερόμενου ως βασικού ύποπτου. Το καλό είναι πως βρέθηκε γυμνός. Είχε προηγηθεί ερωτική πράξη. Καταλαβαίνεις.- Του απάντησε εκείνος με νόημα.
-Και πολύ καλά μάλιστα. Όμως γιατί λέτε   τον  Αυγερινόπουλο σαν φερόμενο ως δράστη;-
-Γιατί αν και όλα τα στοιχεία είναι εναντίων του , αυτός ο κύριος έδωσε μια εφ όλης της ύλης κατάθεση και δεν έκρυψε τίποτα. Οι δολοφόνοι πέφτουν σε αντιφάσεις. Εκείνος φαίνεται να λέει τα ίδια και τα ίδια.-
-Μάλιστα. Ήταν λοιπόν ζευγάρι οι δυο άντρες.-
-Ζευγάρι , πρώην εραστές , ακόμα δεν είναι ξεκαθαρισμένο.-
-Ποιος έχει αναλάβει; -
-Το αστυνομικό τμήμα της περιοχής , έκανε τις πρώτες ενέργειες. Δεν νομίζω να δυσκολευτούν. Για μένα  οι δυο άντρες τα είχαν μεταξύ τους , μάλωσαν και ο Αυγερινόπουλος το σκότωσε.-
-Κύριε θα ήθελα να αναλάβω την υπόθεση.- Του απάντησε  σοβαρός ο Μάντεκας.
-Θα προτιμούσα να αναλάμβανες , μια που να ταιριάζει στην δική σου ευφυΐα. Η συγκεκριμένη είναι ήδη τελειωμένη.-
-Θα σας παρακαλέσω να μου την αναθέσετε.- Του απάντησε κοφτά εκείνος. Ο αρχηγός  ήξερε πολύ καλά τον χαρακτήρα του Σπύρου Μάντεκα. Αν έβαζε κάτι στο μυαλό του , δύσκολα άλλαζε γνώμη. Δεν μπορούσε να του το αρνηθεί.
-Πολύ καλά Σπύρο. Κάνε ότι νομίζεις εσύ  σωστό , έτσι ώστε να πιαστεί ο ένοχος. Πότε μπορείς να κατέβεις εκεί;-
-Αύριο το πρωί.-
-Θα ήθελες κάποιον μαζί σου;-
-Όχι. Δουλεύω καλύτερα μόνος μου.-
-Εντάξει λοιπόν. Θα  περιμένω τις αναφορές σου. Να με ενημερώνεις για την υπόθεση , αν και πιστεύω πως μάλλον θα τελειώσεις γρήγορα.- Του απάντησε εκείνος και ο Σπύρος βγήκε από το γραφείο. Άναψε τσιγάρο. Περπάτησε ανάμεσα στους διαδρόμους της υπηρεσίας και πήγε στο γραφείο της Έλλης που ήταν απέναντι από το δικό του.
-Σε έψαχνα πριν. Που είχες πάει;- Τον ρώτησε εκείνη μόλις τον είδε και του χαμογέλασε.
-Στον αρχηγό. Ανέλαβα μια υπόθεση φόνου.-
-Για ποια μιλάς;-
-Αυτή που γράφουν στην εφημερίδα.- Της απάντησε και της την έδωσε. Η Έλλη διάβασε για λίγο.
-Τι το ιδιαίτερο έχει αυτή η υπόθεση , που πήγες ως τον αρχηγό για να σου την δώσει; Γιατί είμαι σίγουρη πως εσύ του την ζήτησες. Έτσι και αλλιώς δεν βλέπω μυστήριο. Ο εραστής σκότωσε τον εραστή του.-
-Ναι. Αλλά πως τον σκότωσε;- της απάντησε εκείνος και κοίταξε έξω από το παράθυρο του κτιρίου. Η Έλλη διάβασε ξανά την εφημερίδα.
<<Διευθυντής γνωστής τράπεζας βρέθηκε δολοφονημένος , με λιωμένο το κρανίο σε μια παραλία. Ήταν γυμνός. Οι αστυνομικές αρχές κρατούν κλειστά τα χαρτιά τους , αλλά κατά πάσα πιθανότητα ο διευθυντής διατηρούσε κρυφό δεσμό με ένα άντρα. Ο φερόμενος ως δράστης είναι συγγενικό του πρόσωπο.>>  Η Έλλη γύρισε και κοίταξε τον Σπύρο. Εκείνος κάπνιζε  αμίλητος. Μπροστά του είχε εμφανιστεί η μορφή της Αρετής. Του χαμογελούσε. Κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο ο Σπύρος , της χαμογέλασε και αυτός. Σκεφτόταν πως αν έλυνε εκείνη την υπόθεση , ίσως η Αρετή να μπορούσε να αναπαυθεί. Το θύμα είχε βρεθεί με λιωμένο το κεφάλι. Η Αρετούλα είχε βρεθεί δολοφονημένη , δίπλα στο ποτάμι. Την είχαν βιάσει και της είχαν πολτοποιήσει το κεφάλι με μια βαριά πέτρα. Ο διευθυντής της τράπεζας ήταν σκοτωμένος στην αμμουδιά  δίπλα στη θάλασσα. Οι δυο υποθέσεις έμοιαζαν πολύ μεταξύ τους. Το τσιγάρο έκαιγε στα χείλη του Σπύρου Μάντεκα. Η Αρετή τον κοιτούσε με αγάπη. Η μονάκριβη του αδερφή. Η αδερφή που δεν πρόλαβε να αποχαιρετήσει. Που δεν της είπε σ’ αγαπώ. Που μια ζωή την αναζητούσε και την έβρισκε μόνο στα όνειρα του. Η Αρετή που είχε χαθεί τόσο άδικα και απρόσμενα. Πόσο μόνος ένιωθε χωρίς την παρουσία της στη ζωή του. Μια ζωή ξεκομμένη από τις απολαύσεις. Μια ζωή που υπήρχε για εκείνον , μόνο για να δουλεύει. Πόσο αίμα αλήθεια είχε δει στη ζωή του; Τόσο πολύ , που δεν του έκανε αίσθηση πια. Αίμα , αίμα  παντού και πτώματα. Και η γαλήνια μορφή της αδερφής του μέσα στο φέρετρο. Με τα λουλούδια να καλύπτουν τα μακριά της μαλλιά. Οι γονείς του που σπαράζανε στο κλάμα και μετά η Αρετή να μπαίνει στο λάκκο και να την σκεπάζουν με χώμα. Ο παπάς  να ψέλνει τις τελευταίες  ευχές ,οι συγγενείς και οι φίλοι στα μαύρα τους κοστούμια. Πόσος πόνος; Πόσο κλάμα; Και μετά ήρθαν οι εφιάλτες. Κάθε μέρα , κάθε νύχτα , κάθε λεπτό. Ο Σπύρος οχτώ χρονών να βιάζεται να μεγαλώσει. Και μετά η Αμερική  και οι σπουδές. Αλλά στο μυαλό του είχε την πατρίδα. Το μόνο που σκεφτόταν εκεί στην ξενιτιά ήταν να γυρίσει στην Ελλάδα. Να μπει στο εγκληματολογικό τμήμα της Αστυνομίας. Να μπορέσει να πιάσει τους δολοφόνους. Ήταν η μόνη του παρηγοριά. Κάθε δολοφόνο που συλλάμβανε του έδινε ζωή. Μπορούσε να αναπνεύσει για ένα χρονικό διάστημα. Και μετά ερχόταν και άλλο έγκλημα. Και άλλος δολοφόνος. Και ο Σπύρος Μάντεκας ακούραστος δούλευε και δούλευε. Η δουλειά ήταν ο σκοπός της ζωής του. Μια ζωή γεμάτη αίμα , πόνο , και δολοφόνους που νόμιζαν πως θα ξεφύγουν. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Άνοιξε το παράθυρο και πέταξε έξω το τσιγάρο , που νεκρό πια κρεμόταν στα χείλη του. Άναψε αμέσως άλλο και βγήκε από το γραφείο του. Η Έλλη τον κοίταξε να φεύγει και ήπιε λίγο από τον καφέ της. Ο Σπύρος βγήκε στο δρόμο και άρχισε να περπατά  στην πολύβουη Αθήνα. Τα αυτοκίνητα στην λεωφόρο έτρεχαν ξέφρενα και εκείνος με αργά βήματα κάπνιζε σκεφτικός. Δίπλα του περπατούσε η Αρετή , φορώντας  το ροζ φουστανάκι της. Ο Σπύρος δεν μπόρεσε να συγκρατήσει δυο δάκρυα που έτρεξαν από τα μάτια του.
-Συγχώρησε  με. Δε μπόρεσα να σε βοηθήσω.- Της είπε κλαίγοντας και η Αρετή τον αγκάλιασε με τα δυο της χέρια.            

 

Το βιβλίο αυτό είναι  εξαιρετικά αφιερωμένο στην μνήμη των παππούδων μου Αποστόλη  Φήμη και  Γιώργο  Κοφινά. Στην μνήμη του πατέρα μου Παναγιώτη Γεωργίου Κοφινά. Ελπίζω να είσαστε περήφανοι για μένα. Μεγάλωσα με τις δικές σας αξίες. Σας χρωστώ τα πάντα.
Στις υπέροχες φίλες μου που μου δίνουν την  αγάπη και την συμπαράσταση τους όλα αυτά τα χρόνια. Στις: Αγγελική Σοφρά, Έλλη Κορού, Έφη Μερκούρη, Νατάσα Μπερή. Η φιλία σας ήταν πάντα κοντά μου τις ώρες που δεν μπορούσα να δω στο σκοτάδι. 
Στην Χρύσα. Εσύ ήσουν η κινητήρια δύναμη που με ώθησε να γράψω. Ένα μόνο ευχαριστώ δεν θα μπορούσε να με καλύψει. Να είσαι πάντα καλά.
Στις φίλες μου Ελισάβετ Σπανού, Ελένη Μουτζούρη, Νικολέτα Πισκοπάνη,  Χαρά Μονιού, Έρη Μαυράκη. Στην φίλη συντηρήτρια έργων τέχνης Ελισάβετ Τζουμουσλή και στον μαρμαροτεχνίτη Νότη Γιανουλάτο. Όπως και σε  όλους τους εργαζόμενους στο μουσείο της Σαλαμίνας. Σας ευχαριστώ παιδιά για την αγάπη σας.    
Στον κολλητό μου φίλο και παλιό σημαθητή Παναγιώτη Βελτανισιάν που η βοήθεια και η καλή του γνώμη με στηρίζει πάντα και στην αγαπημένη μου φίλη Δήμητρα Λαλάγκα.         
Στις φίλες μου αρχαιολόγους: Τριανταφυλλιά  Κάτουλα, Όλγα Παπαχρήστου, Μαρία Παπακωνσταντίνου, Σοφία Ζύρμπα, Μάχη Καπετανοπούλου, Εύη Μικρομάστορα.
Στον φίλο αρχαιολόγο Αντρέα Μήλιο και σε, όλους τους τεχνίτες της ανασκαφικής ομάδας του 2007-2008 που έγινε στην οδό Ολύμπου στη Σαλαμίνα.  Βασίλη Τζιβάκο, Κώστα Μιχάλαρο  Τάκη Σιγάλα , Δημήτρη Κοτζιά  και ιδιαίτερα στον Βαγγέλη Τσιλιβίγκο.  
Στον ξάδερφο μου Παναγιώτη Παπασωτηρίου  για την πολύτιμη αγάπη του και στον φίλο μου Αντρέα Αυγέρη για την υπομονή του και την δυνατή του φιλία. 
Ειδικά στην φίλη μου Δήμητρα Σκούφου που πιστεύει σε εμένα. 
Στον αδερφό μου Γιώργο Κοφινά που είναι πάντα δίπλα μου και μου χαρίζει την αγάπη του. Χωρίς αυτή τίποτα δεν έχει αξία.
Στην νύφη μου Άντζελα που με βοηθά  με την καλή της γνώμη και την
ενεργητικότητα της στις διορθώσεις των βιβλίων μου.
Στην Τούφα, την Λώρα, την Φοίβη, τον Μάξιμο, τον Νίο,  και τον Όσκαρ.  Τις αγαπημένες μου γατούλες που με συντροφεύουν με την αγάπη τους. 
Στον θεό και τους αγίους που πάντα με βοηθάνε σε δύσκολους καιρούς.

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Το λαϊκό τραγούδι κάθεται απ’ έξω κρυώνει και πονάει και λεφτά δεν έχει να πληρώσει να μπει μέσα.
Θωμάς Γκόρπας

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

20/8/1949 Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη ο τραγουδοποιός Νικόλας Άσιμος
21/8/1903 Γεννήθηκε ο συνθέτης Κώστας Γιαννίδης (Γιάννης Κωνσταντινίδης)
21/8/1976 Γεννήθηκε ο τραγουδιστής Νίκος Βέρτης
21/8/2008 Έφυγε από τη ζωή νικημένος από τον καρκίνο ο στιχουργός και φιλόλογος Ηλίας Κατσούλης

ΤΥΧΑΙΑ TAGS