105 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
22.10.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Οικογένεια Γ. Π. | Μέρος 9ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά

Μια μεγάλη οικογένεια. Ένα ολόκληρο σόι και πολλά ξαδέρφια σκιαγραφούν τον καμβά του βιβλίου. Είναι άνθρωποι με πάθη και ενοχές , που προσπαθούν να κάνουν την ζωή τους υποφερτή. Είναι τα πιόνια στην μεγάλη σκακιέρα της ζωής και συνήθως είναι οι χαμένοι. Μέσα από τους αδύναμους αυτούς ήρωες και το αδιέξοδο της ζωής τους έρχεται στην επιφάνεια  όλη η βρωμιά που κρύβεται κάτω από το πέπλο της φαινομενικά καλής οικογένειας.
Κατερίνα Π. Κοφινά

ΙΟΥΝΙΟΣ

Πίσω στην Αθήνα ο αστυνόμος Σπύρος  Μάντεκας είχε  ετοιμάσει το σχέδιο για να καταφέρει να παγιδεύσει το δολοφόνο της άτυχης κοπέλας. Η νεαρή γυναίκα που δέχτηκε να τους βοηθήσει ήταν η πρώην  κοπέλα του Βαγγέλη, η Σόνια. Ο Σπύρος της είχε υποδείξει να εμφανιστεί στην ζωή του δολοφόνου ξανά και να προσπαθήσει να δημιουργήσει δεσμό μαζί του. Εκείνη συμφώνησε. Ο Σπύρος της νοίκιασε ένα καινούργιο μικρό διαμέρισμα, κοντά στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής της και εκεί τοποθέτησε κρυφές κάμερες. Η Σόνια θα τον συναντούσε μόνο εκεί την προειδοποίησε ο  Σπύρος και όχι στο σπίτι του Βαγγέλη. Το διαμέρισμα το παρακολουθούσε η αστυνομία όλο το εικοσιτετράωρο. Ήδη από την ημέρα που η Σόνια είχε αναλάβει την δύσκολη αποστολή της, είχε περάσει ένας μήνας. Ο Βαγγέλης έδειχνε ξανά ερωτευμένος με την Σόνια και της φερόταν πολύ καλά. Εκείνο το ζεστό απόγευμα της Τρίτης είχαν δώσει ραντεβού στο διαμέρισμα της. ήπιαν καφέ και άρχισαν τις ερωτικές τους περιπτύξεις. Κάποια στιγμή η Σόνια του ζήτησε να πάει στην τουαλέτα. Μόλις μπήκε μέσα πήρε τον Μάντεκα στο κινητό του.
-Σόνια κορίτσι μου σε βλέπω. Μη φοβάσαι , όλα θα πάνε καλά.-
-Ναι το ξέρω , αλλά όσο σκέφτομαι πως θα πρέπει να κάνω ξανά έρωτα μαζί του μου έρχεται εμετός.-
-Μη το σκέφτεσαι. Προσπάθησε να του κάνεις την δύσκολη. Μας συμφέρει να νευριάσει και να αρχίσει να σε χτυπά. Κάτι θα του βγει τότε. Κάτι θα ξεστομίσει. Ας ελπίσουμε σήμερα να κάνει το μοιραίο λάθος.- Της είπε. Εκείνη την ώρα άνοιξε ξαφνικά η πόρτα του μπάνιου και ο Βαγγέλης μπήκε απότομα μέσα. Είδε την Σόνια με το κινητό στο χέρι. εκείνη τρομαγμένη το έκλεισε απότομα.
-Με ποιόν μιλάς;-
-Με την μητέρα μου. Είχα δυο μέρες να της μιλήσω.-
-Βρώμα. Μου λες ψέματα έτσι; Τα έχεις με άλλον.-
-Όχι Βαγγέλη. Τι είναι αυτά που λες;- Απάντησε εκείνη τρέμοντας. Ο Βαγγέλης την έπιασε από τα μαλλιά  την έβγαλε από το μπάνιο και την πέταξε με βία στο κρεβάτι.
-Μωρή σκρόφα ποιον κοροϊδεύεις ε;  Πουτάνα. Όλες ίδιες είσαστε.- Φώναξε τρελός από νεύρα και την χαστούκισε δυνατά. Ανέβηκε στο κρεβάτι , άνοιξε το παντελόνι του και ετοιμάστηκε να της κάνει έρωτα.
-Άσε με κτήνος. Άσε με.-
-Τώρα θα δεις σκύλα. Και μη μου αντιστέκεσαι εμένα , γιατί θα πας σαν την άλλη την πόρνη.- Φώναξε εκείνος δυνατά. Η Σόνια επιτέλους είχε αυτό που ζητούσε. Τώρα θα έπαιζε καλά το παιχνίδι της.
-Μα τι λες; Ποια άλλη;-
-Την άλλη την μικρούλα που την βρήκαν στραγγαλισμένη στο κρεβάτι της. Ίδια με σένα ήταν και αυτή. Πήγαινε με άλλους και εμένα με κορόιδευε. Την έπνιξα την πουτάνα. Της πέταξα τα μάτια έξω.- Της απάντησε εκείνος και γέλασε σαρδόνια. Την έπιασε απότομα από τον λαιμό και την φίλησε. Η Σόνια με μια κίνηση του ξέφυγε.
-Είσαι τρελός. Τρελός. Παράτα με.- Του φώναξε και τον χτύπησε στο πρόσωπο. Ο Βαγγέλης την πέταξε κάτω από το κρεβάτι , έβγαλε τη ζώνη από το παντελόνι του και άρχισε να την χτυπά με μανία. Η Σόνια ούρλιαζε και προσπαθούσε να καλυφθεί σε μια γωνιά.
-Για να δούμε τώρα μωρή βρώμα ποιος θα σε σώσει. Θα σε σπάσω στο ξύλο, θα σε βιάσω άγρια και αν είσαι τυχερή , θα σε βρούνε μετά από καμιά εβδομάδα πνιγμένη στην ακτή. Σκύλα που νόμιζες πως θα πεις ψέματα στον Βαγγέλη.- Είπε εκείνος και συνέχισε να την χτυπά. Ένας δυνατός θόρυβος ακούστηκε ξαφνικά και το δωμάτιο γέμισε με αστυνομικούς. Τρεις από αυτούς έπιασαν τον Βαγγέλη και του πέρασαν χειροπέδες. Ο Σπύρος Μάντεκας μπήκε μέσα με το τσιγάρο κολλημένο στα χείλη του.
-Φίλε μου συλλαμβάνεσαι για τον φόνο της Μαρίνας Αναγνώστου.- Του είπε και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Βαγγέλης φανερά εκνευρισμένος, προσπάθησε να του επιτεθεί. Οι αστυνομικοί τον κράτησαν δυνατά.
-Σε γαμάω μπάτσε.- Του είπε πρόστυχα.
-Δε νομίζω φιλαράκο , εκτός και αν έχεις εφεδρικά. Όπως και να έχει μέσα θα περάσεις καλά. Αφού σου αρέσει να χτυπάς τα κοριτσάκια , έχουμε κάτι κουμάσια στο φρέσκο που τρελαίνονται για αντρικά οπίσθια. Θα φας καλά.- Του απάντησε ψυχρά ο Σπύρος.
-Δεν μπορείς να με κλείσεις μέσα μπάσταρδε. Έχω άλλοθι για εκείνο το βράδυ.-
-Να βρεις καλύτερα δικηγόρο , αν και νομίζω πως θα σου είναι άχρηστος. Βλέπεις έχω την ομολογία σου γραμμένη και κινηματογραφημένη σε κασέτα. Αρκετά. Χάσου από τα μάτια μου αλήτη.- Είπε ο Σπύρος και έκανε νόημα στους αστυνομικούς. Εκείνοι τον πήραν σηκωτό και εκείνος πήγε κοντά στη Σόνια και την σήκωσε από την γωνία που είχε κουρνιάσει.
-Έλα κορίτσι μου. Όλα τελείωσαν. Προσπάθησε να το ξεχάσεις και να φτιάξεις την ζωή σου μακριά από τις κακοτοπιές.- Της είπε ευγενικά εκείνος. Η Σόνια χώθηκε στην αγκαλιά του και ξέσπασε σε κλάματα. Ο Σπύρος είδε την θολή εικόνα της Αρετής να του χαμογελά. Άλλος ένας δολοφόνος είχε πιαστεί. Εκείνο το βράδυ ο αστυνόμος του εγκληματολογικού , Σπύρος Μάντεκας κοιμήθηκε χωρίς εφιάλτες.

Η Λίνα με τον Σωτήρη εκείνη τη μέρα αποχαιρετούσαν την ορεινή πόλη που ζούσαν τα τελευταία χρόνια και  ταξίδευαν με το τζιπ για την παραθαλάσσια πόλη της Λίνας. Είχαν ξεκινήσει πολύ πρωί και νωρίς το απόγευμα έφτασαν στο πατρικό της. Εκεί τους υποδέχτηκαν οι γονείς με την αδερφή της. Το βράδυ έφαγαν  όλοι μαζί και μετά το ζευγάρι έφυγε για το καινούργιο του διαμέρισμα , που είχαν νοικιάσει , ένα μήνα πριν οι γονείς της Λίνας. Ήταν λίγο έξω από το κέντρο της πόλης και δυο χιλιόμετρα μακριά από την τράπεζα που είχε πάρει μετάθεση ο Σωτήρης. Μπαίνοντας μέσα , άφησαν τις βαλίτσες τους και επισκέφτηκαν τους χώρους. Το διαμέρισμα ήταν ένα μεγάλο ρετιρέ με άνετους χώρους. Είχε μεγάλο μπαλκόνι που έβλεπε στη θάλασσα , δυο κρεβατοκάμαρες , δυο μπάνια μια  κουζίνα και μεγάλο σαλόνι με καθιστικό. Οι γονείς της Λίνας είχαν τοποθετήσει στο μπαλκόνι πολλές γλάστρες με λουλούδια , μιας και η Λίνα είχε πάθος και της άρεσε να περνά την ώρα της, φροντίζοντας τα.
Ο Σωτήρης έδειχνε γοητευμένος με το διαμέρισμα. Τα μάτια του έλαμπαν από χαρά. Πήρε την Λίνα στην αγκαλιά του και άρχισε να την φιλά με πάθος. Στην συνέχεια κατέληξαν να κάνουν έρωτα στην κρεβατοκάμαρα. Ο Σωτήρης ένιωθε ξαναγεννημένος. Αυτή η αλλαγή του είχε αναπτερώσει το ηθικό. Η Λίνα ευτυχισμένη από την δυναμική τους επανασύνδεση έδειχνε σαν μικρό κοριτσάκι , που ανακάλυπτε για πρώτη φορά τον έρωτα. Κοιμήθηκε αμέσως  στην αγκαλιά του άντρα της και εκείνος λίγη ώρα μετά σηκώθηκε και βγήκε στο μπαλκόνι. Με μάτια που έκαιγαν σαν δυο αναμμένα κάρβουνα και με ένα χαμόγελο νίκης στα χείλη του , πήρε τηλέφωνο τον Στέφανο με το κινητό του. Εκείνος κοιμόταν με τον Γιώργο δίπλα του. Πετάχτηκε από το κρεβάτι και βγήκε έξω στη βεράντα ξυπόλητος.
-Τι θέλεις;- Του είπε νευριασμένος.
-Γύρισα αγόρι μου. Είμαι πια εδώ. Δίπλα σου. Τα κατάφερα πάλι ο πούστης.- Του απάντησε χαιρέκακα εκείνος και γέλασε σιγά.
-Και τώρα τι θέλεις; Παράτα με.-
-Τώρα θέλω εσένα. Σε θέλω τώρα , και θα σε έχω στο μέλλον.-
-Αυτό να το ξεχάσεις. Εμείς οι δυο δεν θα γίνουμε ποτέ ζευγάρι.-
-Μη μου το λες; Και όταν σου έκανα έρωτα στα σκοτεινά στο άθλιο διαμέρισμα που ζούσες με τον     Μανόλη  , εγώ δεν ήμουν ο Σωτήρης σου;-
-Ένα απλό πήδημα ήταν. Ποιος σου είπε να κολλήσεις; Χρειαζόμουν ένα ώμο να ακουμπήσω από τον χαμό του Μανόλη  και εσύ το εκμεταλλεύτηκες. Τώρα είσαι παντρεμένος. Τι με θέλεις εμένα;-
-Ναι είμαι παντρεμένος με την ξαδέλφη σου , αλλά εσένα ποθώ. Χρόνια τώρα έκανα υπομονή. Πήγαινα και με άλλους , αλλά δεν ένιωθα όπως με εσένα. Εσύ ήξερες να μου ξεφεύγεις. Τώρα όμως που ήρθα  θα αρχίσουμε αυτό που αφήσαμε στην Αθήνα.-
-Βρε μαλάκα δε πας στο διάολο;- Του είπε απότομα εκείνος και έκλεισε το κινητό. Μπήκε γρήγορα στο σπίτι και χώθηκε στο κρεβάτι. Ο Γιώργος κοιμόταν βαριά. Ο Στέφανος τον χάιδεψε και εκείνος άνοιξε τα μάτια του.
-Δεν κοιμάσαι μωρό μου;- Τον ρώτησε νυσταγμένος για να πάρει αντί για απάντηση ένα φιλί από τον Στέφανο. Ο Γιώργος τον τράβηξε επάνω του και έκαναν έρωτα. Η θάλασσα κάτω από το σπίτι έγλυψε την ακρογιαλιά. Η αμμουδερή παραλία δεχόταν τα υγρά της φιλιά και χαδιάρα όπως ήταν , άφησε επάνω της την ερωτική αύρα της αλμύρας. Ο Σωτήρης κάπνιζε ήρεμος και κοιτούσε τα ψαροκάικα στο λιμάνι της πόλης. Ένιωθε δυνατός και έτοιμος για μια ερωτική συνάντηση με τον Στέφανο. Τώρα που είχε γυρίσει δεν θα άφηνε ξανά εκκρεμότητες  μεταξύ τους. Ο Στέφανος του είχε ξεφύγει πολλές φορές. Τον ήθελε δικό του και θα έκανε τα πάντα για αυτό. Δεν τον ένοιαζε τίποτα πια. Ούτε η Λίνα , ούτε η δουλειά του , ούτε το κοινωνικό του προφίλ. Ήθελε σαν τρελός τον Στέφανο και θα τον αποκτούσε. Έτσι απλά. Θα τον είχε , ήθελε δεν ήθελε αυτός. Κάπνισε το τσιγάρο του και γύρισε στο κρεβάτι. Φίλησε την Λίνα και έβαλε το χέρι ανάμεσα στα πόδια της. Εκείνη τον δέχτηκε ξανά , και ξανά. Ο Σωτήρης  ένιωθε σαν θεός. Σίγουρος  , δυνατός και πολύ ερωτευμένος με τον Σταύρο. Καθώς η Λίνα έφτανε στο τέλος με μικρά βογκητά, εκείνος ονειρεύτηκε πως είχε τον Στέφανο από κάτω του και τρελός από τον πόθο τραντάχτηκε σύγκορμος. Τα ψαροκάικα στην προβλήτα του λιμανιού κουνήθηκαν νωχελικά από ένα μικρό κύμα που ήρθε από τα ανοιχτά της θάλασσας.

Η Ελισάβετ μια βδομάδα μετά είχε βγει για φαγητό με την Γιώτα. Οι δυο φίλες έτρωγαν σε ένα ουζερί που βρισκόταν στην παραλία του λιμανιού. Η Γιώτα αισθανόταν ένοχη απέναντι στην καλύτερη φίλη της. Η σχέση της με την Έλενα ήταν ένα μυστικό που το κουβαλούσε με δυσκολία. Η Ελισάβετ την κοιτούσε που ανακάτευε το φαγητό της και δεν είχε όρεξη να φάει. Έπινε όμως με ευκολία το ούζο της.
-Τι έχεις; Γιατί δεν τρως;- Την ρώτησε και άναψε τσιγάρο.
-Δεν έχω όρεξη.-
-Ναι, αλλά πίνεις πολύ. Συμβαίνει κάτι;- Η Γιώτα την κοίταξε και άναψε τσιγάρο. Πέταξε τον καπνό και έσκυψε το κεφάλι της.
-Γιώτα μου; Έχεις μυστικά από μένα; Νόμιζα πως είμαστε οι καλύτερες φίλες. Τα λέγαμε όλα μεταξύ μας. Από το σχολείο.  Δεν μπήκε ποτέ ψέμα ανάμεσα μας. Τι σε απασχολεί;- Την ρώτησε η Ελισάβετ και της κράτησε το χέρι.
-Ποτέ δεν είχαμε μυστικά ανάμεσα μας. Κάτι με απασχολεί , αλλά μου είναι πολύ δύσκολο να στο αποκαλύψω.- Της απάντησε εκείνη τρομαγμένη.
-Μα δεν καταλαβαίνω; Τι το τρομερό έχεις που φοβάσαι  να μου το πεις;-
-Δεν φοβάμαι. Ντρέπομαι. Αυτή είναι η σωστή λέξη.-
-Θα με σκάσεις αγάπη μου. Ότι και αν έχεις κάνει μπορούμε να το συζητήσουμε.-
-Δε μου είναι εύκολο Ελισάβετ. Σίγουρα δεν θα σου αρέσει.-
-Δεν θα σε πιέσω. Μπορείς όμως να μου πεις τα πάντα.- Η Γιώτα την κοίταξε και ήπιε σχεδόν όλο το ποτό της.
-Είμαι ερωτευμένη.- Της απάντησε σιγά.
-Μα αυτό είναι καταπληκτικό. Ποιος είναι; Χρόνια σου έλεγα να βρεις κάποιον. Είχαν περάσει αρκετά χρόνια μετά το διαζύγιο σου ,που ήσουν μόνη.-
-Θα ήμουν ευτυχισμένη αν είχα βρει κάποιον άντρα.-
-Μιλάς με γρίφους. Ποιόν αγάπησες αν δεν είναι άντρας;- Την ρώτησε εκείνη ενώ θυμήθηκε την σκηνή , στο σπίτι της Έλενας που οι δυο γυναίκες κρατιόντουσαν , από το χέρι.
-Την Έλενα. Την γυναίκα του ξαδέρφου σου του Ιάσωνα.- Είπε εκείνη και κοίταξε την θάλασσα. Η Ελισάβετ άναψε αμέσως τσιγάρο. Έβαλε  ούζο στο ποτήρι της και πρόσθεσε νερό. Το ήπιε μονορούφι. Η Γιώτα ατάραχη εξωτερικά κοιτούσε την θάλασσα. Τα χέρια της είχαν ιδρώσει.
-Σίγουρα δεν είναι αστείο , γιατί αλλιώς τώρα θα γελούσαμε.- Είπε ήρεμα η Ελισάβετ.
-Όχι. Είναι η μοναδική αλήθεια. Είμαι ερωτευμένη μαζί της.-
-Έχετε δεσμό; Μα πως έγινε αυτό;-
-Είμαστε ζευγάρι λίγους μήνες τώρα. Μη με ρωτάς γιατί και πως. Ούτε και η ίδια μπορώ να το εξηγήσω. Ακόμα νομίζω πως ζω ένα εφιάλτη.-
-Σου άρεσαν ποτέ οι γυναίκες;-
-Με δουλεύεις; Ούτε είχε περάσει από το μυαλό μου. Μου αρέσει όμως η συγκεκριμένη.-
-Ξέρεις πως κολυμπάς σε βαθιά νερά; Το έχεις σκεφτεί; Η Έλενα είναι παντρεμένη με παιδί.-
-Δεν σκέφτομαι τίποτα άλλο , όλους αυτούς τους μήνες. Την αγαπώ τρελά.-
-Και αυτή;-
-Αυτή πιο πολύ. Είναι άρρωστο το γνωρίζω. Δε μπορώ όμως να το σταματήσω. Είναι πάνω από τις δυνάμεις μου. Τώρα φαντάζομαι  θα με σιχαίνεσαι.- Είπε η Γιώτα.
-Είσαι φίλη η φίλη μου πώς να σε σιχαθώ;  Ούτε να σε καταδικάσω μπορώ.
-Είσαι τρελή Ελισάβετ; Δεν περίμενα αυτή την στάση από εσένα-
-Και τι φανταζόσουν; Να σε χαστουκίσω και να το κάνω βούκινο σε όλη την πόλη;-
-Όχι…όχι αυτό. Αλλά να! Θα περίμενε κανείς να με βρίσεις. Η καλύτερη σου φίλη γκέι;-
-Ε! τώρα τα παραφουσκώνεις.  Δεν γίνεσαι ομοφυλόφιλη αν κάποια στιγμή στα ξαφνικά ερωτευθείς άτομο του ίδιου φίλου με σένα.-
-Τώρα ποιος είναι ανώμαλος; Εγώ η εσύ;- Της είπε γελώντας η Γιώτα.
-Το θέμα δεν έχει να κάνει με ανωμαλία. Ο έρωτας παίρνει πολλές μορφές. Δεν μπορείς  να προβλέψεις την ζωή. Εκείνη έχει τους δικούς της κανόνες. Τα δικά της μέτρα και σταθμά. Εμείς οι άνθρωποι είμαστε σαν τα φύλλα που τα παρασέρνει ο βοριάς. Τι μπορούμε να κάνουμε εμείς οι άνθρωποι; Τίποτα. Απλά να ζούμε την κάθε στιγμή , όπως θα μας έρθει. Τι σου  έδωσε η ζωή καλό για να θυμάσαι;- Της απάντησε.
-Αυτό είναι δικό σου; Γιατί μου θυμίζει στίχο τραγουδιού.-
-Και αυτό είναι. Στίχος από ένα υπέροχο τραγούδι. Το θυμήθηκες καθόλου;-
-Ναι είναι <<Η εικόνα του χειμώνα>>, ένα από τα αγαπημένα σου. Δεν ξέρω τι να πω Ελισάβετ. Ένα μεγάλο ευχαριστώ που με άκουσες και δεν με κατηγόρησες.-
-Καρδούλα μου η φιλία είναι ιερό πράγμα. Ακούμε τα προβλήματα των φίλων μας και προσπαθούμε να τα λύσουμε μαζί τους. Όχι να τους χαστουκίσουμε , η να τους κάνουμε να νιώσουν μικροί και χαμένοι σε ένα βαθύ λάκκο. Την αγαπάς πολύ;-
-Δεν έχεις ιδέα πόσο.-
-Και εγώ την αγαπώ την Έλενα. Είναι θαυμάσια γυναίκα. Δεν σε κατηγορώ που την αγάπησες. Μόνο αγάπη μπορεί να εμπνεύσει ένας τόσο θετικός και ζεστός άνθρωπος. Δεν θα ήθελα όμως  αυτός ο δεσμός να καταστρέψει  τον γάμο της. Ο Ιάσωνας την λατρεύει.-
-Και αυτή. Όχι δεν υπάρχει περίπτωση  να χωρίσουν. Η Έλενα τον αγαπά.-
-Τότε εκείνη έχει επωμιστεί τον δύσκολο ρόλο. Να συμβιβάσει δυο δεσμούς σε μια κοινή μοίρα. Δεν ξέρω αν θα μπορέσει να τα καταφέρει.-
-Και εγώ αυτό φοβάμαι. Αν ήταν ελεύθερη όπως εγώ όλα θα ήταν θεϊκά για μας. Τώρα όμως;-
-Μη το σκέφτεσαι και κυρίως μην καταπιέζεις τα συναισθήματα σου. Απόλαυσε τις στιγμές μαζί της. Μπορεί στο μέλλον να είναι αυτές που θα θυμάσαι με νοσταλγία. Ζήσε την ζωή σου σύμφωνα με αυτά που θέλεις εσύ. Όχι με αυτά που μας προστάζει η κοινωνία , με την μικροπρέπεια της. Ζήσε τις ώρες που περνάνε και φεύγουν , γιατί δεν θα γυρίσουν πίσω. Μη γίνεις σαν την <<Κυρία Ντάλογουει>>. Αλήθεια το θυμάσαι το βιβλίο;-
-Μου το είχες χαρίσει όταν είμαστε δεκαεφτά χρονών. Είσαι απίστευτη. Τίποτα δεν ξεχνάς.-
-Η Βιρτζίνια Γούλφ έγραφε για την ζωή μιας γυναίκας που δεν έκανε αυτά που ήθελε στη ζωή της. Για φαντάσου , να φτάσεις ας πούμε στα εβδομήντα σου και ξαφνικά , να ανακαλύψεις πως η ζωή που έζησες δεν ήταν η δική σου. Θα σε συμβούλευα να μην κάνεις το ίδιο. Δεν θα σου βγει σε καλό.- Της απάντησε η Ελισάβετ και την φίλησε στο μάγουλο. Η Γιώτα την κοίταξε και σκούπισε ένα δάκρυ από τα μάτια της. Γέμισε τα ποτήρια τους με μυρωδάτο ούζο και το απόλαυσαν , χωρίς να μιλήσουν ξανά. Η θάλασσα απέναντι τους ρίγησε από ένα απαλό αεράκι , που πέρασε από πάνω της. Το φεγγάρι έριχνε το φως του πάνω στους ανθρώπους και προσπαθούσε να φωτίσει , τα πρέπει , τα γιατί , τα θέλω τους. Οι δυο γυναίκες αμίλητες κάπνιζαν και κοιτούσαν την θάλασσα. Η Έλενα στο σπίτι της, έκανε έρωτα με τον Ιάσωνα. Ο Στέφανος κρατούσε στην αγκαλιά του τον Γιώργο. Ο Μηνάς έπινε σε ένα μπαρ μόνος του. Ο Σωτήρης πότιζε τα λουλούδια  στις γλάστρες, του διαμερίσματος του. Η Αγγελική έβλεπε την ταινία <<Τα γεράκια της θάλασσας>> με τον Έρολ Φλιν. Τύχαινε να είναι από τις αγαπημένες της. Ο Μάρκος είχε κοιμηθεί στο αναπηρικό του καρότσι διαβάζοντας και η Σοφία ήταν στο σπίτι του Γιάννη. Έκαναν έρωτα στο σαλόνι. Ο Βασίλης έγραφε τις παραγγελίες της επόμενης μέρας και η Ανθή σκεφτόταν πως θα έπρεπε να φέρει φρέσκα τριαντάφυλλα για το μαγαζί. Της είχαν τελειώσει τα κόκκινα.

Λίγες μέρες αργότερα ο Σωτήρης  επισκέφτηκε τον Στέφανο στο σπίτι του. Ο Γιώργος  δούλευε  εκείνο το απόγευμα. Ο Στέφανος όταν τον είδε μπροστά στην πόρτα του σπιτιού του , προσπάθησε να του την κλείσει απότομα. Δεν τα κατάφερε. Ο Σωτήρης μπήκε μέσα με τη βία.
-Που στο διάολο το βρήκες το σπίτι;- Του είπε νευριασμένος και του γύρισε την πλάτη. Ο Σωτήρης με ένα διαβολικό χαμόγελο στα χείλη του απάντησε.
-Ξέχασες γλυκέ μου πως παντρεύτηκα την ξαδέλφη σου; Λοιπόν έτσι θα την βγάλουμε; Δεν θα με κεράσεις καφέ; Ξάδερφος είμαι και εγώ. Πρέπει να τηρήσεις τους κανόνες καλής συμπεριφοράς.-
-Θα σε σκότωνα αν μπορούσα κάθαρμα.-
-Δεν μπορείς όμως. Ωραία βολεύτηκες εδώ. Κούκλα είναι το σπίτι σου.- Του απάντησε γελώντας και κάθισε σε μια καρέκλα της κουζίνας.
-Δεν είναι δικό μου. Ανήκει στην Αγγελική.- Απάντησε εκείνος και ετοίμασε δυο ελληνικούς καφέδες. Τους άφησε στο τραπέζι και άναψε τσιγάρο.
-Τώρα μάλιστα. Έτσι να σε χαρώ. Ηρέμισε να απολαύσουμε τους καφέδες μας.- Συνέχισε λέγοντας ο Σωτήρης και τον κοίταξε στα μάτια.
-Τι θέλεις Σωτήρη;-
-Νομίζω πως τα έχουμε πει. Δεν ήρθα εδώ ταξιδάκι αναψυχής. Η ηλίθια η ξαδέλφη σου , νομίζει πως το έκανα για να είμαστε κοντά στην οικογένεια της. Ποτέ δεν θα το έκανα αυτό. Για σένα  ήρθα. Θέλω να είμαι κοντά σου. –
-Ωραία. Και ;-
-Δεν έχει και. Θέλω να αρχίσουμε από εκεί που μείναμε.-
-Και γιατί πιστεύεις πως θα το κάνω;-
-Έμαθα πως τα ξαναβρήκες με τον μεγάλο σου έρωτα. Ζεις με τον Γιώργο τώρα.-
-Να αφήσεις τον Γιώργο μακριά από τις βρωμιές σου. Αρκετό κακό του προξένησα , όταν ζούσαμε στην Αθήνα.-
-Δεν φταίω εγώ  για αυτό. Ας τον χώριζες από το να έπινες για να με ξεχάσεις. Εσύ τα έκανες θάλασσα.-
-Δεν μπορούσα  να του πω για σένα.-
-Και ούτε τώρα θα του το πεις. Δε σε συμφέρει. Απλά εμείς θα ξεκινήσουμε από την αρχή. Δεν σκοπεύω να σε αφήσω τόσο εύκολα.-
-Και δεν σε πειράζει που σιχαίνομαι ακόμα και τα ρούχα που φοράς;-
-Καθόλου μωρό μου. Αν μου δώσεις αυτό που ζητώ είμαι ευτυχισμένος.-
-Αυτό να το βγάλεις από το μυαλό σου.-
-Μακάρι να μπορούσα. Βλέπεις είμαι τρελός για σένα και δεν φαντάζεσαι μέχρι που μπορώ να φτάσω.-
-Τώρα σε φοβήθηκα.- Του απάντησε γελώντας ο Στέφανος.
-Καλά , δεν διανοήθηκες ποτέ σου , πως τα τίναξε τόσο γρήγορα  ο πρώην σου , το πρεζόνι;-
-Τι λες; Δεν σε καταλαβαίνω.-
-Τον βρήκες κόκαλο λίγα μέτρα από το σπίτι σας.-
-Ναι. Είχε πάρει υπερβολική δόση.-
-Δεν είχε πάρει μεγάλη δόση. Είχε πάρει πεντακάθαρη ανόθευτη άσπρη.- Του είπε μοχθηρά. 
-Και εσύ που το ξέρεις;- Τον ρώτησε εκείνος σαν χαμένος. Ο Σωτήρης γέλασε δυνατά.
-Εσύ;…….. Εσύ του την έδωσες; Είσαι δολοφόνος; Είσαι ένας δολοφόνος;- Του φώναξε έντρομος ο Στέφανος και τον έπιασε από τους ώμους.
-Για να δεις που μπορώ να φτάσω για σένα. Άλλωστε ένας κακόμοιρος γκέι χρήστης ήταν. Κανείς δεν τον έκλαψε.-
-Είσαι τρελός; Ήταν μια ανθρώπινη ψυχή. Γιατί το έκανες; Τον αγαπούσα.-
-Και εγώ δε στο κρύβω. Ήταν πριν σε γνωρίσει ,δικό μου αγόρι. Μετά τα ψήσατε  και με εγκατέλειψε. Κανείς δε με αφήνει εμένα. Κανείς.- Του φώναξε  με θυμό και μετά γέλασε ξανά.
-Θεέ μου. Τι έκανες;-
-Το σωστό. Αυτός άφησε εμένα και εγώ τον σκότωσα για να σε πάρω από εκείνον. Δίκαια πράγματα.-
-Μα εγώ ποτέ δεν σε αγάπησα.-
-Και τι με νοιάζει εμένα; Μου φτάνει που σε θέλω εγώ. Για λίγο καιρό κάναμε παρέα. Θυμάσαι; Μετά το θάνατο του γνωριστήκαμε καλύτερα. Σου συμπαραστάθηκα και εσύ είχες ένα ώμο να κλάψεις. Με τον τρόπο μου σε έκανα να με συμπαθήσεις.  Γίναμε ζευγάρι.  Ήταν οι πιο ευτυχισμένες μέρες εκείνες. Δυστυχώς όμως τελείωσαν άδοξα , όταν γνώρισες εκείνο τον Γιώργο και ερωτευθήκατε σφοδρά. Και έμεινα ξανά μόνος. Τότε ορκίστηκα να μην σε αφήσω από τα μάτια μου. Θα έκανα τα πάντα για να σε γυρίσω πίσω.- Ο Στέφανος τον κοιτούσε έντρομος από τον φόβο. Εκείνος ο άντρας ήταν ο διάβολος μεταμφιεσμένος. Δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. Τώρα όλα τα κομμάτια του παζλ έμπαιναν στη θέση τους. Για όλα αυτά ο Στέφανος δεν είχε ιδέα. Ήξερε πια πως η ζωή του ήταν σε κίνδυνο. Ο Σωτήρης θα του την  κατάστρεφε . Δεν υπήρχε περίπτωση να γλιτώσει. Και ο Γιώργος; Αν το μάθαινε ο Γιώργος; Θα έπαιρνε το ρίσκο. Ο Γιώργος χρειαζόταν να μάθει την αλήθεια. Θα του έλεγε πως είχαν τα πράγματα. Αν του το έκρυβε , ο Σωτήρης  θα διέλυε τον δεσμό τους.
-Λοιπόν αγοράκι τι θα γίνει; Θα τα μπλέξουμε; Κοίτα. Θα περάσουμε καλά μαζί. Τι έχεις να χάσεις;- Τον ρώτησε διακόπτοντας τις σκέψεις του.
-Την αξιοπρέπεια μου.-
-Μην είσαι χαζός. Αν μου αντισταθείς θα τα μάθει όλα ο γκόμενος σου.-
-Με εκβιάζεις;-
-Ας πούμε πως στο λέω με γλυκό τρόπο.-
-Ξεκουμπίσου από το σπίτι μου αλήτη. Δολοφόνε. Φύγε μη σε πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια.- Του απάντησε τρελός από θυμό ο Στέφανος. Ο Σωτήρης σηκώθηκε και πήγε προς την πόρτα.
-Θα τα πούμε , πιστεύω σύντομα. Δώσε τους χαιρετισμούς μου  στον …..Γιωργάκη.- είπε εκείνος και γέλασε δυνατά καθώς άνοιξε την πόρτα και έφυγε από το σπίτι. Ο Στέφανος άναψε τσιγάρο. Πήρε το  μπουκάλι με το ουίσκι , το άνοιξε και ήπιε μονορούφι αρκετές γουλιές. Μετά τελείως χαμένος σε σκέψεις έπεσε στον καναπέ. Και εκεί τον βρήκε ο Γιώργος όταν γύρισε από την δουλειά  στις εννιά το βράδυ. Νόμισε πως κοιμόταν , αλλά είδε δίπλα του το μπουκάλι με το ουίσκι. Η καρδιά του φτερούγισε. Φοβόταν να μην πέσει ξανά στο ποτό ο Στέφανος. Τον πλησίασε και του είπε.
-Αγάπη μου; Αγάπη μου είσαι καλά;- Ο Στέφανος άνοιξε τα του , τον είδε και τον φίλησε στο στόμα.
-Καλά είμαι.-
-Έχεις πιει;-
- Όχι. Μόνο λίγες γουλιές.-
-Συμβαίνει κάτι;-
-Θέλω να μιλήσουμε. Θα μπω  να κάνω ένα μπάνιο. Βάλε ένα ποτό και για σένα και όταν βγω , θα σου πω τα πάντα.- Είπε εκείνος και έφυγε από κοντά του. Ο Γιώργος κάθισε στον καναπέ και άναψε τσιγάρο. Ένιωθε πως ήταν αρκετά ταραγμένος και προσπάθησε να ηρεμίσει. Με το τσιγάρο τα κατάφερε. Άναψε και άλλο. Λίγη ώρα μετά ο Στέφανος βγήκε από το μπάνιο με μια μαύρη πετσέτα γύρω από τη μέση του. Ήταν πανέμορφος. Το γεροδεμένο του κορμί ανάβλυζε από την μυρωδιά του αφρόλουτρου. Κάθισε δίπλα στον Γιώργο και τον φίλησε  ξανά στο στόμα. Μετά του είπε.
-Ανέβαλα πολύ καιρό να σου μιλήσω. Πίστευα πως του είχα ξεφύγει. Δυστυχώς όπως ήρθαν τα πράγματα δε μου μένει τίποτα άλλο , από το να σου πω την ιστορία μου.-
-Από ποιόν να ξεφύγεις Στέφανε; Τι έγινε σήμερα;-
-Θυμάσαι την συμπεριφορά μου τότε στην Αθήνα;-
- Πως μπορώ να την ξεχάσω;-
-Δεν έφταιγα εγώ για αυτό αλλά ο Σωτήρης.-
-Ποιος είναι αυτός;-
-Ο άντρας της δεύτερης ξαδέλφης μου , της Λίνας.-
-Και λοιπόν; Τι σχέση έχει αυτός με σένα;-
-Ερωτική.-
-Τα είχες μαζί του;-
-Τον είχα γνωρίσει πριν παντρευτεί την ξαδέλφη μου. Πριν ακόμα γνωρίσω εσένα. Τότε ζούσα με ένα άλλο άντρα. Τον Μανόλη. Ήταν χρήστης ναρκωτικών και πέθανε από καθαρή δόση ηρωίνης. Του την έδωσε ο Σωτήρης. Εκείνος τον σκότωσε. Δεν το ήξερα. Σήμερα το έμαθα.-
-Είναι ένας δολοφόνος; Και τι δουλειά είχες εσύ με αυτόν να πλέξεις;-
-Ο Σωτήρης ήταν ζευγάρι με τον Μανόλη   στην αρχή. Έτυχε όλοι μας να γνωριστούμε σε ένα γκέι μπαρ. Τελικά εγώ και ο Μανόλης  αγαπηθήκαμε και εκείνος παράτησε τον Σωτήρη. Αυτό δε το άντεξε ο Σωτήρης και ορκίστηκε να μας εκδικηθεί. Το κατάφερε δίνοντας του καθαρή δόση. Όταν εκείνος πέθανε ήμουν πολύ ευάλωτος συναισθηματικά. Με στήριξε ο Σωτήρης  και δεν ξέρω πως τα κατάφερε, αλλά για λίγους μήνες γίναμε ζευγάρι. Φαίνεται πως με ερωτεύθηκε , αλλά ποτέ δε το πίστεψα. Νομίζω πως ο πληγωμένος του εγωισμός τον έκανε να κολλήσει μαζί μου. Δεν τον αγάπησα ποτέ μου. Μετά γνώρισα εσένα  και από εκείνη τη στιγμή ήξερα , πως βρήκα το ιδανικό μου ταίρι. Άλλαξα σπίτι , αριθμό στο κινητό μου και για δυο -τρία χρόνια  ζούσαμε ευτυχισμένοι. Εκείνος όμως δεν σταμάτησε να με αναζητά. Θα έψαξε για μένα και την οικογένεια μου. Κάποιο βράδυ που γύριζα σπίτι  παρουσιάστηκε μπροστά μου και με απείλησε πως αν δεν γίνουμε ζευγάρι , θα σου έλεγε για τον δεσμό μας. Φοβήθηκα πως αν στο ανέφερα θα έφευγες από κοντά μου. Βέβαια αναγκάστηκα να σου λέω ψέματα και αυτό με πλήγωνε. Άρχισα να πίνω και τα υπόλοιπα τα γνωρίζεις.- Ο Γιώργος είχε μείνει άφωνος. Σηκώθηκε παίρνοντας το μπουκάλι με το ουίσκι και πήγε στην κουζίνα. Έβαλε σε δυο ποτήρια μια δόση, πρόσθεσε πάγο και τα πήγε στον καναπέ. Έδωσε ένα στον Στέφανο και ήπιε λίγο από το δικό του. Άναψε τσιγάρο και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Στέφανος έτρεμε.
-Ηρέμησε. Όλα θα πάνε καλά.-
-Δεν θα με αφήσει σε ησυχία. Ποτέ. Ποτέ Γιώργο. Παντρεύτηκε την Λίνα για να μπορέσει να μπει στην οικογένεια και να μαθαίνει για μένα.-
-Πως ήξερε για την ξαδέλφη σου;-
-Δεν ήταν δύσκολο να μάθει. Από την στιγμή που έψαξε για μένα θα βρήκε όλο μου το σόι. Την Λίνα την γνώρισε αμέσως μόλις χωρίσαμε. Εκείνη τότε δούλευε σε μια εταιρία στην Αθήνα. Πως τα κατάφερε και τον παντρεύτηκε ακόμα το ψάχνω. Τον φοβάμαι αυτόν τον άνθρωπο. Είναι ικανός για πολλά.-
-Και εδώ πως ήρθε;-
-Ζούσανε για λίγα χρόνια σε μια ορεινή πόλη. Εκείνος δούλευε εκεί σαν διευθυντής μιας τράπεζας. Τον είχαν μεταθέσει σε αυτό το μέρος.  Φαίνεται πως με κάποιο τρόπο την έπεισε να έρθουν εδώ , που η Λίνα έχει την οικογένεια της. Σήμερα που έλειπες στη δουλειά  ήρθε από  εδώ. Με απείλησε πως αν δεν κάνουμε δεσμό θα στα έλεγε όλα. Αποφάσισα λοιπόν να στα πω εγώ. Δεν μπορώ να σκεφτώ μόνος μου πια. Την άλλη φορά που το δοκίμασα τα έκανα θάλασσα. Χωρίσαμε. Δεν μπορώ να σε χάσω για δεύτερη φορά. Θα με σκότωνε αυτό.-
-Εντάξει αγάπη μου. Ηρέμισε. Κάτι θα βρούμε. Δεν τον συμφέρει και εκείνον να γίνει γνωστή η σχέση του μαζί σου. Θέλει να κρύψει την αληθινή του φύση. Από εσένα θέλω να κρατήσεις την ψυχραιμία σου. Λάθος κινήσεις θα ήταν καταστροφικές.-
-Θέλω να τον σκοτώσω τον μπάσταρδο. Να του βγάλω τα άντερα σε κοινή θέα.-
-Και τότε θα γινόσουν ένας δεύτερος Χάνιμπαλ Λέκτερ.- Του απάντησε γελώντας ο Γιώργος και ο Στέφανος κάνοντας μεγάλη προσπάθεια χαμογέλασε.
-Λοιπόν θα κάνω και εγώ ένα μπάνιο και μετά θα ξαπλώσουμε στο κρεβάτι μας για τρελίτσες. Μην τον σκέφτεσαι. Δεν μπορεί να σου κάνει τίποτα. Είναι και ο ίδιος μπλεγμένος. Αν το μάθει η γυναίκα του τα έχασε όλα. Μη φοβάσαι λοιπόν δεν μπορεί να σε ακουμπήσει. Αν εξακολουθήσει να σε πιέζει , του ρίχνω ένα χέρι ξύλο και τον τσουβαλιάζω. Θα τον πάω με τα αίματα στην ξαδέλφη σου και θα της τα πω όλα. Να δούμε πως θα ξεμπλέξει μετά.-
-Αυτό είναι που φοβάμαι. Όλο το σόι θα μάθει τα καθέκαστα. Θα γίνουμε μαλλιά κουβάρια. Και ο πατέρας μου θα πάθει δεύτερο εγκεφαλικό και θα πεθάνει. Δεν πρέπει κανείς  να μάθει τίποτα. Δεν θα είναι βολικό για κανένα. Η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη.-
-Μπορούμε να φύγουμε για την Αθήνα ξανά πως θα σε ακολουθήσει τότε; Όσο και να μην υποψιάζεται κάτι η Λίνα στο τέλος θα καταλάβει.-
-Τώρα που βρήκα μια δουλειά; Που έχω επιτέλους τακτοποιηθεί; Όχι αυτή τη φορά δε θα το βάλω στα πόδια. Θα μείνω και θα παλέψω Γιώργο. Έχω εσένα τώρα και αξίζει να πολεμήσω για το κοινό μας μέλλον.-
-Σε αγαπώ.- Του είπε ο Γιώργος.
-Και εγώ.-  Απάντησε ο Στέφανος και φιλήθηκαν ξανά.

-Μα πως μπόρεσες να της το πεις;-
-Έχω εμπιστοσύνη στην Ελισάβετ.-
-Τρελάθηκες; Τώρα θα με σιχαίνεται. Γιατί δεν κράτησες το μυστικό μας;-
-Η Ελισάβετ είναι η καλύτερη μου φίλη. Μετά την μητέρα μου , εκείνη έχω. Δεν θα προδώσει ποτέ την εμπιστοσύνη μου.-
-Αγάπη μου δεν ξέρω τι να σου πω.-
-Πως με αγαπάς και τίποτα άλλο. Μου φτάνει για να ξυπνώ κάθε πρωί και να σηκώνομαι από το κρεβάτι.- Της απάντησε η Γιώτα.
-Και βέβαια σε αγαπώ.- Είπε η Έλενα και την φίλησε. Οι δυο γυναίκες  ήταν στο κρεβάτι , στο σπίτι της Γιώτας. Εκείνη της είπε πως η Ελισάβετ ήξερε για την σχέση τους. Η Έλενα στην αρχή φοβήθηκε. Εκτιμούσε πολύ την Ελισάβετ και την γνώμη της. Τώρα που τα ήξερε όλα , φοβόταν την αντίδραση της. Θα σκεφτόταν τα χειρότερα για την Έλενα. Εκείνη την στιγμή θυμήθηκε πως και εκείνη δεν είχε κρατήσει το μυστικό τους. Το είχε αναφέρει στον Στέφανο. Η Έλενα γέλασε δυνατά. Η Γιώτα που είχε σηκωθεί από το κρεβάτι και ετοιμαζόταν να πάει στο μπάνιο αιφνιδιάστηκε.
-Τι έπαθες;-
-Τίποτα μωρό μου. Θυμήθηκα κάτι. Έλα να καθίσεις κοντά μου. Θα σου πω αμέσως.- Την παρακάλεσε και η Γιώτα πήγε δίπλα της.
-Ούτε και εγώ κράτησα το μυστικό μας. Μόνο που εγώ διάλεξα να το πω στον Στέφανο.-
-Στον Στέφανο;-
-Είναι η μεγάλη μου αδυναμία. Ήθελα να το ξέρει.-
-Και τι σου είπε; Πως το πήρε;-
-Όπως περίμενα. Με τις καλύτερες προθέσεις. Μόνο την ευχή του που δεν μας έδωσε. Επεσήμανε βέβαια τα προβλήματα μιας τέτοιας σχέσης , αλλά είναι στο πλευρό μας.-
-Και η Ελισάβετ.-
-Με λίγα λόγια όλα καλά ως εδώ.- Απάντησε η Έλενα και έβαλε τα δυο της χέρια γύρω από τον λαιμό της Γιώτας. Την τράβηξε απαλά και την φίλησε.
-Να πάω να κάνω μπάνιο; Τι λες;-
-Μετά. Τώρα σε θέλω. Θα κάνουμε μαζί μπάνιο.- Της είπε γλυκά εκείνη και έπεσαν στο κρεβάτι.

Ο Σωτήρης με την Λίνα έτρωγαν στο σπίτι τους. Εκείνη τον ρώτησε.
-Πήγες βόλτα το απόγευμα;-
-Ναι. Έκανα μια διαδρομή από εδώ , ως το δάσος και μετά ήπια έναν καφέ σε μια καφετερία δίπλα στη θάλασσα. Είναι πραγματικά πολύ όμορφα εδώ.-
-Ναι. Έχει ησυχία και καθαρό αέρα.- Του είπε εκείνη και χαμογέλασε.
-Σιγά-σιγά να επισκεφτούμε και το σόι. Θέλω πολύ να δω και τον Στέφανο. Συνέχισε λέγοντας εκείνη και ο Σωτήρης άναψε τσιγάρο.
-Μα και βέβαια. Όποτε θέλεις. Τώρα που είμαστε εδώ θα τους βλέπουμε συχνά όλους.-
-Ο Στέφανος ζει έξω από την πόλη. Στο εξοχικό της Αγγελικής.-
-Ναι; Δεν το ήξερα.- Απάντησε αδιάφορα εκείνος. Σηκώθηκε και βγήκε στο μπαλκόνι. Η Λίνα μάζεψε τα πιάτα και τον ακολούθησε. Ο Σωτήρης την αγκάλιασε και την φίλησε με πάθος. Η Λίνα γαντζώθηκε πάνω του και λίγο μετά βρισκόντουσαν στο κρεβάτι , κάνοντας έρωτα. Ο Σωτήρης ποθούσε το κορμί του Στέφανου , αλλά έκανε έρωτα σα μανιασμένος με την Λίνα. Εκείνη θεωρούσε πως για αυτή την αλλαγή , ήταν υπεύθυνη η παραθαλάσσια πόλη της και το ότι ο Σωτήρης είχε βρει τον εαυτό του. Λίγο πριν φτάσουν και οι δυο στην κορυφή του βουνού ο Σωτήρης άκουσε τον Στέφανο να του λέει , πως τον αγαπούσε. Τα μάτια του στένεψαν και έγιναν σαν δυο μικρά πύρινα κάρβουνα. Γύρισε και κοίταξε την Λίνα. Κατάλαβε πως ζούσε ακόμα, μέσα σε ένα κακό εφιάλτη. Ίσως ο Στέφανος να αργούσε πολύ να κρυφτεί στην αγκαλιά του.
 

Το βιβλίο αυτό είναι  εξαιρετικά αφιερωμένο στην μνήμη των παππούδων μου Αποστόλη  Φήμη και  Γιώργο  Κοφινά. Στην μνήμη του πατέρα μου Παναγιώτη Γεωργίου Κοφινά. Ελπίζω να είσαστε περήφανοι για μένα. Μεγάλωσα με τις δικές σας αξίες. Σας χρωστώ τα πάντα.
Στις υπέροχες φίλες μου που μου δίνουν την  αγάπη και την συμπαράσταση τους όλα αυτά τα χρόνια. Στις: Αγγελική Σοφρά, Έλλη Κορού, Έφη Μερκούρη, Νατάσα Μπερή. Η φιλία σας ήταν πάντα κοντά μου τις ώρες που δεν μπορούσα να δω στο σκοτάδι. 
Στην Χρύσα. Εσύ ήσουν η κινητήρια δύναμη που με ώθησε να γράψω. Ένα μόνο ευχαριστώ δεν θα μπορούσε να με καλύψει. Να είσαι πάντα καλά.
Στις φίλες μου Ελισάβετ Σπανού, Ελένη Μουτζούρη, Νικολέτα Πισκοπάνη,  Χαρά Μονιού, Έρη Μαυράκη. Στην φίλη συντηρήτρια έργων τέχνης Ελισάβετ Τζουμουσλή και στον μαρμαροτεχνίτη Νότη Γιανουλάτο. Όπως και σε  όλους τους εργαζόμενους στο μουσείο της Σαλαμίνας. Σας ευχαριστώ παιδιά για την αγάπη σας.    
Στον κολλητό μου φίλο και παλιό σημαθητή Παναγιώτη Βελτανισιάν που η βοήθεια και η καλή του γνώμη με στηρίζει πάντα και στην αγαπημένη μου φίλη Δήμητρα Λαλάγκα.         
Στις φίλες μου αρχαιολόγους: Τριανταφυλλιά  Κάτουλα, Όλγα Παπαχρήστου, Μαρία Παπακωνσταντίνου, Σοφία Ζύρμπα, Μάχη Καπετανοπούλου, Εύη Μικρομάστορα.
Στον φίλο αρχαιολόγο Αντρέα Μήλιο και σε, όλους τους τεχνίτες της ανασκαφικής ομάδας του 2007-2008 που έγινε στην οδό Ολύμπου στη Σαλαμίνα.  Βασίλη Τζιβάκο, Κώστα Μιχάλαρο  Τάκη Σιγάλα , Δημήτρη Κοτζιά  και ιδιαίτερα στον Βαγγέλη Τσιλιβίγκο.  
Στον ξάδερφο μου Παναγιώτη Παπασωτηρίου  για την πολύτιμη αγάπη του και στον φίλο μου Αντρέα Αυγέρη για την υπομονή του και την δυνατή του φιλία. 
Ειδικά στην φίλη μου Δήμητρα Σκούφου που πιστεύει σε εμένα. 
Στον αδερφό μου Γιώργο Κοφινά που είναι πάντα δίπλα μου και μου χαρίζει την αγάπη του. Χωρίς αυτή τίποτα δεν έχει αξία.
Στην νύφη μου Άντζελα που με βοηθά  με την καλή της γνώμη και την
ενεργητικότητα της στις διορθώσεις των βιβλίων μου.
Στην Τούφα, την Λώρα, την Φοίβη, τον Μάξιμο, τον Νίο,  και τον Όσκαρ.  Τις αγαπημένες μου γατούλες που με συντροφεύουν με την αγάπη τους. 
Στον θεό και τους αγίους που πάντα με βοηθάνε σε δύσκολους καιρούς.

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Κατάγομαι από μια οικογένεια που έζησε την τουρκική εισβολή και έχασε τα πάντα μέσα σε μια μέρα. Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον αρκετά φτωχό – ασχέτως αν στην πορεία οι γονείς μου ορθοπόδησαν και προχώρησαν. Όσο κι αν μεγαλώσεις, τα βιώματά σου δεν σε εγκαταλείπουν. Δεν έχω χάσει λοιπόν καμία επαφή με την πραγματικότητα. Βιώνω απόλυτα αυτό που συμβαίνει γύρω μας
Μιχάλης Χατζηγιάννης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

22/10/1937 Γεννήθηκε ο συνθέτης Μάνος Λοίζος
23/10/1925 Γεννήθηκε στην Ξάνθη ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις

ΤΥΧΑΙΑ TAGS