88 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
24.04.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Οικογένεια Γ. Π. | Μέρος 7ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά

Μια μεγάλη οικογένεια. Ένα ολόκληρο σόι και πολλά ξαδέρφια σκιαγραφούν τον καμβά του βιβλίου. Είναι άνθρωποι με πάθη και ενοχές , που προσπαθούν να κάνουν την ζωή τους υποφερτή. Είναι τα πιόνια στην μεγάλη σκακιέρα της ζωής και συνήθως είναι οι χαμένοι. Μέσα από τους αδύναμους αυτούς ήρωες και το αδιέξοδο της ζωής τους έρχεται στην επιφάνεια  όλη η βρωμιά που κρύβεται κάτω από το πέπλο της φαινομενικά καλής οικογένειας.
Κατερίνα Π. Κοφινά

ΑΠΡΙΛΗΣ

Ένας λαμπρός ήλιος  φώτιζε την παραθαλάσσια πόλη από ψηλά. Το πρωινό είχε ξυπνήσει με την θάλασσα ήρεμη να κουνιέται ρυθμικά ,και το δάσος πίσω της να έχει γεμίσει με αγριολούλουδα. Πεταλούδες είχαν κάνει  την εμφάνιση  τους και οι μέλισσες ζουζούνιζαν ευχαριστημένες πίνοντας το γλυκό νέκταρ , από τα λουλούδια που κοσμούσαν τις αυλές , και τα παρτέρια των σπιτιών. Η μέρα ήταν ζεστή. Ο χειμώνας είχε αρχίσει να χάνει έδαφος και η Ελισάβετ που τον λάτρευε , είχε βγει στο μπαλκόνι  του σπιτιού της για να τον αποχαιρετήσει.  Κοιτούσε την θάλασσα στα βαθιά και σκεφτόταν  πως ποτέ δεν της άρεσε να την βλέπει τόσο γαλήνια. Την προτιμούσε κρύα , αφρισμένη και με διάφορα χρώματα ζωγραφισμένη. Και αυτό μόνο ο χειμώνας μπορούσε να το κάνει. Τώρα όμως  σιγά-σιγά θα ερχόταν το καλοκαίρι και εκείνη θα ήταν απλά….γαλάζια.
-Ουφ! Τι μιζέρια.- Αναφώνησε μόνη της. Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της , όρθια στο μπαλκόνι , όταν ένιωσε  κάτι μαλακό να τρίβεται στα πόδια της. Ήταν η γάτα της η Λώρα και η Ελισάβετ  έσκυψε την φίλησε στο κεφάλι και την χάιδεψε στην κοιλιά της. Εκείνη γουργούρισε ευχαριστημένη.
-Λώρα σήμερα είναι μια ζεστή μέρα. Ο χειμώνας που αγαπάμε μας αφήνει. Πρέπει να κάνουμε υπομονή γλυκιά μου.- Της είπε λυπημένα και η γάτα νιαούρισε. Η Ελισάβετ γέλασε και μπήκε μέσα στο σπίτι. Άφησε τον καφέ στον πάγκο της κουζίνας και μπήκε να κάνει ένα μπάνιο. Η Λώρα την ακολούθησε νωχελικά. Η Ελισάβετ άνοιξε το ντους και η γάτα ξάπλωσε στα πλακάκια. Δεν άφηνε την Ελισάβετ από τα μάτια της. Την ακολουθούσε πάντα μέσα στο σπίτι. Η  Λώρα  ήταν μια στειρωμένη γάτα Σιάμ με πανέμορφα μπλε μάτια , σοκολατί τρίχωμα και μαύρα αυτιά. Η Ελισάβετ την αγαπούσε πολύ. Την είχε μεγαλώσει από τριών μηνών γατάκι , όταν της την είχε κάνει δώρο , ο θείος της ο Μάρκος. Ήξερε την αδυναμία της ανιψιάς του για τις γάτες και μια μέρα πήγε στην Αθήνα και της αγόρασε την Λώρα. Την πήγε κρυφά στο σπίτι της Ελισάβετ και την άφησε έξω από την πόρτα της , μέσα σε ένα κένελ μεταφοράς. Χτύπησε το κουδούνι και κρύφτηκε. Όταν εκείνη άνοιξε την πόρτα άκουσε ένα νιαούρισμα και αμέσως είδε την γάτα μέσα στο κένελ. Το άνοιξε και την έβγαλε έξω. Το γατάκι της μύρισε την παλάμη και της έγλυψε τα δάχτυλα. Η Ελισάβετ τρελή από χαρά την γέμισε φιλιά. Και τότε εμφανίστηκε ο θείος της ο Μάρκος γελώντας. Η Ελισάβετ είχε πέσει στην αγκαλιά του και τον ευχαριστούσε για το υπέροχο δώρο που της χάρισε. Τα σκεφτόταν όλα αυτά την ώρα που έπαιρνε το μπάνιο της και χαμογέλασε. Η Λώρα από εκείνη την ημέρα δεν έφυγε από δίπλα της. Τα δυο κορίτσια αγαπήθηκαν με την πρώτη ματιά. Η Ελισάβετ φανατική σινεφίλ της έδωσε για όνομα τον τίτλο της αγαπημένης της ταινίας <<Λώρα>>. Μια παλιά ταινία με πρωταγωνίστρια την Τζιν Τίρνει. Η Ελισάβετ την άφησε να γεννήσει μια φορά και μετά την στείρωσε. Ζούσαν πολύ αρμονικά μαζί και απολάμβαναν την ησυχία του σπιτιού τους. Η Ελισάβετ φόρεσε το μπουρνούζι  της , μάζεψε τα μακριά της μαλλιά με μια πετσέτα  και πήγε στο υπνοδωμάτιο. Έβγαλε τα ρούχα που θα φορούσε για εκείνη την ημέρα και ντύθηκε. Λίγη ώρα μετά  άνοιξε στο κέντρο της πόλης το μαγαζί της. Μπήκε μέσα και ξεκίνησε να το σκουπίσει και να το σφουγγαρίσει. Όταν τελείωσε έφτιαξε ένα δεύτερο καφέ και πήρε τηλέφωνο την μητέρα της.
-Έλα μαμά. Καλημέρα.-
-Καλημέρα κορίτσι μου. Από το μαγαζί παίρνεις;-
-Ναι. Πριν λίγο τελείωσα με την καθαριότητα και πίνω έναν καφέ.-
-Θα έρθεις για φαγητό το μεσημέρι;-
-Ναι βέβαια.-
-Ωραία λοιπόν θα σε περιμένουμε. Α! Ελισάβετ ξέχασα να σου πω.-
-Τι μαμά;-
-Την Κυριακή θα έρθουν η θεία και ο θείος σου από την Αθήνα με τον Μηνά. Έχουν καιρό να μας επισκεφτούν. Θα φάμε όλοι μαζί. Κοίταξε να μην κανονίσεις τίποτα άλλο για εκείνη την ημέρα. Να έρθεις και εσύ.-
-Δεν θα το έχανα με τίποτα μαμά. Σε κλείνω τώρα γιατί μπαίνει πελάτης.- Της απάντησε λέγοντας ψέματα για να κλείσει το τηλέφωνο. Είχε χάσει απότομα το κέφι της. Την Κυριακή θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τον Μηνά μετά από τόσους μήνες που είχε να τον δει. Αν και είχε υποσχεθεί στον Στέφανο πως θα τα κατάφερνε , έβλεπε πως της ήταν διαβολεμένα δύσκολο. Άναψε τσιγάρο και κάθισε στην καρέκλα πίσω από τον πάγκο του μαγαζιού , δίπλα στην ταμειακή μηχανή. Πως θα τα έβγαζε πέρα με τούτη την κατάσταση , δεν το γνώριζε. Αγαπούσε τον Μηνά. Ταίριαζαν σε πολλά πράγματα. Ήταν καλός ξάδερφος όλα αυτά τα χρόνια. Όμως ο έρωτας του για εκείνη τα χάλασε όλα. Έβαλε αμέσως την σχέση τους σε άλλο επίπεδο. Όχι δεν είχε το δικαίωμα να της πει αυτά που ένιωθε. Δεν ήθελε να ξέρει. Γιατί να ξέρει; Να την άφηνε στην άγνοια της. Μια  χαρά ήταν η Ελισάβετ πριν μάθει. Δεν θα του το συγχωρούσε του Μηνά που ανοίχτηκε τόσο. Αυτά τα πράγματα δεν λέγονται , σκέφτηκε και έσβησε το τσιγάρο με δύναμη στο τασάκι.

Ο Ιάσωνας βρισκόταν στο γραφείο του στο μαγαζί. Είχε πολύ δουλειά και ακόμα δεν είχε προλάβει να πιει ένα καφέ. Το πρωί είχε φύγει νωρίς από το σπίτι και η Έλενα κοιμόταν ακόμα. Δεν πήρε λοιπόν  το πρωινό του. Είχε πάει στο μαγαζί στις εφτά το πρωί , πολύ πριν από τους υπαλλήλους του , που συνήθως έπιαναν δουλειά στις εννιά. Σκέφτηκε πως έπρεπε να σηκωθεί επιτέλους από αυτή την καρέκλα και να φτιάξει ένα ελληνικό. Με το που σηκώθηκε χτύπησε το τηλέφωνο στο γραφείο του.
-Ναι;-
-Αγάπη μου πότε έφυγες;- Άκουσε την Έλενα να του λέει.-
-Στις έξι και μισή. Κοιμόσουν ακόμα. –
-Μα δεν καταλαβαίνω Ιάσωνα. Ούτε το πρωινό μας δεν πήραμε μαζί. Τον τελευταίο καιρό έχουμε χαθεί. Τι ήταν πια τόσο επείγον που έφυγες σαν τον κλέφτη μέσα στη νύχτα;-
-Έλενα αγάπη μου έχεις δίκιο. Σου ζητώ συγγνώμη. Δεν θα επαναληφθεί. Είχα μια επείγουσα  δουλειά που έπρεπε να την τελειώσω εγώ. Δεν μπορούσα να την αναθέσω στους υπαλλήλους μου.-
-Ελπίζω τουλάχιστον το μεσημέρι να μας κάνεις την τιμή να φάμε όλοι μαζί και εννοώ με αυτό πως στις μία και μισή θα είσαι στο σπίτι. Θα πάρω τον Στέφανο να του κάνω το τραπέζι. Έχω καιρό να τον δω. Μην τολμήσεις και δεν  έρθεις στην ώρα σου; Το παιδί παραπονιέται πως δεν σε βλέπει όσο θα ήθελε.- Του είπε εκείνη σε αυστηρό τόνο.-
-Έτσι όπως το θέτεις αγάπη μου δεν μπορώ παρά να σου κάνω το χατίρι. Και για να σου αποδείξω πως από σήμερα και μετά θα με έχεις πιο συχνά κοντά σου θα κάνω μια πρόταση στο τραπέζι το μεσημέρι. Αφορά το Στέφανο , αλλά δεν θα σου πω λεπτομέρειες. Το μεσημέρι λοιπόν. – Της απάντησε γλυκά και έκλεισαν το τηλέφωνο. Εκείνη γέλασε. Ο άντρας της ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος. Τον αγαπούσε γιατί ζούσε αρμονικά μαζί του. Αυτό που την προβλημάτιζε ήταν το ότι είχε ερωτευθεί την Γιώτα. Τώρα ήταν αναγκασμένη να έχει δυο δεσμούς. Αγαπούσε τον Ιάσωνα και ήταν τρελά ερωτευμένη με την Γιώτα. Η ερωτική της συμπεριφορά απέναντι στον άντρα της δεν είχε αλλάξει , αλλά τα είχε βάλει με τον εαυτό της. Στο μέλλον ίσως  να ερχόντουσαν δυσκολίες που θα χρειαζόταν να τις αντιμετωπίσει μόνη της. Ήδη η Γιώτα έδειξε σημάδια  ζήλιας. Αυτό όμως που δεν μπορούσε να σταματήσει ήταν να αγαπά εκείνη τη γυναίκα. Την ήθελε τόσο , που τα βράδια πονούσε όλο της το σώμα, όταν έφερνε την μορφή της στο μυαλό. Πως την είχε πατήσει τόσο άσχημα μαζί της; Πως αφέθηκε σε αυτή τη σχέση; Και ποια θα ήταν η κατάληξη; Όσο το σκεφτόταν  την έπιανε άγχος. Ήταν ερωτευμένη με την φίλη της και ήθελε τον Ιάσωνα. Συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις που τα θέλει , όλα κάποιος , τα χάνει. Δεν την πείραζε που είχε αγαπήσει μια γυναίκα. Η Έλενα ποτέ της δεν ήταν συντηρητική. Πίστευε πως στην αγάπη επιτρέπονται όλα. Ο κόσμος όμως τέτοιες ανωμαλίες  τις κατέκρινε.  Έβλεπε τον Ιάσωνα που τον πείραζε η ιδιαιτερότητα του Στέφανου. Τον πείραζε που εκείνος ήταν γκέι. Η Έλενα από την μεριά της , όταν ήρθε νύφη σε αυτή την οικογένεια τον πρώτο άνθρωπο που έβαλε στην καρδιά της ήταν ο Στέφανος. Μετά βέβαια ερχόταν η  Ελισάβετ. Τον Στέφανο όμως τον λάτρεψε. Ήταν κοντά στην ηλικία και συμφωνούσαν οι απόψεις τους για τον κόσμο , τις σχέσεις , τον έρωτα. Μπορούσε να καθίσει μαζί του για ώρες συζητώντας. Την ευχαριστούσε η παρέα του και εκείνος έδειχνε  να απολαμβάνει την αύρα της. Ο μόνος που δεν καταλάβαινε αυτή την περίεργη σχέση ήταν ο Ιάσωνας.
-Μα τι βρίσκεται να πείτε μεταξύ σας;  Αυτός είναι αλήτης , απροσάρμοστος , γκέι , τεμπέλης , και εσύ μια παντρεμένη γυναίκα.- Της έλεγε ο Ιάσωνας. Εκείνη του απαντούσε πως αγαπά παράφορα τον Στέφανο. Ήταν ο άντρας της ζωής της. Ο Ιάσωνας ξεκαρδιζόταν στα γέλια και απαντούσε.
-Αγάπη μου σε αφήνω να είσαι μαζί του γιατί δεν υπάρχει φόβος να σου ριχτεί. Είναι ο μοναδικός άντρας στον κόσμο τον οποίο δεν φοβάμαι , μη σε πάρει από εμένα.- Και συνέχιζε να γελά. Αφού ετοίμασε το φαγητό η Έλενα  και το έβαλε στο φούρνο πήρε στο τηλέφωνο τον Στέφανο. Θα τον καλούσε για φαγητό όπως είχε πει και στον Ιάσωνα. Είχε να τον δει κοντά ένα μήνα.
-Ναι;- Απάντησε εκείνος μετά από λίγα δευτερόλεπτα.
-Εγώ είμαι Στέφανε η Έλενα. Τι κάνεις; Μου έλειψες και είπα να σε πάρω τηλέφωνο.
-Αγάπη μου μια χαρά είμαι. Ο Ιάσωνας και το παιδί;-
-Ο ένας στη δουλειά και ο άλλος στο σχολείο. Σε πήρα να σε καλέσω για φαγητό , το μεσημέρι. Έχω φτιάξει γεμιστά που ξέρω πως σου αρέσουν.-
-Ξαδερφούλα εγώ πίνω και το βραστό νερό που φτιάχνεις. Είσαι η καλύτερη μαγείρισσα του κόσμου.-
-Είσαι τόσο ευγενικός. Λοιπόν θα έρθεις; Θα φάμε όλοι μαζί.-
-Ποτέ μου δεν σου χάλασα το χατίρι. Έχεις κάτι μαγικό επάνω σου. Και βέβαια θα έρθω.-
-Στις μία να είσαι στο σπίτι.-
-Εντάξει. Σε φιλώ.-
-Και εγώ μωρό μου.- Του απάντησε και έκλεισε το τηλέφωνο. 

Ο Κώστας , ο πατέρας της Ελισάβετ βρισκόταν μαζί με την γυναίκα του στο νοσοκομείο. Είχαν πάει να επισκεφτούν τον Μάρκο. Καθόντουσαν δίπλα από το κρεβάτι σε ένα καναπέ και του έλεγαν διάφορα νέα από συγγενείς και φίλους. Ο Μάρκος τους άκουγε και κάπου-κάπου το πρόσωπο του φωτιζόταν. Κάθε μέρα που περνούσε γινόταν καλύτερα.
-Η Λίνα μας με τον Σωτήρη θα έρθουν κοντά μας πολύ σύντομα , Μάρκο μου.- Του είπε ο Κώστας.
-Δεν……..το ήξερα…..Πως το αποφάσισαν;- Απάντησε κομπιάζοντας εκείνος.
-Το ζήτησε ο Σωτήρης. Αισθανόταν ξένος μέσα σε εκείνη την πόλη. Παρακάλεσε την Λίνα να πουλήσει και αυτή το μαγαζί της. Ζήτησε μετάθεση από την τράπεζα. Δεν του το αρνήθηκαν γιατί ο Σωτήρης είναι άξιος και κουβαλά τόσα πτυχία από την Αμερική.-
-Και πότε λένε;-
-Σε δυο μήνες , τρεις το πολύ. Το καλοκαίρι πάντως θα κάνουμε όλοι μαζί μπάνιο στη θάλασσα.-  Είπε γελώντας ο Κώστας  και η Αθηνά συμπλήρωσε.
-Ως τότε θα είσαι και εσύ καλά.- Ο Μάρκος την κοίταξε και της είπε.
-Εγώ Αθηνά…..από δω και πέρα θα ……θα είμαι σακάτης.-
-Χτύπα ξύλο Μάρκο μου; Τι λόγια είναι αυτά που λες; Δεν πρέπει να σκέφτεσαι αρνητικά. Για μια ελπίδα ζούμε όλοι μας. Εσύ ένας δραστήριος άνθρωπος  θα κάνεις προσπάθειες για να αναρρώσεις το γρηγορότερο.-
-Αθηνά…..Μη κουράζεσαι….. Γνωρίζω την κατάσταση μου. Και που σας μιλάω…Πολύ……………Πολύ……..είναι.-
-Δεν ακούω τίποτα Μάρκο. Το καλοκαίρι θα σε πάρω σηκωτό και θα σε βάλω ο ίδιος με τα χέρια μου στη θάλασσα.- Πετάχτηκε γελώντας ο Κώστας για να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα , που είχε γίνει βαριά από τα λόγια του Μάρκου. Η Αθηνά τον κοίταξε με νόημα. Ο Κώστας σηκώθηκε.
-Θα σε αφήσουμε  τώρα να ξεκουραστείς. Αρκετά είπαμε. Θα ξαναέρθουμε την άλλη εβδομάδα να σε δούμε.- Του είπε ο Κώστας.
-Μάρκο μου περαστικά σου. –  Είπε η Αθηνά και του κράτησε το χέρι με αγάπη.
-Να….Πάτε…..Στο…καλό. – Απάντησε εκείνος και το ζευγάρι έφυγε από το δωμάτιο. Βγαίνοντας έξω από το νοσοκομείο η Αθηνά είπε.
-Τον βρίσκω πολύ απογοητευμένο. Δεν θέλει με τίποτα να δει την περίπτωση του με αισιοδοξία-
-Θα το ξεπεράσει. Θέλει το χρόνο του. Ο Μάρκος είναι δυνατός χαρακτήρας. Αν δεν πίστευε στην ελπίδα πως θα έκανε τόσους ανθρώπους καλά όταν τους εγχείριζε; Θα φτιάξουν τα πράγματα. Απλά τώρα είναι όλα μαύρα για αυτόν. Για έλα λίγο στη θέση του. Από την μια στιγμή στην άλλη κατέληξε καθηλωμένος στο κρεβάτι. Αυτός που ήταν πάντα όρθιος και έτοιμος για όλα. Τον λυπάμαι. Δεν του ταιριάζει να είναι ξαπλωμένος και ανήμπορος για το κάθε τι.-
-Την αδερφή μου σκέφτομαι. Είναι πολύ λυπημένη με όλα αυτά που την βρήκαν. Πως θα τα βγάλει πέρα;-
-Είμαστε όλοι στο πλευρό της Αθηνά. Το γνωρίζει αυτό η Βούλα. Δεν θα την αφήσουμε. Για αυτό είναι η οικογένεια. Στα δύσκολα.
-Ναι το ξέρω. Όμως δεν παύει να είναι μια σοβαρή κατάσταση. Θέλει κουράγιο για να ξεπεραστεί.-
-Αγάπη μου όλα στο τέλος θα φτιάξουν. – Της είπε και την αγκάλιασε.

-Καλώς τον. Πέρνα μέσα.- Είπε όλο χαρά η Έλενα όταν αντίκρισε τον Στέφανο,  στο κατώφλι του σπιτιού της.
-Καλώς σε βρήκα.- Της είπε εκείνος και την φίλησε απαλά στα χείλη.
-Τέτοια μου κάνεις και δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου.- Είπε γελώντας  εκείνη και πέρασαν στο εσωτερικό του σπιτιού.
-Βλέπω ξάδερφε δεν χάνεις τον καιρό σου. Και φιλιά στο στόμα; Μωρέ μπράβο; Απορώ γιατί δεν σε σπάω στο ξύλο.- Είπε ο Ιάσωνας που καθόταν στο καθιστικό και είδε την όλη σκηνή του Στέφανου με την Έλενα. Όλοι τους γέλασαν με αυτή του την παρατήρηση και μετά τα δυο ξαδέρφια αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν.
-Για περάστε στο τραπέζι όλοι οι άντρες σας παρακαλώ; - Φώναξε η Έλενα από την κουζίνα που είχε πάει. Ο Στέφανος , ο Ιάσωνας και ο Νίκος πήραν την θέση τους στο τραπέζι. Εκείνη σέρβιρε το φαγητό και μετά κάθισε δίπλα στον Στέφανο.
-Μπορούμε τώρα να φάμε.- Τους είπε γλυκά και άρχισαν να τρώνε με όρεξη πίνοντας και λίγο κρασί. Ο Νίκος τους παρατηρούσε.
-Μαμά τι πίνετε; - Την ρώτησε.
-Κρασί αγόρι μου.-
-Και πως είναι;-
-Αυτό μικρέ θα το μάθεις όταν γίνεις άντρας.- Του απάντησε γελώντας ο Στέφανος και τον χάιδεψε στο κεφάλι.
-Εσύ αγόρι μου θα πιεις το νεράκι σου και μετά το φαγητό θα κάνεις τα μαθήματα σου.- Συνέχισε η Έλενα.-
-Ξάδερφε μαθαίνω πως τα πας καλά στη δουλειά σου.-
-Ιάσωνα όπως τα λες είναι. Έχει ενδιαφέρον η δουλειά. έχω μάθει πολλά πράγματα για το κρέας , τις πίτες και το κοντοσούβλι , τον γύρο , το κοκορέτσι.- Απάντησε εκείνος γελώντας.
-Όλες οι δουλειές έχουν κάτι να σου μάθουν.-
-Από την στιγμή μάλιστα που σε πληρώνουν όλα είναι καλά.- Συνέχισε γελώντας ξανά ο Στέφανος.
-Και δεν μου λες , θα μείνεις εκεί για πάντα;-
-Δεν βλέπω τον λόγο να φύγω. Γιατί ρωτάς;-
-Τίποτα. Απλά έλεγα μήπως θα ήθελες να κάνεις κάτι διαφορετικό.-
-Σαν τι άλλο δηλαδή;- Ρώτησε εκείνος.
-Να! Στο γραφείο έχω πολύ δουλειά. Η γυναίκα μου από εδώ με έχει βάλει τιμωρία. Όλο αργείς και αργείς  μου λέει. Θα χρειαστώ ακόμα έναν υπάλληλο γιατί αλλιώς η Έλενα θα με χωρίσει. Σκέφτηκα εσένα. Είσαι άριστος στα κομπιούτερ. Τι λες;-
Ο Στέφανος βρέθηκε μετέωρος. Δεν πίστευε πως ο Ιάσωνας θα του πρότεινε ποτέ δουλειά. Νόμιζε πως ο ξάδερφος του τον αποδοκίμαζε γνωρίζοντας τις ερωτικές του προτιμήσεις.
-Το λες σοβαρά αυτό;- Τον ρώτησε  πίνοντας λίγο από το κρασί του. Η Έλενα τους κοιτούσε με αγάπη. Ο Ιάσωνας την είχε προετοιμάσει για μια έκπληξη , αλλά δεν περίμενε πως θα έπαιρνε τον Στέφανο στη δουλειά του. Ήταν πολύ χαρούμενη.
-Μα και βέβαια το λέω σοβαρά. Θα ήθελα κάποιον της οικογένειας να δουλεύει μαζί μου. Άλλωστε το ξέρεις το αντικείμενο πολύ καλά. Δεν νομίζω πως στη δουλειά που είσαι τώρα μπορείς να αναρριχηθείς. Εκεί θα μείνεις στάσιμος. Είναι κρίμα να χαθεί έτσι το ταλέντο σου. Αν το αποφασίσεις θα χαρώ να δουλέψουμε μαζί.- Συνέχισε ο Ιάσωνας και άναψε τσιγάρο.
-Ναι σε ευχαριστώ ξάδερφε. Θα το σκεφτώ.- Απάντησε εκείνος και ήπιε λίγο από το κρασί του.
-Μαμά έφαγα. Να πάω τώρα στο δωμάτιο μου;- Πετάχτηκε ο Νίκος.
-Ναι , αφού πρώτα φιλήσεις τον θείο σου. – Του απάντησε εκείνη. Ο Νίκος έτρεξε στην αγκαλιά του Στέφανου. Εκείνος τον φίλησε στο κεφάλι. Όταν ο μικρός πήγε στο δωμάτιο του η Έλενα μάζεψε το τραπέζι και όλοι μαζί πήγαν στο καθιστικό για καφέ.
-Ξέρεις Ιάσωνα ποτέ δεν περίμενα να μου προτείνεις δουλειά.- Του είπε ο Στέφανος.
-Και γιατί αυτό ξάδερφε;-
-Γιατί ξέρω πως πάντα σε πείραζε που ήμουν γκέι.-
-Και ακόμα με πειράζει , αλλά δεν μπορώ να σου αλλάξω τα μυαλά. Έτσι δεν είναι;-
-Έτσι όπως τα λες. Θεωρούμαι πως είμαι το μαύρο πρόβατο της οικογένειας.-
-Δεν μπορώ να ακούω τέτοια. Ένας τόσο όμορφος άντρας δεν μπορεί να είναι το μαύρο πρόβατο. – Απάντησε η Έλενα και πήρε το χέρι του στο δικό της. Εκείνος το έσφιξε. Ο Ιάσωνας είδε την κίνηση και είπε γελώντας.
-Στέφανε μήπως μας δουλεύεις ψιλό γαζί; Μπροστά στα μάτια μου χαϊδεύεσαι με την γυναίκα μου. Ποιος γκέι και πράσινα άλογα;-
-Κοίτα. Η αλήθεια είναι πως  δεν πάω με γυναίκες. Η Έλενα όμως είναι μια θεά. Πολλές φορές μου πέρασε από το μυαλό να κοιμηθώ μαζί της. Μετά σκέφτηκα εσένα ξάδερφε. Είπα , πώς να του πάρω την γυναίκα; Αμαρτία είναι.- Απάντησε γελώντας δυνατά εκείνος.
-Εμένα όμως δεν με ρώτησε κανείς σας.-
-Τι μωρό μου;- Την ρώτησε ο Ιάσωνας.
-Αν θέλω να πάω με τον Στέφανο.-
-Λοιπόν; Είμαι όλος αυτιά. Θέλεις; - Της είπε εκείνος.
-Όσο τίποτε άλλο.- Απάντησε η Έλενα και έσκασαν στα γέλια.

Την επόμενη ημέρα ο Γιώργος βρισκόταν  στο σπίτι του. Είχε πάρει την κανονική του άδεια από τη δουλειά  και καθάριζε. Όταν τελείωσε έφτιαξε ένα καφέ και κάθισε στο τραπέζι  της κουζίνας να τον πιει. Άναψε τσιγάρο και θυμήθηκε τον Στέφανο. Του έλειπε. Του έλειπε όλους αυτούς τους μήνες που είχαν χωρίσει. Τον σκεφτόταν κάθε μέρα. Δεν μπορούσε να τον ξεχάσει. Εντελώς ασυναίσθητα τον κάλεσε στο κινητό του. Ο Στέφανος απάντησε αμέσως.
-Δεν περίμενα να με πάρεις.-
-Είδες; Ποτέ δεν ξέρεις. Τι κάνεις Στέφανε;-
-Καλά είμαι. Εσύ;-
-Έχω πάρει την άδεια μου και βρίσκομαι στο σπίτι. Πριν από λίγο το καθάρισα και πίνω ένα καφέ. –
-Πάντα τακτικός. Πως τα περνάς;-
-Μόνος και έρημος. Εσύ;-
-Τα ίδια. Είπα να βάλω μυαλό επιτέλους. Φτάνει πια με την ξέφρενη ζωή.-
-Κάποια μέρα  έπρεπε και εσύ να μεγαλώσεις.-
-Θα σου πρότεινα να έρθεις από εδώ τώρα που είσαι σε άδεια , αλλά φοβάμαι πως είναι πολύ νωρίς ακόμα για να με έχεις συγχωρήσει.-  είπε γρήγορα ο Στέφανος.
-Δεν σου κράτησα ποτέ κακία Στέφανε.-
-Το λες αλήθεια;-
-Ναι.-
-Τότε; Θα έρθεις να σε δω;-
-Εσύ τι λες θα έρθω;-
-Δεν ξέρω. Θα το ήθελα όμως.-
-Θα έρθω γιατί μου έχεις λείψει και το καλό που σου θέλω να κοιτάξεις να μου φερθείς καλά.- Απάντησε εκείνος γελώντας. Ο Στέφανος ένιωσε ξανά πως ανάπνευσε για πρώτη φορά εδώ και μήνες. Τα χέρια του έτρεμαν από συγκίνηση.
-Ποια μέρα να σε περιμένω;-
-Προς το τέλος της εβδομάδας. Την Παρασκευή το μεσημέρι.-
-Ωραία. Μόλις φτάσεις στην πόλη πάρε με τηλέφωνο να έρθω να σε πάρω.- Του είπε χαρούμενα και έκλεισαν το τηλέφωνο. Ο Στέφανος άναψε τσιγάρο. Κάθισε στον καναπέ και το κάπνισε λαίμαργα. Ο Γιώργος θα ερχόταν  και εκείνος δεν ήξερε πώς να του φερθεί. Του είχε λείψει πραγματικά. Του έλειπε η μυρωδιά του. Αυτή που ανέδυε το σώμα , τα μαλλιά του. Του έλειπαν τα χέρια του καθώς τον χάιδευε. Ήταν ακόμα ερωτευμένος μαζί του. Όσο μακριά και αν πήγαινε , τον Γιώργο θα τον κουβαλούσε μέσα του. Το ήξερε από την πρώτη στιγμή που είχαν συναντηθεί οι ματιές τους. Αυτός ήταν ο ιδανικός. Ο ένας. Πόσο άσχημα του είχε φερθεί τότε στην Αθήνα; Γιατί να τον πληγώσει έτσι; Ο Γιώργος  ήταν σε όλα του άψογος. Τον φρόντιζε , τον ταΐζε , του ήταν πιστός. Και εκείνος  τον είχε φτύσει. Αλλά τώρα είχαν μια δεύτερη ευκαιρία  και έπρεπε να την εκμεταλλευτεί όσο καλύτερα μπορούσε. Δεν θα άφηνε αυτή τη φορά τίποτα να μπει ανάμεσα τους. Δεν είχαν περιθώρια για άλλα λάθη. Άναψε και άλλο τσιγάρο και βγήκε στη βεράντα του σπιτιού. Κοίταξε την θάλασσα και μύρισε την αύρα της. έκλεισε τα μάτια για λίγο και είδε τον Γιώργο να τον κοιτάζει με αγάπη. Το πρόσωπο του Στέφανου φωτίστηκε.

Δυο μέρες μετά η Γιώτα βρισκόταν  στο γραφείο της. Κοιτούσε τα χαρτιά μιας αγοραπωλησίας ενός σπιτιού στο κέντρο της πόλης. Έπινε τον καφέ της και σκεφτόταν πως  είχε τόση δουλειά , που το μεσημέρι δεν θα πήγαινε στο σπίτι της. Θα έφευγαν οι υπάλληλοι της και θα κλειδωνόταν μέσα για να δουλέψει. Εκείνη την στιγμή χτύπησε το σταθερό τηλέφωνο στο γραφείο της. η Γιώτα το σήκωσε και απάντησε.
-Ναι;-
-Καλημέρα μωρό μου.- Άκουσε την φωνή της Έλενας να της λέει χαρούμενα.
-Καλημέρα. Τι κάνεις; Όλα καλά;-
-Μου λείπεις. Πότε θα σε δω;-
-Έλενα έχω πολύ δουλειά  στο γραφείο αυτές τις μέρες. Σήμερα μάλιστα σκέφτομαι να μείνω το μεσημέρι για να τελειώσω κάποια χαρτιά. Δεν θα φάω καθόλου. Το βράδυ θα πάω σπίτι.-
-Τέλεια. Αυτό με βολεύει πολύ. Αφού δεν θα έχεις φάει όλη την ημέρα θα έχεις όρεξη το βράδυ.- Είπε γελώντας εκείνη.
-Έχεις ετοιμάσει κάτι.-
-Ναι. Θα περάσω από το σπίτι σου στις εννιά το βράδυ και θα σου φέρω εγώ φαγητό.-
-Σε ευχαριστώ που με σκέφτεσαι αγάπη μου.-
-Αυτό μου έλειπε. -
-Και στον Ιάσωνα τι θα πεις; Εννοώ πως θα την κοπανήσεις το βράδυ από το σπίτι σου; -
-Θα του πω ότι πηγαίνω στο σπίτι της γκόμενας μου , να κυλιστούμε στο κρεβάτι. Τι θέλεις να του πω Γιώτα; Πως με έχεις καλέσει για ένα ποτό. Μη τρελαθούμε τώρα. – απάντησε νευριασμένη εκείνη.
-Μα γιατί θυμώνεις; Είσαι πάντα έτοιμη να μου βγάλεις τα μάτια.-
-Θυμώνω γιατί όλα τα βλέπεις  περίεργα από την ημέρα που τα φτιάξαμε. Φίλες είμαστε και το γνωρίζει αυτό ο Ιάσωνας. Τι πιο φυσιολογικό είναι να έρθω στο σπίτι σου για να κουτσομπολέψουμε; -
-Ναι έχεις δίκιο. Δεν ξέρω τι με πιάνει καμιά φορά. Κάνω σαν ηλίθια. Φοβάμαι  μη καταλάβει κανείς για εμάς τις δυο. Και τότε τι θα κάνω;-
-Θα το αντιμετωπίσουμε μαζί.-
-Και τι θα τους πούμε βρε Έλενα; Πως ερωτευθήκαμε; Μα γίνονται αυτά τα πράγματα;- Απάντησε η Γιώτα.
-Όλα μπορούν να συμβούν αναπάντεχα σε αυτή τη ζωή. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι του ξημερώνει την επόμενη ημέρα. Κανείς. Μόνο η ζωή το γνωρίζει αυτό. Και να σου πω κάτι; Η ζωή γράφει τα καλύτερα σενάρια. Ξέρω πως εσύ και η Ελισάβετ είσαστε μανιώδεις σινεφίλ. Πες μου λοιπόν ποιος σεναριογράφος μπορεί να φανταστεί  περισσότερα από την ζωή; Κανείς και στο υπογράφω αυτό. Η ζωή γράφει τις πιο περίπλοκες και ανατρεπτικές ιστορίες.-
-Εντάξει συμφωνώ. Όπως πάντα με αποστόμωσες. Θα σε περιμένω το βράδυ. Καλά είναι όπως είπες πριν στις εννιά. Να έχω προλάβει να κάνω ένα μπάνιο.-
-Έχω μια πιο σέξι ιδέα. Διαθέτεις μια μεγάλη στρογγυλή μπανιέρα. Μας χωρά και τις δυο μας. Θέλω να κάνουμε μαζί μπάνιο και ότι ήθελε προκύψει.- Της είπε εκείνη πονηρά και της έκλεισε απότομα το τηλέφωνο. Η Γιώτα χαμογέλασε. Κοίταξε τα χαρτιά μπροστά της , αλλά το μόνο που είδε ήταν το γυμνό κορμί της Έλενας. Και αυτή η εικόνα  δεν της έφυγε από το μυαλό  ακόμα και όταν την είδε το βράδυ να  βρίσκεται  έξω από την πόρτα του σπιτιού της.
-Καλησπέρα.- Της είπε και μπήκε γρήγορα μέσα κρατώντας ένα μπουκάλι σαμπάνιας στο δεξί της χέρι.
-Καλώς την.- Μπόρεσε να τραυλίσει μόνο η Γιώτα και την πέρασε στο καθιστικό.
Η Έλενα φορούσε το παλτό της και από κάτω ένα ζευγάρι γόβες. Άφησε το μπουκάλι στο τραπέζι και πλησίασε την Γιώτα.
-Θα έφερνες φαγητό. Μήπως το ξέχασες;- Την ρώτησε εκείνη.
-Μα και βέβαια όχι μωρό μου.- Της απάντησε και άφησε το παλτό να πέσει από το σώμα της. Η Γιώτα έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Η Έλενα φορούσε μόνο ένα ζευγάρι κόκκινα εσώρουχα και τίποτα άλλο πάνω από αυτά.
-Όπως σου είπα και το πρωί ,σου έφερα φαγητό και αφού με φας ολόκληρη , θα πιούμε και την σαμπάνια.- Συνέχισε προκλητικά να της λέει εκείνη. Η Γιώτα την φίλησε καθώς η Έλενα την έγδυνε με ήρεμες κινήσεις. Μετά πήρε το μπουκάλι με την σαμπάνια και πήγαν στο μπάνιο. Η μπανιέρα τις περίμενε γεμάτη με ζεστό νερό και  αφρόλουτρο. Η Έλενα άφησε την Γιώτα να μπει πρώτη. Μετά πήγε στην κουζίνα,  όπου και έφερε δυο κρυστάλλινα ποτήρια. Τα γέμισε με  την  σαμπάνια  και μπήκε μέσα στην μπανιέρα. Έδωσε το ένα ποτήρι στη Γιώτα και εκείνη ήπιε από το δικό της.
-Στην υγειά σου.- Της είπε σιγά.
-Στην υγειά μας.- Απάντησε η Γιώτα και τσούγκρισαν τα ποτήρια τους. Μέσα στο μπάνιο υπήρχαν δυο κηροπήγια. Το αχνό κίτρινο φως των κεριών χάιδεψε τα γυναικεία  κορμιά . Η Έλενα άφησε το ποτήρι της στο πάτωμα και πλησίασε την Γιώτα. Την φίλησε στο στόμα και εκείνη την έσφιξε επάνω της δυνατά. Για λίγη ώρα το μόνο που ακουγόταν , ήταν ο παφλασμός του νερού και τα μικρά τους βογκητά , καθώς έκαναν έρωτα. Έξω από το σπίτι ο αέρας  μανιασμένος , κουνούσε τα φυλλώματα των δέντρων και η θάλασσα είχε αφρίσει με κύματα λευκά , να την έχουν κυριεύσει. Την ώρα που οι δυο γυναίκες τελείωναν , τα κύματα στη θάλασσα έσκαγαν με ορμή επάνω , στα γυμνά άγρια βράχια. Κάποια αστέρια τρεμοσβήσανε και μακριά ακούστηκε το αλύχτισμα κάποιου σκύλου.

Εκείνη την Παρασκευή  όταν ο Γιώργος πήρε τον Στέφανο στο κινητό του , είχε επιτέλους φτάσει στην πόλη. Ο Στέφανος του είπε να περιμένει σε μια συγκεκριμένη καφετερία και λίγη ώρα μετά έφτασε με την μηχανή του να τον παραλάβει. Ο Γιώργος ανέβηκε στην μηχανή. Είπαν μόνο ένα απλό γεια , όταν συναντήθηκαν. Οι μήνες που είχαν περάσει χωριστά τους είχαν κάνει αμήχανους. Δεν ήξεραν πώς να φερθούν. Ο Στέφανος οδήγησε την μηχανή γρήγορα προς το σπίτι του. Όταν έφτασαν την παρκάρισε στο γκαράζ. Μετά προσκάλεσε τον Γιώργο να μπει στο εσωτερικό του σπιτιού. Εκείνος γοητεύθηκε από την ομορφιά της θάλασσας που απλωνόταν κάτω από το σπίτι.
-Θα πρέπει να νιώθεις σαν βασιλιάς εδώ. Είναι τόσο όμορφα. Με τέτοια θέα , ο καθένας θα μπορούσε να γίνει ζωγράφος χωρίς να προσπαθήσει καθόλου.- Είπε φανερά εκστασιασμένος ο Γιώργος. Ο Στέφανος δεν απάντησε. Ξεκλείδωσε  την πόρτα του και πέρασαν μέσα.
-Θα πιεις κάτι; Η θέλεις να φάμε πρώτα; Έχω μαγειρέψει. – Τον ρώτησε ο Στέφανος.
-Να σου πω την αλήθεια πεινάω. Με ένα καφέ είμαι από την ώρα που έφυγα από την Αθήνα.-
-Ωραία λοιπόν. Αν θέλεις να κάνεις μπάνιο είναι από εκεί , και εγώ θα ετοιμάσω το τραπέζι.- Του απάντησε  εκείνος. Ο Γιώργος τον πλησίασε.
-Μην νιώθεις άβολα που είμαι εδώ. Σου το είπα από το τηλέφωνο πως δεν σου κρατώ κακία. Μην έχεις ενοχές.-
-Δεν έχω. Απλά νιώθω σαν ηλίθιος. Θυμάμαι συνέχεια πως σου είχα φερθεί.-
-Αυτά θα τα ξεχάσουμε. Έτσι δεν είναι;- Του είπε και τον πλησίασε περισσότερο. Ο Στέφανος τον κοίταξε  μέσα στα μάτια. Τον τράβηξε απότομα και κόλλησε τα χείλη του στο στόμα του Γιώργου. Ο Γιώργος τον έσφιξε επάνω του. Ο Στέφανος του έβγαλε γρήγορα τα ρούχα και φιλώντας τον συνέχεια τον πήγε στην κρεβατοκάμαρα και τον έριξε στο κρεβάτι. Πέταξε τα ρούχα του κάτω και οι δυο άντρες έκαναν έρωτα σαν μανιασμένοι. Έξω από το σπίτι δυο αντίθετοι άνεμοι που δημιουργήθηκαν εκείνη τη στιγμή  σήκωσαν χώμα και πετραδάκια στην ατμόσφαιρα. Για δευτερόλεπτα  πάλεψαν μεταξύ τους και καταλάγιασαν όταν οι δυο άντρες είχαν ξαπλώσει μουσκεμένοι από τον ιδρώτα στα σεντόνια , βαριανασαίνοντας. Μέσα στο σπίτι επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Ο Στέφανος είχε κλείσει τα μάτια του και ο Γιώργος κοιτούσε το ταβάνι. Σηκώθηκε γυμνός και μπήκε στο μπάνιο. Άνοιξε το ντους και άφησε το νερό με το αφρόλουτρο να καλύψει το καλοσχηματισμένο του κορμί. Βγήκε ανανεωμένος με μια πετσέτα γύρω από την μέση του. Ο Στέφανος τον έφαγε με τα μάτια του. Εκείνος κάθισε δίπλα του και του χάιδεψε τα μαλλιά.
-Είσαι πολύ όμορφος.- Του  είπε ο Στέφανος και ο Γιώργος κράτησε το χέρι του μέσα στο δικό του.
-Σε αγαπώ.-
-Και εγώ. Δεν μπορούσα να μείνω μακριά σου. Απλά δε γινόταν.- Απάντησε ο Στέφανος.
-Μη σκέφτεσαι τίποτα πια.-
-Και όμως. Δεν ήμουν εντάξει μαζί σου. Έχουμε όμως μια δεύτερη ευκαιρία. Λέω να την εκμεταλλευτούμε.
-Ζούμε όμως μακριά. Πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε με την απόσταση.-
-Νομίζω πως είμαστε τυχεροί. Η εταιρία που δουλεύεις  έχει και εδώ υποκατάστημα. Μπορείς να ζητήσεις μετάθεση. Εγώ θα πάω τελικά στη δουλειά που μου πρότεινε ο ξάδερφος μου. Ήδη παραιτήθηκα από το σουβλατζίδικο.-
-Τα έχεις κανονίσει λοιπόν και για τους δυο μας , έτσι δεν είναι; Δεν έχω παρά να συμφωνήσω. Μετά την άδεια μου θα ζητήσω μετάθεση. Είναι πια καιρός να νοικοκυρευτούμε μαζί.- του Απάντησε ο Γιώργος και φιλήθηκαν.

 


Το βιβλίο αυτό είναι  εξαιρετικά αφιερωμένο στην μνήμη των παππούδων μου Αποστόλη  Φήμη και  Γιώργο  Κοφινά. Στην μνήμη του πατέρα μου Παναγιώτη Γεωργίου Κοφινά. Ελπίζω να είσαστε περήφανοι για μένα. Μεγάλωσα με τις δικές σας αξίες. Σας χρωστώ τα πάντα.
Στις υπέροχες φίλες μου που μου δίνουν την  αγάπη και την συμπαράσταση τους όλα αυτά τα χρόνια. Στις: Αγγελική Σοφρά, Έλλη Κορού, Έφη Μερκούρη, Νατάσα Μπερή. Η φιλία σας ήταν πάντα κοντά μου τις ώρες που δεν μπορούσα να δω στο σκοτάδι. 
Στην Χρύσα. Εσύ ήσουν η κινητήρια δύναμη που με ώθησε να γράψω. Ένα μόνο ευχαριστώ δεν θα μπορούσε να με καλύψει. Να είσαι πάντα καλά.
Στις φίλες μου Ελισάβετ Σπανού, Ελένη Μουτζούρη, Νικολέτα Πισκοπάνη,  Χαρά Μονιού, Έρη Μαυράκη. Στην φίλη συντηρήτρια έργων τέχνης Ελισάβετ Τζουμουσλή και στον μαρμαροτεχνίτη Νότη Γιανουλάτο. Όπως και σε  όλους τους εργαζόμενους στο μουσείο της Σαλαμίνας. Σας ευχαριστώ παιδιά για την αγάπη σας.    
Στον κολλητό μου φίλο και παλιό σημαθητή Παναγιώτη Βελτανισιάν που η βοήθεια και η καλή του γνώμη με στηρίζει πάντα και στην αγαπημένη μου φίλη Δήμητρα Λαλάγκα.         
Στις φίλες μου αρχαιολόγους: Τριανταφυλλιά  Κάτουλα , Όλγα Παπαχρήστου , Μαρία Παπακωνσταντίνου, Σοφία Ζύρμπα, Μάχη Καπετανοπούλου, Εύη Μικρομάστορα.
Στον φίλο αρχαιολόγο Αντρέα Μήλιο   και σε ,  όλους τους τεχνίτες της ανασκαφικής ομάδας του 2007-2008 που έγινε στην οδό Ολύμπου στη Σαλαμίνα.  Βασίλη Τζιβάκο , Κώστα Μιχάλαρο  Τάκη Σιγάλα , Δημήτρη Κοτζιά   και ιδιαίτερα στον Βαγγέλη Τσιλιβίγκο.  
Στον ξάδερφο μου Παναγιώτη Παπασωτηρίου  για την πολύτιμη αγάπη του και στον φίλο μου Αντρέα Αυγέρη για την υπομονή του και την δυνατή του φιλία. 
Ειδικά στην φίλη μου Δήμητρα Σκούφου που πιστεύει σε εμένα. 
Στον αδερφό μου Γιώργο Κοφινά που είναι πάντα δίπλα μου και μου χαρίζει την αγάπη του. Χωρίς αυτή τίποτα δεν έχει αξία.
Στην νύφη μου Άντζελα που με βοηθά  με την καλή της γνώμη και την
ενεργητικότητα της στις διορθώσεις των βιβλίων μου.
Στην Τούφα, την Λώρα, την Φοίβη, τον Μάξιμο , τον Νίο ,  και τον Όσκαρ.  Τις αγαπημένες μου γατούλες που με συντροφεύουν με την αγάπη τους. 
Στον θεό και τους αγίους που πάντα με βοηθάνε σε δύσκολους καιρούς.

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν σαν στήλες δύο - δύο μες στα γραφεία.
Κώστας Καρυωτάκης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.