113 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
24.01.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Οικογένεια Γ. Π. | Μέρος 6ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά

Μια μεγάλη οικογένεια. Ένα ολόκληρο σόι και πολλά ξαδέρφια σκιαγραφούν τον καμβά του βιβλίου. Είναι άνθρωποι με πάθη και ενοχές , που προσπαθούν να κάνουν την ζωή τους υποφερτή. Είναι τα πιόνια στην μεγάλη σκακιέρα της ζωής και συνήθως είναι οι χαμένοι. Μέσα από τους αδύναμους αυτούς ήρωες και το αδιέξοδο της ζωής τους έρχεται στην επιφάνεια  όλη η βρωμιά που κρύβεται κάτω από το πέπλο της φαινομενικά καλής οικογένειας.
Κατερίνα Π. Κοφινά

ΜΑΡΤΙΟΣ

Η Ελισάβετ κοίταξε  την θάλασσα  καθισμένη σε ένα βράχο , έχοντας πίσω της  το δάσος. Κάπνιζε ήρεμη. Φορούσε το μαύρο της παλτό και είχε τα μαλλιά της μαζεμένα πίσω. Σκεφτόταν τον Μηνά. Ένιωθε πολύ άσχημα που είχαν διακόψει  την επαφή τους. Δεν της άρεσε να είναι μαλωμένη. Από μικρή προσπαθούσε πάντα να είναι φιλική και ευγενική με όλους. Και να της τύχει αυτό; Έπρεπε να βρει μια λύση. Δεν μπορούσε να καταστρέψει την σχέση  με τον ξάδερφο της. Κάποια στιγμή θα το καταλάβαιναν και οι άλλοι. Αποφάσισε να τον πάρει τηλέφωνο. Τον κάλεσε στο κινητό του.
-Γεια σου Ελισάβετ. Καλημέρα.- Απάντησε εκείνος κοφτά.
-Καλημέρα Μηνά. Ελπίζω να μην σε ενοχλώ.-
-Όχι βέβαια. εσύ να με ενοχλήσεις; Λοιπόν τι κάνεις;-
-Δεν είμαι καλά Μηνά. Για να σου πω την αλήθεια δεν μου αρέσει αυτή η ψυχρότητα μεταξύ μας.-
-Μια διαφωνία ήταν.-
-Μαλώσαμε και από τότε πέρασαν τρεις μήνες.-
-Δεν πειράζει. Με πήρες τώρα. Μιλάμε έτσι δεν είναι;-
-Ναι , αλλά δε είμαστε όπως πρώτα. Υπάρχει αυτή η ψυχρότητα. –
-Μα εγώ σου φέρομαι όπως παλιά Ελισάβετ.-
-Ναι αλλά δεν μιλάμε πια όπως μιλάνε μεταξύ τους τα ξαδέρφια. Σε αντιμετωπίζω σαν άντρα  και όχι σαν συγγενή. Και αυτό είναι που με ενοχλεί.-
-Σε καταλαβαίνω Ελισάβετ. Όμως και εγώ δεν μπορούσα να παίζω θέατρο και να σε βλέπω σαν ξαδέλφη.-
-Τώρα τι θα κάνουμε Μηνά; Τώρα;-
-Πες μου εσύ τι θέλεις να κάνω και θα γίνει.-
-Θέλω να προσπαθήσεις και να καταφέρεις να ξεριζώσεις τα αισθήματα που έχεις για μένα. Να βρεις μια καλή κοπέλα και να ευτυχίσεις. Θέλω να είσαι καλά.-
-Σε ευχαριστώ για το ενδιαφέρων Ελισάβετ , αλλά αυτό που μου ζητάς  είναι πολύ δύσκολο για μένα. Είμαι ερωτευμένος μαζί σου.-
-Μηνά πρέπει να προσπαθήσεις. Εγώ δεν θα σε δω ποτέ ερωτικά. Το καταλαβαίνεις αυτό έτσι δεν είναι;-
-Και βέβαια. Το δέχομαι και σε νιώθω απόλυτα. Δεν μπορείς όμως να κατευθύνεις τα δικά μου αισθήματα. Αυτά θα παραμείνουν ως έχουν.-
-Κάνε ότι καταλαβαίνεις για το δικό σου το καλό. Εγώ σε πήρα για να σου πω να μην χάσουμε την επικοινωνία μας. Είμαστε συγγενείς. Σου ζητώ συγγνώμη που εκείνη την ημέρα  σε έδιωξα από το σπίτι μου. Μπορείς να έρχεσαι να μας βλέπεις. Η μαμά με ρωτά συχνά γιατί έχεις χαθεί. Μόνο που από εδώ και πέρα θα βλεπόμαστε πάντα με άλλους γύρω μας και όχι μόνοι. Αυτό θα μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε την ψυχρότητα μας και να φερθούμε όπως παλιά.-
-Το βρίσκω δίκαιο και για τους δυο μας. Ας γίνει έτσι λοιπόν.- Της απάντησε εκείνος και έκλεισαν το τηλέφωνο. Η Ελισάβετ κοίταξε την θάλασσα ακόμα μια φορά. Τα αγριεμένα κύματα έσκαγαν με μανία επάνω στα βράχια και σταγόνες έφταναν ως το πρόσωπο της. Στην Ελισάβετ άρεσε να γεύεται την αλμύρα και πιο πολύ να μυρίζει τον χειμώνα. Ο χειμώνας ήταν η μοναδική εποχή του χρόνου που λάτρευε. Μόνο τον χειμώνα ζούσε. Το καλοκαίρι συνήθως έπεφτε σε κατάθλιψη. Οι υψηλές θερμοκρασίες επιδρούσαν άσχημα στο νευρικό της σύστημα. Αναστέναξε και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Μπήκε στο αμάξι της έβαλε μπρος την μηχανή και κίνησε για το σπίτι της μητέρας της. Εκείνη την στιγμή χτύπησε το κινητό της. Ήταν η Αγγελική.
-Έλα κορίτσι μου. Καλημέρα . Τι έγινε;-
-Καλημέρα. Που είσαι;-
-Είχα πάει μια βόλτα στη θάλασσα. Κυριακή σήμερα. Τι με ήθελες;-
-Είμαι στο νοσοκομείο. Ο μπαμπάς ανέκαμψε. –
-Έρχομαι από εκεί.- Της είπε και χαμογέλασε.
-Να και ένα ευχάριστο. – Αναφώνησε δυνατά και ανέπτυξε ταχύτητα. Ένα μήνα σχεδόν ο θείος της ο Μάρκος πάλευε για την ζωή του και σήμερα επιτέλους ξεπέρασε τον κίνδυνο. Όλο αυτό το διάστημα που εκείνος ήταν στην εντατική μόνο μια φορά τον είχε δει. Υπήρχαν παντού καλώδια , σωληνάκια και διάφορα μηχανήματα κοντά του. Η εικόνα του θείου της την είχε συγκλονίσει. Ένας τόσο δραστήριος και ομιλητικός άντρας. Που είχε πάντα ένα καλό λόγο για όλους. Ένας άξιος επιστήμονας στη δουλειά του και ξαφνικά να καταρρεύσει εκείνο το πρωινό σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.  Με αυτές τις σκέψεις μπήκε  στο νοσοκομείο και έφτασε στο δωμάτιο της εντατικής , για να βρει εκεί τους γονείς της , τον Στέφανο , την θεία της την Βούλα , τον Ιάσωνα με την Έλενα , τον Βασίλη με την Σοφία και την θεία της την Ανθή. Όλοι περίμεναν με ανυπομονησία να μάθουν για την εξέλιξη της υγείας του Μάρκου. Η Ελισάβετ τους καλημέρισε θερμά.
-Καλώς την. Σε ενημέρωσε η Αγγελική;- Την ρώτησε η μητέρα της.
-Ναι μαμά. Είχα πάει μια βόλτα ως τη θάλασσα και ερχόμουν σε σένα , όταν με πήρε τηλέφωνο.-
-Μας ενημέρωσε και εμάς. Φαίνεται πως ο κίνδυνος πέρασε για τον θείο σου.- Συνέχισε ο πατέρας της.
-Δόξα το θεό.- Απάντησε η Σοφία. Η Ελισάβετ την κοίταξε αδιάφορα.
-Ναι ευτυχώς , φαίνεται πως είναι καλύτερα.- Της απάντησε η Ελισάβετ και πήγε γρήγορα προς το μέρος του Στέφανου. Εκείνος κράτησε το χέρι της στο δικό του.
-Χαίρομαι που ήρθες. Μόνο εσύ μου δίνεις κουράγιο.-
-Μη φοβάσαι γλυκέ μου. Η Αγγελική που είναι;- Τον ρώτησε και δευτερόλεπτα αργότερα την είδε να έρχεται προς το μέρος τους.
-Καλημέρα σε όλους. –
-Αγγελική μου πες μας. Τι έγινε ; Πως είναι ο πατέρας σου;- Την ρώτησε η Βούλα.
-Έχω καλά νέα. Ο μπαμπάς ξεπέρασε τον κίνδυνο. Είναι σε κατάσταση να μιλήσει , αλλά το εγκεφαλικό του έχει επηρεάσει την κίνηση. Θα κάνει φυσιοθεραπείες για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Με πολύ δουλειά ίσως καταφέρει να περπατήσει με μπαστούνι. Προς το παρόν θα κινείται με αναπηρικό καροτσάκι.-
-Θέλω να τον δω.- Είπε αποφασιστικά η Βούλα.-
-Όλοι σας θα τον δείτε από δυο λεπτά. Είναι πολύ ταλαιπωρημένος.- Απάντησε εκείνη και πήγε κοντά στην Ελισάβετ την στιγμή που η Βούλα με τον Στέφανο έμπαιναν στο δωμάτιο του Μάρκου.
-Πρέπει να βρεθούμε από κοντά το γρηγορότερο.- Είπε η Αγγελική στην Ελισάβετ μιλώντας πολύ σιγά για να μην την ακούσουν οι υπόλοιποι.
-Γιατί τι έγινε πάλι; Τι συμβαίνει;-
-Τώρα δεν μπορώ να σου πω τίποτα. Όλοι βρίσκονται εδώ. Στο σπίτι μου σήμερα το απόγευμα στις εφτά. Είναι σημαντικό.-
-Θα με σκάσεις εσύ. Καλά θα έρθω.- Της απάντησε εκείνη και  έφυγε για να πάει στο καπνιστήριο. Πήρε ένα καφέ και κάθισε σε ένα τραπέζι. Προσπάθησε να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά. Την απασχολούσαν πολλά πράγματα. Η δουλειά της , ο Μηνάς ,  ο θείος ο Μάρκος , αυτά που είχε να της πει η Αγγελική. Τι ήθελε αλήθεια να της πει; Την είχε πιάσει αγωνία. Κάπνισε για λίγο σκεφτική. Μετά είδε να έρχεται προς το μέρος της ο Βασίλης με την Σοφία. Η Ελισάβετ προσπάθησε να είναι όπως παλιά με την Σοφία. Είδε όμως πως ήταν δύσκολο μετά από αυτά που της είχε αποκαλύψει η Αγγελική. Ο Βασίλης κάθισε δίπλα της και απέναντι του η Σοφία.
-Λοιπόν Ελισάβετ μου ο θείος ξέφυγε τον κίνδυνο. Τον είδαμε πριν λίγο. Δεν μπορούσε βέβαια να μιλήσει καλά , αλλά κατάφερε να μας πει δυο κουβέντες.-  Είπε ο Βασίλης και χαμογέλασε. Η Ελισάβετ τον κοίταξε με αγάπη.
-Ναι αγάπη μου. Σήμερα επιτέλους  μετά από πολύ καιρό μπόρεσα να χαλαρώσω. Εσείς πως είσαστε Σοφία μου;- Ρώτησε η Ελισάβετ και την κοίταξε έντονα στα μάτια.
Για δευτερόλεπτα η Σοφία έδειξε να τα χάνει , αλλά της απάντησε γρήγορα.
-Καλά είμαστε πέρα του ότι μας έχει στεναχωρήσει το πρόβλημα της υγείας του θείου Μάρκου.-
<<Ναι σιγά μη σε νοιάζει τώρα εσένα ο θείος ξετσίπωτη>> σκέφτηκε η Ελισάβετ από μέσα της. Την κοίταξε πάλι μέσα στα μάτια.
-Η δουλειά Σοφία μου καλά; Κουράζεσαι πολύ κορίτσι μου. Δεν θα σου μένει χρόνος να βλέπεις τον Βασίλη. Έτσι όπως το πάτε δε θα δούμε ανίψια μια μέρα.- Συνέχισε λέγοντας η Ελισάβετ.
-Αυτό της λέω και εγώ ξαδέλφη. Αργήσαμε.-
-Κάποια πράγματα τα κανονίζει ο θεός. Αν θέλει εκείνος….- Πετάχτηκε λέγοντας η Σοφία.
-Τι να σου κάνει και ο θεός Σοφία μου; Το θέμα είναι του ζευγαριού. Από την στιγμή που παντρεύεται ο άνθρωπος  θα κάνει και παιδιά.- Της απάντησε απότομα η Ελισάβετ. Η Σοφία το κατάλαβε. Η συμπεριφορά της Ελισάβετ είχε αλλάξει απέναντι της και εκείνη άρχισε να σκέφτεται ποιος ήταν ο λόγος αυτής της αλλαγής.
-Κάποια στιγμή ξαδέλφη θα γίνει και αυτό. Η Σοφία μου είναι αλήθεια πως κουράζεται πολύ. Όλη την ημέρα με τόσα παιδιά στο φροντιστήριο της φεύγει το μυαλό.- Συνέχισε μπαίνοντας στη κουβέντα ο Βασίλης.
-Ναι Βασίλη μου δίκιο έχεις. Για κοίτα εμένα που ακόμα δεν το αποφασίζω να παντρευτώ;-
-Ο Παύλος είναι καλό παιδί. Τι το σκέφτεσαι;- Απάντησε η Σοφία.
-Θα δούμε. Αυτά τα πράγματα δεν θέλουν βιασύνη. Πάνω απ’ όλα ο γάμος αποτελεί δέσμευση για μια ολόκληρη ζωή. Όταν παντρεύεσαι δεν μπορείς να πηγαίνεις και με άλλους.- Της είπε η Ελισάβετ με νόημα και συνέχισε.
-Θα σας αφήσω τώρα. Να δω και εγώ τον θείο. Και εσείς μη χαθείτε. Κανονίστε να έρθετε μια μέρα στο σπίτι για καφέ.- Τους είπε πρόσχαρα και έφυγε. Η Σοφία την κοίταξε και τα χείλη της τραβήχτηκαν με θυμό. Ήταν σίγουρη πως η ξαδέλφη του άντρα της κάτι ήξερε. Αλλιώς δεν θα έριχνε τόσες σπόντες για τον γάμο , την δέσμευση , τα παιδιά. Κάτι ήξερε και την ψάρευε. Όμως  πως θα μπορούσε να γνώριζε; Να ήταν εκείνη στο δάσος τότε που τους προσπέρασε ένα αμάξι; Τότε που έκανε έρωτα με τον Γιάννη; Αλλά όχι. Γνώριζε πολύ καλά το αυτοκίνητο της Ελισάβετ. Βέβαια δεν το είδε καθαρά , γιατί πέρασε πολύ γρήγορα και πίσω του άφησε ένα σύννεφο σκόνης , αλλά ήταν σίγουρη  πως δεν ήταν το δικό της. Και αν ήταν η φαντασία της;  Μήπως απλά παρεξήγησε την Ελισάβετ; Θα είχε και εκείνη τα δικά της. Μπορεί να είχαν κουραστεί τα νεύρα της με την περιπέτεια του θείου  του Μάρκου. Όλα ήταν πιθανά. Ήταν όμως ψυχρή απέναντι της. Σε αυτό δεν έκανε λάθος. Επέβαλε στον εαυτό της να μη το σκέφτεται. Δεν ήταν σωστό να δείξει εκνευρισμό η αδυναμία γιατί θα την έπαιρνε από κάτω και σίγουρα θα πρόσεχε περισσότερο στο μέλλον. Ο Βασίλης δεν θα μάθαινε το παραμικρό. Αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα να χάσει την καλοβαλμένη της ζωή. Τον χρειαζόταν για τα λεφτά του. Τροφοδοτούσε με αυτά όλη της την οικογένεια. Τους εξασφάλιζε μια άνετη ζωή. Βέβαια και ο Γιάννης είχε γίνει πιεστικός τον τελευταίο καιρό. Την ενοχλούσε αυτό. Η συμφωνία που είχαν κάνει ήταν να περνάνε καλά και όχι να υπάρχει αποκλειστικότητα , η να έχει εκείνος δικαιώματα επάνω της. Του είχε ξεκαθαρίσει πως τον Βασίλη δεν θα τον χώριζε ποτέ . Ήταν το καλό της χαρτί. Αν συνέχιζε ο Γιάννης να την πιέζει θα τον χώριζε. Θα λυπόταν για αυτό μιας και εκείνος ήταν πολύ καλός εραστής , αλλά σημασία είχε το εξασφαλισμένο της μέλλον και όχι το κρεβάτι. Είχε κάνει βέβαια το κουμάντο της , σε περίπτωση που κάποια μέρα έμενε  στο δρόμο. Ο Βασίλης της αγόραζε συνέχεια κοσμήματα , ρούχα , αξεσουάρ, γούνες. Η Σοφία δεν ενδιαφερόταν να τα φορέσει όλα αυτά.  Του έλεγε ψέματα πως τα είχε σε μια θυρίδα στην τράπεζα αλλά η αλήθεια ήταν πως τα είχε πουλήσει. Είχε βρει ένα άθλιο ανθρωπάκι που αγόραζε και πουλούσε μετά ότι κόσμημα , ρούχο , η ακόμα και τσάντες που έπεφταν στα χέρια του. Είχε κρατήσει μια δυο γούνες που αγαπούσε περισσότερο και τις άλλες τις είχε πουλήσει. Και αυτό το έκανε όλα τα  χρόνια που ήταν με τον Βασίλη. Τα χρήματα μαζί με πολλά από αυτά που έβγαζε από το φροντιστήριο τα είχε καταθέσει με άλλο όνομα στην τράπεζα. Η Σοφία ήταν ένα διαβολεμένο μυαλό. Αγαπούσε παράφορα τα χρήματα και την καλή ζωή. Ο Γιάννης με την σειρά του της είχε κάνει αρκετά δώρα. Αν και δεν είχε την οικονομική επιφάνεια του άντρα της , δεν ήταν κανένας τσιγκούνης. Του άρεσε να χαρίζει κοσμήματα στη Σοφία. Άλλωστε εκείνη η γυναίκα ήταν το άλλο του μισό. Μόνο με εκείνη είχε ταιριάξει τόσο καλά ερωτικά. Ήταν βρώμικη , άπληστη , μιλούσε άγρια και δεν σταματούσε ποτέ. Ήταν μια μηχανή καλά λαδωμένη.
-Τι σκέφτεσαι; Λέξη δεν έβγαλες από την στιγμή που έφυγε η Ελισάβετ.- Διέκοψε τις σκέψεις της η φωνή του Βασίλη.
-Τον θείο σου αγάπη μου. Ένας τόσο δυναμικός άνθρωπος και να μείνει στο καροτσάκι είναι θλιβερό , αν το σκεφτείς.- Απάντησε εκείνη γρήγορα και ευχήθηκε να πέθαινε ο Μάρκος. Γέρος άνθρωπος ήταν και όλοι τον πρόσεχαν λες και ήταν μωρό. Πόσο τα βαριόταν όλα αυτά.
-Ναι και εγώ αυτό σκέφτομαι. Έχω στενοχωρηθεί πολύ. Η Αγγελική όμως είναι αισιόδοξη. Με τις φυσιοθεραπείες , θα μπορέσει ίσως να περπατήσει ξανά. Ας σκεφτόμαστε θετικά.- Της είπε και της κράτησε το χέρι. Εκείνη έσκυψε και τον φίλησε στα χείλη.


Στις εφτά το απόγευμα της ίδιας μέρας η Ελισάβετ χτυπούσε το κουδούνι στο σπίτι της Αγγελικής. Εκείνη  της άνοιξε φορώντας ένα ξεβαμμένο τζιν παντελόνι , αθλητικά παπούτσια και ένα πουλόβερ στο χρώμα της άμμου.
-Ελισάβετ μου καλώς όρισες. Πέρασε μέσα.-
-Δεν έχω ηρεμήσει από το πρωί που μου είπες πως θέλεις να μιλήσουμε.- Της απάντησε εκείνη , μπαίνοντας μέσα.
-Θα στα πω όλα. Έχω συνταρακτικά νέα. Πάμε στο σαλόνι. Θα φέρω τους καφέδες.- Η Ελισάβετ έβγαλε το παλτό της και κάθισε στον καναπέ , απέναντι από το μοντέρνο σύστημα οικιακού κινηματογράφου που κοσμούσε το δωμάτιο. Η Αγγελική έφερε δυο κούπες ζεστό καφέ φίλτρου και τις άφησε επάνω στο τραπεζάκι που ήταν μπροστά από τον καναπέ. Κάθισε και εκείνη δίπλα στην ξαδέλφη της και ήπιε μια γουλιά από την κούπα της.
-Λοιπόν λέγε. Τι νέα έχεις;- Ρώτησε με ανυπομονησία η Ελισάβετ.
-Όταν αγχώνεσαι γίνεσαι τρελή. Ηρέμισε λίγο. Άναψε ένα τσιγάρο. Αυτά τα πράγματα θέλουν να τα παίρνεις με το μαλακό.-
-Καλά. Ηρέμισα. Ορίστε άναψα και τσιγάρο. Περιμένω.- Η Αγγελική της χαμογέλασε και είπε.
-Αυτός εδώ είναι ένας φάκελος.-
-Τι περιέχει;-
-Άνοιξε τον και θα δεις.- Της είπε δίνοντας τον στα χέρια της. Η Ελισάβετ τον άνοιξε γρήγορα και έβγαλε από μέσα ένα πακέτο με φωτογραφίες. Σε όλες ήταν η Σοφία μαζί με έναν άντρα σε ερωτικές περιπτύξεις. Η Ελισάβετ κοιτούσε τον  άντρα. Τον κοιτούσε καλά και σε μια στιγμή ξεφώνησε.
-Μα αυτός είναι ο Γιάννης! Ναι είναι ο Γιάννης ο κολλητός του Ιάσωνα. Δεν………..δεν μπορεί να είναι δυνατόν. Που ….πως τις βρήκες αυτές;- Φώναξε έντρομη.
-Όχι εγώ. Ο Ντέντεκτιβ που προσέλαβα. Την είδες την σιγανοπαπαδιά; Την είδες την βρώμα; Και μας έκανε την καλή και την τίμια.-
-Μα με τον Γιάννη; Τον φίλο του Ιάσωνα; Δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Και πως το έκανε αυτό κάτω από την μύτη μας;- Ρώτησε και άφησε της φωτογραφίες για να ανάψει άλλο τσιγάρο.
-Δεν έχω ιδέα πότε τα ψήσανε ,ούτε και πόσο καιρό έχουν παράνομο δεσμό. Οι φωτογραφίες όμως δείχνουν καθαρά όλο το μεγαλείο της βρωμιάς της. Τι να σου πω Ελισάβετ. Και εγώ έχω πέσει από τα σύννεφα. Από την ώρα που ο Βασίλης την έφερε στην οικογένεια είχα πιστέψει πως ήταν ένα καλό και σοβαρό κορίτσι. Φαίνεται πως έκρυβε πολύ καλά τον δόλιο χαρακτήρα της. Εγώ ορκιζόμουν πως αυτή η γυναίκα ποτέ δεν θα έκανε κάτι τόσο ανέντιμο. Τυπική , μετρημένη , σοβαρή με το χαμόγελο πάντα στα χείλη. Κοίταξε την τώρα καλά. Οι πουτάνες μπροστά της είναι αγγελούδια. Στις φωτογραφίες δείχνει τόσο αχόρταγη. Θα το περίμενες εσύ ποτέ αυτό από εκείνη;-
-Σε καμία περίπτωση. Πως τα κατάφερε ο ντέντεκτιβ; Και πως τράβηξε όλες αυτές τις φωτογραφίες;-
-Την παρακολούθησε στενά πολύ καιρό. Εγώ μόνο ξέρω πόσο μου κόστισε αυτή η κίνηση. Το σπίτι του Γιάννη είναι έξω από την πόλη. Δεν έχει πολλά σπίτια στην περιοχή και το δικό του είναι μονοκατοικία. Η κρεβατοκάμαρα βλέπει προς ένα μικρό δασάκι που έχει τριγύρω. Να σκεφτείς πως τις κουρτίνες δεν της κλείνει ποτέ. Όλα φαίνονται πολύ καθαρά. Ο ντέντεκτιβ ήταν πιστεύω τυχερός-
-Και τώρα τι θα κάνουμε;-
-Προς το παρόν τίποτα. Θέλω να σκεφτούμε με τι τρόπο θα κάνουμε τον Βασίλη να την υποψιαστεί.-
-Εγώ φοβάμαι Αγγελική. Ο Βασίλης είναι ερωτευμένος μαζί της. Δεν είναι κρίμα να πληγωθεί;-
-Πρέπει να το μάθει για να πάρει τα μέτρα του.-
-Με έβαλες σε σκέψεις τώρα. Με τι τρόπο θα του το πούμε;- Την ρώτησε η Ελισάβετ.
-Σκέφτομαι να βάλω τον ντέντεκτιβ να τον καλέσει με ανώνυμο τηλεφώνημα και να του πει που να βρει την γυναίκα του και με ποιόν. Εκείνος θα την έχει παρακολουθήσει. Θα είναι σίγουρος πως θα βρίσκεται στο κρεβάτι με τον Γιάννη και ο Βασίλης θα τους πιάσει επ’ αυτοφώρω.-
-Χριστέ μου! Αγγελική είναι πολύ σκληρό αυτό.-
-Η ζωή είναι σκληρή Ελισάβετ μου. Θα πρέπει να την αντιμετωπίσει. Ούτε και εμένα μ’ αρέσει η όλη κατάσταση , αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω.-
-Και πότε θα βάλεις σε εφαρμογή το σχέδιο;-
-Είναι νωρίς ακόμα. Θα το αφήσω για λίγο καιρό. Δεν ξέρεις μπορεί να χωρίσει με τον Γιάννη. Αυτές οι σχέσεις δεν έχουν μέλλον. Και όταν μάλιστα είναι τόσο παθιασμένες.-
-Ειλικρινά Αγγελική. Θα ευχόμουν όλα αυτά να μην είχαν συμβεί.-
-Και εγώ. Έλα όμως που τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται;-
-Τίποτα. Έχεις δίκιο.- Της απάντησε εκείνη και σκέφτηκε τον Μηνά. Ένιωθε βρώμικη και μόνο που ήξερε για τα αισθήματα του. Που να είχε ενδώσει και από πάνω.

Η Λίνα μιλούσε στο τηλέφωνο με τον Στέφανο.
-Ναι Λίνα μου είναι καλύτερα. Δόξα το θεό. Βέβαια το πρόβλημα της κίνησης παραμένει , αλλά θα το αντιμετωπίσουμε.-
-Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι Στέφανε που είναι καλά. Θα ερχόμασταν με τον Σωτήρη να τον δούμε , αλλά μου είπε η μητέρα μου πως δεν επιτρεπόταν να τον δει κανείς.-
-Και έτσι ήταν. Ποιος ο λόγος να κάνατε ένα τέτοιο ταξίδι; -
-Έτσι και αλλιώς ξάδερφε σε δυο μήνες , τρεις το πολύ θα μας έχετε κοντά σας. Ο Σωτήρης θα πάρει μετάθεση και εγώ ήδη έχω βρει δυο άτομα που θέλουν να αγοράσουν το μαγαζί. –
-Μπράβο Λίνα μου. Και για μας  θα είναι ευχάριστο να γυρίσετε εδώ. Θα είμαστε όλοι μαζί. Όπως τότε που παίζαμε στους δρόμους με τα ποδήλατα. Θυμάσαι;- Της είπε.
-Δεν τα ξεχνάς αυτά Στέφανε. Ωραίες εποχές.-
-Ναι. Ξένοιαστες και αθώες. Λοιπόν με το καλό να έρθεις πίσω.- Της απάντησε και έκλεισαν το τηλέφωνο. Ο Στέφανος πήγε στο σαλόνι και πήρε από το μπαρ ένα μπουκάλι ουίσκι. Έβαλε μια δόση σε ένα ποτήρι , πρόσθεσε λίγο πάγο και ήπιε μια γουλιά. Άναψε τσιγάρο. Ήταν ανήσυχος. Το έβλεπε καθαρά και δεν μπορούσε να βρει τρόπο να ηρεμήσει. Τα τηλέφωνα από εκείνο το πρόσωπο είχαν στερήσει από τον Στέφανο την ψυχική του ηρεμία. Γιατί επιτέλους δεν μπορούσε να τον σταματήσει; Ας έβρισκε ένα τρόπο. Δεν θα απολάμβανε την γαλήνη αν δεν έπαιρνε δραστικά μέτρα. Να πήγαινε στην αστυνομία; Και τι θα τους έλεγε; Με παρενοχλεί σεξουαλικά; Τότε θα το μάθαιναν όλοι. Όχι. Όχι. Έπρεπε να μείνει κρυφή η γνωριμία τους. Δεν θα βόλευε κανέναν αν γινόταν γνωστή. Θα του μιλούσε ξανά. Θα έκανε ότι του ζητούσε. Φτάνει να τον άφηνε ήσυχο.

Το επόμενο πρωί η Έλενα είχε κατέβει για ψώνια στο κέντρο της πόλης. Καθώς κοίταζε μια βιτρίνα με γυναικεία εσώρουχα δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό να μπει μέσα. Η υπάλληλος την ρώτησε τι θα ήθελε και εκείνη της είπε πως ήθελε να αγοράσει για μια φίλη της ένα πολύ σέξι γυναικείο μαύρο εσώρουχο μαζί με το αντίστοιχο σουτιέν. Την ερέθιζε αφάνταστα η ιδέα να το φορά η Γιώτα και να της το βγάζει η Έλενα , όταν θα έκαναν έρωτα. Το πλήρωσε και έφυγε γρήγορα. Μπήκε στο αμάξι της  και κατευθύνθηκε προς το συμβολαιογραφείο της φίλης της. Ήθελε να της το δώσει. Μπαίνοντας μέσα στο μαγαζί λίγη ώρα μετά την βρήκε να μιλά στο τηλέφωνο με ένα πελάτη καθισμένη στο γραφείο της. Της έκανε νόημα να καθίσει σε μια καρέκλα. Δευτερόλεπτα αργότερα έκλεισε το τηλέφωνο και κοίταξε την Έλενα με λατρεία στα μάτια.
-Λοιπόν πως από εδώ;- Την ρώτησε. Η Έλενα σηκώθηκε κλείδωσε την πόρτα του γραφείου , την πλησίασε και την τράβηξε κοντά της. Τα χείλη τους ενώθηκαν με πάθος. Η Γιώτα δεν μπόρεσε να πάρει ανάσα.
-Δεν έχεις τίποτα να μου πεις;- Την ρώτησε γλυκά η Έλενα.
-Μα …δεν…πρόλαβα. Μπήκες σαν τον αγριεμένο αγέρα και τα παρέσυρες όλα στο διάβα σου.-
-Έτσι είμαι εγώ. Είχα κατέβει για ψώνια και σου αγόρασα κάτι.- Είπε και της έδωσε μια τσάντα δώρου.
-Σε ευχαριστώ. Τι είναι;-
-Άνοιξε να δεις.- Της απάντησε και έκλεισε πονηρά το μάτι της. Η Γιώτα άνοιξε την τσάντα και έβγαλε από μέσα το εσώρουχο μαζί με το σουτιέν. Τα βλέφαρα της πετάρισαν.
-Σου αρέσουν;-
-Ναι. Πολύ. Είναι στο νούμερο μου. Πως το ήξερες;- Ρώτησε εκείνη έκπληκτη.
-Μαζί σου κοιμάμαι μωρό μου. Αυτό μου έλειπε να μη γνωρίζω το σώμα σου.- Απάντησε η Έλενα και την πλησίασε ξανά. Η Γιώτα χάθηκε για λίγο μέσα στα μάτια της. Την έσφιξε πάνω της , έχωσε τα χέρια στα μαλλιά της και την φίλησε.
-Σε αγαπώ. Σε αγαπώ Έλενα. Νομίζω πως θα πεθάνω από αυτή την αγάπη. Φοβάμαι . Φοβάμαι κάθε φορά που σε βλέπω.- Της είπε και απομακρύνθηκε από κοντά της.
-Δεν σε καταλαβαίνω. Τι φοβάσαι; Με εκνευρίζει που κάποιες φορές γίνεσαι απόμακρη και ψυχρή.-
-Φοβάμαι τον εαυτό μου , εσένα και όλο τον κόσμο.-
-Μα τι ασυναρτησίες είναι αυτές που μου λες μωρό μου; Αφού αγαπιόμαστε τι έχουμε να φοβηθούμε;-
-Έλενα πετάς στα σύννεφα. Αυτό που ζούμε δεν είναι βολικό για κανέναν.-
-Δεν με ενδιαφέρουν οι άλλοι Γιώτα. Ξέρω τι θέλω. Ξέρω τι αισθάνομαι και αυτό μου φτάνει.-
-Μακάρι να ήταν όλα ουράνια. Αλλά είσαι παντρεμένη και έχεις ένα παιδί.-
-Και λοιπόν;-
-Μα δεν το καταλαβαίνεις πως εσύ δεν μπορείς να αλλάξεις την κατάσταση και εγώ θα είμαι αναγκασμένη να σε βλέπω στα κρυφά; Εγώ δεν θα μπορέσω να σε έχω δικιά μου. Έχεις άλλες υποχρεώσεις. Θα ζούμε συνέχεια μακριά η μια από την άλλη και θα φοβόμαστε μη μας δει κανένα μάτι , η καταλάβουν οι άλλοι.
-Αηδίες. Τι να καταλάβουν; Είμαστε φίλες και φυσικό είναι να βλεπόμαστε συχνά.-
-Ναι συμφωνώ σε  αυτό. Όμως σκέφτομαι και το άλλο. Φοβάμαι  πως ο δεσμός μας θα επηρεάσει αρνητικά την ερωτική σου σχέση με τον Ιάσωνα. Και τότε τι θα κάνεις;-
-Δεν υπάρχει πρόβλημα με τον Ιάσωνα. Μπορώ να βρίσκομαι ερωτικά μαζί του όπως πάντα. Δε μου λες από πότε εσύ ενδιαφέρεσαι για εκείνον; Μήπως; …..- Είπε και γέλασε δυνατά εκείνη. Η Γιώτα δάγκωσε τα χείλη της.
-Δεν καταλαβαίνω που βρίσκεις το αστείο.-
-Ζηλεύεις έτσι δεν είναι;- Την ρώτησε γελώντας ακόμα εκείνη.
-Όχι βέβαια. τι να ζηλέψω;- Είπε ξέροντας πως έλεγε ψέματα .
-Αγάπη μου ζηλεύεις τον άντρα μου; Μα δεν έχεις λόγο. Είμαι τρελά ερωτευμένη μαζί σου. Μόνο αυτό με ενδιαφέρει.- Της απάντησε.  Την αγκάλιασε και την φίλησε ξανά στα χείλη.   
-Δεν έχεις να φοβηθείς το παραμικρό. Θα σε αφήσω τώρα. Θα γυρίσω σπίτι να φτιάξω φαγητό. Και όσο για εσένα , αύριο στις εννιά το βράδυ να είσαι σπίτι μου. Ο Ιάσωνας θα πάει στην Αθήνα από το πρωί και θα γυρίσει την επόμενη ημέρα. Έχει κάποιες δουλειές να τακτοποιήσει. Ο γιος μου θα μείνει στη μητέρα μου. Τον παίρνει τακτικά και τον κανακεύει. Να φορέσεις τα εσώρουχα και τίποτα άλλο πάνω από αυτά. Θα πιούμε και θα περάσουμε το βράδυ μαζί. Σου το λέω γιατί θα χρειαστείς όλες σου τις δυνάμεις.- Της είπε χαμηλόφωνα. Ξεκλείδωσε την πόρτα και βγήκε με στητό περπάτημα έξω. Τα τακούνια των παπουτσιών της χτύπησαν ρυθμικά στα πλακάκια του συμβολαιογραφείου.

Η Ελισάβετ βρισκόταν στο μαγαζί της. Έπινε καφέ. Σκεφτόταν συνέχεια το Μηνά. Αυτά που είχαν ειπωθεί μεταξύ τους. Την ερωτική του εξομολόγηση. Δεν μπορούσε να το κρατήσει αυτό μέσα της. ήθελε να το πει σε κάποιον. Να ξαλαφρώσει. Δεν γινόταν να το κρατήσει μυστικό. Στην οικογένεια της τα έλεγαν όλα μεταξύ τους. Έπρεπε να το πει για να της δώσουν και μια δεύτερη γνώμη. Σε ποιόν όμως; Σκέφτηκε και κατέληξε στον Στέφανο. Θα του τα έλεγε όλα. Σε εκείνον μπορούσε να πει τα πάντα. Τον πήρε στο τηλέφωνο.
Καλημέρα Ελισάβετ μου. Πως είναι το κοριτσάκι μου σήμερα;- Της απάντησε εκείνος γλυκά.
-Μια χαρά αγάπη μου. Είπα να σε πάρω ένα τηλέφωνο για να δω τι κάνεις και αν έχεις χρόνο το βράδυ να βρεθούμε.-
-Σήμερα μπορώ. Έχω ρεπό από την δουλειά.-
-Τέλεια. Τι ώρα να έρθω;-
-Καλά είναι στις οχτώ;-
-Ναι μια χαρά.-
-Δε μου λες Ελισάβετ ,να φτιάξω κάτι να τσιμπήσουμε;-
-Δεν θα έλεγα όχι , αν το συνόδευες ας πούμε και με κόκκινο κρασί; - Του απάντησε γελώντας εκείνη.
-Κόκκινο γλυκό. Θα σε περιμένει στη σωστή θερμοκρασία αγαπημένη μου.- Είπε εκείνος και έκλεισαν το τηλέφωνο. Η Ελισάβετ μπόρεσε επιτέλους να χαλαρώσει. Το βράδυ θα έλεγε ότι την βασάνιζε στον Στέφανο και εκείνος θα την βοηθούσε. Πάντα αισθανόταν καλά μαζί του. Ένιωθε μια ασφάλεια. Η αγάπη του ξαδέρφου της ήταν ότι πολύτιμο για εκείνη. Άναψε τσιγάρο και κοίταξε έξω από την βιτρίνα του μαγαζιού τους περαστικούς.

Η Βούλα βρισκόταν στο δωμάτιο του Μάρκου στο νοσοκομείο. Τον βοηθούσε με το να του φτιάχνει τα μαξιλάρια για να μπορεί να μην πιάνεται από την ακινησία. Το στόμα του είχε ελαφρώς στραβώσει , αλλά μπορούσε να μιλά. Όχι πολύ βέβαια , ούτε και καθαρά. Η Βούλα κάθισε δίπλα στο κρεβάτι και του κράτησε το χέρι. Εκείνος την κοίταξε θλιμμένα.
- Θέλεις λίγο νερό να σου δώσω;-
-Όχι. – Είπε μετά από λίγο εκείνος.
-Θα γίνεις καλά Μάρκο μου. Μια μπόρα είναι και θα περάσει-. Συνέχισε εκείνη και του χάιδεψε το χέρι.
-Δεν…δεν θα γίνω ποτέ καλά Βού…Βούλα.- Απάντησε εκείνος και ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλο του.
-Δεν θέλω να είσαι απαισιόδοξος. Θέλω να προσπαθήσεις να γίνεις καλά.-
Εκείνος γύρισε  το κεφάλι του και κοίταξε τα παράθυρο , που βρισκόταν απέναντι του. Δεν της είπε τίποτα. Έκλεισε τα μάτια του και πήγε πίσω στο χρόνο. Σε εκείνη την ημέρα της γνωριμίας τους στο πανεπιστήμιο. Εκείνος τελείωνε ,και η Βούλα ήταν δευτεροετής. Ερωτεύθηκαν με την πρώτη ματιά και έγιναν ζευγάρι. Ο Μάρκος είδε τον εαυτό του. Νέος όμορφος , ψηλός με μεγάλα μαύρα μάτια και αστραφτερό χαμόγελο. Και εκείνη , φορώντας ένα πανέμορφο σύνολο με τα μαλλιά της μαζεμένα πίσω. Με έξυπνο πρόσωπο και αιθέριο σώμα. Και τώρα; Τώρα εκείνος να είναι κατάκοιτος σε ένα κρεβάτι και εκείνη να του χαϊδεύει το χέρι. Όχι , δεν το ήθελε αυτό. Καλύτερα να είχε πεθάνει. Δεν ήθελε να τον δει ποτέ , έτσι η Βούλα. Ανήμπορο. Σακάτη. Καρφωμένο σε ένα αναπηρικό καρότσι. Όχι. Ο θάνατος ήταν προτιμότερος. Τώρα ήταν αναγκασμένος να ανεχτεί αυτό τον εξετευλισμό. Να βασίζεται στους άλλους για να κάνει όλες τις καθημερινές λειτουργίες του. Ποιος; Αυτός , ο φημισμένος χειρούργος Μάρκος Αυγερινόπουλος. Πόσο λυπόταν την Βούλα. Αυτή σκεφτόταν εκείνη την στιγμή. Όχι τον εαυτό του. Την αγαπούσε πολύ. Δεν ήθελε με τίποτα να της γίνει βάρος. Ένα κούτσουρο και τίποτε άλλο. Με αυτές τις σκέψεις τον πήρε για λίγο ο ύπνος. Η Βούλα το κατάλαβε. Του άφησε το χέρι και σηκώθηκε από το κρεβάτι του. Με δάκρυα στα μάτια άνοιξε απαλά την πόρτα και βγήκε έξω. Με αργά βήματα έφυγε από το νοσοκομείο , μπήκε στο αμάξι της και έφυγε για το ανθοπωλείο της Ανθής. Σε όλη τη διαδρομή σκεφτόταν την αντίδραση του Μάρκου. Δεν περίμενε από εκείνον να καταρρεύσει ψυχολογικά. Ο άντρας της ήταν μια δυναμική προσωπικότητα. Μπορούσε πάντα να ξεπεράσει κάθε εμπόδιο, που εμφανιζόταν στο δρόμο του. Μαζί με εκείνον έπαιρνε και η Βούλα δύναμη. Τώρα καθώς ανακτούσε σιγά-σιγά τις δυνάμεις του , έδειχνε ολοένα και πιο τρωτός. Η Βούλα ήξερε πως η κατάσταση θα ήταν δύσκολη τους επόμενους μήνες. Ο Μάρκος θα έκανε φυσιοθεραπείες , οι οποίες θα ήταν επίπονες και κουραστικές. Αν δεν είχε το σθένος να τις αντιμετωπίσει , πως θα γινόταν καλά; Και αυτό ήταν που φοβόταν. Όταν μπήκε στο μαγαζί της αδερφής της η όψη της ήταν πολύ άσχημη. Η Ανθή φοβήθηκε που την είδε να μπαίνει έτσι.
-Τι έχεις Βούλα μου; Δεν σε βλέπω καλά.- Της είπε και την έβαλε να καθίσει σε μια καρέκλα δίπλα στο γραφείο της.
-Φτιάξε μου σε παρακαλώ ένα καφέ και κάτσε κοντά μου.-
-Να σου δώσω πρώτα ένα ποτήρι νερό.-
-Όχι νερό. Μόνο καφέ.- Της απάντησε χωρίς κουράγιο. Η Ανθή ετοίμασε δυο ελληνικούς και τους πήγε στο γραφείο. Η Βούλα ήπιε μια γουλιά και πήρε βαθιά ανάσα.
-Μα τι έχεις αγάπη μου; Πρώτη φορά σε βλέπω τόσο στεναχωρημένη. Δεν θα έπρεπε όμως. Ο Μάρκος έχει ξεπεράσει τον κίνδυνο. Θα γίνει καλά.-
-Από το νοσοκομείο έρχομαι Ανθή. Ο Μάρκος μπορεί να ξεπέρασε τον κίνδυνο όπως λες , αλλά το νιώθω πως έχει καταρρεύσει ψυχολογικά. Μου είπε πως δεν πιστεύει πως θα γίνει όπως ήταν. Αυτός ο τόσο δυνατός άντρας , μου έδειξε καθαρά πως αισθάνεται σαν μικρόβιο. Και δεν σου κρύβω πως αυτό είναι που με τρομάζει. Με αυτή την πάθηση μόνο η αισιοδοξία θα τον βοηθήσει να το ξεπεράσει. Ο Μάρκος δεν θέλει να προσπαθήσει. Τι να κάνω; Αυτή την φορά έχω τρομάξει πολύ.- Της απάντησε και δάκρυα έτρεξαν στο πρόσωπο της. Η Ανθή την αγκάλιασε.
-Έλα τώρα. Μην κάνεις έτσι; Ακόμα είναι πολύ νωρίς. Και για εκείνον είναι πολύ δύσκολο. Ξέρεις τι είναι στα ξαφνικά να βασίζεσαι στους άλλους ακόμα και για να πιεις ένα ποτήρι νερό; Αν ήσουν εσύ στη θέση του τι θα έκανες; Ο Μάρκος ήταν άνθρωπος δυναμικός. Εξαίρετος χειρούργος. Στα χέρια του βασιζόταν για να γιατρέψει τους άλλους. Και τώρα δεν μπορεί να κουνήσει ούτε το μικρό του δαχτυλάκι. Λογικό είναι να έχει φοβηθεί. Αυτό που θα κάνεις εσύ , είναι να έχεις πάνω απ’ όλα υπομονή και μετά να του δώσεις την δική σου ψυχική δύναμη , για να ξεπεράσει τους φόβους του. Ίσως να μην είναι εύκολο. Δεν είσαι όμως μόνη σου σε αυτό τον αγώνα. Εμείς οι αδερφές σου είμαστε στο πλευρό σου. Τα παιδιά και τα ανίψια σου. Όλοι θα δώσουμε το παρόν  στο δρόμο αυτό που είναι κακοτράχαλος και ανηφορικός. Μια δοκιμασία είναι Βούλα μου. Θα την ξεπεράσουμε.-
-Να είσαι καλά Ανθή μου. Σε ευχαριστώ για το κουράγιο που μου δίνεις. Έχω τρελαθεί με όλα αυτά.-
-Και είναι απόλυτα λογικό. Έλα ας πιούμε τον καφέ μας. Η ζωή έτσι είναι. Γεμάτη αγκάθια και λακκούβες.- Συνέχισε η Ανθή και της κράτησε το χέρι μέσα στα δικά της. Η Βούλα χαμογέλασε με αισιοδοξία.


Στις οχτώ το βράδυ της ίδιας μέρας η Ελισάβετ χτύπησε το κουδούνι στο σπίτι του ξαδέρφου της. Εκείνος ντυμένος  με τζιν , μποτάκια και γκρι χοντρό πουλόβερ, της άνοιξε όλο χαρά την πόρτα.
-Καλώς την αγάπη μου.- Της είπε και την αγκάλιασε θερμά. Εκείνη τον φίλησε σταυρωτά .
-Πως είσαι μικρέ μου;- Του είπε καθώς έμπαινε μέσα στο σπίτι.
-Μια χαρά Ελισάβετ μου. Έλα κάθισε. Θα πιεις κάτι πριν περάσουμε στο τραπέζι;-
-Ένα ουίσκι θα ήταν αρκετό. Έχει παγωνιά έξω.-
-Ότι πει το κορίτσι μου.- της απάντησε. Έφτιαξε δυο ποτά και τα έφερε στο τραπεζάκι του καθιστικού.
-Στην υγειά μας.- Της ευχήθηκε και χαμογέλασε.
-Να είμαστε καλά μωρό μου. Καλό είναι. Το χρειαζόμουν το ποτό.-
-Καιρό είχαμε να βρεθούμε  οι δυο μας Ελισάβετ.-
-Δεν λες τίποτα. Τώρα όμως που ήρθες εδώ μόνιμα θα βλεπόμαστε συχνά.- Του απάντησε και άναψε τσιγάρο.
-Σου ετοίμασα ένα τραπέζι σήμερα που θα γλύφεις τα δάχτυλα σου.-
-Τι έφτιαξες βρε ζιζάνιο;-
-Και τι δεν έφτιαξα να λες. Από μανιτάρια άλλα κρεμ  που ξέρω πως λατρεύεις , μπεκρή  μεζέ , ψητή φέτα , σαλάτα πράσινη με ρόκα και παρμεζάνα και για το κύριο πιάτο κοτόπουλο φιλέτο με ανανά και γαρνιτούρα από σκούρο ρύζι.-
-Γιατί δεν έγινες σεφ; Είσαι πολύ ταλαντούχος στην μαγειρική.-
-Η Έλενα είναι η καλύτερη όλης της οικογένειας. Αν μπορέσω ποτέ να την ξεπεράσω θα το σκεφτώ να γίνω σεφ. Προς το παρόν τυλίγω σουβλάκια και ψήνω πίτες.- απάντησε γελώντας εκείνος.
-Συμφωνώ μαζί σου. Σε βλέπω κατασταλαγμένο. Έχεις την δουλειά σου , τα δικά σου λεφτά , μαγειρεύεις καλά , αλλά σε αυτή την εικόνα κάτι λείπει.-
-Λείπει; Τι ακριβώς θέλεις να πεις Ελισάβετ;-
-Λείπει το αίσθημα. Ο έρωτας Στέφανε.- Του απάντησε εκείνη με νόημα. Το βλέμμα του Στέφανου σκοτείνιασε. Η επισήμανση αυτή της Ελισάβετ τον βρήκε απροετοίμαστο.
-Ξέρεις ο έρωτας μόνο σε μπελάδες με έχει βάλει όλα αυτά τα χρόνια. θέλω να βρω τον εαυτό μου πρώτα. Να αποφασίσω σοβαρά με ποιόν θα είμαι από εδώ και πέρα. Δεν κάνω βιαστικές κινήσεις , και άλλωστε εδώ σε αυτή την μικρή πόλη δεν είναι εύκολο να βρω εραστή. Μικρή κοινωνία είμαστε. Όλα μαθαίνονται , αν δεν πάρεις τα μέτρα σου.-
-Έχεις  βρει κάποιον;-
-Όχι κανένα. Στην  δουλειά βέβαια ένας συνάδελφος με κοιτάει κάπως , αλλά δεν του δίνω καμιά σημασία. Δεν με ενδιαφέρει. Δεν πάμε τώρα στο τραπέζι; Με τόσα που είπαμε μου άνοιξε η όρεξη.- της είπε γελώντας δυνατά. Η Ελισάβετ τον ακολούθησε. Μετά το πέρας του φαγητού τα δυο ξαδέρφια κάθισαν στον καναπέ του σαλονιού πίνοντας κόκκινο κρασί και ακούγοντας  κάποια παλιά  Πόπ και Ροκ τραγούδια που συνήθιζε να ακούει ο Στέφανος. Εκείνη την στιγμή οι INXS  τραγουδούσαν το <<Need you tonight >>
-Στέφανε ήρθα και για έναν άλλο λόγο απόψε. Μου συμβαίνει κάτι σοβαρό εδώ και μήνες  και δεν θέλω να το αντιμετωπίσω μόνη μου.-
-Τι συμβαίνει; Είσαι καλά στην υγεία σου;-
-Ναι. Καλά. Το πρόβλημα είναι ερωτικής φύσης. Δεν αφορά όμως τον Παύλο , αλλά τον ξάδερφο μας τον Μηνά.-
-Τον Μηνά; Ε! Και λοιπόν;-
-Είναι ερωτευμένος μαζί μου.- Του απάντησε γρήγορα εκείνη και ο Στέφανος ξέσπασε σε δυνατά γέλια.
-Συγγνώμη…συγγνώμη Ελισάβετ τι με έπιασε ;- Συνέχισε εκείνος γελώντας και η Ελισάβετ τον μιμήθηκε. Όταν επιτέλους ηρέμισαν εκείνη είπε.
-Δεν ξέρω πραγματικά αν θα πρέπει να κλάψω  η να γελάσω με το όλο θέμα.-
-Μα δεν είναι τόσο τραγικά τα πράγματα. Τα δεύτερα ξαδέρφια παντρεύονται. – απάντησε εκείνος , ανάβοντας τσιγάρο.
-Μόνο που εγώ δεν είμαι ερωτευμένη μαζί του. Και δεν θα είμαι ποτέ. Τον βλέπω σαν ξάδερφο και τίποτα παραπάνω.-
-Και που τότε το πρόβλημα;-
-Αισθάνομαι βρώμικη και μόνο που χωρίς να ενδώσω τον έχω πικράνει. Που δυστυχώς η σχέση μας από την ημέρα που μου το είπε , μπήκε σε άλλη τροχιά. Αυτό δεν μου αρέσει καθόλου. Δε θα είμαστε ξανά όπως πριν.-
-Έτσι είναι η ζωή κορίτσι μου. Ο Μηνάς ένιωσε κάτι πιο πάνω από την αδερφική αγάπη. Να τον σκοτώσουμε δεν μπορούμε. Κάποια στιγμή θα του περάσει.-
-Και αν δεν του περάσει; Δεν θέλω να είναι πληγωμένος,-
-Για αυτό δεν φταις εσύ. Ας πρόσεχε και αυτός πια ερωτευόταν.-
-Τι να κάνω Στέφανε ; Δεν το ξέρει κανείς. Μόνο σε εσένα το είπα.-
-Και καλά έκανες. Το μυστικό σου μαζί μου είναι σε ασφαλή μέρος.- Της είπε και της έδειξε το κεφάλι του. Μετά συνέχισε.
-Τίποτα δεν μπορείς να κάνεις. Ξέχασε το και κοίτα μπροστά. Ούτε και μπορείς να ξεκόψεις την καλημέρα και τα λοιπά με τον Μηνά. Έτσι θα δώσεις στόχο. Θα συμπεριφέρεσαι σαν να μην έγινε ποτέ τίποτα.-
-Για αυτό και στο είπα. Ήθελα μια δεύτερη γνώμη. Εσύ τι πιστεύεις; Θα το ξεπεράσει;-
-Αν το θέλει ο θεός Ελισάβετ μου. Η ψυχή του ανθρώπου κρύβει πολλά μυστήρια. Δεν είναι κανένα μικρό παιδί ο Μηνάς. Έχει φτάσει στα τριάντα δυο πια. Αν όμως είναι τόσο ερωτευμένος όσο λέει θα του πάρει καιρό. Αυτοί οι καταραμένοι έρωτες είναι δύσκολοι. Ξέρω που σου λέω.-
-Σε ευχαριστώ για τις συμβουλές. Θα το ξεχάσω και θα  αφήσω τον καιρό να κυλίσει. Ωραίο το κρασί. Που το πέτυχες;-
-Α! Σε παρακαλώ Ελισάβετ. Αυτά είναι κρυφά του επαγγέλματος.- Της απάντησε σοβαρά και έσκασαν στα γέλια. Οι BAD BOYS BLUE τραγουδούσαν το<< I totally miss you>> .   

  

 

 

 


Το βιβλίο αυτό είναι  εξαιρετικά αφιερωμένο στην μνήμη των παππούδων μου Αποστόλη  Φήμη και  Γιώργο  Κοφινά. Στην μνήμη του πατέρα μου Παναγιώτη Γεωργίου Κοφινά. Ελπίζω να είσαστε περήφανοι για μένα. Μεγάλωσα με τις δικές σας αξίες. Σας χρωστώ τα πάντα.
Στις υπέροχες φίλες μου που μου δίνουν την  αγάπη και την συμπαράσταση τους όλα αυτά τα χρόνια. Στις: Αγγελική Σοφρά, Έλλη Κορού, Έφη Μερκούρη, Νατάσα Μπερή. Η φιλία σας ήταν πάντα κοντά μου τις ώρες που δεν μπορούσα να δω στο σκοτάδι. 
Στην Χρύσα. Εσύ ήσουν η κινητήρια δύναμη που με ώθησε να γράψω. Ένα μόνο ευχαριστώ δεν θα μπορούσε να με καλύψει. Να είσαι πάντα καλά.
Στις φίλες μου Ελισάβετ Σπανού, Ελένη Μουτζούρη, Νικολέτα Πισκοπάνη,  Χαρά Μονιού, Έρη Μαυράκη. Στην φίλη συντηρήτρια έργων τέχνης Ελισάβετ Τζουμουσλή και στον μαρμαροτεχνίτη Νότη Γιανουλάτο. Όπως και σε  όλους τους εργαζόμενους στο μουσείο της Σαλαμίνας. Σας ευχαριστώ παιδιά για την αγάπη σας.    
Στον κολλητό μου φίλο και παλιό σημαθητή Παναγιώτη Βελτανισιάν που η βοήθεια και η καλή του γνώμη με στηρίζει πάντα και στην αγαπημένη μου φίλη Δήμητρα Λαλάγκα.         
Στις φίλες μου αρχαιολόγους: Τριανταφυλλιά  Κάτουλα , Όλγα Παπαχρήστου , Μαρία Παπακωνσταντίνου, Σοφία Ζύρμπα, Μάχη Καπετανοπούλου, Εύη Μικρομάστορα.
Στον φίλο αρχαιολόγο Αντρέα Μήλιο   και σε ,  όλους τους τεχνίτες της ανασκαφικής ομάδας του 2007-2008 που έγινε στην οδό Ολύμπου στη Σαλαμίνα.  Βασίλη Τζιβάκο , Κώστα Μιχάλαρο  Τάκη Σιγάλα , Δημήτρη Κοτζιά   και ιδιαίτερα στον Βαγγέλη Τσιλιβίγκο.  
Στον ξάδερφο μου Παναγιώτη Παπασωτηρίου  για την πολύτιμη αγάπη του και στον φίλο μου Αντρέα Αυγέρη για την υπομονή του και την δυνατή του φιλία. 
Ειδικά στην φίλη μου Δήμητρα Σκούφου που πιστεύει σε εμένα. 
Στον αδερφό μου Γιώργο Κοφινά που είναι πάντα δίπλα μου και μου χαρίζει την αγάπη του. Χωρίς αυτή τίποτα δεν έχει αξία.
Στην νύφη μου Άντζελα που με βοηθά  με την καλή της γνώμη και την
ενεργητικότητα της στις διορθώσεις των βιβλίων μου.
Στην Τούφα, την Λώρα, την Φοίβη, τον Μάξιμο , τον Νίο ,  και τον Όσκαρ.  Τις αγαπημένες μου γατούλες που με συντροφεύουν με την αγάπη τους. 
Στον θεό και τους αγίους που πάντα με βοηθάνε σε δύσκολους καιρούς.

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Πιστεύω πως ένας λαός είναι άξιος της μοίρας του όταν, αντί να πάρει με τις πέτρες τα πολιτικά σκουπίδια που αποκαλούν τους ποιητές "λαπάδες και κουραμπιέδες", τους επιβραβεύει με την ψήφο του.
Θανάσης Γκαϊφύλλιας

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

24/1/2012 Πέθανε σε νοσοκομείο της Αθήνας, λίγες ώρες μετά από τροχαίο δυστύχημα ο σκηνοθέτης Θεόδωρος Αγγελόπουλος.
25/1/1925 Γεννήθηκε στην Αθήνα ο συνθέτης Γιώργος Ζαμπέτας