103 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
15.08.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Οικογένεια Γ. Π. | Μέρος 5ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά

Μια μεγάλη οικογένεια. Ένα ολόκληρο σόι και πολλά ξαδέρφια σκιαγραφούν τον καμβά του βιβλίου. Είναι άνθρωποι με πάθη και ενοχές , που προσπαθούν να κάνουν την ζωή τους υποφερτή. Είναι τα πιόνια στην μεγάλη σκακιέρα της ζωής και συνήθως είναι οι χαμένοι. Μέσα από τους αδύναμους αυτούς ήρωες και το αδιέξοδο της ζωής τους έρχεται στην επιφάνεια  όλη η βρωμιά που κρύβεται κάτω από το πέπλο της φαινομενικά καλής οικογένειας.
Κατερίνα Π. Κοφινά

 

 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

 Ήταν Δευτέρα μιας παγωμένης μέρας και ο διευθυντής του νοσοκομείου Μάρκος  Αυγερινόπουλος είχε μια συζήτηση με τον καρδιολόγο  στο γραφείο του. Έπιναν καφέ όταν ο Μάρκος ένιωσε μια δυσφορία. Για λίγο δεν μπόρεσε να αναπνεύσει. Ο καρδιολόγος κατάλαβε πως κάτι είχε και του είπε.
-Μου φαίνεται πως κάτι σας συμβαίνει. Είσαστε καλά;-
- Μαρίνο  μου είναι δύσκολο να αναπνεύσω.- Του απάντησε και σηκώθηκε από το γραφείο του. Πριν προλάβει να κάνει δυο βήματα , ένα σκοτάδι κάλυψε τα πάντα και ο Μάρκος σωριάστηκε στο πάτωμα. Ο Μαρίνος  φώναξε σε βοήθεια.

Η Ελισάβετ έδινε τα ρέστα  σε ένα πελάτη ,όταν χτύπησε το κινητό της μια ώρα μετά. Ήταν η Αγγελική και ακουγόταν πολύ ταραγμένη.
-Ελισάβετ καλημέρα. Που είσαι στο μαγαζί;- Την ρώτησε γρήγορα.
-Ναι Αγγελική μου. Συμβαίνει κάτι; Δεν σε ακούω καλά.-
-Ο μπαμπάς είναι στην εντατική.-
-Τι; Μα πως; Τι έγινε;-
-Ελισάβετ θέλω να έρθεις από εδώ τώρα. Να μην πεις όμως τίποτα σε κανέναν. Να δούμε πρώτα τι έχουμε να αντιμετωπίσουμε και μετά το ανακοινώνουμε και στους άλλους.-
-Σε μισή ώρα θα είμαι εκεί.- Της απάντησε η Ελισάβετ. Έκλεισε το μαγαζί και έφυγε για το νοσοκομείο. Μπαίνοντας λίγη ώρα μετά ζήτησε την Αγγελική από την ρεσεψιόν και εκείνη ήρθε κοντά της.
-Μα τι έγινε κορίτσι μου; Θα μου πεις; Πάω να τρελαθώ από την αγωνία μου.-
-Ελισάβετ έπαθε ένα εγκεφαλικό επεισόδιο. Ακόμα δεν ξέρουμε σε τι βαθμό είναι. Θα το μάθουμε στις επόμενες  ώρες.  Δεν ήθελα όμως να το μάθει η μητέρα μου , ούτε η δική σου και η θεία η Ανθή. Μεγάλες γυναίκες είναι και δεν ξέρω πως θα το πάρουν. Ελπίζω να το ξεπεράσει ο μπαμπάς , αν και τα εγκεφαλικά αφήνουν τον άρρωστο με κινητικά προβλήματα.-
-Μα πως; Γιατί; Ήταν ποτέ ο θείος άρρωστος;-
-Μια χαρά ήταν , αν και η πίεση του ήταν πάντα ανεβασμένη. Έπαιρνε βέβαια χάπια για να την ρυθμίζει.-
-Και έτσι στα ξαφνικά του ήρθε το εγκεφαλικό;-
-Αυτά τα πράγματα δεν σε παίρνουν τηλέφωνο πρώτα , για να σε ενημερώσουν πότε θα έρθουν για επίσκεψη. Τώρα έγινε το κακό. Ας ελπίσουμε πως θα το ξεπεράσει.-
-Πότε θα το πεις στην μητέρα σου;-
-Ιδέα δεν έχω και δεν γνωρίζω τον τρόπο να το κάνω πιο εύκολο για εκείνη. Για αυτό σε φώναξα. Θέλω να το χειριστείς εσύ. Σου έχω εμπιστοσύνη. Θα πας από το σπίτι της;-
-Ναι Αγγελική. Φεύγω τώρα. Θα της το φέρω με τρόπο.-
-Και μετά να έρθετε από εδώ. Να το πεις και στον Στέφανο. Εσένα θα σε ακούσει. Με σένα νοιώθει σιγουριά.-
-Καλά. Φεύγω.- Της είπε και αφού την αγκάλιασε έφυγε για το σπίτι της θείας της. Στο δρόμο προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις της σε μια τάξη. Ο θείος της ο Μάρκος βρισκόταν στην εντατική , η Αγγελική ήταν στο πλευρό του και εκείνη είχε αναλάβει το δύσκολο έργο του να πει τα γεγονότα στους δικούς της. Πρώτα θα το έλεγε στη Βούλα. Πως όμως και με τι τρόπο θα της το ανέφερε; Έφτασε έξω από το σπίτι της θείας της. Βγήκε από το αυτοκίνητο της και προχώρησε. Χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού και ζωγράφισε στο πρόσωπο της ένα υπέροχο χαμόγελο. Όταν η θεία της άνοιξε την πόρτα της είπε.
-Καλημέρα θεία μου.-
-Ελισάβετ μου. Καλώς την. Πέρνα μέσα. – Της απάντησε εκείνη όλο χαρά.
-Θα πιεις καφέ; Πρωί είναι ακόμα.-
-Ναι θεία μου. Θα το ήθελα.-
-Λοιπόν πως και από εδώ; Δεν άνοιξες σήμερα το μαγαζί;-
-Και που το ανοίγω; Στοίχημα είναι αν μπαίνουν  πέντε πελάτες καθημερινά θεία μου. Δύσκολες εποχές. Για αυτό και το έκλεισα και είπα να έρθω να σε δω να τα πούμε. Έχουμε να βρεθούμε από το τραπέζι της μαμάς τα Χριστούγεννα.-
-Δεν λες τίποτα κοριτσάκι μου.- Της απάντησε εκείνη και έφερε τους καφέδες στο τραπέζι.
-Τα νέα σου λοιπόν. Με τον Παύλο καλά είσαστε;-
-Θεία μου είχες δεν είχες πέτυχες διάνα.-
-Μη μου πεις πως χωρίσατε;-
-Όχι θεία μου. Καλά είμαστε.-
-Σε ρωτάω Ελισάβετ μου γιατί και αυτή η μάνα σου καημό το έχει να σε παντρέψει μια μέρα.-
Α! Τώρα κατάλαβα. Συνωμοτείτε και οι δυο σας εναντίων μου έτσι;- Της είπε εκείνη και γέλασε.
-Όχι καρδούλα μου. Απλά ενδιαφερόμαστε. Σε ηλικία γάμου είσαι και εσύ και τα παιδιά μου.-
-Ναι θεία μου , αλλά κανείς από εμάς τους τρεις δεν σκέφτεται τον γάμο. Είδες σας την σκάσαμε.- Συνέχισε η Ελισάβετ και γέλασε ξανά.
-Ο θείος καλά είναι;-
-Βράχος. Όπως πάντα είναι στο νοσοκομείο από τα χαράματα.-
-Ναι το ξέρω. Για αυτό ήρθα.-
-Για ποιο;-
-Να σου πω ότι ο θείος πρέπει να ξεκουραστεί για λίγο. Να καθίσει σπίτι.-
-Γιατί έγινε κάτι;-
-Όχι θεία μου τι να γίνει; Να! Του ήρθε μια μικρή ζαλάδα πριν από καμιά ώρα και αυτοί οι τρελοί στο νοσοκομείο τον πέρασαν από δεκάδες εξετάσεις , λες και θα έβρισκαν ωκεανό  στο κέντρο της γης. Φοβήθηκαν λέει.-
-Και εσύ πως το έμαθες; Εγώ δεν ξέρω τίποτα.- Είπε εκείνη και την κοίταξε με απορία στα μάτια.
-Είχα πεταχτεί ως το νοσοκομείο να δω την Αγγελική. Αν δεν περάσω από εκεί δεν βλεπόμαστε καθόλου. Εκείνη μου είπε για τον θείο. Έτσι ήρθα και εγώ από εδώ να στο πω και να πιούμε και ένα καφέ.-
-Ελισάβετ μου δεν μου κρύβεις κάτι άσχημο , έτσι δεν είναι; Όλα αυτά μου φαίνονται πολύ μυστήρια.-
-Θεία μου , μεγάλα κορίτσια είμαστε. Σου λέω πως τίποτα δεν συμβαίνει. Αν θέλεις μάλιστα να σε πάω ως εκεί να τον δεις με τα ίδια σου τα μάτια.- Της απάντησε  εκείνη και χαμογέλασε. Η Βούλα βλέποντας πως η ανιψιά της ήταν απολύτως ήρεμη την πίστεψε. Μέσα της όμως κάτι την ενοχλούσε.
-Εντάξει. Θα ήθελα να με πας από εκεί. Δεν σου είναι κόπος έτσι Ελισάβετ μου;-
-Καλέ τι κόπος;  Έτσι θα ηρεμήσεις και εσύ. Τους καφέδες μας τους ήπιαμε , είμαστε έτοιμες λοιπόν. – Της είπε και οι δυο τους έφυγαν από το σπίτι. Στην διαδρομή ως το νοσοκομείο η Ελισάβετ έκανε μεγάλη προσπάθεια να δείχνει σαν να μη συνέβαινε το παραμικρό. Δεν ήθελε να καταλάβει η Βούλα. Όταν έφτασαν είδαν την Αγγελική να μιλά με δυο γιατρούς. Εκείνη πήγε κοντά τους.
-Τι έγινε κορίτσι μου; Η Ελισάβετ μου είπε πως ο πατέρας σου είχε μια ζαλάδα και του κάνουν εξετάσεις.- Είπε η Βούλα με φανερή αγωνία τώρα πια.
-Δεν είναι τίποτα μαμά. Θα σε πάω να τον δεις. Ελισάβετ σε ευχαριστώ που την έφερες . – Είπε η Αγγελική με νόημα. Η Ελισάβετ ήξερε τώρα πως σειρά είχε ο Στέφανος.
-Θεία μου φεύγω και εγώ. Δεν είναι τίποτα. Να του πεις να ξεκουραστεί.- Απάντησε εκείνη και έφυγε από κοντά τους. Η θεία της τώρα θα μάθαινε την σκληρή αλήθεια.  Στην διαδρομή για το σπίτι του Στέφανου ήταν πιο ήρεμη. Άναψε τσιγάρο και έβαλε να ακούσει την μουσική από την ταινία <<Οι ώρες>>. Ακούγοντας τις απαλές νότες του συνθέτη Φίλιπ Γκλάς αισθάνθηκε πως όλα της τα μέλη είχαν ηρεμίσει. Όταν έφτασε στο σπίτι του ξαδέρφου της , όλη η υπερένταση είχε εξαφανιστεί. Μπήκε στην βεράντα του σπιτιού και δευτερόλεπτα αργότερα χτυπούσε το κουδούνι. Ο Στέφανος άνοιξε και όταν την είδε έπεσε στην αγκαλιά της.
-Καλημέρα ξαδελφούλα. Πως και από εδώ; Δεν περίμενα να σε δω. Ήθελες να μου κάνεις έκπληξη; Πέρνα μέσα. Κάνει κρύο.- Της είπε χαρούμενα.
-Μια χαρά είσαι εδώ γλυκέ μου. Έχω λίγα χρόνια να έρθω.- Του απάντησε μπαίνοντας μέσα.
-Ας είναι καλά η Αγγελική. Εσύ όμως δεν μου είπες; Κανονικά στο μαγαζί δεν θα έπρεπε να είσαι;-
-Βαρέθηκα να περιμένω τους πελάτες και την κοπάνισα.-
-Για αυτό σε παραδέχομαι. Όταν σου την δίνει , τα γράφεις όλα στα παλιά σου τα παπούτσια. Να βάλω καφέ;-
-Δεν θα έλεγα όχι. Μήπως έχεις  Γαλλικό;-
-Και βέβαια. τι με πέρασες για κανένα ανοικοκύρευτο;- Της είπε γελώντας. Έβαλε σε δυο κούπες ζεστό καφέ με λίγο γάλα στης Ελισάβετ και τις ακούμπησε στο τραπέζι της κουζίνας. Άναψε τσιγάρο και την κοίταξε με αγάπη.
-Μου αρέσει που είσαι εδώ. Πάντα χαίρομαι όταν σε βλέπω.-
-Το ξέρω αγάπη μου. Και εγώ σου έχω αδυναμία. Πως τα περνάς; Όλα καλά εδώ;-
-Ναι έχω ηρεμίσει.-
-Με την δουλειά;-
-Όλα εντάξει , Ελισάβετ μου. Έχω προσαρμοστεί.-
-Μπράβο. Και εμείς είμαστε ευτυχισμένοι που σε έχουμε κοντά μας. Ελπίζω ως τώρα και εσύ να έχεις φτιάξει τις σχέσεις με τον πατέρα σου. Τόσα χρόνια είναι τεταμένες.-
-Ελισάβετ μου δεν τον βλέπω και κάθε μέρα , αλλά όσες φορές  έχουμε συναντηθεί δεν βγάλαμε πιστόλια όπως παλιά.-
-Από πότε έχεις να τον δεις;-
-Πριν δυο βδομάδες που είχα πάει για φαγητό στη μαμά. Γιατί ρωτάς;-
-Στέφανε σήμερα γύρω στις εννιά το πρωί ο πατέρας σου ένιωσε μια δυσφορία και έχασε τις αισθήσεις του.- Είπε εκείνη ήρεμα. Ο Στέφανος για λίγο τα έχασε.
-Δηλαδή….πέθανε;…πως;…πως;-
-Όχι , ηρέμισε. Έπαθε εγκεφαλικό. Τον έχουν στην εντατική. Η Αγγελική μου ζήτησε να έρθω από εδώ να σε ενημερώσω.- Ο Στέφανος έκρυψε το πρόσωπο με τα δυο του χέρια. Δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια του. Η Ελισάβετ σηκώθηκε και τον αγκάλιασε. Εκείνος την έσφιξε και έκλαψε για λίγο με λυγμούς. Εκείνη τον κράτησε ώσπου να ηρεμίσει και μετά ο Στέφανος την ρώτησε.
-Η μαμά….η μαμά …το ξέρει;-
-Πήγα από το σπίτι μέσα στην καλή χαρά και αφού ήπιαμε καφέ της είπα ψέματα πως είχε μια ζαλάδα και μετά την πήγα στο νοσοκομείο , όπου και την παρέδωσα στην αδερφή σου. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε θα τα έχει μάθει όλα.-
-Πρέπει να πάω και εγώ.-
-Για αυτό ήρθα. Να πάμε μαζί.-
-Εντάξει. Σε ευχαριστώ. Δυο λεπτά να ετοιμαστώ και φύγαμε.- Είπε και σηκώθηκε όρθιος.
-Είσαι καλά;-
-Ναι. Μη φοβάσαι , θα τα βγάλω πέρα.- Της είπε και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα. Βγήκε λίγο αργότερα ντυμένος καλύτερα και έφυγαν από το σπίτι. Ένας παγωμένος αέρας σηκώθηκε την ώρα εκείνη και η θάλασσα στα βαθιά γέμισε με άσπρα κύματα. Μέσα στο αμάξι της Ελισάβετ ο Στέφανος κάπνιζε αμίλητος.

Η Βούλα καθόταν σε ένα καναπέ έξω από το δωμάτιο της εντατικής , όταν είδε τον γιο και την ανιψιά της να έρχονται γρήγορα προς το μέρος της.
-Μαμά-. Της είπε εκείνος κα η Βούλα τον αγκάλιασε με δάκρυα στα μάτια.
-Δεν …δεν με αφήνουν να τον δω….Στέφανε. Γιατρός είμαι και εγώ. Γιατί…γιατί δεν με αφήνουν;- Τον ρώτησε με απόγνωση.
-Θεία μου είναι καλύτερα για σένα. Έχουν αναλάβει άλλοι γιατροί την περίπτωση του. Εσύ εμπλέκεσαι συναισθηματικά.- Της είπε η Ελισάβετ και την αγκάλιασε. Εκείνη την στιγμή εμφανίστηκε η Αγγελική. Ο Στέφανος πήρε τον λόγο.
-Πως είναι;-
-Είναι σοβαρό το εγκεφαλικό επεισόδιο. Κάνουμε ότι μπορούμε. Αν ζήσει θα έχει κινητικά προβλήματα να αντιμετωπίσει. – Τους είπε στεναχωρημένη και η Βούλα ξέσπασε σε κλάματα.
-Τι θα κάνουμε κορίτσι μου; Τι θα κάνω χωρίς εκείνον;-
-Μαμά σε παρακαλώ ηρέμισε. Το θέμα είναι να ξεπεράσει τον κίνδυνο. Να ζήσει. Έστω και παράλυτος από την μια μεριά. Σε παρακαλώ. Πρέπει να κρατήσεις την ψυχραιμία σου.- Της απάντησε η Αγγελική. Ο Στέφανος αγκάλιασε την μητέρα του.
-Θα την πάω σπίτι Αγγελική. Εδώ δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα.-
-Ναι. Άλλωστε θα πάρει καιρό μέχρι να σας επιτρέψουν να τον δείτε.- Του είπε εκείνη και ο Στέφανος έφυγε με την Βούλα να κλαίει τον ώμο του. Η Ελισάβετ τους κοίταξε και ρώτησε την Αγγελική.
-Δηλαδή μπορεί και να χάσει την μάχη;-
-Αν του έρθει και άλλο σίγουρα. Είμαι όμως αισιόδοξη. Ο μπαμπάς είναι γερό σκαρί. Σε ευχαριστώ που χειρίστηκες άψογα την μαμά και τον Στέφανο , χωρίς να τρελαθούν από τον φόβο τους.-
-Δεν έκανα τίποτα και το ξέρεις.-
-Και όμως είσαι η μόνη από τα ξαδέρφια που μπορείς σε δύσκολες περιπτώσεις να τα βγάζεις πέρα.-
-Έτυχε. Λοιπόν φεύγω και εγώ. Θα ενημερώσω όλο το σόι. Από αύριο θα έχεις πολύ δουλειά. Θα μαζευτούν όλοι εδώ.-
-Ο θεός ας μας βοηθήσει.- Της απάντησε η Αγγελική , φιλήθηκαν και η Ελισάβετ βγήκε από το νοσοκομείο , μπήκε στο αμάξι και οδήγησε ως το σπίτι της μητέρας της. Μπαίνοντας  μέσα λίγη ώρα μετά βρήκε την Αθηνά να σιδερώνει.
-Ελισάβετ μου πως και τόσο νωρίς; Δεν ήσουν στο μαγαζί;-
-Μαμά κάθισε. Θέλω να σου μιλήσω.- Η Αθηνά την κοίταξε με περιέργεια.
-Τι συμβαίνει; Σίγουρα  δεν είναι για καλό.- Είπε εκείνη ανήσυχη σβήνοντας το σίδερο.
-Ο θείος ο Μάρκος σήμερα το πρωί , έπαθε ένα εγκεφαλικό επεισόδιο και τον έχουν στην εντατική. Κοίτα να φανείς δυνατή και να ενημερώσεις την θεία την Ανθή.- Απάντησε σοβαρά η Ελισάβετ. Η Αθηνά την κοιτούσε μη μπορώντας να πιστέψει αυτά που άκουγε.
-Ο Μάρκος; Μα πως; Πως έγινε αυτό;-
-Μαμά έγινε. Η Αγγελική μου είπε να πως κάνουν ότι μπορούν. Τουλάχιστον να ξεφύγει τον κίνδυνο.-
-Θεέ μου τι θα κάνουμε;-
-Υπομονή προς το παρόν μαμά. Πάρε τη θεία την Ανθή και πες της να έρθει για καφέ από το σπίτι. Εκείνη δεν φημίζεται για την ψυχραιμία της. Να της το πεις όσο πιο ανώδυνα μπορείς.-
-Η Βούλα;- Το ξέρει;-
-Ναι της το είπα εγώ το πρωί , με τέτοιο τρόπο που ούτε το κατάλαβε , καθόλου. Την πήγα από το νοσοκομείο και μετά ενημέρωσα τον Στέφανο και πήγα μαζί του από εκεί.-
-Θα πάω να τους δω.-
-Δεν θα πας πουθενά. Η Αγγελική μας έδιωξε όλους. Σε αυτή την φάση δεν μπορεί να τον δει κανείς , εκτός από τους γιατρούς.-
-Καλά κορίτσι μου. Τουλάχιστον να πάω στην Βούλα. Μας χρειάζεται τώρα κοντά της.-
-Ναι αυτό θα ήταν το πιο καλό. Μίλησε πρώτα με την θεία Ανθή και πηγαίνετε από εκεί μετά.-
-Εσύ που θα πας τώρα;-
-Στην Έλενα. Θα περάσω από το σπίτι της. Έχω καιρό να την επισκεφτώ. Είναι μια ευκαιρία να της πω τα νέα από κοντά.- Απάντησε εκείνη και έφυγε από το σπίτι. Η Αθηνά άφησε να κυλίσουν δάκρυα στο πρόσωπο της.
Πηγαίνοντας για το σπίτι του ξαδέρφου της του Ιάσωνα η Ελισάβετ σκεφτόταν πως ήταν πολύ κουρασμένη , από τα γεγονότα της ημέρας. Ο θείος της ο Μάρκος ήταν πολύ αγαπητός σε όλους και αυτό το πλήγμα στην υγεία του , θα τους στεναχωρούσε. Πάρκαρε το αμάξι της έξω από το σπίτι όταν έφτασε και μύρισε την θαλάσσια αύρα. Το κρύο ήταν τσουχτερό. Χτύπησε το κουδούνι. Λίγο αργότερα η Έλενα με μια ποδιά περασμένη στην μέση της , άνοιξε την πόρτα.
-Ελισάβετ μου τι έκπληξη ήταν αυτή; Πως και από εδώ; Το έκλεισες το μαγαζί νωρίς;- Της είπε και την πέρασε στο καθιστικό.
-Δεν λες καλύτερα ότι δεν δούλεψα καθόλου σήμερα , από το πρωί;-
-Γιατί έγινε κάτι;-
-Θα σου πω. Τι καλό έφτιαχνες;-
-Ο αγαπημένος σου ξάδερφος ζήτησε κοτόπουλο με πιπεριές και μυρωδικά στο φούρνο. Τον ξέρεις τώρα. Κρέας να είναι και ότι να ναι. Πάω να βγάλω την ποδιά. Θα πιεις κάτι;-
-Ένα ποτήρι νερό είναι αρκετό. Έχω πιει τέσσερις καφέδες σήμερα.-
-Εντάξει. Θα πιω και εγώ ένα .- Της απάντησε  και σε λίγα λεπτά έφερε δυο ποτήρια με νερό.
-Λοιπόν λέγε. Τι έγινε;- Την ρώτησε η Έλενα.
-Έχουμε άρρωστο τον θείο το Μάρκο.-
-Γιατί τι έπαθε; Μη χειρότερα.-
-Εγκεφαλικό και είναι σοβαρά.-
-Χριστέ μου όχι; Και τώρα που τον έχουν;- Είπε πολύ ανήσυχη εκείνη.
-Στην εντατική.-
-Θα πεθάνει;-
-Αυτό είναι πιθανόν αν του έρθει και άλλο. Θα του αφήσει όμως κινητικά προβλήματα , αν ξεπεράσει τον κίνδυνο.-
-Όχι ο θείος. Τον αγαπώ πολύ.-
-Ναι το ξέρω. Όλοι μας έτσι αισθανόμαστε. Είναι καλός άνθρωπος. Ήρθα από εδώ να σε ενημερώσω. Όταν θα έρθει ο Ιάσωνας να του το πεις. Ας ελπίσουμε πως όλα θα πάνε καλά. Τώρα είναι στα χέρια του θεού.-
-Αχ! Βρε Ελισάβετ μου , με πίκρανες σήμερα. Αυτά δεν ήταν καθόλου καλά νέα.-
-Έλενα το ξέρω , αλλά αυτά έχει η ζωή. Είναι απρόβλεπτη.- Της απάντησε εκείνη ήπιε το νερό της και ετοιμάστηκε να φύγει.
-Θα μπορέσουμε να τον δούμε;-
-Όχι καλή μου. Ακόμα είναι πολύ νωρίς.- Της είπε η Ελισάβετ και έφυγε από το σπίτι.

Στην ορεινή επαρχιακή πόλη η Λίνα βρισκόταν στο μαγαζί της  , όταν την πήρε στο τηλέφωνο η μητέρα της.
-Καλημέρα μαμά. Καλά είσαστε;- Είπε εκείνη βλέποντας την κλήση της στο κινητό.
-Καλημέρα κορίτσι μου. Εμείς είμαστε καλά , αλλά σου έχω δυσάρεστα νέα. Ο θείος ο Μάρκος είναι στην εντατική. Έπαθε εγκεφαλικό πριν λίγες μέρες.-
-Τι μου λες; Τότε θα κατέβω με τον Σωτήρη να τον επισκεφτούμε.-
-Ακόμα είναι πολύ νωρίς για επισκέψεις. Δεν αφήνουν κανένα να μπει στο δωμάτιο. Άσε πρώτα να δούμε την εξέλιξη της υγείας του και ερχόσαστε.-
-Μαμά μου , έτσι και αλλιώς εμείς εδώ έχουμε ξεκινήσει τις διαδικασίες για να φύγουμε. Το μαγαζί το πουλάω. Ήδη έχουν ενδιαφερθεί δυο άτομα. Ο Σωτήρης περιμένει την έγκριση για την μετάθεση του.-
-Λίνα μου αυτό το περιμένω με ανυπομονησία. Επιτέλους θα σμίξουμε.-
-Και πολύ γρήγορα μάλιστα. Να πεις στη θεία τη Βούλα τις ευχές μας για την  ταχεία ανάρρωση   του θείου και εγώ θα μιλήσω με τον Στέφανο και την Αγγελική.- Της απάντησε και έκλεισαν το τηλέφωνο.

Ο αστυνόμος του εγκληματολογικού Σπύρος Μάντεκας , βρισκόταν στο γραφείο του. Μπροστά του είχε μια υπόθεση που τον παίδευε τον τελευταίο μήνα. Έπινε τον καφέ του και είχε ανάψει τσιγάρο. Έμοιαζε σκεφτικός. Κάτω από τα μάτια του υπήρχαν δυο μαύροι κύκλοι. Σηκώθηκε από την καρέκλα  και πήγε στην τουαλέτα. Άνοιξε την βρύση και έριξε νερό στο πρόσωπο του. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Έμοιαζε με γέρο. Ήταν άυπνος. Όλη την νύχτα δεν είχε κλείσει πάλι μάτι. Έβλεπε πάλι εφιάλτες. Τους ίδιους που έβλεπε εδώ και χρόνια από παιδί. Σκούπισε με λίγο χαρτί το πρόσωπο του και μπήκε ξανά στο γραφείο του. Κοίταξε την υπόθεση.  Σίγουρα κάτι του διέφευγε. Κάτι μικρό και ασήμαντο. Τι ήταν όμως αυτό; Το πτώμα της νεαρής γυναίκας είχε βρεθεί στο κρεβάτι. Την είχαν στραγγαλίσει. Αποτυπώματα δεν είχαν βρεθεί. Ο Σπύρος ήπιε τον καφέ του και ετοιμάστηκε  να πάει ξανά στον τόπο του εγκλήματος , όταν εκείνη την στιγμή μπήκε η αστυνόμος  Έλλη  Σταματίου.
-Καλημέρα Σπύρο. Βλέπω είσαι έτοιμος να φύγεις.-
-Ναι Έλλη. Θα πάω πάλι στο σπίτι εκείνης της κοπέλας.-
-Βρήκες κάτι;-
-Πιστεύω πως μου διαφεύγει μια  μικρή λεπτομέρεια.-
-Ψάξαμε εξονυχιστικά το διαμέρισμα Σπύρο. Αν ήταν να βρεθεί κάτι θα το είχαμε στα χέρια μας τώρα.-  Όλες  οι ενδείξεις όμως μας δείχνουν πως ήταν γνωστός της. Του άνοιξε εκείνη την πόρτα και πουθενά δεν βρήκαμε σημάδια παραβίασης.-
-Δεν μου αρέσει να ξεφεύγουν οι δολοφόνοι Έλλη. Όποιος και αν ήταν , θα έχει αφήσει κάτι πίσω του. Κανείς δεν είναι τέλειος.-
-Συμφωνώ. Όμως αυτή η υπόθεση σε έχει κουράσει πολύ. Βλέπω πάλι δεν κοιμήθηκες. Δεν κάνεις καλό στον εαυτό  σου.-
-Σε ευχαριστώ Έλλη για το ενδιαφέρον. Πρέπει να φύγω.-
-Θέλεις να φάμε μαζί το μεσημέρι; Δεν θέλω αν είμαι μόνη μου.-
-Ναι βέβαια. Θα βρεθούμε το μεσημέρι. – Της είπε και βγήκε από το γραφείο του. Η Έλλη τον κοίταξε γλυκά. Τον  αγαπούσε κρυφά λίγα χρόνια τώρα που δούλευαν μαζί. Ο Σπύρος ήταν ένας άντρας που σε καμία περίπτωση δεν περνούσε απαρατήρητος από τον γυναικείο πληθυσμό. Ψηλός , γεροδεμένος , με σκούρα χαρακτηριστικά , αραιό μούσι και έξυπνα μαύρα μάτια. Οι παλάμες του ήταν χοντροκομμένες και τα δάχτυλα του δυνατά με χόνδρους.  Η Έλλη εκτιμούσε την δουλειά του και το ασίγαστο πάθος που έτρεφε για τους δολοφόνους. Ο Σπύρος Μάντεκας προερχόταν από  φτωχή οικογένεια και η καταγωγή του ήταν από μια ορεινή πόλη κοντά στην   Πίνδο.  Ο πατέρας του δούλευε στα χωράφια και η μητέρα του ήταν καθαρίστρια  σε σπίτια. Είχαν δυο παιδιά. Εκείνον που ήταν ο μικρότερος και την Αρετή , την αδερφή του που ήταν μεγαλύτερη κατά τέσσερα χρόνια. Φτωχοί άνθρωποι , μεροκαματιαρής ο πατέρας του , αλλά στα παιδιά τους δεν στερούσαν τίποτα. Τα δυο αδέρφια ήταν πολύ δεμένα και αγαπημένα μεταξύ τους. Ο Σπύρος λάτρευε την Αρετή , που τα βράδια  μετά το τέλος των μαθημάτων τους , του διάβαζε παραμύθια κοντά στο τζάκι. Όταν εκείνη χάθηκε ο Σπύρος δεν ξεπέρασε ποτέ  τον χαμό της.  Γιατί η Αρετή δεν πέθανε από αρρώστια η ατύχημα. Την Αρετή την δολοφόνησαν ένα απόγευμα Σαββάτου. Είχε πάει να πάρει τα μαθήματα του σχολείου από το σπίτι μιας φίλης της. Είχε κρυολογήσει με πυρετό και η μητέρα της δεν την άφησε για μια βδομάδα να βγει από το σπίτι. Η απόσταση ως το σπίτι της φίλης της δεν ήταν παραπάνω από δυο οικοδομικά τετράγωνα. Ήταν πέντε η ώρα το απόγευμα , όταν η Αρετή έφυγε από το σπίτι. Όταν στις έξι δεν επέστρεψε σπίτι οι γονείς της πήραν τηλέφωνο την μητέρα του άλλου κοριτσιού. Έκπληκτοι άκουσαν εκείνη να τους λέει πως η Αρετή δεν είχε πάει καθόλου στο σπίτι τους. Οι γονείς του Σπύρου πήγαν στην αστυνομία και δήλωσαν την εξαφάνιση της κόρης τους. Ο Σπύρος ήταν τότε οχτώ χρονών. Θυμόταν καθαρά καθώς μεγάλωνε όλες τις φρικτές πτυχές εκείνης της εξαφάνισης και κυρίως την κατάληξη της.  Μια βδομάδα μετά  και ενώ οι γονείς του είχαν τρελαθεί από την αγωνία ,τους πήραν από την αστυνομία τηλέφωνο. Δεν τους είπαν τίποτα. Απλά να πάνε από εκεί. Πήραν τον Σπύρο μαζί τους γιατί δεν είχαν που να τον αφήσουν και έφτασαν στο τμήμα. Τον άφησαν να περιμένει στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας και εκείνοι μπήκαν στο γραφείο του διοικητή. Βγήκαν λίγη ώρα αργότερα με κλάματα στα μάτια. Η Αρετούλα είχε βρεθεί με τα ρούχα της δολοφονημένη κοντά στις όχθες του ποταμού. Της είχαν λιώσει το κεφάλι. Το ότι την είχαν βιάσει ο Σπύρος το έμαθε  λίγα χρόνια μετά. Τότε του είχαν πει πως είχε πνιγεί στο ποτάμι. Ο δράστης δεν βρέθηκε ποτέ. Η  υπόθεση έκλεισε σαν ανεξιχνίαστη. Ο Σπύρος θυμόταν πάντα ζωντανά την ημέρα της κηδείας. Την αδερφή του με ένα ροζ φουστανάκι , πανέμορφη με γαλήνιο πρόσωπο να κοιμάται μέσα στο φέρετρο. Πάνω στα μαλλιά της υπήρχαν τριαντάφυλλα και όλο της το σώμα ήταν σπαρμένο από γαρύφαλλα άσπρα. Τους γονείς του να σπαράζουν από την θλίψη τους και όλους τους συγγενείς και φίλους ντυμένους στα μαύρα. Από εκείνη την ημέρα ο ύπνος του ήταν ταραγμένος. Τα βράδια ξυπνούσε  μέσα στον ιδρώτα  και φώναζε το όνομα της. Λίγους μήνες μετά ένας νευρικός κλονισμός τον έφερε στα πρόθυρα της τρέλας. Οι γονείς του τρομοκρατημένοι με την αλλαγή της συμπεριφοράς του αποφάσισαν να μετακομίσουν στην Αμερική. Εκεί ζούσε ο αδερφός του πατέρα του. Ήταν καθηγητής σε ένα πανεπιστήμιο , παντρεμένος με δυο παιδιά. Η αλλαγή της χώρας βοήθησε τον Σπύρο να ξαναβρεί τον εαυτό του και να ξεχάσει για λίγο την Αρετή. Από τον θάνατο της αδερφής του είχε αποφασίσει να ασχοληθεί με το έγκλημα. Σπούδασε ψυχολογία και εγκληματολογία και διέπρεψε και στα δυο. Η Αμερική όμως δεν ήταν η χώρα του. Ανυπομονούσε να γυρίσει στην Ελλάδα.  Έτσι πήρε τους γονείς του και γύρισε πίσω. Νοίκιασαν ένα σπίτι λίγο έξω από την Αθήνα και ο Σπύρος μπήκε πολύ εύκολα στο τμήμα ανθρωποκτονιών της ασφάλειας. Με τόσα πτυχία και εμπειρία κατάφερε να σκιαγραφεί το προφίλ του κάθε δολοφόνου και σημείωσε αρκετές επιτυχίες στο ενεργητικό του. Είχε άριστες σχέσεις με τους συναδέλφους του και όλοι εκτιμούσαν την ποιότητα της δουλειάς του. Όμως ο Σπύρος βαθιά μέσα του πονούσε. Η απώλεια της αδερφής του τον στοίχειωνε τα βράδια. Ξυπνούσε αρκετές φορές ιδρωμένος  και μετά δεν μπορούσε να συνεχίσει τον ύπνο του. Ο φίλος του ο ψυχολόγος που τον παρακολουθούσε από την ημέρα που είχε έρθει στην πατρίδα του  έλεγε πως έπρεπε να αφήσει επιτέλους την Αρετή να ξεκουραστεί. Να μην την θυμάται για να μπορέσει να προχωρήσει στη ζωή του. Η ανάμνηση της τον στοίχειωνε. Πολλές φορές καθώς αντίκριζε κάποιο πτώμα  έβλεπε την Αρετή να του λέει <<Σπύρο , βοήθησε με να αναπαυθώ>> και τότε τον έπιανε μια ανεξέλεγκτη κρίση άγχους. Ίδρωνε , δεν μπορούσε να αναπνεύσει γιατί τον πονούσε το στήθος του , ζαλιζόταν και πάγωναν τα μέλη του. Συνήθως προφασιζόταν αδιαθεσία με το στομάχι του , μπροστά σε συναδέλφους για να μην δώσει αφορμή να τον συζητάνε , η να καταλάβουν τι πρόβλημα αντιμετώπιζε. Ο Σπύρος Μάντεκας ζούσε μόνο για να δουλεύει. Τίποτα άλλο δεν είχε σημασία για αυτόν. Μόνο η δουλειά και η εύρεση του εκάστοτε δολοφόνου. Οι γυναίκες που πέρασαν από την ζωή του , ήταν μετρημένες στα δάχτυλα. Καμιά δεν είχε αντέξει  το τρελό ωράριο της δουλειάς και την αφοσίωση του σε αυτή. Είχε φτάσει πια στα σαράντα   και ήξερε πως η ιδέα του γάμου είχε προσπεράσει για αυτόν. Σοβαρός και μετρημένος στην υπηρεσία του , δεν άφηνε κανένα περιθώριο να τον πλησιάσουν ερωτικά οι γυναίκες. Αυτό σκεφτόταν εκείνη την στιγμή η Έλλη , που τον αγαπούσε κρυφά , αλλά δεν είχε τολμήσει να του το δείξει. Ο Σπύρος ήταν πάντα ευγενικός , αλλά απόμακρος. Δεν φανέρωνε τα πραγματικά του αισθήματα , ήταν προσηλωμένος στην δουλειά του και δεν ανοιγόταν στα προσωπικά του. Η Έλλη τον θαύμαζε για αυτό. Όλοι στην υπηρεσία τον εκτιμούσαν και τον σεβόντουσαν. Η Έλλη έβαλε σε μια κούπα καφέ και κάθισε στο γραφείο της που ήταν απέναντι από του Σπύρου. Άναψε τσιγάρο και πέταξε τον καπνό μακριά.

Ο Σπύρος βρισκόταν στο διαμέρισμα του θύματος. Κοίταζε τα δωμάτια  ξανά και ξανά. Πήγε στο κρεβάτι που είχε βρεθεί πνιγμένη η κοπέλα. Μύρισε τα σκεπάσματα. Τα σήκωσε και κοίταξε το σεντόνι από κάτω. Αυτός που σκότωσε την κοπέλα ήταν σίγουρα γνωστός της. Σαν πρώτος ύποπτος εξετάστηκε το αγόρι της. Είχε όμως ατράνταχτο άλλοθι. Βρισκόταν  την ώρα του φόνου με μια παρέα δυο φίλων του και έβλεπαν ένα αγώνα ποδοσφαίρου , στο σπίτι του. Ο Σπύρος δάγκωσε τα χείλη του με μανία. Ήταν απόλυτα σίγουρος πως εκείνος ήταν ο ένοχος. Δεν μπορούσε όμως να το αποδείξει. Και οι φίλοι του έλεγαν ψέματα. Τον κάλυπταν. Αλλά γιατί;  Ήταν τόσο κουρασμένος που οι νευρώνες του εγκεφάλου του είχαν γίνει σαν το νερό. Άφησε το διαμέρισμα και βγήκε στο δρόμο. Εκείνη την ώρα χτύπησε το κινητό του.
-Ναι;-
-Σπύρο η Έλλη είμαι. Μπορείς να έρθεις σε παρακαλώ το γρηγορότερο στο γραφείο; Έχουμε εξελίξεις στην υπόθεση της δολοφονίας που ερευνάς.-
-Σε μισή ώρα θα είμαι εκεί.- Της απάντησε. Μπήκε στο αμάξι του και έβαλε μπρος.
Μπαίνοντας στο γραφείο λίγη ώρα αργότερα ο Σπύρος βρήκε την Έλλη να συνομιλεί με μια όμορφη γυναίκα γύρω στα  τριάντα.
-Λοιπόν Έλλη τι συμβαίνει;- ρώτησε εκείνος.
-Σπύρο η κυρία από εδώ ήρθε πριν από λίγο και μου είπε πως γνωρίζει τον δράστη της δολοφονίας.-
-Ποια είστε κυρία μου και τι γνωρίζεται για την υπόθεση;-
-Είμαι η πρώην κοπέλα του Βαγγέλη. Είχαμε χωρίσει λίγα χρόνια. Μετά διάβασα στην εφημερίδα πως δολοφονήθηκε εκείνη η κοπέλα  και πως ανέκριναν το αγόρι της πρώτο. Μόλις είδα το όνομα του πάγωσα. Καταλαβαίνεται; Θα μπορούσα να είμαι εγώ.-
-Μα γιατί το λέτε αυτό; Μπορεί όπως είπατε να τον ανακρίναμε πρώτο , αλλά δεν έχουμε στοιχεία πως εκείνος την σκότωσε. Έχει ακλόνητο άλλοθι για εκείνο το βράδι- Της είπε ο Σπύρος.
-Την ξέρω την παρέα του κύριε αστυνόμε. Δυο καθάρματα είναι. Τους γνωρίζω καλά.-
-Δεν έχουμε αποδείξεις κυρία μου.-
-Θα σας τις δώσω εγώ. Αυτός την σκότωσε.-
-Και που το βασίζετε αυτό;-
-Στον βίαιο χαρακτήρα του. Είναι τρελός. Θεότρελος. Μισεί όλες τις γυναίκες. Πιο πολύ την μάνα του. Τον είχε παρατήσει μικρό και είχε φύγει με τον κουμπάρο. Τον μεγάλωσε ο πατέρας του.-
-Και γιατί αργήσατε τόσο να έρθετε για να καταθέσετε όλα αυτά;-
-Φοβόμουν. Φοβάμαι ακόμα πολύ. Αλλά κάποιος πρέπει να τον βάλει πίσω από τα κάγκελα. Δεν ξέρετε τι έχω περάσει στα χέρια του.-
-Τι ακριβώς;-
-Με χτυπούσε. Με ζήλευε και δεν με άφηνε να έχω φίλες η να βλέπω τους δικούς μου. Φοβόταν πως θα τον άφηνα όπως η μάνα του. Μαλώναμε συχνά και κάποια στιγμή δεν άντεξα. Του είπα να πάει στο διάβολο και εξαφανίστηκα. Άλλαξα διαμέρισμα , αριθμό τηλεφώνου , ακόμα και αμάξι. Δεν ξέρετε τι εκδικητικός που είναι. Μου έλεγε πως αν τον παρατήσω θα με σκοτώσει με τα ίδια του τα χέρια. Τελικά εγώ την γλύτωσα , αλλά όπως φαίνεται όχι η άλλη κοπέλα.-
-Κυρία μου αν αποφασίσετε να μας βοηθήσετε να τον ξεσκεπάσουμε , να ξέρετε πως ρισκάρετε πολλά. Είναι επικίνδυνο.-
-Πρέπει να το κάνω , αλλιώς θα σκοτώσει ξανά.-
-Αφήστε μας την διεύθυνση και το τηλέφωνο σας και θα σας ενημερώσουμε εμείς. Πρέπει πρώτα να συνεννοηθώ με τον αρχηγό. – Της απάντησε εκείνος της έδωσε το χέρι του και εκείνη τον χαιρέτησε και έφυγε. Ο Σπύρος  γύρισε το βλέμμα του στην Έλλη.
-Τι έχεις να πεις για όλα αυτά;-
-Δεν ξέρω Σπύρο , αλλά αν είναι αλήθεια αυτά που μας είπε , θα μπορέσουμε να τον πιάσουμε.-
-Με τι κόστος όμως. Φοβάμαι να μη της συμβεί τίποτα της κοπέλας. Προς το παρόν ψάξε να βρεις ποια είναι , που δουλεύει , με τι περνά την ώρα της , ποιοι είναι οι γονείς της και άλλα τέτοια. Να δούμε με ποια έχουμε να κάνουμε. Μετά προχωράμε.-
-Εντάξει. Θα τα βρω όλα.- Του είπε και βγήκε από το γραφείο του. Εκείνος ακούμπησε το σώμα του στο παράθυρο που έβλεπε έξω από το κτίριο. Άναψε τσιγάρο και ο καπνός σχημάτισε το πρόσωπο της Αρετής. Ο Σπύρος κοίταξε τον ουρανό απ’ έξω. Ήταν μουντός και μαύρα σύννεφα τον είχαν καλύψει.   

 

 

 


Το βιβλίο αυτό είναι  εξαιρετικά αφιερωμένο στην μνήμη των παππούδων μου Αποστόλη  Φήμη και  Γιώργο  Κοφινά. Στην μνήμη του πατέρα μου Παναγιώτη Γεωργίου Κοφινά. Ελπίζω να είσαστε περήφανοι για μένα. Μεγάλωσα με τις δικές σας αξίες. Σας χρωστώ τα πάντα.
Στις υπέροχες φίλες μου που μου δίνουν την  αγάπη και την συμπαράσταση τους όλα αυτά τα χρόνια. Στις: Αγγελική Σοφρά, Έλλη Κορού, Έφη Μερκούρη, Νατάσα Μπερή. Η φιλία σας ήταν πάντα κοντά μου τις ώρες που δεν μπορούσα να δω στο σκοτάδι. 
Στην Χρύσα. Εσύ ήσουν η κινητήρια δύναμη που με ώθησε να γράψω. Ένα μόνο ευχαριστώ δεν θα μπορούσε να με καλύψει. Να είσαι πάντα καλά.
Στις φίλες μου Ελισάβετ Σπανού, Ελένη Μουτζούρη, Νικολέτα Πισκοπάνη,  Χαρά Μονιού, Έρη Μαυράκη. Στην φίλη συντηρήτρια έργων τέχνης Ελισάβετ Τζουμουσλή και στον μαρμαροτεχνίτη Νότη Γιανουλάτο. Όπως και σε  όλους τους εργαζόμενους στο μουσείο της Σαλαμίνας. Σας ευχαριστώ παιδιά για την αγάπη σας.    
Στον κολλητό μου φίλο και παλιό σημαθητή Παναγιώτη Βελτανισιάν που η βοήθεια και η καλή του γνώμη με στηρίζει πάντα και στην αγαπημένη μου φίλη Δήμητρα Λαλάγκα.         
Στις φίλες μου αρχαιολόγους: Τριανταφυλλιά  Κάτουλα , Όλγα Παπαχρήστου , Μαρία Παπακωνσταντίνου, Σοφία Ζύρμπα, Μάχη Καπετανοπούλου, Εύη Μικρομάστορα.
Στον φίλο αρχαιολόγο Αντρέα Μήλιο   και σε ,  όλους τους τεχνίτες της ανασκαφικής ομάδας του 2007-2008 που έγινε στην οδό Ολύμπου στη Σαλαμίνα.  Βασίλη Τζιβάκο , Κώστα Μιχάλαρο  Τάκη Σιγάλα , Δημήτρη Κοτζιά   και ιδιαίτερα στον Βαγγέλη Τσιλιβίγκο.  
Στον ξάδερφο μου Παναγιώτη Παπασωτηρίου  για την πολύτιμη αγάπη του και στον φίλο μου Αντρέα Αυγέρη για την υπομονή του και την δυνατή του φιλία. 
Ειδικά στην φίλη μου Δήμητρα Σκούφου που πιστεύει σε εμένα. 
Στον αδερφό μου Γιώργο Κοφινά που είναι πάντα δίπλα μου και μου χαρίζει την αγάπη του. Χωρίς αυτή τίποτα δεν έχει αξία.
Στην νύφη μου Άντζελα που με βοηθά  με την καλή της γνώμη και την
ενεργητικότητα της στις διορθώσεις των βιβλίων μου.
Στην Τούφα, την Λώρα, την Φοίβη, τον Μάξιμο , τον Νίο ,  και τον Όσκαρ.  Τις αγαπημένες μου γατούλες που με συντροφεύουν με την αγάπη τους. 
Στον θεό και τους αγίους που πάντα με βοηθάνε σε δύσκολους καιρούς.

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Το λαϊκό τραγούδι κάθεται απ’ έξω κρυώνει και πονάει και λεφτά δεν έχει να πληρώσει να μπει μέσα.
Θωμάς Γκόρπας

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

15/8/1920 Γεννήθηκε ο ρεμπέτης Κώστας Καπλάνης
15/8/1955 Γεννήθηκε η τραγουδίστρια Νένα Βενετσάνου
16/8/1977 Έφυγε από τη ζωή ο αμερικανός τραγουδιστής Έλβις Πρίσλεϋ
16/8/2005 Έφυγε από τη ζωή η τραγουδίστρια Βίκυ Μοσχολιού
16/8/2007 Ξεκίνημα για τον Ορφέα. Ευχαριστούμε για την εμπιστοσύνη σας ...

ΤΥΧΑΙΑ TAGS