118 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
22.06.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Οικογένεια Γ. Π. | Μέρος 4ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά

Μια μεγάλη οικογένεια. Ένα ολόκληρο σόι και πολλά ξαδέρφια σκιαγραφούν τον καμβά του βιβλίου. Είναι άνθρωποι με πάθη και ενοχές , που προσπαθούν να κάνουν την ζωή τους υποφερτή. Είναι τα πιόνια στην μεγάλη σκακιέρα της ζωής και συνήθως είναι οι χαμένοι. Μέσα από τους αδύναμους αυτούς ήρωες και το αδιέξοδο της ζωής τους έρχεται στην επιφάνεια  όλη η βρωμιά που κρύβεται κάτω από το πέπλο της φαινομενικά καλής οικογένειας.
Κατερίνα Π. Κοφινά

Ιανουάριος. Εκείνο το κρύο πρωινό της Πέμπτης ψιλές νιφάδες χιονιού έπεφταν από τον ουρανό, στην αρχή αραιά και λίγο αργότερα  πύκνωσαν όλο και περισσότερο. Η Ελισάβετ  είχε βγει στο μπαλκόνι  του σπιτιού της και κοιτούσε την θάλασσα και τα ψαροκάικα που κοιμόντουσαν, στολισμένα στα λευκά τους. Το χιόνι προσπαθούσε να τα καλύψει  με την παγωμένη του ανάσα. Ήταν ακόμα εφτά και μισή και η πόλη σιγά –σιγά ξυπνούσε. Λίγα αυτοκίνητα είχαν βγει στους δρόμους  και κάποιοι πεζοί κοιτούσαν τον ουρανό που έριχνε συνέχεια νιφάδες χιονιού. Η Ελισάβετ τα έβλεπε όλα αυτά και σκεφτόταν τον ξάδερφο της τον Μηνά. Είχαν να μιλήσουν από τότε που τον είχε διώξει από το σπίτι της. Θυμόταν καθαρά ότι είχαν πει μεταξύ τους και αναρωτιόταν αν ήταν όνειρο τελικά. Το χιόνι έπεφτε απαλά πάνω στην πόλη και η Ελισάβετ αναστέναξε. Λάτρευε τον χειμώνα και η διάθεση της εκείνο το πρωί ήταν πολύ καλή. Όμως μέσα της βαθιά πονούσε για τον Μηνά. Σε καμιά περίπτωση δεν ήθελε να τον δει πληγωμένο. Θεωρούσε τον εαυτό της υπεύθυνο για όλα. Αλλά πως θα μπορούσε να ήξερε τι ένιωθε εκείνος; Δεν ήταν δυνατό να το φανταστεί. Τι της είχε πει; Πως ήταν ερωτευμένος μαζί της. Από πότε; Πως συνέβη αυτό; Δεν του είχε δώσει την παραμικρή αφορμή. Με τις σκέψεις αυτές μπήκε μέσα στο σπίτι και ετοίμασε έναν καφέ. Η Λώρα κοιμόταν στον καναπέ του καθιστικού. Η Ελισάβετ ντύθηκε και κάθισε να πιει τον καφέ. Άναψε τσιγάρο και πέταξε τον καπνό μακριά. Όταν πήγε ναι πιει μια δεύτερη γουλιά καφέ, χτύπησε το κινητό της. Ήταν η Αγγελική.
- Καλημέρα ξαδέλφη;- Της είπε χαρούμενα.
- Ελισάβετ μου καλά είσαι; Καλημέρα. –
- Ναι. Πίνω τον καφέ μου και θα φύγω για το μαγαζί. Εσύ πως και πήρες τόσο πρωί;-
- Θέλω να μιλήσουμε από κοντά.-
- Έγινε κάτι;-
- Κάτι έγινε , αλλά δεν ξέρω πώς να το χειριστώ.-
- Με φοβίζεις. Είναι σοβαρό Αγγελική μου;-
- Είναι και αφορά τον Βασίλη μας.-
- Με την υγεία του; Θεέ μου. Πες μου Αγγελική θα με σκάσεις.-
- Μια χαρά είναι από υγεία. Άλλο είναι , αλλά δεν μπορώ έτσι από το τηλέφωνο να στα πω. Θα τα πούμε από κοντά.-
- Πότε θέλεις;-
- Σήμερα το βράδυ. Θα κλείσω το ιατρείο κατά τις εννιά. Να περάσω από το σπίτι σου;-
- Και το ρωτάς; Να ετοιμάσω τίποτα να φάμε;-
- Θα φέρω πίτσα. Βάλε το  κρασί.-
- Εντάξει λοιπόν το κανονίσαμε. Σε αφήνω και τα λέμε το βράδυ.- Της είπε η Ελισάβετ  και έκλεισαν το τηλέφωνο. Και τώρα τι ήταν αυτό με τον Βασίλη που θα έπρεπε να συζητήσουν με την Αγγελική; Τι είχε γίνει; Η Ελισάβετ άρχισε να κυριεύεται από αγωνία. Ως το βράδυ όμως δεν θα μπορούσε να κάνει το παραμικρό. Έτσι αποφάσισε να το ξεχάσει για λίγες ώρες. Τελείωσε λοιπόν τον καφέ της , φίλησε την Λώρα που δεν έλεγε να σηκωθεί από τον καναπέ και έφυγε για το μαγαζί. Έξω στο δρόμο το χιόνι είχε καλύψει τα πάντα.

Ο Στέφανος είχε ξυπνήσει εκείνη την ώρα και έπινε τον καφέ του στην κουζίνα του σπιτιού. Απολάμβανε το χιόνι που έπεφτε ήσυχο πάνω στα δέντρα του κήπου. Κάπνιζε και σκεφτόταν τον Γιώργο. Δεν είχαν μιλήσει από τότε που εκείνος τον είχε χωρίσει και είχε φύγει από το διαμέρισμα τους. Του έλειπε. Κοίταξε το κινητό του που ήταν πάνω στο τραπέζι. Το πήρε και τον κάλεσε. Ο Γιώργος είδε πως τον καλούσε ο Στέφανος και με ένα μικρό δισταγμό του απάντησε.
- Καλημέρα.- Του είπε ψυχρά.
- Καλημέρα  Γιώργο. Καλά είσαι;-
- Καλά. Ετοιμαζόμουν να φύγω για την δουλειά. Πως και με θυμήθηκες Στέφανε;-
- Χιονίζει σήμερα και ξέρω πως αγαπάς τον χειμώνα.-
- Μάλιστα. Δεν θα πρέπει να είσαι στην Αθήνα γιατί εδώ δεν χιονίζει. Που είσαι αυτή τη φορά;-
- Έχω γυρίσει στους δικούς μου. Όταν χωρίσαμε θεώρησα καλό να έρθω εδώ και να κάνω μια καινούργια αρχή.-
- Και την έκανες;-
- Έτσι πιστεύω. Βρήκα δουλειά , έκοψα το ποτό και μένω στο εξοχικό της αδερφής μου.-
- Χαίρομαι για σένα.-
- Εσύ είσαι ακόμα στο μαγαζί;-
- Ναι. Βρήκα και εγώ άλλο διαμέρισμα και προσπαθώ να φτιάξω την ζωή μου.-
- Ξέρεις Γιώργο δεν σε πήρα μόνο για μια καλημέρα. Σου οφείλω μια συγγνώμη.-
- Δεν πειράζει. Ότι έγινε-έγινε. Ας το ξεχάσουμε.-
- Εγώ δεν μπορώ να ξεχάσω. Σου φέρθηκα άσχημα.-
- Αυτό έπρεπε να το είχες νιώσει τότε. Τώρα είναι πολύ αργά.-
-Το ξέρω , αλλά το έχω βάρος στη συνείδηση μου.-
- Κοίτα Στέφανε δεν μπορώ τώρα να μιλήσω περισσότερο. Έχω ήδη αργήσει για την δουλειά. Μπορούμε να τα πούμε μια άλλη στιγμή.- Του είπε εκείνος.
- Ναι. Εντάξει. Καλή σου μέρα και καλή δουλειά. Χάρηκα που τα είπαμε , έστω και για λίγο.-
- Καλά ήταν. Σου εύχομαι μια καλή ζωή Στέφανε.- Του απάντησε πικραμένα ο Γιώργος και βιάστηκε να κλείσει. Το χιόνι συνέχιζε να πέφτει απαλά και ο Στέφανος όταν τελείωσε τον καφέ του, ξεκίνησε να μαζέψει το σπίτι. Όταν τελείωσε έβγαλε τα ρούχα του και άνοιξε το ντους. Καθώς το νερό έπεφτε στο γεροδεμένο του κορμί , στην κουζίνα χτυπούσε το κινητό του. Εκείνος δεν το άκουσε και αυτός που τον καλούσε είχε απόκρυψη αριθμού.

Ο Βασίλης  ήταν στο μαγαζί του και ετοίμαζε με τον υπάλληλο του τις παραγγελίες, όταν μπήκε μέσα ο Γιάννης ντυμένος με μπουφάν ,  μαύρο μάλλινο παντελόνι και μποτάκια.
- Καλημέρα Βασίλη.-
- Γεια σου Γιάννη. Κρύο σήμερα έτσι;-
- Ναι. Ωραία είναι. Καιρό είχαμε να δούμε χιόνι. Έχει ασπρίσει όλη η πόλη.-
- Ποίημα είναι η όλη ατμόσφαιρα. Εσύ πως και δεν είσαι στη δουλειά σήμερα;- Τον ρώτησε ο Βασίλης.
- Με αυτό το χιόνι που να χτίσεις; Θα  βγούμε έξω όταν καλυτερέψει ο καιρός. Προς το παρόν ήρθα να πάρω ένα μπουκάλι κονιάκ και ένα ουίσκι. Ξέμεινα στο σπίτι και με αυτό το κρύο θέλει λίγο αλκοόλ , να ζεσταθούν τα αίματα βρε παιδί μου.- Του απάντησε και γέλασε δυνατά ο Γιάννης.
- Δίκιο έχεις. Πάω να στα φέρω.- Του είπε ο Βασίλης και δυο λεπτά αργότερα του έφερε την παραγγελία του. Ο Γιάννης πλήρωσε και έφυγε από το μαγαζί. Ο Βασίλης σκέφτηκε πως ο Γιάννης ήταν καλό παιδί. Είχε σίγουρη δουλειά στις οικοδομές και θα ήταν καλός γαμπρός για μια γυναίκα. Θα έπρεπε και αυτός να φτιάξει τη ζωή του. Θα έλεγε στη Σοφία μήπως και είχε καμιά φίλη να του γνωρίσει. Τέτοιο όμορφο και καλό παιδί θα ήταν κρίμα να μείνει μαγκούφης.

Στην επαρχιακή πόλη που ζούσε η Λίνα και ο Σωτήρης  το χιόνι  είχε φτάσει  στους δέκα πόντους και συνέχιζε ακάθεκτο την πορεία του. Εκείνη βρισκόταν στο μαγαζί της και εξυπηρετούσε μια πελάτισσα, όταν μπήκε μέσα ο άντρας της. Η  Λίνα ξαφνιάστηκε. Δεν είχε  συνηθίσει τον Σωτήρη να κάνει τέτοιες κινήσεις.
- Καλημέρα αγάπη μου.- Της είπε γλυκά. Η Λίνα ελαφρός τρακαρισμένη, μπόρεσε να του πει μόνο μια ξερή καλημέρα. Η πελάτισσα ρώτησε να μάθει πόσο έκανε το πουλόβερ που κρατούσε και όταν η Λίνα της είπε την τιμή, το αγόρασε και  έφυγε. Το ζευγάρι έμεινε μόνο του να κοιτάζεται για λίγα δευτερόλεπτα πριν σπάσει την σιωπή η Λίνα λέγοντας.
- Με ξάφνιασες Σωτήρη. Πως και από εδώ; Δεν έχεις δουλειά στην τράπεζα;-
- Διευθυντής είμαι Λίνα. Μπορώ να φεύγω όταν το θελήσω.-
- Ναι δεν λέω , αλλά  αυτή σου την κίνηση να έρθεις από το μαγαζί δεν ξέρω πώς να την πάρω. Δεν κάνεις εσύ τέτοια.-
- Δηλαδή σου είμαι ανεπιθύμητος; Να φύγω;.-
- Όχι. Και βέβαια όχι. Κάθισε. Θα ήθελες ένα καφέ;-
- Όχι. Λίνα ξέρω πως  τον τελευταίο καιρό δεν τα πάμε καλά στον γάμο μας. Έχω γίνει ψυχρός, τα βράδια αργώ  να γυρίσω στο σπίτι και όταν έρχομαι είμαι απότομος και σου μιλώ άσχημα. Θα σου ζητήσω συγγνώμη για όλα αυτά και θα ήθελα να την δεχτείς. Τα αισθήματα μου δεν έχουν αλλάξει για σένα. Και υπολογίζω τον γάμο μας  άσχετα  αν σου έχω δώσει άλλη εντύπωση. Απλά έχω κουραστεί σε αυτή την πόλη. Νομίζω πως αν ζήσω και άλλο εδώ θα πεθάνω. Δεν έχουμε κανένα γνωστό εδώ και η οικογένεια μας είναι μακριά. Έχουμε  μόνο δυο φίλους εδώ επάνω και σπάνια βγαίνουμε έξω. Από την άλλη έχουμε τις δουλειές μας και αφιερώνουμε πολύ χρόνο σε αυτές. Με λίγα λόγια έχουμε καταντήσει δυο ξένοι που απλά ζούνε μαζί. Δεν μου αρέσει αυτό. Θέλω να γίνουμε όπως παλιά.- Της είπε και την κοίταξε όλο αγάπη. Η Λίνα δε μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά της. Ο Σωτήρης είχε επιτέλους σπάσει την σιωπή του και της είχε δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα που την βασάνιζαν , όλο αυτό το διάστημα.
- Λοιπόν δεν έχεις τίποτα να πεις;- Την έβγαλε εκείνος από τις σκέψεις της.
- Σωτήρη πίστευα πως δεν με αγαπούσες πια. Πως έψαχνες τρόπο για να μου πεις να χωρίσουμε. Μου είχε περάσει από το μυαλό ότι έβλεπες άλλη.-
- Σε καμία περίπτωση δεν θα το έκανα αυτό Λίνα. Σε αγαπώ. Δεν υπάρχει άλλη. Τα νεύρα μου φταίνε για όλα. Αυτός ο τόπος με πνίγει.-
- Τι μπορούμε να κάνουμε; Εδώ σε έφερε η δουλειά σου.-
- Αυτό σκεφτόμουν και θέλω να το συζητήσουμε.-
- Τι ακριβώς;-
- Θα ζητήσω μετάθεση. Μόνο αν φύγουμε από εδώ και αλλάξω παραστάσεις θα νιώσω καλύτερα.-
- Μετάθεση για πού;-
- Στον τόπο σου. Να πάμε εκεί που μεγάλωσες και που βρίσκεται όλο σου το σόι. Οι γονείς και τα ξαδέρφια σου. Η αδερφή σου. Εκεί θα είμαστε μέσα σε γνωστούς. Δικούς μας ανθρώπους, που μας αγαπάνε. Εγώ δεν έχω κανένα δικό μου. Δεν έχω αδέρφια και  μεγάλωσα σε ορφανοτροφείο , αλλά θέλω να είμαι όσο γίνεται πιο κοντά σε γνωστά πρόσωπα.-
- Δεν το είχα σκεφτεί, αλλά νομίζω πως η ιδέα σου με βρίσκει σύμφωνη. Θα πρέπει όμως να κλείσω το μαγαζί και μέχρι να ετοιμαστώ θα πάρει το χρόνο του. Μετά να ξέρεις αν το μετανιώσεις, δε θα μπορέσουμε να γυρίσουμε πίσω. Είσαι απόλυτα σίγουρος για αυτή την αλλαγή;-
- Όσο δεν ήμουν ποτέ.-
- Εντάξει τότε. Σωτήρη μπορούμε να ξεκινήσουμε από σήμερα τις διαδικασίες ώστε να μπορέσουμε να τελειώσουμε με όλες τις εκκρεμότητες.-
- Ωραία  λοιπόν. Φεύγω για την τράπεζα. Θα επικοινωνήσω με την διοίκηση για την μετάθεση μου. Σίγουρα θα μας πάρει κάποιους μήνες , αλλά στο τέλος θα μπορέσουμε να φύγουμε από εδώ.-
Της απάντησε και την φίλησε απαλά στα χείλη πριν βγει από το μαγαζί. Η Λίνα ένιωσε να της φεύγει ένα βάρος που κουβαλούσε πολλούς μήνες τώρα. Ο Σωτήρης την αγαπούσε και θα έκαναν μαζί ένα καινούργιο ξεκίνημα. Έξω από την βιτρίνα του μαγαζιού το χιόνι έπεφτε  πιο πυκνό και στα χείλη του Σωτήρη είχε εμφανιστεί ένα πελώριο χαμόγελο σιγουριάς.

Εκείνο το κρύο χειμωνιάτικο βράδυ η Ελισάβετ περίμενε την ξαδέλφη της την Αγγελική στο σπίτι για να μιλήσουν. Είχε στρώσει και το τραπέζι για να φάνε την πίτσα που θα έφερνε μαζί της η γιατρός. Ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και δυο κρυστάλλινα ποτήρια ήταν βαλμένα επάνω στο κεντητό τραπεζομάντιλο , μαζί με ένα ζευγάρι γαλάζια πιάτα , δυο πιρούνια και μια σαλάτα εποχής. Όταν η Αγγελική χτύπησε  το κουδούνι , η Ελισάβετ γεμάτη αγωνία της άνοιξε. Φιλήθηκαν και αγκαλιάστηκαν για να περάσουν στην κουζίνα. Η Αγγελική έβγαλε το παλτό και τα γάντια της, αφού πρώτα άφησε στο τραπέζι το κουτί με την πίτσα.
- Πολύ κρύο Ελισάβετ μου, αλλά έχει την ομορφιά του. Καλησπέρα. Καλά είσαι εσύ;-
- Καλησπέρα. Καλά είμαι κορίτσι μου , αλλά έχω σκάσει από την αγωνία. Δεν περνούσαν σήμερα οι ώρες.- Απάντησε η Ελισάβετ.
- Ας φάμε πρώτα γιατί πεθαίνω της πείνας και μετά έχουμε όλο τον χρόνο μπροστά μας για να τα πούμε.- Είπε η Αγγελική και κάθισε στο τραπέζι. Η Ελισάβετ την ακολούθησε και έφαγαν, απολαμβάνοντας το κόκκινο κρασί. Λίγο αργότερα η Ελισάβετ μάζεψε τα πιάτα και άναψαν τσιγάρο.
- Δεν έχω καλά νέα για τον ξάδερφο μας και σίγουρα δεν περίμενα να δω αυτό που είδα. Ακόμα είμαι σοκαρισμένη ξαδέλφη.- Είπε παίρνοντας τον λόγο η Αγγελική πίνοντας λίγο από το κρασί της.
- Μα τι έγινε; Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Τι είδες επιτέλους;-
- Την Σοφία να κάνει έρωτα με έναν άντρα στο δάσος.- Είπε γρήγορα η Αγγελική και η Ελισάβετ έβηξε καθώς εκείνη την στιγμή  έπινε λίγο κρασί.
- Τι είπες; Είσαι σίγουρη; Δεν είναι δυνατόν. Η Σοφία να κάνει τέτοια πράγματα;-
- Και εγώ έτσι πίστευα , αλλά τα φαινόμενα απατούν.-
- Και εσύ πως   την είδες;-
- Τον περασμένο μήνα είχα πάει με το αυτοκίνητο μια βόλτα στο δάσος. Είχα φύγει από το ιατρείο κουρασμένη και είπα να πάω για λίγο καθαρό αέρα. Το κάνω συχνά.-
- Ναι το γνωρίζω αυτό.-
- Όταν αποφάσισα να φύγω εντελώς ασυναίσθητα πήρα τον χωματόδρομο μέσα από το δάσος. Δεν το είχα κάνει ποτέ μου. Δεν ξέρω πως μου ήρθε. Τέλος πάντων δεν είχα προχωρήσει πολύ και ξαφνικά βλέπω μπροστά μου ένα αμάξι. Κατάλαβα πως κάποιο ζευγαράκι θα είχε βγει ραντεβού και ανέπτυξα ταχύτητα για να το προσπεράσω. Καθώς λοιπόν τα φώτα μου , έπεφταν επάνω του ένα γυναικείο κεφάλι εμφανίστηκε για δευτερόλεπτα στο πίσω τζάμι του αμαξιού και τότε την είδα.-
- Μα είσαι σίγουρη; Μήπως ήταν κάποια που της έμοιαζε;-
- Αυτό είπα και εγώ ,αλλά  είδα και κάτι άλλο που δεν μου άφησε καμιά αμφιβολία.-
- Τι ήταν αυτό;-
- Τον μικρό διαμαντένιο σταυρό της συχωρεμένης της θείας μας. Ο Βασίλης όταν αρραβωνιάστηκαν το έκανε δώρο στη Σοφία και αυτή δεν το έβγαλε ποτέ από τον λαιμό της. Αυτή ήταν χίλια τα εκατό. Δεν είδα όμως τον άντρα. Δεν ξέρω ποιος είναι.-
- Και το ήξερες τόσο καιρό και δεν μου είπες τίποτα;-
- Τι να πω Ελισάβετ; Πως η βρώμα η γυναίκα του ξαδέρφου μας βγάζει με άλλον τα μάτια της; Άλλωστε ήθελα να σιγουρευτώ για να μπορέσω να στο αναφέρω.-
- Και τώρα τι θα κάνουμε; Σίγουρα δεν μπορούμε να το πούμε στον Βασίλη. Να μπούμε ανάμεσα στο ζευγάρι; Δεν γίνεται.-
- Όχι βέβαια. Δεν θα πούμε τίποτα σε κανένα. Μόνο εμείς οι δυο θα το ξέρουμε.- Απάντησε η Αγγελική.
- Ο καημένος ο Βασίλης. Αν το μάθει θα πληγωθεί πολύ. Μα γιατί να τον απατήσει ;  από ότι ξέρω με τον Βασίλη αγαπιόνται.-
- Έτσι δείχνουν. Η έτσι θέλει να φαίνεται εκείνη. Η αλήθεια όμως είναι πως η Σοφία έχει άλλον. Και θέλω να μάθω ποιόν.-
- Και πως θα το ανακαλύψεις;-
- Παρακολουθώντας την Σοφία.-
- Θα κάνεις κάτι τέτοιο;-
- Δεν είμαι ηλίθια. Θα βάλω άλλον να το κάνει για μένα. Θα προσλάβω ντέντεκτιβ.-
- Καλή ιδέα. Σίγουρα θα μάθουμε έτσι.- Είπε η Ελισάβετ.
- Και πάλι όμως θλίβομαι για τον Βασίλη μας. Τόσα χρόνια είναι μαζί της.-
- Τι θα κάνουμε αν έχουμε χειροπιαστές αποδείξεις για την ενοχή της; - Ρώτησε η Ελισάβετ.
- Θα κρατήσουμε τις αποδείξεις και θα τις χρησιμοποιήσουμε την κατάλληλη στιγμή. Όπως και αν έχει εκείνη θα χάσει. Ο Βασίλης την έβγαλε από την αφάνεια. Της άνοιξε το φροντιστήριο, της χάρισε την καρδιά του , την έβαλε στο πλούσιο σπίτι του και εκείνη τον πληρώνει με αυτό τον άτιμο τρόπο.-
- Την παλιοβρόμα. Και δείχνει καλή , ευγενική , τυπική. Όλο ευγένεια και καλούς τρόπους. Να τι έκρυβε τελικά μέσα της. – Είπε η Ελισάβετ και γέμισε το ποτήρι της με κρασί. Έξω ο παγωμένος αέρας περνούσε πάνω από τα αφρισμένα κύματα της θάλασσας , χάιδευε τις κορφές των δέντρων και χωνόταν στις στέγες των σπιτιών.

 


Το βιβλίο αυτό είναι  εξαιρετικά αφιερωμένο στην μνήμη των παππούδων μου Αποστόλη  Φήμη και  Γιώργο  Κοφινά. Στην μνήμη του πατέρα μου Παναγιώτη Γεωργίου Κοφινά. Ελπίζω να είσαστε περήφανοι για μένα. Μεγάλωσα με τις δικές σας αξίες. Σας χρωστώ τα πάντα.
Στις υπέροχες φίλες μου που μου δίνουν την  αγάπη και την συμπαράσταση τους όλα αυτά τα χρόνια. Στις: Αγγελική Σοφρά, Έλλη Κορού, Έφη Μερκούρη, Νατάσα Μπερή. Η φιλία σας ήταν πάντα κοντά μου τις ώρες που δεν μπορούσα να δω στο σκοτάδι. 
Στην Χρύσα. Εσύ ήσουν η κινητήρια δύναμη που με ώθησε να γράψω. Ένα μόνο ευχαριστώ δεν θα μπορούσε να με καλύψει. Να είσαι πάντα καλά.
Στις φίλες μου Ελισάβετ Σπανού, Ελένη Μουτζούρη, Νικολέτα Πισκοπάνη,  Χαρά Μονιού, Έρη Μαυράκη. Στην φίλη συντηρήτρια έργων τέχνης Ελισάβετ Τζουμουσλή και στον μαρμαροτεχνίτη Νότη Γιανουλάτο. Όπως και σε  όλους τους εργαζόμενους στο μουσείο της Σαλαμίνας. Σας ευχαριστώ παιδιά για την αγάπη σας.    
Στον κολλητό μου φίλο και παλιό σημαθητή Παναγιώτη Βελτανισιάν που η βοήθεια και η καλή του γνώμη με στηρίζει πάντα και στην αγαπημένη μου φίλη Δήμητρα Λαλάγκα.         
Στις φίλες μου αρχαιολόγους: Τριανταφυλλιά  Κάτουλα , Όλγα Παπαχρήστου , Μαρία Παπακωνσταντίνου, Σοφία Ζύρμπα, Μάχη Καπετανοπούλου, Εύη Μικρομάστορα.
Στον φίλο αρχαιολόγο Αντρέα Μήλιο   και σε ,  όλους τους τεχνίτες της ανασκαφικής ομάδας του 2007-2008 που έγινε στην οδό Ολύμπου στη Σαλαμίνα.  Βασίλη Τζιβάκο , Κώστα Μιχάλαρο  Τάκη Σιγάλα , Δημήτρη Κοτζιά   και ιδιαίτερα στον Βαγγέλη Τσιλιβίγκο.  
Στον ξάδερφο μου Παναγιώτη Παπασωτηρίου  για την πολύτιμη αγάπη του και στον φίλο μου Αντρέα Αυγέρη για την υπομονή του και την δυνατή του φιλία. 
Ειδικά στην φίλη μου Δήμητρα Σκούφου που πιστεύει σε εμένα. 
Στον αδερφό μου Γιώργο Κοφινά που είναι πάντα δίπλα μου και μου χαρίζει την αγάπη του. Χωρίς αυτή τίποτα δεν έχει αξία.
Στην νύφη μου Άντζελα που με βοηθά  με την καλή της γνώμη και την
ενεργητικότητα της στις διορθώσεις των βιβλίων μου.
Στην Τούφα, την Λώρα, την Φοίβη, τον Μάξιμο , τον Νίο ,  και τον Όσκαρ.  Τις αγαπημένες μου γατούλες που με συντροφεύουν με την αγάπη τους. 
Στον θεό και τους αγίους που πάντα με βοηθάνε σε δύσκολους καιρούς.

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Γελάω άμα ακούω για ελληνικό ροκ. Είναι σα να μου λένε αμερικάνικο τσάμικο.
Στέλλα Βλαχογιάννη

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

22/6/1973 Ανέβηκε στο θέατρο "Αθήναιον" η θεατρική παράσταση "Το Μεγάλο μας Τσίρκο" του Ιάκωβου Καμπανέλλη σε σκηνοθεσία Κώστα Καζάκου, με το ίδιο και τη Τζένη Καρέζη στους πρώτους ρόλους και το Νίκο Ξυλούρη στα τραγούδια του Σταύρου Ξαρχάκου. Ένα έργο καταδίκη της χούντας, λίγο πριν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και την πτώση της
23/6/2005 Έφυγε από τη ζωή ο ποιητής Μανώλης Αναγνωστάκης

ΤΥΧΑΙΑ TAGS