114 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
22.01.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Οικογένεια Γ. Π. | Μέρος 3ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά

Μια μεγάλη οικογένεια. Ένα ολόκληρο σόι και πολλά ξαδέρφια σκιαγραφούν τον καμβά του βιβλίου. Είναι άνθρωποι με πάθη και ενοχές , που προσπαθούν να κάνουν την ζωή τους υποφερτή. Είναι τα πιόνια στην μεγάλη σκακιέρα της ζωής και συνήθως είναι οι χαμένοι. Μέσα από τους αδύναμους αυτούς ήρωες και το αδιέξοδο της ζωής τους έρχεται στην επιφάνεια  όλη η βρωμιά που κρύβεται κάτω από το πέπλο της φαινομενικά καλής οικογένειας.
Κατερίνα Π. Κοφινά

Δεκέμβρης.-Φαίνεται πως τακτοποιήθηκες μια χαρά εδώ.-
- Ναι Αγγελική. Μου κάνει καλό να ξυπνώ κάθε πρωί και να βλέπω τη θάλασσα να αγκαλιάζει τα πάντα τριγύρω μου. Να βάλω καφέ να πιούμε;-
- Και βέβαια.- του είπε και ξάπλωσε στον καναπέ.
- Πως τα πας με την δουλειά; κουράζεσαι;-
- Μια χαρά είναι.-
- Εσύ που σπούδασες τόσα χρόνια να τυλίγεις σουβλάκια; Το ξέρεις πως αν με άφηνες θα σου έβρισκα μια δουλειά αντάξια του μυαλού σου; Έτσι ώστε να μη ξενυχτάς και να είσαι μέσα στα λάδια και την τσίκνα του ψημένου κρέατος.-
- Αγγελική σταμάτα. Δε γουστάρω τη φάρα σας. Όλους εσάς τους μορφωμένους κωλοαστούς με τα καθαρά ρούχα και το μαλλί του κομμωτηρίου. Δηλαδή για να καταλάβω. Αυτά τα παιδιά και τα κορίτσια που δουλεύουν μαζί μου μέσα στη λίγδα για να φας εσύ το σουβλάκι , σου προκαλούν τη λύπηση; Άνθρωποι του μεροκάματου που δουλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί.-
- Τι σε έπιασε τώρα και πήρες φωτιά; Το γύρισες στην ταξική ανισότητα και Παναγιά βοήθα.- Ο Στέφανος άναψε τσιγάρο και ήπιε λίγο από τον καφέ του.
- Έλα βρε αγόρι μου; Ποιος σου είπε πως τους θεωρώ κατώτερους κοινωνικά; Απλά σου θύμισα πως εσύ που έχεις περισσότερες γνώσεις θα σου άξιζε κάτι άλλο.-
- Δεν θέλω κάτι άλλο Αγγελική. Καλά είμαι εκεί. Έχω κάνει φίλους και συναναστρέφομαι με πολύ κόσμο.-
- Εσύ ξέρεις. Ότι είναι καλό για σένα είναι και για μένα. Δεν έχεις έρθει από το σπίτι της μαμάς. Μου είπε πως θέλει να σε δει.-
- Ας έρθει εκείνη από εδώ. Δεν μπορώ άλλη κόντρα με τον μπαμπά. Κάθε φορά που με βλέπει διαολίζεται . Τι έχει πάθει; Γκέι είμαι όχι δολοφόνος.-
- Για τον μπαμπά δεν έχει καμία διαφορά. Και οι δυο έννοιες είναι επιλήψιμες. Κρύβουν μέσα τους το άγνωστο. Μη του δίνεις σημασία..-
- Για να τελειώνουμε Αγγελική. Ακόμα και αν είναι έτσι δεν έχω σκοπό να πάω στο πατρικό μας και να μαλώσουμε ξανά. Γύρισα πίσω , έπιασα δουλειά και έχω κάνει μεγάλη προσπάθεια για να κόψω το αλκοόλ. Αλλά για τον μπαμπά αυτά δεν είναι αρκετά. Ποτέ δεν θα είναι.-
- Εγώ δεν θα σε πιέσω. Και τώρα που το θυμήθηκα ο Γιώργος τι κάνει; Δεν σε είχα ρωτήσει τόσο καιρό. Χωρίσατε;-
- Μαλώσαμε και έφυγε από το σπίτι τότε που ζούσαμε στην Αθήνα. Πήρε τα πράγματα του και έφυγε. Από τότε ούτε μιλήσαμε , ούτε και ξέρει πως είμαι εδώ.-
- Και γιατί δε μου το ανέφερες; Δεν ήθελες να το μοιραστείς με κάποιον;-
- Το είπα στην Ελισάβετ.-
- Οι κακές παιδικές συνήθειες ζουν για πάντα. Πάλι σε εκείνη έτρεξες πρώτα;-
- Σε πειράζει αυτό;-
- Σε καμία περίπτωση. Το ξέρεις πως έχω την πιο υπέροχη σχέση μαζί της. Εκείνη τι σου είπε;-
- Με ρώτησε πως αισθάνομαι και της είχα απαντήσει καλά , αλλά θα ήθελα να τον σπάσω στο ξύλο.-
- Κοίτα , εδώ έχεις άδικο. Ο Γιώργος πέρασε πολλά μαζί σου. Δεν υπήρξες και το καλύτερο παιδί ξέρεις.-
- Και ούτε θα γίνω , αλλά είμαι δίκαιος. Ναι είχε όλο το δίκιο του κόσμου που με παράτησε. Του είχα κάνει τη ζωή μαρτύριο.-
- Τον αγάπησες ποτέ.-
- Αγγελική νομίζω πως δεν θα αγαπήσω κανένα όσο τον Γιώργο. Του έβαλα κέρατα βέβαια με την μισή Αθήνα. Έβγαινα κάθε βράδυ και γυρνούσα τύφλα στο μεθύσι , για να του μιλήσω άσχημα, να τον προσβάλω , να έχω ξοδέψει όλα του τα λεφτά. Ένας θεός ξέρει γιατί φέρθηκα έτσι. Μάλλον αντιδρούσα σε αυτή την αγάπη. Δεν περίμενα πως θα δεθώ τόσο με έναν άνθρωπο. Τώρα όμως είναι αργά για να γυρίσω πίσω.-
- Γιατί δεν τον παίρνεις τηλέφωνο;-
- Δεν ωφελεί πλέον Αγγελική.-
- Καλά. Πρέπει να φύγω. Άργησα πάλι.- Του είπε η αδερφή του και έβαλε το φλιτζάνι του καφέ στον νεροχύτη. Παρατήρησε πως όλα μέσα στο σπίτι ήταν καθαρά. Ο Στέφανος είχε πραγματικά βρει τον εαυτό του. Τον φίλησε και βγήκε από το σπίτι. Αναρωτήθηκε αν τα δύσκολα χρόνια είχαν περάσει και το μέλλον επιτέλους θα έφερνε την λύτρωση στην ζωή του αδερφού της. Δεν ήξερε τι τον πλήγωνε. Τι τον έκανε ευτυχισμένο. Από την μέρα όμως που είχε εγκατασταθεί στο εξοχικό τους ήταν πιο ήρεμος. Γαλήνιος ίσως. Μακάρι όλα να πήγαιναν καλά για τον Στέφανο. Τον αγαπούσε πολύ και στεναχωριόταν όταν εκείνος κατρακυλούσε πιο βαθιά στην κόλαση της  ζωής του. Τι θα μπορούσε να είχε φταίξει που ο Στέφανος είδε αλλιώς την ζωή; Τι θα έκανε στη συνέχεια; Μπήκε στο αυτοκίνητο της και έβαλε μπρος. Από μακριά η θάλασσα είχε αγριέψει.

Η Γιώτα καθόταν στο γραφείο της. Δίπλα αχνιστός βρισκόταν σε μια κούπα ο καφές της. Ήταν νωρίς το πρωί και είχε πολύ δουλειά στο συμβολαιογραφείο. Οι δυο κοπέλες και το ένα αγόρι που απασχολούσε στο μαγαζί έτρεχαν πάνω κάτω για να εξυπηρετήσουν δυο πελάτες. Η Γιώτα  δεν μπορούσε εκεί μέσα. Ένιωθε πως πνιγόταν. Έπρεπε να πάρει αέρα. Βρήκε μια δικαιολογία και βγήκε έξω. Δεν είχε ιδέα για το που θα πήγαινε , αλλά προχώρησε και πήγε προς την παραλία που αγκάλιαζε την πόλη. Έφτασε στα ψαροκάικα που ήταν δεμένα στο μόλο. Κοίταξε τη θάλασσα. Ήταν αγριεμένη. Φυσούσε αρκετά και σπιλιάδες χάιδεψαν το πρόσωπο της. Βάδισε κατά μήκος της παραλίας. Δεν ήθελε να σκεφτεί τίποτα , αλλά το μυαλό της γυρνούσε στην Έλενα. Ξανά και ξανά. Γιατί;
Τι ήθελε από αυτή την γυναίκα; Τι θα μπορούσε να ήθελε; Μετά θυμήθηκε τον πρώην άντρα της. Τον είχε αγαπήσει πολύ. Ήθελε μια κοινή ζωή μαζί του. Όμως δεν έγινε έτσι. Χώρισαν και τώρα σκεφτόταν την Έλενα. Τι ήταν αυτή για την Γιώτα; Μια πολύ καλή φίλη….. Όχι ήταν …. Την αγαπούσε. Και αυτό της φαινόταν πολύ περίεργο. Ποτέ της δεν είχε δει έτσι άλλη γυναίκα. Άναψε τσιγάρο και κάθισε σε ένα παγκάκι. Ήταν τόσο όμορφη η θάλασσα. Ταραγμένη με λευκά κύματα στα ανοιχτά , να χορεύουν. Ήταν Δεκέμβρης. Ο μήνας με τις πιο όμορφες μυρωδιές και τα Χριστούγεννα. Τα μαγαζιά θα έβαζαν τα γιορτινά τους , οι βιτρίνες θα στολίζονταν και τα χρωματιστά φωτάκια θα έκαναν την εμφάνιση τους , σε κάθε σπίτι , σε κάθε αυλή, σε όλα τα μπαλκόνια. Τα Χριστούγεννα. Η πιο λαμπρή γιορτή του χρόνου που η Γιώτα  την αγαπούσε ιδιαίτερα. Από μικρή κάθε φορά που η μητέρα της στόλιζε το δέντρο εκείνη καθόταν γεμάτη έκσταση και την παρακολουθούσε. Είχαν ένα μεγάλο σπίτι και το σαλόνι τους ήταν το μεγαλύτερο από όλα τα δωμάτια. Χαμογέλασε στην σκέψη  πως εκείνο το σαλόνι σπάνια το έβλεπε όταν ήταν κοριτσάκι. Η μητέρα της ήταν πολύ τακτική στην καθαριότητα και δεν της επέτρεπε να μπαίνει εκεί μέσα. Μόνο όταν είχαν επισκέπτες. Κυρίως στις γιορτές των γονιών της. Εκείνο το δωμάτιο ήταν απόρθητο φρούριο. Το φρούριο της μαμάς. Μετά το θάνατο του πατέρα της αποφάσισε πως έπρεπε να μείνει σε ένα δικό της σπίτι. Με την μητέρα της ήταν αδύνατον να ζήσει. Θα ήταν πάντα σε εμπόλεμη κατάσταση.
Όχι το ένα, μη το άλλο. Την αγαπούσε την κυρία Κούλα, αλλά η αρρώστια της με την τάξη και την καθαριότητα δεν είχε προηγούμενο. Όταν παντρεύτηκε είχε αγοράσει μια μονοκατοικία με τον σύζυγο της έξω από το κέντρο της πόλης , μέσα στα πεύκα. Όταν χώρισαν εκείνη του επέστρεψε τα λεφτά που είχε δώσει εκείνος για την αγορά του σπιτιού και το κράτησε για τον εαυτό της. Γιατί τα σκεφτόταν τώρα όλα αυτά; Ήταν ευτυχισμένη από την πορεία της ζωής της. Η δουλειά της πήγαινε πολύ καλά. Η κυρία Κούλα γκρίνιαζε καμιά φορά, αλλά ήταν καλή μάνα , είχε πολλούς φίλους και φίλες που την εκτιμούσαν και ξαφνικά σκεφτόταν την Έλενα. Αυτό δεν θα έπρεπε να συμβεί. Άναψε και δεύτερο τσιγάρο και την πήρε τηλέφωνο. Ήθελε να την ακούσει.
- Ναι;-
- Καλή μέρα. Τι κάνεις;-
- Γιώτα  μου. Πως και τόσο πρωί; Στην δουλειά είσαι;-
- Δεν ξέρω τι με έπιασε και βγήκα από το γραφείο για μια βόλτα στη θάλασσα. Δεν είχα όρεξη για δουλειά σήμερα.-
- Νομίζω πως η θάλασσα φαίνεται καλύτερα από το μπαλκόνι του σπιτιού μου. Αν έρθεις θα σε κεράσω καφέ. Τι λες μπορείς να λείψεις για λίγο;-
- Θα μου κάνει καλό. Σε ευχαριστώ.-
- Ωραία τότε, σε περιμένω.-  Η Γιώτα  σηκώθηκε από το παγκάκι και γύρισε στο γραφείο της.  Ενημέρωσε τους υπαλλήλους της να κλείσουν εκείνοι το γραφείο το μεσημέρι , μπήκε στο αμάξι της και λίγο αργότερα βρισκόταν έξω από το σπίτι της Έλενας. Και τώρα τι γίνεται; Είπε στον εαυτό της. Θα έβγαινε πρώτα από το αυτοκίνητο της, ένα μαύρο τζιπ. Αλλά δεν μπορούσε. Είχε παγώσει ολόκληρη. Η Έλενα την κοιτούσε από το παράθυρο. Μα γιατί δεν έβγαινε; Τι περίμενε;
- Αλήθεια τι μπορεί να σκέφτεται τώρα; Εμένα; Τι την βασανίζει;- Είπε σιγά η Έλενα στον εαυτό της και απομακρύνθηκε από το παράθυρο. Κάθισε στον καναπέ και περίμενε να χτυπήσει το κουδούνι της πόρτας. Τα χέρια της είχαν ιδρώσει από την αναμονή.
- Ότι είναι να γίνει , θα γίνει σήμερα. Τα νεύρα μου έχουν κουρελιαστεί.- Είπε μόνη της η Έλενα και εκείνη την στιγμή χτύπησε το κουδούνι. Σηκώθηκε και με σταθερό βήμα άνοιξε την πόρτα.
- Καλημέρα .- Είπε χαρούμενα η Γιώτα  και μπήκε στο καθιστικό.
- Καλώς την .- Απάντησε η Έλενα και έκλεισε την πόρτα. Φαινόντουσαν και οι δυο τους να έχουν μια συνηθισμένη φιλική συμπεριφορά, αλλά μέσα τους έβραζαν. Η Γιώτα έβγαλε το παλτό της και γύρισε να το κρεμάσει , όταν βρέθηκε η Έλενα ακριβώς μπροστά της. Κοιτάχτηκαν για μια στιγμή στα μάτια και μετά η Έλενα την τράβηξε και κόλλησε τα χείλη της στα δικά της. Η Γιώτα  ανταποκρίθηκε  και σε δευτερόλεπτα τα ρούχα είχαν πέσει δεξιά και αριστερά. Με γρήγορες παθιασμένες κινήσεις έπεσαν στον καναπέ. Για ώρα το μόνο που ακουγόταν ήταν η κρύα θάλασσα που βογκούσε στα ανοιχτά. Στο σπίτι το φως ήταν λιγοστό μιας και τα πατζούρια ήταν κλειστά. Λίγο αργότερα ένας μακρόσυρτος αναστεναγμός ακούστηκε από την Έλενα και αμέσως τα χείλη της ψέλλισαν.
- Σ’ αγαπώ. Είμαι ερωτευμένη μαζί σου.- Για να συμπληρώσει η Γιώτα
- Και εγώ.- Και να αποθέσει το κεφάλι της στην αγκαλιά της φίλης της. Έμειναν εκεί μέχρι να στεγνώσουν τα κορμιά τους από την ένταση της ερωτικής πράξης.

Η Έλενα σηκώθηκε πρώτη και μπήκε στο μπάνιο. Η Γιώτα  ντύθηκε και άναψε τσιγάρο. Όταν δέκα λεπτά αργότερα η Έλενα βγήκε τυλιγμένη στο μπουρνούζι της πήγε στην κουζίνα και έφτιαξε καφέ. Τον πήγε στο καθιστικό.
- Έλενα;-
- Μην πεις κάτι τώρα που μπορεί να χαλάσει το όνειρο. Σε παρακαλώ.- απάντησε εκείνη.
- Ελπίζω να ξέρεις που έχουμε μπλέξει. Ίσως να γίνουν χειρότερα τα πράγματα. Εσύ είσαι παντρεμένη με παιδί…..-
- Γνωρίζω την κατάσταση μου Γιώτα . Σε αγαπώ. Θα πάμε όπου μας πάει.-
- Η κοινωνία μας δεν δέχεται τέτοιου είδους ζευγάρωμα.-
- Το μετάνιωσες;-
- Όχι σε καμία περίπτωση. Σε αγαπώ πολύ , αλλά δεν είμαστε ελεύθερες να πράξουμε αυτά που θέλουμε. Εσύ έχεις μια οικογένεια. Τι θα τους πεις; Τα παρατάω όλα και φεύγω με την γυναίκα που αγαπώ;-
- Τι και αν το έλεγα;-
- Με κοροϊδεύεις;-
- Καθόλου Γιώτα . Δεν υπάρχει περίπτωση να σε χάσω. Θα είναι το μυστικό μας αυτό. Τώρα που έγινε η αρχή δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω.-

Ο Βασίλης βρισκόταν στο μαγαζί του και έδινε παραγγελία για τα κρασιά. Ο βοηθός του ο Αργύρης  εξυπηρετούσε ένα πελάτη. Μόλις τελείωσε με την παραγγελία ο Βασίλης πήρε την γυναίκα του την Σοφία στο τηλέφωνο. Το κινητό της χτύπησε τρεις φορές αλλά εκείνη δε το σήκωσε. Ο Βασίλης άναψε τσιγάρο και είπε στον βοηθό του πως θα λείψει για καμιά ώρα. Είχε μια εκκρεμότητα στην τράπεζα. Ο Αργύρης συνέχισε να εξυπηρετεί τον πελάτη που αγόρασε δυο μπουκάλια κρασί και ένα ουίσκι. Εκείνη την ώρα η Σοφία έκανε έρωτα με έναν άντρα σε ένα αμάξι έξω από το κέντρο της πόλης, και βαθιά χωμένο στο δάσος που εκτεινόταν σε μια μεγάλη έκταση. Έδειχνε να απολαμβάνει την ερωτική πράξη που εκείνος της έκανε βίαια. Της άρεσε αυτό και τα βρώμικα λόγια που της έλεγε. Η Σοφία μπορούσε έτσι να έρχεται σε οργασμό. Με τον Βασίλη δεν απολάμβανε τον έρωτα. Είχαν παντρευτεί πριν από τρία χρόνια, αλλά είχαν δεσμό άλλα δυο πριν αποφασίσουν να ζήσουν κάτω από την ίδια στέγη. Η Σοφία όμως δεν ήταν ερωτευμένη μαζί του. Δεν τον είχε αγαπήσει ποτέ της. Όταν γνωρίστηκαν εκείνος ήταν φτιαγμένος  με μια δική ,  του επικερδή επιχείρηση και εκείνη ήταν μόνο με ένα πτυχίο στο χέρι και έκανε μαθήματα Αγγλικών από σπίτι σε σπίτι. Ο Βασίλης προερχόταν από πλούσια οικογένεια. Είχε ακίνητη περιουσία και μαγαζιά που νοίκιαζε. Οι γονείς του είχαν πεθάνει νέοι και είχε μεγαλώσει με τις θείες του. Τις τρεις αδερφές της μάνας του. Την Αθηνά την Βούλα και την Ανθή. Αυτές τον μεγάλωσαν του άνοιξαν το μαγαζί και τον πάντρεψαν. Τις αγαπούσε πολύ και τις σεβόταν. Από μικρός δεν πήγαινε πολύ καλά στο σχολείο αλλά τον γοήτευαν τα μαθηματικά και οι αριθμοί. Όταν οι θείες του με την περιουσία που του άφησαν οι γονείς του , του άνοιξαν εκείνη την κάβα ο Βασίλης έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά και κατάφερε σε μικρό χρονικό διάστημα να εξαπλωθεί σε όλη την πόλη. Ήταν άξιος , και  δούλευε πολύ. Ήταν λοιπόν μια καλή ευκαιρία για την Σοφία , που λάτρευε το χρήμα. Δεν το είχε ποτέ της αλλά ποθούσε να το αποκτήσει. Του έπαιξε την ερωτευμένη , εκείνος έπεσε στην παγίδα και της άνοιξε το φροντιστήριο για να ασκήσει εκείνη το επάγγελμα της. Και από εκεί που η Σοφία ήταν γυμνή , την έντυσε και της εξασφάλισε την μελλοντική της ευημερία.

Αλλά και πάλι εκείνη δεν ήταν ευχαριστημένη. Ήθελε και άλλα. Όταν παντρεύτηκαν στο τραπέζι του γάμου τους, γνωρίστηκε με τον κολλητό φίλο του Ιάσωνα τον Γιάννη. Μετά το γαμήλιο ταξίδι τους στην Ισπανία έκανε δεσμό με τον Γιάννη. Ίσως γιατί εκείνος ήταν ο τύπος του άντρα που μπορούσε να την δαμάσει. Ήταν πολύ μελαχρινός με σκούρο δέρμα και σφριγηλό κορμί με πολύ δυνατά χέρια και σκληρές παλάμες. Δούλευε στις οικοδομές και φερόταν απότομα στις γυναίκες που είχε ερωτικές σχέσεις μαζί τους. Του άρεσε να τις έχει υποταγμένες και όταν έκανε  έρωτα μαζί τους  συνήθως  τους φερόταν βίαια.
Όλες οι γυναίκες στα μάτια του Γιάννη ήταν πουτάνες και η Σοφία ήταν η μεγαλύτερη απ’ όλες. Μαζί ερχόντουσαν πολύ συχνά σε οργασμό, γιατί τους άρεσαν τα ίδια πράγματα. Έκαναν άγριο σεξ και όταν τελείωναν έπιναν και κάπνιζαν με τις ώρες. Ήταν δυο άγρια άλογα. Δυο άλογα κούρσας και ο Βασίλης κοιμόταν ερωτευμένος, χωρίς να γνωρίζει το παραμικρό. Η Σοφία βέβαια εκτός από άλογο κούρσας ήταν και πολύ κακός άνθρωπος. Ζήλευε την σχέση του Βασίλη με τις θείες και τα ξαδέρφια του και κυρίως την αγάπη του προς την Αγγελική. Μεγαλωμένος σε μια αγαπημένη οικογένεια είχε μάθει να βρίσκεται συχνά με τους θείους και τα ξαδέρφια του και να τα λένε σχεδόν όλα. Δεν είχαν μυστικά. Αυτό την Σοφία την πείραζε πολύ. Στην δική της οικογένεια δεν υπήρχε αυτή η ελευθερία.  Όλοι χαμογελούσαν μεταξύ τους , αλλά κάτω από αυτή την μάσκα κρύβανε την βρωμιά και την δυσωδία της ψυχής τους. Η Σοφία είχε μεγαλώσει σε ένα μίζερο περιβάλλον. Ο πατέρας και η μητέρα της ήταν δυο ψυχρά πλάσματα που την μεγάλωσαν στερημένα εκείνη και τον αδερφό της. Η Σοφία δεν είχε ποτέ πολύ φαγητό , πολλά ρούχα , αρκετά παιχνίδια. Όλα στο σπίτι της τα έδιναν με το σταγονόμετρο. Τα λεφτά ήταν ο θεός που προσκυνούσαν. Ήθελαν να κάνουν πολλά και να ξοδεύουν ελάχιστα. Και αυτό ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την γραμμή του Βασίλη. Εκείνος ήταν ένας πράος άνθρωπος , που όσα έβγαζε ήθελε να τα τρώει ευχάριστα. Όχι πως ήταν σπάταλος. Ήξερε όμως να ζει καλά. Η Σοφία  βέβαια  τον καταδυνάστευε. Γιατί αγόρασες αυτό; Γιατί πήρες εκείνο; Και πόσο έκανε αυτό; Και γιατί δεν πήρες λιγότερα φρούτα; Μια ζωή στην πίεση ο καημένος ο Βασίλης , αλλά δεν έβλεπε πέρα από την Σοφία. Και αυτό εκείνη ήξερε να το εκμεταλλευτεί σωστά. Δεν του επέτρεπε να  αγοράζει ένα κιλό πατάτες πάρα πάνω για το σπίτι, αλλά δεχόταν τα δώρα που έκανε εκείνος στους γονείς της και στον τεμπέλη τον αδερφό της. Του φώναζε όταν πέταγε δυο χαλασμένες ντομάτες , αλλά του επέτρεπε να της παίρνει πανάκριβα κοσμήματα. Τέτοια διπρόσωπη σκύλα ήταν η Σοφία , αλλά για τον κόσμο ήταν μια πολύ ευγενική και τυπική γυναίκα. Μια κυρία που όλοι θα την ήθελαν στην παρέα τους. Έκρυβε καλά το ψυχρό και κάκιστο προσωπείο της πίσω από μια περίτεχνα φτιαγμένη μάσκα. Όλοι πίστευαν όπως και ο Βασίλης πως η Σοφία ήταν ένα  καλό κορίτσι που δούλευε ασταμάτητα και αγαπούσε τον άντρα της. Και με αυτές τις σκέψεις χαμογέλασε όταν ο Γιάννης τελείωνε πίσω της. Τα είχε καταφέρει καλά ως εδώ. Είχε λεφτά, καλή ζωή , γκόμενο και είχε φτιάξει την τέλεια εικόνα  για τον κόσμο. Τι άλλο θα μπορούσε να ζητήσει;

Στο σπίτι του ο Σωτήρης συζητούσε έντονα στο κινητό του τηλέφωνο. Ήταν απόγευμα Τρίτης και έπινε καφέ στο σαλόνι. Η Λίνα εκείνη την ώρα είχε βγει για ψώνια στο σούπερ μάρκετ.
- Δε μπορώ άλλο αυτή την κατάσταση.- είπε ο Σωτήρης.
- Που το βρήκες το τηλέφωνο;-
- Τι νόμιζες. Θα μου ξέφευγες τόσο εύκολα;-
- Τι θέλεις από μένα;-
- Ξέρεις πολύ καλά. Εδώ που φτάσαμε δεν  έχει γυρισμό.-
- Και εγώ τι θα κάνω; Δεν με σκέφτηκες;-
- Εσύ είσαι παντρεμένος με καλή γυναίκα.- Του απάντησε η άγνωστη αντρική φωνή.
- Θα ζητήσω διαζύγιο.-
- Δεν υπάρχει λόγος για κάτι τέτοιο. Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω.- Απάντησε η φωνή και έκλεισε το τηλέφωνο. Ο Σωτήρης άναψε τσιγάρο και βημάτισε πάνω κάτω στο δωμάτιο. Ένιωθε το αίμα να βράζει μέσα στο σώμα του.  Έπρεπε να φύγει  από εκείνο τον τόπο. Αν έπαιζε καλά το χαρτί του. Με την Λίνα δεν ήθελε στα αλήθεια να χωρίσει. Του εξασφάλιζε σταθερότητα και σιγουριά. Θα μπορούσε και με την δουλειά του να κατευθύνει έτσι τα πράγματα ώστε να πάρει μετάθεση για τον τόπο που ήθελε εκείνος, να βρίσκεται. Άλλωστε η Λίνα είχε τους δικούς της εκεί. Τα ξαδέρφια , τους γονείς και την αδερφή της την Δήμητρα. Θα μπορούσε και εκείνη να πούλαγε το μαγαζί και να άνοιγε ένα άλλο στον τόπο της. Έτσι όλοι θα ήταν ευτυχισμένοι και εκείνος επιτέλους θα είχε αυτό που ήθελε. Ναι έπρεπε να μεθοδεύσει τα πράγματα και να ρίξει στάχτη στα μάτια της γυναίκας του. Θα γινόταν πάλι γλυκός και ερωτευμένος σύζυγος. Η Λίνα τον αγαπούσε αληθινά. Εκείνος όχι. Την είχε απλά ανάγκη. Συμβίωνε μαζί της. Ο Σωτήρης έσβησε το τσιγάρο του και μπήκε στο μπάνιο. Θα κατέστρωνε το σχέδιο του, έτσι ώστε όλα να έρθουν  όπως τα ήθελε εκείνος. Άνοιξε το ντους και το νερό έτρεξε ζεστό στο σώμα του.

Μια εβδομάδα μετά η Αγγελική ήταν στο ιατρείο της.
- Έχετε ανεβασμένο πολύ το σάκχαρο σας. Θα πρέπει να ακολουθήσετε την δίαιτα που σας έδωσε ο διαιτολόγος σας και τα φάρμακα που σας έγραψα εγώ για να το ρυθμίσετε. Θα αγοράσετε και μια μικρή συσκευή που μετρά το σάκχαρο και μέρα παρά μέρα θα το μετράτε. Αν ακολουθήσετε τις οδηγίες μου θα έχουμε καλά αποτελέσματα. Θέλει προσοχή αυτή η πάθηση. Είναι ύπουλη.- Είπε σε έναν ασθενή της η Αγγελική.
- Σας ευχαριστώ πολύ γιατρέ μου.-
- Να πάτε στο καλό.- Του απάντησε εκείνη και ο ασθενής βγήκε από το ιατρείο. Η ώρα ήταν εννιά το βράδυ και η Αγγελική κατάκοπη σωριάστηκε στο γραφείο της. Ευτυχώς που δεν υπήρχαν άλλοι ασθενείς και έτσι φόρεσε το παλτό της, πήρε την τσάντα της , κλείδωσε το ιατρείο και βγήκε έξω. Μπήκε στο αμάξι της και  έβαλε μπροστά τη μηχανή.  Δεν ήθελε να πάει στο σπίτι της και έτσι αποφάσισε να πάει μια βόλτα ως το δάσος που εκτεινόταν έξω από το κέντρο της πόλης. Η νύχτα ήταν κρύα και ήσυχη. Ελάχιστα αυτοκίνητα υπήρχαν στους δρόμους . Η  Αγγελική έκανε αυτή την διαδρομή πολύ συχνά. Την ξεκούραζε η γαλήνη του τοπίου. Το δάσος  ήταν πολύ κοντά στην θάλασσα που περιστοίχιζε την πόλη. Η εναλλαγή του πράσινου με το μπλε επιδρούσε χαλαρωτικά επάνω της. Λίγη ώρα αργότερα σταμάτησε το αυτοκίνητο και έσβησε τα φώτα. Έκλεισε τα μάτια της για να μπορέσει να ξεκουράσει το μυαλό της, από τα γεγονότα της ημέρας και κυρίως αυτά της δουλειά της. Η Αγγελική αγαπούσε τους ανθρώπους και η απόφαση της να γίνει γιατρός ήταν αναμενόμενη. Ο πατέρας της ήταν διακεκριμένος χειρούργος στην πόλη που ζούσαν και η μητέρα της παιδίατρος. Εκείνη έγινε παθολόγος και όταν πήρε το πτυχίο της έκανε το αγροτικό της σε κάποιο ορεινό χωριό, για να γυρίσει στον τόπο της και να μπει στο νοσοκομείο υπό την επίβλεψη του πατέρα της , που ήταν πια διευθυντής εκεί. Η μητέρα της διατηρούσε το ιατρείο της για χρόνια ολόκληρα στο κέντρο της πόλης. Είχε όμως βγει νωρίς στη σύνταξη. Ήταν μια ευτυχισμένη οικογένεια που είχε ένα μελανό σημείο. Τον αδερφό της τον Στέφανο. Μικρότερος από την Αγγελική, μεγάλωσε όπως και εκείνη σε ένα πλούσιο περιβάλλον που δεν του είχε στερήσει το παραμικρό. Η μητέρα τους συνήθιζε να του έχει μεγάλη αδυναμία και πίστευε πως ο μοναχογιός της μεγαλώνοντας θα ακολουθούσε το επάγγελμα του γιατρού και θα διακρινόταν στην ειδικότητα που θα επέλεγε. Όμως τίποτα από τα όνειρα δεν πραγματοποιήθηκε. Ο Στέφανος από την εφηβεία του, άρχισε να περιφρονεί τον πλούτο, την άνετη ζωή, τις δημόσιες σχέσεις, την εξουσία. Ήταν ένας επαναστάτης της κοινωνίας, που δεν έμπαινε σε καλούπι και δεν υιοθετούσε τις κοινωνικές αντιλήψεις. Μετά το λύκειο ασχολήθηκε με τους υπολογιστές  και σπούδασε στην Αγγλία λίγα χρόνια δημοσιογραφία. Γύρισε στην Αθήνα και στην αρχή δούλεψε σε μια μικρή εφημερίδα γράφοντας πολιτικά άρθρα. Ήταν πολύ αιχμηρά και συνήθως έβριζε εκείνους που είχαν την δύναμη και την εξουσία στα χέρια τους. Ήταν πάντα με το μέρος των φτωχών και άπορων. Μισούσε το σύστημα και τις διάφορες κλίκες που συνήθως μάζευαν στους κόλπους τους όλων των ειδών τα πλούσια φρικιά. Στην Αθήνα άρχισε να κάνει παρέες μέσα από το περιθώριο. Ναρκομανείς, γκέι, άστεγοι, μαφιόζοι , και βαποράκια. Μέσα από εκεί βρήκε και τον πρώτο του έρωτα. Έναν γκέι ναρκομανή τον Μανόλη.  Τον εγκατέστησε στο διαμέρισμα του στην πρωτεύουσα και εκεί έζησαν μαζί τρία χρόνια. Λίγο μετά έφυγε από την εφημερίδα και για μικρό χρονικό διάστημα δούλεψε στις οικοδομές σαν ανειδίκευτος εργάτης. Χρειαζόταν λεφτά για να συντηρεί τον Μανόλη  και να του εξασφαλίζει την δόση του. Ο Μανόλης  μια μέρα πέθανε. Τον βρήκε σε ένα σοκάκι λίγα τετράγωνα από το διαμέρισμα τους.  Είχε πάρει υπερβολική δόση. Τον έθαψε μιας και ο φίλος του  ήταν ορφανός και ξενοίκιασε το διαμέρισμα.  Για λίγο καιρό έμεινε με το πρώην αγόρι του Μανόλη. Ο Στέφανος χρειαζόταν μια στήριξη και εκείνος που τον είχε ερωτευθεί του την προσέφερε. Ο Στέφανος βέβαια ποτέ δεν αγάπησε εκείνο τον άντρα. Έζησαν μαζί λίγους μήνες και μετά  γνώρισε τον Γιώργο. Ερωτεύθηκαν με την πρώτη ματιά και εκείνος του ζήτησε να μείνουν μαζί στην δική του γκαρσονιέρα. Τα δυο – τρία πρώτα χρόνια κύλισαν ευτυχισμένα και μετά εντελώς ξαφνικά ο Στέφανος που όλο εκείνο το διάστημα ήταν άνεργος άρχισε να πίνει και να ξενυχτά.  και να γυρίζει το πρωί στο σπίτι τύφλα στο μεθύσι. Τη ήταν αυτό που είχε επιφέρει μια τόσο ραγδαία αλλαγή στη συμπεριφορά του; Αυτό το γνώριζε μόνο ο ίδιος. Η Αγγελική δεν μπορούσε να φανταστεί τι έκρυβε ο αδερφός της. Δεν ήξερε τίποτα για την ζωή του, όσα χρόνια εκείνος ζούσε στην Αθήνα. Μπορούσε μόνο να ελπίζει πως ο Στέφανος  θα διόρθωνε τις ατέλειες του εσωτερικού του κόσμου. Άνοιξε τα μάτια της. Η ώρα είχε πάει δέκα το βράδυ και εκείνη έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι της. Άναψε την μηχανή του αυτοκινήτου και έβαλε την πρώτη ταχύτητα. Το αμάξι ξεκίνησε και η Αγγελική με αναμμένα τα φώτα έκανε στροφή για να πάρει τον δρόμο που θα την γύριζε πίσω στην πόλη. Και τότε ήταν που την είδε. Την είδε καθαρά και τσίμπησε τον εαυτό της μήπως και έβλεπε κάποιο κακό όνειρο. Μόνο που δεν ήταν όνειρο, αλλά η πικρή , σκληρή πραγματικότητα. Η Αγγελική όταν πήγαινε βόλτα στο δάσος συνήθως διάλεγε μια συγκεκριμένη διαδρομή. Έφευγε από την πόλη και κατευθυνόταν με τον κεντρικό δρόμο στο δάσος. Σπάνια διάλεγε την διαδρομή με τον χωματόδρομο μέσα από τα δέντρα. Οι περισσότεροι την απέφευγαν τα βράδια γιατί φοβόντουσαν. Αν και η πόλη ήταν ήσυχη , κατά καιρούς κάποια κρούσματα κλεψιάς είχαν εμφανιστεί. Εκείνο όμως το κρύο βράδυ η Αγγελική εντελώς ασυναίσθητα μπήκε μέσα στα πεύκα και ακολούθησε τον χωματόδρομο.  Καθώς τα φώτα του αμαξιού πήγαιναν πάνω κάτω από κάποιες λακκούβες και πέτρες, κάποια στιγμή έπεσαν επάνω σε ένα  αυτοκίνητο. Καθώς η Αγγελική το προσπερνούσε ένα γυναικείο κεφάλι πρόβαλε μέσα από το κλειστό παράθυρο του άγνωστου αυτοκινήτου. Και η Αγγελική είδε την Σοφία. Την γυναίκα του ξαδέρφου της του Βασίλη. Ανέπτυξε ταχύτητα και μέσα από το καθρέφτη του αυτοκινήτου της , η Αγγελική είδε μια αντρική φιγούρα να βγαίνει από το πίσω κάθισμα του άλλου αμαξιού και τα κατάλαβε όλα. Η Σοφία είχε εραστή. Όταν η Αγγελική έφτασε στο σπίτι της έμεινε για λίγο μέσα στο αυτοκίνητο. Δεν μπορούσε από το σοκ να βγει έξω. Η Σοφία είχε γκόμενο και έκανε έρωτα μέσα στο δάσος. Και αν την ξεγέλασαν τα μάτια της και δεν ήταν αυτή; Μπήκε γρήγορα στο σπίτι , έβγαλε τα ρούχα της και προχώρησε στο μπάνιο.
Πίσω στο δάσος η Σοφία με τον Γιάννη τελείωναν  με βογκητά την ίδια στιγμή. Ο Βασίλης ήταν ακόμα στο μαγαζί του. Ετοίμαζε τις αυριανές παραγγελίες  που
θα έπρεπε να παραδώσει. Τα Χριστούγεννα θα ερχόντουσαν  σε λίγο καιρό και η ζήτηση αλκοόλ από τα μαγαζιά και τα μπαρ της πόλης ήταν μεγάλη. Οι περισσότεροι επαγγελματίες αγόραζαν ποτά από την κάβα του. Ο Βασίλης ήταν ευγενικός και προσιτός με τους πελάτες. Αφού σιγουρεύτηκε πως την επόμενη όλα θα ήταν έτοιμα, κλείδωσε το μαγαζί και έφυγε για το σπίτι του. Η Σοφία  είχε φτάσει δέκα λεπτά νωρίτερα και είχε μπει στο μπάνιο. Ήταν λίγο ταραγμένη. Κάποιο αμάξι την ώρα που έκανε έρωτα με τον Γιάννη τους είχε ρίξει τα φώτα του. Δεν μπόρεσε να δει τι αμάξι ήταν ούτε και ποιος το οδηγούσε  αλλά είχε προσέξει πως έλειπε ο δεξιός καθρέφτης του. Σκεφτόταν πως ίσως την είχε αναγνωρίσει ο οδηγός.  Όποιος και αν οδηγούσε το αμάξι είδε μόνο εκείνη. Καθώς  έκανε μπάνιο  η Σοφία  έπεισε τον εαυτό της να μην ανησυχεί. Άλλωστε η όλη σκηνή είχε διάρκεια δυο δευτερολέπτων. Ακόμα και αν την είχαν αναγνωρίσει  δεν θα μπορούσαν να ήταν σίγουροι εκατό τις εκατό. Βγήκε από το μπάνιο και μάζεψε  τα πλούσια μαλλιά της. εκείνη την ώρα ο Βασίλης έμπαινε στο σπίτι και εκείνη τον καλοδέχτηκε και τον φίλησε. Η Αγγελική στο κρεβάτι της δεν μπορούσε να κοιμηθεί.

Ο Στέφανος λάδωνε τις πίτες στο σουβλατζίδικο που δούλευε. Ήταν δέκα και είκοσι το βράδυ μιας καθημερινής. Ο συνάδελφος του ο Γρηγόρης έψηνε δίπλα του χοιρινά σουβλάκια καλαμάκι. Ήταν και οι δυο τους μούσκεμα από τον ιδρώτα. Το πουκάμισο του Στέφανου είχε κολλήσει επάνω του. Ο Γρηγόρης του έριχνε κλεφτές ματιές που όμως έκρυβε επιμελώς για να μην γίνει αντιληπτός από τον Στέφανο και πολύ περισσότερο στους υπόλοιπους συναδέλφους του μαγαζιού. Υπήρχαν τρεις γυναίκες ακόμα και δυο αγόρια που δούλευαν εκεί και μοιραζόντουσαν τα διάφορα πόστα. Πλυντήρια, κουζίνα, πατάτες, πίτες, παραγγελίες για έξω και παραγγελίες για όσους έτρωγαν μέσα στο μαγαζί , ταμείο. Ο Στέφανος όταν ξεκίνησε να δουλεύει εκεί έψηνε τις πίτες και ήταν στις πατάτες. Μέρα με την μέρα έμαθε να φτιάχνει το κοκορέτσι  και να κόβει τον γύρο. Βρήκε την δουλειά πολύ ενδιαφέρουσα και απόχτησε φιλικές σχέσεις με τους συναδέλφους του. Όλοι τον αγκάλιασαν και τον δέχτηκαν σαν δικό τους. Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού  ήταν ένας απλός και ευχάριστος εξηντάρης. Είχε μια κόρη που ήταν παντρεμένη στην Γερμανία. Εκείνος ζούσε ήσυχα με την γυναίκα του πάνω από το μαγαζί του και φερόταν σαν πατέρας στους υπαλλήλους του. Ο Στέφανος ήταν ευχαριστημένος με τον εαυτό του. Είχε την δική του δουλειά , τα δικά του λεφτά και είχε μειώσει το αλκοόλ. Έπινε καμιά μπίρα συνήθως τις καθημερινές στο σπίτι του , μιας και το Σαββατοκύριακο είχαν πολύ δουλειά στο μαγαζί που έκλεινε μετά τις μία το βράδυ. Όλα κυλούσαν καλά για τον Στέφανο εκτός από τα επίμονα τηλεφωνήματα εκείνου. Δεν ήθελε με τίποτα να τον δει. Του θύμιζε το κακό του παρελθόν. Αν μπορούσε να εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης θα το έκανε. Όμως δεν γινόταν να τον αποφεύγει για πάντα. Κάποια στιγμή θα τον αντιμετώπιζε. Αυτό όμως που τον κούραζε ήταν να τον κρύψει από όλους. Αυτό ήταν το πιο δύσκολο. Ιδρώτας έπεσε από το πρόσωπο στο μουσκεμένο πουκάμισο του Στέφανου. Σήκωσε το κεφάλι του από τις πίτες που έψηνε και είδε τον Γρηγόρη να του δίνει ένα κομμάτι χαρτί κουζίνας , για να σκουπιστεί. Το πήρε χωρίς να του πει ένα ευχαριστώ. Ο Γρηγόρης του χαμογέλασε και συνέχισε με την δική του δουλειά , στο διπλανό πόστο. Ο Στέφανος δεν κατάλαβε τίποτα. Ήταν πολύ απορροφημένος με τις σκέψεις του. Το τελευταίο που χρειαζόταν εκείνη την στιγμή ήταν το σεξ. Τον απασχολούσαν σοβαρότερα θέματα.

- Πότε θα σε δω;-
- Όποτε θέλεις εσύ.-
- Να έρθω αύριο το πρωί; Θα φύγω για καμιά ώρα από το γραφείο.-
- Πάλι στα γρήγορα θα το κάνουμε;-
- Βρε κορίτσι μου δεν γίνεται αλλιώς.-
- Θέλω να μου αφιερώνεις περισσότερο χρόνο Γιώτα . Τον χρειαζόμαστε.-
- Μακάρι Έλενα να μπορούσα να είμαι μαζί σου όλη την ημέρα. Εσύ μπορείς; Έχεις οικογένεια , παιδί.-
-Τώρα αυτό θα μου κοπανάς; Ξέρω πολύ καλά τι έχω. Απλά μου λείπεις. –
- Ωραία. Πες μου λοιπόν τι θέλεις να κάνω. Ότι θέλεις εσύ.-
- Θέλω να βρούμε ένα τρόπο έτσι ώστε να βρισκόμαστε πιο συχνά. Να βγαίνουμε για φαγητό , να πηγαίνουμε για ψώνια.-
- Ναι. Και να το κάνουμε στα εστιατόρια η στα μαγαζιά όταν θα αλλάζουμε ρούχα.-
- Αυτό τώρα ήταν αστείο Γιώτα ;-
- Όχι μωρό μου. Απλά δεν είναι τόσο εύκολα τα πράγματα. Δεν ζούμε στην Ευρώπη και οι γάμοι μεταξύ των γκέι  δεν γίνονται σε καμία περίπτωση στην Ελλάδα.-
- Δεν είμαι γκέι.-
- Εντάξει. Μαζί σου. Ούτε και εγώ είμαι. Τώρα το λύσαμε;-
- Όχι βέβαια.-
- Ε! τότε μπορούμε να το πούμε σε όλους. Ξέρετε αγαπιόμαστε και θα θέλαμε την ευχή σας. Αυτό πως σου φαίνεται;-
- Αμάν Γιώτα . Δηλαδή τι να σου πω; Ξέρεις πώς να με βγάζεις από τα ρούχα μου.-
- Αυτό να το πάρω σαν πρόσκληση; - Απάντησε εκείνη και γέλασε.
- Κάθαρμα. Αύριο στις δέκα να είσαι εδώ.- Της είπε η Έλενα και έκλεισε το τηλέφωνο. Η Γιώτα  χαμογέλασε. Άναψε τσιγάρο και έβαλε ένα ουίσκι με πάγο να πιει. Κάθισε στον καναπέ του σπιτιού της και σταύρωσε τα καλλίγραμμα πόδια της. Ένιωθε πως το αύριο αργούσε πολύ. Ήπιε μια γουλιά και κοίταξε το ταβάνι. Αγαπούσε πολύ την Έλενα , μόνο που δεν ήταν εύκολο. Αναρωτήθηκε τι θα έφερνε το μέλλον και έκλεισε τα μάτια της.
- Μαμά θα στολίσεις το ίδιο δέντρο φέτος;-
- Γιατί τι έχει;-
- Μια χαρά είναι. Έτσι ρώτησα.-
- Το ίδιο Ελισάβετ μου. Άλλωστε μόνο δυο χρόνια το έχω. Εσύ θα στολίσεις στο σπίτι σου;-
- Μα και βέβαια. Η  Λώρα το περιμένει πως και πως. Κάθε χρόνο όταν το στολίζω πάει και κοιτάζει τα φώτα. Κουνά πέρα δώθε το κεφάλι της και μετά πέφτει κάτω και μασουλά τις ψεύτικες πευκοβελόνες. Έχει πολύ γούστο να την βλέπεις.-
- Την αφήνεις και μπαίνει στο σαλόνι; Ζώο είναι θα σου κάνει καμιά ζημιά.-
- Η Λώρα είναι εκπαιδευμένη γάτα. Είναι μια κυρία.-
- Ξέρεις τι σκεφτόμουν για φέτος;-
- Τι μαμά;-
- Ένα ρεβεγιόν εδώ στο σπίτι. Έχω δυο χρόνια να κάνω.-
- Ωραία θα είναι. Να μαζευτεί η οικογένεια και το σόι , με τους φίλους. Αλλά δεν θα κουραστείς βρε μαμά;-
- Έτσι είναι αυτά τα πράγματα. Κουράζεσαι αλλά το ευχαριστιέσαι.-
- Εντάξει τότε. Θα αρχίσω να κάνω τα τηλεφωνήματα για να τους κλείσω όλους. Δεν έχουμε πολύ χρόνο. Την άλλη εβδομάδα έχουμε την γέννηση του Χριστού.-

Λίγες μέρες μετά ο Βασίλης μιλούσε στο τηλέφωνο με έναν προμηθευτή , όταν μπήκε στο μαγαζί η Αγγελική. Ο Βασίλης έκλεισε γρήγορα το τηλέφωνο.
- Καλώς την. Που χάθηκες γιατρέ μου;- της είπε χαρούμενα την αγκάλιασε και φιλήθηκαν σταυρωτά.
- Τώρα θα με πιστέψεις  αν σου πω ότι δεν έχω χρόνο ούτε για να φάω;-
- Όχι βέβαια. Πάντα ήσουν μεγάλη ψεύτρα.- Απάντησε εκείνος γελώντας.
- Τώρα είσαι άδικος ξάδερφε. Λοιπόν πέρασα να σε δω , γιατί πρώτον μου έλειψες και δεύτερον γιατί η θεία η Αθηνά  μας κάλεσε για ρεβεγιόν την επόμενη εβδομάδα  το βράδυ των Χριστουγέννων.-
- Περσινά ξινά σταφύλια. Το έμαθα. Μου το είπε η Ελισάβετ.-
- Δεν πιστεύω να μην έρθεις;-
- Δε θα το έχανα με τίποτα.-
- Να ζούσαν μόνο και οι γονείς σου.-
- Ήταν καλοί άνθρωποι , αλλά έφυγαν γρήγορα. Λοιπόν ξαδέλφη θα καθίσεις λίγο; Να πιούμε ένα καφέ.-
- Για αυτό ήρθα. Η Σοφία είναι καλά; Καιρό έχω να την δω.- Του είπε αδιάφορα εκείνη και κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα στο γραφείο του.
- Πολύ δουλειά και αυτή. Το πρωί ασχολείται με το σπίτι και το απόγευμα ξεκινά το φροντιστήριο. Έρχεται στις έντεκα το βράδι . – Της απάντησε καθώς έφερνε τους καφέδες. Η Αγγελική  άναψε ένα από τα λεπτά της τσιγάρα. Ο καπνός απλώθηκε στον χώρο.
- Πως τα πας με την δουλειά Βασίλη μου;-
- Δόξα το θεό  Αγγελική μου. Δεν έχω παράπονο. Με προτιμούν πολλοί. Άλλο όμως με απασχολεί εμένα.-
- Έγινε κάτι;-
- Όχι Αγγελική μου. Σκεφτόμουν όμως πως λίγα  χρόνια παντρεμένος και ακόμα να αποκτήσω ένα παιδί. Θα ήθελα πολύ να αποκτήσω ένα με την Σοφία.-
Η Αγγελική δαγκώθηκε. Ο αγαπημένος της ξάδερφος δεν είχε την παραμικρή ιδέα για τις νυχτερινές δραστηριότητες της γυναίκας του. Ποιος βέβαια και να το φανταζόταν; Η Σοφία ήταν πάντα πολύ τυπική και ευχάριστη. Δεν έδειχνε τίποτα. Η Αγγελική αναρωτήθηκε. Να ήταν όλα αυτά προπέτασμα καπνού; Υπήρχε η πιθανότητα να μην γνώριζε κανείς την αληθινή Σοφία;
- Αυτά είναι και λίγο τυχερά Βασίλη μου. Το έχεις συζητήσει με την γυναίκα σου;-
- Για να σου πω την αλήθεια , κάθε φορά που το ανέφερα μάλλον αρνητική την έβλεπα. Έχω το φροντιστήριο και δεν προλαβαίνω μου λέει. Και δεν την αδικώ. Όλη την ημέρα με παιδιά είναι και κουράζεται. Που να κάνει και δικό της.-
- Δεν σας πήρανε και τα χρόνια Βασίλη μου. Έχετε καιρό ακόμα.-
- Μα σχεδόν είμαι τριάντα εννιά βρε Αγγελική; Και η Σοφία είναι τριάντα έξι.-
- Οι άντρες κάνουν παιδιά και στα εβδομήντα τους. Τι σε έπιασε τώρα το άγχος;-
- Δεν είναι άγχος. Ανάγκη είναι. Ένα μωρό θα το ήθελα και είναι περίεργο που το βιολογικό ρολόι της Σοφίας δεν έχει χτυπήσει συναγερμό. Τέλος πάντων. Ο Στέφανος μαθαίνω πως έχει στρώσει. Είναι καλό αυτό και χαίρομαι που ζει εδώ μαζί μας.-
- Ναι και η μαμά με τον μπαμπά είναι πιο χαλαροί. Εδώ ξέρεις τον βλέπουμε και τον προσέχουμε. Στην Αθήνα ήταν ανάμεσα σε ξένους. Εσύ του έχεις μιλήσει; Τον είδες καθόλου;-
- Πήγα μια μέρα στο σουβλατζίδικο και αγόρασα φαγητό. Μου μίλησε και ήταν πώς να στο πω. Άλλος άνθρωπος. Κεφάτος , και καταδεκτικός. Δούλευε και απολάμβανε αυτό που έκανε. Χαίρομαι για αυτόν. Κάποια στιγμή έπρεπε να στρώσει.-
- Μόνο να κρατήσει Βασίλη. Μόνο να κρατήσει.-
- Φοβάσαι Αγγελική;-
- Δεν στο κρύβω πως ναι. Ο αδερφός μου είναι περίεργος άνθρωπος. Η διάθεση του και οι πράξεις του αλλάζουν συνέχεια. Ποτέ δεν ξέρεις τι θα κάνει. Απλά εύχομαι αυτή τη φορά η αλλαγή να κρατήσει. Λοιπόν φεύγω. Σε ευχαριστώ για τον καφέ.-
- Εγώ χάρηκα που σε είδα και τα είπαμε. Την άλλη εβδομάδα στο τραπέζι της θείας θα το κάψουμε έτσι;- Της απάντησε αγκαλιάστηκαν και η Αγγελική έφυγε από το μαγαζί γεμάτη σκέψεις. Ήταν η μόνη που ήξερε ένα φρικτό μυστικό. Η Σοφία πήγαινε με άλλο άντρα. Δεν γνώριζε όμως ποιος ήταν. Έβαλε μπρος την μηχανή του αυτοκινήτου και ξεκίνησε για το ιατρείο της.

Το βράδυ των Χριστουγέννων  στο σπίτι της Αθηνάς και του Κώστα τα πάντα έλαμπαν και ήταν γιορτινά. Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο πελώριο και φωταγωγημένο σε μια γωνιά του σαλονιού καμάρωνε για τα πλούσια στολίδια του. Μέσα στο σπίτι οι καλεσμένοι είχαν φτάσει και συνομιλούσαν από εδώ και από εκεί. Η Αθηνά και η Ελισάβετ πηγαινοέρχονταν να τους καλωσορίσουν, να τους κεράσουν κάποιο γλυκό η να φτιάξουν ποτό για κάποιους άλλους. Στο σαλόνι που βρισκόταν στρωμένο το μεγάλο τραπέζι καθόντουσαν και συζητούσαν ο Στέφανος με τον Βασίλη σε ένα καναπέ , ο Ιάσωνας με την Έλενα και τον γιό τους σε έναν άλλο , ενώ όρθιοι ήταν ο Κώστας με την Ανθή την μικρότερη αδερφή της γυναίκας του και η Αγγελική με την Σοφία, που έπιναν ένα ποτό καπνίζοντας. Στο καθιστικό είχαν πιάσει κουβέντα η Ελισάβετ με την Γιώτα και ο Μάρκος με την Βούλα. Εκείνη την στιγμή χτύπησε το κουδούνι της εισόδου και η Ελισάβετ πήγε να ανοίξει. Ο Παύλος ντυμένος με ένα μαύρο κοστούμι μπήκε μέσα κρατώντας μια ακριβή σαμπάνια.
- Μωρό μου καλησπέρα. Στις ομορφιές σου είσαι.- Είπε στην Ελισάβετ  και την φίλησε στα χείλη.
- Και εσύ δεν πας πίσω. Μου φαίνεται πως πρέπει να ζηλέψω.- Του απάντησε όλο νάζι και εκείνος την έπιασε από την μέση και μπήκαν στο σαλόνι.
- Και πως τα πας με το φροντιστήριο Σοφία μου; - Ρώτησε η Αγγελική
- Καμιά διαφορά. Κούραση και τίποτα άλλο Αγγελική μου. Έχω βέβαια ακόμα δυο καθηγήτριες , αλλά  όταν έχεις τόσα τμήματα δεν βρίσκεις ώρα για χαλάρωση. Η δουλειά μου τα τελευταία χρόνια  είναι αλήθεια πως πάει καλά. Η πελατεία έχει αυξηθεί.-
- Ναι μου το είπε και ο Βασίλης. Καλά βρίσκεστε. Τώρα όμως είναι ο καιρός και για ένα μωρό. Τι λες; Τόσα χρόνια πέρασαν που είσαστε παντρεμένοι. Ακόμα στα μέλια είσαστε; - Είπε εκείνη χαριτολογώντας. Η Σοφία έδειξε πως δυσανασχέτησε με την ερώτηση. Ήπιε λίγο από το ουίσκι της και άναψε τσιγάρο.
- Τι να σου πω Αγγελική. Το παιδί δεν το έχω σκεφτεί. Δεν έχω χρόνο και αυτά τα πράγματα θέλουν ένα προγραμματισμό.-
- Δίκιο έχεις αλλά και ποιος έχει; Παλιά καμιά γυναίκα δεν δούλευε. Ήταν όλη την ημέρα στο σπίτι να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Τώρα οι γυναίκες έχουμε τις καριέρες μας ,τα  λεφτά μας. Όλη την ημέρα στους δρόμους είμαστε. Τα μωρά αποτελούν παρελθόν.-
- Και εγώ έτσι το βλέπω Αγγελική.-
- Ο Βασίλης τι λέει; Συμφωνεί;-
- Ο ξάδερφος σου θέλει παιδιά. Κάθε άντρας σε αυτή την ηλικία αυτό σκέφτεται. Θα δω τι θα κάνω με αυτό το ζήτημα. Όχι πως το έχω αποκλείσει, αλλά δεν είμαι και απόλυτα σίγουρη.- Απάντησε εκείνη και έφυγε από κοντά της. Η Αγγελική είπε από μέσα της.
- Βέβαια. που να βρεις χρόνο για παιδί; Δεν σε αφήνει ο γκόμενος παλιοβρόμα. Ο καημένος ο Βασίλης. Δεν είναι δίκαιο για εκείνον. Θα σε προσέχω Σοφία. Στο μέλλον θα βγουν πολλά στη φόρα.- Η Αγγελική πήγε στην κουζίνα. Εκεί οι δυο θείες και η μητέρα της ετοίμαζαν τις σαλάτες και έβαζαν σε πιατέλες το κρέας και τα υπόλοιπα φαγητά.
- Α! εδώ λοιπόν μαζεύτηκαν όλα τα καλά κορίτσια; Ήρθα να σας βοηθήσω. Θεία Ανθή εσένα σπάνια σε βλέπω. Που χάθηκες;- Της είπε και την φίλησε.
- Κοριτσάκι μου δεν έχω χρόνο. Βλέπεις το ανθοπωλείο δεν σου αφήνει πολλά περιθώρια. Ακόμα και τις Κυριακές ανοιχτά είμαστε.-
- Δεν θα έπρεπε όμως και εσύ να χαλαρώσεις λίγο; Τόσα χρόνια δουλεύεις και δεν ξεκουράζεσαι. Ο Ιάσωνας δόξα το θεό παντρεύτηκε . Έκανε οικογένεια.-
- Ναι αλλά τώρα έχω τον εγγονό μου. Να μην του εξασφαλίσω ένα άνετο μέλλον; Του βάζω λεφτά στην άκρη. Θα μεγαλώσει, θα σπουδάσει, θα πάει στο στρατό….-
- Θεία μου έλεος πια , φτάνει. Ακόμα νιάνιαρο είναι.-
- Ναι αλλά πριν το καταλάβεις θα έχει γίνει δυο μέτρα άντρας Αγγελική μου.-
- Θέλω να μην κουράζεσαι πολύ. Τα χρόνια περνάνε , δεν είσαι πια κοριτσάκι. Δεν είναι ανάγκη να σηκώνεσαι από τα άγρια χαράματα.-
- Όχι δεν είναι αλλά Αγγελική μου έτσι έχω συνηθίσει. Κακό πράγμα η συνήθεια.- Της απάντησε εκείνη γελώντας.
- Θεία Αθηνά τι να κάνω εγώ; Να κόψω καμιά σαλάτα; Να φτιάξω τα φαγητά;-
- Τίποτα κουκλίτσα μου. Απλά όταν θα στρωθούμε στο φαγητό θα μας προσέχεις μη τυχόν και σκάσουμε. Γιατρός είσαι και θα μας κάνεις καλά.- Της είπε η Αθηνά και γέλασαν όλες τους.
- Είσαστε και οι τρεις σας απίστευτες. Σας αφήνω να τα βγάλετε πέρα μόνες σας.- Τους απάντησε η Αγγελική και πήγε στο σαλόνι να βάλει ακόμα μια δόση ουίσκι.
Πίσω στην κουζίνα οι τρεις αδερφές συνέχιζαν το έργο τους.
- Βούλα μου τον Στέφανο μια χαρά τον είδα.- Είπε η Ανθή μόλις η Αγγελική βγήκε από το δωμάτιο.
- Ναι. Τι να πω. Δείχνει και φέρεται σαν άνθρωπος πια. Δουλεύει , κοιμάται νωρίς , δεν πίνει. Παρακαλώ το θεό να κρατήσει τον γιό μου σε αυτή την ευθεία.

Φοβάμαι μη λοξοδρομήσει πάλι.-
- Έλα τώρα. Θα πρέπει να είσαι αισιόδοξη με τον Στέφανο.- Πετάχτηκε η Αθηνά ενώ έβαζε σε μια πιατέλα τα κομμάτια από ψητό αρνί.
- Ναι αυτό να κάνεις Βούλα. Να μείνεις αισιόδοξη. Έχει δίκιο η Αθηνά.- Συνέχισε η Ανθή.
- Δε μου μένει να κάνω και τίποτα άλλο αδερφούλα μου.  Είπε  η Βούλα.
- Η Ελισάβετ μας λάμπει σήμερα Αθηνά μου. Και ο Παύλος δεν πάει πίσω. Είναι ωραίο ζευγάρι-
- Ωραίο είναι , γάμο δεν βλέπω  Βούλα.-
- Νωρίς είναι ακόμα. Λίγο καιρό είναι μαζί.- Της απάντησε εκείνη.
- Τα χρόνια περνάνε , αλλά η κόρη μου ούτε να ακούσει για γάμο.-
- Έτσι είναι τώρα οι νέοι. Η ζωή έχει αλλάξει. Δεν είναι όπως παλιά. Δεν θυμάστε που εγώ παντρεύτηκα τον προκομμένο στα δεκαέξι μου; Και τι κατάλαβα; Καλύτερα να μεγαλώσουν αρκετά να πήξει το μυαλό τους.- Είπε η Ανθή.
- Σε παράτησε όταν ο Ιάσωνας ήταν τεσσάρων  χρονών. Αναγκάστηκες να δουλέψεις μόνη σου και να τα βγάλεις πέρα.- Της είπε η Βούλα.
- Για αυτό και έφερα την περίπτωση μου για παράδειγμα στην Αθηνά.- Συνέχισε η Ανθή.
- Θυμάμαι τον μπαμπά και τη μαμά όταν παντρεύτηκες , αμέσως μετά την μεγαλύτερη μας αδερφή ,τη συχωρεμένη την Βασιλική. Έλεγαν πως αντί να φύγουμε και εμείς οι δυο έφυγε το νιάνιαρο. Και αν μου μείνουν στο ράφι τι θα τις κάνω; Φώναζε ο μπαμπάς – Είπε  η Αθηνά και γέλασαν μεταξύ τους.
- Τι πίνεις;-
- Κρασί. Εσύ;-
- Μια βότκα με πάγο. Ωραίο φόρεμα. Σου πάει πολύ.-
- Και εσένα το σύνολο  που φοράς. Είσαι πολύ κομψή. Αν δεν σε πειράζει θα ήθελα να πάμε λίγο στην τουαλέτα. Θέλω να σου πω κάτι.- Είπε η Έλενα και η Γιώτα  την ακολούθησε. Μπαίνοντας στην τουαλέτα η Έλενα κλείδωσε την πόρτα και έπεσε με δύναμη επάνω στην Γιώτα. Την στρίμωξε σε μια γωνία  και άρχισε να την φιλά.
- Σταμάτα Έλενα τρελάθηκες; Σταμάτα λίγο κορίτσι μου να πάρω μια ανάσα.- Είπε σιγά εκείνη  για να μην ακουστεί. Λαχανιασμένη η Έλενα απομακρύνθηκε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Έστρωσε τα μαλλιά της και έβγαλε από την τσάντα της το κραγιόν. Άρχισε να βάφει ήρεμη τα όμορφα χείλη της. Η Γιώτα είχε μείνει άφωνη να την κοιτάζει.
- Δε μου λες είσαι καλά;- Την ρώτησε.
- Και βέβαια. Εσύ;-
- Προσπαθώ, αλλά δεν με αφήνεις.-
- Πολύ δύσκολη έχεις γίνει τον τελευταίο καιρό. Χαλάρωσε.-
- Για να καταλάβω. Με έφερες στην τουαλέτα για να κάνουμε έρωτα; Με όλο σου το σόι στο σπίτι; Μα που το έχεις το μυαλό σου;-
- Σε σένα βέβαια. είμαι έτοιμη πάμε.- Της απάντησε ξεκλείδωσε την πόρτα και βγήκε έξω. Η Γιώτα με χέρια που έτρεμαν άναψε τσιγάρο και πήγε στο καθιστικό.

Έβαλε μια δόση κρασί και το ήπιε γρήγορα. Λίγο αργότερα η φωνή της Αθηνάς ακούστηκε να λέει.
- Ας περάσουμε όλοι στο τραπέζι. –

Οι καλεσμένοι πήραν την θέση τους γελώντας και κουβεντιάζοντας. Αν βέβαια κάποιος τους παρατηρούσε καλύτερα, θα έβλεπε πως ο καθένας τους έκρυβε και από κάτι. Ο Βασίλης χαμογελούσε στην γυναίκα του που έπινε το κρασί της. Η  Σοφία σκεφτόταν  πως της έλειπε ο Γιάννης και βαριόταν απίστευτα τις οικογενειακές συγκεντρώσεις. Η Αθηνά κάπνιζε , αλλά είχε τα μάτια της επάνω στην Σοφία. Η Ελισάβετ κρατούσε κάτω από το τραπέζι το χέρι του Παύλου, αλλά το μυαλό της ήταν στον Μηνά. Δεν μπορούσε να χωνέψει τον έρωτα του. Ο Στέφανος συνομιλούσε με την θεία του την Ανθή, αλλά στο κινητό του είχε δεχτεί πάνω από τρεις κλήσεις , από το άτομο που απέφευγε. Και τέλος η Έλενα έτρωγε με τα μάτια  την φίλη της Ελισάβετ την Γιώτα. Εκείνη την στιγμή την ήθελε όσο τίποτα άλλο. Αλλά το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να πιει μονορούφι το κρασί της. Όλη η οικογένεια και οι στενοί τους φίλοι απολάμβαναν τα εδέσματα και το καλό κρασί, αλλά κάτω  από την επιφάνεια της ευτυχισμένης γιορτινής ατμόσφαιρας σιγόβραζε μια φωτιά. Μυστικά, ανομολόγητα πάθη , ψέματα. Όλα μπορούσε να τα βρει κάποιος αν κοιτούσε καλά. Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο τους κοιτούσε και σταμάτησε για λίγο να αναβοσβήνει τα φωτάκια του. Άκουσε τις φωνές τους , τον πόνο τους και δάκρυσε. Ο Χριστός είχε γεννηθεί ξανά, όμως σε εκείνο το τραπέζι δεν υπήρχε η χαρά. Πίσω από τα όμορφα ρούχα και τα κρυστάλλινα ποτήρια έσκουζε  μια βρωμερή ίαινα.

 


Το βιβλίο αυτό είναι  εξαιρετικά αφιερωμένο στην μνήμη των παππούδων μου Αποστόλη  Φήμη και  Γιώργο  Κοφινά. Στην μνήμη του πατέρα μου Παναγιώτη Γεωργίου Κοφινά. Ελπίζω να είσαστε περήφανοι για μένα. Μεγάλωσα με τις δικές σας αξίες. Σας χρωστώ τα πάντα.
Στις υπέροχες φίλες μου που μου δίνουν την  αγάπη και την συμπαράσταση τους όλα αυτά τα χρόνια. Στις: Αγγελική Σοφρά, Έλλη Κορού, Έφη Μερκούρη, Νατάσα Μπερή. Η φιλία σας ήταν πάντα κοντά μου τις ώρες που δεν μπορούσα να δω στο σκοτάδι. 
Στην Χρύσα. Εσύ ήσουν η κινητήρια δύναμη που με ώθησε να γράψω. Ένα μόνο ευχαριστώ δεν θα μπορούσε να με καλύψει. Να είσαι πάντα καλά.
Στις φίλες μου Ελισάβετ Σπανού, Ελένη Μουτζούρη, Νικολέτα Πισκοπάνη,  Χαρά Μονιού, Έρη Μαυράκη. Στην φίλη συντηρήτρια έργων τέχνης Ελισάβετ Τζουμουσλή και στον μαρμαροτεχνίτη Νότη Γιανουλάτο. Όπως και σε  όλους τους εργαζόμενους στο μουσείο της Σαλαμίνας. Σας ευχαριστώ παιδιά για την αγάπη σας.    
Στον κολλητό μου φίλο και παλιό σημαθητή Παναγιώτη Βελτανισιάν που η βοήθεια και η καλή του γνώμη με στηρίζει πάντα και στην αγαπημένη μου φίλη Δήμητρα Λαλάγκα.         
Στις φίλες μου αρχαιολόγους: Τριανταφυλλιά  Κάτουλα , Όλγα Παπαχρήστου , Μαρία Παπακωνσταντίνου, Σοφία Ζύρμπα, Μάχη Καπετανοπούλου, Εύη Μικρομάστορα.
Στον φίλο αρχαιολόγο Αντρέα Μήλιο   και σε ,  όλους τους τεχνίτες της ανασκαφικής ομάδας του 2007-2008 που έγινε στην οδό Ολύμπου στη Σαλαμίνα.  Βασίλη Τζιβάκο , Κώστα Μιχάλαρο  Τάκη Σιγάλα , Δημήτρη Κοτζιά   και ιδιαίτερα στον Βαγγέλη Τσιλιβίγκο.  
Στον ξάδερφο μου Παναγιώτη Παπασωτηρίου  για την πολύτιμη αγάπη του και στον φίλο μου Αντρέα Αυγέρη για την υπομονή του και την δυνατή του φιλία. 
Ειδικά στην φίλη μου Δήμητρα Σκούφου που πιστεύει σε εμένα. 
Στον αδερφό μου Γιώργο Κοφινά που είναι πάντα δίπλα μου και μου χαρίζει την αγάπη του. Χωρίς αυτή τίποτα δεν έχει αξία.
Στην νύφη μου Άντζελα που με βοηθά  με την καλή της γνώμη και την
ενεργητικότητα της στις διορθώσεις των βιβλίων μου.
Στην Τούφα, την Λώρα, την Φοίβη, τον Μάξιμο , τον Νίο ,  και τον Όσκαρ.  Τις αγαπημένες μου γατούλες που με συντροφεύουν με την αγάπη τους. 
Στον θεό και τους αγίους που πάντα με βοηθάνε σε δύσκολους καιρούς.

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Ο Έρωτας είναι ο θάνατος.
Μίλτος Σαχτούρης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.