98 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
24.04.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Κατερίνα Κοφινά

Οικογένεια Γ. Π. | Μέρος 2ο

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά

Μια μεγάλη οικογένεια. Ένα ολόκληρο σόι και πολλά ξαδέρφια σκιαγραφούν τον καμβά του βιβλίου. Είναι άνθρωποι με πάθη και ενοχές , που προσπαθούν να κάνουν την ζωή τους υποφερτή. Είναι τα πιόνια στην μεγάλη σκακιέρα της ζωής και συνήθως είναι οι χαμένοι. Μέσα από τους αδύναμους αυτούς ήρωες και το αδιέξοδο της ζωής τους έρχεται στην επιφάνεια  όλη η βρωμιά που κρύβεται κάτω από το πέπλο της φαινομενικά καλής οικογένειας.
Κατερίνα Π. Κοφινά

Νοέμβρης.
- Κύριε διευθυντά  έχουμε ένα μικρό πρόβλημα σε μια αίτηση δανείου για αγορά σπιτιού. Θα χρειαστεί να του ρίξετε μια ματιά.-
- Πολύ καλά. Άσε εδώ τα χαρτιά και στείλε μου τον πελάτη. Και Άννα;-
- Ναι;-
- Θα ήθελα ένα γαλλικό καφέ αν δεν σου κάνει κόπο. Σκέτο με λίγο γάλα.-
- Φυσικά. Όμως έχετε πιει δυο από το πρωί. Μη σας πειράξει.- Ο Σωτήρης της χαμογέλασε και κοίταξε το ρολόι του. Περίμενε τηλέφωνο και ήταν ανήσυχος. Τελείωσε γρήγορα με τον πελάτη και πήρε το κινητό του. Κάλεσε ένα αριθμό και περίμενε να του απαντήσουν. Άδικος κόπος. Το τηλέφωνο χτυπούσε αλλά δε το σήκωνε κανείς. Το έκλεισε και το άφησε στο γραφείο του. Αυτή η κατάσταση τον είχε κάνει τρελό. Ήταν σαν χαμένος και η γυναίκα του είχε καταλάβει την αλλαγή στην συμπεριφορά του. Μακάρι να μπορούσε να της μιλήσει. Όμως του ήταν αδύνατο. Η κρυφή ζωή του δεν ήταν για τα αυτιά της Λίνας. Και την αγαπούσε. Η μάλλον  την ήθελε κοντά του για να του παρέχει ασφάλεια. Καθαρό προφίλ. Ένιωθε καλά μαζί της. Όμως το πάθος του δεν άφηνε περιθώρια. Έπρεπε να της ζητήσει διαζύγιο. Με ποια αιτιολογία όμως;  Δεν ήξερε πώς να προχωρήσει. Είχε και την δουλειά του. Πώς να την άφηνε; Θα ζητούσε μετάθεση. Ήθελε να φύγει. Εκείνη η επαρχιακή πόλη τον έπνιγε.

Ο αέρας που φυσούσε έκανε τη θάλασσα να αφρίζει στα ανοιχτά. Έκανε ψύχρα και η Έλενα κοιτούσε τα κύματα που έσκαγαν στα βράχια κάτω από το σπίτι της. Έπινε καφέ στο μπαλόνι  φορώντας μια μάλλινη ζακέτα. Ο γιος της ήταν στο σχολείο και ο Ιάσωνας στη δουλειά. Είχε όλο το πρωινό δικό της  για να σκεφτεί. Υπήρχαν στιγμές που έβριζε τον εαυτό της για να συναισθήματα που της είχε φανερώσει. Ένιωθε μια ακατανίκητη έλξη για την Γιώτα και αυτό την προβλημάτιζε. Άρχισε να κάνει βήματα πίσω στο παρελθόν , για να δει αν είχε νιώσει ποτέ κάτι διαφορετικό για τις φίλες της. Όσο και αν προσπαθούσε να θυμηθεί, δεν έβρισκε κάτι ανάλογο με την τωρινή της κατάσταση. Φίλες είχε αρκετές στο σχολείο και έξω από αυτό , αλλά ποτέ δεν είχε ερωτικές φαντασιώσεις όπως τώρα με την Γιώτα . Φοβόταν να της εκφράσει την αγάπη της. Δεν ήθελε να την χάσει και από φίλη. Έκαναν καλή παρέα τα χρόνια που ζούσε στην πόλη του άντρα της. Αλλά για την Γιώτα  τι  ήξερε; Ίσως όχι πολλά. Ήταν η καλύτερη φίλη της Ελισάβετ και δούλευε στο συμβολαιογραφείο του πατέρα της. Ήταν πολύ πλούσια. Είχε διαμερίσματα που νοίκιαζε εκεί, και στην Αθήνα και μετοχές σε διάφορες εταιρίες. Ζούσε μόνη της έξω από το κέντρο της πόλης, σε μια πανέμορφη μεζονέτα μέσα στα πεύκα και είχε ένα διαζύγιο στο ενεργητικό της , χωρίς παιδιά. Αυτά ήταν
όλα. Σαν χαρακτήρας ήταν ευχάριστη , με χιούμορ και καλή διάθεση και της άρεσε πολύ να διαβάζει. Συνήθως αγόραζε βιβλία με  αστυνομική πλοκή. Την γοήτευαν οι φόνοι και οι δύσκολες υποθέσεις. Την Ελισάβετ την λάτρευε και την σεβόταν. Ωραία  ήταν όλα αυτά , σκέφτηκε και άναψε τσιγάρο. Τι θα έπρεπε να κάνει; Αν της το έλεγε και η Γιώτα  την μισούσε; Όχι …όχι ….αυτό ποτέ. Θα περίμενε να βεβαιωθεί πως και η Γιώτα  ένιωθε κάτι ανάλογο. Τα μάτια της έλεγαν πολλά. Και αυτά που έλεγαν δεν ήταν μόνο φιλία. Αυτό το είχε καταλάβει. Ποια όμως θα έκανε το πρώτο βήμα; Ο καφές είχε τελειώσει. Η Έλενα μπήκε μέσα στο σπίτι και ξεκίνησε να κάνει τις καθημερινές δουλειές. Ο χρόνος ήταν πάντα καλός σύμμαχος. Κάποια στιγμή το τοπίο θα καθάριζε. Η Έλενα όμως ήξερε τι ήθελε. Ήταν πια ερωτευμένη με την Γιώτα  και γνώριζε  πως όλα θα ήταν πολύ δύσκολα από εδώ και πέρα.

Ο Γιώργος χτυπούσε στην ταμειακή μηχανή τον λογαριασμό ενός πελάτη , όταν μια συνάδελφος του, ήρθε γρήγορα προς το μέρος του.
- Γιώργο πήραν τηλέφωνο από την αστυνομία. Ο φίλος σου ο Στέφανος κρατείται στο τμήμα.- Του είπε σιγά στο αυτί και εκείνος έμεινε να την κοιτά χωρίς μιλιά.
- Γιώργο πρέπει να φύγεις τώρα. Θα μείνω εγώ στο ταμείο. Μίλησε του διευθυντή να σου δώσει καμιά ώρα άδεια.- Συνέχισε εκείνη.
- Ναι…ναι …σε ευχαριστώ Αριάδνη.- Της απάντησε σαν υπνωτισμένος και έφυγε από το μαγαζί. Περπατώντας στους δρόμους της Αθήνας ο Γιώργος σκεφτόταν πόσο πολύ είχε κουραστεί. Ο Στέφανος είχε καταντήσει μάστιγα για την ψυχολογία του , που δυστυχώς κατέρρεε, παρασύροντας και την αγάπη του για εκείνον. Έφτασε στο αστυνομικό τμήμα σκέτο ράκος για να ακούσει από τον αξιωματικό υπηρεσίας , πως ο φίλος του είχε εμπλακεί σε ένα καυγά ενώ ήταν πιωμένος. Τον είχαν στο κρατητήριο  και ο Γιώργος αφού πήρε τον δικηγόρο του και κανόνισε τα διαδικαστικά , κατάφερε τελικά να τον πάρει και να τον πάει στο σπίτι. Ο Στέφανος ήταν τόσο πιωμένος που δεν καταλάβαινε τίποτα. Το πουκάμισο του ήταν σκισμένο και  το πρόσωπο του γεμάτο μώλωπες και ξεραμένο αίμα. Όταν έφτασαν στην γκαρσονιέρα τον έβαλε στο  μπάνιο και τον έπλυνε. Μετά τον μετέφερε στο κρεβάτι και τον άφησε να κοιμηθεί. Πήρε τον διευθυντή του στη δουλειά και του είπε πως του ήταν αδύνατον να γυρίσει στη δουλειά για εκείνη την ημέρα. Εκείνος φανερά ενοχλημένος του απάντησε πως δε θα ανεχτεί κάτι ανάλογο στο μέλλον και ο Γιώργος έκλεισε το κινητό του και πήγε στην κουζίνα. Ήταν μεσημέρι. Άνοιξε το ψυγείο, έβγαλε ένα μπουκάλι κρασί και ήπιε μερικές γουλιές. Άναψε τσιγάρο. Τα δαχτυλίδια του καπνού έμοιαζαν με θηλιές κρεμάλας. Κάθε μια από αυτές τον έπνιγε και πιο πολύ. Ήθελε αέρα. Ήθελε να φύγει. Κάθε μέρα ο Στέφανος τον απογοήτευε. Κάθε λεπτό, δευτερόλεπτο, μέρα, και μήνα τον πλήγωνε όλο και πιο πολύ. Γιατί να μείνει μαζί του; Ποιο το όφελος σε μια σχέση που είχε πεθάνει από καιρό; Κάπνιζε και θυμήθηκε την στιγμή της γνωριμίας τους. Ήταν καλεσμένος σε κάτι φίλους από το σχολείο. Ο Στέφανος ήταν εκεί. Μιλούσε με μια κοπέλα. Όταν κοιτάχτηκαν ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος και για τους δυο. Ήταν μόνο μια ματιά. Έγιναν αμέσως ζευγάρι. Τόσο απλά. Πόσο είχε κρατήσει η ευτυχία τους; Δε θυμόταν. Και μετά ξαφνικά ο Στέφανος έφερε τα πάνω κάτω. Τι είχε φταίξει; Αναρωτιόταν τι; Αυτή η μοναξιά τον πλήγωνε όσο τίποτε άλλο. Να είσαι με κάποιον και ουσιαστικά να είσαι μόνος σου. Πόσοι άνθρωποι το βίωναν αυτό καθημερινά; Και γιατί δεν έκαναν κάτι για να αλλάξουν αυτή την κατάσταση; Περίμεναν ο άνθρωπος τους να ξαναγίνει όπως παλιά; Βλακείες σκεφτόταν ο Γιώργος. Οι άνθρωποι σπάνια άλλαζαν και ο αγαπημένος του όδευε προς την καταστροφή. Ο Γιώργος θα έκανε στην άκρη. Θα έμπαινε στο περιθώριο για να τον αφήσει να τραβήξει τον δρόμο του. Είχε πάρει την απόφαση του. Θα έφευγε. Μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και μάζεψε τα ρούχα του από την ντουλάπα. Ο Στέφανος κοιμόταν βαριά. Πήρε δυο βαλίτσες και έβαλε όσα μπόρεσε για αρχή. Τα άλλα θα τα έπαιρνε στις επόμενες μέρες. Κάλεσε την αδερφή του στο τηλέφωνο. Της ζήτησε να τον φιλοξενήσει μέχρι να έβρισκε καινούργιο διαμέρισμα. Εκείνη δέχτηκε και ο Γιώργος φεύγοντας έριξε μια τελευταία ματιά στον χώρο. Στο τραπέζι της κουζίνας είχε αφήσει ένα γράμμα στον Στέφανο , που του εξηγούσε τους λόγους  της αποχώρησης του. Βγήκε από το διαμέρισμα, κλείνοντας απαλά πίσω του την πόρτα. Έξω ο ουρανός είχε βαφτεί γκρίζος. Δυο δάκρια κύλησαν από τα μάτια του Γιώργου.
Δυο μέρες μετά  ο καιρός είχε ξυπνήσει με άγριες διαθέσεις. Έκανε κρύο και η Ελισάβετ στο μαγαζί της είχε ανάψει το κλιματιστικό και καθάριζε τα ράφια. Της άρεσε πολύ η καθαριότητα και η τάξη. Αυτό που δεν περίμενε ήταν να δει τον ξάδερφο της τον Στέφανο στις δέκα το πρωί. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα φανερά ταλαιπωρημένος και αξύριστος. Εκείνη για λίγο τα έχασε , αλλά γρήγορα επανήλθε και τον έσφιξε στην αγκαλιά της.
- Αγάπη μου πως από εδώ τόσο νωρίς; Τι ώρα έφυγες από την Αθήνα;-
- Ήθελα να σε δω. Θα φτιάξεις καφέ να τα πούμε;- Είπε εκείνος και προσπάθησε να χαμογελάσει.
- Τον έχω έτοιμο. Πίνεις Γαλλικό; -
- Ότι θέλεις κατεβάζω τώρα.- Της απάντησε και η Ελισάβετ ετοίμασε δυο φλιτζάνια και τα γέμισε με αρωματικό καφέ φίλτρου. Ο Στέφανος άναψε τσιγάρο. Η Ελισάβετ τον παρατηρούσε. Έδειχνε χάλια και σίγουρα ήταν στεναχωρημένος. Κάτι τον απασχολούσε  έντονα αλλά εκείνη δεν ήθελε να τον ρωτήσει πριν αναφέρει εκείνος τον λόγο της επίσκεψης του. Για λίγο δεν είπαν τίποτα. Ο Στέφανος κάπνιζε και η Ελισάβετ έπινε τον καφέ της. Δυο πελάτες απ’ έξω κοίταξαν για λίγο την βιτρίνα του μαγαζιού και συνέχισαν τον δρόμο τους. Ο Στέφανος έσπασε την σιωπή του.
- Θα αναρωτιέσαι φαντάζομαι πως και ήρθα από την Αθήνα τόσο πρωί.-
- Γλυκέ μου ποτέ δεν ρωτάω. Το ξέρεις καλά. Απλά χαίρομαι που είσαι εδώ. Δε σε  βλέπουμε συχνά. Και εδώ κοντά στη θάλασσα είναι σίγουρα πιο όμορφα πό την πρωτεύουσα.-
- Έριξα μαύρη πέτρα και έφυγα , έτσι δεν είναι;-
- Ο καθένας κάνει αυτό που του ταιριάζει καλύτερα. Εσύ και μόνο εσύ ξέρεις τι είναι σωστό για σένα.-
- Πάντα με καταλάβαινες περισσότερο από τους άλλους. Για αυτό και σε αγαπώ τόσο πολύ. Είσαι καλά; Ο Παύλος;-
- Ναι όλα καλά. Εσύ;-
- Ελισάβετ ο Γιώργος μάζεψε τα πράγματα του και έφυγε πριν δυο μέρες. Με άφησε και μάλλον ο εγωισμός μου είναι αυτός που με πληγώνει. Μου την έχει δώσει.-
- Φαντάζομαι πως θα προηγήθηκε καυγάς. Του έχεις κάνει και εσύ πολλά. Κάποια στιγμή θα ερχόταν η καταστροφή.-
- Ναι τα έκανα άνω κάτω αυτή τη φορά. Είμαι ένα ρεμάλι.-Της απάντησε και την κοίταξε μέσα στα μάτια. Η Ελισάβετ τον αγκάλιασε και τον φίλησε στα μαλλιά.
- Όχι ομορφιά μου. Είσαι ο καλύτερος άνθρωπος που ξέρω. Μη τα ρίχνεις στον εαυτό σου. Έλα πες τα μου όλα. Σίγουρα δεν είναι τόσο τραγικά όσο τα περιγράφεις. Θα βρούμε μια λύση.- Ο Στέφανος άναψε  δεύτερο  τσιγάρο. Ανάσανε βαθιά και έβγαλε τον καπνό από μέσα του. Της τα είπε όλα. Για το μεθύσι του , το ότι μάλωσε με κάτι σεσημασμένους τύπους , το κρατητήριο. Της τα είπε όλα χωρίς η Ελισάβετ να δείξει έστω και ένα λεπτό πως ήταν τρομοκρατημένη. Αλλά ήταν. Έβλεπε τον Στέφανο να καταστρέφεται λες και το έκανε επίτηδες. Μια χαρά παιδί που είχε όλη τη ζωή μπροστά του, αλλά που δεν την έβλεπε. Και τελικά ο Γιώργος τον είχε αφήσει. Αυτό όμως που την απασχολούσε ήταν ο εσωτερικός κόσμος του ξαδέρφου της. Τον είχε πειράξει η φυγή του Γιώργου η είχε θιγεί ο εγωισμός του; Τον αγαπούσε τον Γιώργο τόσο , η απλά συμβίωνε μαζί του; Και τελικά τι θα έκανε με την ζωή του; Ως πότε θα μεθούσε και θα ήταν χωρίς δουλειά;
- Εσύ πως νιώθεις; Αυτό με αφορά τώρα. Τα άλλα θα τα βρούμε στην πορεία.- Του απάντησε ήρεμη εκείνη.
- Δεν ξέρω. Θυμό σίγουρα. Αποφάσισα όμως να γυρίσω πίσω. Να έρθω ξανά εδώ. Θα νοικιάσω ένα διαμέρισμα και θα βρω δουλειά. Τι λες και εσύ;-
- Μου ακούγεται θεϊκό να σε έχω κοντά μου. Τέτοια νέα είχα χρόνια να ακούσω. Θέλεις να έρθεις σπίτι μου , να μείνουμε μαζί;-
- Όχι Ελισάβετ. Δεν κάνω για ένα καλό κορίτσι σαν και σένα εγώ. Είμαι αλήτης. Ασυμβίβαστος. Πίνω και γίνομαι χάλια. Σε ευχαριστώ όμως.-
- Εγώ θα σε ήθελα. Μ’ αρέσει να σε φροντίζω. Και εγώ μόνη μου είμαι άλλωστε. Στους γονείς σου το είπες;-
- Όχι ακόμα. Ήρθα κατευθείαν σε σένα. Θα τελειώσω τον καφέ μου και θα πάω να τους δω. Από εδώ και πέρα θα με βλέπεις συχνά ξαδέλφη. –
- Επιτέλους. Κουράστηκα να σε έχω μακριά. Δεν αντέχεται αυτή η απόσταση. Και όπως ξέρεις δεν μ’ αρέσει η Αθήνα.-
- Ναι το ξέρω. Δεν είναι άσχημη. Απλά οι άνθρωποι εκεί είναι στεγνοί από αισθήματα. Θα φταίει που η ζωή τους δεν έχει χρώμα. Ξέρεις , όλα γκρίζα και βρώμικα. Λοιπόν φεύγω. Θα πάω από τους γονείς μου και θα φύγω ξανά για Αθήνα. Έχω να μαζέψω τα πράγματα μου και να μετακομίσω εδώ, αφού πρώτα βρω κάπου να μείνω. Προβλέπω πάλι σκοτωμό με τον θείο σου. Θα αρχίσει πάλι να μου λέει πως είμαι αλκοολικός και πούστης. Τεμπέλης και απροσάρμοστος.

Η μαμά θα σπεύσει να με υποστηρίξει και σε τελική ανάλυση , όλα πάνε περίφημα , δεν νομίζεις Ελισάβετ;-
-Έλα τώρα σταμάτα. Όλα θα πάνε καλά. Με τον Γιώργο θα το αφήσεις έτσι; Τι θα κάνεις;-
-Τώρα δεν γνωρίζω τίποτα. Τον αγαπώ βέβαια , αλλά εγώ δεν είμαι το στυλ του άντρα που κάθεται ήρεμα. Ο Γιώργος , του το αναγνωρίζω , με φρόντιζε.

Ήθελε όμως να κάθομαι στα αυγά που και να το παίζω πιστή γυναικούλα. Δεν είμαι για τέτοια. Του ταιριάζει κάποιος ανώτερος μου , για να νοικοκυρευτεί και εκείνος. Λέω να τον αφήσω στην ησυχία του και βλέπουμε.- Της απάντησε. Μετά την φίλησε απαλά στα χείλη και βγήκε γρήγορα από το μαγαζί. Η Ελισάβετ πήρε μια βαθιά αναπνοή. Ο Στέφανος ήταν η μεγάλη της αδυναμία. Ο αγαπημένος της ξάδερφος. Τον περνούσε λίγα χρόνια και από παιδιά είχαν τον δικό τους κώδικα επικοινωνίας. Εκείνος έκανε πάντα αταξίες και όταν οι γονείς του τον μάλωναν η Ελισάβετ ήταν εκείνη που τον έπαιρνε αγκαλιά και προσπαθούσε να τον κάνει να γελάσει. Έτσι καθώς ο Στέφανος μεγάλωνε έτρεχε στην Ελισάβετ για ότι του τύχαινε και το μοιραζόταν μαζί της. Ήταν η καλή του νεράιδα. Ακόμα και όταν συνειδητοποίησε στην εφηβεία του πως του άρεσαν οι άντρες σε εκείνη το είχε πει.
Ο Μηνάς δούλευε στο γραφείο του. Στο υπουργείο που εργαζόταν οι ευθύνες που είχε ήταν πολλές. Περνούσαν διάφορα χαρτιά από τα χέρια του σε καθημερινή βάση. Σκεφτόταν την Ελισάβετ. Έπρεπε να της μιλήσει. Θα πήγαινε την Κυριακή. Ήταν ευκαιρία να δει τον θείο και την θεία του που τους αγαπούσε πολύ. Θα έλεγε της Ελισάβετ για τα αισθήματα του και θα την άφηνε να αποφασίσει εκείνη. Ήθελε επιτέλους να τελείωνε με αυτή την εκκρεμότητα.

Ο Στέφανος μιλούσε με την μητέρα του στην κουζίνα του σπιτιού , όταν μπήκε μέσα ο πατέρας του. Αν και ξαφνιάστηκε που τον είδε δε του μίλησε και έβαλε ένα ποτήρι με νερό να πιει.
- Χάρηκα και εγώ που σε είδα μπαμπά.- Του είπε ο Στέφανος με ειρωνεία.
- Πως και από τα μέρη μας; Έχεις από τον προηγούμενο μήνα να μας δεις.-
- Αποφάσισα να φύγω από την Αθήνα  και να έρθω να μείνω εδώ. Αυτό πως σου φαίνεται;- Του είπε πικρόχολα εκείνος.
- Δε θα είναι για καλό. Και πως στην ευχή το σκέφτηκες αυτό; Δεν πιστεύω να έρθεις να ζήσεις εδώ με αυτόν….αυτόν….. τέλος πάντων τον εραστή σου.- Είπε ξαναμμένος ο πατέρας του.
- Μα βέβαια και όχι καλέ μου μπαμπά. Μη φοβάσαι και δε θα σε ρεζιλέψω στον μικρό υπανάπτυκτο τόπο που ζεις. Θα μείνω μόνος μου σε κάποιο διαμέρισμα που θα νοικιάσω.- Η μητέρα του διέκοψε την κουβέντα των δυο αντρών αποφασισμένη να ρίξει τους τόνους.
- Σταματήστε αμέσως και οι δυο σας. Δεν αντέχω άλλο. Θα με πεθάνετε. Στέφανε σε παρακαλώ ηρέμισε και εσύ Μάρκο κάθισε κάτω και προσπάθησε να μιλήσεις μια φορά με τον γιο μας.-
- Και τι θα βγει Βούλα; Θα νοικιάσει λέει διαμέρισμα. Πως θα το πληρώσει; Από την δουλειά του ξαπλώπουλου στην οποία βρίσκεται χρόνια τώρα; Η θα το πληρώσει πάλι ο γκόμενος του και η Αγγελική.-
- Θα πιάσω δουλειά μπαμπά. Ευχαριστημένος;-
- Πολύ. Από τα ΘΑ πιάσω μέχρι Το έπιασα είναι ξέρεις μεγάλη απόσταση.-
- Συνεχίζεις να μου πηγαίνεις κόντρα μπαμπά. Δε με πειράζει. Αυτός είμαι. Το ξέρω πως θα το ήθελες να είμαι φυσιολογικός , να δούλευα και να είχα παντρευτεί. Αλλά γλυκέ μου αυτά είναι για τους συνηθισμένους μικροαστούς. Εγώ δεν είμαι φτιαγμένος  από εκείνο το υλικό. Και να σου πω κάτι; Ευτυχώς. Είμαι ανώτερος εγώ. Δεν πέφτω στις παγίδες της μάζας. Όλοι βολεμένοι με μια δουλειά είκοσι τέσσερις ώρες το είκοσι τετράωρο. Παντρεμένοι με αρχή φαλάκρας, και με δυο κουτσούβελα που θα τριγυρίζουν στο σπίτι , φωνάζοντας , και κλαίγοντας όταν χάνουν την πιπίλα τους. Πολύ βαρετή κατάσταση. Και στο μέλλον; Άσε καλύτερα. Θα έχουν πεθάνει πριν βγουν στη σύνταξη και τα παιδιά τους , θα τους έχουν χώσει σε οίκο ευγηρίας. Τι να σου πω μπαμπά. Δε μου αρέσει καθόλου αυτή η εικόνα. Εσένα;- απάντησε ο Στέφανος και σηκώθηκε από την καρέκλα που καθόταν.
- Που πας;- τον ρώτησε η μητέρα του.
- Φεύγω. Πάω μέσα να τακτοποιήσω τα πράγματα μου. Θα βρω πρώτα ένα διαμέρισμα εδώ και θα μετακομίσω. Μαμά πρόσεχε τον εαυτό σου. Να πεις στην Αγγελική πως θα γυρίσω σύντομα.- Της είπε και έφυγε. Οι γονείς του κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.
Μέσα στη σκοτεινή αίθουσα που ήταν γεμάτη από κόσμο ο Γιώργος καθόταν αναπαυτικά στο κάθισμα του. Στην μεγάλη οθόνη παρακολουθούσε τα δρώμενα των ηρώων της ταινίας. Όταν εγκατέλειψε τον Στέφανο  ήξερε πως μόνο μέσα σε μια κινηματογραφική αίθουσα θα μπορούσε να πνίξει τον πόνο του. Δίπλα του καθόταν η καλύτερη του φίλη. Με την Δώρα είχαν μεγαλώσει από μικρά παιδιά στην ίδια γειτονιά. Σε εκείνη είχε πει για πρώτη φορά πως ήταν γκέι. Η Δώρα του είχε απαντήσει πως το είχε καταλάβει , και από τότε ήταν η μόνη που τον στήριζε. Εκείνη δούλευε στο πρακτορείο του πατέρα της. Ήταν χωρισμένη με ένα παιδί. Καθώς ο Γιώργος κοιτούσε την ταινία γύρισε και την κοίταξε φευγαλέα. Αν δεν του άρεσαν οι άντρες σίγουρα θα ήταν μαζί της. Ήταν μια πολύ όμορφη γυναίκα η Δώρα. Γύρισε ξανά το βλέμμα του στο  φιλμ. Ήταν εξαιρετικό , όπως και όλα σχεδόν εκείνου του Ισπανού σκηνοθέτη. Με τον Στέφανο πήγαιναν συχνά κινηματογράφο. Είχαν ευτυχώς το ίδιο γούστο και έκαναν ατελείωτες συζητήσεις για τα διάφορα φιλμ που έβλεπαν. Η Δώρα έπινε λίγο από το αναψυκτικό της και ο Γιώργος ευχαρίστησε τον θεό που την είχε κοντά του. Του έδινε κουράγιο. Καθώς έπεφταν οι τίτλοι του τέλους και άναψαν τα φώτα ο Γιώργος έσφιξε με δύναμη το χέρι της Δώρας. Εκείνη του χαμογέλασε.

- Μαμά δεν το πιστεύω. Μου λες την αλήθεια;-
- Ναι θέλει να γυρίσει πίσω. Δε μπορώ να καταλάβω τι έγινε. Αυτή του η απόφαση με ξάφνιασε και μένα.-
- Δεν σου εξήγησε το γιατί;-
- Όχι. Ότι ξέρεις εσύ ξέρω και εγώ. Να έγινε κάτι με τον Γιώργο;-
- Μπορεί. Ιδέα δεν έχω.- Απάντησε η Αγγελική.
- Όπως και να έχει χαίρομαι που θα ζει εδώ μαζί μας. Θα τον έχω τουλάχιστον κοντά μου. Θέλεις λίγο καφέ ακόμα;-
- Όχι μαμά. Αρκετούς έχω πιει από το πρωί. Ο μπαμπάς πως το πήρε;-
- Με τον συνηθισμένο τρόπο. Δε το είδε για καλό. Είχαν πάλι μια κουβέντα που έβγαζε μάτι.-
- Και θέλει να βρει διαμέρισμα;-
- Ναι. Έτσι μου είπε.-
- Μαμά ξέρεις τι σκέφτομαι; Γιατί δεν του προτείνεις να μείνει στο εξοχικό μας;-
- Μα αυτό το έχουμε γράψει σε σένα. Είναι δικό σου σπίτι.-
- Μαμά; Εγώ έχω δικό μου σπίτι μέσα στο κέντρο. Αυτό δεν μου χρειάζεται τώρα. Άλλωστε πηγαίνω κάποιες μέρες εκεί το καλοκαίρι πιο πολύ για να κάνω μπάνιο. Βρίσκεται ακριβώς δίπλα στη θάλασσα. Θα του αρέσει εκεί. Ίσως να βρει τον εαυτό του. Εγώ λέω να του το πεις.-
- Δεν ξέρω Αγγελική. Καλύτερα να του το πεις εσύ.-
- Καλά. Θα τον πάρω τηλέφωνο.-
- Εσύ τι λες. Θα ωριμάσει επιτέλους;-
- Το ελπίζω μαμά. Είναι ένα θετικό βήμα το ότι γύρισε πίσω. Ίσως έτσι ξεκόψει  από το αλκοόλ  και τις κακές παρέες της Αθήνας. Λοιπόν πρέπει να φύγω. Έχω να ανοίξω το ιατρείο. Μην ανησυχείς. Θα δεις που όλα θα πάνε καλά στο τέλος.- Της είπε και φόρεσε το παλτό της. Η Βούλα έμεινε μόνη με τις σκέψεις της.
Αναρωτήθηκε τι θα έφερνε το μέλλον.

Η  Αγγελική μπαίνοντας στο γραφείο της το μόνο πράγμα που ήθελε να κάνει ήταν να πάρει τον αδερφό της στο τηλέφωνο. Εκείνη την στιγμή δεν υπήρχε ασθενής να την περιμένει. Ο Στέφανος απάντησε αμέσως.
- Έλα Αγγελική. Όλα καλά;-
- Ναι Στέφανε. -Ξέρω γιατί πήρες. Θα σου είπε η μαμά για την απόφαση μου.-
- Μου το είπε και την βρήκα καταπληκτική. Θα χαρώ πολύ να σε έχω εδώ.-
- Και η Ελισάβετ τα ίδια μου είπε.-
- Πότε την είδες;-
- Πριν έρθω στην μαμά πέρασα από το μαγαζί της πρώτα.-
- Έτσι ήσουν από μικρός με την ξαδέλφη σου. Πάντα έτρεχες σε εκείνη για ότι  αποφάσιζες. Αν ήσουν χαρούμενος πήγαινες στην Ελισάβετ. Αν ήσουν δυστυχισμένος την έπαιρνες τηλέφωνο. Αν έκανες αταξία κρυβόσουν στην αγκαλιά της.-
- Και πάντα με βοηθούσε.-
- Το γνωρίζω αυτό. Η Ελισάβετ έχει αυτή την  μαγική ικανότητα να τα φέρνει όλα εις πέρας. Ξέρει να ακούει και να δίνει συμβουλές.-
- Ναι σε σχέση με τον πατέρα μας που συνέχεια με μειώνει.-
- Ώ! Μα έλα τώρα; Μεγάλος άνθρωπος είναι. Έχει μεγαλώσει διαφορετικά. Μη περιμένεις κάποια μέρα να σου φέρει για νύφη έναν άντρα.-
- Δεν είπα αυτό. Θα μπορούσε όμως να με ακούσει και μένα μια φορά. Να με στηρίξει στις αποφάσεις μου. Αλλά τι θέλω και λέω; Με τον μπαμπά πάντα έτσι θα είναι.-
- Κοίτα εγώ για άλλο σε πήρα. Ξέχασε για λίγο τον πατέρα μας. Μου είπε λοιπόν η μαμά ότι θα ψάξεις για διαμέρισμα και σκέφτηκα, πως αντί να τρέχεις από εδώ και από εκεί και να πληρώνεις ,και εγώ δεν ξέρω πόσο για δυο δωμάτια , να πας να μείνεις στο εξοχικό μας.-
- Στο σπίτι σου εννοείς.-
- Όχι Στέφανε. Τι σπίτι μου και κουραφέξαλα; Το εξοχικό μας είναι .-
- Όχι είναι το δικό σου σπίτι. Σε εσένα το γράψανε και αυτό ήταν το σωστό.-
- Εντάξει είναι δικό μου. Όμως πηγαίνω σπάνια. Καμιά δυο φορές το καλοκαίρι για να κάνω μπάνιο. Όταν μου το ανέφερε η μαμά σκέφτηκα πως  θα ήταν τέλειο για σένα. Έλα τώρα μη μου χαλάσεις το χατίρι; Είναι ωραία εκεί. Σου άρεσε από τότε που ήσουν μικρός.-
- Δεν ξέρω Αγγελική. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. Σίγουρα δεν θα σε πειράξει; Δηλαδή εννοώ….-
- Όχι αγόρι μου. Είσαι ο αδερφός μου. Από το να πληρώνεις για ένα διαμέρισμα που δε θα το βλέπει ούτε ο ήλιος , ούτε η θάλασσα σου δίνω το εξοχικό μας. Εκεί θα βρεις τον εαυτό σου. Έλα δεν χρειάζεται πολύ σκέψη. Άλλωστε έχει τα πάντα. Θα μου δώσεις όμως μια εβδομάδα διορία για να το καθαρίσω και να βάλω σε τάξη τον κήπο.-
- Εντάξει αδερφούλα. Έχεις δίκιο τελικά. Ναι εκεί θα ζήσω ελεύθερα. Σε ευχαριστώ.- Της απάντησε και εκείνη έκλεισε το τηλέφωνο με ένα χαμόγελο στα χείλη της.

Η Κυριακή είχε ξημερώσει με ένα ηλιόλουστο πρωινό. Η Αθηνά είχε τελειώσει με τις δουλειές του σπιτιού και εκείνη την στιγμή που ετοίμαζε το φαγητό, χτύπησε το τηλέφωνο.
-Έλα θεία μου καλημέρα.-
- Μηνά; Πως και τόσο πρωινός εσύ; Όλα καλά; Που χάθηκες παλιόπαιδο;-
- Δουλειά θεία μου. Τι νόμιζες. Έτσι είναι απλά τα πράγματα στο υπουργείο; Εσείς όλοι σας καλά;-
- Ναι αγόρι μου. Δόξα το θεό.-
- Λέω να κατέβω μια βόλτα σήμερα να σας δω και να μυρίσω λίγο θάλασσα. Θα είσαστε σπίτι;-
- Και βέβαια. θα μείνεις για φαγητό; Να ξέρω για να βάλω πιο πολύ.-
- Ναι θεία μου σε ευχαριστώ. Η Ελισάβετ;-
- Θα έρθει από εδώ κατά τις έντεκα το πρωί.-
- Καλά. Τέτοια ώρα περίπου θα είμαι και εγώ εκεί.-
- Ωραία. Να πιούμε όλοι μαζί καφέ.- του απάντησε και έκλεισαν το τηλέφωνο. Ο Μηνάς πήγε να ετοιμαστεί. Είχε πάρει την απόφαση του. Θα μιλούσε σήμερα στην ξαδέλφη του. Τουλάχιστον θα έβγαζε από μέσα του , αυτό που τον έτρωγε χρόνια τώρα. Η σήμερα η ποτέ μονολόγησε και μπαίνοντας κάτω από το ντους ένιωσε το ζεστό νερό να κυλά στο κορμί του.
Η Ελισάβετ είχε σηκωθεί πολύ πρωί. Έκανε την καθαριότητα στο σπίτι της. Σκεφτόταν πως από μικρό κοριτσάκι , δεν τα πήγαινε καλά με τον πρωινό ύπνο. Ξυπνούσε πάντα πολύ νωρίς γιατί ήθελε πριν φύγει από το σπίτι να το έχει καθαρίσει πρώτα. Μετά ήταν και η γάτα της η Λώρα. Μια Σιάμ που ζούσαν μαζί. Το να έχει κάποιος ζώο μέσα στο σπίτι απαιτεί μια πιο λεπτομερή σε βάθος καθαριότητα. Η Λώρα έβγαζε τρίχες. Η Ελισάβετ σκούπιζε και σφουγγάριζε καθημερινά. Η γάτα είχε πρόσβαση σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού εκτός από την κρεβατοκάμαρα . Στις οχτώ και μισή είχε τελειώσει και μπήκε να κάνει μπάνιο. Βγαίνοντας λίγη ώρα αργότερα ντύθηκε και έφτιαξε ένα ελληνικό καφέ να πιει. Καθισμένη στο καθιστικό με την γάτα να είναι ανεβασμένη στα γόνατα της η Ελισάβετ τελείωσε τον καφέ της. Χάιδεψε την Λώρα. Φόρεσε το μπουφάν της και βγήκε από το σπίτι. Αν και έξω υπήρχε ήλιος το κρύο ήταν έντονο.
Έβαλε μπρος το αμάξι της και έφυγε για το σπίτι των γονιών της.
Μπαίνοντας λίγη ώρα αργότερα  στο σπίτι , βρήκε την μητέρα της να  έχει τελειώσει με την προετοιμασία του φαγητού, και να πλένει τα διάφορα σκεύη που είχε χρησιμοποιήσει.
- Καλώς την.-
- Καλημέρα μαμά. Ο μπαμπάς;-
- Πήγε μια βόλτα μέχρι τη θεία σου την Βούλα. Είχε καιρό να την δει όπως και τον θείο σου.-
- Το φαγητό βλέπω ετοιμάζεται κιόλας. Πρωί –πρωί.-
- Οι δουλειές πρωί γίνονται κόρη μου. Δε μου λες ο ξάδερφος σου ο Μηνάς σε πήρε στο τηλέφωνο;-
- Όχι. Γιατί;-
- Με πήρε πολύ πρωί. Κατά τις εφτά , να μου πει πως θα περάσει να μας δει και να φάει μαζί μας.-
- Το κάθαρμα. Που χάθηκε πάλι , σου είπε;-
- Τον έχει φάει η δουλειά στο υπουργείο.-
- Ναι καλά πες του. Τον πιστέψαμε τώρα. Πάλι με καμιά μικρή θα τραβολογιέται. Τι ώρα σου είπε πως θα είναι εδώ;-
- Κατά τις έντεκα.-
- Έχω ώρα λοιπόν να πάω στο σαλόνι σου να δω καμιά ταινία. Όταν θα έρθει ο μικρός πίνουμε καφέ.-
- Έφαγες πρωινό εσύ;-
- Μόνο καφέ ήπια μαμά.-
- Και θέλεις και άλλο , όταν θα έρθει ο Μηνάς; Με άδειο στομάχι παιδί μου;-
- Βρε μαμά δεν είμαι μωρό. Γέρασα και εγώ σχεδόν. Μετά τα τριάντα τι περιμένεις;-
- Εγώ ποτέ δεν ξεχνώ τίποτα. Είμαι όμως η μάνα σου και ανησυχώ.-
- Υπερβολική είσαι , αλλά σε αγαπώ.- Της απάντησε η Ελισάβετ και έφυγε από την κουζίνα.

Σε όλη την διαδρομή , από την  Αθήνα προς το σπίτι της θείας του ο Μηνάς σκεφτόταν μόνο ένα πράγμα. Το πώς θα εξέφραζε  την αγάπη του στην Ελισάβετ και πως θα το έπαιρνε αυτή. Βρισκόταν σε μια κατάσταση πανικού. Το στομάχι του γεμάτο από καφέ και τσιγάρα είχε αρχίσει να μαζεύεται και να κουλουριάζεται σα φίδι. Τα χέρια του στο τιμόνι είχαν ιδρώσει και τα πόδια του χωμένα  στα αθλητικά παπούτσια  ήταν παγωμένα και μουδιασμένα. Επέβαλε στον εαυτό του να ηρεμίσει παίρνοντας βαθιές αναπνοές. Άδικος κόπος. Τα νεύρα του ήταν σε τρομερή υπερένταση. Μόνο όταν χτύπησε το κουδούνι στο σπίτι της θείας του , φόρεσε το πιο όμορφο χαμόγελο  και μπήκε χαρούμενος μέσα. Εκείνη τον καλοδέχτηκε και τον φίλησε με στοργή.
- Μηνά μου δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που ήρθες.-
- Και εγώ που σε βλέπω. Ο θείος; Δεν είναι εδώ;-
- Έχει πάει ως την θεία σου την Βούλα και τον θείο σου το Μάρκο. Είχε σχεδόν ένα μήνα να τους δει. Το μεσημέρι όμως θα είναι εδώ για να φάμε όλοι μαζί.-
- Η Ελισάβετ;-
- Σε περιμένει στο σαλόνι. Βλέπει ταινία.-
- Αυτό το κορίτσι. Απορώ γιατί δεν έγινε σκηνοθέτης. Πάω να την δω.-
- Θα φτιάξω καφέ να πιούμε.-
- Εντάξει θεία.- Της απάντησε και την φίλησε στο μάγουλο. Ο Μηνάς αισθανόταν πως θα πέθαινε την ώρα που άνοιγε την πόρτα και αντίκριζε στον καναπέ την ξαδέλφη του. Πήρε βαθιά ανάσα.
- Γεια σου μικρέ;- Του είπε φωναχτά εκείνη και σηκώθηκε να τον αγκαλιάσει. Εκείνος την φίλησε σταυρωτά.
- Πάλι βλέπεις ταινία; Καμιά μέρα θα αποβλακωθείς.  Έξω έχει ήλιο και ας κάνει κρύο. Δεν πάμε καμιά βόλτα;-
- Έλα τώρα. Σιγά μην αφήσω την ταινία στη μέση. Η μαμά θα φέρει καφέδες. Που χάθηκες εσύ;- Τον ρώτησε και πάτησε την παύση στην ταινία.
- Κουράζομαι πολύ στο υπουργείο. Έχει ευθύνες. Φοβάμαι κάθε λεπτό μη κάνω λάθος. Και είμαι από τους μικρότερους εκεί μέσα. Εσύ πως τα πας με το μαγαζί;-
- Δύσκολα τα πράγματα Μηνά. Σκέφτομαι να το κλείσω.-
- Και τι θα κάνεις;-
- Θα βρω άλλού δουλειά. Σε σούπερ Μάρκετ. Να παίρνω ένα σίγουρο μισθό. Με το μαγαζί δεν έχω ποτέ σταθερό εισόδημα.-
- Και τι να το κάνεις εσύ; Λεφτά έχετε. Δεν χρειάζεται να δουλέψεις. Είσαι μοναχοκόρη και έχεις πολλά ακίνητα. Γιατί λοιπόν να έχεις άγχος; -
- Δεν μου αρέσει Μηνά να τρώω τα έτοιμα του πατέρα μου. Θέλω και εγώ να δημιουργήσω κάτι δικό μου. Που να έχει τη δική μου σφραγίδα επάνω.-
- Τότε άνοιξε ένα άλλο μαγαζί. Κάτι διαφορετικό. Ένα πιάνο μπαρ. Ένα ρέστωραν με κουζίνα από όλο τον κόσμο. Δεν έχετε κάτι ανάλογο εδώ. –
- Δεν είναι άσχημη η ιδέα σου. Κάτω στο λιμάνι ο μπαμπάς έχει ένα τεράστιο χώρο που το νοικιάζει για αποθήκες. Αν το πάρω και το διαμορφώσω θα γίνει ξεχωριστό. Βέβαια δεν έχω ιδέα από μαγειρική , αλλά με ένα σεφ φαντάζομαι πως όλα θα μπουν στη σειρά τους. –
- Και ένα καλό ντεκορατέρ, μαζί με κάποιον ζωγράφο , ίσως ο χώρος εκείνος να αποκτήσει ένα δικό του στυλ που όμοιο του να μην έχουν ξαναδεί.- είπε ο Μηνάς.
- Θέλει όμως ένα κεφάλαιο. Θα χρειαστεί να πάρω δάνειο. Και αν δεν πιάσει η ιδέα;-
- Θα πιάσει Ελισάβετ. Εδώ σε ξέρουν όλοι. Δεν είναι Αθήνα. Είναι μικρός ο χώρος και εσύ γνωρίζεις κόσμο. Θα δεις που θα σε υποστηρίξουν.-
- Καλά θα την σκεφτώ την ιδέα σου. Η θεία και ο θείος πως είναι; Καιρό έχω να τους δω.-
- Μια χαρά την έχουν αυτοί. Με δυο ταξί δικά τους να δουλεύουν στην Αθήνα και με μια πολυκατοικία στην Κυψέλη που νοικιάζει η μαμά στο όνομα της, κάθε μέρα εκδρομές πηγαίνουν.- Απάντησε ο Μηνάς και εκείνη την ώρα μπήκε στο δωμάτιο η Αθηνά. Ο Μηνάς ένιωσε να χαλαρώνει. Όταν βρισκόταν μόνος με την Ελισάβετ , αποκτούσε μια περίεργη νευρικότητα. Ποτέ του δεν είχε καταφέρει να την καταπνίξει. Την κοίταξε καθώς εκείνη σηκώθηκε να πάρει τον καφέ της. Δεν την είχε δει ποτέ γυμνή. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη του φαντασίωση. Ήθελε να την δει γυμνή. Γυμνή …γυμνή…και αυτός να την κοιτάζει με τις ώρες. Ένιωσε το μόριο του να σκληραίνει και ήπιε μια μεγάλη γουλιά  από τον καφέ του. Ευτυχώς που η θεία του άρχισε να συζητά για διάφορα θέματα και ξέχασε για λίγο τους πόνους του έρωτα.
Το μεσημέρι στο τραπέζι , το φαγητό της θείας του ήταν όπως πάντα εξαιρετικό και ο θείος Κώστας είπε τα συνηθισμένα του αστεία. Η ατμόσφαιρα ήταν θερμή και ο Μηνάς ένιωθε πολύ άνετα. Μετά το φαγητό η Ελισάβετ ετοιμάστηκε να φύγει για το σπίτι της και ο Μηνάς ήξερε πως η ώρα που θα μιλούσε στην ξαδέλφη του πλησίαζε. Θα την ακολουθούσε στο σπίτι της για να έπιναν εκεί καφέ και να συζητούσαν  διάφορα θέματα. Αυτό συνήθως γινόταν όταν ο Μηνάς επισκεπτόταν τους θείους του.
Λίγη ώρα μετά τα δυο ξαδέρφια καθόντουσαν στην κουζίνα του σπιτιού της Ελισάβετ. Όσο εκείνη ετοίμαζε τους καφέδες , εκείνος προσπαθούσε  να βάλει τις σκέψεις του σε μια σειρά. Δε μπορούσε να περιμένει άλλο. Τόσα χρόνια καταπίεζε τα συναισθήματα του όποτε την έβλεπε. Ήταν τρελός για εκείνη. Αυτός ο έρωτας όμως δεν είχε ελπίδες. Δεν υπήρχε περίπτωση να ενδώσει η Ελισάβετ. Ρίσκαρε πολλά με αυτή του την απόφαση. Πάνω απ’ όλα η αδελφική τους σχέση θα πάγωνε όταν εκείνη μάθαινε. Δεν θα μπορούσαν πια να βρίσκονται ανέμελα και να τα λένε. Θα χάλαγαν όλα με την εμφάνιση του έρωτα. Ήταν όμως αποφασισμένος.
- Στον πέτυχα; Με λίγο γάλα δεν τον πίνεις;- Άκουσε την Ελισάβετ να του λέει.
- Ναι μια χαρά είναι.- Της είπε γρήγορα και χαμογέλασε.
- Λοιπόν Μηνά μου ξέρω τι θα πούμε αυτή τη φορά. Σου έχω ευχάριστα νέα. Ο ξάδερφος μας ο Στέφανος , αποφάσισε να έρθει να μείνει εδώ. Τέρμα η πρωτεύουσα για εκείνον.-
- Μη μου το λες; Αυτό είναι πραγματικά καλό νέο. Πως το πήραν οι γονείς του; Φαντάζομαι τώρα θα μπορούν να ηρεμίσουν. Θα ξέρουν πως βρίσκεται δίπλα τους. Αυτή η ανασφάλεια τόσα χρόνια τους τσάκισε. Δεν κάθετε και αυτός καλά βρε παιδί μου. Όλο ποτά και ξενύχτια.-
Έχεις δίκιο Μηνά μου. Τι έχει; Μια χαρά παιδί είναι. Να πίνει συνέχεια δεν θα τον βγάλει πουθενά. Η Θεία μας και η Αγγελική το είδαν με καλό μάτι. Ο θείος ο Μάρκος όμως ήταν αρνητικός.-
- Πάντα έτσι ήταν ο θείος. Έχει μια συγκεκριμένη εικόνα ενός άντρα στο μυαλό του η οποία δεν συμβαδίζει σε καμία περίπτωση , με αυτή του Στέφανου.-
- Θέλω να ελπίζω πως όλα θα μπουν σε μια σειρά και εκείνος θα βάλει την ζωή του σε τάξη.- Απάντησε η Ελισάβετ και άναψε τσιγάρο.
- Ξαδέλφη ήρθα να σε δω σήμερα γιατί θέλω να μιλήσουμε για κάτι σοβαρό.- ακούστηκε να λέει πολύ ήρεμα ο Μηνάς.
- Συμβαίνει κάτι; Με φοβίζεις. Τι έχεις Μηνά μου; Είσαι καλά;-
- Μη φοβάσαι. Καλά είμαι. Δηλαδή από υγεία. Δεν θα πεθάνω.- Της απάντησε και προσπάθησε να γελάσει.
- Τότε τι είναι; Βρε μήπως και έχεις αφήσει καμιά έγκυος και τώρα σε τρέχει στα δικαστήρια; Θα είχε γούστο.- Είπε χαριτολογώντας εκείνη. Έσβησε το τσιγάρο της και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Μηνάς χαμήλωσε το βλέμμα του.
- Βρε παλιάνθρωπε αυτό είναι; Πες μου θα με σκάσεις.-
- Όχι Ελισάβετ, δεν είναι αυτό. Ούτε και θα έκανα ποτέ μου κάτι τόσο επιπόλαιο. Θέλω να σου ζητήσω μια χάρη.-
- Αν μπορώ να σε βοηθήσω γιατί όχι; Τι θέλεις;-
- Να σε δω γυμνή…..- Η Ελισάβετ για μια στιγμή έμεινε να τον κοιτά άναυδη. Μετά ξέσπασε σε γέλια.
- Γιατί γελάς;-
- Να είσαι καλά Μηνά μου. Τολμώ να πω ότι στα αστεία σου είσαι καλλιτέχνης. Ήταν πολύ καλό. Για μια στιγμή πήγα να σε πιστέψω. Έλα πες μου τώρα τον πραγματικό λόγο που ήθελες να μου μιλήσεις.- Ο Μηνάς εξακολουθούσε να είναι σοβαρός. Άναψε τσιγάρο.
- Αυτός είναι ο λόγος Ελισάβετ. Σε αγαπώ. Είμαι ερωτευμένος μαζί σου και θέλω να σε δω γυμνή. Αυτή είναι η φαντασίωση μου.-
- Δε μου λες; Έχεις τρελαθεί τελείως; Τι είναι αυτά που μου αραδιάζεις;- Είπε φωνάζοντας εκείνη και σηκώθηκε από την καρέκλα.
- Ελισάβετ σε παρακαλώ ηρέμισε και άσε με να σου εξηγήσω.-
- Για όνομα του Θεού , τι θα μπορούσες να μου πεις; Είμαστε ξαδέρφια Μηνά. Αυτό τα λέει όλα.
- Είμαι ξάδερφος σου , αλλά και άντρας. Ξέρεις δεν μπόρεσα να το ελέγξω. Σε αγαπώ από παιδί. Κανείς δε φταίει. Η καρδιά αγαπάει ανεξάρτητα από οικογενειακούς δεσμούς.-
- Μηνά , σταμάτα. Δε μπορώ και δεν θέλω να ακούσω άλλα. Καλά θα κάνεις να φύγεις. Αυτό είναι το σωστό. Φύγε σε παρακαλώ.-
- Όχι δεν πάω πουθενά. Για χρόνια ολόκληρα έπαιζα σε όλους θέατρο. Ήμουν συνέχεια πληγωμένος και πονούσα κάθε φορά που σε έβλεπα. Γνωρίζω το ρίσκο που πήρα. Σε ξέρω πολύ καλά. Ήξερα από πριν την αντίδραση σου. Έπρεπε όμως να βγάλω από μέσα μου την θλίψη.-
- Είσαι άρρωστος. Το ξέρεις; Πρέπει να με βγάλεις από το μυαλό σου. Ο έρωτας σου δεν έχει μέλλον. Δηλαδή τι περίμενες. Να σου πω ναι, και να πάμε στο κρεβάτι; Μηνά γιατί; Είσαι όμορφος , με καλή οικονομική κατάσταση και μορφωμένος. Θα βρεις την πιο καλή γυναίκα για να πάρεις. Δεν σε καταλαβαίνω.-
- Εσύ είσαι η μοναδική γυναίκα για μένα Ελισάβετ. Μόνο εσύ υπάρχεις στα όνειρα μου.-
- Πολύ καλά λοιπόν. Μηνά τώρα πρέπει να φύγεις και προσπάθησε να ξεχάσεις πως έγινε αυτή η κουβέντα. Θα ήθελα για αρκετό καιρό να μην με ενοχλήσεις με τηλέφωνα και να μην έρθεις από εδώ. Αν προσπαθήσεις αρκετά κάποια στιγμή θα με ξεχάσεις. Κοίταξε την ζωή σου και βρες μια άλλη γυναίκα να αγαπήσεις. Εμείς είμαστε ξαδέρφια και έτσι θα παραμείνουμε. Είμαι με τον Παύλο δυο χρόνια και τον αγαπώ. Σκεφτόμαστε να παντρευτούμε. Το ίδιο θα κάνεις και εσύ. Δεν έχω να σου πω τίποτα άλλο. Φύγε τώρα.-
- Εντάξει Ελισάβετ , θα φύγω. Όμως να το θυμάσαι καλά. Εμείς οι δυο ταιριάζουμε μεταξύ μας. Ο Παύλος δεν σου αξίζει. Όταν θα το καταλάβεις, θα είναι πολύ αργά. Και δεν υπάρχει περίπτωση να αγαπήσω άλλη γυναίκα. Ούτε και θα σε ξεχάσω. Αν σε βολεύει αυτό μπορείς να το πιστεύεις. Θα σε περιμένω. Στο τέλος θα καταλάβεις πως με αγαπούσες από πάντα. Και τότε θα σε κάνω δική μου.- Της απάντησε και έφυγε από το σπίτι. Η Ελισάβετ με χέρια που έτρεμαν άναψε τσιγάρο και ξέσπασε σε κλάματα.

 


Το βιβλίο αυτό είναι  εξαιρετικά αφιερωμένο στην μνήμη των παππούδων μου Αποστόλη  Φήμη και  Γιώργο  Κοφινά. Στην μνήμη του πατέρα μου Παναγιώτη Γεωργίου Κοφινά. Ελπίζω να είσαστε περήφανοι για μένα. Μεγάλωσα με τις δικές σας αξίες. Σας χρωστώ τα πάντα.
Στις υπέροχες φίλες μου που μου δίνουν την  αγάπη και την συμπαράσταση τους όλα αυτά τα χρόνια. Στις: Αγγελική Σοφρά, Έλλη Κορού, Έφη Μερκούρη, Νατάσα Μπερή. Η φιλία σας ήταν πάντα κοντά μου τις ώρες που δεν μπορούσα να δω στο σκοτάδι. 
Στην Χρύσα. Εσύ ήσουν η κινητήρια δύναμη που με ώθησε να γράψω. Ένα μόνο ευχαριστώ δεν θα μπορούσε να με καλύψει. Να είσαι πάντα καλά.
Στις φίλες μου Ελισάβετ Σπανού, Ελένη Μουτζούρη, Νικολέτα Πισκοπάνη,  Χαρά Μονιού, Έρη Μαυράκη. Στην φίλη συντηρήτρια έργων τέχνης Ελισάβετ Τζουμουσλή και στον μαρμαροτεχνίτη Νότη Γιανουλάτο. Όπως και σε  όλους τους εργαζόμενους στο μουσείο της Σαλαμίνας. Σας ευχαριστώ παιδιά για την αγάπη σας.    
Στον κολλητό μου φίλο και παλιό σημαθητή Παναγιώτη Βελτανισιάν που η βοήθεια και η καλή του γνώμη με στηρίζει πάντα και στην αγαπημένη μου φίλη Δήμητρα Λαλάγκα.         
Στις φίλες μου αρχαιολόγους: Τριανταφυλλιά  Κάτουλα , Όλγα Παπαχρήστου , Μαρία Παπακωνσταντίνου, Σοφία Ζύρμπα, Μάχη Καπετανοπούλου, Εύη Μικρομάστορα.
Στον φίλο αρχαιολόγο Αντρέα Μήλιο   και σε ,  όλους τους τεχνίτες της ανασκαφικής ομάδας του 2007-2008 που έγινε στην οδό Ολύμπου στη Σαλαμίνα.  Βασίλη Τζιβάκο , Κώστα Μιχάλαρο  Τάκη Σιγάλα , Δημήτρη Κοτζιά   και ιδιαίτερα στον Βαγγέλη Τσιλιβίγκο.  
Στον ξάδερφο μου Παναγιώτη Παπασωτηρίου  για την πολύτιμη αγάπη του και στον φίλο μου Αντρέα Αυγέρη για την υπομονή του και την δυνατή του φιλία. 
Ειδικά στην φίλη μου Δήμητρα Σκούφου που πιστεύει σε εμένα. 
Στον αδερφό μου Γιώργο Κοφινά που είναι πάντα δίπλα μου και μου χαρίζει την αγάπη του. Χωρίς αυτή τίποτα δεν έχει αξία.
Στην νύφη μου Άντζελα που με βοηθά  με την καλή της γνώμη και την
ενεργητικότητα της στις διορθώσεις των βιβλίων μου.
Στην Τούφα, την Λώρα, την Φοίβη, τον Μάξιμο , τον Νίο ,  και τον Όσκαρ.  Τις αγαπημένες μου γατούλες που με συντροφεύουν με την αγάπη τους. 
Στον θεό και τους αγίους που πάντα με βοηθάνε σε δύσκολους καιρούς.

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Εκεί που σμίγει η αγάπη των ανθρώπων είναι η πατρίδα σου.
Γιάννης Ρίτσος

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.