75 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
18.06.2018
Ορφέας | Main Feed

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Κατερίνα Κοφινά

Μια μεγάλη οικογένεια. Ένα ολόκληρο σόι και πολλά ξαδέρφια σκιαγραφούν τον καμβά του βιβλίου. Είναι άνθρωποι με πάθη και ενοχές , που προσπαθούν να κάνουν την ζωή τους υποφερτή. Είναι τα πιόνια στην μεγάλη σκακιέρα της ζωής και συνήθως είναι οι χαμένοι. Μέσα από τους αδύναμους αυτούς ήρωες και το αδιέξοδο της ζωής τους έρχεται στην επιφάνεια  όλη η βρωμιά που κρύβεται κάτω από το πέπλο της φαινομενικά καλής οικογένειας.
Κατερίνα Π. Κοφινά

Οκτώβρης.
Μέσα στο δωμάτιο που φωτιζόταν από ένα φωτιστικό δαπέδου μια αντρική φιγούρα έγραφε πάνω από ένα τετράδιο. Ακριβώς δίπλα του πάνω στο τραπέζι, υπήρχε ένα μισοάδειο μπουκάλι ουίσκι και ένα ποτήρι με παγάκια, που είχαν λιώσει, αφήνοντας μόνο ζεστό νερό στον πάτο του ποτηριού. Ο άντρας συνέχιζε να γράφει απορροφημένος  στις λέξεις που γεννούσε το μπλε μελάνι. Είχε βάλει ένα τίτλο σε αυτό.<< ΒΡΟΧΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ>>
(Τι είναι αυτό που με θλίβει; Που παίρνει το χαμόγελο από τα χείλη μου; Να είναι η ζωή που με αποχαιρέτησε νωρίς; Η μήπως τα όνειρα που αποδείχτηκαν τρύπια, να μπάζουν από παντού νερά. Και το σκοτάδι γιατί αναπαύτηκε μπροστά από τα μάτια μου; Και ο ήλιος γιατί έσβησε και πάγωσε όλη η πλάση; Αν υπήρξαν λουλούδια στους αγρούς δε τα είδα ποτέ μου, γιατί πάντα μισούσα την Άνοιξη και το καλοκαίρι με έκανε να πονώ που ήταν τόσο ζεστό και φιλικό. Και αν αγκάλιασα την βαρυχειμωνιά, ήταν γιατί μονάχα εκείνη μου έδινε φτερά για να πετάξω. Ο χειμώνας μου κρατούσε το χέρι σαν παθιασμένος εραστής και με ξάπλωνε στα κρύα μπαλκόνια της ζωής μου. Μου έκανε έρωτα ρίχνοντας πάνω στο γυμνό μου κορμί ,το λευκό του σπόρο και με τύλιγε με τα γυμνά μπράτσα των δέντρων. Και τον φιλούσα. Τον άφηνα να εισχωρεί μέσα μου. Να με κάνει δικό του. Και πορεύτηκα έτσι στη ζωή που ξέρει να με πονά, γιατί την πονούσα και εγώ. Έχωνα βαθιά στο κορμί της ένα μαχαίρι σκουριασμένο, που από μικρός το είχε αφήσει η κακιά μοίρα πάνω στην κούνια μου. Και το αίμα της πεταγόταν φρέσκο στα λερά δρομάκια  του μυαλού μου.

Το άφηνα εκεί να ξεραθεί. Ήμουν ο στυγνός δολοφόνος της και εκείνη το θύμα. Η ζωή με πλήγωνε,  και με την αδιαφορία μου, της έκανα και εγώ το ίδιο. Και τα χρόνια κύλισαν φέρνοντας αμέτρητα φιλικά καλοκαίρια που σιχαινόμουν και χιλιάδες χειμώνες που αγαπούσα , αλλά ποτέ τη γαλήνη που αποζητούσε η άδεια μου ψυχή. Οι άνθρωποι είχαν μάθει να

Το βιβλίο είναι αφιερωμένο σε όλες και σε όλους αυτούς τους ανθρώπους, που ξέρουν να καλύπτουν με αστερόσκονη τις τρύπες της εικονικής τους ευτυχίας. Σε όλους αυτούς που είναι ανίκανοι να νιώσουν ευτυχία και για αυτό δεν θέλουν να ευτυχίσουν οι γύρω τους.

αγαπούν με την καρδιά. Εκείνη όμως αγαπούσε ψεύτικα τις πιο πολλές φορές. Η ΑΓΑΠΗ που μάλλον την κατασκεύασαν οι άνθρωποι καθώς ήταν αδύναμοι για να ζήσουν μόνοι. Έμαθα να την φτύνω την αγάπη. Την πόθησα πολλές φορές, μα κάθε ξημέρωμα με έβρισκε μόνο. Παγωμένο, άπλυτο και πεινασμένο σε κάποιο άγνωστο δρόμο. Κάθε φορά και σε ένα διαφορετικό. Υπήρξαν στενοί, λεπτοί, βρώμικοι, σκοτεινοί, γεμάτοι στροφές , η ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς, αλλά ποτέ φωτεινοί. Αυτούς τους άφηνα για εκείνους που έβλεπαν τη ζωή με πολύχρωμες πεταλούδες, ζωγραφισμένη. Αυτοί τουλάχιστον ήταν ευτυχισμένοι μαλάκες μέσα στη άγνοια τους. Και ένα πρωί που ξύπνησα είδα πως στη θέση της καρδιάς , υπήρχε μια μεγάλη πέτρα, με αρκετές μικρές τρύπες. Ήταν τόσο υπέροχη αυτή η αίσθηση που με χαρά σηκώθηκα , από το κρεβάτι. Έφτιαξα καφέ και άναψα τσιγάρο. Βγήκα να δω τους ανθρώπους να ξυπνάνε και ανακάλυψα πως δεν αισθανόμουν τίποτα. Ο καφές δεν είχε γεύση , το τσιγάρο ήταν αέρας. Η όσφρηση μου είχε πεθάνει και η αφή των πραγμάτων  είχε χαθεί. Δε μπορούσα να ακούσω τίποτα. Ούτε το σκυλί που πεινασμένο στο δρόμο γάβγιζε παρακαλώντας τους περαστικούς. Και να! Που τώρα πια ύστερα από τόσα χρόνια ψυχικού πόνου, ήμουν καλά. Γιατί τώρα μπορούσα να γελώ χωρίς να μου λείπει η αγάπη. Δεν είχα να διεκδικήσω τίποτα. Εκείνα τα χρόνια όλη αυτή η προσπάθεια να με δεχτούν  έτσι όπως ήμουν με είχε τσακίσει. Έπρεπε να ξαναγεννηθώ από τις στάχτες και να βουτήξω στα γαλάζια καθάρια νερά του νέου μου εαυτού. Και το έκανα, αλλά μια μορφή ξεπετάχτηκε γρήγορα και κάθισε δίπλα μου. Με κοίταξε στα μάτια και μου ψιθύρισε.

- Ήταν όλα ψέματα.

Και τότε βούλιαξα στο κενό και την ανυπαρξία. Γιατί η μορφή ήταν ο παλιός μου εαυτός.
Η αντρική φιγούρα μούσκεμα στον ιδρώτα σηκώθηκε αργά από το τραπέζι, έκλεισε το τετράδιο και πήρε το μπουκάλι με το ουίσκι στο δεξί του χέρι. Έσυρε αργά τα βήματα του ως το κρεβάτι όπου και σωριάστηκε.
Η Αθήνα είχε ξυπνήσει κάτω από μια γκρίζα ομίχλη, που  είχε απλωθεί πάνω από τις τσιμεντένιες πολυκατοικίες και στα άρρωστα δέντρα που ήταν φυτεμένα δίπλα  στις λεωφόρους. Ο κόσμος βουβός περίμενε στις στάσεις  των λεωφορείων για να πάει στις δουλειές του. Ένα ψιλοβρόχι άρχισε  τώρα να πέφτει εκνευριστικά απαλά, από τον ουρανό και κάποιες ομπρέλες άνοιξαν, για να καλύψουν τα νωθρά κορμιά  που με το ζόρι πήγαιναν να βγάλουν το μεροκάματο της μέρας.

Δύο δρόμοι χαραγμένοι στο δάσος και εγώ πήρα ... τον λιγότερο ταξιδεμένο κι αυτό τα άλλαξε όλα.
Φροστ

Οι πιο πολλοί ζουν ζωές ήσυχης απελπισίας
Θορώ

Σφράγισες μες τα μάτια σου τους δαίμονες κυκλώνες
στο πέρασμά τους σάρωσαν τα δάση της ψυχής
έκαψες το κουράγιο σου στους περσινούς χειμώνες
τις λέξεις απ΄τα χείλη σου θερίζεις να τις πεις

Γιώργος Κοφινάς

Μέσα στο διαμέρισμα ο Μηνάς είχε σηκωθεί  και έπινε τον καφέ του. Ήταν μόνος σε ένα σπίτι που τον έπνιγε. Άναψε τσιγάρο και βγήκε στο μπαλκόνι. Αντίκρισε ένα μολυβί ουρανό και είδε σταγόνες να πλένουν τα λιγοστά φώτα στο πάρκο που βρισκόταν στο επόμενο τετράγωνο από το σπίτι του. Στο μυαλό του έφερε την Ελισάβετ. Του έλειπε. Απ’ ότι θυμόταν τον εαυτό του, ήταν ερωτευμένος μαζί της. Δεν της είχε πει τίποτα ως τώρα. Του έφτανε που έκαναν παρέα. Που έβγαιναν που και που  και περνούσαν καλά. Προσπαθούσε να μη το σκέφτεται και μπροστά της το έπαιζε άνετος. Εκείνη τα τελευταία δυο χρόνια είχε σχέση με τον Παύλο. Ο Μηνάς ευχόταν κάποια στιγμή να το διέλυαν , αλλά αν εκείνη έβρισκε κάποιον άλλο; Μπήκε μέσα στο σπίτι  και έσβησε το τσιγάρο στο τασάκι που βρισκόταν, πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και άναψε αμέσως άλλο. Έβγαλε τον καπνό από μέσα του και άναψε το ραδιόφωνο. Η ώρα ήταν ακόμα εφτά το πρωί και στη δουλειά θα πήγαινε στις  οχτώ. Έπρεπε να της μιλήσει. Θα ρισκάριζε πολλά , αλλά δεν άντεχε άλλο. Μπήκε στο μπάνιο για ένα ντους , όταν η μορφή της εμφανίστηκε μπροστά του σαν σε όραμα. Γύρισε το κεφάλι του προς το πάτωμα. Το πρόσωπο της και μόνο τον πλήγωνε.

- Και εγώ σου λέω αγάπη μου , πως αυτό το φαγητό δεν θα το αγγίξω. Γιατί δεν φτιάχνεις κανένα μπιφτέκι; Θα γυρίσω πολύ πεινασμένος από τη δουλειά.- Ακούστηκε η φωνή του Ιάσωνα  μέσα από το μπάνιο. Η Έλενα ετοίμαζε τους καφέδες. Όταν έγιναν τους πήγε στο τραπέζι της κουζίνας και άναψε τσιγάρο.
- Κάθε μέρα κρέας Ιάσωνα , θα πάθεις τίποτα. Φάε και εσύ κανένα όσπριο. Να δουλέψει λίγο και το άντερο σου. Δεν είναι κακό ξέρεις.- Ο Ιάσωνας βγήκε από το μπάνιο με μια πετσέτα τυλιγμένη στο γεροδεμένο του κορμί. Την φίλησε στα χείλη και κάθισε να πιει τον καφέ του.
- Φτιάξε φασόλια για σένα και το παιδί. Τι είναι τώρα να κάνεις και δυο μπιφτέκια; Τίποτα.-
- Μα δε το κάνω γιατί βαριέμαι. Το καλό σου σκέφτομαι. Καλά θα δω τι θα κάνω. Πιες τον καφέ σου.-
- Εσύ πως θα περάσεις την μέρα σου σήμερα;
- Θα κατέβω για ψώνια  και θα αφήσω τον Νίκο στο σχολείο. Όταν γυρίσω έχω ένα βουνό ρούχα για σιδέρωμα. Μέχρι να έρθεις εκεί θα την βγάλω.-
- Η ξαδέλφη μου θα έρθει από εδώ;-
- Η Ελισάβετ; Α! ναι θα έρθει το βράδυ με την Γιώτα  για ποτό. Είδες που ξέχασα να στο πω; Δε βγαίνεις και εσύ με τον κολλητό σου; Να μη σε έχουμε στα πόδια μας.-
- Α! καλά. Όλες οι τρελές μαζί. Θα αρχίσετε πάλι τα δικά σας και όπως πάντα θα με διώξετε από την ησυχία του σπιτιού μου.-
- Έλα τώρα Ιάσωνα. Αυτές είναι γυναικείες κουβέντες. Οι άντρες δεν καταλαβαίνουν.-
- Καλά μωρό μου πάω να ντυθώ. Θα καθυστερήσω για το γραφείο. Θα πάνε οι υπάλληλοι και εγώ δεν θα είμαι εκεί.-
- Ε και; Δικό σου είναι. Ηρέμισε. Οι φορολογούμενοι μπορούν να κοιμόνται ήσυχοι. Είσαι καλός στην δουλειά σου.

Του απάντησε και βγήκε στην βεράντα. Έξω έβρεχε αλλά η θάλασσα ήταν ήρεμη και είχε ένα σκούρο μπλε χρώμα.  Η Έλενα  ανατρίχιασε από την πρωινή ψύχρα. Το θέαμα όμως της άρεσε πολύ. Με τον Ιάσωνα είχαν γνωριστεί και αγαπηθεί στην Αθήνα όταν και οι δυο τους δούλευαν σε ένα φοροτεχνικό γραφείο. Όταν όμως παντρεύτηκαν  αποφάσισαν να φύγουν από το κέντρο. Οι γονείς της μετακόμισαν μαζί τους , στην πόλη που μεγάλωσε ο Ιάσωνας.  Σε ένα παραθαλάσσιο μέρος όχι πολύ μακριά από την Αθήνα. Εκεί άνοιξαν ένα φοροτεχνικό γραφείο και τα πρώτα δυο χρόνια το δούλεψαν μαζί. Οι γονείς της Έλενας βρήκαν σπίτι πολύ κοντά σε αυτό που έμενε το ζευγάρι. Όταν η Έλενα έμεινε έγκυος ο Ιάσωνας την παρακάλεσε να μείνει στο σπίτι για να μεγαλώσει το παιδί, και εκείνος προσέλαβε δυο κοπέλες για το γραφείο , μιας και η δουλειά είχε μεγαλώσει αρκετά. Η Έλενα είχε να κάνει πολλά  ως το βράδυ που θα ερχόντουσαν τα κορίτσια. Η Ελισάβετ που ήταν η πιο αγαπημένη ξαδέλφη του Ιάσωνα θα ερχόταν με την καλύτερη της φίλη , την Γιώτα  για να δουν μια ταινία. Από την μέρα που ο Ιάσωνας γύρισε πίσω στον τόπο του, όλο το σόι, οι θείες, οι θείοι και τα ξαδέρφια του δεν έκρυψαν την χαρά τους. Ήταν αγαπημένη οικογένεια  και τους άρεσε να βλέπονται συχνά. Η Έλενα αγαπούσε και σεβόταν πολύ την Ελισάβετ. Έκαναν πολύ συχνά παρέα τα τελευταία πέντε χρόνια που ζούσαν εκεί. Εκείνο όμως που δεν μπορούσε να εξηγήσει ήταν αυτό που ένιωθε για την κολλητή φίλη της Ελισάβετ, την Γιώτα. Μάλλον την ποθούσε. Ναι αυτό ήταν. Ήταν λάθος να έχει τέτοια συναισθήματα  και τα καταπίεζε. Για πόσο όμως; Άλλωστε και η Γιώτα  έδειχνε να μην θέλει να ξεκολλήσει από δίπλα της. Φοβόταν μόνο να μην καταλάβει τίποτα η Ελισάβετ. Ο Ιάσωνας την λάτρευε. Μπήκε γρήγορα στο σπίτι και άρχισε να ετοιμάζεται. Ο άντρας της είχε φύγει για την δουλειά. Πήγε στο δωμάτιο του γιου της και τον ξύπνησε. Έξω η βροχή  άρχισε να δυναμώνει.
Ο Στέφανος κοιμόταν βαριά. Στο πάτωμα πεσμένο, ήταν ένα άδειο μπουκάλι από ουίσκι. Ο Γιώργος είχε  σηκωθεί από νωρίς. Είχε μαζέψει το διαμέρισμα και έπινε τον καφέ του στη μικρή κουζίνα. Θα έφευγε σε λίγο για την δουλειά του και ο Στέφανος κοιμόταν ακόμη. Απορούσε με τον εαυτό του. Πως τον άφηνε  να γίνεται λιώμα στο ποτό; Αυτός ήταν ο λόγος που μάλωναν τόσο συχνά. Τον αγαπούσε , αλλά το ποτό είχε γίνει θηλιά στη σχέση τους. Τέσσερα  χρόνια τώρα που ζούσαν μαζί ο Στέφανος είχε αλλάξει πολύ. Θύμωνε εύκολα , κλεινόταν στον εαυτό του, αργούσε να γυρίσει τα βράδια στο σπίτι. Ο Γιώργος δεν μπορούσε να βρει τι έφταιγε και η μόνη που τον καταλάβαινε ήταν η Ελισάβετ. Η Ελισάβετ που αγαπούσε πολύ τον μικρό της ξάδερφο και που μιλούσε συχνά με τον Γιώργο. Έσβησε το τσιγάρο και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Ο Στέφανος κοιμόταν βαριά. Μάζεψε από κάτω το μπουκάλι και το πέταξε στα σκουπίδια. Τράβηξε τις κουρτίνες να μπει λίγο από το φως της Αθήνας και κάθισε δίπλα του.

- Στέφανε; Στέφανε πρέπει να φύγω. Έχω δουλειά.- Του είπε χαμηλόφωνα.
- Ναι.-
- Ξύπνα για λίγο μωρό μου; Είσαι καλά;- ο Στέφανος άνοιξε  τα μάτια του και κράτησε το χέρι  του Γιώργου.
- Θα…θα είμαι…μια χαρά. Πήγαινε στη δουλειά. Αν έχω ξυπνήσει ως το μεσημέρι θα σου φτιάξω φιλέτο κοτόπουλο Αλά κρεμ που σ’ αρέσει. Αν όχι θα φάμε απ’ έξω.-

Του απάντησε νυσταγμένα εκείνος και άλλαξε πλευρό. Ο Γιώργος τον φίλησε στο κεφάλι. Πήρε αργά τα βήματα του και έκλεισε την πόρτα. Βγήκε στο δρόμο και δυο δάκρυα έτρεξαν στα μάτια του. Τίποτε πια δεν πήγαινε καλά , σκέφτηκε. Ο Στέφανος ήταν ένα χρόνο χωρίς δουλειά και το μόνο που έκανε ήταν να πίνει μέχρι σκασμού. Εκείνος απλά δούλευε και τον συντηρούσε. Έπρεπε να μιλήσει με την Ελισάβετ το γρηγορότερο. Κάτι θα υπήρχε να κάνουν  για τον αγαπημένο του. Μισή ώρα αργότερα μπήκε στο πολυκατάστημα που εργαζόταν.

Στις μία και μισή το μεσημέρι η Αθηνά είχε έτοιμο το τραπέζι. Η Ελισάβετ θα ερχόταν πεινασμένη και θα έτρωγαν μαζί. Ο Κώστας  ο άντρας της είχε φύγει για ψάρεμα από τα χαράματα. Σίγουρα θα ερχόταν κατά τις τρεις το μεσημέρι. Όταν άκουσε το κλειδί  στην πόρτα ήξερε πως η κόρη της είχε φτάσει.

- Τι έγινε μαμά;-
- Καλώς την. Θα φάμε;-
- Σε λιγάκι. Να πλύνω τα χέρια μου.-
- Πως πήγε η δουλειά;-
- Μέχρι πέντε πελάτες μπήκαν σήμερα στο μαγαζί. Αυτό το καινούργιο νόμισμα μας ξετίναξε όλους μας. Θα πεθάνουμε από την πείνα. Πώς να κρατηθεί μια επιχείρηση έτσι;  Ευτυχώς που είναι δικό μας και δεν πληρώνω ενοίκιο. Γιατί αν βάλεις αυτό ,το νερό ,και το ρεύμα  είναι ένας ολόκληρος μισθός. Μισθός που φυσικά δεν παίρνω μαμά. Με δυσκολία τα βγάζω. Θα αναγκαστώ να το κλείσω στο τέλος και να ξαπλώσω  ανάσκελα  σε μια γωνιά να ζητιανεύω.-
- Έλα τώρα. Αυτό δεν θα γίνει ποτέ. Το γνωρίζω και εγώ πως τα πράγματα είναι δύσκολα , αλλά δεν θα φτάσουμε να ζητιανέψουμε από πάνω. Ο πατέρας σου έχει δυο μαγαζιά που νοικιάζει , στο κέντρο της πόλης , αποθήκες στο λιμάνι και μια πολυκατοικία στο κέντρο. Είναι ένα καλό εισόδημα.-
- Εντάξει για μας. Άλλοι που δεν έχουν τίποτα παρά  μια δουλειά ξερή; Τι μου λες μαμά; Τα πράγματα είναι δύσκολα. Ξέρεις καταρχήν πόσος κόσμος δουλεύει ανασφάλιστος; Αυτοί οι άνθρωποι δεν φαίνονται πουθενά. Ούτε σύνταξη θα πάρουν , αλλά ούτε και ασφάλεια θα έχουν. Εγώ θυμάσαι που πριν ανοίξω το μαγαζί δούλευα ανασφάλιστη πέντε χρόνια; Μετά με την δική μου δουλειά μπήκα στο ταμείο και εκεί πληρώνω τα άντερα μου , για να πάρω στην καλύτερη περίπτωση, στα εξήντα πέντε μου  αν ζω , το πολύ εφτακόσια ευρώ.-
- Σου έχω ντομάτα σαλάτα με το μπιφτέκι. Να κόψω και λίγο κρεμμύδι;-
- Τι να σου πω βρε μαμά μέσα στην συζήτηση είσαι. Όχι δεν θέλω. Το βράδυ θα πάω με την Γιώτα  στην Έλενα για να δούμε μια ταινία. Δεν θέλω να μυρίζει η αναπνοή μου.- Της απάντησε και χαμογέλασε πριν κάτσει στο τραπέζι.
-Με τον Στέφανο έχεις μιλήσει;-
-Ναι την περασμένη εβδομάδα. Γιατί;-
-Η θεία σου ανησυχεί. Πίνει πολύ και δεν ξέρει τι να κάνει. Ο Γιώργος τι λέει;-
-Τι να σου πω. Και αυτός έχει κουραστεί με αυτή την κατάσταση. Φοβάμαι πως θα τον αφήσει  στο τέλος. Του το έχω πει πολλές φορές του Στέφανου, αλλά ξέρεις τι

μου λέει; Μην  ανακατεύεσαι αγαπημένη μου Ελισάβετ στην ζωή μου. Είμαι σε αδιέξοδο μαμά.-
- Η Αγγελική τι σκέφτεται;-
- Στην Αγγελική δε μιλάει. Μαλώσανε πριν ένα μήνα , γιατί του είπε πως κατάντησε μπεκρής και δεν την παίρνει τηλέφωνο.-
- Έχουμε πρόβλημα με αυτόν. Από την μια πίνει , από την άλλη δεν έχει δουλειά  και από πάνω ζει με έναν άντρα. Η θεία σου θα πεθάνει από τον καημό της. Τρέμω για την υγεία της. Αδελφή μου είναι , την νοιάζομαι.-
- Μαμά τώρα αυτό σε πείραξε; Ότι είναι γκέι; Ο μισός πλανήτης έτσι είναι. Αυτό που μετρά είναι να κόψει το αλκοόλ και να βρει μια δουλειά.-
- Μήπως παίρνει και τίποτα άλλο;-
- Τι άλλο δηλαδή;-
- Να βρε κορίτσι μου , ουσίες. Πως τα λένε. Ναρκωτικά. –
- Όχι μαμά μου. Μόνο πίνει. Αν κάνει χρήση ναρκωτικών σίγουρα σε εμένα δεν το έχει πει. Δεν το πιστεύω.-
- Χριστέ μου πως μας βγήκε έτσι αυτός; Ποτέ δεν είχαμε τέτοια στην οικογένεια. Λες και έβγαλε δικό του σόι.- Της είπε ταραγμένη και σηκώθηκε από το τραπέζι.
- Δεν θα φας άλλο μαμά;-
- Δεν θέλω. Στενοχωρήθηκα πάλι με τον ξάδερφο σου. Και όσο σκέφτομαι την θεία σου τρελαίνομαι. Αυτή τι φταίει;
- Κανείς δεν φταίει μαμά. Απλά μερικοί άνθρωποι είναι έτσι. Δε μπορούν να αλλάξουν. Λοιπόν τελείωσα με το φαγητό μου. Θα κάνω μπάνιο και θα ξαπλώσω καμιά ώρα. Έχω δουλειά πάλι το απόγευμα.-
- Ναι είναι Τετάρτη σήμερα. Όταν σηκωθείς θα σου έχω έτοιμο τον καφέ.-
- Μανούλα μου καλή. –
- Το βράδυ θα κοιμηθείς στο σπίτι σου;-
- Ναι μόλις φύγω από την Έλενα. Γιατί.-
- Η  Λώρα  θα είναι πολλές ώρες μόνη της.-
- Η γάτα μου μαμά τα έχει συνηθίσει αυτά. Είναι ένα ήρεμο και υπάκουο γατί. Άλλωστε απολαμβάνει την ησυχία όσο και εγώ. Ο μπαμπάς ακόμα με τη βάρκα;-
Τι ρωτάς;-
- Καλά. Πάω. Τα λέμε μετά.-

Στη μικρή γκαρσονιέρα ο Στέφανος είχε ετοιμάσει το φαγητό. Στις δύο και μισή θα ερχόταν ο Γιώργος για να φάνε. Το κοτόπουλο ήταν έτοιμο και η Άλα κρεμ περίμενε μέσα σε μια σαλτσιέρα. Έστριψε ένα τσιγάρο. Το άναψε  και άνοιξε την πόρτα του ψυγείου. Μέσα υπήρχαν μερικά μπουκάλια με κόκκινο κρασί. Γέμισε ένα ποτήρι του νερού. Ήπιε μια γουλιά και απλώθηκε σε μια πολυθρόνα.
- Ο μαλάκας. Πάλι πίνω.- Είπε μόνος του. Δεν ήταν δίκαιο για το Γιώργο αυτό που έκανε. Εκείνος ήταν πάντα εκεί και τον πρόσεχε. Αφού τον αγαπούσε γιατί δεν άλλαζε συμπεριφορά; Η σχέση τους τον τελευταίο καιρό που έπινε είχε δοκιμαστεί αρκετά. Ο Γιώργος είχε κουραστεί και ο Στέφανος δεν έκανε κάτι για να το αλλάξει αυτό. Είχε καταντήσει νταβατζής. Του έπαιρνε λεφτά και μετά έτρεχε στα μπαρ πίνοντας ως τα χαράματα. Δεν θυμόταν πόσες φορές  είχε πάει με περιστασιακούς γκόμενους πίσω από την πλάτη του Γιώργου. Ήταν τόσο λιώμα που πάθαινε απώλεια μνήμης πολύ συχνά. Έπρεπε να σταματήσει το ποτό. Με την αδερφή του επίσης είχε ένα μήνα να μιλήσει. Τον πλήγωνε στην τελική, η δική του αδιαφορία και συμπεριφορά. Αποφάσισε να την  πάρει τηλέφωνο. Με το κινητό του κάλεσε το νούμερο της.

- Έλα Στέφανε;-
- Ναι εγώ είμαι…..το κάθαρμα ο αδερφός σου.-
- Στέφανε μωρό μου δε θέλω να λες τέτοια. Είσαι καλά;-
- Ναι Αγγελική. Συγγνώμη. Τόσο καιρό ήμουν θυμωμένος. Όχι με εσένα. Με τον εαυτό μου.-
- Αγάπη μου για το καλό σου τα είπα. Η μαμά και ο μπαμπάς , άλλη κουβέντα δεν έχουν , παρά μόνο για σένα. Στενοχωριούνται πολύ. Αν πάθουν κάτι πως θα τα βγάλω μόνη μου πέρα; Εσύ θα είσαι στον κόσμο σου.-
- Ναι , το ξέρω. Ίσως αν βρω μια δουλειά ,έτσι ώστε να μην είμαι ρεμάλι για το κοινωνικό σας σύνολο , καταφέρω να ρυθμίσω και το αλκοόλ. Εσύ πως τα πας;-
- Δουλειά. Το πρωί στο νοσοκομείο το απόγευμα στο ιατρείο. Κουράζομαι πολύ.-
- Ευτυχώς για σένα. Βγάζεις πολλά λεφτά.-
- Αυτό ήταν σπόντα γιατί χρειάζεσαι;-
- Έλα! Πως το κατάλαβες; Είσαι άπαιχτη αδερφούλα.-
 -Πόσα είναι αυτή τη φορά;-
- Πεντακόσια ευρώ η μήπως είναι πολλά; Θέλω να αγοράσω δυο παντελόνια και ένα μπουφάν.-
- Μάλιστα. Αύριο το πρωί θα τα βάλω στην κάρτα σου. Πότε θα έρθεις από τα μέρη μας; Όχι για μένα. Η μαμά ξέρεις με ρωτά συνέχεια.-
- Το Σάββατο. Ηρέμισες τώρα;-
- Ήρεμη είμαι. Ο Γιώργος τι κάνει;-
- Τον περιμένω να γυρίσει από την δουλειά. Έχω μαγειρέψει κοτόπουλο να φάμε.-
- Σε αγαπάει πολύ. Αν δεν κόψεις τις αηδίες θα τον χάσεις. Δουλεύει , σε πλένει , καθαρίζει το σπίτι , σε συντηρεί  και εσύ μεθάς και τα βάζεις μαζί του.-
- Αγγελική μη λες άλλα. Ξέρω τα λάθη μου. Τα λέμε το Σάββατο.- Της απάντησε και βιάστηκε να κλείσει. Η Αγγελική κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας του σπιτιού της και μασούλισε αργά ένα τοστ. Δεν είχε φάει τίποτα όλη μέρα εκτός από δυο φρούτα και ένα καφέ στο νοσοκομείο. Και το τοστ όμως με δυσκολία το έτρωγε. Ο αδερφός της παρέμενε ο ίδιος. Στα τριάντα του , δεν έδειχνε να  είχε ωριμάσει. Δεν την πείραζε που του έδινε λεφτά. Δεν ήθελε να του λείπει τίποτα. Ήξερε όμως πως αυτή της η αδυναμία, να μη του χαλά χατίρι ήταν για κακό του. Όσο εκείνη του έδινε λεφτά και ο Γιώργος  τον συντηρούσε , εκείνος δεν θα άλλαζε. Και γιατί να το κάνει άλλωστε;
Έτρωγε , έπινε , κοιμόταν , ντυνόταν , με λεφτά που δεν είχε βγάλει ο ίδιος. Έτσι ήταν σε όλη του τη ζωή. Με σπουδές στην Ελλάδα και το εξωτερικό πάνω στα κομπιούτερ θα είχε τώρα μια καλοβαλμένη ζωή. Όμως ο Στέφανος τα έφτυνε όλα αυτά. Μαλακίες του κώλου  έλεγε. Μου τη δίνει να γίνω ένας τυπικός μεσοαστός, που θα τον κερατώνει η σύζυγος. Να έχω σπίτι και αυτοκίνητο , δυσκοίλιο παιδί από την καλοπέραση , και ανούσιες κουβέντες στον κήπο του ακριβού μου σπιτιού, με τους ίδιους μαλάκες  σαν και εμένα. Έλα ρε ηλίθια; Τι νιώθετε όλοι εσείς; Δουλεύεται από το πρωί ως το βράδυ για ένα γαμημένο ευρώ που στο τέλος θα σας το πάρει η εφορία, για να φτάσετε στα εξήντα πέντε , σας η σύνταξη που θα πάρετε να μη φτάνει για τα φάρμακα σας. Άσε που δεν θα φτάσετε σε αυτή την ηλικία. Είναι μαθηματικά αποδεδειγμένο πως την σύνταξη την ξεκοκαλίζει το κράτος και η εκάστοτε κυβέρνηση. Νομίζεις πως αυτοί που απλώνουν τις αράδες τους στην βουλή τρώνε κουτόχορτο; Όχι γλυκιά μου. Είναι οι πιο έξυπνοι κλέφτες. Κλέφτες , κλέφτες , κλέφτες. Γιατί το έχουν σκεφτεί. Ποιος μωρέ θα προλάβει να πάρει σύνταξη; Ο εξηνταπεντάχρονος; Αυτός είναι με τα δυο πόδια στο μνήμα. Σκέψου το λίγο. Μόνο πέντε χρόνια τον χωρίζουν από τα εβδομηκοστά του γενέθλια. Άρα τι είναι; Πεθαμένος.} Η Αγγελική πέταξε το υπόλοιπο τοστ στο καλάθι των απορριμμάτων.
Ο Στέφανος με τον Γιώργο είχαν τελειώσει το φαγητό , όταν χτύπησε το σταθερό τηλέφωνο. Το σήκωσε ο Γιώργος.
- Για σένα είναι.- είπε αμέσως.
- Έλα ρε μαλάκα. Τι ; Που είσαι; Μίλα καθαρά. Εξάρχεια; Δε μπορώ τώρα. Θα τα πούμε το βράδυ. Ίσως αν κατέβω στο μπαρ. Καλά μη φωνάζεις. Αν μπορέσω να ξεφύγω από την αστυνομία θα σε βρω. Έλα γεια.- Είπε ο Στέφανος και χαμογέλασε.
- Εγώ είμαι η αστυνομία έτσι; Αφού για σένα είμαι σαν μια φυλακή να σου αδειάσω τη γωνιά.- Του απάντησε φανερά εκνευρισμένος ο Γιώργος.
- Έλα τώρα μωρέ. Όρεξη για μάλωμα έχεις; Έλα να βγούμε μαζί το βράδυ.-
- Για να πάμε που; Στα μπαρ που συχνάζεις για να γίνουμε μαζί λιώμα;-
- Όχι θα μείνω εδώ να γίνω σαν εσένα την πιστή Πηνελόπη , που υφαίνει τη μιζέρια της. Χέσε με ρε Γιώργο. Αν ήθελες γυναικούλα του σπιτιού, να παντρευόσουν τη γκόμενα που σου έφεραν οι γονείς σου. Τώρα θα είχες και παιδί. Εγώ δεν είμαι έτσι. Αν γουστάρεις κότα ξέρεις που να την βρεις.- Του απάντησε νευριασμένος και άρχισε να μαζεύει τα πιάτα.
- Πάω να ξαπλώσω. Βαριέμαι να πλακωθώ μαζί σου. Εσύ τι θα κάνεις; - τον ρώτησε ήρεμα ο Γιώργος.
- Θα πλύνω τα πιάτα. Λέω να συμμαζέψω λίγο και την κουζίνα. Κοιμήσου εσύ. Είσαι κουρασμένος.- Ο Γιώργος τον πλησίασε και τον αγκάλιασε.
- Γιατί δεν έρχεσαι στο κρεβάτι;-
- Δεν έχω διάθεση για πήδημα τώρα. Καλό ύπνο.- Του είπε ψυχρά και έφυγε από κοντά του. Μια  ώρα  μετά ,όταν η κουζίνα είχε τακτοποιηθεί και τα πιάτα είχαν μπει στη θέση τους , ο Στέφανος με μια κούπα αχνιστού καφέ κάθισε και άναψε τσιγάρο. Πήρε το τετράδιο που έγραφε κάθε φορά τις σκέψεις του και ξεκίνησε να γράφει. Πρώτα έβαλε τίτλο στο κείμενο. {Το σώμα μου}. Οι λέξεις έτρεχαν μανιασμένες πάνω στις λευκές σελίδες.
(Το άψυχο κορμί μου κοιμάται βαθιά στο κρύο βυθό. Τα μαλλιά μου σαν πλοκάμια μέδουσας στριφογυρίζουν ψάχνοντας ένα χάδι. Ένας αστερίας χαμογελά, και τα μικρά ψαράκια βρίσκουν τροφή από το παγωμένο μου σώμα. Στα νύχια μου έχει εισχωρήσει άμμος και από τα πόδια μου έχει φυτρώσει ένα πράσινο φύκι. Με τα μάτια ανοιχτά κοιτάζω μια ηλιαχτίδα που δειλά έχει χωθεί στο υδάτινο στοιχείο και προσπαθεί να φωτίσει  λίγο τον θάνατο μου. Θα είναι μέρα τώρα , έξω στον κόσμο. Όλοι θα τρέχουν να προλάβουν τη ζωή. Καριέρες να φτιαχτούν , σπίτια να ανοίξουν , ζευγάρια να παντρευτούν , παιδιά να γεννηθούν. Πόσα απόμακρα φαντάζουν όλα αυτά μέσα στην απόλυτη γαλήνη της θάλασσας; Εκεί που ο θάνατος μου γίνεται τροφή για αυτά που θα ψαρέψουν , αύριο οι άντρες και θα τοποθετηθούν σε πιάτα. Ένας κύκλος ζωής τερματίζεται  και ένας άλλος μόλις θα αναπνεύσει. Το σώμα μου θα μπει σε άλλα σώματα. Τα όνειρα και οι ελπίδες μου θα χωνευτούν με ένα κουτάκι σόδα, αλλά εγώ πεθαμένος χρόνια τώρα , στην παγωμένη αγκαλιά του Ποσειδώνα δε θα τα γνωρίζω όλα εκείνα.   Δεν θα θυμάμαι  αυτά  που θέλησα , πόθησα  και που δεν πήρα ποτέ. Στον αιώνιο γαλήνιο ύπνο μου , οι προσδοκίες και τα θέλω μου , θα φαντάζουν  αστέρια μακρινά. Φορώντας το λευκό νυφικό θα παντρευτώ ένα κόσμο δροσερό, γαλαζοπράσινο , αλμυρό. Γιατί ποτέ δε ζήλεψα τη ζωή των πολλών, αλλά τον λίγων και καταραμένων. Αυτών που αγάπησαν τη μοναξιά, τις λίγες κουβέντες, τις αμέτρητες εικόνες. Σε αυτό τον ανούσιο κόσμο όσο ζούσε το σώμα μου , έκλαιγε και καταριόταν. Μα ο θάνατος του έδωσε την ευτυχία που αποζητούσε. Την αναγνώριση μιας μικρής ηλιαχτίδας. Την υπόσχεση πως εκεί κάτω στο βασίλειο των αρχαίων θεών , ο θάνατος μου θα είχε μια μικρή τιποτένια αναγνώριση από τους κατοίκους του).

- Και τι ώρα θα κλείσεις; Να έρθω να σε πάρω να βγούμε;-
- Στις οχτώ και μισή. Παύλο θα πάω με τη Γιώτα  στην Έλενα. Το κανονίσαμε από εχτές.-
- Και τι πειράζει να έρθω και εγώ; Θα τα πω με τον Ιάσωνα. –
- Δεν κατάλαβες. Ο Ιάσωνας δεν θα είναι εκεί. Θα βγει με ένα φίλο του. Η παρέα σήμερα θα είναι κοριτσίστικη. Θα βγούμε το Σάββατο εμείς.-
- Δηλαδή να μη νοιώσω προδομένος , που θα είσαι με την κολλητή σου και την γυναίκα του ξαδέρφου σου.-
- Βρε Παύλο μου. Πάλι τα ίδια; Μα τι να ζηλέψεις; Δεν θα είμαι με γκόμενο. Να !θα βρεθούμε εκεί να κουτσομπολέψουμε και να δούμε καμιά ταινία. Αν είσαι εσύ εκεί, θα με χαϊδεύεις στην πλάτη , θα θέλεις φιλιά και μετά εγώ θα νευριάσω , που δεν θα έχω παρακολουθήσει την ταινία και δεν θα έχω κουτσομπολέψει , ας πούμε την διπλανή γειτόνισσα της Έλενας.-
- Ποτέ δεν σας κατάλαβα εσάς τις γυναίκες. Όταν είσαστε μεταξύ σας ούτε να μας δείτε δεν θέλετε. Γιατί;-
- Για τον ίδιο λόγο που  εσείς μαζευόσαστε καμιά δεκαριά μαντράχαλοι,  αγοράζετε μπίρες και τις πίνετε βρίζοντας , καθώς βλέπετε ποδόσφαιρο.-
- Τώρα με αποστόμωσες. Εντάξει μωρό μου. Τότε θα βγω και εγώ με τον Δημήτρη. Σε κάποιο μπαρ θα την βγάλουμε.- της απάντησε και την φίλησε στο στόμα.

Η Αγγελική πως και δεν ήρθε  σήμερα από το σπίτι;- Ρώτησε ο Μάρκος την  Βούλα  Εκείνη σιδέρωνε λίγα ρούχα την στιγμή που εκείνος  έτρωγε το βραδινό του βλέποντας τηλεόραση.
- Είχε πολύ δουλειά στο ιατρείο της. Μιλήσαμε το απόγευμα. Την είχε πάρει τηλέφωνο ο Στέφανος το μεσημέρι.-
- Ο κανακάρης σου ακόμα χωρίς δουλειά είναι;- Της απάντησε ειρωνικά εκείνος.
- Τώρα και εσύ τι θέλεις; Να ρίξεις λάδι στη φωτιά;-
- Αυτό που με πειράζει περισσότερο είναι που ζει με έναν άντρα. Ο γιος μου πούστης. Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι για μένα;-
- Για σένα , για σένα. Μόνο τον εαυτό σου σκέφτεσαι. Νομίζεις πως για μένα είναι εύκολο; Κάνω όμως υπομονή και κρατώ μια ισορροπία. Εμένα άλλο με ενοχλεί. Το ότι πίνει από το πρωί ως το βράδυ. Φοβάμαι για την υγεία του.-
- Δηλαδή το ότι βγάζει τα μάτια του με άντρα το θεωρείς φυσιολογικό έτσι;- Είπε εκείνος εκνευρισμένος και έβαλε το πιάτο στο νεροχύτη.
- Το θεωρώ μηδαμινό σε σχέση με το αλκοόλ. Τι θέλεις δηλαδή να του πω. Πάρε αγόρι μου αυτά τα χάπια να γίνεις καλά από την ομοφυλοφιλία σου και να πάρεις μια γυναίκα;  Μα γίνονται αυτά τα πράγματα;- Του απάντησε θυμωμένη και έκλεισε το σίδερο.
- Ένα τέτοιο παιδί. Με ανατροφή , μόρφωση , από καλή οικογένεια. Αυτός ο καημός θα με φάει. Να το δεις. Από αυτόν θα πάω.- Είπε ο Μάρκος και άναψε τσιγάρο.
- Η Αγγελική μου είπε ότι θα έρθει το Σάββατο να μας δει. Θα φάμε όλοι μαζί το μεσημέρι. Κοίτα μην εκνευριστείς πάλι και μαλώσετε; Ας φάμε σαν οικογένεια αγαπημένη και εμείς μια φορά. Δεν τις αντέχω τις κακίες και την ψυχρή ατμόσφαιρα. Μάρκο είναι ο γιος μας. Αυτό δεν αλλάζει.-      
 
Η Έλενα είχε ετοιμάσει ποπ κορν και έβγαλε από το φούρνο της κουζίνας την πίτσα. Σε λίγη ώρα θα ερχόντουσαν τα κορίτσια, να δουν μια ταινία στο Home Cinema. Είχε παγώσει και ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. Έπρεπε με κάτι να συνοδεύσουν την πίτσα και το καλαμπόκι. Ο Ιάσωνας ετοιμαζόταν στο δωμάτιο τους. Θα έβγαινε με τον παιδικό του φίλο τον Γιάννη. Κατά βάθος βαριόταν να πάει σε μπαρ. Προτιμούσε να την αράξει και να δει και εκείνος μια ταινία , αλλά η Έλενα όταν τα κορίτσια τους έκαναν επίσκεψη, δεν τον ήθελε στα πόδια της. Έβαλε λίγο ζελέ στα κοντοκουρεμένα του μαλλιά , το αντρικό του άρωμα , φόρεσε το  δερμάτινο σακάκι του και πήγε στο καθιστικό. Άναψε τσιγάρο.

- Θα έρθει ο Γιάννης να σε πάρει;- Του φώναξε η Έλενα από την κουζίνα.-
- Ναι , σε πέντε λεπτά θα είναι εδώ. Το παιδί το πήγες στη μητέρα σου;-
- Όχι το πήρε η δικιά σου. Θα το πάει αυτή στο σχολείο αύριο.- Του απάντησε και πήγε κοντά του.
- Τι μυρίζει τόσο ωραία; Τι έφτιαξες πάλι;-
- Μια πίτσα, ποπ κορν και μια πράσινη σαλάτα , με ρόκα , τυρί , και διάφορα μυρωδικά. Αφού θα δούμε ταινία και θα πιούμε κρασί , είπα να τσιμπήσουμε και λίγο. Δεν θέλω να την βγάλουμε με άδειο στομάχι.-
- Θέλω και εγώ ένα κομμάτι.-
- Αν θέλεις να πάρεις απ’ έξω. Αυτή είναι για τα κορίτσια.-
- Κατάλαβα. Πάλι στο περιθώριο ο Ιάσωνας.-
- Παράπονα μου κάνεις αγάπη μου; Κάθε μέρα για σένα μαγειρεύω. Αλλά όχι. Εσύ ποτέ δεν ευχαριστιέσαι. Θέλει λέει πίτσα το μωρό.-
- Δε φταίω εγώ. Μου μύρισε. Και ποια ταινία πήρες τελικά;-
- Να ήσουν έγκυος να το καταλάβαινα. Τις <<Ώρες>>. Η ξαδέλφη σου δεν πρόλαβε να την δει στον κινηματογράφο.-
- Πάλι; Πέντε φορές την έχεις δει.-
- Και άλλες είκοσι αν την δω , δεν υπάρχει περίπτωση να την βαρεθώ.-
- Δεν περίμενα να ακούσω κάτι άλλο. Αυτό  το φιλμ είναι μόνο για γυναίκες.-
- Με βρίσκεις αντίθετη αγάπη μου. Πολλοί φίλοι μας που την είδαν , και εννοώ άντρες την λάτρεψαν.-
- Και εμένα με γοήτεψε η ταινία Έλενα , αλλά είναι πολύ γυναικεία για τα γούστα μου.-
- Η καλύτερη  γυναικεία από καταβολής κινηματογράφου , αλλά σιγά να μην φάω τον χρόνο μου να στην εξηγήσω.- Του είπε και από έξω ακούστηκε η κόρνα ενός αυτοκινήτου.
- Αγάπη μου , ο Γιάννης ήρθε. Φεύγω.- Είπε ο Ιάσωνας και βγήκε από το σπίτι.
- Καλά να περάσετε.- του απάντησε. Η Έλενα ένιωσε μια έξαψη. Σε λίγη ώρα η Γιώτα  θα ερχόταν και εκείνη έπρεπε να γίνει μια θεά. Όχι πως χρειαζότανε προσπάθεια. Η

Έλενα ήταν μια πολύ γοητευτική γυναίκα. Ψιλή, μελαχρινή, με πλούσιο στήθος και καστανά μάτια. Άρχισε να βάφεται ενώ σκεφτόταν πως αυτό το συναίσθημα που ένιωθε της ήταν άγνωστο για πολλά χρόνια. Να υπήρχε εκεί και να μη το ήξερε; Ναι αλλά πως; Στα πέντε χρόνια που ήταν παντρεμένη με τον Ιάσωνα ήταν μια ευτυχισμένη γυναίκα και ποτέ δεν φανταζόταν πως θα ερωτευόταν άλλο άντρα. Εκείνη την στιγμή όμως ήξερε πως ήταν τρελή για την Γιώτα. Παρέα έκαναν οι τρεις τους τα τελευταία χρόνια αλλά δεν είχε φανεί κάτι τέτοιο στην ατμόσφαιρα. Η Γιώτα  από την άλλη δεν έδειχνε τίποτα. Η Έλενα όμως είχε νιώσει πως την κοιτούσε διαφορετικά. Τα μάτια έλεγαν ,όσα δεν τολμούσαν να πουν τα χείλη.

Ο Μηνάς είχε πάει για μπάσκετ με ένα φίλο του. Γύρισε σπίτι και μπήκε στο ντους. Βγαίνοντας άκουσε το κινητό του να χτυπά. Τον καλούσε η Ελισάβετ.
-Τι έγινε όμορφη. Πως και μας θυμήθηκες;-
-Τώρα κάθαρμα τι ήταν αυτό;-
-Ναι καλά. Βαράτε με και ας κλαίω. Σχεδόν ένα μήνα έχουμε να μιλήσουμε.-
-Εσύ γιατί δεν πήρες; Πάλι με  καμιά μικρή τραβιέσαι;-
-Όχι ξαδέλφη. Αυτή την στιγμή δεν παίζει τίποτα.-
-Και η άλλη η μικρή. Πως την έλεγαν;-
-Ξένια.-
-Ναι αυτή. Που χάθηκε;-
-Άσε με μωρέ με την ξενέρωτη. Μου έσπασε τα νεύρα.-
-Δεν σε καταλαβαίνω ώρες – ώρες ξάδερφε. Μια χαρά κορίτσι ήταν. Και πανέμορφη. Ξανθιά με γαλάζιο μάτι , ψιλή με μακριά μαλλιά. Μια καλλονή.-
-Μια ξινή γκόμενα ,ήταν που ούτε να τελειώσει δεν μπορούσε. Παγωμένη σαν το χιόνι και σπαστικιά με δεκάδες κόμπλεξ. Με είχε τρελάνει στην ανάκριση από την μια και

από την άλλη δεν τα άνοιγε τα ρημάδια τα πόδια. Άσε που για να το κάνουμε έπρεπε να μην υπήρχε φως πουθενά. Και το άλλο; Ότι ούτε τα ρούχα της δεν έβγαζε;

Δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι Ελισάβετ. Μιλάμε για τέτοια αρρώστια.-
-Τι μου λες τώρα; Δεν φαινόταν κάτι από όλα αυτά που μόλις τώρα μου εκμυστηρεύτηκες. Έδειχνε μια χαρά κορίτσι. Και μάλιστα την είχα συμπαθήσει.-
-Μωρέ ξέρω εγώ που σου λέω. Την χώρισα και ησύχασα. Εσύ που είσαι τώρα;-
-Σπίτι. Περιμένω την φίλη μου την Γιώτα , για να πάμε στην γυναίκα του Ιάσωνα  και να δούμε μια ταινία. Θα πιούμε λίγο κρασί και θα κουτσομπολέψουμε. Ξέρεις τώρα.

Γυναικεία πράγματα.-
-Για σας είναι η ζωή. Αλίμονο από εμάς, τους άντρες.-
-Κλάψες τώρα και τα συναφή. Όλοι έτσι είσαστε. Μα τι κακό είναι αυτό; Λοιπόν πότε να σε περιμένουμε από τα μέρη μας;-
-Ελισάβετ έχω πολύ δουλειά αυτό τον καιρό. Μπορεί όμως να έρθω το Σάββατο. Θα σου στείλω μήνυμα. Φιλιά στα κορίτσια και δώσε την αγάπη μου στην Έλενα.-
Της είπε και έκλεισε το κινητό.

Η Λίνα κλείνοντας το μαγαζί της  μπήκε στο αυτοκίνητο και πήγε μια βόλτα στην πλατεία της επαρχιακής πόλης που ζούσε τα τελευταία χρόνια. Κάθισε για λίγο σε ένα παγκάκι και άναψε τσιγάρο. Ένιωθε πολύ κουρασμένη και απογοητευμένη από την συμπεριφορά του Σωτήρη. Ήταν παντρεμένοι λίγα χρόνια τώρα, αλλά τους  τελευταίους μήνες  εκείνος έδειχνε να πνίγεται μέσα στο γάμο. Φοβόταν πως ίσως να είχε σχέση με άλλη γυναίκα. Δεν ήθελε να γυρίσει στο σπίτι. Έτσι και αλλιώς εκείνος δεν θα ήταν εκεί. Ερχόταν αργά τα βράδια και έπεφτε για ύπνο. Σχεδόν δεν αντάλλαζαν κουβέντα. Το που πήγαινε της ήταν άγνωστο. Μια δυο φορές που τον είχε ρωτήσει της απάντησε πως τον απασχολούσε η δουλειά του. Σαν διευθυντής τράπεζας είχε πολλές ευθύνες στο κεφάλι του. Από τότε εκείνη έπαψε να τον ρωτά. Δε θα κέρδιζε και τίποτα. Εκείνη την νύχτα ένιωθε τόσο μόνη που ήθελε παρέα. Αυτή που της έλειπε ήταν η Ελισάβετ. Ήταν δεύτερη ξαδέλφη της. Αποφάσισε να της στείλει μήνυμα στο κινητό.
Η Ελισάβετ εκείνη την στιγμή έτρωγε ένα κομμάτι πίτσα και παρακολουθούσε την ταινία.

- Να πατήσω την παύση;- Ρώτησε η Έλενα όταν χτύπησε το κινητό της Ελισάβετ.
- Αν έχεις την καλοσύνη;- Της απάντησε εκείνη.
- Ο Παύλος είναι;- Είπε η Γιώτα  πίνοντας λίγο από το κρασί της.
- Όχι. Η ξαδέλφη μου η Λίνα .-
- Τι συμβαίνει Ελισάβετ; Δεν σε βλέπω καλά. Έχεις χλομιάσει. Είναι καλά η Λίνα;-
- Θα χωρίσει μου λέει με τον άντρα της. Δε τα πάνε καλά. Νομίζει πως βλέπει άλλη γυναίκα.-
- Αυτό είναι σίγουρο; Εννοώ πως αν δεν έχει στοιχεία δεν μπορεί να καταδικάσει τον Σωτήρη και τον γάμο της.- Απάντησε η Γιώτα  και έριξε μια κλεφτή πονηρή ματιά στην Έλενα. Η Ελισάβετ έπιασε την κίνηση , αλλά ήταν ταραγμένη για να καταλάβει το βαθύτερο νόημα.
- Δεν ξέρω κορίτσια.   Βέβαια το πρόβλημα με τον Σωτήρη δεν είναι τωρινό. Το ξέρω εδώ και μήνες. Φαίνεται όμως πως τα πράγματα δεν φτιάχνουν μεταξύ τους. Η Λίνα τρέμει στην ιδέα να μάθει η μάνα της πως έχει πρόβλημα. Από την αρχή δεν της γέμιζε το μάτι της θείας μου , ο Σωτήρης. Φαίνεται πως είχε δίκιο τελικά.-
- Δε το πιστεύω. Μήπως η Λίνα τα δραματοποιεί λίγο τα γεγονότα; Έτσι έκανε από πάντα. Τουλάχιστον απ’ όσο θυμάμαι.- Απάντησε η Γιώτα .
- Πόσο καλά την ξέρεις για να τα λες αυτά;- Την ρώτησε η Έλενα.
- Μη ξεχνάς πως είμαι φίλη της Ελισάβετ πολλά  χρόνια.   Ξέρω πολλά για όλους.-
- Μάλλον πέφτεις έξω αυτή τη φορά Γιώτα. Σίγουρα κάτι άσχημο θα βγει στην επιφάνεια αυτή τη φορά. Το ένστικτο μου με προειδοποιεί.- Απάντησε η Ελισάβετ.

Το μαγαζί ήταν  γεμάτο από άντρες και τυλιγμένο στους καπνούς των τσιγάρων η δυνατή μουσική έκανε τα σώματα να λικνίζονται καθώς το ποτό έρεε από ποτήρι σε ποτήρι και θόλωνε τα βλέμματα των θαμώνων που φάνταζαν ερεθιστικά κάτω από τα φώτα. Μπορούσες να δεις διάφορα ζευγάρια αντρών. Κάποια χόρευαν κολλητά. Άλλα φιλιόντουσαν σε κάποια γωνία. Άλλα λογόφερναν στις τουαλέτες. Ο Στέφανος έπινε ήρεμα το ουίσκι του στο μπαρ. Βαριόταν αφάνταστα εκεί μέσα και αποφάσισε να πάει αλλού. Κάπου που θα είχε περισσότερο κέφι. Είχε κάποιες φίλες που σύχναζαν σε ένα μπαρ με λεσβίες. Θα πήγαινε εκεί. Καιρό είχε να τις δει. Πλήρωσε και βγήκε έξω. Ανέβηκε στη μηχανή του και εξαφανίστηκε με ταχύτητα στους υγρούς δρόμους της πρωτεύουσας.
Ο Μηνάς σκεφτόταν να πάει το Σάββατο να δει την Ελισάβετ. Από την Αθήνα η απόσταση για εκεί ήταν το πολύ δυο ώρες. Του είχε λείψει και ο καιρός ήταν καλός για Οκτώβρη. Βέβαια είχε κάποιες βροχές , αλλά προσπαθούσε να μη τον ενοχλούν. Ο Μηνάς σιχαινόταν την βροχή και την υγρασία και προτιμούσε όπως και η ξαδέλφη του την βαρυχειμωνιά. Για την ακρίβεια  ταίριαζαν σε πολλά. Τους άρεσε ο κινηματογράφος, η ξένη μουσική, η ζωγραφική, ο χειμώνας και το να απομονώνονται απ’ όλους και απ’ όλα, μιας και αυτό τους ηρεμούσε. Πολλοί δεν τους καταλάβαιναν. Οι φίλοι του Μηνά τον  ρωτούσαν πως από μια μεγάλη παρέα μπορούσε να απομονωθεί. Ήταν σα να μην ήθελε την συντροφιά τους. Πολλές φορές είχε προσπαθήσει να τους το εξηγήσει. Τίποτα. Αυτοί δεν καταλάβαιναν. Και όμως ήταν απλό.
Υπήρχαν στιγμές που εκείνος καθόταν  σε μια καρέκλα και απλά δε συμμετείχε στην κουβέντα τους , η στα αστεία που ξεστόμιζαν.  Εκείνες τις μικρές στιγμές ο Μηνάς ταξίδευε για άλλού. Έβλεπε κάτι άλλο η θυμόταν κάποιο περιστατικό , άσχετο με την παρέα του. Δεν το έκανε επίτηδες. Με αυτό τον τρόπο ξεκούραζε το μυαλό του.
Παρέδιδε τον εαυτό του σε μια άλλη διάσταση. Με κανένα τρόπο όμως δεν πρόσβαλε την παρέα του. Αυτός έτσι ήταν. Δεν πείραζε κανέναν, αλλά οι άλλοι θιγόντουσαν με τη συμπεριφορά του. Μόνο με την Ελισάβετ αισθανόταν άνετα. Σε εκείνη δε χρειαζόταν να απολογηθεί. Γιατί και εκείνη λειτουργούσε με τον ίδιο τρόπο.

- Στέφανε μωρό μου όλα καλά;-
- Και να σου πω ναι θα με πιστέψεις;  Άσε βρε Νίκη. Όλα γυρίζουν γύρω , τριγύρω και καταλήγουν πάλι στο κέντρο. Τίποτα δεν αλλάζει και όλα μένουν στάσιμα. Η γαμημένη η ζωή μένει ίδια. Φέρε μου τώρα ένα ουίσκι με κόκα κόλα και πολύ πάγο.-
- Είσαι σίγουρος; Έχεις έρθει πιωμένος. Θα μπορέσεις μετά να οδηγήσεις την μηχανή;- Του απάντησε η κοπέλα που έφτιαχνε τα ποτά πίσω από το μπαρ.
- Νίκη φέρε μου το ουίσκι χωρίς πολλά λόγια. Θα πιω.-
- Δε σε καταλαβαίνω Στέφανε. Που έχεις χαθεί;-
- Σε μια μαύρη τρύπα. Εκεί ήμουν ανέκαθεν.-
- Γιατί δεν κάνεις κάτι να αλλάξεις το τοπίο;-
- Ποιο μωρέ; Αυτό που ξέρω είναι ζοφερό και μαύρο. Τι θέλεις δηλαδή. Να αναγκάσω τον ήλιο να έρθει να κατασκηνώσει στη ζωή μου;-
- Να βρεις να κάνεις κάτι , που να σε γεμίζει. Έτσι όπως κυκλοφορείς και πίνεις τις νύχτες , μόνο τον εαυτό σου χαλάς.-
- Δεν μου αρέσει τίποτα στην εποχή αυτή. Όλα με πειράζουν και τα βλέπω ψεύτικα και τιποτένια. Δεν υπάρχει κάτι καλό. Δεν υπάρχει ομορφιά, έρωτας, ιδανικά. Όλοι κοιτάζουν να γίνουν σε μια νύχτα διάσημοι  και να αποχτήσουν λεφτά και δόξα. Κανείς ρε παιδί μου δεν κοιτάζει πιο βαθιά. Όλοι και όλες είναι της επιφάνειας. Επιφάνεια, γέλιο, αηδίες, γκαλά, πάρτυ, διάσημες τουαλέτες , ακριβά αμάξια και γενικά ανθρώπινος εξευτελισμός. Αυτή φόραγε εκείνο το σύνολο , ο άλλος πήρε την τάδε γραβάτα  και χέστηκα   εγώ , εσύ , και όλοι οι άλλοι, αν ο εκάστοτε υπουργός  έχει και γιοτ και κάνει κρουαζιέρα στα νησιά τον Αύγουστο. Πιστεύεις πως μπορώ εγώ ο φτωχός και ταπεινός Στέφανος να κάνω καλύτερο τον κόσμο;-
- Όχι , αλλά μπορείς όλα αυτά να τα γράψεις. Η μπορείς να τα ζωγραφίσεις. Μπορείς ακόμα να τα κάνεις στίχους.-
- Μπορεί μια μέρα κάτι να κάνω και εγώ. Εσύ δεν μου είπες. Με την δικιά σου όλα καλά;-
- Ναι μια χαρά. Αγοράσαμε και ένα διαμέρισμα και τώρα μετακομίζουμε.-
- Με εσάς τις γυναίκες είναι διαφορετικά τα πράγματα. Ζείτε πιο ρομαντικά μαζί.-
- Δεν είναι έτσι πάντα. Με την προηγούμενη που είχα , το ξέρεις πολύ καλά πως με διέλυσε ψυχολογικά. Πήγαινε συνέχεια με άντρες και ερχόταν μετά σε εμένα να ζητήσει στοργή και αγάπη. Δεν άντεξα και την έδιωξα. Μου την σπάνε οι γυναίκες που δεν ξέρουν πραγματικά τι θέλουν και ποιες είναι.- Του απάντησε η Νίκη και ετοίμασε το ποτό του. Ο Στέφανος άρχισε να πίνει και χάθηκε στις σκέψεις του. Βαριόταν. ……………….

 


Το βιβλίο αυτό είναι  εξαιρετικά αφιερωμένο στην μνήμη των παππούδων μου Αποστόλη  Φήμη και  Γιώργο  Κοφινά. Στην μνήμη του πατέρα μου Παναγιώτη Γεωργίου Κοφινά. Ελπίζω να είσαστε περήφανοι για μένα. Μεγάλωσα με τις δικές σας αξίες. Σας χρωστώ τα πάντα.
Στις υπέροχες φίλες μου που μου δίνουν την  αγάπη και την συμπαράσταση τους όλα αυτά τα χρόνια. Στις: Αγγελική Σοφρά, Έλλη Κορού, Έφη Μερκούρη, Νατάσα Μπερή. Η φιλία σας ήταν πάντα κοντά μου τις ώρες που δεν μπορούσα να δω στο σκοτάδι. 
Στην Χρύσα. Εσύ ήσουν η κινητήρια δύναμη που με ώθησε να γράψω. Ένα μόνο ευχαριστώ δεν θα μπορούσε να με καλύψει. Να είσαι πάντα καλά.
Στις φίλες μου Ελισάβετ Σπανού, Ελένη Μουτζούρη, Νικολέτα Πισκοπάνη,  Χαρά Μονιού, Έρη Μαυράκη. Στην φίλη συντηρήτρια έργων τέχνης Ελισάβετ Τζουμουσλή και στον μαρμαροτεχνίτη Νότη Γιανουλάτο. Όπως και σε  όλους τους εργαζόμενους στο μουσείο της Σαλαμίνας. Σας ευχαριστώ παιδιά για την αγάπη σας.    
Στον κολλητό μου φίλο και παλιό σημαθητή Παναγιώτη Βελτανισιάν που η βοήθεια και η καλή του γνώμη με στηρίζει πάντα και στην αγαπημένη μου φίλη Δήμητρα Λαλάγκα.         
Στις φίλες μου αρχαιολόγους: Τριανταφυλλιά  Κάτουλα , Όλγα Παπαχρήστου , Μαρία Παπακωνσταντίνου, Σοφία Ζύρμπα, Μάχη Καπετανοπούλου, Εύη Μικρομάστορα.
Στον φίλο αρχαιολόγο Αντρέα Μήλιο   και σε ,  όλους τους τεχνίτες της ανασκαφικής ομάδας του 2007-2008 που έγινε στην οδό Ολύμπου στη Σαλαμίνα.  Βασίλη Τζιβάκο , Κώστα Μιχάλαρο  Τάκη Σιγάλα , Δημήτρη Κοτζιά   και ιδιαίτερα στον Βαγγέλη Τσιλιβίγκο.  
Στον ξάδερφο μου Παναγιώτη Παπασωτηρίου  για την πολύτιμη αγάπη του και στον φίλο μου Αντρέα Αυγέρη για την υπομονή του και την δυνατή του φιλία. 
Ειδικά στην φίλη μου Δήμητρα Σκούφου που πιστεύει σε εμένα. 
Στον αδερφό μου Γιώργο Κοφινά που είναι πάντα δίπλα μου και μου χαρίζει την αγάπη του. Χωρίς αυτή τίποτα δεν έχει αξία.
Στην νύφη μου Άντζελα που με βοηθά  με την καλή της γνώμη και την
ενεργητικότητα της στις διορθώσεις των βιβλίων μου.
Στην Τούφα, την Λώρα, την Φοίβη, τον Μάξιμο , τον Νίο ,  και τον Όσκαρ.  Τις αγαπημένες μου γατούλες που με συντροφεύουν με την αγάπη τους. 
Στον θεό και τους αγίους που πάντα με βοηθάνε σε δύσκολους καιρούς.

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Που να σε ταξιδέψω, γυαλιά και λαμαρίνες, γεμίσανε τα χρόνια, με εκτελεσμένους μήνες.
Κώστας Τριπολίτης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

18/6/1939 Γεννήθηκε ο ηθοποιός και τραγουδιστής Γιώργος Μαρίνος
19/6/1951 Πέθανε ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός
19/6/1970 Γεννήθηκε ο τραγουδιστής Αντώνης Ρέμος

ΤΥΧΑΙΑ TAGS