118 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
22.05.2019
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Τάσος Π. Καραντής

Ένα αλβανικό ημερολόγιο συνόρων

Η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Τάσος Π. Καραντής

Η ξενιτιά που κάνει κύκλους και το σύνδρομο των συνόρων
«Μερικές φορές σκεφτόμουν πως σε μας τους Αλβανούς είχε πέσει κάτι σαν το Λαχείο της Παγκόσμιας Τύχης : όλη η ευτυχία, η γνησιότητα, η καθαρότητα της υφηλίου μέσα σε είκοσι οχτώ χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα, την επιφάνεια της Αλβανίας…». Αυτά γράφει, σαφώς αυτοσαρκαστικά, ο Αλβανός συγγραφέας Γκαζμέντ Καπλάνι, στο βιβλίο του «Μικρό Ημερολόγιο Συνόρων», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “ΛΙΒΑΝΗ”.

Ο συγγραφέας ήρθε στην Ελλάδα με το πρώτο μεταναστευτικό κύμα από την Αλβανία, το Γενάρη του 1991. Από τότε έκανε όλες τις δουλειές του μετανάστη (οικοδόμος, λαντζιέρης, περιπτεράς), αλλά ταυτόχρονα αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εκπόνησε και τη διδακτορική του διατριβή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Σήμερα, στα 41 του χρόνια, είναι τακτικός αρθρογράφος της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ». Το «Μικρό Ημερολόγιο Συνόρων» είναι το πρώτο βιβλίο που γράφει κατευθείαν στα ελληνικά(έχουν προηγηθεί άλλα στην αλβανική γλώσσα), το οποίο, σύμφωνα με τις κριτικές, τροφοδοτεί και ανανεώνει την κουρασμένη πεζογραφία μας.

Σε όσους προκαλεί την έκπληξη το, ειρωνικό, απόσπασμα, από το βιβλίο του Καπλάνι, με το οποίο ανοίγει ετούτο το κείμενο, τους ενημερώνουμε ότι στην Αλβανία πραγματοποιήθηκε η πιο ακραία διαστρέβλωση του κομμουνισμού όπου οδήγησε σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς και σε ένα κλειστό κράτος. Η Αλβανία, την περίοδο του Ενβέρ Χότζα ήταν, πραγματικά, ένας “άλλος πλανήτης”, ένα κράτος βυθισμένο στην απόλυτη απομόνωση, όπου επικρατούσε ο χαφιεδισμός και η παράνοια! Πολύ επιτυχημένα ο συγγραφέας τη χαρακτηρίζει, λόγω των ερμητικά κλειστών συνόρων της, όχι ως, απλά, χώρα-φυλακή, αλλά ως χώρα-ζουρλομανδύα!
Έτσι, μετά την ανατροπή του καθεστώτος, η Αλβανία, όπως γράφει, εύστοχα, ο ίδιος ο Καπλάνι, «έμοιαζε με δηλητηριασμένο οργανισμό που στην προσπάθειά του να επιβιώσει ξερνούσε ανθρώπους». Ο ίδιος ανήκει σ’ αυτούς που φύγανε, περνώντας τα σύνορα. Η περιγραφή του περάσματος είναι συγκλονιστική:

«Τα τελευταία χιλιόμετρα ως το συνοριακό φυλάκιο τα διανύσαμε με τα πόδια, και έτσι στο δρόμο γίναμε γύρω στα εξήντα άτομα, κυρίως νέοι και όλοι άγνωστοι μεταξύ μας. Στο συνοριακό φυλάκιο, από την αλβανική πλευρά, μας περίμεναν τέσσερις στρατιώτες με καλάσνικοφ και ο αξιωματικός, ο οποίος μας κοιτούσε με ένα βλέμμα που φανέρωνε κάτι ανάμεσα σε περιφρόνηση και θυμό.
Ο αξιωματικός: “Που πάτε;
Μια φωνή : “Να φύγουμε…
Ο αξιωματικός : “Ποιος μίλησε;” (Σιωπή)
Ο αξιωματικός : “Έχετε διαβατήρια;
Μια φωνή : “Μας δώσατε εσείς διαβατήρια;
Ο αξιωματικός : “Ποιος μίλησε;” (Σιωπή)
Ο αξιωματικός : “Ξέρετε ότι μπορεί να περάσετε χειρότερα εκεί που θα πάτε;
Μια φωνή : “Ας φύγουμε και ας περάσουμε…
Ο αξιωματικός : “Εντάξει τότε, όποιος θέλει μπορεί να περάσει…
Τρέξαμε στην αρχή φοβούμενοι ότι ίσως οι στρατιώτες μας χτυπήσουν από πίσω με τα καλάσνικοφ. Περάσαμε τα συρματοπλέγματα που ήταν ακόμα άθικτα, πράγμα που σήμαινε πως ήμασταν οι πρώτοι που περνούσαμε από εκείνο το φυλάκιο. Τα αγγίξαμε στην αρχή με ένα ξύλο, μήπως και είχαν ηλεκτρικό ρεύμα. Μετά ανοίξαμε μια τρύπα, με κάποια ξύλα που είχαν πάρει μαζί τους οι οδηγοί του φορτηγού, για να περάσουμε ένας ένας. Από τη βιασύνη έσκισα το μανίκι του μπουφάν μου. Ποιος νοιαζόταν όμως για το μπουφάν εκείνη τη στιγμή… Οι στρατιώτες, με το δάχτυλο στη σκανδάλη, μας κοιτούσαν, καθώς προσπαθούσαμε με λύσσα να περάσουμε τα συρματοπλέγματα, ενώ ο αξιωματικός διατηρούσε ακόμα ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του το κυνικό του χαμόγελο…
Μετά τα συρματοπλέγματα έπρεπε να περάσουμε ένα μικρό χείμαρρο. Τον περάσαμε σαν να μην υπήρχε, αν και τα νερά του ήταν παγωμένα… Ύστερα αρχίσαμε να ανηφορίζουμε τρέχοντας σ ’ένα λοφάκι και ψάχνοντας το πρώτο σημάδι που θα μας έδειχνε πως είχαμε φύγει, πως είχαμε φτάσει στην άλλη πλευρά τον συνόρων… Στην άλλη πλευρά του κόσμου…Μέχρι τη στιγμή που κάποιος φώναξε : “Περάσαμε τα σύνορα!!!”. Δεν ξέρω πως το κατάλαβε. Θυμάμαι μόνο πως άκουσα υστερικές κραυγές ευτυχίας… Δεν υπήρχε ούτε στρατιώτης ούτε αστυνομικός στην άλλη πλευρά των συνόρων… Φτάσαμε στον ελεύθερο κόσμο… Φτάσαμε στην Δύση…»
.

Στο «Μικρό Ημερολόγιο Συνόρων» καταγράφονται, με μυθιστορηματική μορφή, αρχικά, σε ξεχωριστά κεφάλαια και με πλάγια στοιχεία, τα όσα συνέβησαν σε μια παρέα Αλβανών-ανάμεσά τους κι ο συγγραφέας- κατά τη διάρκεια του περάσματος των συνόρων από τη μια πλευρά στην άλλη. Ταυτόχρονα όμως, σε παράλληλα κεφάλαια με όρθια στοιχεία, αποτυπώνονται οι εμπειρίες και τα συναισθήματα που ο αφηγητής αυτής της “ιστορίας”, βίωσε στη νέα του πατρίδα, την Ελλάδα. Οι καταγραφές βέβαια αυτές δεν αφορούν μόνο τους Αλβανούς, αλλά κι εμάς τους Έλληνες, μια κι η μετανάστευση αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι και της δικής μας ιστορίας ή όπως σωστά το θέτει ο συγγραφέας του βιβλίου, πρόκειται για «την(ίδια) ξενιτιά που κάνει κύκλους». Κι όμως! Ένας από τους κυρίαρχους μύθους μας είναι κι αυτός που θεωρεί ότι οι ξένοι, αλλοδαποί, εργάτες αποτελούν την πηγή όλων των κακών που μαστίζουν τη σημερινή ελληνική κοινωνία. Στους οικονομικούς μετανάστες, αυτούς τους τραγικούς ανθρώπους και λαούς, φορτώνονται όλα τα κακά του κόσμου που “διαφθείρουν” την “όμορφη, αγγελικά πλασμένη”, ελληνική κοινωνία μας. Έτσι, οι ταλαίπωροι αυτοί ξένοι αντιμετωπίζουν καθημερινά μια ξενόφοβη και ρατσιστική κοινωνία υποδοχής, που τους θεωρεί φορείς της ανεργίας και της εγκληματικότητας. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση συμβάλλουν, δυστυχώς, είτε με τον υποβολιμαίο λόγο τους, είτε με την στυγνή προπαγάνδα, τόσο το κράτος όσο και τα περισσότερα ΜΜΕ.

Αποτελούν δηλαδή οι μετανάστες, με την κάθε ευκαιρία, έναν σύγχρονο αποδιοπομπαίο τράγο, ή, για να το θέσουμε αλλιώς, μια οθόνη πάνω στην οποία προβάλλονται όλες οι ενοχές της ελληνικής κοινωνίας. Αφού λοιπόν ξορκίσαμε τις δικές μας μεταναστευτικές εμπειρίες, τοποθετήσαμε και ταξινομήσαμε, με ευκολία και αφέλεια, τον μετανάστη στο χώρο της επικινδυνότητας και του μιαρού. Από τη μια δηλαδή έχουμε τους “καλούς νοικοκυραίους” Έλληνες κι από την άλλη τους “κακούς μετανάστες”. Κι ενώ τους αποκλείουμε κοινωνικά, ταυτόχρονα τους χρησιμοποιούμε σε κάθε είδους δουλειές, κυρίως στις βαριές και χειρωνακτικές, τις οποίες δεν “καταδεχόμαστε” πλέον εμείς οι σημερινοί νεοέλληνες. Μ’ αυτήν την τακτική η “εθνική οικονομία” μας ανορθώνεται, μεγάλα έργα αποπερατώνονται(π.χ. ολυμπιακά) και, παράλληλα, οι ξένοι εργάτες γίνονται τα θύματα μιας άγριας εκμετάλλευσης από τους εργοδότες(εξευτελιστικά μεροκάματα, απάνθρωπες συνθήκες δουλειάς, καταστρατήγηση ωραρίου, καταπάτηση ανθρωπίνων κι εργατικών δικαιωμάτων κ.τ.λ.). Η αλήθεια, φυσικά, παραμένει μία, ορατή και γυμνή : εάν αφαιρέσουμε όλους τους επιθετικούς προσδιορισμούς (“αλλοδαπός”, “μετανάστης”, “Έλληνας”, “κακός”) παραμένει μόνο η λέξη εργάτης. Ας το καταλάβουμε αυτό, κάποτε, όλοι μας.

Το θέμα του βιβλίου του Καπλάνι είναι και σκληρό και ωμό και τραγικό. Αν δεν υπήρχε αυτό το αυτοσαρκαστικό πνεύμα του και το λυτρωτικό χιούμορ του, η ανάγνωσή του θα ήταν μια αβάσταχτη κι επώδυνη εμπειρία. Τώρα όμως, μέσα απ’ αυτόν τον κατάλληλο χειρισμό του γραπτού λόγου, η προσέγγιση του θέματος γίνεται προσιτή για τον μέσο αναγνώστη. Μας δόθηκε δε, μέσα από τη γραφή του συγγραφέα, η ευκαιρία, να ανακαλύψουμε το έξυπνο και διεισδυτικό αλβανικό χιούμορ! Δίνουμε ένα δυνατό παράδειγμα, μέσω ενός αλβανικού ανέκδοτου : «Μια φορά πήγε ένας Αλβανός, προλετάριος της σοσιαλιστικής Αλβανίας, στον άλλο κόσμο και συνάντησε τον Σκεντερμπέι, τον εθνικό ήρωα των Αλβανών. Το ρωτά ο Σκεντερμπέι τι γίνεται με τους απογόνους του και ο προλετάριος του λέει πως δεν περνάνε και τόσο καλά, γιατί δουλεύουν πολύ και πληρώνονται λίγο, αλλά το χειρότερο είναι ότι ψοφάνε για σεξ και δεν βρίσκουν. “Πολλή πείνα”, του λέει “ για γυναίκες. Μόνο η νομενκλατούρα κάνει σεξ όσο θέλει, εμείς οι προλετάριοι ψοφάμε κυριολεκτικά”. Στεναχωριέται ο Σκεντερμπέι και τον ρωτά αν τουλάχιστον τραβούν καμιά μαλακία για να τους φύγει ο νταλκάς. “Ούτε αυτό δεν μπορούμε να κάνουμε δυστυχώς”, απαντά ο προλετάριος, “γιατί το σύνθημα του Κόμματος είναι ‘χτίζουμε το σοσιαλισμό με το όπλο στο ’να χέρι και τον κασμά στο άλλο και έτσι τα έχουμε και τα δυο χέρια πιασμένα”…».

Τα ελληνικά του Γκαζμέντ Καπλάνι μας προκάλεσαν τον θαυμασμό, δεν είναι απλά σωστά ελληνικά, αλλά μια έμπειρη και καλοδουλεμένη λογοτεχνική γραφή. Δεν ξέρω όμως αν ο Καπλάνι, όπως και τόσοι άλλοι μετανάστες, δέχονται συγχαρητήρια για τα θαυμάσια ελληνικά τους ή λοιδορούνται με τον εξής απάνθρωπο τρόπο που περιγράφεται στο βιβλίο: «Εάν ήσουν τουρίστας, τα σπαστά σου ελληνικά θα ηχούσαν πολύ χαριτωμένα. Γιατί στην ουσία αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα της διαφοράς : όταν τα ελληνικά τα μιλά σπαστά ένας Αμερικανός, τότε αυτός είναι ένας συμπαθητικός Αμερικανός, όταν τα μιλά σπαστά ένας Αλβανός, τότε αυτός δεν είναι παρά ένας κωλο-Αλβανός. Όταν τα ελληνικά τα μιλά πολύ καλά ένας Αμερικανός, τότε αυτός συνήθως είναι ένας θαυμάσιος Αμερικανός, όταν τα μιλά άψογα ένας Αλβανός, τότε αυτό που του αξίζει είναι το σύνθημα : “Δε θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ, Αλβανέ”.».

Τελικά, το βιβλίο του Γκαζμέντ Καπλάνι «Μικρό Ημερολόγιο Συνόρων», θίγει σε βάθος ένα πανανθρώπινο ζήτημα: “το σύνδρομο των συνόρων”, γι’ αυτό και μας αφορά όλους, ή, μάλλον, όπως σημειώνει κι ο συγγραφέας, αφορά όσους από εμάς : «…πάσχουν από το σύνδρομο των συνόρων. Όσοι δε λαχτάρησαν ποτέ να περάσουν κάποιο σύνορο ή δεν ένιωσαν ποτέ απορριπτέοι από κάποιο σύνορο θα δυσκολεύονται να μας καταλάβουν…».

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Γελάω άμα ακούω για ελληνικό ροκ. Είναι σα να μου λένε αμερικάνικο τσάμικο.
Στέλλα Βλαχογιάννη

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

23/5/1942 Πέθανε ο συνθέτης Παναγιώτης Τούντας
23/5/1943 Γεννήθηκε στην Αθήνα η τραγουδίστρια Βίκυ Μοσχολιού

ΤΥΧΑΙΑ TAGS