101 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
23.01.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Δώρα Παπαδοπούλου

Έλληνες και Ανθέλληνες

Ελεύθερος σκοπευτής

Δώρα Παπαδοπούλου

Σε πολλούς δε θα αρέσουν αυτά που θα γράψω γιατί πιθανότατα τους αφορούν και θίγονται. Άλλοι με ευκολία θα πουν ότι τα λες επειδή είσαι στην απέξω. Για να ήσουν κι εσύ ένας από αυτούς στους οποίους στοχεύεις, να δούμε, θα μιλούσες τότε; Άλλοι μπορεί να πουν πως καλά τα λες, αλλά ποιος μου λέει εμένα πως κι εσύ δεν κάνεις αυτά που κατακρίνεις; Άλλος πάλι μπορεί να πει, έλεος με όσους αρθρογραφούν και βγαίνουν υπεράνω, δε μπορεί να μην έχουν την παραμικρή ευθύνη για τίποτα σε αυτή εδώ τη χώρα. Ευθύνη για ότι συμβαίνει σε αυτή τη χώρα έχουμε όλοι, με εξαίρεση τα μικρά παιδιά, κανείς δεν πρέπει να βγάζει την ουρά του απέξω. Σε ότι με αφορά κάποια πράγματα μπορώ μόνο να τα αναφέρω, χωρίς δυστυχώς να μπορώ να σας τα αποδείξω με στοιχεία. Τη στάση ζωή ενός ανθρώπου και το δρόμο που ακολουθεί μόνο οι πέριξ αυτού μπορούν να επιβεβαιώσουν. Γι΄αυτό και τα γράφω και αν θέλετε, τα πιστεύετε. Τις δικές μου εμπειρίες μπορεί να τις αμφισβητήσετε. Την ουσία του κειμένου μου, νομίζω, δύσκολα.

Το 2004 ήταν η χρονιά των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. Δεν ξέρω για σας, αλλά εγώ που ζω στην Αθήνα, δεν παρακολούθησα με τον άντρα μου και το παιδί μου ούτε ένα event εκείνης της Ολυμπιάδας. Από τη στιγμή της ανάληψης ακόμη, κάποια χρόνια νωρίτερα, την είχα δει με στραβό μάτι. Πίστευα πως αυτή η χώρα δεν είχε τη δύναμη να οργανώσει ένα τέτοιο πολυδάπανο γεγονός. Δεν ήθελα να συμμετέχω καθόλου σε αυτή τη «γιορτή» που μερικά χρόνια μετά ήταν βέβαιο πως θα είχε μετατραπεί σε επικήδειο και το έκανα συνειδητά. Απέφευγα ακόμη και τις τηλεοπτικές μεταδόσεις, αν και φαν του κλασικού αθλητισμού κυρίως. Τα άκουγα τότε από τους δικούς μου. «Σαν την Παπαρήγα μιλάς», μου έλεγε η μητέρα μου, «όλο γκρίνια και μιζέρια». Έστω κι αν δεν είμαι τέτοιας λογικής άνθρωπος, δε μηδενίζω πράγματα και καταστάσεις και προθέσεις και δεν αφορίζω ποτέ τα πάντα. 

Μα πως αλλιώς, όμως; Αν ανατρέξει κανείς, στον τύπο εκείνης της εποχής, ιδιαίτερα τα δύο τελευταία χρόνια δε θα δυσκολευτεί να διαπιστώσει πως όλο αυτό το εγχείρημα ήταν ένα βάρος πολύ πάνω από τους ώμους της χώρας. Πολύ πάνω από αυτό που μπορούσε να αντέξει. Εύκολα καταλάβαινε κανείς πως αυτοί οι αγώνες ήταν μία απίστευτη σπατάλη χρημάτων που η χώρα δεν είχε. Μία απίστευτη σπατάλη χρημάτων που η χώρα υπερδανείστηκε και που κι αυτά έφτασαν για μίζες σε ημετέρους και για να κάνει τελικά αξιοπρεπείς τηλεοπτικούς αγώνες. Γιατί αυτό ήταν η Ολυμπιάδα της Αθήνας, μία αξιοπρεπής  τηλεοπτική πανδαισία. Δεν εκμεταλλευθήκαμε τους αγώνες πολιτισμικά, δεν έγινε κανένα έργο υποδομής για να μείνει στην πόλη ή στα γύρω από την Αθήνα μέρη, η ίδια πόλη πέρα από την Αττική Οδό που αργά ή γρήγορα θα γινόταν και είναι και ένα έργο ιδιωτικής εκμετάλλευσης δεν κέρδισε απολύτως τίποτα, τα δεκάδες κτίρια και οι πιο πολλές αθλητικές εγκαταστάσεις γρήγορα εγκαταλείφθηκαν στη μοίρα τους αφού δε μπορούσαν να συντηρηθούν. Γεμίσαμε άχρηστα στέγαστρα Καλατράβα για τα οποία δαπανήσαμε εκατομμύρια ευρώ και κανείς ποτέ δε λογοδότησε και την ίδια στιγμή ένα μέρος στην Αθήνα δεν αναβαθμίστηκε. Και τόσα ακόμη. Μεγάλα λόγια που έμειναν λόγια. Θυμάμαι τη σφαγή που γινόταν για να τελειώσουν στο παρά πέντε δρόμοι όπως η λεωφόρος Μαραθώνος, που είχε και το συμβολισμό της.
Για το περιβάλλον πάλι, απολύτως τίποτα. Ένα δέντρο (!), ένα δέντρο δεν φυτεύθηκε σε αυτή την πόλη! Θυμάμαι, πάλι, η αδερφή μου ήταν τότε στους εθελοντές της διοργάνωσης. Την πήγα με το αμάξι μου στο Μαρούσι, στο κεντρικό κτίριο της EBU, διασταύρωση Κηφισίας και Σπύρου Λούη, εκεί που σήμερα αν δεν κάνω λάθος στεγάζεται το Golden Hall, για την πρόβα τζενεράλε, αν θυμάμαι καλά. Ήταν παραμονή της έναρξης των αγώνων, αργά το απόγευμα. Την άφησα και κατευθύνθηκα από τη λεωφόρο περιφερειακά του Ολυμπιακού Σταδίου προς τη Νέα Ιωνία. Και ήταν στο πλάϊ του δρόμου φορτηγά και οι εργαζόμενοι σε αυτά έβαζαν.. γλάστρες (!!) με φυτά στα πεζοδρόμια, εκεί που ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε να έχουν φυτευθεί δέντρα. Παραμονή της τελετής έναρξης των αγώνων, λίγο πριν νυχτώσει κι εμείς φυτεύαμε γλάστρες! Μόλις οκτώ χρόνια μας χρειάστηκαν από τότε για να πτωχεύσουμε. Κι ακόμη ψάχνουμε να βρούμε το γιατί.

Μόλις πρόσφατα έγινε η απογραφή όσον πολιτών δικαιούνται αναπηρικά επιδόματα. Πήγα κι εγώ τον πατέρα μου στο ΚΕΠ της περιοχής του να καταθέσει τα απαραίτητα χαρτιά. Είναι νεφροπαθής τελικού σταδίου, εδώ και δύο περίπου χρόνια και κάνει αιμοκάθαρση. Παίρνει από τότε που ξεκίνησε την αιμοκάθαρση ένα επίδομα, το λεγόμενο διατροφικό επίδομα των νεφροπαθών που έχει καθοριστεί σε 350 ευρώ το μήνα περίπου και δίνεται συγκεντρωτικά κάθε τρίμηνο. Ως τότε, υγιής γαρ, δεν έπαιρνε ποτέ τίποτα περισσότερο από το μισθό του και αργότερα τη σύνταξη του και ούτε ήθελε γιατί με αυτά ζούσε μια χαρά. Είχε πάνω από όλα την υγεία του, τα παιδιά και αργότερα τα εγγόνια του, τη ζωή του με άλλα λόγια.
Υπάρχουν προφανώς διάφορα αναπηρικά επιδόματα, ανάλογα με την περίπτωση, που δίνονται για να εξυπηρετήσουν κάποιο πολύ συγκεκριμένο σκοπό. Η απογραφή ξεκίνησε και τέλειωσε στα μισά του μήνα. Από τους έως τώρα δικαιούχους, σύμφωνα με τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα, περίπου 40,000 δεν πήγαν να απογραφούν! Κάποιοι πραγματικοί δικαιούχοι, μπορεί για χ, ψ λόγους να μην τα κατάφεραν, ή να αμέλησαν να απογραφούν. Θα βρεθούν αυτοί και θα ξαναμπούν στις λίστες εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις. Αλλά οι πιο πολλοί; Δεν είναι ένας και δύο! Είναι 40,000 άνθρωποι! Ο πληθυσμός μίας ολόκληρης μεγάλης επαρχιακής πόλης κορόϊδευε το κράτος εισπράττοντας χρήματα που δεν έπρεπε να παίρνει. Για να μείνω μόνο στους δικαιούχους, γιατί αν υπολογίσουμε και τους συγγενείς, μιλάμε για μεγαλούπολη! Ποιος θα επιστρέψει τώρα τα κλεμμένα; Και να ήταν μόνο αυτοί; Άλλοι 20,000 φέρονται να εισέπρατταν συντάξεις πεθαμένων. Άλλη μια πόλη, λίγο μικρότερη. Δεκάδες χιλιάδες άλλοι εισπράττουν παράνομα αγροτικές επιδοτήσεις και αποζημιώσεις, για τα πέντε δέντρα που έχουν στην αυλή τους. Άλλες πόλεις αυτές. Και πάντα έχουμε μία δικαιολογία έτοιμη να αντικρούσει κάθε παρανομία. Γιατί μετά οργιζόμαστε με τους πολιτικούς; Αυτό το περιβόητο «μαζί τα φάγαμε» τελικά γιατί μας ενοχλεί και μας κάθεται στο στομάχι; Επειδή το είπε ο -σε εμένα ιδιαίτερα αντιπαθής- Πάγκαλος; Όχι. Επειδή, είναι πολύ ευρύτερο από τα ρουσφέτια και επειδή για πολλούς είναι η αλήθεια και η αλήθεια πονάει.

Ρωτώ. Πόσοι νεαροί αγανακτισμένοι των πλατειών και των social media, που βρίζουν από τον καναπέ και που γιαουρτώνουν με ευκολία τους μνημονοπατέρες μόλις τους δουν στο δρόμο, έπαιρναν χαρτζιλίκι από το επίδομα τυφλότητας του κατά τα άλλα ανοιχτομάτη παππού τους ή τη σύνταξη της γιαγιάς που από χρόνια είχε αποδημήσει εις Κύριον; Γιατί απορούμε έπειτα που κανένα κίνημα αγανακτισμένων ή όπως θέλετε πέστε το, δεν πιάνει; Που καμμία αντίδραση δεν ξεφεύγει από τη χαλαρότητα, εκτός από τους ψευτόμαγκες των γιαουρτιών; Γιατί απορούμε που η ανοχή εξαντλεί πραγματικά την αντοχή μας; Να σας πω εγώ γιατί. Γιατί πάρα πολλοί έχουν τη φωλιά τους λερωμένη. Γιατί πως να βγεις στην πλατεία να πεις κάτω η σπατάλη, ότα εισπράττεις παράνομα ένα επίδομα και άρα κλέβεις το κράτος; Και για πόσο θα λες κάτω τα χέρια από το μισθό μου και τη σύνταξη του πατέρα μου, όταν είσαι κι εσύ ένας βολεμένος του δημοσίου που κάποτε μπήκε από το παράθυρο και νόμιζε ο αφελής πως το βόλεμα θα κρατήσει για πάντα; Μόνο το στενό δημόσιο φέρεται να έχει πάνω από 250,000 υπεράριθμους υπαλλήλους! Πόσο κοστίζουν αυτοί; Εσείς πληρώνετε 5 καθηγητές μαθηματικών για τα παιδιά σας, όταν σας φτάνει ο ένας; Πληρώνετε 10 κηπουρούς για τον κήπο σας όταν αρκούν οι δύο;
Τα πράγματα είναι πολύ απλά. Κανείς ως τώρα, καμία κυβέρνηση, ακόμη και στο παραπέντε της χρεοκοπίας δεν τόλμησε να διώξει από το δημόσιο αυτούς που περισσεύουν. Όπως θα έκανε ο καθένας στο σπίτι του, όταν δεν του βγαίνουν τα νούμερα. Αυτή είναι η αλήθεια. Και να οδηγηθούν να στηρίξουν τον ιδιωτικό τομέα και την επιχειρηματικότητα. Μα έχουν παιδιά, οικογένειες, πως το λες; μου λέει η μάνα μου, όποτε πιάνουμε αυτή τη συζήτηση που σχεδόν ποτέ δεν είναι για καλό. Έχουν ναι. Αλλά, οι υπεράριθμοι του δημοσίου δεν είναι ένα μέρος του προβλήματος; Όχι το μόνο, αλλά δεν είναι ένα μέρος; Την ίδια στιγμή σχεδόν 1,000,000 ιδιωτικοί υπάλληλοι βρίσκονται στην ανεργία. Χιλιάδες από αυτούς που έχουν ακόμη δουλειά, μένουν για μήνες απλήρωτοι. Άλλοι, έχουν κλείσει τα καταστήματά τους. Για όλους αυτούς ποιος έκλαψε; Αυτοί δεν παράγουν για τη χώρα; Αυτοί δεν είναι που κινούν την οικονομία; Αυτοί παιδιά δεν έχουν; Τα δικά τους παιδιά δεν έχουν ανάγκη να φάνε και να ντυθούν; Η ψήφος τους αξίζει λιγότερο; Γιατί έχω την αίσθηση (προσωπικά τείνω στη βεβαιότητα) πως οι πολιτικοί, ακόμη και στους καιρούς του μνημονίου, εξακολουθούν να προστατεύουν πάσει θυσία την κομματική τους πελατεία, έστω και κουτσουρεύοντας τις αποδοχές της. Έχουν κι αυτοί, παιδιά, μου λέει, αλλά αν κι εσύ με άκουγες και πήγαινες να γίνεις καθηγήτρια τώρα θα είχες το μισθό σου και τα παιδιά σου θα ήταν μια χαρά. - «Και να ζω εις βάρος του κράτους, για κάτι που ούτε μου αρέσει, ούτε θέλω να κάνω, ενώ μπορώ αλλιώς, με τις ικανότητές μου και την αγάπη μου για την τεχνολογία να βοηθήσω τη χώρα μου;» Και κάπου εκεί πάντα η συζήτηση καταλήγει σε αδιέξοδο, το οποίο επιλέγω σχεδόν πάντα συνειδητά να προσπεράσω. Γιατί όταν σε στηρίζουν οι γονείς σου δεν είναι ώρα να μαλώνεις για παλιές «αμαρτίες. Και τα λέει αυτά, ποιος; Η μητέρα μου, που είναι ένας άνθρωπος που ποτέ δεν είχε μάτια παρά μόνο για τους άλλους και ποτέ για τον εαυτό της. Αλλά βλέπεις, ολόκληρες γενιές γαλουχήθηκαν με το να βλέπουν το κράτος και τη χώρα σαν τσιφλίκι που τους οφείλει και θέση και βόλεμα και ζεστό χρήμα. Ζήτω ο σταλινικός καπιταλισμός.

Όταν οι πολιτικοί διόριζαν με το τσουβάλι εξαγοράζοντας την αιώνια βουλευτική ζωή, γιατί την ίδια στιγμή κάποιοι άλλοι το απαιτούσαν, κανείς ποτέ δε σκέφτηκε αυτή τη χώρα. Μόνο την πάρτη του. Κανείς δε σκέφτηκε πως αυτό το πανηγύρι κάποτε θα τελείωνε. Πως θα είχε ημερομηνία λήξης. Διότι, αυτή η ωρολογιακή βόμβα κάποτε θα έσκαγε. Απλώς, όλοι εύχονταν πως η γενιά τους δε θα είναι η τυχερή να σκάσει η βόμβα στα μούτρα τους. Να όμως που έσκασε στα δικά μας μούτρα, εν έτει 2012. Κι όμως ακόμη και τώρα, ακρωτηριασμένοι και μέσα στα αίματα, αρνούμαστε να δεχθούμε τα αυτονόητα, να κάνουμε επιτέλους αυτή την αυτοκριτική και να πούμε, γαμώτο, ως εδώ. Γιατί ωραία είναι να μουτζώνεις στην πλατεία και να βροντοφωνάζεις «κλέφτες». Κλέφτες λοιπόν οι πολιτικοί, ή έστω αρκετοί από αυτούς. Κλέφτες κι εμείς. Ή έστω αρκετοί από εμάς. Και βρίζουμε μετά τους Γερμανούς, τους Ολλανδούς και τους άλλους ευρωπαίους, που ήλθαν, έστω και με τα λάθη και την ανεπάρκειά τους, να επιβάλλουν κάποια από τα αυτονόητα. Ανθέλληνες λοιπόν όλοι οι άλλοι, Έλληνες εμείς. Ψάξτε καλύτερα ανάμεσά μας για τους ανθέλληνες, εδώ βρίσκονται και όχι αλλού. Ζουν σε δρόμους με ελληνικά ονόματα

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Το παραμύθι της τέχνης λέει πάντα την αλήθεια
Διονύσης Σαββόπουλος

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

24/1/2012 Πέθανε σε νοσοκομείο της Αθήνας, λίγες ώρες μετά από τροχαίο δυστύχημα ο σκηνοθέτης Θεόδωρος Αγγελόπουλος.

ΤΥΧΑΙΑ TAGS