165 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
26.04.2017
Ορφέας | Main Feed

Σκόρπια

Κωνσταντίνος Γρηγοριάδης

Ήταν 14 Σεπτεμβρίου 2001,όταν τρεις μέρες μετά από το τρομοκρατικό χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους, ακούγεται ξαφνικά και αναπάντεχα η είδηση από την τηλεόραση και τα λοιπά Μέσα Ενημέρωσης, ότι ο Στέλιος Καζαντζίδης ήταν νεκρός. Η είδηση του θανάτου του έπεσε σαν βόμβα στην ελληνική κοινωνία και  έκανε το γύρο και των διεθνών Μέσων Ενημέρωσης. Κανείς δεν πίστευε ότι ο μύθος του ελληνικού τραγουδιού, ένα είδωλο εκατομμυρίων Ελλήνων, έφυγε από τη ζωή. Στην κηδεία του μέγιστου λαϊκού βάρδου συγκεντρώθηκε μια πραγματική λαοθάλασσα. Άνθρωποι από όλη την Ελλάδα, οπαδοί του Στέλιου Καζαντζίδη, υποκλίθηκαν σύσσωμα στο τελευταίο αντίο προς το λαϊκό αοιδό. Ίσως τόσοι άνθρωποι να μην παρευρέθηκαν ποτέ άλλοτε σε κηδεία Έλληνα στον εικοστό αιώνα .Ίσως ποτέ άλλοτε να μην αγαπήθηκε τόσο πολύ Έλληνας όσο ο Στ. Καζαντζίδης. Η λαϊκή φωνή της Ελλάδας μετά από έντεκα χρόνια ακόμα έχει ισχύ. Τα τραγούδια του ανυπέρβλητου ερμηνευτή ακούγονται ακόμα στις συγκεντρώσεις απλών ανθρώπων, σε διάφορες εκδηλώσεις και στον καθημερινό βίο του ξενιτεμένου, του μετανάστη, του αδικημένου, του φτωχού, του καθημερινού ήρωα, του απλού Έλληνα. Γιατί όμως η προσωπικότητα του Στέλιου Καζαντζίδη όμως έχει αναχθεί σε μύθο που διαρκώς εμπλουτίζεται και ανανεώνεται; Γιατί αγαπήθηκε τόσο πολύ από τον απλό Έλληνα; Γιατί είναι ο μόνος τραγουδιστής που έζησε το μύθο εν ζωή; Αυτά είναι κάποια από τα ερωτήματα που θα επιχειρηθεί να απαντηθούν σχετικά με το πρόσωπο του Στέλιου Καζαντζίδη. Το συγκεκριμένο εγχείρημα θα αναμετρηθεί όσο αντικειμενικότερα γίνεται με αυτήν την πρόκληση.
Αρχικά, θα πρέπει να εστιάσουμε στις ιστορικές συνθήκες, που επικράτησαν πριν εμφανιστεί ο Καζαντζίδης στα μουσικά δρώμενα της χώρας. Στο διάστημα 1920-1950 η Ελλάδα έζησε φρικαλεότητες και συγκλονιστικά ιστορικά γεγονότα, τα οποία την οπισθοδρόμησαν πολλά χρόνια. Η Μικρασιατική καταστροφή ανάγκασε 1.220.000 Έλληνες  πρόσφυγες να έρθουν από την Τουρκία στην Ελλάδα. Άνθρωποι ρακένδυτοι, απελπισμένοι από την απώλεια συγγενών και φίλων και ζώντας σε έναν ξένο τόπο, στον οποίο έπρεπε να προσαρμοστούν, αποτέλεσαν το κομμάτι ενός συμβάντος, που διαδραμάτισε καίριο ρόλο στη μετέπειτα ιστορική πορεία της σύγχρονης Ελλάδας. Μετά από τα δύσκολα μεταβατικά χρόνια του Μεσοπολέμου ακολούθησε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Κατοχή. Και σα να μην έφτανε αυτό, συνέβη και ο περιβόητος εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος μετέβαλε την Ελλάδα σε ένα ερείπιο, στο οποίο πολλοί ιδεολογικά τυφλοί δολοφονούσαν εν ψυχρώ ακόμα και οικεία τους πρόσωπα. Σε αυτό το δύσκολο κλίμα γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Στέλιος Καζαντζίδης. Γεννημένος το 1931 στο συνοικισμό της Νέας Ιωνίας, γόνος προσφύγων, μεγάλωσε χωρίς να βιώσει παιδικές χαρές. Στερήθηκε  από πολύ μικρός τον πατέρα του, Χαράλαμπο  Καζαντζίδη, ο οποίος τοποθετημένος πολιτικά στην αριστερά, ξυλοκοπήθηκε βάναυσα και εν τέλει θανάσιμα από δεξιούς στον εμφύλιο. Μετά το θάνατο του πατέρα του, ανέλαβε ρόλο πατέρα ο ίδιος στην οικογένειά του, καθώς εργάστηκε σε διαφορετικά επαγγέλματα για να συντηρήσει τη μητέρα του και το μικρό του αδερφό. Πουλούσε τσιγάρα, νερό στην Ομόνοια, δούλεψε σε εργοστάσια, οικοδομές και βιοτεχνίες. Αργότερα στη Μακρόνησο έμεινε στείρος σε συνδυασμό με μια μαρτυρική στρατιωτική θητεία. Αυτά τα βιώματα διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του Καζαντζίδη, όπως επίσης και της φωνής του, η οποία «κουβαλάει» αυτά ακριβώς τα βιώματα. Βέβαια, όπως έλεγε και ο ίδιος, τα μοιρολόγια που άκουγε μικρός από τη γιαγιά του, συνέβαλαν στην ολοκλήρωση του συναισθηματικού μέρους της φωνής του.
Αυτή την περίοδο, λοιπόν, το τραγούδι που άκουγε ο κόσμος, ήταν το λεγόμενο λαϊκορεμπέτικο τραγούδι, με κύριους εκπροσώπους το Μάρκο Βαμβακάρη και το Βασίλη Τσιτσάνη. Σε αυτό το γκρίζο σκηνικό εμφανίζεται ο Στέλιος Καζαντζίδης. Μοναδικά του όπλα είναι η ψυχή και η φωνή του, αλλά πελώρια. Αυτός που εντοπίζει το ταλέντο του νεαρού είναι αρχικά ο Στέλιος Χρυσίνης, ένας τυφλός συνθέτης και αργότερα ο Απόστολος Καλδάρας, γνωστός συνθέτης. Το πρώτο τραγούδι, που αποτελεί δημιουργία του ίδιου του Καλδάρα, είναι το «Για μπάνιο πάω». Δε γνώρισε επιτυχία. Εκεί που θα εξαφανιζόταν ο Καζαντζίδης από το μουσικό προσκήνιο,τα ον εντοπίζει ο Γιάννης Παπαϊωάννου και είναι αυτός που τον αναδεικνύει. Με το τραγούδι «Βαλίτσες», το οποίο γίνεται επιτυχία, αρχίζει σιγά σιγά το φαινόμενο Καζαντζίδης να παίρνει σάρκα και οστά. Την περίοδο 1957-1965 απολαμβάνει τη δόξα και το μύθο, ενώ συνεργάζεται με μεγάλους συνθέτες και στιχουργούς. Η είσοδος του, αρχικά στο ελληνικό πεντάγραμμο, σηματοδοτεί το ιστορικό τέλος του ρεμπέτικου τραγουδιού και μετά από κάποια χρόνια την απόλυτη κυριαρχία του λαϊκού τραγουδιού ως νέου εθνικού μουσικού είδους. Την περίοδο 1955-1975,ο Καζαντζίδης είναι ο κυρίαρχος του λαϊκού τραγουδιού. Το θεματικό περιεχόμενο των τραγουδιών αυτής της περιόδου αφορούν την φτώχεια, την κοινωνική αδικία, τον πόνο του χωρισμού, την ξενιτιά, την εργατιά.

 

 


Γιατί λοιπόν ο Στέλιος Καζαντζίδης ζει τη δόξα τόσο πρόωρα; Επαναλαμβάνω πως η Ελλάδα έζησε πολλά δεινά πριν το 1952.Η χώρα έμοιαζε με ένα ερείπιο. Οι κάτοικοί της φτωχοί, ρακένδυτοι, πρόσφυγες ξεριζωμένοι με την ελπίδα σβησμένη. Οι άνθρωποι αυτοί αναζητούσαν μια παρηγοριά. Την παρηγοριά αυτή την πέτυχε τέλεια ο Καζαντζίδης. Η εποχή, την οποία τραγουδούσε, ευνοούσε την ανάδειξη μύθων ή ανθρώπων που θα αποτελέσουν σύμβολα και είδωλα. Η φωνή του Καζαντζίδη υπήρξε εκείνη η γέφυρα που ένωνε τους Έλληνες της Ελλάδας με τους ομογενείς του εξωτερικού. Ο ίδιος έδωσε στο λαϊκό τραγούδι έναν πιο κοινωνικό χαρακτήρα, ο οποίος απευθύνεται στα κάτω στρώματα. Αυτά σε συνδυασμό με τα τεράστια φωνητικά του προσόντα, τον ανήγαγαν σε μύθο. Ακόμα και όταν αποφάσισε  να σταματήσει να τραγουδάει για πάντα στα νυχτερινά κέντρα η δημοτικότητα του αυξανόταν, αντί να μειωθεί!Ιδιαίτερα την περίοδο 1975-1987,όλο και περισσότεροι ήταν αυτοί που επιθυμούσαν την επιστροφή του Καζαντζίδη στο τραγούδι. Φοιτητές έκανα αγώνα συλλογής υπογραφών με σκοπό να αποδεσμευθεί από την εταιρεία «Μίνως»! Αν οποιοσδήποτε τραγουδιστής είχε απουσιάσει 12 ολόκληρα χρόνια από τη δισκογραφία, σήμερα θα ήταν εντελώς άγνωστος. Μια ακόμα ισχυρή απόδειξη του μύθου του Καζαντζίδη είναι, ότι η αποδέσμευση από το επαχθές συμβόλαιο με τη δισκογραφική εταιρεία «Μίνως», έγινε μόνο μετά από απόφαση της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ το 1986 και κυρίως με νόμο του υπουργού Αντώνη Τρίτση! Για ποιον άλλον τραγουδιστή θα έπαιρνε απόφαση η κυβέρνηση ενός κράτους;
Ηχογραφεί λοιπόν έναν τελευταίο δίσκο με τίτλο «Ο δρόμος της επιστροφής» στη «Μινως». Από τότε μέχρι και το 2000 ηχογραφεί πολύ σημαντικούς δίσκους και επιτυχίες, όπως τα ”Βραδιάζει”, ”Το δικό σου αμάρτημα”, ”Τραγουδώ”, ”Εϊ καπετάνιε”, ”Της γερακίνας γιος”, ”Εγώ είμαι αητός”. Ορόσημο στην περίοδο αυτή θεωρούνται οι μοναδικές ερμηνείες ποντιακών τραγουδιών από τον Καζαντζίδη, από τα οποία πολύ γνωστά είναι τα ”Τσάμπασιν”, ”Πατρίδα μ’ αραεύω σε”, ”Τα μαλλία μ’ έσπριναν” κ.ά. Η θεματολογία των τραγουδιών αυτής της περιόδου μοιάζει εν μέρει με αυτή των παλαιότερων τραγουδιών, αλλά ενσωματώνονται ευρύτεροι κοινωνικοί προβληματισμοί. Το κοινωνικό περιεχόμενο δεν περιορίζεται σε προβλήματα της Ελλάδας, αλλά αποκτά και μια οικουμενική εμβέλεια και δε λείπει ο ανατρεπτικός τόνος. Εμφανίζονται θέματα, όπως ο πόλεμος, η ειρήνη, ο διακαής πόθος να αφήσει τα εγκόσμια και να πάει ψηλά..Σημαντικές είναι οι συνεργασίες του αυτήν την περίοδο με τον Σταμάτη Σπανουδάκη, τον Αντώνη Βαρδή, την Κατερίνα Στανίση, τον ποντιακό βάρδο Χρύσανθο, τη Σώτια Τσώτου, το Στάθη Νικολαΐδη, και κυρίως με το σπουδαίο συνθέτη Τάκη Σούκα.
Να αναφερθεί επίσης, ότι την περίοδο αυτή, παρά το πέρας της ηλικίας του Καζαντζίδη, παρατηρείται ότι η φωνή του δε γνωρίζει καμιά κάμψη. Αντίθετα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς, ότι η φωνή του είναι καλύτερη συγκριτικά με αυτήν των ερμηνειών της δεκαετίας του ’60.Υφίσταται μια καταπληκτική άρθρωση των λέξεων. Το σίγμα προφέρεται ως σίγμα, το πι ως πι και το ξι ως ξι. Συν τοις άλλοις υπάρχει μια διαύγεια, τρομερή καθαρότητα στη φωνή, όγκος που ”αγκαλιάζει” τον ακροατή και ένα σπάνιο μέταλλο σε ηχόχρωμα και έκταση. Θα προέτρεπα τον αναγνώστη να ακούσει ενδεικτικά τα τραγούδια ”Έρχονται χρόνια δύσκολα”, ”Τι γυρεύεις παλικάρι”,” Ο Πόντον μάνα έρουξεν”. Το αξιοσημείωτο στοιχείο της φωνής του είναι,ότι εντάσσεται στο είδος των λυρικών βαρύτονων. Οι φωνές αυτού του είδους είναι οι πιο φιλικές στο ανθρώπινο αυτί. Λυρικοί βαρύτονοι υπήρξαν λίγοι ανά τον κόσμο .Γνωστοί λυρικοί βαρύτονοι υπήρξαν ο Frank Sinatra,ο Farid al-Atrash. Γι’ αυτήν την φωνή του, χαρακτηρίστηκε ο ”Στελάρας” ως ”Σπηλαιώδη φωνή”, ”Ορφέας του τραγουδιού”, ”Παπαδιαμάντης της δισκογραφίας”, ”Τελευταίος μεγάλος ανατολικός” .Ο Κώστας Μπαλαχούτης, διακεκριμένος ερευνητής του ελληνικού τραγουδιού, υποστηρίζει πως οι τραγουδιστές της Δύσης δε συγκρίνονται με τον Καζαντζίδη. Αυτοί που μπορούν να συγκριθούν μαζί του είναι η Umm Kulthum (Ουμ Καλσούμ), η Fairuz, ο Zeki Muren, δηλαδή οι τραγουδιστές της Ανατολής. Πέρα από αυτά τα αξιοσημείωτα δεδομένα, ο Καζαντζίδης είχε την τρομερή ικανότητα της προσαρμογής της φωνής του στο ύφος και τη ”φιλοσοφία” του τραγουδιού. Δηλαδή, αν ακούσετε ένα δίσκο του Καζαντζίδη, θα διαπιστώσετε διαφορετικές αποχρώσεις της φωνής του σε κάθε τραγούδι. Αυτό βέβαια το κατάφερε και ο μεγάλος Στράτος Διονυσίου. Στη φωνή του Καζαντζίδη, εκτός των άλλων, ενσωματώνονται τα κοινωνικά προβλήματα. Όταν τραγουδά τη φτωχολογιά, είναι τόσο πειστικός σε τέτοιο βαθμό, που νομίζει ο ακροατής ότι είναι φτωχός. Όταν τραγουδά την ξενιτιά, νομίζεις ότι είναι ο ίδιος ξενιτεμένος. Γι’ αυτό είπε και  ο Δ. Σαββόπουλος, ότι ”αυτό που συμβαίνει στον κόσμο, το ενσαρκώνει με έναν απόλυτο τρόπο, η συλλογική ελπίδα και ο συλλογικός πόνος γίνονται ένα πρόσωπο, ο Καζαντζίδης”. Η εφημερίδα Guardian σε άρθρο της για τον Καζαντζίδη το 2001 ανέφερε: ”Κύριο χαρακτηριστικό της φωνής του Καζαντζίδη, για να μεταδώσει τον πόνο του χωρισμού και της προδοσίας,  ήταν η άρθρωση του «α». Δεν έμοιαζε με το παιχνιδιάρικο «α», που έπιαναν σε ψηλές νότες οι τραγουδιστές της όπερας, για να επιδείξουν τη δεξιοτεχνία τους. Αντίθετα, έβγαινε σαν μια ηχηρή, σχεδόν παιδική  έκφραση του πόνου, βαθιά μέσα από την ψυχή. Αμέτρητοι έλληνες DJs, σε ελληνικούς γάμους και γλέντια, από το Τορόντο μέχρι τη Μελβούρνη, επιβεβαιώνουν πως όταν ακούγεται κάποιο τραγούδι του Στέλιου, αναμμένα τσιγάρα συνοδεύουν μακρόσυρτους αναστεναγμούς για την πατρίδα”.

 

 

Η δημοτικότητα του σαφέστατα και αυτήν την περίοδο είναι ασύγκριτη. Το μεγαλείο του θα φανεί στην κηδεία του, καθώς, επαναλαμβάνω, συγκεντρώθηκε λαοθάλασσα. Από το θάνατό του έχουν περάσει 11 χρόνια και ακόμα ο μύθος δεν ξεχάστηκε μόνο, αλλά ωριμάζει ”σαν το καλό κρασί”. Το όνομά του έχει δοθεί σε δρόμους ανά την Ελλάδα και επίσης έχουν δημιουργηθεί τρεις προτομές προς τιμήν του. Αντίθετα προς τη νοοτροπία της παγκοσμιοποίησης, έχουν ιδρυθεί στην Ελλάδα 25-30 σύλλογοι  φίλων με το όνομά του ,όπως επίσης και στο εξωτερικό. Οι σύλλογοι αυτοί προσπαθούν να διατηρήσουν ζωντανό το έργο του Καζαντζίδη μέσω διάφορων εκδηλώσεων. Δυστυχώς, η πολιτεία δε δραστηριοποιείται σε πολιτιστικά ζητήματα. Για τον Καζαντζίδη έχουν γραφτεί και οκτώ βιβλία, δοκίμια και τόσα άρθρα, όσα δεν έχουν γραφτεί για κανέναν άλλο Έλληνα τραγουδιστή. Εδώ υπάρχουν άνθρωποι, που δίπλα στην εικόνα της Παναγίας και του Χριστού, έχουν τους δίσκους και τη φωτογραφία του Καζαντζίδη! Την περίοδο αυτή, οι πωλήσεις των δίσκων του, χωρίς προβολή από τα Μέσα Ενημέρωσης, τα ραδιόφωνα, χωρίς video clips,πλησιάζουν το ένα εκατομμύριο αντίτυπα! Αν προστεθούν  και οι πωλήσεις των δίσκων, που είχαν εκδοθεί από εταιρείες, στις οποίες εργαζόταν παλαιοτέρα ο Καζαντζίδης, τότε ο αριθμός αυτός σχεδόν διπλασιάζεται.
Ένα άλλο αξιοσημείωτο γεγονός-απόδειξη της τρομερής δημοτικότητας του Καζαντζίδη(για τα ελληνικά δεδομένα),είναι η επιρροή του στο Ισραήλ. Σε αυτή τη χώρα αποτέλεσε μουσικό είδωλο. Είναι γεγονός, ότι πολλοί Ισραηλινοί είχαν έντονα συναισθήματα για τον άνθρωπο που ο Shlomi Saranga χαρακτήρισε ως τον ”Έλληνα Farid al-Atrash” και οι περισσότεροι γνωρίζουν τα τραγούδια του. Ο παρουσιαστής του ισραηλινού ραδιοφώνου Yaron Enosh, που αναπαράγει συχνά ελληνική μουσική στις εκπομπές του, υποστηρίζει πως τα τραγούδια του Καζαντζίδη περιλαμβάνουν το συναίσθημα της χαρμολύπης.”Ο Καζαντζίδης αγγίζει όλο το φάσμα των συναισθημάτων, από το ένα άκρο στο άλλο. Αγγίζει όλες τις χορδές. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που οι άνθρωποι τον θαύμαζαν τόσο πολύ”, εξηγεί ο Enosh. Επίσης, τραγούδια του Καζαντζίδη υπέστησαν διασκευή στην εβραϊκή μουσική, όπως τα ”Υπάρχω”, ”Ζιγκουάλα” κ.ά. Ο τραγουδιστής Jacky Mekaiten, που μετέτρεψε το ”Υπάρχω” του Καζαντζίδη στο ”Elinor” λέει, πως ”σχεδόν όλα τα τραγούδια του είναι μελαγχολικά, αλλά δε γίνεται πάρτυ χωρίς Καζαντζίδη”. Για τους Εβραίους που ήρθαν από την Ελλάδα στο Ισραήλ, ο Καζαντζίδης ήταν η φωνή του κόσμου, που άφησαν πίσω για πάντα. Αυτός που διέδωσε στο Ισραήλ τη φωνή του ”Στελάρα”, ήταν ο Aris San (Αριστείδης Σεϊσανάς), Ελληνοϊσραηλινός τραγουδιστής που καυχιόταν ότι είχε δεσμούς με τον Καζαντζίδη.”Κάποιος μου έδωσε κασέτες με τα τραγούδια του. Τι με τράβηξε σ’ αυτόν; Είναι δύσκολο να το εξηγήσω. Κάτι βαθύ. Ο Καζαντζίδης είναι Καζαντζίδης. Δεν είναι απλά ένας τραγουδιστής .Είναι ιδέα. Πρέπει να μελετηθεί, όπως οι άνθρωποι μελετούν τις Εβραϊκές Γραφές”, υποστηρίζει ο Mekaiten, ο οποίος πρωτοάκουσε Καζαντζίδη ως έφηβος. Επίσης, στην τηλεόραση του Ισραήλ υπήρξε εκπομπή ”καζαντζιδική”, όπου οι μετέχοντες ερμήνευαν τα τραγούδια του. Δε θα ήταν παράλογο να ισχυριστούμε ακόμα, ότι ένα από τα ελάχιστα στοιχεία που ενώνουν Ισραηλίτες και Παλαιστινίους, είναι ο Στέλιος Καζαντζίδης!
Πέρα από το δημοτικότητα που προκάλεσε ο Καζαντζίδης μαζί με το έργο του, ένα άλλο στοιχείο, που συνέβαλλε στη δημιουργία του μύθου του, υπήρξε η στάση ζωής του. Όπως προαναφέρθηκε, η οκταετία 1957-1965 ήταν η περίοδος δόξας του Καζαντζίδη και κυριαρχίας του στο λαϊκό τραγούδι. Όμως σιχαινόταν τις συνθήκες, στις οποίες τραγουδούσε. Τα σπασίματα, την ακριβή διασκέδαση και τους κινδύνους της νύχτας απεχθανόταν ο λαϊκός βάρδος. Ένα γεγονός που διαδραματίστηκε μια βραδιά που τραγουδούσε ο δημοφιλής τραγουδιστής, σημάδεψε τη μετέπειτα πορεία του κοσμαγάπητου καλλιτέχνη. Μια κοπέλα, καθώς διασκέδαζε, έσπασε ένα μπουκάλι, του οποίου ένα κομμάτι παραλίγο να προκαλούσε τραύμα στο πρόσωπο του Καζαντζίδη. Μετά από αυτό, το Δεκέμβριο του 1965,αποφασίζει πως δε θα ξανατραγουδήσει σε νυχτερινό κέντρο. Βέβαια, στη λήψη της απόφασης αυτής συνέβαλαν και άλλοι παράγοντες. Ο λαϊκός βάρδος, λόγω της κυριαρχίας του στο τραγούδι, μάζευε τόσο κόσμο στο κέντρο που τραγουδούσε, με αποτέλεσμα ο κόσμος που θα ήταν παρών στα διπλανά μαγαζιά, να έρθει να ακούσει αυτόν! Δηλαδή, χωρίς να υπάρχει πρόθεση εκ μέρους του, στερούσε το μεροκάματο ανθρώπων από άλλα μαγαζιά. Έτσι, ο μεγάλος καλλιτέχνης δέχθηκε απειλές για τη ζωή του, και συνοδευόταν από σωματοφύλακες. Τελικά αποφάσισε να αποχαιρετήσει για πάντα τη νυχτερινή ζωή και να επικοινωνεί με τους θαυμαστές του μόνο με δίσκους. Αυτήν την σκληρή απόφαση, την οποία έλαβε μόλις στα τριάντα τέσσερα του χρόνια, την τήρησε ως το τέλος της ζωής του. Εν τέλει να σημειωθεί, ότι ο Καζαντζίδης σύμφωνα με πολλές αναφορές είχε πέσει θύμα ενός ανελέητου κυνηγητού από ανθρώπους της νύχτας και από νεόπλουτους νταήδες που είχαν εισβάλει στη ζωή της νύχτας. Ο Βασίλης Βασιλικός παραθέτει στο βιβλίο ”Στέλιος Καζαντζίδης 1931-2001” (Εκδόσεις ΚΨΜ),ότι ο Καζαντζίδης υποχρεώθηκε από γνωστό νταή της εποχής, τον περιβόητο Κατελάνο, να τραγουδήσει 22 φορές ένα συγκεκριμένο τραγούδι! Όταν με απειλή όπλου ο Κατελάνος απαίτησε από τον Καζαντζίδη να του ”χαϊδέψει” τα γεννητικά όργανα, η επέμβαση των ανθρώπων απέτρεψε τα χειρότερα.
Ο Καζαντζίδης υπήρξε ο πρώτος Έλληνας τραγουδιστής,που συγκρούστηκε με το δισκογραφικό κατεστημένο της δεκαετίας του ’50 και του ’60.Όπως είναι γνωστό, οι δισκογραφικές εταιρείες εκμεταλλεύονταν τις επιτυχίες των τραγουδιστών, για να καρπωθούν οι ίδιες τα κέρδη. Για κάθε δίσκο που ηχογραφούσε ένας τραγουδιστής, η αμοιβή του ήταν ένα ποσό κοντά στις 1000 δραχμές(ποσό ΕΦΑΠΑΞ).Προφανώς με τέτοιες απολαβές δε μπορεί να βγάλει τα προς το ζην ένας τραγουδιστής. Ο πρώτος που τάχθηκε κατά αυτής της νοοτροπίας, ήταν ο Στέλιος Καζαντζίδης. Όπως είχε εξομολογηθεί στον τότε δημοσιογράφο και μετέπειτα βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Γιώργο Λιάνη το 1976,για το περίφημο τραγούδι ”Δυο πόρτες έχει η ζωή”, το οποίο συνέθεσε ο ίδιος ο Καζαντζίδης, πήρε μόλις 860 δραχμές! Η εμπορική επιτυχία της γνωστής Μαντουμπάλας το 1959,αποτέλεσε την αφορμή της πρώτης δικαστικής διαμάχης του Καζαντζίδη με τους Λαμπρόπουλους(Εταιρεία Columbia).Η δικαστική απόφαση δε δικαίωσε το δημοφιλή καλλιτέχνη. Ύστερα από τη σύντομη συνεργασία με την εταιρεία ”RCA”,ο Καζαντζίδης ανανεώνει τη συνεργασία με την Columbia,καθώς του δίνει ποσοστά επί των πωλήσεων. Λόγω όμως της κακής σχέσης του με τον Τάκη Λαμπρόπουλο, υπογράφει συμβόλαιο με την εταιρεία ”Μίνως Μάτσας και Υιός”. Για να αποδράσει όμως από τα πλοκάμια των άδικων εταιρειών, ο λαϊκός βάρδος θα αποφασίσει να ιδρύσει τη δική του εταιρεία με το όνομα ”Standard”.Έχοντας αποφασίσει την άδεια δημιουργίας της από το Υπουργείο Βιομηχανίας και αφού παρήγγειλε τα μηχανήματα από το εξωτερικό, ανακαίνισε ένα παλαιό εργοστάσιο στο Κιάτο για να στεγάσει τον υλικό εξοπλισμό. Η εταιρεία όμως δε λειτούργησε ποτέ. Αφού απέτυχε η προσπάθεια αυτή, συνεργάζεται με την εταιρεία ”Philips”.Κυκλοφορεί επτά δίσκους των 45 στροφών με την επωνυμία ”STANDARD”.Η ”Μίνως Μάτσας και Υιός” δε μένει άπραγη. Οδηγεί τη ”Philips” στα δικαστήρια,κερδίζει τη δίκη και παρέχει αποζημίωση στον Καζαντζίδη για τα έξοδα που έκανε, στην προσπάθεια να δημιουργήσει τη νέα του επιχείρηση. Επίσης, ο Στέλιος κυκλοφορεί εννιά σαρανταπεντάρια ακόμα με την επωνυμία ”STANDARD”.Το όνειρο δημιουργίας μιας εταιρείας πάντως απέτυχε. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα κατεστημένα συμφέροντα δεν τον άφησαν να προχωρήσει. Εν καιρώ δικτατορίας η ”SONATA” του Γαβαλά και η ”BENTETTA” της Πόλυς Πάνου άντεξαν περίπου 5-6 χρόνια, όμως η εταιρεία του Καζαντζίδη ουδέποτε λειτούργησε αυτόνομα. Πιθανόν η αιτία για την κατάρρευση των στόχων του δημοφιλούς τραγουδιστή να ήταν το αριστερό του παρελθόν. Ο πατέρας του ήταν αντάρτης, που σκοτώθηκε από δεξιούς. Λόγω αυτού του παρελθόντος ίσως να πολεμήθηκε από τις εταιρείες ο Καζαντζίδης στα χρόνια της δικτατορίας. Τα ποσοστά που έπαιρνε από τις πωλήσεις των δίσκων με την εταιρεία ”Μίνως Μάτσας και Υιός” ήταν ελάχιστα. Ο ίδιος είχε εξομολογηθεί το 1996 στο Νάσο Αθανασίου, ότι για κάθε δίσκο παίρνει έξι δραχμές! Κοντολογίς,τα ο δικαίωμα είσπραξης ποσοστών από τις πωλήσεις δίσκων οφείλεται στο Στέλιο Καζαντζίδη, κάτι που έχει παραδεχτεί και ο δημοφιλής τραγουδιστής και πρώην μέλος των Πυξ Λαξ, ο Μπάμπης Στόκας. Ο Καζαντζίδης ύψωσε ανάστημα εναντίον του πλουτοκρατικού κατεστημένου της δισκογραφίας, για να ζουν σήμερα αξιοπρεπέστερα οι σημερινοί τραγουδιστές. Ας παραθέσω τη ρήση του Γ. Ζαμπέτα:” Όλοι οι τραγουδιστές οφείλουν να κάνουν ένα εικόνισμα στο Στέλιο και να προσεύχονται στο όνομά του, διότι αυτός καθάρισε για όλους. Μεγάλη σημαία ο Καζαντζίδης”.
Πέρα από το θέμα των οικονομικών απολαβών, ο Καζαντζίδης συγκρούστηκε με το δισκογραφικό κατεστημένο, λόγω και της προώθησης μιας ευτελούς εμπορευματοποιημένης μουσικής, την οποία ο ίδιος απεχθανόταν.

 

 

Πιο πολύ ήταν πικραμένος για το γεγονός, ότι η νεολαία άκουγε αυτή τη μουσική, την οποία καταδίκαζε και χαρακτήριζε ως κακή, διότι μπορεί να οδηγήσει τους νέους σε παθογενείς συμπεριφορές. Ο Καζαντζίδης είχε πίκρα, διότι δεν άκουγε τα τραγούδια του από τα Μέσα Ενημέρωσης και διότι δεν τιμήθηκε από τις αρχές για την προσφορά του. Πάλευε μόνος του ίσως ενάντια στους προσκυνητές του πλούτου και της εφήμερης προβολής. Το όνομά του θα τυραννήσει σίγουρα για καιρό ακόμα αυτούς που θέλουν να εξαφανίσουν την ελληνική παράδοση από τα αυτιά της νεολαίας.
Παράλληλα με την αποχή του από τα νυκτερινά κέντρα, απόφαση που τήρησε ως  το βιολογικό του τέλος, ο Καζαντζίδης υπήρξε ένας από τους ελάχιστους τραγουδιστές, που αψήφισαν τον πλούτο. Επίσης, απεχθανόταν τη διασκέδαση, όπως άρχισε να διαμορφώνεται λόγω της επιρροής της δυτικής κουλτούρας στην Ελλάδα από τη δεκαετία του ’80(ίσως και πιο πριν) και μετά. Είναι γνωστές πολλές αναφορές, σύμφωνα με τις οποίες ο γνωστός καλλιτέχνης αρνήθηκε να τραγουδήσει σε μαγαζιά για μυθικά ποσά. Ο ίδιος ισχυριζόταν ,ότι ”τα πολλά και τα καθόλου βλάπτουν”. Προτιμούσε τη μέση οδό. Με αυτή του τη στάση κέρδισε την αγάπη πολλών Ελλήνων. Ήθελε πάντα την εποχή που τραγουδούσε στα κέντρα, ο κόσμος να μην πληρώνει πολλά για να τον ακούσει. Θεωρούσε, ότι ο λαϊκός τραγουδιστής πρέπει έμπρακτα να ζει όπως ο λαός. Χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του στο Λευτέρη Παπαδόπουλο λέει:…….”Γιατί όταν ένας τραγουδιστής ασχολείται με το λαό, πρέπει να ζει και με το λαό και σαν το λαό. Όλα τα άλλα με τις αυτοκινητάρες κτλ, είναι πρόκληση. Μακάρι να μπορούσα να ‘μενα δίπλα σε κάθε φτωχόσπιτο, να με βλέπουν να παίρνω ψωμί μαζί τους από τον ίδιο φούρναρη και να τα λέμε. Και ύστερα να τους βάζω στο αυτοκίνητο-ένα Χοντάκι οκτώ ίππων και να πηγαίνουμε για τη θάλασσα”. Γι’ αυτή την απλότητα του, δε μπόρεσε να πραγματοποιήσει μια σειρά συναυλιών με το Χάρρυ Κλυνν λόγω της διαφωνίας τους στην τιμή του εισιτηρίου. Για τη σχέση του με τα χρήματα, εξομολογείται στο Νάσο Αθανασίου το 1996:”Δε μου κάνουν οι εκατομμυριούχοι, δε τους θέλω. Γιατί τίμια δεν κάνει κανείς εκατομμύρια, κακά τα ψέματα, αν δεν κλέψεις δεν κάνεις εκατομμύρια. Ή το συνάνθρωπό σου ή το κράτος θα πρέπει να κλέψεις για να επιπλεύσεις οικονομικώς. Δεν τα θέλω ούτε τα εκατομμύρια ούτε τους εκατομμυριούχους. Δε μου κάνουν”. Δηλαδή ο Καζαντζίδης είχε και κοινωνικές ευαισθησίες. Η περιφρόνηση του πλούτου από μέρους του, έδωσε δύναμη σε πολλούς Έλληνες να υπομείνουν τη φτώχειά τους. Αυτό το απέδειξε, καθώς ερμήνευσε μια σειρά τραγουδιών με ανατρεπτικό τόνο κοινωνικού προβληματισμού. Αυτά που τραγουδούσε ,τα πίστευε. Δεν πρόδωσε το αριστερό παρελθόν του. Ο ίδιος καταδίκαζε τη δίψα των συναδέλφων του για το χρήμα και θεωρούσε πως είναι άρρωστοι, όσοι παρά το πέρας της ηλικίας τους ασχολούνται με την απόκτηση όλο και περισσότερων κερδών. Το καθήκον του τραγουδιστή σύμφωνα με τον Καζαντζίδη είναι να τραγουδάει με την ψυχή του. Ο ίδιος εξομολογείται στο Νάσο Αθανασίου: ”Ο τραγουδιστής πρώτα απ’ όλα πρέπει να βάζει την ψυχή και ύστερα έρχονται και τα παλαμάκια. Όταν ο τραγουδιστής βάζει την ψυχή του αμείβεται από το λαό”. Απόδειξε, κοντολογίς, πως ο λαϊκός καλλιτέχνης οφείλει να είναι λαϊκός και στην καθημερινότητά του.
Προσπάθησα σε αυτό το εκτενές κείμενο να παρουσιάσω τους λόγους για τους οποίους ο Στέλιος Καζαντζίδης έγινε θρύλος εν ζωή (ήδη από τα 28 του χρόνια).Να διευκρινιστεί ότι το κείμενο βρίσκεται στους αντίποδες των προκαταλήψεων και των υπερβολών. Δεν αποτελεί προσπάθεια αγιοποίησης του απόλυτου λαϊκού τραγουδιστή. Βασισμένο στα λεγόμενα του ίδιου αλλά και σε ιστορικά γεγονότα, αιτιολογείται ο μύθος του Καζαντζίδη. Η φωνή, η στάση ζωής του, η σύγκρουση με τη συλλογιστική του δισκογραφικού κατεστημένου και η περιφρόνηση του πλούτου, η δημοτικότητα του, αποτελούν τα στοιχεία εκείνα, για τα οποία ο Καζαντζίδης αγαπιέται ακόμα από αρκετούς Έλληνες. Κανένας άλλος ίσως τραγουδιστής δεν κατείχε αυτά τα γνωρίσματα σε τόσο υψηλό επίπεδο. Να ξεκαθαρίσω ότι ο Καζαντζίδης ήταν ένας φυσιολογικός άνθρωπος με τα ελαττώματα του και τα πάθη του. Αλλά στον τραγουδιστικό στίβο, είναι ο μεγαλύτερος. Ως προσωπικότητα υπεράσπισε, όσο καλύτερα γινόταν τη λαϊκή παράδοση. Γι’ αυτό οφείλουμε να μη ξεχάσουμε το έργο του, αλλά να το μεταλαμπαδεύσουμε στους νεότερους.
Να διατηρήσουμε το σύγχρονο Ορφέα, έναν εκ των σημαντικότερων της υφηλίου.

 

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Όταν ψήλωσαν τα σπίτια, χώρισαν κι οι άνθρωποι. Ξεχάσαμε τις ζωές μας. Φλυαρούσαμε μόνο για τις ζωές των άλλων. Πότε σε ρώτησαν «πως νιώθεις;». Μόνο ο γιατρός μου έκανε αυτήν την ερώτηση.
Χάρις Αλεξίου

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

27/4/1932 Γεννήθηκε στην Αθήνα ο σκηνοθέτης Θεόδωρος Αγγελόπουλος.
27/4/1975 Πέθανε ο ρεμπέτης Νίκος Μάθεσης (Τρελάκιας)
27/4/2008 Έφυγε από τη ζωή ο Κύπριος μουσικοσυνθέτης Μάριος Τόκας

ΤΥΧΑΙΑ TAGS