113 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
23.03.2017
Ορφέας | Main Feed

Σκόρπια

Δώρα Παπαδοπούλου

«Φεύγω για λίγο έξω κι επιστρέφω, αφήνω ανοιχτά», λέω κάποια στιγμή -ηλεκτρονικά- στον Τάσο (Καραντής), αφού είχαμε ήδη πει τις εκκρεμότητες της ημέρας για τον Ορφέα. Tο κάνω πότε πότε, για να βολέψω και τίποτα υποχρεώσεις του σπιτιού, ας πούμε κανένα σούπερ μάρκετ, ανάμεσα στα διάφορα της δουλειάς. Αρκούσε ένα κούνημα του ποντικιού, μόλις επέστρεψα και ξανακάθησα μπροστά στην οθόνη μου για να με πετάξει, σαν ηλεκτρικό ρεύμα, από την καρέκλα.
Δεν είναι δυνατόν. Δε μπορεί να είναι αλήθεια. Πέθανε ο Δημήτρης Μητροπάνος.  Έμεινα για λίγη ώρα κοιτώντας την οθόνη του Facebook, εκεί που πολλαπλασιαζόταν ξανά και ξανά, σαν ένα τρομακτικό γκρίζο σύννεφο, το ίδιο νέο. Δε μπορεί να είναι αλήθεια. Κρύο με διαπέρασε. Μία βουβή θλίψη γέμισε το δωμάτιο. Κι όμως είναι αλήθεια. Έφυγε ξαφνικά από τη ζωή ο Δημήτρης Μητροπάνος. Μας είπαν ψέματα λοιπόν. Να που ο θάνατος εξακολουθεί να υπάρχει και μετά την Ανάσταση. Λες και δεν το ήξερα. Σιωπή. Κι ύστερα άρχισαν οι εικόνες να στριφογυρίζουν.

 

Το Μητροπάνο τον άκουγα πολύ από νωρίς, από τότε που γνώρισα κι αγάπησα την περίφημη γενιά του ΄70 μέσα από τα τραγούδια της. Με τα χρόνια απέκτησα και τη δισκογραφία του. Ως ακροατής, είχα πάντα το «κουσούρι» του repeat. Όποτε έπεφτε νέος δίσκος δηλαδή στα χέρια μου, τα τραγούδια που ξεχώριζα με την πρώτη, έπαιζαν για κάμποσο ασταμάτητα. Το ίδιο συνέβαινε αργότερα και με τους δίσκους ή τα αγαπημένα τραγούδια που είχα καιρό να ακούσω. Έπαιζαν ασταμάτητα μέχρι να τα βαρεθώ, όπως λέει ο λόγος. Ή έστω, να τα βαρεθούν οι ... άλλοι. Κάπως έτσι, ξαναθυμήθηκα κάποτε, κάποια χρόνια πριν, το τραγούδι «Ο χάρος βγήκε παγανιά».
«Αμάν με αυτό το τραγούδι, όλη την ώρα», μου φώναζε η μητέρα μου, όταν το έβαζα και το ξαναέβαζα. «Γιατί; Δε σου αρέσει;», τη ρωτούσα. «Ωραίο τραγούδι, αλλά αχ, δε μπορώ να ακούω για το χάρο και τέτοια, έχω και τα δικά μου, μας ακούει κι ο κόσμος συνέχεια, τους έχουμε τρελάνει, το βάζεις και δυνατά, χαμήλωσέ το», συνέχιζε. Κι άρχιζα τότε τις φιλοσοφίες περί ζωής και θανάτου και ανθρώπου και θεού. Πως ο θάνατος είναι κομμάτι της ζωής μας, εν τέλει και ένα κομμάτι του εαυτού μας. Πως δε μπορεί να υπάρχει ζωή χωρίς το θάνατο, γιατί το κάθε τέλος σηματοδοτεί και μία αρχή. Και πως άλλωστε, το συγκεκριμένο αν το προσέξεις λίγο, είναι τελικά ένα χαρούμενο τραγούδι! Ξέρεις, ο σιδεράς, τα λόγια της καρδιάς ... Κι όσο μιλούσα εγώ, κι όσο έπαιζε το τραγούδι, τόσο την εκνεύριζα περισσότερο. Και τότε ερχόταν ο πατέρας μου να «βάλει τα πράγματα στη θέση τους», λέγοντας πόσο σπουδαίος καλλιτέχνης είναι ο Μητροπάνος και πόσο αδικημένο τούτο το τραγούδι και πως όλα στη ζωή είναι, ανθρώπινα. Και πως αυτό είναι το τραγούδι, η ζωή μας η ίδια, η ύπαρξή μας, πως  χωρίς τα τραγούδια δεν πάμε πουθενά. Και τα άκουγε κι αυτός. Και προχωρούσαμε παρακάτω. Μικρά καθημερινά, όπως λέμε. Με τα χρόνια «ωρίμασα» και δοκίμαζα πια άλλες πλάκες, πιο «ανώδυνες». Αυτός ο σιδεράς, όμως, με τα λόγια της καρδιάς έμεινε πάντα ένα από τα τραγούδια που πάντα ήθελα να ακούω. Και που ποτέ πια δεν έβαλα ξανά να το ακούσει η μητέρα μου.

Θυμήθηκα ακόμη που πάλευα δίχως επιτυχία να πείσω την αμερικανίδα θεία μου, χρόνια μετανάστρια στις ΗΠΑ, που λάτρευε τα τραγούδια του, όπως κι αυτά του Καζαντζίδη, πως το όνομα Μητροπάνος δεν τονίζεται στο «ο» αλλά στο «α». Μάταιος κόπος. «Λάθος το λες», της έλεγα. «Πολύ σωστά το λέω!», μου απαντούσε. «Μητρόπανος». «Όχι βρε θεία, Μητροπάνος, είναι». «Ε, κι εγώ τι λέω; Μητρόπανος»!! Αυτή η ελληνοαμερικάνικη  προφορά ήταν σαφές πως την εμπόδιζε κι ήταν αδύνατο να το πει σωστά. Κι αφού ξεκαρδιζόμουν στα γέλια και έλεγα, έχοντας χάσει κάθε ελπίδα πως εδώ πια η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά, διάλεγα τα τραγούδια που αγαπούσε και τα έβαζα να παίξουν. Κι έτσι από το πουθενά, όπως και να ήταν, χαρούμενη ή αγχωμένη, ξεκούραστη ή όχι, έριχνε και δυο στροφές, μέρα μεσημέρι μέσα στην κουζίνα του σπιτιού μου.


Θυμήθηκα μετά μια προσωπική ιστορία. Θα σας φανεί βγαλμένη από ταινία. Κι όμως δεν είναι. Είναι αληθινή.
Χειμώνας ’95 – ‘96. Δούλευα τότε και σε ένα φροντιστήριο στο Αιγάλεω. Μόλις είχα αγοράσει με γραμμάτια ένα μεταχειρισμένο μπλε Ζάσταβα, που το πλήρωνα από αυτά που έπαιρνα. Οδηγούσα, πάντα με μουσική από αυτοσχέδιες κασέτες να παίζει δυνατά και καμάρωνα σαν γύφτικο σκεπάρνι, για το πρώτο μου αυτοκίνητο. Η οδήγηση μετά μουσικής ήταν το Α και το Ω της κάθε μέρας. Μια κρύα μέρα, νωρίς το πρωί,  πήγαινα για μάθημα. Δεν υπήρχε τότε η λεωφόρος και ο Κηφισός έπηζε με το παραμικρό. Ατέλειωτα μποτιλιαρίσματα στο ποτάμι και παντού γύρω, όποιος θυμάται την προ μεγάλων οδικών αξόνων εποχή θα καταλάβει τι εννοώ. Τα πρωινά, έκοβα δρόμο μέσα από το Περιστέρι.  Χωρίς να το πολυκαταλάβω, εκείνη την ημέρα, κάτι είχε συμβεί και  βρέθηκα εγκλωβισμένη μαζί με δεκάδες ακόμη οδηγούς σε ένα στενό κάθετο στον παράδρομο του Κηφισού. Μέσα σε πέντε λεπτά, όλα τα στενά γύρω γέμισαν αυτοκίνητα και για σχεδόν μία ώρα δεν κουνιόταν φύλλο. Κινητό δεν είχα -δεν υπήρχαν καλά καλά τότε-, ούτε τρόπο να ξεφύγω. Υπομονή και μουσική λοιπόν.
Είχα βάλει κι άκουγα μια κασέτα με «έντεχνα» όπως τα έλεγαν και λαϊκά. Επιλογές δηλαδή από το ραδιόφωνο και από τους δίσκους που είχα. Αλεξίου, Νταλάρας, Πάριος, Μητροπάνος, Μητσιάς, Μπιθικώτσης, Μοσχολιού, Γαλάνη, Πρωτοψάλτη. Αυτοί πάνω κάτω.  Είχα κι ανοιχτό παράθυρο, να φεύγει ο καπνός του τσιγάρου, παρά το κρύο. Και περίμενα. Και σιγοτραγουδούσα. Είχαμε πια στριμωχθεί τόσο πολύ, τρία και τέσσερα αυτοκίνητα στο σταυροδρόμι, το ένα πλάι στο άλλο, που αν άπλωνες το χέρι σου από ανοιχτό παράθυρο, έμπαινε άνετα για τα καλά στο διπλανό αμάξι. Ήταν αριστερά μου στο διπλανό αυτοκίνητο ένας κύριος, μεγάλης ηλικίας. Είχε κι αυτός μισάνοιχτα παράθυρα, κάπνιζε κι αυτός και κοίταζε συνέχεια το ρολόϊ του. Με τα πολλά, ψιλοπιάσαμε την κουβέντα. Η κουβέντα γύρισε εύκολα και στα τραγούδια. Κάποια στιγμή, με ρώτησε: «Μητροπάνο έχεις;». «Έχω».
Άρχισα να ψάχνω πηγαίνοντας μπρος την κασέτα για να πετύχω το  επόμενο στη σειρά τραγούδι του καλλιτέχνη. «Δώσε μου φωτιά». Άρχισε το τραγούδι, το δυνάμωσα και λίγο. Και τον βλέπω ξαφνικά, εκεί στη μέση του δρόμου, να ανοίγει, με το ζόρι, την πόρτα του αυτοκινήτου του, να βγαίνει έξω και σε ένα κενό να αρχίζει να χορεύει. Εκεί, στη μέση του δρόμου, βγήκε έξω και για ένα, δύο λεπτά το χόρεψε. Βγήκαν κι άλλοι οδηγοί, άλλοι κοίταζαν, άλλοι τραγουδούσαν, άλλοι χαμογελούσαν με νόημα, οι περαστικοί κοντοστάθηκαν από περιέργεια. Εγώ χαμογελούσα, αλλά τα είχα μάλλον χαμένα. Το τραγούδι έπαιξε και τέλειωσε. Ως δια μαγείας μια ντουζίνα άνθρωποι γύρω είχαν ξεχάσει ποιοι ήταν, που βρίσκονταν και τι τους συνέβαινε. Για λίγο, υπήρχε μόνο η φωνή και μόνο το τραγούδι.  Πόση δύναμη μπορεί άραγε να κρύβει ένα τραγούδι; Και πόση αγάπη για τον καλλιτέχνη του;
 
Τέλος, μου ήλθε στο νου και η αρρώστια του. Έτσι όπως τα μάθαινα από τον τύπο και από τις συνεντεύξεις του κατά καιρούς. Πάντα θαύμαζα τον άνθρωπο και καλλιτέχνη μαζί, για το κουράγιο και τη δύναμη να παλεύει με το θάνατο, να βγαίνει κάθε φορά νικητής και να μοιράζει απλόχερα στον κόσμο, ξανά, τραγούδια. Χωρίς τότε να ξέρω τι θα πει νεφροπάθεια. Τώρα που ξέρω, όπως η ανάγκη γίνεται ιστορία, έτσι κι ο θαυμασμός έγινε αγάπη και βαθιά εκτίμηση.
 
Κάπου το έχω ξαναγράψει. Είναι ευχή και κατάρα για τη γενιά μας, αυτή των σαραντάρηδων, όπως εγώ. Κατάρα να βλέπει συνεχώς τους τίτλους τέλους να πέφτουν στην τέχνη, να ακούει τις φτυαριές να σφραγίζουν το κάθε φινάλε, να αποχαιρετά διαρκώς και με πόνο και θλίψη όλα αυτά που με πάθος αγάπησε. Ίσως όμως να είναι κι ευχή ταυτόχρονα. Ίσως να είμαστε τυχεροί όσοι βλέπουμε τον κάθε κύκλο να κλείνει και το κάθε αστέρι να παίρνει τη θέση του στον ουρανό. Γιατί, ξέρουμε πόσο πολύτιμο είναι αυτό που έχουμε πια στα δικά μας χέρια. Και πόσο ζωντανό πρέπει να το κρατάμε ώσπου να πέσει οριστικά και η δική μας αυλαία.

 

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Άσκησα την όραση για μακριά κι έχασα τα κοντινά μου.
Κατερίνα Γώγου

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.

ΤΥΧΑΙΑ TAGS