187 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
29.05.2017
Ορφέας | Main Feed

Σκόρπια

Ορφέας

Τέσσερις γνωστοί εκπρόσωποι της ποίησης, της λογοτεχνίας και της μουσικής, ο ποιητής Γιώργος Χρονάς, ο μουσικολόγος Μάρκος Δραγούμης, ο μουσικοσυνθέτης και ερευνητής Γιώργος Παπαδάκης και ο κιθαριστής Δημήτρης Κοτρωνάκης γράφουν, με τη δική τους, ιδιαίτερη ματιά για το νέο δίσκο του Θανάση Μωραΐτη «Εικόνες για τη θλίψη των ξανθών κοριτσιών και της Ελένης».
Το θαύμα του Θανάση Μωραΐτη
Γιώργος Χρονάς
Ποιητής

Πάει καιρός, στο τραπέζι που γράφω, η μουσική που με συνοδεύει είναι το διπλό CD του Θανάση Μωραΐτη - Εικόνες για τη θλίψη των ξανθών κοριτσιών και της Ελένης, στην ΕΜΙ Classics. Οι πιο πολλοί νομίζουν πως οι συγγραφείς, οι ποιητές δεν ακούνε μουσική, παρά μόνο γράφουν και διαβάζουν! Τίποτε άλλο. Ούτε ο Καντ, φαντάζομαι. Ή μόνον αυτός ζούσε έτσι. Τι ψέμα! Ο Σοφοκλής, στον Οιδίποδα Τύραννο, μιλάει για τη Σφίγγα με τη φράση - η άγρια τραγουδίστρια. Τη φαντάζομαι να λέει τον χρησμό της αγριεμένη. Με μέλος. Για να γίνεται περισσότερο αντιληπτή. Ιερή.
Η μουσική δεν ορίζεται. Ακροάται. Βυθίζει. Ανυψώνει. Εμφανίζει το φαινόμενο της παλίρροιας –της αμπώτιδος. Με παράλληλες, ταυτόσημες ή αλληλοδιαδεχόμενες καταστάσεις.
Ο Παζολίνι ορίζει τη μουσική –σ’ ένα ποίημά του– ασαφή. Κάτω από τον ουρανό της ασάφειας, του δολοφονημένου ποιητή, θα σας περιγράψω τι αισθάνομαι όταν ακούω αυτή τη σύνθεση, που ο σοβαρός αυτός άνθρωπος, ο Θανάσης Μωραΐτης, συνέθεσε.
Ο Καρυωτάκης, στο πρώτο CD, φτάνει στ’ αυτιά μας, αφού η μουσική προετοιμασία του συνθέτη μάς καθαρίσει από κάθε άλλη ακρόαση μουσικής, ήχων, φωνής. Τα ποιήματα του 1919, 1921 που διαλέγει ο Μωραΐτης, φέρνουν στην μνήμη στίχους των Λένον, Πολ Μακ Κάρντεϊ, Κοέν, Τζόνι Μίτσελ, Τζόαν Μπαέζ, Ντίλαν... Τοπία φύσεως και ψυχής. Η Ελεγεία του συνθέτη στο ποίημα «Άνοιξη», 10.36', μοιάζει μια όαση, ένα περπάτημα σε τοπίο που κινηματογραφεί για τον ποιητή ο Ταρκόφσκι. Μοιραίο το κοίταγμα. Μοιραία η γνώση. Ένα πένθος πάνω από την όψη των πραγμάτων, τα αυτοπορτρέτα του ποιητή. Κι έπειτα, αφού μας προετοιμάσει όπως οι Αιγύπτιοι ιερείς, μας αφήνει στον σκοτεινό κήπο των ποιημάτων. Σαν να μας δείχνει τη Μαύρη Θάλασσα. Ο ζωογόνος ζόφος του Καρυωτάκη συμπλέει αρμονικά και αναδεικνύεται μοναδικά μέσα από τα άσματα που η Σόνια Θεοδωρίδου αρχίζει να ξεδιπλώνει στο σκοτάδι του νου μας, της ακοής μας. Σπαράζει και αφήνει τη φωνή της να μας κάψει. Στα άλλα δύο έργα που ακολουθούν, μολονότι αναγράφεται ότι γράφτηκαν το 2009, και ο Καρυωτάκης το 2001, είναι στον απόηχο του πρώτου μέρους, σαν να συμπληρώνουν, λυρικά, το φορτίο του ποιητή.
Στο δεύτερο CD, Το Κονσέρτο του Άμστερνταμ, για κιθάρα και ορχήστρα εγχόρδων, με τα τρία μέρη του, ομοιάζει σαν μια είσοδο ανθρώπων του Λόρκα, της Τέχνης από τη βόρεια Αφρική, την Ανατολή στις Κάτω Χώρες, στην πολιτισμένη Ολλανδία. Στο φημισμένο λιμάνι του Άμστερνταμ. Του Ζακ Μπρελ. Στην αυστηρή εκτέλεση του Ντέιβιντ Μπάουι.
Τα άλλα δύο έργα του δεύτερου CD συνομιλούν με τη Θάλασσα. Και τα Φαγιούμ. Σαν μια επαναφορά στην ταυτότητα. Την όποια ταυτότητα. Το σαντούρι ερωτοτροπεί, ενώνεται με το τσέμπαλο, το βιολοντσέλο ή το κοντραμπάσο. Το κανονάκι, την πολίτικη λύρα, το νέι. Ευτύχησε ο Θανάσης Μωραΐτης, κι εμείς μαζί του, έχοντας τέτοιους συνεργάτες. Το αποτέλεσμα είναι αριστουργηματικό και του οφείλουμε τα πάντα.
Οι Μούσες ήταν μαζί του.

Πρώτη δημοσίευση: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / Βιβλιοθήκη, Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010

Ομιλία για το CD του Θανάση Μωραΐτη στον ΙΑΝΟ
Μάρκος Φ. Δραγούμης
Μουσικολόγος

Άκουσα για πρώτη φορά το όνομα Θανάσης Μωραΐτης την Άνοιξη του 1988 από τον αείμνηστο Κώστα Γιαννουλόπουλο. Μου είχε δώσει το πρώτο CD του Θανάση με Αρβανίτικα τραγούδια (βγαλμένο σε συνεργασία με τον Δημήτρη Λέκκα) για να το σχολιάσω στο 1ο τεύχος του βραχύβιου περιοδικού «Δισκοκριτική». Χρειάστηκε να περάσουν 3 χρόνια ώσπου ν’ ακούσω ξανά τ’ όνομά του. Μου το ανέφερε η κοινή μας φίλη, διακεκριμένη λαογράφος Μαρία Δέδε με την παράκληση να προσληφθεί ως συνεργάτης μας στο «Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο Μέλπως Μερλιέ» (ΜΛΑ), όπου ήμουν υπεύθυνος από καιρό. Το αίτημά της έγινε προσωρινά δεκτό και μετά από λίγες μέρες ο Θανάσης άρχισε να μας βοηθάει σε διάφορες αποδελτιώσεις και καταλογογραφήσεις.
Το φθινόπωρο του 1992 η απόφαση ελήφθη. Ο Θανάσης θα γινόταν μόνιμος συνεργάτης μας καθώς ήταν πια πασιφανές ότι του άρεζε η δουλειά μας κι ότι ταιριάζαμε. Έκτοτε το ΜΛΑ –εν πολλοίς χάρη στην ανεκτίμητη παρουσία του Θανάση– μπήκε σε περίοδο μεγάλης ακμής.
Στη δεκαετία του 1990 ο κόσμος γνώριζε τον Θανάση ως ταλαντούχο τραγουδιστή και ερμηνευτή του Μίκη Θεοδωράκη. Τώρα προστίθεται στην ιδιότητά του αυτή και εκείνη του συνθέτη. Μη ρωτάτε πώς έμαθε να γράφει μουσική, χωρίς δασκάλους και φοίτηση σε Ωδεία. Όταν υπάρχει πάθος και ταλέντο τα εμπόδια λίγο-λίγο παραμερίζονται κι η γνώση κατακτιέται. Γύρω στο 2000 ο Θανάσης αισθάνθηκε ότι ήταν έτοιμος να καρποφορήσει. Κι έκτοτε παρουσιάζει μια αξιοζήλευτη γονιμότητα περιλαμβάνοντας σ’ αυτό το 2πλό CD πιθανόν τα πιο σημαντικά μέχρι τώρα συνθετικά του επιτεύγματα. Όπως θα δείτε το ενδιαφέρον του στρέφεται τόσο προς το τραγούδι όσο και προς την οργανική μουσική. Ο ποιητής που τον εμπνέει εδώ είναι ο Καρυωτάκης του οποίου μελοποίησε 4 ποιήματα, προσθέτοντας σ’ αυτά μια εκτεταμένη οργανική εισαγωγή («Ελεγεία» τη λέει) στο ποίημα «Άνοιξη». Δεν μπορώ να φανταστώ αυτά τα συγκεκριμένα και τόσο απαισιόδοξα ποιήματα του Καρυωτάκη μελοποιημένα διαφορετικά απ’ ό,τι σ’ αυτό εδώ το CD. Ο Θανάσης με μοναδική ευαισθησία ταυτίστηκε με τη μαύρη διάθεσή τους και την απέδωσε σαν να του την υπαγόρευε ο ίδιος ο ποιητής.
Τα υπόλοιπα έργα είναι οργανικά. Όπως και τα τραγούδια, απαιτούν μεγάλη συγκέντρωση από τον ακροατή για να φθάσει στο βάθος και να συλλάβει την ουσία τους. Η γραφή σε όλα είναι πυκνή και δεν κάνει παραχωρήσεις για να εισπραχθούν εύκολα χειροκροτήματα.
Στο 1ο CD ο Καρυωτάκης ακολουθείται από την «Ελεγεία» για σόλο βιολοντσέλο κι ένα «Κουαρτέτο για έγχορδα» σε 2 μέρη. Και στα δύο ο Θανάσης με βρίσκει σε μεγάλο βαθμό «αντηχητικό» στη μουσική του, για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του ποιητή Μιχάλη Κατσαρού ειπωμένη σε μια συζήτηση που είχαμε για κάποιο ποίημα.
Τα έργα στο 2ο CD είναι εξίσου εκτεταμένα και φιλόδοξα. Ένα «Κοντσέρτο για κιθάρα και ορχήστρα εγχόρδων» και δύο κομμάτια για πρωτότυπους οργανικούς συνδυασμούς όπου παντρεύεται ο ήχος δύο συμβατικών οργάνων (του βιολοντσέλου και του κοντραμπάσου) με άλλα σπάνια ή καθόλου εμφανιζόμενα σε έργα μουσικής δωματίου, όπως το σαντούρι και το τσέμπαλο στο κουαρτέτο «Ιστορίες της γιαγιάς θάλασσας» και το κανονάκι, η Πολίτικη λύρα και το νέι στο κουϊντέτο «Φαγιούμ». Πρόκειται για έργα που κινούνται προς μία νέα κι ενδιαφέρουσα κατεύθυνση.
Καταλήγοντας συγχαίρω ολόψυχα τόσο τον Θανάση όσο και τους θαυμάσιους καλλιτέχνες που τον πλαισίωσαν και πάσχισαν ν’ αποδώσουν με τόση συγκινητική ακρίβεια και αγάπη τη μουσική του.

Ιανός, 18 Οκτωβρίου 2010

Κοντσέρτο του Άμστερνταμ
Δημήτρης Κοτρωνάκης

Κιθαριστής

Με την πρώτη ματιά, η γραφή του κοντσέρτου δεν θεωρείται ιδιαίτερα «κιθαριστική»· η πυκνή υφή του, η πολυφωνικότητα και η εμφανής πολυπλοκότητά του το τοποθετούν στα ανώτερα όρια της τεχνικής του οργάνου,  πολύ κοντά ώστε να θεωρηθεί αδύνατη η εκτέλεσή του.
Μία προσεκτικότερη προσέγγιση όμως, αρκεί για να μας πείσει για την απόλυτη συμβατότητά του με το κιθαριστικό ιδίωμα. Η γνώση του οργάνου από τον συνθέτη είναι άρτια και εκμεταλλεύεται ένα μεγάλο μέρος της παλέτας των τεχνικών δυνατοτήτων της. Πολύ περισσότερο όμως, εμπλουτίζει την παραδοσιακή γκάμα τεχνικών, με ιδιαίτερα ενδιαφέροντα νέα στοιχεία. Δεν εξαντλείται σε στοιχειώδεις τεχνικές όπως απλά γραμμικά αρπέζ και κλίμακες. Τις χρησιμοποιεί και τις μεγεθύνει σε μία καινούρια μορφή που πολλές φορές θυμίζει Villa Lobos ή Leo Brower, χωρίς ωστόσο να είναι τίποτα από τα δύο. Και αυτό γιατί δεν ενδιαφέρεται τόσο για την άνεση του εκτελεστή, όσο για την εξυπηρέτηση και ανάδειξη της μουσικής.
Ταυτόχρονα, ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της μουσικής του συνθέτη είναι και η αξιοποίηση των πολυφωνικών δυνατοτήτων του οργάνου.  Σε αντίθεση με πολλά γνωστά κοντσέρτα, όπου η γραμμή του σολίστ θα μπορούσε να εκτελεστεί και από μονοφωνικά όργανα, εδώ, εκτενή δίφωνα και τρίφωνα μέρη υπάρχουν διάσπαρτα σε όλο το μήκος του κοντσέρτου.
Η κιθάρα αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστή του μουσικού υλικού· δεν συνοδεύει ούτε απλά παραβρίσκεται ως ένα ακόμα μέλος της ορχήστρας, αλλά οδηγεί τις μουσικές εξελίξεις. Χωρίς ανάσα, από το πρώτο έως το τελευταίο μέτρο, παίζει φράσεις που θα μπορούσαν να σταθούν και χωρίς την ορχηστρική συνοδεία, σαν αυτόνομο μουσικό έργο για σόλο κιθάρα. Με τρεις καντέντζες στις αρχές των τριών μερών, αλλά και τουλάχιστον άλλες τρεις μικρότερες, αναδεικνύει τις δεξιοτεχνικές και ηχοχρωματικές της δυνατότητες.
Ένα νέο πολύ ενδιαφέρον έργο, που αποτελεί πραγματική πρόκληση για οποιονδήποτε σολίστ τολμάει να φέρει σε πέρας τα δύσκολα και απαιτητικά περάσματα.

Έργα ανάτασης σε μέρες μιζέριας
Γιώργος Ε. Παπαδάκης
Μουσικοσυνθέτης - ερευνητής

Δύο έργα του Θανάση Μωραΐτη, που κρατούν ζωντανή την ελπίδα πως δεν «απέσβετο το λάλον ύδωρ» στο χώρο της μουσικής δημιουργίας στον τόπο μας. «Κύκλος τραγουδιών σε ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη» και «Κοντσέρτο του Άμστερνταμ». Ίσως δεν είναι φανερή (μπορεί κιόλας να είναι ώς και φανταστική) η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο γεγονός ότι δημιουργούνται σήμερα στον τόπο μας τέτοια έργα και στη ζοφερή ατμόσφαιρα που βιώνει η χώρα αυτόν τον καιρό. Μπορεί να φαίνεται και αντιφατικό: έργα σαν αυτά αντιστοιχούν σε εποχές πνευματικής ανάτασης και όχι σε μέρες μιζέριας και πολλαπλής πενίας. Όπως και να έχει, πάντως, είναι ένα γεγονός: Έχουμε δύο σπουδαία έργα που, όπως όλα τα σπουδαία έργα, περιμένουν κι αυτά το ανοιχτό πνεύμα του κάθε ακροατή για να του χαρίσουν την ευχαρίστηση που εκ της φύσεως και του προορισμού της χαρίζει η μουσική. Δεν αναφέρθηκα τυχαία στον κάθε ακροατή. Ίσως έχουμε ξεχάσει πως στην εποχή της κυριαρχίας των ΜΜΕ και των μηχανισμών προβολής και επιβολής, και στο πλαίσιο της πνευματικής υποβάθμισης που αυτά απεργάζονται, έχει αμβλυνθεί η ευαισθησία αλλά και η διάθεση του κοινού ακροατή να επισκοπήσει όλο το εύρος του καλλιτεχνικού προϊόντος που παράγουν και του προσφέρουν οι δημιουργοί. Δυστυχώς, ο ορίζοντας που καλλιεργείται, προβάλλεται και επιβάλλεται είναι στενός όσο και θολός. Η μεγάλης αποτελεσματικότητας διαφήμιση εφαρμόζει στο κοινό παρωπίδες και μεγαλώνει το μύθο πως υπάρχουν μορφές και είδη μουσικής «κατάλληλα», τάχα, ή «ακατάλληλα» για τούτο ή για εκείνο κοινό. Μύθος. Και όπως κάθε μύθος, έχει κι αυτός τη δύναμή του. Έναν αντίλογο έχει διατυπώσει πριν από 180 χρόνια περίπου ο εκ Μαδύτων Χρύσανθος, Αρχιεπίσκοπος Δυρραχίου, στο έργο του «Μέγα Θεωρητικόν της Μουσικής»: «Δεν είναι ανάγκη να είναι τις ειδήμων της μουσικής διά να αισθάνηται την υπ' αυτής ηδονήν, όταν ακούει κανένα μέλος ευχάριστον, αλλ' αρκεί να έχει καλήν αίσθησιν...». Καλαισθησία, δηλαδή, απαιτεί η τέχνη, αγαθό εν ανεπαρκεία, στις μέρες της τηλεόρασης.
Κατά την ταπεινή μου γνώμη, τα δύο αυτά έργα αποτελούν ορόσημο. Δεν προτίθεμαι να «ταλαιπωρήσω» τους αναγνώστες με ειδικές τεχνικές και «μουσικολογικές» αναφορές, για τη δομή, τη φόρμα, τις πολύ ενδιαφέρουσες αρμονικές προτάσεις, ή τη φύση των μουσικών κλιμάκων, των τρόπων ή ήχων, τις διαδρομές του μελωδικού υλικού μέσα από την αρχαία, τη δημοτική και τη νεότερη ευρωπαϊκή μουσική. Ούτε για τα ρυθμικά σχήματα επί των ιδιότυπων πεντάσημων, ενδεκάσημων και άλλων «ιδιότροπων» μέτρων. Ένα πραγματικό έργο τέχνης διακρίνεται και από τέτοιες ή παρόμοιες αρετές (όταν αποτελούν αρετές) μα και από άλλα. Εδώ, προσωπικώς τουλάχιστον, θαύμασα την κατασκευή του μέλους (και στα δύο, διαφορετικής δομής και φόρμας, έργα) την οποία βρήκα πρωτότυπη και ταυτόχρονα πιστή σ’ ένα πνεύμα σεβασμού της ιστορίας και της μεγαλοσύνης της παράδοσής μας. Θαυμαστά, επίσης, βρήκα: Τη Σόνια Θεοδωρίδου. Τη μελοποίηση του Καρυωτάκη (ο συνθέτης, ως όφειλε, επιφύλαξε εξαιρετική τιμή στον ποιητικό λόγο). Την «Ελεγεία για σόλο βιολοντέλο» και τον σολίστα Ρενάτο Ρίπο. Τον Δημήτρη Κοτρωνάκη στο «Κοντσέρτο του Άμστερνταμ», έργο δύσκολο αλλά άξιον. Κορυφαίος, άριστος και αδύνατον να αντισταθεί κανείς στο κάλλος και τη μαγεία του παιξίματός του, ο Βαγγέλης Χριστόπουλος (όμποε). Και όπως πάντα στο ύψος της, να βεβαιώνει μια φορά ακόμα την αξία της, η Καμεράτα υπό τον Αλέξανδρο Μυράτ.

Πρώτη δημοσίευση: Ελευθεροτυπία, Σε ήχο ελληνικό, Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010

Η αναδημοσίευση των δύο εκ των τεσσάρων κειμένων έγινε με την άδεια των συγγραφέων τους.
Το εξώφυλλο του άρθρου προέρχεται από τον πίνακα του εξωφύλλου της έκδοσης, έργο του Σπύρου Βασιλείου.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Άστοχα πράγματα και κινδυνώδη, οι έπαινοι για των Ελλήνων τα ιδεώδη.
Κωνσταντίνος Καβάφης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

29/5/1927 Γεννήθηκε στο Φάληρο ο αγαπημένος ηθοποιός του κινηματογράφου Θανάσης Βέγγος