107 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
22.09.2017
Ορφέας | Main Feed

Αφιερώματα

Τάσος Π. Καραντής

Μια προσέγγιση στο έργο του αξέχαστου δημιουργού μέσα από το κοίταγμα των τριών δίσκων  («Ο ΣΤΑΘΜΟΣ», «ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΕΣ», «ΝΑ ’ΧΑΜΕ ΤΙ ΝΑ ’ΧΑΜΕ») της συνεργασίας του με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο
«Είμαι σε θέση, όταν έχω κέφι, να μελοποιήσω και τον τηλεφωνικό κατάλογο!». Αυτό έλεγε, συχνά, μεταξύ σοβαρού κι αστείου, ο Μάνος Λοίζος, όπως, μας το διασώζει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος (1). Κι έτσι ήταν! Όλοι καταλήγουν στην ίδια διαπίστωση για τον Μάνο Λοΐζο. «Γεννημένο μελωδό», τον χαρακτηρίζει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος (2) και, πιο αναλυτικά, ο Κώστας Μυλωνάς, γράφει τα εξής στην “Ιστορία του ελληνικού τραγουδιού”: «Ένα, λοιπόν, από τα κύρια χαρακτηριστικά του Λοΐζου, ως τραγουδοποιού, είναι η ικανότητά του να μελοποιεί με τρόπο μοναδικό και μουσικά προσιτό και οικείο ακόμα και το πιο δύστροπο στίχο» (3) και «ο Λοΐζος είναι πράγματι ο τραγουδοποιός που γνωρίζει πολύ καλά τη “φόρμα τραγούδι” … ένα από τα ουσιώδη γνωρίσματα της επιδεξιότητάς του είναι ότι σ’ όλα σχεδόν τα τραγούδια του, είτε πρόκειται για πολιτικά ή ερωτικά ή οτιδήποτε άλλο είδος, κυριαρχεί η μελωδία» (4).

Η κυρίαρχη λοιπόν καλλιτεχνική ταυτότητα του Μάνου Λοΐζου, αυτή δηλαδή του ευαίσθητου κι ευρηματικού μελωδού, νομίζουμε, ότι αποτυπώνεται με απόλυτη ευκρίνεια, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι απουσιάζει από το μεταγενέστερο έργο του, στους τρεις δίσκους της συνεργασίας του με τον σπουδαίο στιχουργό Λευτέρη Παπαδόπουλο. Μέσα από τον «Σταθμό», τις «Θαλασσογραφίες» και το «Να ’χαμε τι να ’χαμε», καθώς και, κυρίως, τις φωνές του Γιάννη Καλατζή και του Γιώργου Νταλάρα, δημιουργείται στην ελληνική δισκογραφία ένα από τα πιο μελωδικά κεφάλαια της ιστορίας της. Νομίζουμε λοιπόν, ότι η, οποιαδήποτε, προσέγγιση στο έργο του, δεν θα μπορούσε παρά να επικεντρωθεί σ’ αυτούς τους τρεις δίσκους του, που, κατά τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, αποτελούν την καλύτερη περίοδο του Λοΐζου. (5) 

Ο Σταθμός | Εξώφυλλο πρώτης έκδοσης (1968)Ο σταθμός (1968)

Ο «Σταθμός» ήταν ο πρώτος μεγάλος δίσκος του Λοΐζου και, ταυτόχρονα, ο δίσκος με τον οποίον εγκαινιάστηκε το σήμα MINOS. Όπως μάλιστα πληροφορούμαστε από το σημείωμα που υπάρχει στο δίσκο: «για τη στερεοφωνική εγγραφή του χρειάσθηκαν 214 ολόκληρες ώρες δουλειάς».
Ο «Σταθμός» κυκλοφόρησε τον Δεκέμβρη του 1968 κι, όπως αναφέρεται στο σημείωμα του δίσκου: «τούτο το τεράστιο σε αξία μουσικό έργο αποδίδεται από τον καθιερωμένο πια Γιάννη Καλατζή, τη μοναδική Λίτσα Διαμάντη, τον κλασικό στο είδος του Δημήτρη Ευσταθίου και το καινούριο ταλέντο: το Γιώργο Νταλάρα». Αυτή είναι κι η πρώτη ολοκληρωμένη συνεργασία του Μάνου Λοΐζου με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Αν κι η γνωριμία τους ξεκινά απ’ το 1965 κι η συνεργασία τους ένα χρόνο μετά (1966), αρχικά με κάποια μεμονωμένα τραγούδια, παίρνει μια πρώτη συγκεκριμένη μορφή στο «Σταθμό». Παρότι το υλικό του αποτελείται από σκόρπια τραγούδια και σε καμιά περίπτωση δεν είναι ένας θεματικός κύκλος τραγουδιών, με τη δουλειά αυτή, διαμορφώνεται η ισορροπία δύο δημιουργών και δύο, βασικά, ερμηνευτών, που θα συνεχιστεί και στο μέλλον με δυο ακόμα δίσκους. (6)

Αξίζει να δούμε λίγο το υλικό του «Σταθμού», όπως το παρουσιάζει ο Γιώργος Τσάμπρας στο ένθετο της επανέκδοσης του δίσκου: «Η μελωδία πάνω στην οποία γράφτηκαν οι στίχοι για “Το παλιό ρολόι” δεν είναι παρά μια άλλη ματιά στη μελωδία ενός παλιότερου τραγουδιού του Λοΐζου(είχε παρουσιαστεί το ’63 στην πρώτη του συναυλία) που μιλούσε, με δικούς του στίχους, για ένα “Κρητικό σταφύλι”. Η μελωδία πάνω στην οποία γράφτηκε το “Πίσω απ’ την πόρτα” προϋπήρχε με στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη. “Το Μελαχρινάκι” γράφτηκε πάνω στη μελωδία ενός τραγουδιού που είχαν γράψει παλιότερα Λοΐζος και Παπαδόπουλος για τη θεατρική παράσταση της Άλκηστης Γάσπαρη “Ρέστια, το νησί των σφουγγαράδων”. Το “Όποιος δει το παλικάρι” – με στίχους του ίδιου του Λοΐζου – είχε ήδη ακουστεί σε ελληνική ταινία της εποχής … όπως και το “Η δουλειά κάνει τους άντρες” είναι ένα τραγούδι που πρωτακούστηκε την προηγούμενη χρονιά στην ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου “Τρούμπα ’67” από την Ελένη Ροδά. Τα μόνα τραγούδια που γράφτηκαν πάνω σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου ειδικά για το “ΣΤΑΘΜΟ”, ήταν το “Ήτανε οχτώ – εννιά” – το τελευταίο που γράφτηκε, πριν τη συμπλήρωση του δίσκου – και, βέβαια, το “Δελφινάκι”».(7)

Μάνος ΛοίζοςΙδιαίτερο ντοκουμέντο, για το πως γράφτηκε και δημιουργήθηκε αυτός ο δίσκος, αποτελεί κι η αφήγηση, στον Γ. Τσάμπρα, του Μάκη Μάτσα: «Η δημιουργία του ΣΤΑΘΜΟΥ είναι μια χρονοβόρος διαδικασία. Ο Μάνος γράφει δύσκολα γιατί κάθε τι που κάνει το “κεντάει”, όσο περισσότερο γίνεται. Γι’ αυτό στο studio αργεί. Του άρεσε κάθε τι να το ηχογραφεί σε τρεις και τέσσερις εκδοχές, να τ’ ακούει, να το επαναλαμβάνει, να συμβουλεύεται τους συνεργάτες του. Ο Μάνος, σε αντίθεση με άλλους συνθέτες, επιζητάει τη συνεργασία και του αρέσει πολύ να ανοίγεται. Ο δίσκος έγινε στην κυριολεξία πόντο – πόντο … στο ΣΤΑΘΜΟ σε όλες τις ηχογραφήσεις του είμαι δίπλα του μαζί με το Λευτέρη, από τη στιγμή που γράφει το πρώτο σκαρίφημα μουσικής, μέχρι τη στιγμή που ο δίσκος πάει για χάραξη … ακόμα και για τη φωτογραφία του εξωφύλλου του ΣΤΑΘΜΟΥ χρειάστηκε να κάνουμε 3 – 4 φωτογραφήσεις μ’ αυτό το τζάμι στο οποίο τρέχει το νερό, για να έχουμε το αποτέλεσμα που ήθελε. Ήταν τόσο λεπτολόγος! ».(8)

Όπως βέβαια, εξίσου ντοκουμέντο αποτελούν κι οι στιγμές των δύο δημιουργών, όπως τις καταγράφει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος: «Άνοιξη θα ‘ταν, όταν αποφασίσαμε να κάνουμε τον πρώτο μεγάλο δίσκο μας. Ο Μπούτσικος παραχώρησε στο Μάνο ένα σπίτι με αυλή, στο Βοτανικό, ο Μάτσας του νοίκιασε ένα πιάνο, ο Γλέζος του κατέβασε ένα μαγνητόφωνο. Κι η δουλειά, που, πια, δεν ήταν δουλειά, αλλά μεράκι, ξεκίνησε. Έφευγα το πρωί απ’ το Χολαργό και τον συναντούσα στο σπιτάκι του Βοτανικού, αξύριστο και με μια χιλιάρα κρασί δίπλα του. Μου έλεγε ένα καλαμπούρι, με κερνούσε κρασί κι ύστερα καθόταν στο πιάνο. Μια ώρα, δυο ώρες, τρεις. Ώσπου να βγει, πεντακάθαρο, το “Δελφίνι”, το “Παλιό ρολόι”, το “Ήτανε οχτώ – εννιά”».(9)
Το ερμηνευτικό βάρος στο δίσκο (10) το φέρνει ο Γιάννης Καλατζής, ενώ συμμετέχουν, μ’ ένα τραγούδι, η Λίτσα Διαμάντη κι ο Δημήτρης Ευσταθίου. Στον «Σταθμό» πρωτοεμφανίζεται, μ’ ένα μόνο τραγούδι, αμέσως μετά την «Προσμονή» του 1967, ο νεαρός Γιώργος Νταλάρας (11), ο οποίος όμως θα συμπρωταγωνιστήσει, μαζί με τον Καλατζή, στους επόμενους δυο δίσκους των Λοΐζου – Παπαδόπουλου, αποτελώντας μέρος μια εκπληκτικής καλλιτεχνικής τετράδας (δύο δημιουργών – δύο ερμηνευτών), που θα προσφέρει μεγάλα και πολυαγαπημένα τραγούδια στην ελληνική δισκογραφία. Εξάλλου, όσον αφορά αυτούς του δυο ερμηνευτές, ο Λοΐζος έχει σχηματίσει την άποψή του, όπως μας την διασώζει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος: «Ο Μάνος αγαπάει τον Καλατζή, γιατί τον θεωρεί λαϊκό τραγουδιστή – “σαν χαμίνι του δρόμου”. Συμπαθεί, όμως, και τον Νταλάρα – “είναι ευγενικός, σαν φοιτητής”, μου λέει».(12)

Ας καταγράψουμε, επίσης, κι εδώ, τους συντελεστές και τα τραγούδια του δίσκου όπως αναφέρονται στο ένθετο της επανέκδοσής του (13):

Ορχήστρα: Στέλιος Ζαφειρίου (μπουζούκι), Χρήστος Ψαρρός (μπουζούκι), Δημήτρης Φάμπας (κιθάρα), Σωτήρης Μαρίνος (κιθάρα), Τάσος Διακογιώργης (μεταλλόφωνο), Νίκος Τσεσμελής (μπάσο), Δημήτρης Βράσκος (μαντολίνο), Μπάμπης Μαλλίδης (μαντολίνο), Ανδρέας Αλεξανδράτος (πιάνο), Σπύρος ΡέγγιοςΣωτήρης Ταχιάτης (τσέλο), Α. Μιχαήλ (drums). (φλάουτο),

Β’ φωνή: Λίτσα Διαμάντη στο «Δελφίνι – Δελφινάκι» και Γιώργος Νταλάρας στο «Όποιος δει το παλικάρι»
Ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας : Μάνος Λοΐζος
Ηχογράφηση: Studio Columbia.
Ηχολήπτης: Γιάννης Κωνσταντόπουλος
Διεύθυνση παραγωγής: Μάκης Μάτσας
Πρώτη έκδοση δίσκου: Δεκέμβριος 1968 (MINOS : MSM 101)

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
1. Δελφίνι – δελφινάκι (2:35) Γιάννης Καλατζής
2. Το παλιό ρολόι (3:59) Γιάννης Καλατζής
3. Ο Σταθμός (2:33) ορχήστρα
4. Όποιος δει το παλικάρι (3:27) Λίτσα Διαμάντη (στίχοι : Μάνος Λοΐζος)
5. Ήτανε οχτώ – εννιά (2:36) Γιώργος Νταλάρας
6. Φινάλε πρώτου μέρους (2:56) ορχήστρα
7. Το μελαχρινάκι (2:53) Γιάννης Καλατζής
8. Η δουλειά κάνει τους άντρες (2:17) Δημήτρης Ευσταθίου
9. Σ’ αποθύμησα (4:03) ορχήστρα
10. Πίσω απ’ την πόρτα (3:05) Γιάννης Καλατζής
11. Επιστροφή (1:54) ορχήστρα
12. Φινάλε δεύτερου μέρους (2:00) ορχήστρα

Όπως βλέπουμε, ο δίσκος περιέχει πέντε (5) ορχηστρικά θέματα κι εφτά(7) τραγούδια, απ’ τα οποία, τέσσερα (4) ερμηνεύει ο Γιάννης Καλατζής κι από ένα οι: Γιώργος Νταλάρας, Λίτσα Διαμάντη και Δημήτρης Ευσταθίου. Δυο τραγούδια («Πίσω απ’ την πόρτα» & «Το παλιό ρολόι») τα “χτύπησε” η λογοκρισία της χούντας.
Γράφει ο ίδιος ο Λ. Παπαδόπουλος: «Οι πρώτες σοβαρές κόντρες με την κρατική λογοκρισία άρχισαν το 1968, όταν βγάλαμε με τον Λοΐζο το δίσκο “Ο ΣΤΑΘΜΟΣ” (Minos). Σε ένα τραγούδι, που το λέγαμε “Το καρφί”, περιέγραφα το εσωτερικό ενός φτωχόσπιτου. Στα σπίτια αυτά δεν υπάρχουν κρεμάστρες. Για κρεμάστρες χρησιμοποιούνται καρφιά, καρφωμένα πίσω απ’ την πόρτα. Έγραφα λοιπόν : “Πίσω απ’ την πόρτα το καρφί / και στο καρφί σακάκι”. Οι ηλίθιοι λογοκριτές, όμως, θεώρησαν ότι με τη λέξη “καρφί” αναφερόμουν σε κάποιον χαφιέ (“καρφιά” λέμε τους σπιούνους, τους χαφιέδες κ.λπ.) και ζήτησαν αλλαγή. Δεν ήταν δύσκολο, έγραψα: “Πίσω απ’ την πόρτα την κλειστή / ένα παλιό σακάκι”. Άλλαξα και τον τίτλο του τραγουδιού: “Πίσω από την πόρτα” τον έκανα.»

Εκεί, όμως, που βρήκα τον μπελά μου ήταν στην τελευταία στροφή. Έγραφα : “Δίπλα στα πλίθινα σκαλιά / μια λεύκα απάνου ως κάτου / είναι απ’ τα χέρια εκείνου / που ’χε το μπόι τ’ ουρανού / το μπόι του θανάτου”. Οι λογοκριτές φρυάξανε! Ζήτησαν άμεση αντικατάσταση αυτής της στροφής. Συνεμορφώθην προς τας υποδείξεις. Και η στροφή έγινε : “Μες στην καρδιά μου την πικρή / ήρθε το πρώτο χιόνι / μες στην καρδιά μου ράγισες / τη νύχτα που με άφησες / χαμένο χελιδόνι”. Τα μισά λόγια, σ’ αυτήν την στροφή, είναι του Λοΐζου!» και (για το «Το παλιό ρολόι») : «Στον τελευταίο στίχο, για τη λογοκρισία, το “μα οι άνθρωποί μας” έγινε “μα τα χελιδόνια”».(14)

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος μας δίνει και κάποιες “ιστορίες τραγουδιών” του δίσκου. Και συγκεκριμένα:

Ο Σταθμός | Εξώφυλλο επανέκδοσης (2002)«Δελφίνι - δελφινάκι» : «Αρίων ο κιθαρωδός, ναυάγιο κι ένα δελφίνι που του σώζει τη ζωή, κουβαλώντας τον στον ώμο του. Ο Αρίων ζούσε στο Μόλυβο της Λέσβου, όπου πήγαινα τα καλοκαίρια. Ο Κουγιουμτζής έλεγε ότι, όταν ακούει το “Δελφινάκι”, αισθάνεται πως τα δυο του πόδια βρέχονται στη θάλασσα. Το ίδιο καλοκαίρι που το γράψαμε με τον Λοΐζο, το τραγουδούσε όλη η Ελλάδα.» (15) και «Στην πρώτη συνεργασία μας (Σ.Σ. με τον Μάκη Μάτσα) γίναμε μαλλιά κουβάρια. Είχα γράψει το τραγούδι “Δελφίνι – δελφινάκι”, που μέσα σ’ ένα χρόνο πούλησε πάνω από 1 εκατομμύριο αντίτυπα. Με το που άρχισε λοιπόν ο Λοΐζος να παίζει στο πιάνο κι εγώ να τραγουδώ τους στίχους, ο Μάκης έγινε σκυθρωπός. “Σε παρακαλώ”, μου λέει, “αυτό το καβάλα στο δελφίνι, με το οποίο αρχίζει το τραγούδι, δεν το αλλάζεις”; “Γιατί”; “Δεν είναι εύηχο”. Ακολούθησε ένας τρικούβερτος καβγάς. Τελικά νίκησα, γιατί είχα φανατικά με το μέρος μου και τον Λοΐζο.».(16)
Ο Χρήστος Λεοντής στο τραγούδι αυτό διακρίνει μια μουσική πρωτοτυπία: «Εμένα ένα από αυτά που μου αρέσουν πολύ είναι το “Δελφίνι – δελφινάκι”, ένα από τα πιο λαμπερά που κάνανε με τον Παπαδόπουλο. Όμως, αυτό το τόσο ευχάριστο τραγούδι ξεκινάει από την πέμπτη βαθμίδα, κι ενώ είναι στην ντο, ξεκινάει στο σολ. Αυτό, όσοι είναι μουσικοί θα το καταλάβουνε. Ήταν προχωρημένο».(17)

«Το παλιό ρολόι»: «Το έγραψα στη δικτατορία, με πρόθεση να βγουν από το τραγούδι οι υπαινιγμοί κάποιων “μηνυμάτων”. Η μουσική είναι από ένα παλιό γρήγορο τραγούδι του Μάνου, το “Κρητικό σταφύλι”. Του είπα να το κάνει αργό, το έκανε και μετά προσθέσαμε και ένα ρεφρέν.»(18)

«Η δουλειά κάνει τους άντρες»: «Ήταν μια ταινία του Γρηγορίου, ΤΡΟΥΜΠΑ ’67 : Ήταν και η Ελένη Ροδά φίλη του Λοΐζου και δική μου. Ζωντανό κορίτσι, όμορφο. Έγραφα το τραγούδι, για να ειρωνευτώ τους ψευτόμαγκες των καφενείων. Και η Ελένη το είπε πειστικά.» (19)

«Ήτανε οχτώ – εννιά»: «Το γράψαμε για τον Νταλάρα, με τον Λοΐζο. Στο δίσκο “σταρ” ήταν ο Γιάννης Καλατζής. Ο Νταλάρας ήταν πολύ καινούριος. Θεωρώ ότι είναι εξαιρετικό τραγούδι που το ’πνιξε η επιτυχία που ’χε το “Δελφινάκι.”» (20)

Τα τραγούδια που ξεχώρισαν απ’ αυτόν τον δίσκο ήταν: «Το παλιό ρολόι» (εκπληκτικός ο στίχος του Λευτέρη Παπαδόπουλου: «… κι έγινε το Σαββατόβραδο ένα λουλούδι πεταμένο στη φωτιά»), «Όποιος δει το παλικάρι» κι «Η δουλειά κάνει τους άντρες», ενώ το «Ήτανε οχτώ – εννιά» (με τους επίσης συγκλονιστικούς στίχους του Παπαδόπουλου για το δίπολο “μικρή ζωή – χρυσή ζωή”: «Ήτανε οχτώ – εννιά / κι ένας έχει μείνει / λιώνει στο καμίνι / της μικρής ζωής / μα στην ίδια γειτονιά / πάλι φωνοκόπι / πίσω απ’ το τόπι / της χρυσής ζωής») “το ‘πνιξε”, όντως, η μεγάλη επιτυχία που ’χε το «Δελφίνι – δελφινάκι», ένα τραγούδι αγαπημένο, που τραγουδιέται ως τις μέρες μας.

Θαλασσογραφίες | Εξώφυλλο πρώτης έκδοσης (1970)

Θαλασσογραφίες (1970)

«Μετά την επιτυχία του ΣΤΑΘΜΟΥ, έχει νοικιάσει ένα σπίτι στην οδό Ροστοβίου, μια πάροδο της Μεσογείων, πολύ κοντά στην ΥΕΝΕΔ και πολύ κοντά στο δικό μου σπίτι, αλλάζει έπιπλα, αγοράζει εργαλεία απαραίτητα για τη δουλειά του – μαγνητόφωνο, pick up κ.λπ. – και βλέπει σιγά - σιγά τα πράγματα να πηγαίνουν καλλίτερα. Κάνουμε σχέδια, παίζουμε τάβλι και πότε – πότε γράφουμε και κανένα τραγούδι, συνήθως ύστερα από δική μου πίεση γιατί εκείνος δεν έχει καμιά διάθεση να δουλέψει συστηματικά και επιπλέον, βάζει σε μένα τις φωνές ότι “ξοδεύομαι με τα musicals του Φίνου” (21)…

Βρισκόμαστε, πια, στις αρχές του 1969 και το σπίτι της Ροστοβίου είναι γεμάτο, κάθε μέρα, από νέους τραγουδιστές, που βλέπουν στο πρόσωπο του Λοΐζου το συνθέτη τους. Τακτικότεροι, όμως, επισκέπτες είναι ο Καλατζής κι ο Νταλάρας … και πάνω σ’ αυτούς τους δυο τραγουδιστές στηρίζει τον επόμενο δίσκο μας τις “Θαλασσογραφίες” …»
.(22) Με τον καλύτερο λοιπόν τρόπο ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, μέσα απ’ τις αναμνήσεις του αυτές, μας βάζει στο κλίμα της προετοιμασίας της επόμενης, μετά το «Σταθμό», κοινής συνεργασίας τους με τον Μάνο Λοΐζο, των «Θαλασσογραφιών».

Και μπορεί, τελικά, ο δίσκος, βασικά, να στηρίχτηκε στον Καλατζή και στον Νταλάρα, αλλά, το όλο υλικό – πριν και μετά την έκδοσή του - πέρασε από “σαράντα κύματα”. Μας παρουσιάζει ο Γιώργος Τσάμπρας την “περιπέτειά” του: «Η “Γοργόνα”, λοιπόν, κυκλοφορεί σε 45άρι και περιλαμβάνεται - μαζί με το “Δελφινάκι” και το “Πίσω απ’ την πόρτα την κλειστή” απ’ το “ΣΤΑΘΜΟ” – στο δεύτερο προσωπικό δίσκο του Γιάννη Καλατζή (“Γιάννης Καλατζής Νο 2 : Ο επιπόλαιος”) μέσα στο 1969. Το “Νανούρισμα” πρωτακούγεται από την Αλίκη Βουγιουκλάκη στην ταινία του Ντίνου Δημόπουλου “Η Νεράιδα και το παλικάρι” … το Μάιο του 1970 ανεβαίνει στο θέατρο “Μινώα” το musical του Άλκη Παππά “Γη S.O.S.” με πρωταγωνιστές τον Αλέκο Αλεξανδράκη και την Μάρθα Καραγιάννη, στο οποίο ο Μιχάλης Βιολάρης και η Αλέκα Μαβίλη τραγουδούν τα περισσότερα τραγούδια που, στο τέλος της χρονιάς, θα αποτελέσουν τις “Θαλασσογραφίες” … Το “Δέκα παλικάρια” ακούγεται από το Μιχάλη Βιολάρη στην ταινία του Ορέστη Λάσκου “Διακοπές στην Κύπρο μας”(1971), η οποία έχει βέβαια, γενικώτερα, τραγούδια του Μάνου Λοΐζου. Το “Κόκκινο γλυκό μου στόμα”(με το Γιάννη Καλατζή) αλλά και το “Μάνα δεν φυτέψαμε” (με τραγουδιστή το Γιάννη Πάριο) ακούγονταν στην “ερωτική” ταινία του Όμηρου Ευστρατιάδη “Πρόκληση” (1971)» (23)

Οι μνήμες του Αχιλλέα Θεοφίλου, όπως τις αφηγήθηκε στον Γιώργο Τσάμπρα, μας αποκαλύπτουν το πώς δούλευε στο στούντιο ο Μάνος Λοΐζος κατά την ηχογράφηση του δίσκου:
Θαλασσογραφίες«Θα πρέπει να επισημάνω πρώτα – πρώτα, πόσο πολύ έψαχνε τον ήχο του. Ίσως ήταν ο πιο … δαπανηρός συνθέτης της εποχής σε ότι αφορά την παραγωγή ενός δίσκου. Έπαιρνε πάντα πολλούς και καλούς μουσικούς και ήταν απολύτως αυτοσχέδιος ενορχηστρωτής στο studio. Σπάνια έγραφε. Είχε στο νου του τη “βάση” – τα δυο μπουζούκια, τις κιθάρες, τα drums, το μπάσο – έφτιαχνε έναν “οδηγό”, μια κατεύθυνση που λέμε κι από ‘κει και πέρα έβρισκε τις φράσεις μέσα στο studio. Κι όχι μόνο αυτό … Πολλές φορές σε στίχους μπορεί να είχε και δυο ή τρεις μελωδίες και περνούσαμε “βράδια αξημέρωτα” – που λένε – για να καταλήξει ποιο είναι το καλύτερο … μια από τις πρώτες αναμνήσεις μου στο studio μαζί του έχει να κάνει με την ηχογράφηση της “Γοργόνας”. Το τραγούδι μπήκε μετά και στις ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΕΣ με καινούρια ενορχήστρωση που γράφτηκε στο studio της Columbia, αλλά πρωτοκυκλοφόρησε σε 45άρι με μιαν άλλη εκδοχή, την οποία είχαμε ηχογραφήσει στο studio Era , στη Σταδίου.

Εκεί λοιπόν, είναι δεκαπέντε μουσικοί κάτω, όλοι ονόματα για την εποχή εκείνη, παίζουν και γράφουμε stereo το κομμάτι. Γράφουμε από τις δέκα το πρωί, έχει πάει πέντε το απόγευμα, οι μουσικοί έχουν εξαντληθεί τόσες ώρες μέσα στο studio και το Μάνο το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι ένα τριγωνάκι, ένα τριάνκολο … οπότε, κάποια στιγμή σηκώνονται οι μουσικοί και μας λένε : λοιπόν παιδιά, γράφτε εσείς το τριάνκολο και εμείς ερχόμαστε μια άλλη μέρα να γράψουμε, και φεύγουν αφήνοντάς μας σύξυλους. Όταν γράφαμε τις ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΕΣ, είναι η πρώτη εποχή που το studio της Columbia βάζει το οκτακάναλο. Ο Μάνος έγραφε συγκεντρωμένη την ορχήστρα, έφερνε γύρω στα 15 – 20 άτομα να παίξουν μαζί. Όταν ανακάλυψε το οκτακάναλο, άρχισε να κάνει διάφορες αλχημείες, γεμίζοντας ταινίες. Εδώ να παίξει το πιάνο και τα drums, εδώ η κιθάρα και το πιάνο κ.λπ.

Φτάνουμε λοιπόν στο Σεβάχ το Θαλασσινό. Αρχικά ήθελε να βρει έναν ηθοποιό για να πει το κομμάτι αλλά, όταν πήγαμε στο studio - και με τη δική μου πειστική παρέμβαση – το έγραψε στον τόνο του. Όταν είναι να το τραγουδήσει, μπαίνει μέσα το λέει – μπορώ να πω – 15 με 20 φορές, αλλά δεν είναι ευχαριστημένος. Στο studio εκείνη την ώρα είναι αρκετός κόσμος … Αρχίζει σιγά – σιγά να βγάζει όλο τον κόσμο έξω … Μείναμε ο Κωνσταντόπουλος, ο ηχολήπτης, ο Φιλιππίδης, βοηθός τότε, κι εγώ. Και μόνο τότε άρχισε να κάνει τα δικά του, να “λύνεται”, να γίνεται πιο θεατρικός … Και πάλι είχαμε πρόβλημα, τελικά. Έκανε play back τρεις φωνές αλλά δεν έχουμε κανάλια γιατί έχει γράψει και πάρα πολλούς μουσικούς. Κάτι επιφωνήματα λοιπόν που έχει μέσα το τραγούδι είναι play back, πάνω στο play back. Επειδή δε μας παίρνανε άλλο τα κανάλια, κάναμε ένα stereo και πάνω εκεί, με την παλιά μέθοδο, πάνω στο τελειωμένο κομμάτι, βάζαμε και την άλλη φωνή και την “απλώναμε” με echo…».(24)

Ας δούμε όμως τους συντελεστές και τα τραγούδια των «Θαλασσογραφιών», όπως καταγράφονται στο ένθετο της επανέκδοσής τους:

Ορχήστρα: Στέλιος Ζαφειρίου (μπουζούκι), Θανάσης Πολυκανδριώτης (μπουζούκι), Χρήστος Νικολόπουλος (μπουζούκι), Δημήτρης ΞαπλαντέρηςΘύμιος Στουραϊτης (μπουζούκι), Δημήτρης Φάμπας (κλασική κιθάρα), Γεράσιμος Μηλιαρέσης (κλασική κιθάρα), Τ. Κλαβάκης (κλασική κιθάρα), Βασίλης Τενίδης (κλασική κιθάρα), Τίτος Καλλίρης (ηλεκτρική κιθάρα), Απόστολος Μαγκαφάς (ηλεκτρική κιθάρα), Σωτήρης ΜαρίνοςΣωτήρης Ταχιάτης (τσέλλο), Δημήτρης Βράσκος (βιολί), Τάσος Διακογιώργης (σαντούρι), Νίκος Τσεσμελής (κοντραμπάσο), Πάνος Ιατρού (μπαγλαμά, ντέφι), Κίμων Βασιλάς (ακορντεόν), Αντρέας Ροδουσάκης (μπάσο), Νύσσος Πανταζής (μπάσο), Γιώργος ΛαβράνοςΜέμος Κυριαζής (drums), Νίκος Λαβράνος (μαρίμπα), Στέλλα Γαδέδη (φλάουτο), Σταμάτης Πρωτόπαππας (φλάουτο), Στέφανος Κανδάρος
Ενορχήστρωση & Διεύθυνση ορχήστρας: Μάνος Λοΐζος
Ηχογράφηση: Studio Columbia
Ηχολήπτης: Γιάννης Κωνσταντόπουλος
Διεύθυνση Παραγωγής: Αχιλλέας Θεοφίλου
Σχεδίαση εξωφύλλου πρώτης έκδοσης: Γιώργος Βακιρτζής (από ένα κεραμεικό της Αργυρώς Σκαρίμπακα)
Συντονισμός: Γιώργος Λεφεντάριος
Πρώτη έκδοση δίσκου: Οκτώβριος 1970 (MINOS : MSM 127)
(μπουζούκι), (δωδεκάχορδη κιθάρα), (drums), (όμποε)

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
1. Σ’ αγαπώ – σ’ αγαπώ (3:31) Γιάννης Καλατζής & Χορωδία
2. Κόκκινο (Κόκκινο γλυκό μου στόμα) (3:18) Γιάννης Καλατζής
3. Ένα γέρικο καράβι (2:56) Γιάννης Πάριος
4. Η Γοργόνα (3:03) Γιάννης Καλατζής & Χορωδία
5. Νανούρισμα (3:33) Μαρίζα Κωχ
6. Δέκα παλικάρια (2:53) Γιώργος Νταλάρας
7. Τζαμάϊκα (2:35) Γιάννης Καλατζής |
8. Έχω έναν καφενέ (3:17) Γιώργος Νταλάρας
9. Σεβάχ ο Θαλασσινός (3:49) Μάνος Λοΐζος & Χορωδία
10. Το μήνυμα (4:14) Μαρίζα Κωχ & Χορωδία
11. Μάνα δε φυτέψαμε (4:23) Γιώργος Νταλάρας

Θαλασσογραφίες | Εξώφυλλο επανέκδοσης (2002)Έντεκα (11) τραγούδια περιλαμβάνουν οι «Θαλασσογραφίες», απ’ τα οποία, τέσσερα (4) ερμηνεύει ο Γιάννης Καλατζής, τρία(3) ο Γιώργος Νταλάρας, δύο (2) η Μαρίζα Κωχ κι από ένα (1) ο Γιάννης Πάριος κι ο ίδιος ο Μάνος Λοΐζος. Τα «Δέκα παλικάρια» ήταν το τραγούδι του δίσκου που έπεσε “θύμα” της χουντικής λογοκρισίας. Έτσι, ο “Θεοδωράκης” έγινε “Μιχαλάκης” κι η “λευτεριά” “λεβεντιά”! (25) Μέσα από τις μνήμες του Λευτέρη Παπαδόπουλου, πληροφορούμαστε ότι τα: «Τζαμάϊκα», «Σ’ αγαπώ –σ’ αγαπώ» και «Δέκα παλικάρια», δόθηκαν σαν μελωδίες από τον Λοΐζο στον Παπαδόπουλο για να γράψει τους στίχους, ενώ τα: «Έχω έναν καφενέ», «Μάνα δε φυτέψαμε», «Το Μήνυμα», «Ένα γέρικο καράβι» και «Κόκκινο γλυκό μου στόμα», δόθηκαν σαν στίχοι από τον Παπαδόπουλο για να τους μελοποιήσει ο Λοΐζος.(26) Στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, φυσικά, “χρωστάμε” και την καταγραφή μερικών “ιστοριών τραγουδιών” του δίσκου: 

«Σ’ αγαπώ – σ’ αγαπώ»: «Συχνά, παίρνω παροιμίες, λαϊκά δίστιχα, παραδοσιακά τραγούδια και τα χρησιμοποιώ ως αφετηρία για να αναπτύξω ένα τραγούδι δικό μου. Έτσι και εδώ …».(27)
«Δέκα παλικάρια» : «Γράφω τους στίχους για τα Δέκα παλικάρια πάνω στη μελωδία του Μάνου αλλά εκείνος θέλει “κάτι άλλο”. Του δίνω άλλες τέσσερις εκδοχές αλλά και πάλι δεν είναι ευχαριστημένος. Τελικά, με τα πολλά, θα πειστεί και θα βάλει το τραγούδι όπως ήταν στην πρώτη γραφή του, μ’ αυτούς τους στίχους που μιλούσαν σχεδόν καθαρά για την αντίσταση στη δικτατορία» (28).
«Νανούρισμα»: «Το έγραψα για το γιο μου τον Νότη. Θυμάμαι και τη στιγμή. Ήμουνα στη Σαντορίνη σ’ ένα ρυπαρό ξενοδοχειάκι, γεμάτο μύγες. Οι γύρω μου παίρνανε το πρωινό τους και οι μύγες κάνανε εξορμήσεις στο μέλι με το βούτυρο, που έφαγαν. Εγώ, όμως, ταξίδευα. Γιατί έπρεπε να γράψω το τραγούδι επειγόντως για να το πει η Βουγιουκλάκη σε μια ταινία, και χρειαζόμουν πολύ τις 3 χιλιάδες δραχμές που θα έπαιρνα … και το στέλνω στο Μάνο να το μελοποιήσει προκειμένου να μπει σε μια ταινία με τη Βουγιουκλάκη. Κάνει τότε η Αλίκη τη “Νεράιδα και το παλικάρι”, για κάποιο λόγο έχει αποχωρήσει ο Μαμαγκάκης που αρχικά έγραφε τη μουσική, και αρπάζω την ευκαιρία να προτείνω το Μάνο. Πράγματι αναλαμβάνει τη δουλειά, παίρνει τους στίχους κι αρχίζει να τους πιλατεύει γράφοντας διάφορες μελωδίες που καμμιά δεν τον ικανοποιεί. Θα χρειαστεί να παίξει τη μελωδία του τραγουδιού σε πολλούς φίλους – και σε μένα, όταν πια θα έχω επιστρέψει από τη Σαντορίνη – και ν’ ακούσει από όλους καλά λόγια για να πειστεί ότι είναι καλή» (29)
«Τζαμάικα»: «Η τάση φυγής πάλι. Αλλά και το ταξίδι. Και ο έρωτας. Και η τρέλα …» (30)
«Έχω ένα καφενέ»: «Νομίζω ότι είναι ένα τραγούδι, που δείχνει την Ελλάδα μιας ολόκληρης εποχής, με ανεργία, πείνα και όνειρο τη μετανάστευση. Αυτήν την αίσθηση της φυγής, την ένιωθα μέσα μου, σχεδόν καθημερινά, στη γειτονιά, στην εφημερίδα, στη ζωή. Κι αυτήν περιέγραφα, όσο μπορούσα πιο πυκνά. Θεμελιακά στοιχεία για την επιτυχία του τραγουδιού, ο Λοΐζος και ο Νταλάρας» (31)
«Σεβάχ ο Θαλασσινός»: «Πιστεύω ότι κανείς δε θα μπορούσε να ερμηνεύσει αυτό τα τραγούδι, καλύτερα από τον δημιουργό του, τον Μάνο Λοΐζο. Έγιναν πολλές απόπειρες ερμηνείας. Τις βρίσκω ικανοποιητικές. Αλλά το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό που βγάζει ο Μάνος, δεν τον συνάντησα σε καμιά» (32)
«Η Γοργόνα»: «Ανάμεσα στα άλλα του είχα δώσει και τη “Γοργόνα” που την παίδευε πολύ καιρό. Του λέω λοιπόν μια μέρα : “Ρε Μάνο, αυτό το τραγούδι πρέπει να το σκεφτείς σαν το παραδοσιακό “μάρε γιε, μάρε γιε, μάρε γιε μου κανακάρη …”. Και ξαφνικά ήρθε μέσα στην ψυχή του, στο μυαλό του, μια φλασιά και πάει στο πιάνο και εμπνεόμενος από το “μάρε γιε” έγραψε τη “Γοργόνα”. Τελικά του έδωσα το κλειδί»(33)

Τα πιο δημοφιλή τραγούδια του δίσκου, ήταν, φυσικά, τα πασίγνωστα: «Η Γοργόνα» και «Τζαμάικα», που τραγουδιόνται ως τα σήμερα. Ακολούθησαν τα «Δέκα παλικάρια» και το «Μάνα δε φυτέψαμε», ενώ η πιο ιδιαίτερη στιγμή του δίσκου είναι η, μοναδική, ερμηνεία του ίδιου του Λοϊζου, στο, μυθικό πια, «Σεβάχ ο Θαλασσινός». Βέβαια, το “εκτός συναγωνισμού” κομμάτι του δίσκου, είναι το, κλασικό κι απόλυτα ταυτισμένο με τη φωνή του Νταλάρα, «Έχω ένα καφενέ».

ΘαλλασογραφίεςΑς ολοκληρώσουμε αυτό το κοίταγμα μας στις «Θαλασσογραφίες», με το περιστατικό της φωτογράφησης, για τις ανάγκες του δίσκου, όπως μας το εξιστορούν, αλληλοσυμπληρώνοντας ο ένας τον άλλον, οι πρωταγωνιστές του:
Λευτέρης Παπαδόπουλος: « … τη φωτογραφία, στο οπισθόφυλλο την τράβηξε ο ζωγράφος Γιώργος Βακιρτζής, στο Κερατσίνι, ένα πρωινό, που ο Νταλάρας παραλίγο να παίξει ξύλο, μπροστά στην πύλη του Αδριανού, με ένα μόρτη, που πήγε να μας τρακάρει …». (34)
Αχιλλέας Θεοφίλου: «Η τελευταία εικόνα που έχω από την προετοιμασία αυτού του δίσκου είναι η φωτογράφηση για τ’ οπισθόφυλλο. Είναι μια εποχή που κάνουμε πολύ παρέα με το Μάνο, με το Λευτέρη και με το Γιώργο Βακιρτζή – ο οποίος έχει στήσει και ως μακέτα το εξώφυλλο, παίρνοντας ένα γλυπτό της Αργυρώς Σκαρίμπακα. Θυμάμαι, έχουμε ραντεβού έξι η ώρα το πρωί στο Κολωνάκι με όλους τους συντελεστές, προκειμένου και κατέβουμε όλοι μαζί στο Πέραμα, όπου εκεί, σε κάτι βάρκες, θα γινόταν η φωτογράφηση. Έτσι και γίνεται. Μόνο που, όταν φεύγουν μετά ο Καλατζής και ο Νταλάρας, ο Μάνος, ο Λευτέρης, ο Βακιρτζής κι εγώ, την αράζουμε στα ουζερί εκεί και η μέρα μας τελειώνει μ’ ένα άγριο μεθύσι …».(35)

Να ΄χαμε τι να ΄χαμε | Εξώφυλλο πρώτης έκδοσης (1972)

Να 'χαμε τι να 'χαμε (1972)

Η δισκογραφική αυτή δουλειά τους είναι, ουσιαστικά, η ολοκλήρωση της συνεργασίας των δύο μεγάλων δημιουργών. Όλα τα τραγούδια του δίσκου, τα λένε, πλέον, μόνο ο Καλατζής κι ο Νταλάρας, οι οποίοι αποτελούν ένα επιτυχημένο δίδυμο που, εκείνα τα χρόνια “μονοπωλεί τα σουξέ του έντεχνου” (36), γι’ αυτό και τα ονόματά τους αναγράφονται, πια, στο εξώφυλλο του δίσκου. Ο ίδιος ο Λευτέρης Παπαδόπουλος μας δίνει, λιτά, την ταυτότητα κι αυτού του δίσκου τους:
«… ο Μάνος έχει μπει σε μια διαδικασία μπορώ να πω “επαγγελματική”. Συναντιόμαστε σχεδόν κάθε μέρα και γράφουμε τραγούδια … Ένα μέρος από τα τραγούδια που γράφουμε εκείνη την εποχή, είναι κι αυτό του ΝΑ ’ΧΑΜΕ ΤΙ ΝΑ ’ΧΑΜΕ …
Τραγούδια ίδιου ύφους μ’ αυτά που είχαμε κάνει και στις ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΕΣ και στο ΣΤΑΘΜΟ. Έντεχνα λαϊκά τραγούδια, ζεϊμπέκικα, χασάπικα, χασαποσέρβικα … Η καλλίτερη περίοδος στην πορεία του Λοίζου για μένα …
»(37)

Ας μεταφέρουμε, κι εδώ, τους συντελεστές και τα τραγούδια του «Να ’χαμε τι να ’χαμε», όπως καταγράφονται στο ένθετο της επανέκδοσης:

Ορχήστρα: Θανάσης Πολυκανδριώτης (μπουζούκι, λαούτο, τζουρά), Χρήστος Νικολόπουλος (μπουζούκι, μπαγλαμά, τζουρά), Τάσος Διακογιώργης (σαντούρι), Τίτος Καλλίρης (κιθάρα, λαούτο), Κώστας Καραγιαννόπουλος (κιθάρα), Νίκος Τσεσμελής (μπάσο), Δημήτρης Βράσκος (μαντολίνο), Παντελής Δεσποτίδης (λαούτο, μαντολίνο), Γιώργος Λαβράνος (κρουστά), Στέλλα Γαδέδη (φλάουτο), Θανάσης Αραπίδης (κλαρίνο).

Β΄ φωνή: Μαίρη Δαλάκου
Στο «Παποράκι του Μπουρνόβα» β΄ φωνή η Χάρις Αλεξίου
Ενορχήστρωση & Διεύθυνση ορχήστρας: Μάνος Λοίζος
Ηχογράφηση: Studio Columbia & Studio Polysound (από 7/11 ως τις 11/12 του 1972)
Ηχολήπτες: Γιώργος Κωνσταντόπουλος και Γιάννης Σμυρναίος
Διεύθυνση παραγωγής: Σπύρος Ράλλης
Σχεδιασμός εξωφύλλου πρώτης έκδοσης: Γιώργος Βακιρτζής
Συντονισμός: Γιώργος Λεφεντάριος
Πρώτη έκδοση δίσκου: Δεκέμβρης 1972 (MINOS : MSM 167)

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
1. Παποράκι του Μπουρνόβα (2:56) Γιάννης Καλατζής
2. Ήλιε μου σε παρακαλώ (3:44) Γιώργος Νταλάρας
3. Πιάσε το ζουρνά (2:24) Γιώργος Νταλάρας
4. Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας (3:38) Ορχήστρα
5. Ο Λιόντας (3:30) Γιώργος Νταλάρας
6. Ελισσώ (3:24) Γιώργος Νταλάρας
7. Μια πάπια μια χήνα (2:41) Γιάννης Καλατζής
8. Ο Κουταλιανός (Τζίμης ο Τίγρης) (3:05) Γιάννης Καλατζής και Χορωδία
9. Πάνε να πεις (3:23) Γιώργος Νταλάρας
10. Να ’χαμε τι να ’χαμε(1:53) Γιάννης Καλατζής και η Παρέα (=Λευτέρης Παπαδόπουλος και φίλοι)

Μάνος Λοίζος - Γιώργος ΛαβράνοςΤο «Να ’χαμε τι να ’χαμε», περιλαμβάνει δέκα (10) κομμάτια, εννιά (9) τραγούδια κι ένα (1) ορχηστρικό, το περίφημο «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» από την φημισμένη κινηματογραφική ταινία του Αλέξη Δαμιανού («Ευδοκία») και τον ομότιτλο δίσκο της προηγούμενης χρονιάς (1971). Τα υπόλοιπα τραγούδια τα ερμηνεύουν, όπως προαναφέραμε, ο Γιώργος Νταλάρας (5) κι ο Γιάννης Καλατζής (4), το τελευταίο, το «Να ’χαμε τι να ‘χαμε» ήταν αυτό το οποίο έδωσε και τον τίτλο στο δίσκο. Υπάρχουν, κι απ’ αυτόν το δίσκο, πολλές “ιστορίες τραγουδιών” του, κυρίως, μέσα από τις αναμνήσεις του Λευτέρη Παπαδόπουλου: 

«Παποράκι του Μπουρνόβα»: « Το τραγούδι αρχίζει με το τετράστιχο “Παποράκι του Μπουρνόβα / και καρότσα της στεριάς / πόσα τάλιρα γυρεύεις / στον Περαία να με πας”. Αυτό το τετράστιχο το άκουσα για πρώτη φορά από τον στιχουργό Νίκο Μάθεση ή “Τρελάκια”(έχει γράψει το περίφημο “Έδιωξα κι εγώ μια γάτα”). Μου μίλαγε, σε μια συνέντευξη που του είχα πάρει, για τη μικρασιατική καταστροφή – ήταν φαντάροι το ’22 – και, κάποια στιγμή, μου τόνισε ότι αυτό το τραγούδι το έλεγαν Έλληνες στρατιώτες που λιποταχτούσαν. Πρόσθετε, επίσης, και ένα δίστιχο: “στον Περαία έχω σπίτι και στο Πέραμα κυρά”. Όλο αυτό το πράγμα μου άρεσε. Κράτησα αυτούς τους έξι στίχους και πρόσθεσα κι εγώ άλλους έξι : “κάθε νύχτα στ’ όνειρό μου σεργιανάω / Άγιο – Νείλο, Κερατσίνι, Κοκκινιά / καπετάνιο Αρβανίτη / καροτσέρη φουκαρά”(στο δίσκο τα έγραψα αυτά). Όταν το μελοποίησε ο Λοίζος και το συνυπογράψαμε, καλέσαμε τον Νταλάρα, στο σπίτι του Μάνου στο Χολαργό, να ’ρθει, να το ακούσει και να κάνει πρόβα. Μόλις το ’παιξε ο Λοίζος στο πιάνο(εγώ τραγουδούσα “Παποράκι του Μπουρνόβα”), ο Νταλάρας άρχισε να τραγουδάει τους στίχους με άλλη, πολύ βαριά μελωδία, θέλοντας να μας δείξει ότι το τραγούδι αυτό το γνωρίζει(μάλλον από τον πατέρα του) από … αρχαιοτάτων χρόνων. Ο Λοίζος τσαντίσθηκε. Γύρισε και μου λέει : ”Δηλαδή, ο Νταλάρας ισχυρίζεται ότι το τραγούδι αυτό το κλέψαμε;”. “Ναι”, του απάντησα, γελώντας. Ο Νταλάρας θέλησε να διορθώσει τα πράγματα : “Δεν υπαινίχθηκα ότι το κλέψατε. Απλώς, ότι υπήρχε ένα άλλο τραγούδι, από παλιά, με άλλη μουσική”. Το αποτέλεσμα όμως είχε κριθεί : το τραγούδι δόθηκε στον Γιάννη Καλατζή»(38) Ύστερα λοιπόν απ’ αυτήν την “ιστορία”, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η άποψη του Γιώργου Νταλάρα: « … στο “Παποράκι του Μπουρνόβα” το ρεφρέν ήταν από ένα τραγούδι που φέρνανε μαζί τους οι φαντάροι που γυρνούσαν από το μικρασιατικό μέτωπο. Ένα τραγούδι θλιμμένο, σε δρόμο σαμπάχ, που ταίριαζε στην πίκρα των ανθρώπων που δεν ξέραν αν θα ξαναντικρίζαν τους γενέθλιους τόπους. Το τετράστιχο αυτό του ρεφρέν άρεσε πολύ στον Μάνο αλλά και στον Παπαδόπουλο, και αφού το συμπλήρωσε ο Λευτέρης, ο Μάνος έγραψε μια μελωδία που, ενώ κρατάει τη νοσταλγία του θέματος, σφύζει από ρυθμό και ζωή».(39) «Ήλιε μου σε παρακαλώ» : «Τραγούδι για τη δικτατορία, με σαφείς υπαινιγμούς κατά της χούντας. Ο κόσμος καταλάβαινε τότε. Και αρπαζόταν από μια λέξη, για να σκεφτεί τους μαύρους συνταγματάρχες και να εκφράσει, μέσα από το τραγούδι, την απέχθειά του» (40)
Ο ίδιος, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, το έχει χαρακτηρίσει συνταρακτικό, αλλά κι επικίνδυνο για την εποχή της χούντας, τραγούδι. (41)
Ενδιαφέρουσα είναι κι η μουσική άποψη του Κώστα Γανωσέλη για το τραγούδι αυτό : « … είναι ένα σπάνιο τραγούδι από κάθε άποψη. Αργό σαν βυζαντινό ξεκινά χωρίς ρυθμό μόνο μ’ ένα ίσο που κρατάνε οι μουσικοί από κάτω κι από πάνω η φωνή του Νταλάρα και αλλάζει, ή μάλλον κινείται σε τρεις δρόμους από φυσικό μινόρε ή αλλιώς αιολική κλίμακα αλλάζει σε καρτσιγάρ, αυτό που οι Τούρκοι λένε γκιουρντί και παρακολουθεί τον αρχαίο δωρικό δρόμο, μετά γυρνάει σε ουσάκ. Είναι δύσκολο για τον ακροατή και για τον ερμηνευτή να παρακολουθήσει αυτή τη μουσική διαδρομή, οποιοσδήποτε άλλος συνθέτης που ξέρω θα έχανε τη μπάλα επιχειρώντας κάτι ανάλογο. Ο Λοίζος το πέτυχε και είναι ένα πανέμορφο τραγούδι» (42)
«Ο Λιόντας» : «Τραγούδι πολιτικό, αφιερωμένο στον φίλο μου Γιώργο Κουπαρούσο, που σκοτώθηκε σε δυστύχημα, κοντά στην Αταλάντη. Είχε φαρμακείο στην Αργαλαστή του Πηλίου … Επέμβαση της κρατικής λογοκρισίας είχα και στο τραγούδι “Ο Λιόντας” … τη λογοκρισία την ενόχλησαν δύο λέξεις του κειμένου “κοτζάμπασης” και “Απρίλης”(ο “Απρίλης” παρέπεμπε στη δικτατορία της 21ης Απριλίου). Τις άλλαξα, χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Ο “κοτζάμπασης” έγινε “γενίτσαρος” και η λέξη “Απρίλης”, με την οποία αρχίζει το τραγούδι, αντικαταστάθηκε από τις λέξεις “Στο Πήλιο”(τρεις συλλαβές)».(43)
Τις αναμνήσεις του από την ηχογράφηση του τραγουδιού έχει καταθέσει κι ο Μάκης Μάτσας: «Θέλετε να σας πω πως πραγματοποιήθηκε αυτό το καταπληκτικό ηχητικό εύρημα που υπάρχει στο “Λιόντα”; Για μένα αυτό είναι ένα “έργο τέχνης” για τα τεχνικά δεδομένα της εποχής εκείνης. Και το έφτιαξε ο Μάνος με τα … χεράκια του. Έβαζε εφημερίδες κάτω από τις χορδές του πιάνου για ν’ αλλοιώσει τον ήχο του και να έχει ένα πρωτόγνωρο αποτέλεσμα. Πειραματιζόταν με τις θέσεις του κάθε μικροφώνου έτσι ώστε καθένα να παίρνει την ηχώ του άλλου … Γενικότερα, έψαχνε πολύ το ηχόχρωμα των τραγουδιών του και τις δυνατότητες του studio. Κι αυτά τα οποία σήμερα φαίνονται τόσο απλά και τόσο εύκολα με τα ηλεκτρονικά μηχανήματα, τότε γινόντουσαν “χειροποίητα” με τη φαντασία και το μεράκι ενός συνθέτη!» (44)
«Ελισσώ» : «Η μάνα μου είχε μια φίλη που την έλεγαν Μαριάνθη. Η μάνα της Μαριάνθης, μια γερόντισσα από τη Σμύρνη, λεγόταν Ελισσώ. Μέσα σε μια παράγκα, πλατεία Κυριακού. Περνώντας έξω από τις φυλακές Αλικαρνασσού, στην Κρήτη, δεν ξέρω πως, θυμήθηκα τη γριούλα Ελισσώ. Και έμπλεξα τα πράγματα και έφτιαξα το τραγούδι».(45)
Να ΄χαμε τι να ΄χαμε | Εξώφυλλο επανέκδοσης (2002)«Ο Κουταλιανός» : «Εκείνο τον καιρό, ο Παντελής Βούλγαρης είχε γυρίσει μια ταινία μικρού μήκους με τίτλο “Τζίμης ο τίγρης” Στην ταινία ο Τζίμης σπάει αλυσίδες, σκίζει τράπουλες, τραβάει αυτοκίνητα που τα δένουν στη μέση του, είναι ένας πεχλιβάνης, σαν όλους εκείνους που εμφανίζονται στην Αθήνα, αλλά και στην επαρχία, τη δεκαετία του ’50 και του ’60. Ο Τζίμης, όμως, που είναι παλικάρι λιοντάρι κ.λπ., είναι παντρεμένος. Και, κάποια μέρα, γίνεται μια παρεξήγηση με τη γυναίκα του, η οποία παίρνει τον αδελφό της και πάνε στην πλατεία, όπου δίνει παράσταση ο … τίγρης, με απειλητικό ύφος, για να τον δείρουν. Κι αυτός, βλέποντάς τους να πλησιάζουν, το βάζει στα πόδια, ενώ σύζυγος και κουνιάδος τον κυνηγούν! Μου άρεσε πολύ αυτή η ιστορία. Που πήγαινε “γάντι” και με μια άλλη. Ο δικτάτορας Παπαδόπουλος, που μας είχε όλους στο γύψο και μας απειλούσε, βγάζοντας αφρούς από το στόμα, καθόταν – κατά τις πληροφορίες – σούζα μπροστά στη γυναίκα του τη Δέσποινα. Άρα, το τραγούδι θα έπαιρνε και πολιτικό περιεχόμενο. Έτσι κι έγινε»

«Υπάρχει όμως, και άλλη μια ιστορία, που σχετίζεται με τον Κουταλιανό: ο Πανελευσινιακός, η ποδοσφαιρική ομάδα της Ελευσίνας, είχε έναν τερματοφύλακα, που οι συλλαβές του ονόματός του αλλά κι ο τονισμός της κατάληξης παρέπεμπαν στον Κουταλιανό. Ας πούμε Καραμαγιός. Ο Καραμαγιός, λοιπόν, σ’ ένα κρίσιμο παιχνίδι δεν έτρωγε γκολ με τίποτα. Τι κεφαλιές, τι σουτ από δυο μέτρα, τι πέναλτι – ο Καραμαγιός βράχος! Οπότε, ολόκληρο το γήπεδο, χιλιάδες άνθρωποι δηλαδή, έπιασαν να τραγουδούν “σίδερα μασάει ο Καραμαγιός”. Κι αυτό κράτησε επί μιάμιση ώρα. Πρέπει να πω ότι το τραγούδι – σύνθημα το άκουσα με τα’ αυτιά μου, γιατί έτυχε να παρακολουθώ τον εν λόγω αγώνα.»(46) «Να ’χαμε τι να ’χαμε» : «Το ομώνυμο με το δίσκο τραγούδι είναι ένα τραγούδι της “πλάκας”, της παρέας της εποχής εκείνης. Το φτιάχνουμε και μετά αποφασίζουμε να το πούμε όλοι μαζί μ’ αυτόν τον τρόπο, ο καθένας και μια φράση δηλαδή και όλοι μαζί ως χορωδία. Μ’ αυτό βαφτίζουμε τελικά και το δίσκο…».(47)

Η μεγάλη επιτυχία του δίσκου είναι, σαφώς, το «Παποράκι του Μπουρνόβα», ένα, αγαπημένο, διαχρονικό, τραγούδι, που τολμούμε να πούμε, ότι είναι από τα πιο μελωδικά του ελληνικού τραγουδιού. Ακολούθησε, αλλά για τα χρόνια εκείνα μόνο, «Ο Κουταλιανός». Το «Ήλιε μου σε παρακαλώ» ακολούθησε, λόγω θεματολογίας, μια πιο αργή διαδικασία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει κι ο ίδιος ο Λευτέρης Παπαδόπουλος (48), αλλά, θεωρείται ένα από τα πιο κλασικά διαχρονικά τραγούδια και χαρακτηριστικό του ρεπερτορίου του Νταλάρα. Από ’κει και πέρα, ξεχωρίζουν ο ιδιαίτερος «Λιόντας», η όμορφη «Ελισσώ» και το αδικημένο, με την έννοια ότι άξιζε να ακουστεί περισσότερο, «Πάνε να πεις». (49)

Μάνος Λοίζος

H ανέκδοτη φωτογραφία του εξωφύλλου

Η – ανέκδοτη – φωτογραφία του Μάνου Λοίζου, είναι τραβηγμένη το 1981 (ένα χρόνο πριν το θάνατό του), στο χωριό Αγόριανη του Παρνασσού. Τη φωτογραφία την έχει τραβήξει ο, αντιστασιακός κι αγωνιστής της Αριστεράς, φωτογράφος Θόδωρος Βελέντζας.

Η φωτογραφία αυτή έχει ένα μικρό ιστορικό:
Ο φωτογράφος Θόδωρος Βελέντζας, τα τελευταία 40 χρόνια, κατοικεί στη Σαλαμίνα, η καταγωγή του όμως είναι από την Αγόριανη του Παρνασσού, την οποία κι επισκέπτεται τακτικά.
Το 1981 είχε επισκεφτεί την Αγόριανη, μαζί με μια μεγάλη παρέα Κουλουριωτών (Σαλαμινίων). Η παρέα ήρθε στο κέφι και το ’ριξε στο χορό στην πλατεία του χωριού.
Πρέπει εδώ να αναφερθεί ότι το ζεϊμπέκικο και το χασάπικο στο νησί της Σαλαμίνας χορεύονται με ξεχωριστό ύφος και φιγούρες, γι’ αυτό κι είναι γνωστά ως το “κουλουριώτικο ζεϊμπέκικο” και το “κουλουριώτικο χασάπικο”.
Την ίδια εκείνη μέρα που η κουλουριώτικη παρέα γλεντούσε στην Αγόριανη, βρέθηκε εκεί ο αείμνηστος Μάνος Λοίζος, ο οποίος και στάθηκε για να παρακολουθήσει τις χορευτικές φιγούρες των Κουλουριωτών.
Σ’ αυτήν, λοιπόν, την αυθόρμητη πόζα, είχε την φαεινή ιδέα να τον αποθανατίσει ο φωτογράφος Θόδωρος Βελέντζας.

Ο «ΟΡΦΕΑΣ» ευχαριστεί πολύ το Θεόδωρο Βελέντζα για την παραχώρηση αυτής της σπάνιας κι ανέκδοτης φωτογραφίας του, ώστε να δημοσιευτεί στα πλαίσια του αφιερώματος στο Μάνο Λοίζο.

Αχ χελιδόνι μου

«Παραμυθάκι μου» - «Αχ χελιδόνι μου»

Θα έμενε ανολοκλήρωτη αυτή η προσέγγισή μας στην περίοδο του Μάνου Λοίζου που εξετάζουμε, αν δεν στεκόμασταν σε δυο από τα πιο πανέμορφα και σπουδαία τραγούδια του, τα οποία, αν και, χρονικά, κυκλοφόρησαν σχεδόν παράλληλα με τους τρεις παραπάνω κύκλους τραγουδιών που εξετάσαμε, δεν εντάχτηκαν σ’ αυτούς.

Το «Παραμυθάκι μου», με τη φωνή του Γιάννη Καλατζή, κυκλοφόρησε αρχικά σε 45άρι κι αργότερα (1971) συμπεριλήφθηκε και στον ομότιτλο προσωπικό δίσκο του τραγουδιστή.
Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος έχει αφηγηθεί κι αυτήν την “ιστορία του τραγουδιού”: « … Εκείνο το πρωί λοιπόν έρχεται (Σ.Σ., ο Λοίζος) με μεγάλη ανησυχία και μου λέει ότι δεν έχει φράγκο, δεν έχει να πληρώσει το νοίκι και τον κυνηγά ο σπιτονοικοκύρης του. Και πρέπει απαραιτήτως να γράψουμε αμέσως ένα τραγούδι για να πάρει τρία χιλιάρικα. Έπρεπε όμως να το κάνουμε αμέσως. Ήταν και η γυναίκα του μαζί. Αρχίσαμε λοιπόν.
Κάθησε στο, πιάνο και του είπα να κάνουμε ένα ζεϊμπεκάκι. Συμφωνεί και λέω τον πρώτο στίχο: “Σου ’παν πως είμαι μπελαλής”, άρχιζε να παίζει πιάνο και σε μισή ώρα ήταν έτοιμο. Το τραγούδι αυτό που γράφτηκε κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες μπήκε και στην ταινία “Ο Εξορκιστής”. Μία από τις ηθοποιούς του φιλμ σε μια σκηνή βάζει το ραδιόφωνο να πιάσει Ελλάδα και ακούγεται το “Παραμυθάκι μου”. Με τρία χιλιάρικα έφθασε σε όλον τον κόσμο
» (50)

Το «Αχ χελιδόνι μου», το οποίο μπήκε στον προσωπικό δίσκο του Γιώργου Νταλάρα «Ο Μέτοικος» (1971), είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό τραγούδι της τριάδας Παπαδόπουλος – Λοίζος – Νταλάρας και, φυσικά, ένα σπουδαίο, από κάθε άποψη, κομμάτι.
Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είναι ξεκάθαρος: «Ένα από τα καλύτερα τραγούδια μου. Άργησε να το γράψει ο Λοίζος αλλά το πέτυχε. Όλη η μαυρίλα και το αδιέξοδο, επί χούντας, μέσα σ’ ένα τρίλεπτο κομμάτι! Περιέργως, οι ηλίθιοι λογοκριτές δεν πήραν χαμπάρι! Ευτυχώς …» (51)
Κι ο Γιώργος Νταλάρας αναφέρει: « … Θυμάμαι, πάθαμε σοκ όταν μας έφερε ο Λοίζος αυτό το τραγούδι. Όσο για κείνον … Ήταν χαρούμενος που μου ’χε φτιάξει ένα τραγούδι “σαν του Κουγιουμτζή”. Δεν τον ένοιαζε καθόλου, δεν ήταν ψώνιο. Αγαπούσε τις μελωδίες του Κουγιουμτζή, τις “ζήλευε”, με την καλή έννοια και μου λέει μια μέρα : “Ρε μπαγάσα, θα σου κάνω ένα τραγούδι σαν του Κουγιουμτζή”. Ποιος τα λέει αυτά και να ’ναι και επώνυμος συνθέτης;» (52).
 
Αχ χελιδόνι μου
Αυτό λοιπόν το ιδιαίτερο τραγούδι, που για τον Κώστα Γανωσέλη είναι «είναι ένα χασάπικο χωρίς ρεφρέν, δεν επαναλαμβάνει τίποτα, κλείνει όπως ξεκινάει» (53), ο Κώστας Μυλωνάς, στην «Ιστορία του ελληνικού τραγουδιού», το χαρακτηρίζει «αριστουργηματικό» (54) κι ο Μάνος ΧατζιδάκιςΔεν υπάρχει τίποτα σοβαρότερο και πιο αξιόλογο από ένα ωραίο τραγούδι. Εδώ μπορώ να προσθέσω πως ένα τραγούδι, λόγου χάρη το “Αχ χελιδόνι μου” του Λοίζου, είναι σημαντικότερη μουσική από μια ηλίθια συμφωνία ενός μέλους της ενώσεως μουσουργών» (55).
“συμπληρώνει” με το ύφος του: «

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί, ότι το «Αχ χελιδόνι μου» είχε αρέσει πολύ και στον ποιητή Νίκο Καρούζο. Θυμάται ο Λευτέρης Παπαδόπουλος : « … Ο Μάνος Λοίζος έπαιζε πολύ τάβλι με τον ποιητή Νίκο Καρούζο και μάλιστα έπαιζαν τάβλι υπό την υπόκρουση του “Αχ χελιδόνι μου”. Και κάθε τόσο, όταν τελείωνε το τραγούδι, σηκωνόταν, το ξανάβαζε από την αρχή επειδή άρεσε του Νίκου Καρούζου».(56)

 

Τα τραγούδια μιας παρέας

Οι τρεις αυτοί δίσκοι και, γενικά, όλα αυτά τα τραγούδια του Λοίζου και του Παπαδόπουλου, γράφτηκαν κι ηχογραφήθηκαν, “γεννήθηκαν” δηλαδή, μέσα από το μεράκι μια παρέας: των δημιουργών, των ερμηνευτών και των κοντινών, αυτή την εποχή, ανθρώπων τους. Ευτυχώς, μας έχουν διασωθεί κάποιες “φωτογραφίες” αυτής της δημιουργικής συντροφιάς, μέσα από τις αφηγήσεις των μελών της.

 

Λευτέρης Παπαδόπουλος

Μάνος Λοίζος - Γιώργος Νταλάρας

« … το σπίτι της Ροστοβίου είναι γεμάτο, κάθε μέρα, από νέους τραγουδιστές, που βλέπουν στο πρόσωπο του Λοίζου το συνθέτη τους. Τακτικότεροι, όμως, επισκέπτες είναι ο Καλατζής και ο Νταλάρας. Ο πρώτος, γιατί περιμένει καινούργια τραγούδια, κι ο δεύτερος, γιατί υπηρετεί στην ΥΕΝΕΔ, που “είναι σε απόσταση διακοσίων μέτρων από το πιάνο του Μάνου”(57) … Κάθε απομεσήμερο, λοιπόν, μόλις τέλειωνε από την υπηρεσία του, ερχόταν στο σπίτι του Λοίζου, που βρισκόταν εκεί κοντά : Ροστοβίου 36, αν θυμάμαι καλά τον αριθμό. Μερικές φορές τρώγαμε ό,τι ετοίμαζε η Μάρω, η γυναίκα του Μάνου. Συνήθως όμως, η συνάντηση είχε χαρακτήρα ημιεπαγγελματικό : ο Μάνος καθόταν στο πιάνο, εγώ έλεγα στίχους, ο Νταλάρας έπιανε την κιθάρα κι αρχίζαμε όλοι μαζί το τραγούδι. Κάποια στιγμή, Λοίζος και Νταλάρας απομονώνονταν. Έφευγε από το σπίτι κι η Μάρω για να πάει στον “Στρατηγάκη” να διδάξει Αγγλικά. Και τότε, συνθέτης και τραγουδιστής προβάρανε τα τραγούδια που, ενδεχομένως, στο άμεσο μέλλον θα ερμήνευε ο Γιώργος (58)…
Σ’ αυτές τις συναντήσεις άρχισε να γεννιέται μια δυνατή φιλία ανάμεσα στους τρεις μας. Προστέθηκαν κατόπιν στην παρέα, εκτός από τον Λεοντή, που ήταν φίλος από παλιά, ο Γιάννης Γλέζος κι αργότερα ο Λουκιανός Κηλαηδόνης. Συνήθως, βγαίναμε όλοι μαζί τα βράδια και πηγαίναμε σε διάφορα ταβερνάκια, προς την πλευρά της Αγίας Παρασκευής, κυρίως. Ο Νταλάρας έφερνε μαζί του και μια κιθάρα. Τρώγαμε, πίναμε – ο Νταλάρας παράγγελνε τέσσερις μερίδες πατάτες τηγανητές για τον εαυτό του! – και μετά το ρίχναμε στο τραγούδι. Εγώ έκανα τις περισσότερες “παραγγελιές”, γιατί μου άρεσε πολύ ο τρόπος που ο Γιώργος ερμήνευε τα ρεμπέτικα. Αγαπημένα μου τραγούδια από τη φωνή του Γιώργου ήταν τότε το “Δεν ξαναπαίζω ζάρια πια / ούτε ραμί και πάστρα”, όπως και το “Είπα να σβήσω τα παλιά” το Καλδάρα.»(59)

Γιάννης Καλατζής
«Αμέσως μετά τον πρώτο μου δίσκο γνωρίζω τον Μάνο Λοίζο, ο οποίος είχε ήδη μπει στη δισκογραφία. Συναντιόμαστε σ’ ένα στούντιο της εταιρείας και μου παίζει στο πιάνο ορισμένα κομμάτια, για να με ακούσει. Ενθουσιάστηκε και μου λέει: Γιάννη Καλατζή θα τραγουδήσεις σ’ έναν δίσκο μου με το Λευτέρη Παπαδόπουλο. Εγώ δεν το πίστευα με τίποτα. Μπήκαμε στο στούντιο και είπα το Δελφίνι δελφινάκι, το Σταθμό, το Πίσω από την πόρτα τη κλειστή και πολλά άλλα … Αρκετά εύκολα θα έλεγα. Θυμάμαι μάλιστα ότι ο Λοίζος έλεγε: Εσύ ρε Καλατζή όταν τραγουδάς είναι σα να γελάς … Ιδιαίτερα με το Λοίζο ήμασταν πολύ δεμένοι. Ήμασταν κάθε μέρα μαζί και νιώθω πολύ τυχερός που τον γνώρισα και γίναμε φίλοι. Με το Μάνο για να καταλάβεις ψαρεύαμε, κάναμε πυροφάνι, περπατάγαμε, μιλάγαμε ακούγοντας τα κομμάτια του» (60).

Γιώργος Νταλάρας
«Μ’ έβαζε, επειδή εγώ από νωρίς ασχολήθηκα με τα έγχορδα του λαϊκού τραγουδιού, να του μιλάω και να του δείχνω δρόμους. Στις συνεργασίες μας με συμβουλεύτηκε κι ως μουσικό. Μοιραστήκαμε στιγμές, ιδέες αλλά και κοσμοθεωρίες» (61). 

Νταλάρας και Καλατζής: Οι ιδανικοί πρωταγωνιστές

Γιάννης Καλατζής - Γιώργος ΝταλάραςΟι πρωταγωνιστικές φωνές των τριών αυτών δίσκων του Λοίζου και του Παπαδόπουλου, αλλά, γενικότερα, των τραγουδιών του εκείνης της περιόδου, ήταν ο Γιάννης Καλατζής κι ο Γιώργος Νταλάρας. Ήταν, κι οι δυο τους, η σταθερή επιλογή των δύο δημιουργών. Μέσα από τις δικές τους, εξαιρετικές κι ανεπανάληπτες, ερμηνείες, αγαπήθηκαν αυτά τα, υπέροχα, τραγούδια από τον πολύ κόσμο κι έφτασαν ως τις μέρες μας, 40 σχεδόν χρόνια μετά.

Ο Γιάννης Καλατζής ήταν ήδη ο επιτυχημένος τραγουδιστής της εποχής, με φωνή που τη διέκρινε το λαϊκό ηχόχρωμα και με μια χαρμολύπη στη χροιά της. Γι’ αυτό κι οι ερμηνείες του Καλατζή εκπέμπανε, ταυτόχρονα, συναισθηματικές νότες ξεγνοιασιάς, νοσταλγίας και μελαγχολίας, ήταν, δηλαδή, οι ιδανικότερες για τα συγκεκριμένα τραγούδια του Λοίζου που ερμήνευσε.

Ο Γιώργος Νταλάρας ήταν ο ανερχόμενος τραγουδιστής της εποχής, με λαϊκή, αλλά, συνάμα, δωρική κι επική, φωνή, γι’ αυτό και του δόθηκαν τα πιο δραματικά, “βαριά” και “δύσκολα” τραγούδια, που έφεραν, κρυμμένες μέσα τους, νύξεις για τη χούντα. Η φωνή του Νταλάρα έχει την ιδιαιτερότητα να σχολιάζει το τραγούδι κι έτσι οι ερμηνείες του κλείνουν μέσα τους, μοναδικά, τη, σκοτεινή πολιτικά, εκείνη εποχή (62).
Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο, που και οι δυο τους, λειτουργώντας, ερμηνευτικά, αλληλοσυμπληρωματικά, αποτέλεσαν, την ίδια σχεδόν εποχή, ένα επιτυχημένο ερμηνευτικό δίδυμο και για τα σπουδαία τραγούδια του Σταύρου Κουγιουμτζή. 

Ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα

Ολοκληρώνοντας αυτήν την προσέγγισή μας στις τρεις αυτές δουλειές του Λοίζου και του Παπαδόπουλου, δεν μπορούμε να μη συμφωνήσουμε, καταρχήν, με τη διαπίστωση ότι «οι δυο τους λειτούργησαν σαν συγκοινωνούντα δοχεία» (63) δημιουργώντας άρτια, όμορφα, μελωδικότατα τραγούδια.
Τα τραγούδια όμως αυτά αγαπήθηκαν και τραγουδήθηκαν πολύ, από γενιές και γενιές φτάνοντας, αγέραστα, ως τις μέρες μας. Ποιο ήταν λοιπόν το “μαγικό ραβδάκι” με το οποίο άγγιζε τις μελωδίες του ο Λοίζος; Ο Θάνος Μικρούτσικος δίνει μια πειστική εξήγηση : «… τον θεωρώ απερίφραστα τον καλύτερο απ’ όλους μας στο θέμα της σύνθεσης τραγουδιών κυκλικής μελωδίας. Κυκλική μελωδία εννοώ μια μελωδία που αναπτύσσεται αρμονικά, είναι ευχάριστη στο άκουσμα, μένει εύκολα στη μνήμη του ακροατή, ενώ ούτε τον κολακεύει σε σχέση με ό,τι έχει συνηθίσει να ακούει ούτε λαϊκίζει». (64)

Λένε, επίσης, για το Λοίζο, πως, αν ζούσε, το τραγούδι σήμερα θα ήταν διαφορετικό. Ποιο μπορεί να ήταν λοιπόν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Λοίζου που δεν μπορεί να αναπληρωθεί και λείπει από το ελληνικό τραγούδι ; Μας απάντησε ο Γιώργος Νταλάρας: «Πιστεύω απόλυτα στην καταλυτική παρουσία του Λοίζου στο ελληνικό τραγούδι. Ο Λοίζος ήταν ένας πολύ έξυπνος μουσικός και ένας πολύ ευαίσθητος άνθρωπος και συνειδητοποιημένος πολίτης. Αφουγκραζότανε την αγωνία αλλά και τις επιθυμίες του κόσμου στις καλές και τις κακές στιγμές και τις έκανε τραγούδι. Ο Λοίζος δεν είχε παθολογικούς εγωισμούς, “να διατηρήσω τη γραφή μου, το ύφος, τη γραμμή μου”. Έγραφε τραγούδια πολιτικά όταν ήθελε και όταν έπρεπε, όπως έγινε με “Τα τραγούδια μας”, έγραφε θαυμάσια λαϊκά όπως έγινε με τα “Τραγούδια της Χαρούλας” και τα τραγούδια του Ρασούλη. Έγραφε ροκ μπαλάντες όπως έγινε στο “Για μια μέρα ζωής”. Έγραφε υπέροχα έντεχνα λαϊκά τραγούδια με τον πρωτομάστορα Λευτέρη Παπαδόπουλο στις “Θαλασσογραφίες” και στο “Να ’χαμε τι να ’χαμε”. Τραγούδια διαχρονικά σαν το “χελιδόνι” και τα “πουλιά” γιατί αγαπούσε και θαύμαζε όπως μου έλεγε χωρίς κανένα κόμπλεξ και απίστευτη γενναιοδωρία τα τραγούδια του Κουγιουμτζή. Αυτό λείπει λοιπόν από το τραγούδι. Λείπουν άνθρωποι με την μουσική ευελιξία, το χιούμορ, την καθαρότητα, την εξυπνάδα, την απλότητα, τη συμμετοχή στα κοινά του αξέχαστου Μάνου». (65)

Τι ήταν λοιπόν τα τραγούδια του Μάνου Λοίζου στο τραγούδι μας, αλλά, κυρίως, στη ζωή μας; Το θέτει ποιητικά ο Χρήστος Λεοντής: «Τα τραγούδια του ήταν αυτό που λέει ο Ρίτσος στο “Καπνισμένο Τσουκάλι”,” ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα …”» (66).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μάνος Λοΐζος, εκδ. ΚΑΚΤΟΣ, Αθήνα 2000 (3), σελ. 10.
2. Βλ. ό.π. σημ. (1) σελ. 11.
3. Βλ. Κώστας Μυλωνάς, Ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 2006(8), τόμος 2, σελ. 145.
4. Βλ. ό.π. σημ. (3), τόμος 3, σελ. 139.
5. Βλ. στο ένθετο της επανέκδοσης σε cd(remasters 2002 / special edition) του «Να ’χαμε τι να ’χαμε» το κείμενο «Μνήμες» (απόσπασμα από συζήτηση του Γιώργου Τσάμπρα με το Λευτέρη Παπαδόπουλο, στις 19 Φεβρουαρίου 2002, με αφορμή τη συγκεκριμένη επανέκδοση του δίσκου).
6. Βλ. στο ένθετο της επανέκδοσης σε cd(remasters 2002 / special edition) του «Σταθμού» το κείμενο του Γιώργου Τσάμπρα «Τα πρόσωπα, η εποχή και τα τραγούδια : μικρό ιστορικό».
7. Βλ. ό.π. σημ. (6).
8. Βλ. ό.π. σημ.(6), κείμενο «Μνήμες»(απόσπασμα από συζήτηση του Γιώργου Τσάμπρα με το Μάκη Μάτσα στις 28 Μαρτίου 2002, με αφορμή την συγκεκριμένη επανέκδοση του δίσκου).
9. Bλ. σημ. (1), σελ. 87-88.
10. Στο βιβλίο του «Εν αρχή ην ο Καζαντζίδης»(εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, Αθήνα 2007) αναφέρει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος: «Η απόφαση για το “Σταθμό” ήταν να χρησιμοποιηθούν σε πρώτο ρόλο ο Πασπαράκης, που έδειχνε να ’χει προσόντα, ο Καλατζής με τη Διαμάντη και, σε δεύτερο, ο Νταλάρας. Ο Πασπαράκης, όμως, μετά τις πρώτες του απόπειρες να τραγουδήσει αποσύρθηκε. Βγήκαν μπροστά, αμέσως, ο Καλατζής … η Διαμάντη, επιστρατεύτηκε από το λαϊκό στρατόπεδο ο Δημήτρης Ευσταθίου κι έμεινε για τον Νταλάρα το τραγούδι “Ήτανε οχτώ – εννιά”, που δεν ευτύχησε, γιατί ο Λοΐζος το έκανε μαρς, αλλά κατά τη γνώμη μου ήταν εξαίρετο τραγούδι.» (σελ. 137-138).
11. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος αναφέρεται και στην πρώτη γνωριμία του ίδιου, αλλά και του Λοΐζου, με τον Νταλάρα : «Ένα απόγευμα, μου λέει ο Λοΐζος, επηρεασμένος, προφανώς, από τα λόγια του Μάτσα, να πάμε να γνωρίσω τον Νταλάρα. “Είναι ένα ευγενικό παιδί, σαν φοιτητής”, προσθέτει. “Μα, τον ξέρω. Τον έχω ακούσει”. “Πως σου φάνηκε;”. “Είναι ανώριμος ακόμα. Ακολουθεί, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, τη γραμμή Μπιθικώτση”. Τελικά, μ’ έπεισε ο Μάνος να πάμε στο στούντιο της Κολούμπια, στη Ριζούπολη, να γνωρίσω από κοντά τον Νταλάρα, για τον οποίο, όπως φαινόταν, είχε καλή γνώμη. Επιπλέον, ο Λοΐζος, που ανήκε στην “Οντεόν”, ζητούσε για τα τραγούδια του έναν “Μπιθικώτση”, γιατί δεν επιτρεπόταν λόγω συμβολαίου να γυρίσει δίσκο με τον αυθεντικό Μπιθικώτση, που ανήκε στην “Κολούμπια”.»(βλ. ό.π. σημ. (10), σελ. 136). Αλλά κι ο Γιώργος Νταλάρας αναφέρεται στην πρώτη γνωριμία του με το Λοίζο και τον Παπαδόπουλο : «Τον Λοίζο τον ήξερα από παλιά. Κάποιοι κοινοί γνωστοί του είπανε ότι ακούσανε στην Πλάκα ένα παιδί που τραγουδούσε καλά. Εγώ τότε δεν δούλευα σε μπουάτ, αλλά όταν τελείωνα το πρόγραμμά μου πήγαινα σε μια μπουάτ που είχε ο Νίκος ο Δημητράτος, που ήταν φίλος μου, έπαιρνα μια κιθαρίτσα κι έλεγα διάφορα τραγούδια στους θαμώνες. Εκεί με πρωτάκουσε ο Λοίζος κι όταν αργότερα έψαχνε να βρει τραγουδιστές για να κάνει κάποια τραγούδια σαν το “Ήτανε οχτώ εννιά” με φώναξε σ’ ένα στουντιάκι που είχε τότε η εταιρεία στην οδό Σταδίου. Ήταν μαζί με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Τον Λευτέρη τον διάβαζα από πριν στη στήλη του, μια στήλη πολύ ουσιαστική, αλλά όταν τον πρωτογνώρισα μου έκανε τη … χειρίστη των εντυπώσεων. Απότομος, κακότροπος, μου μίλησε κι άσχημα ενώ του άρεσε η φωνή μου … Κατάπια τη γλώσσα μου μπροστά του … Ο Λοίζος του είχε πει Είναι ένα παιδί, φοιτητής. Όπως μ’ έβλεπε μ’ ένα μπλουζάκι πάντα και πολύ μαζεμένο, έτσι νόμιζε στην αρχή. Εξάλλου στην Πλάκα τότε όλο φοιτητές σύχναζαν …»(Βλ. Γιώργος Νταλάρας, Το τραγούδι της ψυχής, βιβλίο – από ηχογραφημένες συνομιλίες του Γιώργου Νταλάρα με το Γιώργο Τσάμπρα – ενταγμένο στην έκδοση «Το μουσικό κουτί» /MINOS - EMI , 1997, σελ. 24). Βλ. επίσης και : Ισαάκ Σούσης, Μάνος Λοίζος - μια μέρα ζωής, εκδ. Ιανός ο Μελωδός, Θεσσαλονίκη 2007, σελ. 181. Οπότε, σύμφωνα μ’ αυτά που γράφουν ο Λ. Παπαδόπουλος κι ο Γ. Νταλάρας, μάλλον, θα πρέπει να τα έχει μπερδέψει στις αναμνήσεις του ο Μάκης Μάτσας, που λέει ακριβώς τα αντίθετα για την πρώτη γνώμη του Λοΐζου για τον Νταλάρα(βλ. ό.π. σημ. 8).

12. Βλ. ό.π. σημ. (1) σελ. 91.
13. Βλ. ό.π. σημ. (6) σελ. 3.
14. Βλ. Λευτέρης Παπαδόπουλος, Τα τραγούδια γράφουν την ιστορία τους, εκδ. ΙΑΝΟΣ Ο ΜΕΛΩΔΟΣ, Θεσσαλονίκη 2006 σελ. 52 & 124.
15. Βλ. ό.π. σημ. (14) σελ. 123.
16. Βλ. ό.π. σημ. (14) σελ. 72-74.
17. Βλ. ό.π. σημ. (11) Ισαάκ Σούσης, σελ. 90.
18. Βλ. ό.π. σημ. (14) σελ. 124.
19. Βλ. ό.π. σημ.(14) σελ. 126. Το τραγούδι – όπως εξηγεί κι ο Παπαδόπουλος – πρωτοακούστηκε από την Ελένη Ροδά στη ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου “ΤΡΟΥΜΠΑ ‘67” (1967), αλλά πρωτοηχογραφήθηκε στον «Σταθμό» από την Δημήτρη Ευσταθίου.
20. Βλ. ό.π. σημ.(14) σελ. 127.
21. Βλ. στο ένθετο της επανέκδοσης σε cd(remasters 2002 / special edition) των «Θαλασσογραφιών» το κείμενο «Μνήμες»(απόσπασμα από συζήτηση του Γιώργου Τσάμπρα με το Λευτέρη Παπαδόπουλο, στις 19 Φεβρουαρίου 2002, με αφορμή την συγκεκριμένη επανέκδοση του δίσκου).
22. Βλ. ό.π. σημ. (1) σελ. 90-91.
23. Βλ. στο ένθετο της επανέκδοσης σε cd(remasters 2002 / special edition) των «Θαλασσογραφιών» το κείμενο του Γιώργου Τσάμπρα «Τα πρόσωπα, η εποχή και τα τραγούδια : μικρό ιστορικό».
24. Βλ. ό.π. σημ. (21) το κείμενο «Μνήμες»(απόσπασμα από συζήτηση του Γιώργου Τσάμπρα με τον Αχιλλέα Θεοφίλου, ο οποίος είχε επιμεληθεί την παραγωγή. Πραγματοποιήθηκε στις 25 Οκτωβρίου του 2001 με αφορμή την συγκεκριμένη επανέκδοση του δίσκου).
25. Βλ. ό.π. σημ.(14) σελ. 161.
26. Βλ. ό.π. σημ. (21).
27. Βλ. ό.π. σημ. (14), σελ. 157.
28. Βλ. ό.π. σημ. (21).
29. Βλ. ό.π. σημ.(14) σελ. 160 & σημ. (21).
30. Βλ. ό.π. σημ.(14), σελ. 162.
31. Βλ. ό.π. σημ.(14), σελ. 163. Ο Νίκος Θεοδωράκης αναφέρει(«Ιστορία μιας ηχογράφησης – Θαλασσογραφίες», περιοδ. «ΑΥΛΑΙΑ», τεύχος 36, σελ. 16-17), ότι το «Έχω ένα καφενέ», όπως και το «Μάνα δεν φυτέψαμε», τα έχει τραγουδήσει, για κινηματογραφικές ανάγκες, κι ο Γιάννης Πάριος(βλ. και σημ. 23).
32. Βλ. ό.π. σημ.(14), σελ. 164.
33. Βλ. Σκίντσας Γ. «Μιλούσαμε, γελούσαμε και γράφαμε και κανένα τραγούδι», ο Λ. Παπαδόπουλος μιλάει για τη σχέση του με το Λοίζο, εφημ. «ΤΟ ΒΗΜΑ (ΤΟ ΑΛΛΟ ΒΗΜΑ)», 10-6-2007, σελ. 6. Ο Νίκος Θεοδωράκης(βλ. ό.π. σημ. 31) αναφέρει ότι η «Γοργόνα», για τις ανάγκες του κινηματογράφου, ηχογραφήθηκε δυο φορές με το Γιάννη Καλατζή, ο οποίος ερμήνευσε και τις δυο εκδοχές του τραγουδιού.
34. Βλ. Λευτέρης Παπαδόπουλος, Με τα “προχώρα” του Μάτσα φτάσαμε στο στούντιο, στην ειδική έκδοση του περιοδικού «Κ» της «Καθημερινής», σε συνεργασία με τον ραδιοφωνικό σταθμό «ΜΕΛΩΔΙΑ 99,2 FM»(29/6/2003) με τίτλο «100 δίσκοι και η ιστορία τους», σελ. 19.
35. Βλ. ό.π. παραπάνω σημ. (24).
36. Βλ. Λ. Παπαδόπουλου, ό.π. σημ.(10), σελ. 140.
37) Βλ. στο ένθετο της επανέκδοσης σε cd(remasters 2002 / special edition) του «Να ’χαμε τι να ’χαμε» το κείμενο του Γιώργου Τσάμπρα «Μνήμες»(απόσπασμα από συζήτηση του Γιώργου Τσάμπρα με το Λευτέρη Παπαδόπουλο, στις 19 Φεβρουαρίου 2002, με αφορμή την συγκεκριμένη επανέκδοση του δίσκου).
38. Βλ. ό.π. σημ. (14), σελ. 62.
39. Βλ. ό.π. σημ. (17), σελ. 180.
40. Βλ. ό.π. σημ. (14), σελ. 197.
41. Βλ. ό.π. σημ. (36).
42. Βλ. ό.π. σημ. (17), σελ. 353.
43. Βλ. ό.π. σημ. (14), σελ. 60 & 198. Αναλυτικότερα η προσωπικότητα του «Λιόντα» - Γιώργου Κουπαρούσου, καθώς κι η φιλική του σχέση με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο περιγράφεται σε δημοσίευμα του Λ. Παπαδόπουλου στην εφημ. «ΤΑ ΝΕΑ»(21 – 4 – 2007, «Ματιές – Μετά 40 έτη»).
44. Βλ. ό.π. σημ. (37), απόσπασμα από συζήτηση του Γιώργου Τσάμπρα που έγινε με τον Μάκη Μάτσα στις 28 Μαρτίου 2002 με αφορμή τη συγκεκριμένη επανέκδοση του δίσκου.
45. Βλ. ό.π. σημ. (14) σελ. 199.
46. Βλ. ό.π. σημ. (14), σελ. 62-63.
47. Βλ. ό.π. σημ. (37).
48. Βλ. ό.π. σημ. (37).
49. Το «Πάνε να πεις» είχε πρωτοκυκλοφορήσει ένα χρόνο πριν(1971) στον προσωπικό δίσκο του Γιώργο Νταλάρα «Ο Μέτοικος» κι εντάχτηκε και στο «Να ’χαμε τι να ’χαμε» την επόμενη χρονιά (1972).
50. Βλ. ό.π. σημ.(34) και σημ. (14), σελ. 192.
51. Βλ. ό.π. σημ. (14), σελ. 190.
52. Βλ. Γιώργος Νταλάρας, Το τραγούδι της ψυχής, ό.π., σημ. (11), σελ. 26-27. Βλ., επίσης, και ό.π. σημ. (17), σελ. 182-183.
53. Βλ. ό.π. σημ.(17), σελ. 353.
54. Βλ. ό.π., σημ.(4), τόμος 3, σελ. 138 – 139.
55. Βλ. ό.π. σημ.(17), σελ. 441.
56. Βλ. ό.π. σημ.(33).
57. Βλ. ό.π. σημ. (1), σελ. 90.
58. Βλ. ό.π. σημ. (10), σελ. 133.
59. Βλ. ό.π. σημ. (10), σελ. 138.
60. Βλ. Πάρη Μήτσου (επιμέλεια Άννα Μπούντα), Γιάννης Καλατζής – ένας σεμνός καλλιτέχνης (συνέντευξη) περιοδ. «ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ», τεύχος 12, Ιανουάριος – Μάρτιος 2004, σελ. 24 – 27.
61. Βλ. ό.π. σημ.(11), Ισαάκ Σούσης, σελ. 186.
62. Βλ. Τάσος Π. Καραντής, Ταξιδεύοντας – ο Νταλάρας τραγουδάει Λοίζο, Χικμέτ και Ρίτσο, περιοδ. «ΑΥΛΑΙΑ», τεύχος 36, σελ. 14 15.
63. Βλ. ό.π. σημ.(11), Ισαάκ Σούσης, σελ. 81.
64. Βλ. ό.π. σημ.(11), Ισαάκ Σούσης, σελ. 268.
65. Βλ. Τάσος Π. Καραντής, Γιώργος Νταλάρας – Η ζωή μου είναι η μουσική (συνέντευξη), περιοδ. «ΑΥΛΑΙΑ», τεύχος 36, σελ. 22-29.
66. Βλ. Θανάσης Συλιβός, Μάνος Λοίζος – η δική του ιστορία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1997, σελ. 139.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

- Αφιέρωμα στο Μάνο Λοίζο, στο περιοδ. «ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ», τεύχος 7, Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2002
- «ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΕΣ», ένθετο(σε επιμέλεια παραγωγής & έκδοσης : Μυρσίνης Λοίζου, Πέτρου Παράσχη, Γιώργου Τσάμπρα) στην επανέκδοση σε cd (remasters 2002/special edition) του ομώνυμου δίσκου
- Θεοδωράκης Νίκος, Θαλασσογραφίες – ιστορία μιας ηχογράφησης, περιοδ. «ΑΥΛΑΙΑ», τεύχος 36, σελ. 16 - 17
- Καραντής Π. Τάσος, Ταξιδεύοντας – ο Νταλάρας τραγουδάει Λοίζο, Χικμέτ και Ρίτσο, περιοδ. «ΑΥΛΑΙΑ», τεύχος 36, σελ. 14 - 15 - Καραντής Π. Τάσος, Γιώργος Νταλάρας – Η ζωή μου είναι η μουσική (συνέντευξη), περιοδ. «ΑΥΛΑΙΑ», τεύχος 36, σελ. 22-29
- Μήτσου Πάρης (επιμέλεια : Άννα Μπούντα), Γιάννης Καλατζής – ένας σεμνός καλλιτέχνης, περιοδ. «ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ», τεύχος 12, Ιανουάριος – Μάρτιος 2004, σελ. 24 – 27
- Μυλωνάς Κώστας, Ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, εκδ. Κέδρος, τόμος 2, Αθήνα 2006 (8) και τόμος 3, Αθήνα 1992(4) - «ΝΑ ’ΧΑΜΕ ΤΙ ΝΑ ’ΧΑΜΕ», ένθετο(σε επιμέλεια παραγωγής & έκδοσης : Μυρσίνης Λοίζου, Πέτρου Παράσχη, Γιώργου Τσάμπρα) στην επανέκδοση σε cd(remasters 2002 / special edition) του ομώνυμου δίσκου
- Νταλάρας Γιώργος, Το τραγούδι της ψυχής, βιβλίο (από ηχογραφημένες συνομιλίες του Γιώργου Νταλάρα με το Γιώργο Τσάμπρα) ενταγμένο στην έκδοση «Το μουσικό κουτί»(MINOS – EMI, 1997)
- «Ο ΣΤΑΘΜΟΣ», ένθετο(σε επιμέλεια παραγωγής & έκδοσης : Μυρσίνης Λοίζου, Πέτρου Παράσχη, Γιώργου Τσάμπρα) στην επανέκδοση σε cd(remasters 2002 / special edition) του ομώνυμου δίσκου - Παπαδόπουλος Λευτέρης, Μάνος Λοίζος, εκδ. Κάκτος, Αθήνα 2000 (3)
- Παπαδόπουλος Λευτέρης, Με τα “προχώρα” του Μάτσα φτάσαμε στο στούντιο, ειδική έκδοση του περιοδικού «Κ» της «Καθημερινής» σε συνεργασία με τον ραδιοφωνικό σταθμό «ΜΕΛΩΔΙΑ 99,2 FM»(29/6/2003) με τίτλο «100 δίσκοι και η ιστορία τους», σελ. 19
- Παπαδόπουλος Λευτέρης, Τα τραγούδια γράφουν την ιστορία τους, εκδ. Ιανός ο Μελωδός, Θεσσαλονίκη 2006
- Παπαδόπουλος Λευτέρης, Εν αρχή ην ο Καζαντζίδης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2007(4)
- Παπαδόπουλος Λευτέρης, Ματιές – Μετά 40 έτη, εφημ. «ΤΑ ΝΕΑ», 21 – 4 – 2007, σελ. 6
- Σκίντσας Γιώργος, «Μιλούσαμε, γελούσαμε και γράφαμε και κανένα τραγούδι», ο Λ. Παπαδόπουλος μιλάει για τη σχέση του με το Λοίζο, εφημ. «ΤΟ ΒΗΜΑ(ΤΟ ΑΛΛΟ ΒΗΜΑ)», 10 - 6 – 2007, σελ. 6
- Σούσης Ισαάκ, Μάνος Λοίζος – μια μέρα ζωής, εκδ. Ιανός ο Μελωδός, Θεσσαλονίκη 2007
- Συλιβός Θανάσης, Μάνος Λοίζος – η δική του ιστορία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1997

 

 

 

 

 

 

 

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Άσκησα την όραση για μακριά κι έχασα τα κοντινά μου.
Κατερίνα Γώγου

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

23/9/1971 Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Το Βήμα" το τελευταίο ποίημα του Γεωργίου Σεφέρη, τρεις ημέρες μετά το θάνατό του