105 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
25.09.2018
Ορφέας | Main Feed

Βιβλίο και τραγούδι

Τάσος Π. Καραντής

Η ποιητική πλευρά της μουσικογράφου Στέλλας Βλαχογιάννη, με αφορμή το νέο της ποιητικό βιβλίο «Με λένε θάνατο» από τον «ΜΕΤΡΟΝΟΜΟ». Μια συνέντευξη, που βοηθάει στην καταβύθιση στον κόσμο των ποιημάτων της, αφού, καταπιαστήκαμε με τη θεματολογία τους: η νοσταλγία, η φυγή, τα όνειρα που απέτυχαν, η θλίψη κι ο θάνατος, για να καταλήξουμε στην Ελλάδα της μπάλας με τις εσωτερικές της, όμως, μειονότητες της ποιήσεως. Μια κουβέντα με θεματολογία – ανάλογη μ’ αυτήν  του βιβλίου της – δηλαδή βαριά υπαρξιακή, αλλά κι αναπόφευκτη για όλους μας!

Να φανταστώ ότι γράφατε ποιήματα από μικρή κι αργήσατε να τα εκδώσετε;

Στέλλα Βλαχογιάννη: Να το φανταστείτε. Εξέδωσα το πρώτο μου  βιβλίο σε ηλικία 43 ετών και ήταν γραμμένο ήδη πριν από 10-15 χρόνια. Είχα την άποψη ότι μου αρκεί να διαβάζουν τα γραπτά μου οι άνθρωποι που θέλω. Όταν – κάπως αργά- κατάλαβα ότι το υπάρχον υλικό εμπόδιζε να δημιουργηθει το καινούργιο, ε, τότε εβγαλα κι εγώ ένα βιβλίο.

Ποιες είναι οι ποιητικές σας καταβολές κι οι αγαπημένοι σας ποιητές;
Σ.Β.: Ελληνική ποίηση διαβάζω από τότε που μπορεί ενας άνθρωπος να την κατανοήσει. 15; 16 χρονών; Μέγας δάσκαλός μου υπήρξε ο Τάσος Λειβαδίτης. Στους πολύ αγαπημένους μου ανήκουν η Μαρία Λαϊνά, ο Γιώργος Μαρκόπουλος και η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ.

Στίχους – μια κι είσαστε, ως δημοσιογράφος, άνθρωπος του τραγουδιού – έχετε γράψει ή έχετε σκεφτεί να δοκιμάσετε να γράψετε;
Σ.Β.: Όχι, δεν το έχω αυτό το ταλέντο αν και θα μου άρεσε. Ούτε είμαι από τους ανθρώπους που θα έσπρωχνε κάτι επειδή έχει τις γνωριμίες για να φανεί. Μισώ τη μετριότητα. Πώς θα μπορούσα να μου την επιτρέψω; Βέβαια ουδείς αναμάρτητος. Γράψαμε ένα με τον Θέμη Καραμουρατίδη για τις ανάγκες του θεατρικού μου έργου αλλά τελικά δεν μπήκε στην παράσταση. Γλυκιά εμπειρία ήταν. Ως εκεί όμως.

Το θέατρο – έχετε γράψει το θεατρικό έργο «Μην παίζεις με τα χώματα» που ανέβηκε πρόσφατα – πως μπήκε στη γραφή σας;
Σ.Β.: Τυχαία και υπέροχα. Είχα από χρόνια γράψει έναν μονόλογο χωρίς βλέψεις ν’  ανέβει κλπ. Ετσι, για μένα, στα συρτάρια μου. Μέχρι που συναντήθηκα με τη σκηνοθέτη και ηθοποιό Σοφία Καραγιάννη η οποία τρύπωσε σ’  αυτά τα συρτάρια και ανέσυρε ένα διήγημα που το διασκεύασε για θέατρο, έγραψα επί τούτου κι έναν μονόλογο ακόμα και κάπως έτσι προέκυψαν τα Χώματα. Ηταν για μένα η πιο συγκινητική εμπειρία της ζωής μου των τελευταίων χρόνων τόσο που είμαι καθοδόν για το… δεύτερο έργο, γραμμένο πια συνειδητά για το θέατρο.

Το καινούριο ποιητικό σας βιβλίο έχει τον τίτλο «Με λένε θάνατο». Ποια είναι η σχέση σας με το θάνατο; Από ποιο πρίσμα βλέπεται το τέλος του ανθρώπου, υλιστικά, μηδενιστικά, μεταφυσικά;
Σ.Β.: Η σχέση μου με τον θάνατο διαφοροποιήθηκε τα τρία τελευταία χρόνια γιατί είχα μια μετωπική σύγκρουση μαζί του και μια εμπειρία που νομίζω καθορίζει έκτοτε τις σκέψεις μου. Μηδενιστικά τον αντιμετωπίζω. Δεν ξέρω αν σας απογοητεύω αλλά δεν υπάρχει τίποτε μετά.

Σε όλα σας τα ποιήματα υπάρχει διάχυτη, μια ατμόσφαιρα – ποιητικά όμορφη αλλά και βαριά – θλίψης, εξάλλου, γράφετε κι εσείς, πως, η μόνη σας κληρονομιά είναι η θλίψη. Γιατί;
Σ.Β.: Έχω το γονίδιο της θλίψης. Αλήθεια το ξέρετε ότι υπάρχει γονίδιο που ενοχοποιείται για τις λύπες μας; Είμαι καταθλιπτικός άνθρωπος από νέα. Δεν ξέρω τι περισσότερο να εξηγήσω σ’ αυτό.

Κυριαρχεί στα ποιήματά σας κι η νοσταλγία, τα παιδικά χρόνια και, γενικότερα, το παρελθόν. Γιατί επιζητούμε, με κάθε τρόπο, και ποιητικά, να επιστρέφουμε πίσω;  
Σ.Β.: Για να περισώσουμε ό,τι μπορέσουμε από τα λάθη που κάναμε μετά. Υποθέτω έχει να κάνει με την αίσθηση της ασφάλειας που παρείχαν εν πολλοίς οι ελληνικές οικογένειες αλλά και με την ηδονή … να μη φταίς για τίποτα. Είναι πολύ επώδυνο να έχεις τα ηνία του εαυτού σου χωρίς δικαίωμα χάριτος πλέον.

Γράφετε «υπάρχει για όλους μας ένα τοπίο φυγής». Ένα τέτοιο τοπίο είναι η ποίηση και το τραγούδι; Γιατί θέλουμε συνεχώς να φεύγουμε; Μήπως τελικά θέλουμε να ξεφύγουμε από τον ίδιο μας τον εαυτό;
Σ.Β.: Όχι τόσο να φεύγουμε, να καταφεύγουμε θέλουμε νομίζω. Ένας άνθρωπος που δυσκολεύεται, που είναι μόνος ή αντιμετωπίζει προβλήματα όπως κι ένας άνθρωπος … αφύσικα υγιής, μ’ ένα τραγούδι ή μ’ ένα βιβλίο ξορκίζει τη μοναξιά του, ακουμπά την αγάπη του, διοχετεύει την τρυφερότητά του.

«Παίξαμε και χάσαμε νωρίς» … «πήρε να βραδιάζει η ζωή». Η ποίησή σας είναι πεσιμιστική, αλλά και θαρραλέα. Μου θυμίζει την Κατερίνα Γώγου. Θεωρείται πως ανήκει κι η δική σας ποίηση στη “σκοτεινή πλευρά”;
Σ.Β.: Α, όχι, η Κατερίνα είχε θυμό, είχε οργή, είχε ενέργεια μέσα στην ήττα της. Εγώ είμαι μάλλον … ψόφια. Τιμητική για μένα η σύγκριση που κάνετε αλλά η Κατερίνα έδινε σώμα στα λόγια της. Προσωπικά νομίζω ότι είμαι πιο ας το πούμε εγκεφαλική.

«Όνειρα είμαστε που απέτυχαν». Βλέπω ότι η ελπίδα που γεννήθηκε στην Ελλάδα με την μεταπολίτευση μεταλλάχτηκε στη σημερινή μίζερη νεοελληνική πραγματικότητα. Απ’ έξω λάμπουμε – ή λάμπαμε μέχρι πρόσφατα - κι από μέσα σήψη. Ο Παναγούλης, ψυχοσωματικά σακατεμένος, μέσα στη φυλακή της χούντας, έγραφε, με το αίμα του, τα πιο αισιόδοξα ποιήματα! Εμείς στην ασφάλεια, έστω του κοινοβουλευτισμού, δηλώνουμε ότι αποτύχαμε! Πως τα καταφέραμε έτσι;
Σ.Β.: Φταίει η γενιά του Πολυτεχνείου που έγινε είτε εξουσία είτε γιάπηδες και αμέσως μετά η δική μου που εφησύχασε σε μια φαινομενική ευμάρεια και έβγαλε μπουζουκόβιους και τοκογλύφους.

Σε ποιους απευθύνεται σήμερα ένα ποιητικό βιβλίο; Ο Μίλτος Σαχτούρης, έλεγε ότι 3000 είναι αυτοί που ενδιαφέρονται πραγματικά για την ποίηση. Κι όμως, κοκορευόμαστε, ως έθνος και κράτος, για τον πολιτισμό μας. Μάλιστα τα δυο «Νόμπελ»(Σεφέρης - Ελύτης), αλλά – για να μην τα ξεχνάμε - και τα δυο «Λένιν» (Βάρναλης - Ρίτσος) τα πήραν ποιητές! Από την άλλη όμως, στον Μίλτο Σαχτούρη, το ελληνικό κράτος, έδωσε τιμητική σύνταξη 600 ευρώ το μήνα! Ενώ στον προπονητή  Ότο Ρεχάγκελ - μετά την κατάκτηση του πανευρωπαϊκού ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος από την εθνική ομάδα μας το 2004 – του δόθηκε το ποσό των 800.000(!) ευρώ για την ανανέωση του συμβολαίου του για έναν μόνο χρόνο! Τελικά, είμαστε η Ελλάδα της ποίησης ή της μπάλας;
Σ.Β.: Της μπάλας, της μπάλας, το κακό είναι όμως ότι παρά τα τόσα φράγκα δε βλέπουμε και καμμία προκοπή στο άθλημα. Υπάρχει ωστόσο πάντα και η Ελλάδα μέσα στην Ελλάδα που είναι εκείνη της ποιήσεως, του καλού τραγουδιού, του σινεμά κλπ. Ξέρετε σήμερα αν πουλήσει ενας ποιητής 300 αντίτυπα θεωρείται … μπεστσέλλερ. Αλλά αυτοί οι 300 είναι στο είδος τους … χούλιγκαν, φανατικοί. Ετσι πορευόμαστε. Με μικρά ποσοστά και εσωτερικές μειονότητες.
 
 
 
 

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Εκεί που σμίγει η αγάπη των ανθρώπων είναι η πατρίδα σου.
Γιάννης Ρίτσος

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

25/9/1948 Γεννήθηκε ο συνθέτης Σταμάτης Μεσημέρης

ΤΥΧΑΙΑ TAGS