77 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
22.04.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Τάσος Καραντής

Η λαϊκή διασκέδαση στα 60’ς (φωτογραφικό ντοκουμέντο)

Μουσική αρχειοθήκη

Τάσος Π. Καραντής

 

Η λαϊκή διασκέδαση στα 60’ς (φωτογραφικό ντοκουμέντο)


Γράφει ο : Τάσος Π. Καραντής

Τι εικόνα έχει κάποιος για τους χώρους του σύγχρονου λαϊκού τραγουδιού σήμερα; Αυτού του τραγουδιού – που παίζεται στα μαγαζιά νυχτερινής διασκέδασης - και που το ονομάζουν - εντέχνως και συνωμοτικά – οι διάφορες «έντεχνες κλίκες»(οι οποίες είναι, διασκορπισμένες στα ΜΜΕ), υποτιμητικά, ως «σκυλάδικο»;

Και, κυρίως, που και πως το χτυπάνε και το πολεμούν;

Πρώτον, στο ρεπερτόριο(μουσικά και στιχουργικά), όπως, για παράδειγμα, χτυπήθηκε, αρχικά, το ρεμπέτικο(με την χασικλίδικη, της φυλακής, του τεκέ) λαϊκή στιχουργική του, η οποία, εξέφραζε, όμως, την πραγματική γλώσσα και τον κώδικα επικοινωνίας των λούμπεν και λαϊκών στρωμάτων – οδηγώντας, αυτός ο παροξυσμός, στην κρατική λογοκρισία, που ξεκίνησε από την δικτατορία του Μεταξά(1936), για να σβήσει(και τυπικά) το 1984(με την κατάργησή της), αν και για το «προοδευτικό και κουλτουριάρικο»(και συνάμα πουριτανικό και συντηρητικό) ακροατήριο, συνεχίζεται αυτή η «λογοκρισία», με τη μορφή της απαξίωσης και της υποτίμησης του λαϊκού, διά της αρθρογραφίας και της ενεργητικής(απαγορευτικά θρησκευτικής), για το ακροατήριο και κοινό που επηρεάζουν, με τις πένες τους, προπαγάνδας. Όχι, πως δεν υπάρχουν «λαϊκά σκουπίδια», αλλά δεν μπορεί, να αφορίζεται, και να ζητείται να καταργηθεί ένα είδος τραγουδιού(στην εξέλιξή του), λόγω αυτών, διότι, αντίστοιχα, υπάρχουν κι οι «έντεχνες αερολογίες και μπουρδολογίες», που πολύ απέχουν από τη γλώσσα και τη συμπεριφορά του μέσου Έλληνα, κι είναι, απλά, εγκεφαλικά κατασκευάσματα των ολίγων.

Δεύτερον, στο χώρο όπου παίζεται, και στον τρόπο όπου το ακούει και συμπεριφέρεται εκεί το κοινό του, όπου έχουμε – πάλι υποτιμητικά – τις «πίστες»(με κακόφημη έννοια) από τη μια(για το ένα είδος – το λαϊκό) και τις «μουσικές σκηνές»(αποδεκτές για την έντεχνη ελίτ), από την άλλη(για το έτερο είδος – το έντεχνο) κι, ανάμεσά τους, να  ακροβατεί, μεταξύ, χώρων και «χώρων αποδοχής»(μέσα μας), το εντεχνολαϊκό, η εξέλιξη(μουσικοστιχουργικά και ονομοτολογικά), αυτού που ονομάζαμε, στα ‘70ς ελαφρολαϊκό. Για όλα αυτά, όμως, αναδημοσιεύω, ένα σχόλιο μου, παρακάτω.   

Που θέλω να καταλήξω; Μιλάμε, για λουλούδια, χορούς(επί της πίστας και επί των τραπεζιών) στα νυχτερινά μαγαζιά, καθώς, και φωτογραφήσεις των ακροατών – θαυμαστών του είδους, με τους αγαπημένους τους τραγουδιστές, σα να είναι κάτι καινοφανές, και «κακό», που μας φορέθηκε, από τη χούντα και μετά… Όχι δεν είναι έτσι τα πράγματα… ή, να το πω  αλλιώς, έτσι ήταν πάντα(!) – με βάση, φυσικά, τα συμφραζόμενα της κάθε εποχής, κι αποκρύπτεται, ιδιαίτερα, από τις νέες γενιές, που ακούν(και) αυτό το είδος τραγουδιού, προσπαθώντας να διατηρήσουν ένα είδος ομαδικής ψυχωτικής ενοχής… η οποία, βέβαια, σβήνει, με την πρώτη πενιά, το πρώτο ποτό και το πρώτο τσιγάρο…

Στο κάτω – κάτω της γραφής, ας το δούμε κι αλλιώς, το κάθε κοινωνικό στρώμα κι η κάθε τάξη, δικαιούται να έχει το τραγούδι, που την εκπροσωπεί, την εκφράζει και μιλάει τη γλώσσα της στην καρδιά της. Και το, τελικό, ερώτημα, είναι, ποιο είδος είναι το κυρίαρχο στο ελληνικό τραγουδιστικό τοπίο; Την απάντηση την ξέρετε ήδη, γιατί το ερώτημα το έθεσα ρητορικά…

Το τραγούδι(με πρώτο το λαϊκό) μπήκε στη ζωή μου, με την έναρξή της. Από τις διηγήσεις του – ναυτικού - πατέρα μου, για τα λαϊκά μαγαζιά των ‘50ς και των ‘60ς, κι από τους δίσκους 78, και κατόπιν, 45 στροφών, του – ψαρά – παππού μου, όπου άκουγε από ρεμπέτικα, μέχρι τούρκικους αμανέδες.
Στις αρχές των ‘70ς είχα και τις ζωντανές εμπειρίες, αφού από 5χρονο, ο μακαρίτης μ’ έπαιρνε μαζί στα νυχτερινά κέντρα, και από το 1972-1973, έχω μνήμες από μαγαζιά(θυμάμαι, έκαναν κέφι να με βάζουν, πιτσιρικά, να σπάω ντάνες από πιάτα στην πίστα), αλλά κι από τραγουδιστές, που, τότε σ’ αυτά τα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης τραγουδούσαν, και μετά «καθαγιάστηκαν»(από τους «ιερείς του εντέχνου») ως σπουδαίοι, όπως, πρόλαβα, για παράδειγμα, τους : Γαβαλά, Μπιθικώτση, Διονυσίου, Βοσκόπουλο, Κόκοτα, Κοινούση, Νταλάρα, Πάριο, Μητροπάνο, Ντουνιά, Χαρούλα Λαμπράκη, Πόλυ Πάνου, Καίτη Γκρέυ, Ρίτα Σακελλαρίου, Δούκισσα,  Μοσχολιού, Αλεξίου, Λίτσα Διαμάντη κ.ά. Όλους αυτούς(όχι μόνο αυτούς – απλά παραμένω στους λαϊκούς) τους είχα δει από μικρός, χάρη στον πατέρα μου, όλη τη δεκαετία του ’70 ζωντανά, καθώς, βέβαια, και το πώς διασκέδαζε ο κόσμος στα μαγαζιά όπου εμφανίζονταν. Από τα ’80ς βγήκα μόνος μου στο σεργιάνι κι ανοίχτηκα σε όλα τα είδη, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία…

Ας επιστρέψω στον τίτλο, αλλά και στη δεκαετία(1960), αυτού του φωτογραφικού ντοκουμέντου, που παρουσιάζω, όμως. Ξεφυλλίζοντας παλιά άλμπουμ φωτογραφιών του πατέρα μου, βρήκα αυτές τις τρεις(3) φωτογραφίες, που του είχε στείλει(σε περιόδους που ταξίδευε), ο – ψαράς - κολλητός του φίλος, μακαρίτης κι αυτός, ο Κώστας ο Μιχάλαρος. Ευτυχώς του έγραφε(πίσω από τις φωτογραφίες) τα βασικά, που μας αρκούν για τα ονόματα των τραγουδιστών, τη χρονολογία και το νυχτερινό κέντρο. Για όλα τα άλλα, το πώς διασκέδαζαν, δηλαδή, οι Έλληνες (τα λαϊκά στρώματά τους στην κυριολεξία), στα ‘60ς, μιλούν οι ίδιες οι φωτογραφίες, κι ο καθένας ας κάνει τις συγκρίσεις και τις αντιστοιχίες, με το σήμερα, βγάζοντας τα συμπεράσματά του.

Ακολουθούν οι τρεις φωτογραφίες, με τις λεζάντες τους :

1.Η Δούκισσα πάνω στο τραπέζι

 

 

2.Η Ρία Κούρτη.

 

 


3.Χορεύτρια στο τραπέζι της παρέας.

 

 

Και κλείνω, με την αναδημοσίευση, ενός σχολίου μου(του 2009 - πριν ανακαλύψω τις φωτογραφίες) στον «ΟΡΦΕΑ» :

Ο τηλεοπτικός λουλουδοπόλεμος των εντέχνων*

Το σπάσιμο των πιάτων και, κατόπιν, το πέταγμα των λουλουδιών, ήταν και είναι ένα κυρίαρχο στοιχείο της νυχτερινής λαϊκής διασκέδασης. Οφείλουμε να το αναγνωρίσουμε και να το αποδεχτούμε, έτσι διασκεδάζει η πλειοψηφία των Ελλήνων. Το όποιο “πρόβλημα” όμως, νομίζω πως δεν είναι τα λουλούδια αυτά καθ’ αυτά, αλλά, μάλλον, η ανθρώπινη υπερβολή. Η προσφορά ενός λουλουδιού στον τραγουδιστή ή στην τραγουδίστρια ή στην/ον σύντροφό σου, κατά τη διάρκεια του κεφιού ή της συγκίνησης, θα έλεγα πως είναι μια ρομαντική πράξη, το γέμισμα όμως του τραπεζιού με σωρούς λουλουδιών κι οι ρίψεις τους ως ρουκέτες στην πίστα, αποτελεί, όντως, μια πράξη επίδειξης, αρκετά κιτς. Όλα λοιπόν είναι θέμα μέτρου, διαθέτουμε, εξάλλου και την σχετική παροιμία : «παν μέτρον άριστον».

Τα τελευταία χρόνια όμως - μ’ όλο αυτόν τον διαχωρισμό του τραγουδιού σε “κομματικά στρατόπεδα”(έντεχνο – σκυλάδικο, κλπ.) κι όλον αυτόν τον “θρησκευτικό δογματισμό και φανατισμό” που επικρατεί - η “μπάλα” έχει πάρει, συλλήβδην, τα νυχτερινά μαγαζιά και τα λουλούδια ως τρόπο διασκέδασης. Έτσι, δηλαδή, και πάει κάποιος σε νυχτερινό κέντρο να ακούσει λαϊκά τραγούδια, έχει κατηγορηθεί και καταδικαστεί από τους έντεχνους, ως “σκυλάς” και χαμηλής υποστάθμης άνθρωπος. Αντίθετα, αν πάει σε μουσικές σκηνές - όπου τα λουλούδια απαγορεύονται, αλλά οι τιμές του μπουκαλιού επιτρέπονται να είναι, μαζί με το όλο σέρβις, ίδιες με τα “σκυλάδικα” – τότε είναι ποιοτικός και κουλτουριάρης. Κι όμως, ο περισσότερος κόσμος πηγαίνει και στα δυο, ανάλογα με τη διάθεσή του! Πως θα τον χαρακτηρίσουμε λοιπόν;
Κι ενώ αυτά δηλώνουν οι έντεχνοι πολέμιοι της λαϊκής νυχτερινής διασκέδασης, κάθε φορά που μας δίνεται η ευκαιρία να δούμε - στο τηλεοπτικό γυαλί - πως αυτοί οι ίδιοι διασκεδάζουν, μένουμε έκπληκτοι, από την ανακολουθία λόγων και πράξεων! Για παράδειγμα, σε γνωστή εβδομαδιαία μουσική εκπομπή, όπου καλούνται να συμμετάσχουν, κυρίως, έντεχνοι, βλέπουμε, ότι, κάθε φορά που φτάνουν στο τσακίρ κέφι, ζεϊμπέκικα και τσιφτετέλια χορεύουν κι αυτοί, το δε λουλούδι πέφτει σύννεφο! Γεμίζουν τα τραπέζια και το τηλεοπτικό πλατό με σωρούς λουλουδιών! Κι αν έτσι διασκεδάζουν μπροστά στην κάμερα, φανταστείτε ιδιωτικά τι γίνεται! Καλά κάνουν! Αλλά, αυτοί δεν είναι που κατηγορούν τα “σκυλάδικα” και τα νυχτερινά μαγαζιά κι όσους διασκεδάζουν χορεύοντας και ρίχνοντας λουλούδια; Αυτοί δεν συμβουλεύουν το ακροατήριό τους να αποφεύγει αυτό το ρεπερτόριο κι αυτόν τον τρόπο διασκέδασης γιατί είναι “αμαρτία”; Και οι ίδιοι που τα δηλώνουν αυτά, διασκεδάζουν ακριβώς με τον τρόπο τον οποίο κατηγορούν;!

Όταν λοιπόν ανέφερα – σε κουβέντα μου στα πλαίσια συνέντευξης – σε γνωστό ροκά τραγουδοποιό, αυτήν τη διαπίστωσή μου, για τον ”τηλεοπτικό λουλουδοπόλεμο των εντέχνων”, μου απάντησε ως εξής : «Όλοι αυτοί χρειάζονται ψυχανάλυση»!

*http://www.e-orfeas.gr/special/editorial/1520-article.html

**Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο του πατέρα μου Παναγιώτη Αναστ. Καραντή.

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους ένας πέθαινε από αηδία... Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους, θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
Κώστας Καρυωτάκης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.