89 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
23.01.2018
Ορφέας | Main Feed
Κείμενο: Τάσο Π. Καραντής

Μανώλης Φάμελλος: «Δεν θέλω ο άλλος να ξέρει τι να περιμένει από μένα»

Μουσική αρχειοθήκη

Τάσος Π. Καραντής

Μανώλης Φάμελλος: «Δεν θέλω ο άλλος να ξέρει τι να περιμένει από μένα»


Συνέντευξη στον Τάσο Π. Καραντή



Αναγνωρίσιμος, πρωτότυπος, αλλά κι απρόβλεπτος ο Μανώλης Φάμελλος, ακολουθεί, εδώ και χρόνια μια μοναχική διαδρομή εντελώς “φαμελλική”, δηλαδή πάντα ευρηματική, με όμορφα δημιουργικά ξαφνιάσματα.
Τον συνάντησα - για να μιλήσουμε για το νέο δίσκο του(«Η στιγμή που κρατάει για πάντα»/ LYRA - 2009) - στο «Σταυρό του Νότου», όπου έκανε πρόβες για το κοινό του πρόγραμμα με το Νίκο Πορτοκάλογλου και το Νίκο Ζιώγαλα κι έτσι μας δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσουμε και για πολλά άλλα. Πήγαμε πίσω στην εποχή των «Ποδηλατών», αναφέρθηκε στη σχέση του με το λαϊκό τραγούδι και μας ανέλυσε τι κι από ποιο πρίσμα θεωρεί κυρίαρχο λαϊκό ήχο σήμερα, ενώ μας εξήγησε γιατί δεν θέλει να αυτοπροσδιορίζεται μουσικά.
Και βέβαια, ψηλαφίσαμε, σχεδόν τραγούδι το τραγούδι, τη νέα του δισκογραφική δουλειά, σε μια κουβέντα που, τουλάχιστον έγινε προσπάθεια κι απ’ τους δυο μας, να χωρέσει στη «στιγμή που κρατάει για πάντα»!


Στην καταγωγή και στην διαμονή είσαι πολυσυλλεκτικός. Το ίδιο ήταν και τα μουσικά σου ακούσματα;


Μ. Φ. : «Ναι, κατάγομαι από τη νότια Ελλάδα, ο πατέρας μου από την Πελοπόννησο κι η μητέρα μου από την Φολέγανδρο. Εγώ γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη, στο βαθμό που μεγάλωσα! Να σου πω, δεν το είχα σκεφτεί σ’ αυτή τη βάση. Στην ιδιαίτερη πατρίδα της μητέρας μου υπήρχε ζωντανή μουσική παράδοση, ενώ δεν υπήρχε αντίστοιχη στην Πελοπόννησο. Αλλά, κυρίως, τα ακούσματά μου ήταν από το στενό οικογενειακό περιβάλλον, ο πατέρας μου ήταν μουσικός, έπαιζε μπουζούκι κι αγαπούσε τη λαϊκή μουσική. Και στην ευρύτερη οικογένεια όμως υπήρχαν επαγγελματίες μουσικοί. Εγώ, κάπου διέσπασα την παράδοση - γιατί δεν ήμουν από τα παιδιά που μελέτησαν μουσική, ούτε έμεινα αρκετά στο ωδείο - επειδή αισθανόμουν ότι κάπως μου επιβάλλεται αυτό και τα πρώτα χρόνια ήμουν αρκετά αρνητικός. Αν κι έπαιζα από μικρός κάποια έγχορδα όργανα, άρχισα αργά με δική μου πρωτοβουλία, γύρω στα 13-14. Θα μπορούσα δηλαδή να είχα ακολουθήσει την πεπατημένη των αδερφών μου και των ξαδέρφων μου, όπου είχε συστηματοποιηθεί η σχέση τους με τη μουσική, εγώ δεν το έκανα αυτό. ».

Σε καλό σου βγήκε τελικά!

Μ. Φ. : «Δεν ξέρω. Πάντα σκέφτομαι, ότι για να το κρίνουμε αυτό πρέπει να γνωρίζουμε και την εναλλακτική εκδοχή, δηλαδή πως θα κατέληγαν τα πράγματα διαφορετικά.».

Οι «Ποδηλάτες» πως προέκυψαν;

Μ. Φ. : «Οι “Ποδηλάτες” ήταν ένα σχήμα το οποίο συστήθηκε χωρίς να υπάρχει κάποιο σχέδιο. Στην αρχή ήταν μια ευκαιριακή σύμπραξη ανθρώπων οι οποίοι κλήθηκαν από το φιλικό περιβάλλον μου για να καλύψουν τις ανάγκες μιας ηχογράφησης, αυτό που έμελλε να ήταν ο πρώτος μας δίσκος. Εκείνη την εποχή βραχυκύκλωσε αυτή η προσπάθεια, δηλαδή δεν εκδόθηκε τελικά ο δίσκος κι έτσι μας έμεινε το συγκρότημα κι αρχίσαμε να παίζουμε ζωντανά. Ήτανε σα να ακυρώθηκε η αφορμή αλλά βρήκαμε την ουσία! Στην πορεία έγινε κι ο δίσκος και κάναμε κι άλλους δυο δίσκους.».

Το 1997 εμφανιστήκατε με το Νταλάρα στην «Ιερά Οδό». Αυτή η συνεργασία - ενός νέου συγκροτήματος με έναν κορυφαίο ερμηνευτή - σας έκανε πιο γνωστούς στο ευρύ κοινό;

Μ. Φ. : «Δε θα το έλεγα αυτό. Νομίζω ότι δεν λειτούργησε ιδιαίτερα προς τα έξω αυτή η προσπάθεια. Εκείνη την εποχή το συγκρότημα βρισκόταν σε μια φάση σχετικής ανάκαμψης, είχαμε κάποια σχετική επιτυχία στη Θεσσαλονίκη και λιγότερη στην Αθήνα, όπου λειτουργούσαμε κάπου σας διασκεδαστές και διασκευαστές. Την εποχή λοιπόν που παίξαμε στην “Ιερά Οδό”, είχαμε σταθεί κάπως στα πόδια μας και παίζαμε σε ακροατήρια ικανά να συντηρήσουν το σχήμα. Ήταν ωραία η συνεργασία αυτή, αλλά δεν αισθάνθηκα ότι ανέβηκα ένα σκαλί, δηλαδή, πιο ουσιαστική ήταν η συνεργασία που έκανα με το Νταλάρα, αργότερα, ως συνθέτης. Νομίζω, η ζωντανή συνεργασία ήταν η αφορμή για να συναντηθούμε αργότερα.».

Το 1998 τερματίστηκε η πορεία των «Ποδηλατών». Γιατί, κατά τη γνώμη σου, συμβαίνει αυτό στη συντριπτική πλειοψηφία των συγκροτημάτων;

Μ. Φ. : «Κι όχι μόνο των συγκροτημάτων, τίποτα δεν διαρκεί για πάντα! Εγώ, να σου πω την αλήθεια, βλέπω με μεγαλύτερη καχυποψία τα συγκροτήματα που συνεχίζουν να υπάρχουν για πολλά χρόνια, παρά αυτά που διαλύονται! Στην περίπτωσή μας υπήρχε ένα τεχνικό πρόβλημα, δηλαδή υπήρχε μια συγκεκριμένη οργανοθεσία που υπαγόρευε μια τάση στον ήχο μας. Και παίξαμε πάνω σ’ αυτό, το ψάξαμε δεξιά κι αριστερά, ανατολικά και δυτικά! Εγώ, χρόνια είχα τραγούδια τα οποία πίεζαν και δεν μπορούσα να τα χωρέσω μέσα σ’ αυτόν τον ήχο, μέσα σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα. Σκεφτόμασταν να κάνουμε ένα συγκρότημα το οποίο να είχε έναν πιο ηλεκτρικό ήχο και να κυκλοφορήσουμε έτσι τον επόμενο δίσκο μας, αλλά, το υλικό ήταν πολύ προσωπικό κι εσωστρεφές κι έτσι προχώρησα στον πρώτο προσωπικό μου δίσκο.».

Στη μοναχική σου πορεία, που ακολουθείς ως σήμερα, οι δισκογραφικές δουλειές σου χαρακτηρίζονται, δημοσιογραφικά, “φαμελλικές”. Πέρα του ότι αυτό υπονοεί ένα προσωπικό στίγμα και μια πρωτοτυπία, που πρέπει να έχει ο κάθε καλλιτέχνης, θα ήθελα να μου πεις που θα κατέτασσες εσύ ο ίδιος μουσικά τον εαυτό σου. Γιατί, πάλι έχω διαβάσει να γράφουν για σένα, ότι δεν είσαι ούτε ακριβώς έντεχνος, ούτε ροκ, ούτε εναλλακτικός, ούτε …

Μ. Φ. : «Κοίταξε, έχω κάποια διαρκή ενδιαφέροντα, που θα έλεγα ότι είμαι αρκετά δυτικότροπος, αλλά πιστεύω ότι αυτό δεν είναι σε βάρος του μεσογειακού μου χαρακτήρα, ίσως μάλιστα να τον φωτίζει περισσότερο. Ένιωθα ότι η Μεσόγειος έχει περισσότερο έδαφος να αναπτυχθείς προς τη Δύση παρά προς την Ανατολή. Αλλά, από την άλλη, δεν ήθελα να παίξω το παιχνίδι με τις ετικέτες. Εμένα δε με διαφωτίζει να πω ότι τώρα θα κάνω κάτι έντεχνο ή κάτι ηλεκτρικό. Ο όρος του έντεχνου είναι από τη φύση του κάπως …».

Προβληματικός.

Μ. Φ. : «Τουλάχιστον! Αυτός που είπες εσύ είναι ένας επιεικής χαρακτηρισμός! Είναι ένα είδος που αυτοαναιρείται. Εγώ θα διατηρούσα τις αποστάσεις μου απ’ αυτήν την τάση. Από την άλλη, δεν θέλησα σε καμία περίπτωση να βολέψω κι αυτούς που ακούνε τη μουσική μου, αλλά ούτε και να δημιουργήσω προδικασμένα, δηλαδή δεν θέλω ο άλλος να ξέρει τι να περιμένει από μένα. Αυτό, βέβαια, ήταν προβληματικό για αρκετά χρόνια κι εξακολουθεί να είναι, στο ότι κινούμαι σ’ αυτήν την γκρίζα περιοχή. Είμαι υπερβολικά ηλεκτρικός για τους έντεχνους κι υπερβολικά ελληνοκεντρικός για τους εναλλακτικούς. Προσπάθησα κι εγώ να με μετακινήσω, αλλά, δεν τα κατάφερα, με βρήκα βαρύ! Βάρυνα φαίνεται και με τα χρόνια.».

Πρέπει να γράφεις και πολύ όμορφα λαϊκά τραγούδια, αν κρίνω από «Τα φαντάσματα», που έδωσες στον Νταλάρα(«Η άσφαλτος που τρέχει», 2001). Κι αν το δούμε κι ευρύτερα, πολλοί ακόμα τραγουδοποιοί, οι Κατσιμιχαίοι, ο Μαχαιρίτσας, ο Πορτοκάλογλου κ.ά., έχουν δώσει εξαιρετικό δείγμα γραφής, με κομμάτια που θα τα λέγαμε κλασικά λαϊκά.

Μ. Φ. : «Με τους δυο Νίκους(Πορτοκάλογλου & Ζιώγαλα) που συνεργάζομαι τώρα, βλέπω ότι αυτοί το έχουν μέσα στον κύριο όγκο της δουλειάς τους το ελληνοκεντρικό στοιχείο. Στην περίπτωση του Ζιώγαλα συνομιλεί με τη δημοτική παράδοση και του Πορτοκάλογλου με το λαϊκό τραγούδι. Εγώ, εκτός από κάποιες περιπτώσεις στις οποίες δεν έδωσα συνέχεια, δεν ξέρω γιατί το έκανα, δεν το έχω συζητήσει αρκετά με τον εαυτό μου. Όπως και με τη “Μαύρη αγάπη”, έναν δίσκο που δεν έψαξα παραπέρα σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Το κάνω με ένα τρόπο λίγο σχιζοφρενικό, δηλαδή κάνω κάποια καθαρόαιμα λαϊκά - επίτρεψέ μου τον χαρακτηρισμό, ίσως να είναι υπερβολικός, ίσως και να μην μου επιτρέπεται – κι από την άλλη συνεχίζω να κάνω και τα άλλα, που δεν συνομιλούν το ένα με το άλλο.  Έχω πάντως αγάπη ευρύτερα στα λαϊκά, απλά αισθάνομαι ότι έχω να σχολιάσω περισσότερα σε μια άλλη γλώσσα. Όσες φορές έγραψα λαϊκά το έκανα περιστασιακά. Επιστρέφω βέβαια σ’ αυτά κατά καιρούς, αλλά τα τελευταία χρόνια έχω απομακρυνθεί κάπως, αισθάνομαι πιο δυνατό το κάλεσμα από την άλλη πλευρά.».

Δηλαδή δεν θα έκανες, κάποια στιγμή, έναν αμιγώς λαϊκό δίσκο;

Μ. Φ. : «Το σκέφτομαι. Τους τελευταίους μήνες έχω αρχίσει και καταπιάνομαι πάλι με το δημώδες κομμάτι, μ’ αυτό που σου ’λεγα πριν για τη “Μαύρη Αγάπη”. Αισθάνομαι ότι κάπου με πηγαίνει χωρίς να το κατευθύνω εγώ, προσπαθώ να πιάσω το νήμα πάλι, δεν ξέρω τι θα συμβεί στο μέλλον. Πάντα ένιωθα πιεστική την ανάγκη να πω πράγματα που άκουγα σε άλλες μουσικές παραδόσεις και στην ξένη μουσική με την οποία μεγάλωνα. Αισθάνομαι δυνατή την πρόκληση ότι υπάρχουν πράγματα που δεν έχουν δοκιμαστεί στο περιβάλλον της ελληνικής γλώσσας. Νιώθω πάντως, για να επανέλθω, ότι το λαϊκό τραγούδι ίσως και να ’ναι μια ολοκληρωμένη τέχνη, δηλαδή να έχει ολοκληρωθεί, να έχει σχηματοποιηθεί και να μην επιδέχεται καμιά βελτίωση, κάτι τέτοιο πιστεύω. Βέβαια, υπάρχουν περιπτώσεις, σαν τον Πορτοκάλογλου ή τον Μάλαμα, οι οποίοι έχουν κάνει σοβαρά βήματα και τομές από το ’90 και μετά.».

Αν θα σε ρώταγα ποιον θεωρείς ως κυρίαρχο λαϊκό ήχο σήμερα, τι θα μου απαντούσες;


Μ. Φ. : «Κοίταξε, θα έλεγα ότι θα έπρεπε να κάνουμε μια διάκριση μεταξύ της έννοιας του λαϊκού της δεκαετίας του ’70 με τη σημερινή έννοια του λαϊκού.».

Κάποιοι λένε ότι, σήμερα, κυρίαρχος ήχος είναι ο ηλεκτρικός, άρα αυτά τα τραγούδια είναι τα λαϊκά της εποχής μας.


Μ. Φ. : «Με ευκολία θα υποστήριζα κι εγώ κάτι τέτοιο, αλλά, ήθελα να σου πω, ότι το τραγούδι που λέγαμε λαϊκό τη δεκαετία του ’60 και του ’70 είχε τη σφραγίδα αυτή, δηλαδή ο όρος λαϊκό έφερνε ένα βάρος. Σήμερα, για μεγαλύτερη ασφάλεια, θα χρησιμοποιούσα τον όρο ευρείας αποδοχής. Το 2010 αυτό που εννοούμε λαϊκό δεν είναι όπως αυτό που εννοούσαμε το 1970. Οι όροι που περιγράφανε αυτό το πλαίσιο δεν υπάρχουν στο σήμερα, δεν μπορείς να τους μεταγράψεις, οπότε δεν ξέρω αν είναι δόκιμο να χρησιμοποιούμε τον όρο, παρά μόνο με τη λογική που σου είπα. Το λαϊκό έχει κάποια συγκεκριμένα μουσικολογικά χαρακτηριστικά, είναι κλειστό, έχει κάποιες συντεταγμένες, έχει το μπουζούκι, τα 9/8, τους συγκεκριμένους δρόμους, ρυθμούς κλπ., άρα δε μιλάμε για το έρεισμα που έχει αυτό το τραγούδι, αλλά για τα τεχνικά του χαρακτηριστικά. Θέτοντας ένα τέτοιο πλαίσιο οδηγούμαστε σε μια άλλη συζήτηση η οποία είτε θα γίνει πολύ τεχνική, ίσως και συντεχνιακή, είτε, δεν θα είναι καθόλου μουσική, θα πάει καθαρά στο κοινωνιολογικό της υπόθεσης. Το λαϊκό τραγούδι τη δεκαετία του ’60 συνέθεσε τάσεις στη μουσική, αλλά συνέδεσε και μια κοινωνία, αφού βρήκανε σ’ αυτό σημείο αναφοράς μάζες από την ύπαιθρο που είχαν αστικοποιηθεί και νεότερα αστικά στρώματα. Δηλαδή το λαϊκό τραγούδι μιλούσε στον εργάτη, μιλούσε και στον Ωνάση! Ήταν μια κοινή αναφορά η οποία έδρασε εξισωτικά στο επίπεδο της μαζικής κουλτούρας. Σήμερα δεν μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτούς τους όρους, θα αδικήσουμε και την ιστορία και το σήμερα, που είναι ζυμώσεις που δεν τις έχουμε αντιληφθεί και τα πράγματα είναι τόσο κατακερματισμένα και τόσο ρευστά που δεν μπορείς να μιλήσεις για κάτι τόσο μαζικό όπως ήταν τότε το λαϊκό τραγούδι.».

  
  
 
 


Αν φύγουμε από το πλαίσιο το μουσικό, ποιο τραγούδι νομίζεις ότι έχει σήμερα ευρεία αποδοχή;


Μ. Φ. : «Σίγουρα, αν έχουμε ως γνώμονα τα ραδιόφωνα, θα λέγαμε ότι η ηλεκτρική ποπ γνωρίζει μια εποχή ακμής.  Αλλά, ξέρεις κάτι; Δεν θέλω να το γενικεύσω, γιατί, πολλές φορές, αυτό δεν αφορά το τραγούδι, αφορά ένα προιόν το οποίο είναι και εικονοποιημένο αρκετά και δεν μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα από την εικόνα του ή την τηλεοπτική του προβολή. Σημασία έχει ότι όλο το παιχνίδι παίζεται σήμερα με άλλους όρους κι αυτό είναι μια πολλή μεγάλη συζήτηση. Εγώ θα μιλούσα για τον πολύ ενεργό ρόλο που σιγά-σιγά διεκδικούν και κερδίζουν κάποιες πιο δημιουργικές μειοψηφίες, όπως είναι, ας πούμε, τα παιδιά που ασχολούνται με το αγγλόφωνο ελληνικό τραγούδι. Εγώ λέω ότι είναι ελληνικό τραγούδι και αυτό, αλλά είναι αγγλόφωνο. ».

Η, παράλληλη, ιδιότητά σου, του παραγωγού, σε δίσκους άλλων, πως ξεκίνησε;

Μ. Φ. : «Ξεκίνησε από μια απόφαση λόγω κάποιων συμπτώσεων. Συναντήθηκα μ’ ένα συγκρότημα στη Θεσσαλονίκη πριν από 12 χρόνια και προσπάθησα να βοηθήσω την υπόθεσή τους σ’ ένα διαδικαστικό επίπεδο κι ελλείψει άλλου περισσότερου ειδικευμένου ως προς τα της παραγωγής βρέθηκα να παίζω αυτό το ρόλο. Πριν βρεθώ αντιμέτωπος μ’ αυτό δεν το ’χα σκεφτεί ποτέ, γιατί  έβρισκα τον εαυτό μου εντελώς ανεπαρκή γι’ αυτό το ρόλο. Κι εξακολουθώ να τον βρίσκω.».

Το κάνεις όμως. Κάνεις παραγωγές.


Μ. Φ. :
«Κοίταξε τα τελευταία χρόνια έχω εστιάσει το ενδιαφέρον μου περισσότερο στους νέους τραγουδοποιούς, όχι ότι ποτέ ξέφυγα από ’κει, αλλά κυρίως προσπαθώ με παιδιά που ξεκινάνε και πιστεύω ότι αξίζουν μια θέση στον ήλιο. Δυστυχώς δεν έχω τη δυνατότητα να βοηθήσω όλους όσους θα ήθελα. Η δική μου ενασχόληση με την παραγωγή γνώρισε μια έξαρση, όπου επεκτάθηκα σε τομείς, δούλεψα με τραγουδιστές σε μεγάλες παραγωγές και τώρα, σιγά-σιγά, επιστρέφω στον πρωταρχικό μου ρόλο, που είναι να στηρίξω νέα πρόσωπα και νέα σχήματα. ».



Πριν περάσω στην τελευταία σου δουλειά, αν θα έκανες έναν απολογισμό ή αν σου ζητούσαν να προτείνεις εσύ ο ίδιος έναν δίσκο σου, ως τον πιο χαρακτηριστικό σου, σε ποιον θα στεκόσουν;

Μ. Φ. : «Ίσως και να ’ναι παραπλανητικό αυτό, γιατί κυρίως αγαπάμε δίσκους. Εγώ αγαπώ περισσότερο τους δίσκους στους οποίους έχω εντοπίσει τις πιο πολλές αδυναμίες. Νιώθω ενοχές, επειδή θα όφειλα να τους φροντίσω περισσότερο.».

Κοιτάζοντας τη δισκογραφία σου, παρατηρώ, ότι τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες σου, εννοώ σε πωλήσεις(χρυσοί και πλατινένιοι δίσκοι), τις έχεις κάνει ως συνθέτης σε δίσκους τραγουδιστών(Νταλάρας και Κότσιρας) κι όχι ως τραγουδοποιός στους προσωπικούς σου δίσκους.

Μ. Φ. : «Ε, δεν έχω εγώ προσωπικά ούτε χρυσό ούτε πλατινένιο. Πάντα είχα την αίσθηση ότι με τη γλώσσα που μιλούσα υπήρχε ένα έλλειμμα συνεννόησης με τα ευρύτερα ακροατήρια. Δηλαδή υπάρχουν τραγουδοποιοί συνομήλικοί μου – το λέω αυτό χωρίς καμιά διάθεση κριτικής, τους εκτιμώ πολύ και τους θαυμάζω κι εγώ – που η σχέση τους με το κοινό δεν δοκιμάστηκε ποτέ. Αναγνώρισε το κοινό τον κώδικά τους από την πρώτη τους δουλειά και, από τη δεκαετία του ’90 κι έκτοτε η σχέση τους με το κοινό λειτούργησε χωρίς ανατροπές. Εγώ αισθανόμουνα ότι έπρεπε να το κερδίζω πάντα αυτό το στοίχημα με πολύ κόπο, χωρίς να το κερδίζω ποτέ μια κι έξω. Άλλα ήθελα να πω εγώ, άλλα ήθελαν να ακούσουν από μένα κι ίσως να υπήρχαν ελλείμματα που έχουν να κάνουν με τη συγκρότηση του χαρακτήρα, την προσωπικότητα, τα οποία δεν μπορούσα να τα εντοπίσω, αλλά κι αν τα εντόπιζα δεν ξέρω αν θα μπορούσα να κάνω τίποτα μ’ αυτά.».

Πως θα την εξηγούσες τότε την επιτυχία σου στους δίσκους των τραγουδιστών; Οφείλεται στη μεγάλη δημοφιλία των συγκεκριμένων ερμηνευτών ή και στο ότι, πιθανόν, τα τραγούδια σου αυτά ήταν πιο βατά για το ευρύ κοινό;

Μ. Φ. : «Δεν έχω κάνει πολλά τέτοια τραγούδια επιτυχίες, νομίζω ότι περισσότερο ήταν εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Ουσιαστικά ήταν ένα – δυο τραγούδια του Κότσιρα που έγιναν μεγάλες επιτυχίες.».

Και του Νταλάρα «Τα φαντάσματα» ακούστηκαν, τα ξαναέβαλε μάλιστα και σε επόμενο live δίσκο του.

Μ. Φ. : «Εντάξει, ακούστηκαν, αλλά δεν ήταν κι η μεγαλύτερη επιτυχία του δίσκου, ούτε το τραγούδι που κίνησε το δίσκο. Δεν ήταν κι ένας ιδιαίτερα επιτυχημένος εμπορικά δίσκος εκείνος(“Η άσφαλτος που τρέχει”), χωρίς να είναι βέβαια ένας αποτυχημένος δίσκος, δεν πήγε θεαματικά θέλω να πω, αν κι άφησε πιστεύω αρκετά τραγούδια.».

Σε εκφράζουν πάντως κι αυτά τα τραγούδια σου.

Μ. Φ. : «Οτιδήποτε υπογράφω είναι κάτι το οποίο το προτείνω, τη στιγμή που το κάνω τουλάχιστον.».

Έχεις αποκηρύξει τραγούδια σου;

Μ. Φ. : «Τραγούδια σαν τραγούδια δεν έχω αποκηρύξει συνολικά, αλλά τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκα μερικά τραγούδια ναι. Πιστεύω ότι πολλές φορές ήταν σε εντελώς λάθος κατεύθυνση.».

Και να έρθουμε στη νέα σου δουλειά(«Η στιγμή που κρατάει για πάντα», LYRA 2009). Γράφτηκε, ως προς τον ήχο, ότι είναι η ελληνική εκδοχή της σύγχρονης βρετανικής ροκ σκηνής. Συμφωνείς εσύ;

Μ. Φ. : «Η σύγχρονη βρετανική ροκ σκηνή έχει πολλές εκφράσεις. Δεν υπάρχει δηλαδή ένας ήχος που μπορείς να πεις αυτός είναι βρετανικός και κάποιος άλλος δεν είναι. Αυτό που εμείς ονομάζουμε σκηνή είναι μια πανδαισία υποσκηνών, χρωμάτων, υποχρωμάτων, τάσεων κι αντιθέσεων. Συμβαίνει πλέον τόσο δίπλα μας αυτό, μπορούμε αν μας ενδιαφέρει να το παρακολουθήσουμε τόσο στενά κι επίσης συμβαίνει και σε πάρα πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπως, σαφώς και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, άρα δεν μπορείς να πεις ότι είναι μόνο βρετανική σκηνή. Δηλαδή είναι σα να το λέμε αυτό απ’ έξω, απ’ έξω. Αν θες να δεις την ουσία του πράγματος, όσον αφορά το δίσκο μου, αντλεί από τη σύγχρονη μουσική σκηνή, επειδή είναι μια δουλειά που κυκλοφόρησε σήμερα και θέλει να μιλάει τη γλώσσα του σήμερα. Και μάλλον πάλλεται απ’ αυτήν! Δεν το κάνει αυτό για να δείχνει απλά σύγχρονη και ψαγμένη, αλλά επειδή αυτό τη συγκινεί.».

Στιχουργικά θα έλεγα ότι είναι ο γνωστός ευρηματικός, παιγνιώδης, αλλά κι ευαίσθητος Φάμελλος. Αλήθεια θεωρείς ότι κάποιες συγκεκριμένες ποιητικές και στιχουργικές πένες σε έχουν επηρεάσει στο ύφος ή και στον τρόπο της γραφής σου;

Μ. Φ. : «Ναι, βέβαια. Πάρα πολλοί άνθρωποι μ’ έχουν επηρεάσει. Κι οι Έλληνες ποιητές, σύγχρονοι και παλιότεροι, αλλά κι η παράδοση των μεγάλων τραγουδοποιών της ημεδαπής και της αλλοδαπής.».

«Η στιγμή που κρατάει για πάντα». Ποιες είναι αυτές οι στιγμές;

Μ. Φ. : «Αυτό είναι πια πολλή μεγάλη συζήτηση. Είναι δύσκολο να τη χωρέσουμε μέσα σε μια στιγμή. Πρέπει αυτή η στιγμή να είναι η στιγμή που κρατάει για πάντα! Μέσα απ’ αυτό το λογοπαίγνιο εννοώ τη στιγμή που περιέχει το πάντα, που καταλύει το χρόνο, συγχωνεύει το χρόνο ως τρέχοντα αλλά κι ως ανάμνηση, είναι μια στιγμή η οποία όμως περνάει από το χέρι σου κατά πόσο θα κρατήσει για πάντα. Θα κρατήσει όσο μπορεί να υπάρχει στις στιγμές που έρχονται κι όσο μπορεί να είναι ενεργή σ’ αυτές τις στιγμές και να μην είναι ανάμνηση, ούτε οδυρμός, ούτε νοσταλγία, αλλά να είναι φωτεινή και δημιουργική. Ακόμα κι η σκιά της δύσκολης ίσως στιγμής.».

«Ένα δέντρο μοναχό». Είσαι άνθρωπος της πόλης ή της φύσης;

Μ. Φ. : «Αυτό είναι το τελευταίο τραγούδι που έκανα στο δίσκο, είναι ένα τραγούδι που έκανα ψάχνοντας κάποιους κώδικες της πατριδογνωσίας. Μπορεί να θεωρηθεί μια προσπάθεια συνέχειας σε πολλές απόπειρες που ’χα κάνει με τους “Ποδηλάτες” κι αργότερα. Η φύση μας είναι η πόλη! Μεγαλώσαμε μέσα σε μια πόλη, τη φύση την ερμηνεύουμε μέσα από το φίλτρο της πόλης, απ’ τον κώδικα που ’χει τυπωθεί μέσα μας από τη ζωή μας εδώ.».

Δεν έχεις δηλαδή τάσης φυγής; Δεν “παίρνεις τα βουνά”;


Μ. Φ. : «Πως δεν έχω! Τις θάλασσες παίρνω και τις ερήμους! Μάλλον θέλω να αρχίσω από το μηδέν πάλι. Θα σου πω μια ιστορία. Κάποτε γνώρισα μια κοπέλα στην Αμερική, που μου μιλούσε απαξιωτικά για τη μάνα της. Ήμασταν στην Καλιφόρνια, ήταν άνοιξη, όλα ανθισμένα, ρυάκια, ποτάμια, πουλιά, δέντρα. Και τη ρώτησα, η μαμά σου με τι ασχολείται; Και μου είπε, η μαμά μου είναι tree hugger , ότι την είχε ψιλοπαρατήσει κι είχε ενταχθεί σε μια φυσιολατρική ομάδα, όπου τους έλεγε, απαξιωτικά, “αυτοί που αγκαλιάζουν τα δέντρα”! Εμείς το έχουμε στερηθεί τόσο πολύ αυτό, την επαφή με τη χλωρίδα και την πανίδα και της είπα, γιατί μιλάς έτσι; Είναι πολύ ωραίο να αγκαλιάζεις ένα δέντρο!».

Ίσως η μητέρα της κοπέλας να αγκάλιαζε μόνο τα δέντρα κι όχι την ίδια της την κόρη.


Μ. Φ. :
«Εγώ θέλω να τα συνθέσω αυτά και να αγκαλιάζομαι με τους ανθρώπους κάτω απ’ τα δέντρα!».

«Μα εγώ βλέπω μόνο ένα τρένο/να περνά κι όλο πίσω να μένω», λες στο τραγούδι σου «Τι σημαίνει ένα τρένο;». Αισθάνεσαι ότι έχεις χάσει κάποιο τρένο στη ζωή σου;

Μ. Φ. : «Χάνουμε τα τρένα, αλλά, σιγά-σιγά οφείλουμε να συμφιλιωθούμε με το ότι δεν μπορούμε να ανέβουμε σ’ όλα τα τρένα. Κάποια θα φύγουν χωρίς εμάς ή και κάποια άλλα τα οποία φεύγουν με εμάς επιβάτες καλύτερα να έφευγαν χωρίς εμάς!».

«Αυτόματος πιλότος». Σε τέτοια φάση είμαστε γενικότερα σήμερα ως κοινωνία;

Μ. Φ. : «Δεν μπορείς να το περιορίσεις στην ελληνική πραγματικότητα. Το σχόλιο του συγκεκριμένου τραγουδιού μιλάει για την ανθρωπότητα συνολικά. Είναι εύστοχη πάντως η παρατήρησή σου αυτή.».

Μιλώ για την απάθεια του καναπέ. Ειπώθηκε πως μόνο τα περσινά «Δεκεμβριανά» ταρακούνησαν λίγο τα πράγματα.

Μ. Φ. : «Ναι! Για να επιβεβαιώσουν την απάθεια! Δηλαδή όσοι ήταν απαθείς βρήκαν ένα άλλοθι να παραμείνουν, νομιμοποιήθηκε η απάθειά τους.».

Ο Αττίκ πως κόλλησε στο δίσκο;

Μ. Φ. : «Δεν ξέρω αν κόλλησε! Εγώ το έκανα πάντως.  Το έπαιζα αυτό το τραγούδι κι ένα βράδυ το δοκιμάσαμε και λειτούργησε σε μας, φάνταζε ωραίο εκείνη τη στιγμή και το βάλαμε στο δίσκο.».

«Το τέλος του κόσμου». Έχεις μηδενιστικές φοβίες για το τέλος;   

Μ. Φ. : «Αυτό το τραγούδι είναι ένας φόρος τιμής σ’ έναν συγγραφέα τον οποίο αγάπησα πάρα πολύ, όταν τον διάβαζα στην όψιμη εφηβεία μου και στην πρώιμη νεότητά μου. Είναι ο Kurt Vonnegut, ο οποίος μ’ έναν σκωπτικό τρόπο έχει μιλήσει για τα επικείμενα σενάρια καταστροφής, αλλά και τα φοβικά σύνδρομα που βασανίζουν τους ανθρώπους σε σχέση με το αδιευκρίνιστο του μέλλοντος και την ανθρώπινη αδυναμία απέναντι στις κοσμογονικές εξελίξεις. Ίσως ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να οδηγηθεί ένα θεός ξέρει που, να έχει απελευθερώσει δυνάμεις που τελικά τον οδηγούν ένας θεός ξέρει που.».

Από τη μια το «Κατοικίδιο φάντασμα» που κατοικεί κάτω από το κρεβάτι σου, από την άλλη «Τα φαντάσματα». Μήπως, τελικά, σου ασκούν μια γοητεία τα φαντάσματα;  

Μ. Φ. :
«Έγραψα αυτό το τραγούδι παρακολουθώντας ένα επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς “Η ζώνη του Λυκόφωτος”, όπου κάτω απ’ το κρεβάτι ενός νεαρού παιδιού, κατοικεί ο shadow man, ο άνθρωπος – σκιά, ο οποίος, ενώ είναι φιλικός με τον ξενιστή του, κάποια στιγμή στρέφεται εναντίον του. Αλλά εγώ ήθελα να πω και κάτι περισσότερο για τον άνθρωπο, για το σκιώδη εαυτό μας. Είναι ο εαυτός που δεν εκδηλώνεται προς τα έξω, αλλά προς τα μέσα και μας ακολουθεί παντού. Είναι και γέρος είναι και παιδί, είναι το αρνητικό μας.»



*Πρώτη δημοσίευση : περιοδικό «ΑΥΛΑΙΑ», τεύχος 60(2009), σελ. 44-47.

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Γι’ αυτό που είμαι σίγουρη για μένα είναι πως αγαπάω με ερωτικό πάθος τον Άνθρωπο.
Κατερίνα Γώγου

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

24/1/2012 Πέθανε σε νοσοκομείο της Αθήνας, λίγες ώρες μετά από τροχαίο δυστύχημα ο σκηνοθέτης Θεόδωρος Αγγελόπουλος.

ΤΥΧΑΙΑ TAGS