152 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
17.08.2018
Ορφέας | Main Feed

Μουσική αρχειοθήκη

Τάσος Π. Καραντής

Διονύσης Τσακνής: «Ποτέ μου δεν απέκλεισα ένα είδος μουσικής»


Συνέντευξη στον Τάσο Π. Καραντή



Ο Διονύσης Τσακνής είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς και διαχρονικούς τραγουδοποιούς, αφού μετρά, ήδη, 27 επιτυχημένα χρόνια στη δισκογραφία. Φέτος(2009), όμως, κυκλοφόρησε, από τη LEGEND, τον πρώτο του δίσκο ως τραγουδιστής! Και, πράγματι, στη νέα του αυτή δουλειά(«Οι φίλοι μου είμαι εγώ»), ο Τσακνής τραγουδάει τραγούδια φίλων και συναδέλφων του, προσεγγίζοντάς τα ερμηνευτικά, όπως το εξηγεί ο ίδιος, με τον τρόπο του δημιουργού.
Με αφορμή τον καινούριο του δίσκο, τον συνάντησα στο θέατρο «Πορεία», όπου έκανε πρόβες για την παράσταση «Χοηφόρες» του Αισχύλου, που ανέβασε το καλοκαίρι το Θεσσαλικό Θέατρο κι είχα την ευκαιρία να απολαύσω τον καίριο λόγο του, σε μια κουβέντα που ξεκίνησε από τα πρώτα του βήματα στο χώρο του τραγουδιού κι έφτασε ως το νέο του δίσκο. Δεν έλειψαν φυσικά, οι αναφορές σε αγαπημένες συνεργασίες, τραγούδια και δίσκους, ενώ, κατέθεσε τις απόψεις του για τις δισκογραφικές εταιρείες, αλλά και το σύγχρονο πολιτικό τραγούδι.   


Σπούδασες οικονομικά και μουσική και τελικά σε κέρδισε η δεύτερη. Υπήρχε κάποιο καθοριστικό γεγονός που έγειρε την πλάστιγγα προς τη μουσική ή, εξ αρχής, τα οικονομικά έρχονταν σε δεύτερη μοίρα;

«Θα μπορούσα να ολοκληρώσω και τα μαθηματικά, αλλά αυτό δε σημαίνει τίποτα. Το τι επιλέγεις τελικά, για επάγγελμα ή για το τι θα σε εκφράζει σε καθημερινή βάση ολοκληρωτικά, είναι ένα πράγμα που έρχεται αργότερα, δεν έρχεται μόνο απ’ τα παιδικά χρόνια όπως λένε, έρχεται κι ύστερα από μια σύγκριση, μετά από μια ωρίμανση και μετά από μια οριοθέτηση των επιλογών σου. Κάπως έτσι με κέρδισε η μουσική.».

Κυκλοφόρησες τον πρώτο σου δίσκο(«Η μπαλάντα του ταξιδιώτη») το 1983 και, πιο επαγγελματικά, μπήκες στη δισκογραφία το 1986, με τον, εξ ημισείας με τη Σοφία Βόσσου, δίσκο σου(«Καλή ακρόαση»). Αυτός ήταν από την αρχή ο στόχος σου, να δισκογραφήσεις τα τραγούδια σου ερμηνεύοντάς τα ο ίδιος, μέσα απ’ την ιδιότητα του τραγουδοποιού;  

«Κανένας δεν ξεκινάει με μια λογική, ότι, εγώ, θα γίνω, ας πούμε, καθηγητής μουσικής. Όλοι όσοι ξεκινάμε με τη μουσική και θέλουμε να έχουμε μια επαγγελματική σχέση μαζί της, το όνειρό μας είναι να αφήσουμε το μουσικό μας στίγμα. Υπάρχει αυτός ο, θεμιτός, εγωισμός των νέων ανθρώπων που ασχολούνται με τη μουσική. Έχοντας αποταμιεύσει πολλά ακούσματα κι έχοντας δεχτεί πάρα πολλές επιρροές, θέλουμε να κάνουμε κάτι δικό μας και να βάλουμε το προσωπικό μας λιθαράκι στην ιστορία της μουσικής μας.».

Ήταν τότε, σε σχέση με τώρα, πιο εύκολα τα πράγματα, για να μπει κανείς στη δισκογραφία;

«’Ηταν πιο εύκολα, με την έννοια την εξής, ότι, μπορεί να έτρωγες διάφορες απορρίψεις – εγώ, ευτυχώς, δεν ανήκω σ’ αυτήν την κατηγορία – αλλά είχες τη δυνατότητα να σε ακούσει κάποιος, μπορεί να σε απέρριπτε για διάφορους λόγους, αλλά σε άκουγε. Σήμερα δεν ακούει κανείς τίποτα καινούριο. Κανένας μουσικός παραγωγός δεν ακούει, έτσι όπως οι μουσικοί παραγωγοί του παρελθόντος άκουγαν νέα ρεύματα, νέους μουσικούς, νέες προτάσεις. Σήμερα, στα γραφεία των δισκογραφικών εταιρειών – όσες έχουν απομείνει κι έχουν ακόμα ελληνικό ρεπερτόριο – είναι στοιβαγμένα cd νέων ανθρώπων, που έχουν μια φιλοδοξία, αλλά, κανένας δεν θα τ’ ακούσει. Αν ακουστεί κάτι, θα ’ναι από τύχη, όχι από ψάξιμο.».

Μουσικά και στιχουργικά – αφού και τα δυο λειτουργούν ενιαία μέσα σου – ποιες είναι οι επιρροές σου;

«Με επηρέασαν τα διαβάσματά μου, τόσο στη λογοτεχνία, όσο και στην ποίηση. Όταν διαβάζεις πολύ ποίηση, είναι λογικό να δεχτείς επηρεασμούς. Εγώ, πάντα, διάβαζα ποίηση κι άκουγα. Είχα τ’ αυτιά μου ανοιχτά σ’ όλα τα ρεύματα και σ’ όλα τα είδη της μουσικής, δεν απέκλεισα ποτέ κανένα είδος της. Πάντα θεωρούσα ότι το αυθεντικό, το αληθινό είναι κι ωραίο. Κι, αυθεντικά κι αληθινά πράγματα, μπορείς ν’ ακούσεις από τη δημοτική μουσική, που λατρεύω, ως τη ροκ. Επομένως, η μουσική, χωρίς ταμπέλες και προκαταλήψεις, μπορεί ν’ ανοίξει τους ορίζοντες και να διευρύνει τις επιρροές ενός ανθρώπου που ενδιαφέρεται γι’ αυτήν. Δηλαδή, εγώ, έχω επιρροές από τον Τσιτσάνη ως τους Beatles, αλλά κι από την κλασική μουσική, που άκουγα από μικρός λόγω του πατέρα μου. Ποτέ μου δεν απέκλεισα ένα είδος μουσικής. Κι αυτό, εκ των υστέρων, όπως το διαπιστώνω, με κάνει πάρα πολύ υπερήφανο, γιατί δεν είμαι αναγνωρίσιμος. Μπορεί να κάνω μια δουλειά - όπως τώρα, στις “Χοηφόρες” με το “Θεσσαλικό” και τον Κώστα Τσιάνο – και να υπάρχουν μόνο δημοτικά μοτίβα και να μην πιστεύει ο άλλος ότι το ’γραψα εγώ, γιατί θα ανέμενε από μένα ίσως κάτι πιο ηλεκτρικό. Κι είμαι πολύ χαρούμενος γι’ αυτό. Νομίζω ότι κάποια πράγματα στην πορεία μου τα οφείλω στο γεγονός ότι είχα ανοιχτά μυαλά κι αυτιά!».
 
Όσους στιχουργούς έχεις σποραδικά μελοποιήσει (Μάνος Ελευθερίου, Κώστας Τριπολίτης, Άλκης Αλκαίος, Παρασκευάς Καρασούλος, Οδυσσέας Ιωάννου), ανήκουν στις πιο ποιητικές πένες του τραγουδιού. Αυτού του είδους η στιχουργία σε εκφράζει περισσότερο;

«Ναι. Νομίζω ότι είναι πράγματα τα οποία θα μπορούσα να ’χα γράψει κι εγώ εν δυνάμει.».
    
Με τον Κώστα Τριπολίτη έχεις κάνει και μια ολοκληρωμένη δουλειά, τις «Γέφυρες»(2002). Πως προέκυψε αυτή η ιδιαίτερη συνεργασία μέσα απ’ αυτόν τον κύκλο τραγουδιών;    

«Αυτός ο κύκλος τραγουδιών ξεκίνησε από ένα τηλεφώνημα το οποίο κράτησε δυο χρόνια! Το 2000 του τηλεφώνησα για να ζητήσω την άδεια του  να συμπεριλάβω το “Ανεμολόγιο”, στη ζωντανή ηχογράφηση της συναυλίας που θα έκανα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με τη Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ. Παρότι είχαμε συνεργαστεί στο παρελθόν, στο “Τρίτο μάτι” κι είμαστε και φίλοι, για λόγους τακτ του τηλεφώνησα για να του ζητήσω την άδεια, όπως κι από τον Θάνο Μικρούτσικο βέβαια. Τότε, λοιπόν, του πρότεινα και το συζητήσαμε, να κάνουμε ένα δίσκο, που να καταγράφει με τον δικό του ιδιαίτερο στιχουργικό τρόπο τις συνθήκες που περνάμε. Το κάναμε, αλλά ήμασταν άτυχοι, γιατί η εταιρεία στην οποία τον εκδώσαμε, έκλεισε δυο μήνες μετά την έκδοσή του! Πάντα, όμως, στις συναυλίες μου παίζω τραγούδια απ’ αυτή τη δουλειά και βλέπω ότι έχουν πολλή μεγάλη αποδοχή.».

Έχουν τραγουδήσει τραγούδια σου πολλές και διαφορετικού ύφους φωνές, από το Νταλάρα, το Μητροπάνο, το Μητσιά, τη Γαλάνη και τη Βιτάλη ως τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, το Μάλαμα και τον Περίδη, αλλά και τον Πασχάλη Τερζή, την Πίτσα Παπαδοπούλου και το Νίκο Κουρκούλη. Παρατηρώ δηλαδή ότι οι συνεργασίες σου με τραγουδιστές εκτείνονται σε όλο το φάσμα του ελληνικού τραγουδιού, χωρίς ταμπού και προκαταλήψεις. Πως γίνεται, κάθε φορά, η επιλογή μιας φωνής;

«Οι περισσότερες συνεργασίες μου προκύπτουν από τις ανάγκες των τραγουδιών μου. Όταν για μια ταινία του Γιάννη Διαμαντόπουλου, έπρεπε να γραφτεί ένα τραγούδι που να παραπέμπει σε λαϊκό μαγαζί της δεκαετίας του ’70, έπρεπε και να επιλεγεί, τηρουμένων των αναλογιών, ένας, σημερινός, αντίστοιχος τραγουδιστής. Έτσι επιλέχτηκε, για το συγκεκριμένο τραγούδι, ο Νίκος Κουρκούλης, ο οποίος είναι ένα θαυμάσιο παιδί κι έχει και πολύ καλή φωνή. Το ίδιο έγινε με όλες μου τις συνεργασίες. Οι ανάγκες των τραγουδιών κι οι λόγοι για τους οποίους γράφτηκαν, σε οδηγούν στον ερμηνευτή.».  

Ένα πρόσωπο που έχεις δεθεί μαζί του για παραπάνω από 10 χρόνια, σε ζωντανές εμφανίσεις, οι οποίες αποτυπώθηκαν και δισκογραφικά, είναι ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας. Τι κράτησε τόσο ισχυρή αυτήν την πολύχρονη καλλιτεχνική σχέση;

«Η αγάπη, η εκτίμηση κι ο σεβασμός του ενός προς τον άλλον. Σεβαστήκαμε ο ένας την ιδιαιτερότητα του άλλου σε όλες τις εκφάνσεις, από το τι τραγούδια έχει γράψει μέχρι το πώς συμπεριφέρεται καθημερινά. Η σχέση μας με το Λαυρέντη εξακολουθεί να είναι μια σχέση που δεν έχει αντίστοιχο στην ελληνική μουσική. Τέτοια αντιστοιχία συνεργασίας, φιλίας, συγγένειας, σταματήματος της συνεργασίας κι εξακολούθησης της σχέσης δεν υπάρχει. Συνήθως, αυτοί που σταματούν να συνεργάζονται για ένα διάστημα τσακώνονται και τέλος! Για εμάς το μέλλον είναι μπροστά! Σκεφτόμαστε να ξαναδουλέψουμε με το Λαυρέντη.».

Η συνεργασία σου με το Μίκη Θεοδωράκη, όπου, το 2000, σου ανέθεσε την εκ νέου μελοποίηση του έργου του «Ο ήλιος κι ο χρόνος», πως προέκυψε;

«Για μένα, το ότι με επέλεξε ο δάσκαλος να κάνω μια εκ νέου μελοποίηση ενός σπουδαίου έργου του, με συγκίνησε βαθύτατα και με κολάκεψε απίστευτα. Το παρουσιάσαμε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το 2000. Είναι ένα από τα παράσημα που νομίζω ότι έχω.».

Υπάρχει στο δίσκο σου «Αλήτης καιρός»(1991), ένα τραγούδι σου(«Νοέμβρης ‘90(17 χρόνια μετά)», που το ερμηνεύεις μαζί με το Νταλάρα, το οποίο καταγράφει μοναδικά την πορεία της γενιάς, αλλά και του οράματος του Πολυτεχνείου. Θα ήθελα να μου πεις την ιστορία της “γέννησης” αυτού του τραγουδιού σου.   

«Αυτόματα γεννήθηκε, δεν ήταν αποτέλεσμα σκέψης, ούτε σχεδίου. Κάποια μέρα, εκεί που καθόμουνα στο γραφείο μου στην Καρδίτσα κι εν όψει των παρθενικών εμφανίσεων που θα έκανα στην Αθήνα το Νοέμβρη του ’90, είπα να παρουσιάσω δυο καινούρια τραγούδια. Άρχισα, λοιπόν, να γράφω και δεν σταματούσα. Το τραγούδι αυτό, καθώς και το “Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον”, είναι δύο τραγούδια που γράφτηκαν διά της αυτομάτου γραφής. Σαν ποτάμι έφευγε το χέρι κι ο λόγος. Μαύριζε η άσπρη σελίδα, χωρίς διορθώσεις κι επεξεργασίες.».

Γράφτηκαν δηλαδή πρώτα οι στίχοι και μετά μπήκε η μουσική;

«Ναι. Εγώ συνήθως δουλεύω ταυτόχρονα στίχους και μουσική, αλλά, αυτά τα δυο τραγούδια, είναι τα μοναδικά στα οποία γράφτηκε πρώτα ο στίχος.».

Το ότι το τραγούδι αυτό, γράφτηκε ακριβώς 17 χρόνια από την επέτειο του Πολυτεχνείου, το 1990, έχει καμιά σχέση με την τότε - αυτής της εποχής, των αρχών της δεκαετίας του ’90 - πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα;

«Όχι, όχι. Πιστεύω όμως, ότι η απόσταση πρέπει να παίζει ένα ρόλο, καλό είναι να μη γράφουμε εν θερμώ. Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από το Πολυτεχνείο κι αυτό το καταστάλαγμα που συνέβη μέσα μου, είχε ως αποτέλεσμα το γράψιμο αυτού του τραγουδιού.».

Η συμμετοχή του Νταλάρα στο «Νοέμβρη του ’90» ήταν συμβολική; Μια κι είναι ένας ερμηνευτής που συνδέθηκε την περίοδο της μεταπολίτευσης με το πολιτικό τραγούδι.

«Θα μπορούσε να ’ναι κι έτσι, αλλά, όχι, πάλι τυχαίο είναι το περιστατικό. Τότε, μόλις τελείωσα τις παραστάσεις μου στην Αθήνα, στις αρχές του ’91 εμφανίστηκα και στη Θεσσαλονίκη. Το ίδιο διάστημα εμφανιζόντουσαν στη Θεσσαλονίκη ο Γιώργος(Νταλάρας) μαζί με το Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Μια μέρα που είχα ρεπό πήγα και τους άκουσα, πήγα στα καμαρίνια, μιλήσαμε και μου είπαν ότι θέλουν κι αυτοί να έρθουν να με ακούσουν. Ήρθαν με άκουσαν και του Γιώργου του άρεσε το τραγούδι και μου ζήτησε να το πούμε μαζί όταν το δισκογραφήσω. Του απάντησα, με μεγάλη μου χαρά!».    

Είσαι 27 χρόνια στο τραγούδι με αντίστοιχες δισκογραφικές δουλειές. Σε ποιες θα στεκόσουν περισσότερο για λόγους συναισθηματικούς αλλά και καθοριστικούς;

«Στο “Φάντασμα απ’ το παρελθόν” και στο “Τι γυρεύεις στον ύπνο μου πατέρα”, η προπέρσινη δουλειά μου. Είναι, ίσως, οι δυο μόνοι δίσκοι μου που έχουν ένα κόνσεπτ, έχουν μια κεντρική ιδέα κι αφηγούνται μια ιστορία, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο τραγούδι. Είναι δυο δίσκοι τελείως προσωπικοί, ο ένας αφορά τη σχέση μου με την Αριστερά κι ο άλλος αφορά την σχέση μου με τον πατέρα μου. Και οι δυο έντονες και τραυματικές σχέσεις.».

Η συγγραφική πλευρά σου, με την έκδοση βιβλίων και, κυρίως, την αρθρογραφία σου στην «Ελευθεροτυπία» κι άλλα περιοδικά, λειτουργεί ως μια, πιο ευθεία κι “ωμή”, πολιτική παρέμβασή σου στα πράγματα, απ’ ότι μέσα από την ευγένεια, που πάντα εμπεριέχει το τραγούδι και, γενικότερα, η τέχνη;

«Μπορεί να ’ναι κι έτσι, αλλά είναι κι οι δυο πλευρές της ίδιας ανάγκης για έκφραση κι επικοινωνία. Αλλιώς εκφράζεσαι μ’ ένα κείμενο, αλλιώς μ’ ένα θεωρητικό κείμενο, αλλιώς μ’ ένα πολιτικό κείμενο, αλλιώς μ’ ένα τραγούδι. Αλλά, μ’ όλες αυτές τις μορφές του γραπτού λόγου, την ίδια ανάγκη υπηρετείς, την ανάγκη της επικοινωνίας.».

  
 


Το 2003 κατήγγειλες τη UNIVERSAL, η οποία απέρριψε τα νέα σου, τότε, τραγούδια κι έτσι στράφηκες στην ανεξάρτητη παραγωγή, κυκλοφορώντας, μ’ αυτόν τον τρόπο, το 2004, τη δουλειά σου «Μια ζωή αλλού».

«Τα απέρριψε στιχουργικά! Ήταν ο πρώτος δίσκος που έκανα με συνεργασία στιχουργών, γιατί, μέχρι τότε, η συντριπτική πλειοψηφία των τραγουδιών μου ήταν σε δικούς μου στίχους. Αυτή τη φορά προτίμησα να συνεργαστώ με άξιους συναδέλφους, όπως το Μάνο Ελευθερίου, το Σωκράτη Μάλαμα, τον Οδυσσέα Ιωάννου και τη Λίνα Δημοπούλου. Κι η δισκογραφική UNIVERSAL θεώρησε ότι τα τραγούδια αυτά, όσον αφορά το στίχο τους, είχαν μια πάρα πολλή μεγάλη αδυναμία! Το λιγότερο που θα μπορούσα να κάνω ήταν να καταγγείλω τη σύμβασή μου και να τους πω ότι είναι άσχετοι, ότι εκτός από λογιστές, δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν τίποτα άλλο κι ότι δεν μπορούν να επεμβαίνουν στο καλλιτεχνικό έργο ανθρώπων, οι οποίοι έχουν δώσει εξετάσεις κι έχουν περάσει με μεγάλη επιτυχία στο χώρο του τραγουδιού.
Έβγαλα λοιπόν το δίσκο ως ανεξάρτητη παραγωγή κι άνοιξα ένα δρόμο για τη μείωση της τιμής του cd. Το 2003 ήμουν ο μόνος αναγνωρίσιμος καλλιτέχνης, με την όποια δημοφιλία είχα κι έχω, ο οποίος τόλμησε να πει ότι το cd θα πωλείται 10 ως 12 ευρώ το ανώτερο, όταν τα cd τότε ‘καναν 20.».  

Από το 2007 σε βρίσκουμε σε μια άλλη δισκογραφική εταιρεία, τη LEGEND. Μήπως, τελικά, οφείλουμε να αποδεχτούμε, ότι εφόσον κι η τέχνη διατίθεται και πωλείται, έχει - ως εμπορικό πλέον προιόν – ανάγκη τις εταιρείες για να παραχθεί, διακινηθεί και γνωστοποιηθεί στο ευρύ κοινό;

«Μέχρι τώρα ναι. Από τώρα και πέρα, με το διαδίκτυο κλπ., δεν ξέρω τι γίνεται, θ’ ανοίξουν κι άλλοι δρόμοι επικοινωνίας του καλλιτέχνη με το κοινό. Θεωρώ ότι το μέλλον ανήκει στις μικρές ελληνικές εταιρείες, στις ανεξάρτητες παραγωγές και στο διαδίκτυο. Οι πολυεθνικές εταιρείες, όσον αφορά το ελληνικό ρεπερτόριο, έχουν πεθάνει, δεν ξέρω αν το ξέρουν οι ίδιες, πάντως, έχουν πεθάνει! Και, σιγά-σιγά, θα τα μαζέψουν τα μπογαλάκια τους κι, εκτός από διανομή ξένου ρεπερτορίου, δεν πρόκειται να ασχοληθούν μ’ αυτό που λέγεται ελληνικό τραγούδι. Άλλωστε, ο ρόλος των πολυεθνικών εταιρειών είναι, για λόγους πολιτικής, να χτυπήσουν το ελληνικό τραγούδι, όχι να το αναδείξουν.
Η LEGEND τώρα, είναι ελληνική εταιρεία. Έχει επικεφαλή έναν άνθρωπο “τρελό” με τη μουσική, με την καλή έννοια του όρου τρελό, να φανταστείς ότι το δικό μου δίσκο τον γύρισε πίσω και ξανάγιναν μίξεις από την αρχή, επειδή κάτι τον ενοχλούσε στις μίξεις. Ξέρεις τι λεφτά είναι αυτά; Δηλαδή, ένας άνθρωπος που αδιαφορεί για το κόστος, αλλά ενδιαφέρεται για το αποτέλεσμα, σε μια εποχή που οι δίσκοι δεν θα βγάλουν τόσα πολλά έσοδα σε σχέση με το παρελθόν, πάει να πει ότι έχει μια “τρέλα”. Αυτήν την “τρέλα” την εμπιστεύομαι!».
   
Ο νέος δίσκος σου «Οι φίλοι μου είμαι εγώ»(LEGEND/2009), είναι ο πολυσυλλεκτικός δίσκος ενός τραγουδιστή. Πως πήρες αυτήν την απόφαση;     

«Ακριβώς έτσι είναι, ο δίσκος ενός τραγουδιστή. Ιδέα του Γιαννίκου ήταν κι αυτό και του παραγωγού μου, του Γιώργου του Μακράκη. Η άποψή τους ήταν ότι δε δίνω μεγάλη σημασία στην ερμηνεία, ενώ, με θεωρούν καλό ερμηνευτή. Κι ένας τρόπος ήταν να απαλλαγώ από το άγχος της δημιουργίας και να επικεντρωθώ στην ερμηνεία. Έτσι, τα τραγούδια που μου έδωσαν οι συνάδελφοί μου και φίλοι μου, είναι τραγούδια τα οποία τα “πείραξα” κι έβαλα την προσωπική μου άποψη μέσα σ’ αυτά. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να τα τραγουδήσω όπως θα τα τραγουδούσε ένας τραγουδιστής, έπρεπε να βρω έναν τρόπο να τα προσεγγίσω, ως δημιουργός κι αυτό, νομίζω, έχει ένα ενδιαφέρον, γι’ αυτό, αυτός ο δίσκος, με χαρά διαπιστώνω, έχει μια ανταπόκριση.».

Ανήκεις στους πιο πολιτικοποιημένους καλλιτέχνες. Και μ’ αυτό σου το ισχυρό προφίλ θα ήθελα να ολοκληρώσουμε την κουβέντα μας, ρωτώντας σε ευθέως : Νομίζεις ότι υπάρχει σήμερα ένα ξεκάθαρο πολιτικό τραγούδι που να λέει τα πράγματα με το όνομά τους, αφυπνίζοντας συνειδήσεις;

«Διαμορφώνεται. Μπορεί να αλλάξανε οι εποχές, γι’ αυτό κι ο τρόπος, σήμερα, να συγκινήσεις μέσα από ένα πολιτικό τραγούδι, να μην είναι ο ίδιος τρόπος που, άλλοτε, το ίδιο τραγούδι συγκινούσε. Αλλά, πιστεύω, ότι διαμορφώνεται μία στιχουργική που πλέον, θα μπορούσε κάποιος να την πει ότι είναι το σύγχρονο πολιτικό τραγούδι, το σημερινό πολιτικό τραγούδι. Πάντα θα γράφεται τέτοιο. Για ένα μεγάλο διάστημα το σνομπάρισαν κι οι δημιουργοί, αλλά τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά απ’ ότι ήταν πριν χρόνια. Οι δυσκολίες, πλέον, είναι πάρα πολύ ορατές, δεν τις έβλεπαν πριν, τώρα όμως τις βλέπουν ακόμα κι εκείνοι που δεν τις έβλεπαν, οπότε, καταλαβαίνουν, ότι το τραγούδι δεν μπορεί να μείνει έξω από τη σφαίρα των κοινωνικών προβλημάτων και να είναι μόνο τραλαλά – τραλαλό.».   


*Πρώτη δημοσίευση : περιοδικό «ΑΥΛΑΙΑ», τεύχος 56(2009), σελ. 38 – 41.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Γράφω τραγούδια για ανθρώπους που εκτιμώ και που πιστεύω ότι θα βελτιώσουν το μουσικό αποτέλεσμα των συνθέσεών μου χωρίς να τους κατατάσσω σε κατηγορίες. Τα καλά τραγούδια μας συντροφεύουν στο ταξίδι της ζωής μας και στόχος μου είναι να καταφέρνω να γράφω καλά τραγούδια χωρίς ταμπέλες.
Γιώργος Σαμπάνης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.

ΤΥΧΑΙΑ TAGS